Γνησιότητα και πλαστότητα ιδιωτικών και δημοσίων εγγράφων

ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
Γνησιότητα και πλαστότητα ιδιωτικών και δημοσίων εγγράφων
    Ι.- Έννοιες..

    Γνησιότητα υπό στενή έννοια: υποδηλώνει την προέλευση, δηλαδή την κατάρτιση του εγγράφου από τον φερόμενο ως εκδότη του.
    Γνησιότητα υπό ευρεία έννοια: συμπεριλαμβάνει εκτός από την προέλευση και το γεγονός της μη αλλοίωσης του περιεχομένου του εγγράφου.
    Ο νόμος (ΚΠολΔ) δεν κάνει σχετικές διακρίσεις.
Οι περί γνησιότητας-πλαστότητας διατάξεις του ΚΠολΔ εφαρμόζονται κατ’ εξαίρεση και στις εκδηλώσεις της διανοητικής πλαστογραφίας (προκειμένου για δημόσια έγγραφα), μολονότι η παραποίηση δεν αναφέρεται εδώ στο εξωτερικό αλλά στο εσωτερικό περιεχόμενο του εγγράφου (βλ. σχετ. ΑΠ 1974/2008, ΕλλΔνη (2010), 677, NOMOS, ΑΠ 732/1970, ΝοΒ (1971), 314, ΕΕΝ (1971), 182, ΑΠ 753/1970, ΝοΒ (1971), 328, ΠολΠρΑθ 14566/1975, ΕλλΔνη (1980), 736, Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 63-64, σημ. 19, Ν.Νίκα, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 542 και 545. Βλ. όμως αντίθ. ΑΠ 228/1970, ΝοΒ (1970), 955). Πάντως, η ψευδής βεβαίωση γεγονότων σε ιδιωτικό έγγραφο δεν συνιστά πλαστογραφία (βλ. ενδ. ΑΠ 467/1985, ΠοινΧρ (1985), 800).

    ΙΙ.- Η γνησιότητα των εγγράφων
    Ημεδαπά δημόσια έγγραφα
Στα ημεδαπά δημόσια έγγραφα ο ΚΠολΔ απονέμει τεκμήριο γνησιότητας (άρθρο 455 ΚΠολΔ), που καλύπτει τόσο την προέλευση όσο και το ανόθευτο του περιεχομένου τους. Το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό, αλλά μόνη δυνατότητα «ανταπόδειξης» εναντίον του προβλέπεται η προσβολή του ως πλαστού.

Ιδιωτικά έγγραφα
    Τα ιδιωτικά έγγραφα δεν συνοδεύονται από αντίστοιχο τεκμήριο γνησιότητας (ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΑΠ 1764/2012, NOMOS, ΑΠ 915/2011, NOMOS, ΑΠ 1254/2010, ΕλλΔνη (2011), 999, ΑΠ 825/2010, NOMOS, ΑΠ 718/2010, ΝοΒ (2010), 2337 (περίλ.), NOMOS, ΑΠ 575/2010, ΝοΒ (2010), 2063 (περίλ.), ΑΠ 72/2008, ΝοΒ (2008), 2408, ΕλλΔνη (2008), 1024, ΕφΑΔ (2008), 582, ΑΠ 1568/2007, NOMOS, ΑΠ 1798/2006, ΧρΙΔ (2007), 147, ΑΠ 655/2003, ΕλλΔνη (2003), 1381, ΑΠ 1616/2001, ΕλλΔνη (2002), 407, ΑΠ 430/2001, NOMOS, ΑΠ 780/1994, ΕλλΔνη (1995), 840, ΕφΘεσ 1067/2010, Αρμ (2011), 600, ΕφΠατρ 954/2008, ΑχΝομ (2009), 391, ΕφΘεσ 1479/2007, Αρμ (2008), 754, ΕφΘεσ 1440/2004, ΕπισκΕΔ (2004), 748, ΕφΛαρ 268/2004, ΕπισκΕΔ (2004), 716, ΕφΔωδ 215/2004, NOMOS, ΕφΛαρ 70/2001, ΕλλΔνη (2004), 526, Δικογραφία (2001), 90, ΕφΑθ 1627/1982, ΕΕμπΔ (1983), 278). Αν αμφισβητηθεί η γνησιότητά τους, ο διάδικος που τα επικαλείται και τα προσκομίζει οφείλει να την αποδείξει, ανεξάρτητα από το είδος του εγγράφου, το πρόσωπο (διάδικο ή τρίτο) από το οποίο προέρχεται (ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΑΠ 1764/2012, ό.π., ΑΠ 915/2011, ό.π., ΑΠ 825/2010, ό.π., ΑΠ 718/2010, ό.π., ΑΠ 72/2008, ό.π., ΑΠ 1798/2006, ό.π., ΑΠ 1149/2002, ΕλλΔνη (2004), 485, ΑΠ 780/1994, ό.π.) ή την εκτίμηση του εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 718/2010, ό.π., ΑΠ 575/2010, ό.π., ΑΠ 1616/2001, ό.π., ΑΠ 310/1996, ΕλλΔνη (1997), 87, ΑΠ 780/1994, ό.π.). Η απόδειξη της γνησιότητας γίνεται με την ίδια διαδικασία με την οποία δικάζεται η επίδικη διαφορά (ΑΠ 825/2010, ό.π., ΑΠ 655/2003, ό.π., ΕφΑθ 67/2012, ΝοΒ (2012), 576, ΕλλΔνη (2012), 840, ΕφΠειρ 1722/1987, ΠειρΝομ (1987), 470, Ι.Τέντες, εις Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ερμηνεία ΚΠολΔ, υπ’ άρθρο 458, αριθ. 2, σελ. 817). Για την απόδειξη αυτή μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα απόδειξης, ιδίως αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη και μάρτυρες (ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΕφΛαρ 70/2001, ΕλλΔνη (2004), 526, Δικογραφία (2001), 90). Διαφορετικά (δηλ. αν αμφισβητηθεί η γνησιότητα του ιδιωτικού εγγράφου, χωρίς αυτή (γνησιότητα) να αποδειχθεί από τον επικαλούμενο το έγγραφο), το ιδιωτικό έγγραφο δεν λαμβάνεται υπόψη για το σχηματισμό δικαστικής πεποίθησης (βλ. σχετ. ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΑΠ 1583/2007, NOMOS, ΑΠ 1793/1988, ΕλλΔνη (1991), 94, ΑΠ 566/1981, ΕΕΝ (1982), 320, Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 68) ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1517/2013, ΧρΙΔ (2014), 210, ΑΠ 1764/2012, NOMOS, ΑΠ 279/2011, ΝοΒ (2011), 1255, ΑΠ 1254/2010, ό.π., ΑΠ 718/2010, ό.π., ΑΠ 72/2008, ό.π., ΑΠ 1739/2007, ΕΠολΔ (2008), 388, ΑΠ 780/1994, ΕλλΔνη (1995), 840, ΑΠ 320/1984, ΑρχΝ (1985), 389, ΑΠ 1211/1975, ΝοΒ (1976), 518, ΕΕΝ (1976), 466, ΑΠ 764/1974, ΝοΒ (1975), 320, ΕφΠατρ 954/2008, ό.π., ΕφΘεσ 1440/2004, ό.π., ΕφΑθ 5408/1982, ΑρχΝ (1984), 153) ή ως μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 72/2008, ό.π., ΑΠ 655/2003, ΕλλΔνη (2003), 1381, ΑΠ 1273/1998, ΕλλΔνη (1999), 81, ΑΠ 1323/1996, ΕΕργΔ (1998), 376, ΑΠ 1194/1994, ΕλλΔνη (1996), 86, ΑΠ 933/1987, ΕΕΝ (1988), 436, ΑΠ 320/1984, ΑρχΝ (1985), 389, ΑΠ 681/1981, ΕΕργΔ (1981), 705).
Αν δεν αμφισβητηθεί ή αναγνωριστεί η προέλευσή του, το έγγραφο αυτό θεωρείται γνήσιο (άρθρο 457 παρ. 2 ΚΠολΔ) και το τεκμήριο αυτό μπορεί να ανατραπεί μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (ΑΠ 891/2012, ΕΠολΔ (2013), 60, ΑΠ 780/1994 (: αναγνώριση προέλευσης), ό.π.) και το τεκμήριο αυτό καλύπτει και το (υπερκείμενο της υπογραφής) περιεχόμενό του (άρθρο 457 παρ. 3 ΚΠολΔ), δηλαδή αποκτά «ισχύ δημοσίου» και προσβάλλεται πλέον μόνο ως πλαστό κατ’ άρθρο 460 ΚΠολΔ (ΑΠ 1764/2012, NOMOS, ΑΠ 1254/2010, ό.π., ΑΠ 825/2010, NOMOS, ΑΠ 718/2010, ό.π., ΑΠ 72/2008, ό.π., ΑΠ 1568/2007, ό.π., ΑΠ 1798/2006, ό.π., ΑΠ 1770/2006, NOMOS, ΑΠ 655/2003, ό.π., ΑΠ 1149/2002, ό.π., ΑΠ 1616/2001, ΕλλΔνη (2002), 407, ΑΠ 780/1994, ό.π., ΑΠ 62/1989, ΕΕΝ (1989), 941, ΕφΘεσ 1067/2010, ό.π., ΕφΘεσ 1445/2009, ΕπισκΕΔ (2010), 137, ΕφΠατρ 954/2008, ό.π., ΕφΠατρ 143/2008, ΕπισκΕΔ (2008), 571, ΕφΑθ 526/2005, ΝοΒ (2005), 1620, ΕφΘεσ 1440/2004, ό.π., ΕφΛαρ 865/2004, ΝοΒ (2005), 912, ΕφΔωδ 215/2004, NOMOS, Π.Αρβανιτάκης, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 70). Σήμερα, μετά την τροποποίηση του άρθρου 445 ΚΠολΔ με το άρθρο 40 παρ. 2 Ν. 3994/2011, προβλέπεται ρητά ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, εφόσον είναι συνταγμένα με τους νόμιμους τύπους και εφόσον η γνησιότητά τους αποδείχθηκε ή αναγνωρίστηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη και ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων (βλ. σχετ. και Γ.Νικολόπουλο, ό.π., σελ. 308-309). Ως προς τα ιδιωτικά έγγραφα μαρτυρίας, τα οποία περιέχουν απλά πραγματικά γεγονότα και όχι δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης, π.χ. εξοφλητικές αποδείξεις, αν η γνησιότητά τους αναγνωριστεί ή αποδειχθεί, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχεται σ’ αυτά προέρχεται από τον εκδότη τους, ενώ ως προς το περιεχόμενο στα έγγραφα αυτά, π.χ. εξοφλητικές αποδείξεις, επιβλαβές για τον δανειστή γεγονός της καταβολής, η εξοφλητική απόδειξη αποτελεί εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται από το δικαστήριο ελεύθερα και επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς την προσβολή του εγγράφου για πλαστότητα (βλ. έτσι ΑΠ 891/2012, ό.π., ΑΠ 646/2009, ΕλλΔνη (2011), 1610 και 1617, ΑΠ 689/2003, ΕλλΔνη (2004), 156, ΑΠ 400/2002, Ισοκράτης, ΕφΛαρ 147/2007, ΕΕργΔ (2008), 1494).
    Η αμφισβήτηση της γνησιότητας ιδιωτικού εγγράφου έχει το χαρακτήρα άρνησης (βλ. ενδ. ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΑΠ 655/2003, ΕλλΔνη (2003), 1381, ΑΠ 1616/2001, ΕλλΔνη (2002), 407, ΑΠ 430/2001, NOMOS, ΑΠ 374/1994, ΑρχΝ (1994), 302, ΕφΘεσ 1067/2010, Αρμ (2011), 600, ΕφΘεσ 1445/2009, ΕπισκΕΔ (2010), 137, ΕφΠατρ 143/2008, ΕπισκΕΔ (2008), 571, ΕφΛαρ 70/2001, ΕλλΔνη (2004), 526, Δικογραφία (2001), 90, ΕφΘεσ 1477/1987, Αρμ (1988), 998, ΕφΠατρ 27/1976, Αρμ (1976), 345, Π.Αρβανιτάκης, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 70, σημ. 40, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 543-544, Γ.Νικολόπουλος, ό.π., σελ. 300).
    Ιδιομορφία: η παράλειψη προβολής αντιρρήσεων για την προέλευση του ιδιωτικού εγγράφου δεν ερμηνεύεται κατ’ ελεύθερη κρίση του δικαστή κατ’ άρθρο 261 εδ. β΄ ΚΠολΔ, αλλά επιφέρει δεσμευτικά τη συνέπεια του άρθρου 457 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ.
    Η προβολή αντιρρήσεων πρέπει να γίνεται αμέσως (άρθρο 457 παρ. 2 ΚΠολΔ), δηλαδή κατά τη συζήτηση στην οποία προσκομίζεται το ιδιωτικό έγγραφο διαφορετικά είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1517/2013, ΧρΙΔ (2014), 210, ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΑΠ 718/2010 (: επιτρεπτή η αμφισβήτηση της γνησιότητας ιδιωτικού εγγράφου με την προσθήκη στις προτάσεις, που κατατίθενται πριν τη συζήτηση, όχι όμως με την προσθήκη των προτάσεων της μετ’ απόδειξη συζήτησης), ΝοΒ (2010), 2337 (περίλ.), NOMOS, ΑΠ 1754/2007, NOMOS, ΑΠ 1583/2007, NOMOS, ΑΠ 106/2007, NOMOS, ΑΠ 1770/2006, NOMOS, ΑΠ 723/2000, ΑρχΝ (2001), 93, NOMOS, ΑΠ 310/1996, ΕλλΔνη (1997), 87, ΑΠ 511/1995, ΕλλΔνη (1997), 87, ΑΠ 517/1988, ΕλλΔνη (1989), 552, ΑΠ 516/1982, ΝοΒ (1983), 804, ΑΠ 66/1981, ΝοΒ (1981), 1258, ΕφΘεσ 1067/2010 (: κατά τη συζήτηση και όχι με την προσθήκη των προτάσεων, που κατατίθενται μετά τη συζήτηση), Αρμ (2011), 600, ΕφΠατρ 954/2008, ΑχΝομ (2009), 391), έστω και εάν αποδεικνύεται παραχρήμα (Ι.Τέντες, ό.π., υπ’ άρθρο 457, αριθ. 2, σελ. 815. Βλ. αντίθ. ΕφΠειρ 105/1995, ΕλλΔνη (1995), 1606). Αν το έγγραφο προσκομιστεί με την προσθήκη, προς αντίκρουση ισχυρισμών που προβλήθηκαν με τα προτάσεις του αντιδίκου, η άρνηση της γνησιότητας είναι επιτρεπτή κατά τη συζήτηση (προφορικά ή με τις προτάσεις), κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 269 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΜονΠρΘεσ 13078/2009, Ισοκράτης, Γ.Νικολόπουλος, δίκαιο αποδείξεως, β΄ έκδ. (2011), σελ. 299, σημ. 111). Ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου και του ειρηνοδικείου, ενόψει της διάταξης του άρθρου 238 ΚΠολΔ, κατά την οποία τα αποδεικτικά μέσα προσάγονται με τις προτάσεις που κατατίθενται στο ακροατήριο, η προβολή του ισχυρισμού περί αρνήσεως της γνησιότητας ιδιωτικού εγγράφου πρέπει να γίνει με την προσθήκη στις προτάσεις (Γ.Νικολόπουλος, ό.π., σελ. 299, σημ. 111). Σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής με βάση ιδιωτικό έγγραφο, η αμφισβήτηση της γνησιότητάς του πρέπει να γίνει με το δικόγραφο της ανακοπής, οπότε το βάρος απόδειξης της γνησιότητας φέρει ο καθ’ ου η ανακοπή (βλ. σχετ. και ΑΠ 172/2000, NOMOS, ΕφΘεσ 1479/2007, Αρμ (2008), 754, ΠολΠρΑθ 6095/1992, Αρμ (1994), 941). Δεν είναι παραδεκτή η αμφισβήτηση της γνησιότητας του ιδιωτικού εγγράφου, το οποίο προσκομίστηκε και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου (ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΑΠ 1568/2007, ό.π., ΑΠ 106/2007, ό.π., ΕφΘεσ 1067/2010, Αρμ (2011), 600, ΕφΑθ 2960/1979, ΝοΒ (1985), 1371) ούτε με τις προτάσεις επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής μπορούν να προβληθούν αντιρρήσεις (ΕφΑθ 435/1987, ΕΕμπΔ (1988), 289, ΕφΑθ 6233/1985, ΕλλΔνη (1985), 1371).
    Η αμφισβήτηση της γνησιότητας πρέπει να είναι ρητή, σαφής και ειδική, χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις (ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΑΠ 1254/2010, ΕλλΔνη (2011), 999, ΑΠ 718/2010, ΝοΒ (2010), 2337 (περίλ.), NOMOS, ΑΠ 1583/2007, NOMOS, ΑΠ 1568/2007, NOMOS, ΑΠ 106/2007, NOMOS, ΑΠ 1770/2006, NOMOS, ΑΠ 200/2001, NOMOS, ΑΠ 723/2000, ΑρχΝ (2001), 93, NOMOS, ΑΠ 511/1995, ΕλλΔνη (1997), 87, ΑΠ 780/1994, ΕλλΔνη (1995), 840, ΑΠ 797/1989, ΕλλΔνη (1990), 1275, ΕΕΝ (1989), 237, ΕφΘεσ 1067/2010, Αρμ (2011), 600, ΕφΠατρ 954/2008, ΑχΝομ (2009), 391, ΕφΑθ 526/2005, ΝοΒ (2005), 1620, ΕφΠειρ 1103/1984 (: όχι απλή επιφύλαξη), ΕπιθΝαυτΔικ (1985), 117). Γίνεται σχετικά δεκτό ότι προκειμένου περί φωτογραφιών, ο ισχυρισμός ότι οι φωτογραφίες δεν εικονίζουν κάποια συγκεκριμένη και κρίσιμη για τη δίκη πραγματική κατάσταση, δεν συνιστά αμφισβήτηση της γνησιότητας, αλλά αμφισβήτηση της αποδεικτικής αξίας της φωτογραφίας για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης περί του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου (βλ. έτσι ΑΠ 1309/2011, NOMOS).
    Για την αναγνώριση ή την άρνηση της γνησιότητας ιδιωτικού εγγράφου αρκεί η γενική πληρεξουσιότητα (ΑΠ 1319/2005, NOMOS, ΕφΛαρ 70/2001, ΕλλΔνη (2004), 526, Δικογραφία (2001), 90, ΕφΑθ  6097/1987, ΕλλΔνη (1988), 347, Ι.Τέντες, ό.π., υπ’ άρθρο 457, αριθ. 4, σελ. 815).
    Η γνησιότητα των ιδιωτικών εγγράφων συνδέεται κατ’ αρχήν με τη διαπίστωση της υπογραφής του εκδότη (βλ. σχετ. 443, 457 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, 160 ΑΚ). Αλλά, περαιτέρω, και τα αναφερόμενα στον τύπο στοιχεία του κύρους ιδιωτικού εγγράφου εξομοιώνονται με την υπογραφή και πρέπει να αποδεικνύονται από εκείνον που το επικαλείται και το προσκομίζει. Αυτό συμβαίνει με την προϋπόθεση της ιδιόχειρης γραφής ολόκληρου του κειμένου της ιδιόγραφης διαθήκης κατ’ ΑΚ 1721 (βλ. σχετ. 459 παρ. 2 ΚΠολΔ «…. του οποίου αμφισβητείται η γνησιότητα της γραφής ή της υπογραφής …») και το βάρος απόδειξης της γνησιότητας του εγγράφου φέρει ο επικαλούμενος τη διαθήκη (ΑΠ 380/1989, ΕλλΔνη (1990), 530, ΑΠ 180/1981, ΕΕΝ (1982), 905, ΕφΑθ 4754/1986, ΕλλΔνη (1986), 1348, Π.Αρβανιτάκης, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 72). Ο κανόνας αυτός, όμως, δεν πρέπει να επεκταθεί και στο στοιχείο της βεβαιότητας της χρονολογίας (π.χ. άρθρα 614-615, 1211 ΑΚ). Εδώ, μολονότι το έγγραφο δεν χάνει την ιδιότητά του ως ιδιωτικού εγγράφου από τη μεσολάβηση δημόσιου λειτουργού (βλ. άρθρο 446 ΚΠολΔ), η ακρίβεια της χρονολογίας (και μόνο αυτή) καλύπτεται από το τεκμήριο γνησιότητας (άρθρο 455 ΚΠολΔ) και χωρεί μόνο προσβολή του συγκεκριμένου στοιχείου ως πλαστού (Π.Αρβανιτάκης, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 73). Το ίδιο και για τη μυστική διαθήκη ως προς την έκθεση μόνο του συμβολαιογράφου (βλ. σχετ. ΕφΘεσ 1635/1973, Αρμ (1974), 277, Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 73).

    Ειδικότερα: η γνησιότητα στους πιστωτικούς τίτλους
    Η αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής στους πιστωτικούς τίτλους εκλαμβάνεται ως ένσταση, κατά παρέκκλιση των ρυθμίσεων του άρθρου 457 ΚΠολΔ, κυρίως για λόγους εξασφάλισης της κυκλοφορίας του τίτλου και προστασίας των συναλλαγών (βλ. ΑΠ 391/1968, ΕΕμπΔ (1968), 600, ΕφΔυτΜακ 122/2009, Αρμ (2010), 1184, ΕφΑθ 3206/2008, ΕλλΔνη (2010), 185, ΕφΑθ 331/2006, ΔΕΕ (2006), 505, ΑρχΝ (2006), 199, ΕφΠατρ 1480/2006, ΑχΝομ (2007), 485, ΕφΛαρ 268/2004, ΕπισκΕΔ (2004), 716, ΕφΛαρ 368/2002, ΕλλΔνη (2004), 526, ΕφΑθ 1541/2000, ΕλλΔνη (41), 1687, ΕφΘεσ 2183/1999, Αρμ (2001), 1375, ΕφΠειρ 1078/1997, ΔΕΕ (1998), 35, ΕφΑθ 2053/1996, ΕΕμπΔ (1996), 772, ΕφΘεσ 1166/1987, Αρμ (1989), 138, ΕφΑθ 6097/1987, ΕλλΔνη (1988), 347, ΕφΘεσ 1477/1987, Αρμ (1988), 998, ΕφΑθ 11316/1986, ΕλλΔνη (1987), 1325, ΕΕμπΔ (1988), 73). Τούτο έχει ως συνέπεια να αντιστρέφεται το βάρος απόδειξης, το οποίο φέρει πλέον όποιος αμφισβητεί την προέλευση του τίτλου (εναγόμενος ή ανακόπτων τη διαταγή πληρωμής). Θεμελίωση του χαρακτήρα αυτού των αντιρρήσεων ως ενστάσεως: Κατά την άποψη της νομολογίας ο χαρακτήρας αυτός θεμελιώνεται συχνά στα άρθρα 7 και 17 του Ν. 5325/1932 «περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν» (ΕφΑθ 6097/1987, ΕλλΔνη (1988), 347, ΕφΑθ 636/1979, ΝοΒ (1979), 1317, ΕφΑθ 7512/1974, ΑρχΝ (1976), 65, Αρμ (1975), 456). Από τα άρθρα αυτά, όμως, το πρώτο αναφέρεται απλώς στον προσωποπαγή χαρακτήρα των ενστάσεων ενώ το δεύτερο εισάγει την αρχή του περιορισμού των εκτός τίτλου ενστάσεων. Ορθότερο είναι να θεωρηθεί ότι η θεμελίωση αυτή υπαγορεύεται από τελολογικούς στόχους και έχει καθιερωθεί νομολογιακά (βλ. έτσι ορθά Π.Αρβανιτάκης, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 76).
Περαιτέρω, και προκειμένου να ισοσκελιστεί η εύνοια προς τον διάδικο που προσκομίζει τον τίτλο, επιβαρύνοντας τον αντίδικό του με το βάρος απόδειξης της γνησιότητας, γίνεται δεκτό ότι εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι αυστηρές επιταγές του νομοθέτη για το παραδεκτό της ένστασης πλαστότητας (π.χ. υποχρέωση προαπόδειξης, εξοπλισμού του δικηγόρου με ειδική πληρεξουσιότητα κ.λ.π.) ο ισχυρισμός λαμβάνεται τουλάχιστο υπόψη ως παραδεκτή αμφισβήτηση της γνησιότητας, καθώς η τελευταία, εμπεριεχόμενη εννοιολογικά στην πρώτη, δεν συνοδεύεται στο νόμο με αντίστοιχες αυστηρές ρυθμίσεις (βλ. σχετ. ΕφΑθ 331/2006, ΔΕΕ (2006), 505, ΑρχΝ (2006), 199, ΕφΛαρ 368/2002, ΕλλΔνη (2004), 526, ΕφΑθ 1541/2000, ΕλλΔνη (41), 1687, ΕφΘεσ 2183/1999, Αρμ (2001), 1375, ΕφΑθ 2053/1996, ΕΕμπΔ (1996), 772, ΕφΚρ 169/1991, ΕλλΔνη (33), 1276, ΕφΘεσ 466/1990, Αρμ (1991), 382, ΕφΘεσ 645/1985, Αρμ (1985), 1073, Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 75, σημ. 58. Όχι όμως και αντίστροφα: ΜονΠρΑθ 9121/1981, ΕλλΔνη (1982), 514)
    Η αντιστροφή του βάρους απόδειξης γίνεται δεκτή μόνο εφόσον το έγγραφο έχει το χαρακτήρα αξιογράφου, είναι δηλαδή έγκυρο ως πιστωτικός τίτλος και μάλιστα ανεξάρτητα από τη διαδικασία με την οποία κρίνεται η εξ αυτού απορρέουσα έννομη σχέση (βλ. έτσι ΠολΠρΛαμ 217/1981 (: αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού από ενοχή θεμελιωμένη σε ισχυρή επιταγή), ΝοΒ (1981), 1433). Εάν, όμως, ο τίτλος είναι άκυρος ως αξιόγραφο, π.χ. επειδή δεν είναι νόμιμα χαρτοσημασμένος, οπότε λαμβάνεται υπόψη ως απλό ιδιωτικό έγγραφο που ενσωματώνει αφηρημένη υπόσχεση χρέους (άρθρο 873 ΑΚ), υπάρχει επάνοδος στον κανόνα και εφαρμογή του άρθρου 457 παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ. έτσι ΕφΑθ 1501/1970, Αρμ (1970), 1002, ΠολΠρΗρ 192/1971, Αρμ (1971), 823, Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 77, σημ. 66, Ι.Τέντε, ό.π., υπ’ άρθρο 457, αριθ. 7, σελ. 816).

    ΙΙΙ.- Το ανόθευτο του περιεχομένου
    Έννοια: Το «ανόθευτο» αναφέρεται στη μεταγενέστερη της κατάρτισης παραποίηση του περιεχομένου του εγγράφου. Η νόθευση προϋποθέτει την ύπαρξη γνήσιου εγγράφου, του οποίου προσβάλλεται το περιεχόμενο με τη μεταβολή, προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων (ΑΠ 467/1985, ΠοινΧρ (1985), 880, ΑΠ 1168/1984, ΠοινΧρ (1985), 245, ΑΠ 992/1979, ΠοινΧρ (1980), 124). Δεν υπάρχει, όμως, νόθευση, εάν η μεταβολή του περιεχομένου του εγγράφου έγινε σύμφωνα με τη θέληση του εκδότη του, ήτοι κατόπιν εντολής ή συναινέσεώς του, η οποία μπορεί να είναι και σιωπηρή (βλ. έτσι ΑΠ 1155/1993, ΠοινΧρ (1993), 861, ΑΠ 784/1994, ΠοινΧρ (1994), 775, ΑΠ 223/1982, ΠοινΧρ (1982), 868). Παραποιήσεις αναγόμενες απλά στην υλική υπόσταση του εγγράφου, π.χ. τεμαχισμοί, διατρήσεις κ.ο.κ., κρίνονται κατά τα άρθρα 433-435 ΚΠολΔ, το δε βάρος απόδειξης σχετικά με την αποδεικτική δύναμη του εγγράφου φέρει ο διάδικος που πρόκειται να το χρησιμοποιήσει στη δίκη (ΑΠ 1697/1984, ΕλλΔνη (1985), 207).
    ***Στην έννοια του εγγράφου κατ’ άρθρο 216 σε συνδ. με το άρθρο 13 περ. γ΄ ΠΚ περιλαμβάνεται τόσο το τηλεομοιότυπο (TELEFAX) όσο και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου (βλ. έτσι ολΑΠ 2/2000, ΕλλΔνη (2000), 289).
    ***Για την έννοια και λειτουργία του ηλεκτρονικού εγγράφου και την αποδεικτική δύναμη μηνύματος ηλεκτρονικής αλληλογραφίας βλ. ΔιατΠληρΜονΠρΑθ 1932/2011, ΕΠολΔ (2011), 688 (με παρατ. Γ.Κόντη), ΔιατΠληρΜονΠρΑθ 1327/2001, ΝοΒ (2001), 866, Δ (2001), 457, ΕΕμπΔ (2001), 256, ΔΕΕ (2001), 377).
    Ο νομοθέτης καλύπτει το ανόθευτο του περιεχομένου τόσο των δημοσίων όσο και των (γνήσιων) ιδιωτικών εγγράφων με τεκμήριο αυξημένης ισχύος. Στο περιεχόμενο του εγγράφου περιλαμβάνεται και η χρονολόγησή του∙ επομένως, η αμφισβήτηση της χρονολόγησης του εγγράφου μπορεί να γίνει μόνο με την προσβολή του εγγράφου για πλαστότητα (ΑΠ 1754/2007, NOMOS). Το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται αποκλειστικά με την προσβολή των εγγράφων αυτών για πλαστότητα (άρθρο 460 ΚΠολΔ). Ο σχετικός ισχυρισμός έχει το χαρακτήρα ένστασης (ΕφΑθ 266/1998, ΕλλΔνη (1998), 623, Π.Αρβανιτάκης, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 79, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 544). Ο διάδικος που προβάλλει την πλαστότητα φέρει και το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του (ΕφΑθ 266/1998, ΕλλΔνη (1998), 623). Το δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του την πλαστότητα του (δημοσίου ή ιδιωτικού εγγράφου), ακόμα και αν αποδεικνύεται από το αποδεικτικό υλικό που προσκομίζεται, εφόσον δεν έχει προταθεί κατά τρόπο παραδεκτό σχετική ένσταση (βλ. ενδ. ΑΠ 1403/2002, NOMOS).
Ειδικά ως προς τους πιστωτικούς τίτλους και προκειμένου να ισοσκελιστεί η εύνοια προς τον διάδικο που προσκομίζει τον τίτλο, επιβαρύνοντας τον αντίδικό του με το βάρος απόδειξης της γνησιότητας, γίνεται δεκτό ότι εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι αυστηρές επιταγές του νομοθέτη για το παραδεκτό της ένστασης πλαστότητας (π.χ. υποχρέωση προαπόδειξης, εξοπλισμού του δικηγόρου με ειδική πληρεξουσιότητα κ.λ.π.) ο ισχυρισμός λαμβάνεται τουλάχιστο υπόψη ως παραδεκτή αμφισβήτηση της γνησιότητας, καθώς η τελευταία, εμπεριεχόμενη εννοιολογικά στην πρώτη, δεν συνοδεύεται στο νόμο με αντίστοιχες αυστηρές ρυθμίσεις (βλ. σχετ. ΕφΑθ 1541/2000, ΕλλΔνη (41), 1687, ΕφΑθ 2053/1996, ΕΕμπΔ (1996), 772, ΕφΚρ 169/1991, ΕλλΔνη (33), 1276, ΕφΘεσ 466/1990, Αρμ (1991), 382, ΕφΘεσ 645/1985, Αρμ (1985), 1073, Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 75, σημ. 58. Όχι όμως και αντίστροφα: ΜονΠρΑθ 9121/1981, ΕλλΔνη (1982), 514)

    Αντισυμβατική συμπλήρωση «λευκού» εγγράφου
    Στα πλαίσια του ποινικού δικαίου (216 ΠΚ) αμφισβητείται εάν η κατάχρηση «λευκής» υπογραφής αποτελεί ειδικότερα μορφή πλαστής κατάρτισης (μάλλον κρατούσα: ΑιτΕκθΣχΠΚ, σελ. 344, ΑΠ 1491/2006, ΠοινΧρ (2007), 640, ΠοινΛογ (2006), 1387, ΑΠ 327/1995, ΠοινΧρ (1995), 711, ΑΠ 1310/1995, ΠοινΧρ (1996), 513, ΣυμβΑΠ 1624/1989, ΠοινΧρ (1990), 797, ΑΠ 88/1982, ΠοινΧρ (1982), 787, ΑΠ 1066/1978, ΠοινΧρ (1979), 219, ΝοΒ (1979), 263) ή νόθευσης εγγράφου (ΑΠ 161/1987, ΝοΒ (1987), 409, ΑΠ 55/1982, ΠοινΧρ (1982), 778, ΑΠ 590/1979, ΠοινΧρ (1979), 691) κυρίως επειδή πριν τη μεταγενέστερη αντισυμβατική συμπλήρωση του κειμένου δεν έχει συντελεστεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο η κατάρτιση του εγγράφου. Βέβαια, αν η κατάχρηση αφορά εν μέρει «λευκό», άρα υφιστάμενο έγγραφο, θα πρόκειται για νόθευση (ΑΠ 361/1982, αδημ. σε ΚΠοινΔ Κονταξή (1985), σελ. 1056, Π.Αρβανιτάκης, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 80, σημ. 76). Πρακτική σημασία της διάκρισης: εάν θεωρηθεί πλαστή κατάρτιση, το βάρος απόδειξης της αντισυμβατικής συμπλήρωσης θα φέρει ο επικαλούμενος το έγγραφο διάδικος, εάν όμως θεωρηθεί νόθευση τότε θα είναι δυνατή μόνο η προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, οπότε η απόδειξη θα βαρύνει τον ενιστάμενο.
    Η νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων, πάντως, δέχεται σταθερά ότι ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση πλαστότητας, συνεπώς ανάγεται ορθά στο χώρο του ανόθευτου και όχι της γνησιότητας (βλ. σχετ. ΑΠ 914/1981, Βασική Νομολογία Α-1182, ΕφΘεσ 331/1990, Αρμ (1991), 131, ΕφΛαρ 147/2007, ΕΕργΔ (2008), 1494, ΕφΔωδ 215/2004, NOMOS, ΕφΑθ 10177/1986, ΕλλΔνη (1987), 881, Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 80-81, τον ίδιο, προϋποθέσεις παραδεκτού της κύριας αγωγής περί πλαστότητας, γνωμ., ΕλλΔνη (2000), σελ. 14. Ειδικά για τη συμπλήρωση «λευκών» πιστωτικών τίτλων: ΑΠ 858/1973, ΠοινΧρ (1974), 93, ΕφΑθ 4213/1981, ΕΕμπΔ (1981), 531, ΕφΑθ 1798/1980, ΕΕμπΔ (1981), 273). Πάντως, μέρος της νομολογίας αρνείται στους «λευκούς» πιστωτικούς τίτλους, που συμπληρώθηκαν μεταγενέστερα αντίθετα από τα συμφωνηθέντα, το χαρακτήρα της πλαστότητας και προσδίδει στην αμφισβήτησή τους τον ειδικότερο χαρακτήρα της ένστασης αντισυμβατικής συμπλήρωσης των ελλιπόντων στοιχείων του τίτλου. Τούτο έχει πρακτική σημασία στα πλαίσια του άρθρου 10 Ν. 5325/1932 «περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν» και του άρθρου 13 Ν. 5960/1933 «περί επιταγής», καθώς η ένσταση αυτή αντιτάσσεται μόνο κατά του κακόπιστου ή του βαριά αμελούς κομιστή. Αντίθετα, η ένσταση πλαστότητας μπορεί να προταθεί και κατά του καλόπιστου κομιστή (βλ. σχετ. ΑΠ 958/1978, ΝοΒ (26), 1405, ΑΠ 839/1994 (: για συναλλαγματική), ΕλλΔνη (37), 150, ΔΕΕ (1995), 71, ΑΠ 1268/1989, ΕλλΔνη (32), 797, ΕφΑθ 6450/1999 (: για συναλλαγματική), ΕλλΔνη (41), 536, ΕφΑθ 10119/1997 (: για συναλλαγματική και επιταγή), ΕλλΔνη (39), 1411. Πλαστός, όμως, θεωρείται ο πιστωτικός τίτλος, για τον οποίο δεν υπάρχει συμφωνία συμπλήρωσής του: έτσι ΑΠ 839/1994, ό.π., ΕφΑθ 6450/1999, ό.π., Ι.Τέντες, ό.π., υπ’ άρθρο 460, αριθ. 3, σελ. 819-820).

    Άσκηση αυτοτελούς αγωγής προς αναγνώριση της γνησιότητας ή πλαστότητας εγγράφου
    Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 461 και 544 αριθ. 6 ΚΠολΔ προκύπτει ότι πλάι στις ορθόδοξες αναγνωριστικές αγωγές για διάγνωση εννόμων σχέσεων (άρθρο 70 ΚΠολΔ), καθιερώνεται ρητά η δυνατότητα άσκησης αυτοτελούς αγωγής προς διαπίστωση της πλαστότητας εγγράφου (ΠολΠρΑθ 14566/1975, ΕλλΔνη (1980), 736, Π.Αρβανιτάκης, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 86). Έπειτα, ότι η άσκηση της αυτοτελούς αυτής αγωγής είναι στο ισχύον δίκαιο παραδεκτή, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε σύνδεσή της με αγωγή αποζημίωσης κατά του πλαστογράφου (βλ. παλαιότερο δίκαιο άρθρο 456 ΠολΔ/1835). Και τέλος ότι οι ρυθμίσεις των δύο αυτών άρθρων είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους, συνεπώς η άσκηση της αυτοτελούς αγωγής δεν είναι δυνατή μόνο υπό τις προϋποθέσεις του καθιερούμενου λόγου αναψηλαφήσεως, μετά δηλαδή της διεξαγωγή της κύριας δίκης, αλλά και πριν ή και κατά τη διάρκεια ακόμα αυτή (ΑΠ 1524/1982, ΝοΒ (1983), 1363, ΕλλΔνη (1983), 786, Π.Αρβανιτάκης, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 86-87).
    Η άσκηση αυτοτελούς αγωγής αναγνώρισης πλαστότητας εγγράφου είναι παραδεκτή μόνο όταν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο (ΑΠ 1974/2008, ΕλλΔνη (2010), 677, NOMOS, ΕφΑθ 7798/1984, ΕλλΔνη (1985), 483, ΕφΛαρ 315/1975, Δ (1975), 751, ΜονΠρΘεσ 654/1976, Αρμ (1977), 473, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 545-546, Γ.Νικολόπουλος, ό.π., σελ. 315. Βλ. όμως αντίθ. Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 87-88, τον ίδιο, προϋποθέσεις παραδεκτού της κύριας αγωγής περί πλαστότητας, γνωμ., ΕλλΔνη (2000), σελ. 14-15).
    Το άρθρο 463 ΚΠολΔ (υποχρεωτική προαπόδειξη πλαστότητας) είναι ενταγμένο στο κεφάλαιο της αποδείξεως και συνιστά μόνο κανόνα αποδεικτικής διαδικασίας. Ο περιορισμός που τάσσεται απ’ αυτόν δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κήρυξης του εγγράφου ως πλαστού. Για το λόγο αυτό η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή υποχρέωση έχει εφαρμογή μόνο όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ’ ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή. Όταν, όμως, πρόκειται για αναγνωριστική αγωγή πλαστότητας που εισάγεται με αυτοτελές δικόγραφο και δεν φέρει χαρακτήρα παρεμπίπτουσας αγωγής, δεν δικαιολογείται η εξαιρετική και περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 463 ΚΠολΔ, αλλά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 216, 270, 341 ΚΠολΔ (βλ. ολΑΠ 23/1999, ΕλλΔνη (2000), 29, ΑΠ 291/2002, ΝοΒ (2002), 1850 επ., ΕλλΔνη (2003), 187, ΕφΛαρ 368/2002, ΕλλΔνη (2004), 526, ΕφΑθ 3320/2000, ΕλλΔνη (42), 493, Π.Αρβανιτάκη, προϋποθέσεις παραδεκτού της κύριας αγωγής περί πλαστότητας, γνωμ., ΕλλΔνη (2000), σελ. 15-18), ενώ το ίδιο γίνεται δεκτό και όταν ο περί πλαστότητας ισχυρισμός προτείνεται με λόγο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής (ΑΠ 738/2006, ΝοΒ (2007), 883, ΑΠ 922/2002, ΕλλΔνη (2003), 1352, ΕφΘεσ 1038/2008, Αρμ (2009), 389, ΕφΠατρ 1480/2006, ΑχΝομ (2007), 485, ΕφΑθ 3320/2000, ΕλλΔνη (2001), 493, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 548, Γ.Νικολόπουλος, ό.π., σελ. 317∙ βλ. όμως αντίθ. ΕφΛαρ 368/2002 (: που δέχθηκε περαιτέρω ότι μεταγενέστερη της άσκησης της ανακοπής συμπλήρωση του περί πλαστότητας ισχυρισμού, με αναφορά και προσκομιδή αποδεικτικών μέσων κατά τη συζήτηση της ανακοπής, δεν αίρει το απαράδεκτο του περί πλαστότητας ισχυρισμού), ΕλλΔνη (2004), 526, ΕφΑθ 1541/2000, ΕλλΔνη (2000), 1687, ΕφΘεσ 466/1990, Αρμ (1991), 382 (με παρατ. Π.Αρβανιτάκη)).

    Διαδοχική διεξαγωγή διαδικασιών απόδειξης γνησιότητας και κήρυξης της πλαστότητας για το ίδιο (ιδιωτικό) έγγραφο
    Σε περίπτωση αμφισβήτησης της γνησιότητας του εγγράφου και απόδειξης αυτής διακρίνουμε δύο υποπεριπτώσεις: α) εάν η γνησιότητα αποδείχθηκε με την επισφαλή διαδικασία της παραβολής (άρθρο 459 ΚΠολΔ) προς άλλα γνήσια έγγραφα, τότε επιτρέπεται η προσβολή του ως πλαστού (άρθρο 460 ΚΠολΔ), β) εάν η απόδειξη της γνησιότητας έγινε με μάρτυρες, όρκο (πλέον μετά το Ν. 2915/2001 ο όρκος καταργήθηκε) πραγματογνωμοσύνη ή ομολογία, η μεταγενέστερη προσβολή του στοιχείου της γνησιότητας ως πλαστού αποκλείεται και ο σχετικός περί πλαστότητας ισχυρισμός είναι απαράδεκτος (ΑΠ 853/1972, ΝοΒ (1973), 316, ΕΕΝ (1973), 217. Το ίδιο και για τις μηχανικές απεικονίσεις: ΑΠ 1975/1984, ΕλλΔνη (1985), 439. Βλ. έτσι και Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 89-90, σημ. 103, Ν.Νίκα, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 543).
    Σε περίπτωση ρητής ή σιωπηρής κατ’ άρθρο 457 παρ. 2 ΚΠολΔ αναγνώρισης της γνησιότητας του ιδιωτικού εγγράφου γίνεται δεκτό ότι αποκλείεται η μεταγενέστερη προσβολή του ίδιου στοιχείου του εγγράφου για πλαστότητα (ΑΠ 914/1981, Βασική Νομολογία Α-1182, Γ.Νικολόπουλος, ό.π., σελ. 314. Βλ. όμως αντίθετα, ότι δηλαδή μόνο η ρητή αναγνώριση της γνησιότητας επιφέρει αυτό το αποτέλεσμα και όχι η λόγω μη αμφισβήτησης της γνησιότητάς του κατ’ άρθρο 457 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 90 επ., τον ίδιο, παρατηρήσεις στην ΕφΘεσ 2490/1996, Αρμ (1996), 1367, Ν.Νίκα, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 542-543, Ι.Τέντε, ό.π., υπ’ άρθρο 460, αριθ. 1, σελ. 819, καθώς και μειοψ. στην ΑΠ 914/1981, ό.π.∙ πρβλ έτσι αντίθ. και ΕφΘεσ 2490/1996, Αρμ (1996), 1367).
    Η προσβολή του κατά το τεκμήριο του άρθρου 457 παρ. 3 ΚΠολΔ ανόθευτου του περιεχομένου, είναι κατά το άρθρο 460 ΚΠολΔ πάντοτε δυνατή, ανεξάρτητα εάν αναγνωρίστηκε ρητά ή σιωπηρά η γνησιότητα, εάν προηγήθηκε ή όχι διαδικασία απόδειξής της, καθώς και εάν χρησιμοποιήθηκαν γι’ αυτή μάρτυρες, όρκος ή ομολογία (ΕφΑθ 7338/1998, αδημ., ΕφΑθ 3419/1975, ΝοΒ (1975), 955, Π.Αρβανιτάκης, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 95-96, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 543, Γ.Νικολόπουλος, ό.π., σελ. 315, Ι.Τέντες, ό.π., υπ’ άρθρο 460, αριθ. 1, σελ. 819). Όπως τα δημόσια έτσι και τα γνήσια ιδιωτικά έγγραφα προσβάλλονται πάντοτε για πλαστότητα του περιεχομένου τους.

    Διαδικαστικές διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο προβολής της ένστασης πλαστότητας
    Α) Πρόταση του ισχυρισμού σε κάθε στάση της δίκης
    Με τη διάταξη του άρθρου 461 ΚΠολΔ, όταν η πλαστογραφία αποδίδεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, παρακάμπτονται οι περιορισμοί του συγκεντρωτικού συστήματος (άρθρο 269 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΠολΔ). Ο προνομιακός αυτός χαρακτήρας συνδέεται πάγια στην πράξη με την ικανότητα του ισχυρισμού να επιτελέσει συγχρόνως με τη δικονομική και την ποινική του λειτουργία ως ιδιόρρυθμο μέσο υποβολής μήνυσης ή έγκλησης. Έτσι, είναι δυνατή η πρόταση του ισχυρισμού και στην κατ’ έφεση δίκη δίχως περιορισμούς, δηλαδή ακόμα και εάν το έγγραφο προσκομίστηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο (βλ. έτσι ΕφΠατρ 341/2004, ΑχΝομ (2005), 255, ΕφΘεσ 2193/1987, Αρμ (1988), 439, Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 98, σημ. 125). Μπορεί ο ισχυρισμός να προταθεί παραδεκτά και σε μεταγενέστερο στάδιο, ακόμα και όταν προτάθηκε κατά την πρώτη συζήτηση και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος για τυπικούς λόγους (π.χ. δεν ήταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος εφοδιασμένος με ειδική πληρεξουσιότητα) (βλ. έτσι ΕφΘεσ 2490/1996, Αρμ (1996), 1367, Π.Αρβανιτάκη, προϋποθέσεις παραδεκτού της κύριας αγωγής περί πλαστότητας, γνωμ., ΕλλΔνη (2000), σελ. 14). Επίσης, μπορεί ο ισχυρισμός να προταθεί παραδεκτά και με τις προτάσεις ή με την προσθήκη στις προτάσεις, που κατατίθενται κατ’ άρθρο 237 παρ. 3 ΚΠολΔ πριν από τη συζήτηση, όχι όμως με τις προτάσεις που κατατίθενται κατ’ άρθρο 238 ΚΠολΔ μετά τη συζήτηση (ΕφΘεσ 2490/1996, Αρμ (1996), 1367, Π.Αρβανιτάκης, παρατηρήσεις στην ΕφΘεσ 2490/1996, Αρμ 91996), σελ. 1370, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 545-546). Αν, όμως, το έγγραφο κατατέθηκε στο ακροατήριο, μπορεί η προσβολή του για πλαστότητα να γίνει και με την προσθήκη στις προτάσεις (Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 546). Επίσης, όπου η κατάθεση προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, ο περί πλαστότητας ισχυρισμός μπορεί να προταθεί και προφορικά (άρθρο 461 ΚΠολΔ). Παραδεκτά προτείνεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου, αλλά μόνο εάν το έγγραφο προσάγεται για πρώτη φορά εκεί (βλ. έτσι ΑΠ 1414/2007, NOMOS, ΑΠ 188/1999, ΕλλΔνη (1999), 1094, ΝοΒ (2000), 633, ΑΠ 406/1993, ΕλλΔνη (1995), 374, ΑΠ 826/1985, ΕΕΝ (1986), 286). Αν, όμως, η πλαστογραφία δεν αποδίδεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, η ένσταση πλαστότητας πρέπει να υποβληθεί κατά τη συζήτηση, κατά την οποία το πρώτον προσκομίζεται το έγγραφο (βλ. και ΑΠ 31/2006, NOMOS, ΕφΛαρ 865/2004, ΝοΒ (2005), 912, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 546). Σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής βάσει πιστωτικού τίτλου και προσκόμισης κατά τη συζήτηση από τον καθ’ ου η ανακοπή εγγράφου, που συνιστά την αιτία έκδοσης του πιστωτικού τίτλου, π.χ. δανειακής σύμβασης, ο ανακόπτων παραδεκτά προτείνει την ένσταση πλαστότητας κατά την συζήτηση, ακόμα κι αν δεν κατονομάζει τον πλαστογράφο, αφού η διαταγή πληρωμής δεν στηρίχθηκε στο έγγραφο αυτό (βλ. έτσι ΑΠ 380/2002, Δ (2003), 985).
    Σύμφωνα με την πάγια αρεοπαγιτική νομολογία η ένσταση πλαστογραφίας χάνει τον προνομιακό της χαρακτήρα του άρθρου 461 ΚΠολΔ όταν δεν είναι αντικειμενικά (π.χ. λόγω παραγραφής του αδικήματος) ή υποκειμενικά (π.χ. εάν απεβίωσε ο δράστης) δυνατό να επιφέρει τα ποινικά αποτελέσματα της μήνυσης (βλ. έτσι ΑΠ 1974/2008 (: παραγραφή αδικήματος), ΕλλΔνη (2010), 677, NOMOS, ΑΠ 1266/1980, ΝοΒ (1981), 553, ΑΠ 62/1972, ΝοΒ (1972), 622). Στις περιπτώσεις αυτές η ένσταση πλαστογραφίας υπάγεται κανονικά, όπως και η μη αποδιδόμενη σε ορισμένο πρόσωπο πλαστότητα, στο συγκεντρωτικό σύστημα και πρέπει να προτείνεται κατά τη συζήτηση κατά την οποία για πρώτη φορά προσκομίζεται το έγγραφο, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1266/1980, ΝοΒ (1981), 559, ΕφΚρ 723/1991, Δ (1993), 685, Ι.Τέντες, ό.π.,, υπ’ άρθρο 461, 821). Αν, όμως, προβληθεί ο ισχυρισμός ότι ο διάδικος εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό έγγραφο και άρα διαπράττει το αυτοτελές έγκλημα του άρθρου 216 παρ. 2 ΠΚ, πρέπει να ισχύσουν αναλόγως όσα ορίζονται για την περίπτωση απόδοσης της πλαστογραφίας σε ορισμένο πρόσωπο (βλ. έτσι ΑΠ 1266/1980, ΝοΒ (1981), 553).
    Η άσκηση αυτοτελούς αγωγής αναγνώρισης πλαστότητας εγγράφου είναι παραδεκτή μόνο όταν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο (ΜονΠρΘεσ 654/1976, Αρμ (1977), 473, ΕφΛαρ 315/1975, Δ (1975), 751, ΕφΑθ 7798/1984, ΕλλΔνη (1985), 483, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 545-546. Βλ. όμως αντίθ. Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 87-88).

    Β) Εφοδιασμός του δικηγόρου με ειδική πληρεξουσιότητα
    Η υποχρέωση αυτή, για εφοδιασμό του δικηγόρου με ειδική πληρεξουσιότητα προκειμένου να προσβάλει έγγραφο ως πλαστό, προβλέπεται από το άρθρο 98 περ. β΄ ΚΠολΔ (ΑΠ 1643/1997, ΔΕΕ (1998), 401, ΕφΠατρ 341/2004, ΑχΝομ (2005), 255, ΕφΘεσ 2427/1992, Αρμ (1992), 1136). Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται και στην περίπτωση άσκησης αυτοτελούς αγωγής αναγνώρισης της πλαστότητας του εγγράφου (βλ. έτσι και ΑΠ 683/2013, ΧρΙΔ (2013), 683).
    Η υποχρέωση αυτή ερμηνεύεται από τη νομολογία με βάση το χαρακτήρα της ένστασης πλαστογραφίας ως ιδιόρρυθμου μέσου έναρξης της ποινικής δίωξης. Το άρθρο 98 ΚΠολΔ εκλαμβάνεται ως ειδικότερη ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 42 ΚΠοινΔ. Έτσι, η υποχρέωση αυτή αίρεται όταν το αδίκημα της πλαστογραφίας παραγράφηκε (ΕφΘεσ 1069/1977, Αρμ (1978), 490) ή όταν ο πλαστογράφος απεβίωσε (ΑΠ 350/1937, Θ (1938), 95) ή όταν υποβλήθηκε ήδη έγκληση/μήνυση ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου (ΑΠ 291/2002, ΝοΒ (2002), 1850, ΕλλΔνη (2003), 187, ΑΠ 7861/1974, ΝοΒ (1975), 192, ΝΔ (1975), 158, ΕφΑθ 7338/1998, αδημ. (παραπέμπεται από Ι.Τέντε, ό.π., υπ’ άρθρο 460, αριθ. 6, σελ. 820), ΕφΑθ 7048/1996, ΕλλΔνη (1997), 1669, ΕφΠειρ 955/1996, ΕΕμπΔ (1997), 71, ΕφΑθ 3317/1990, ΕλλΔνη (1991), 150, ΕφΙωαν 101/1982, ΕλλΔνη (1982), 412, ΕφΑθ 1652/1980, ΝοΒ (1980), 856).
    Ρήγμα στη δογματική ταύτιση της δυνάμενης να εκδηλώσει ποινικές συνέπειες ένστασης πλαστογραφίας με την υποχρέωση εφοδιασμού του πληρεξουσίου δικηγόρου με ειδική πληρεξουσιότητα, προκαλείται από την άποψη ότι η προϋπόθεση του άρθρου 98 ΚΠολΔ ισχύει και για τη μη αποδιδόμενη σε ορισμένο πρόσωπο ένσταση πλαστογραφίας (βλ. έτσι ΕφΘεσ 1709/1999, Αρμ (2000), 1196, ΕφΚρ 723/1991, Δ (1993), 625, ΕφΑθ 181/1983, Αρμ (1984), 463, ΕφΙωαν 101/1982, ΕλλΔνη (1982), 412, ΕφΑθ 9793/1981, ΕλλΔνη (1982), 66. Βλ. όμως αντίθ. Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 100).
    Θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα όταν παρίσταται στο δικαστήριο ο διάδικος και δώσει ειδική εντολή, που καταχωρείται στα πρακτικά (ΕφΑθ 3326/1984 (: μόνη η συμπαράσταση του διαδίκου δεν αρκεί), ΑρχΝ (1984), 536, ΕφΘεσ 1069/1977, Αρμ (1978), 460, ΜονΠρΧαλκ 391/1972 (: δεν αρκεί η απλή υπογραφή των προτάσεων από τον διάδικο), Αρμ (1972), 548, Δ (1972), 388). Μάλιστα, γίνεται δεκτό ότι η έλλειψη ειδικής πληρεξουσιότητας κατά την άσκηση της έφεσης, με το δικόγραφο της οποίας προτείνεται η ένσταση πλαστότητας, θεραπεύεται με την μεταγενέστερη, αναδρομικώς ενεργούσα, έγκριση της προβολής της ένστασης πλαστότητας, η οποία μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά από την αυτοπρόσωπη παράσταση στο ακροατήριο και τον διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου (βλ. έτσι ΕφΠατρ 341/2004, ΑχΝομ (2005), 255). Γενικότερα, γίνεται δεκτό ότι η έλλειψη της αναγκαίας πληρεξουσιότητας και κατ’ επέκταση το απαράδεκτο ή η ακυρότητα που προκαλεί, καλύπτονται αναδρομικά, αν ο διάδικος, που εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο χωρίς πληρεξουσιότητα, εγκρίνει στη συνέχεια τις μέχρι τότε πράξεις του δικηγόρου, η έγκριση δε αυτή μπορεί να είναι και σιωπηρή, συναγόμενη από τη νόμιμη παράσταση του διαδίκου σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, χωρίς επιφύλαξη ως προς το κύρος των προηγούμενων πράξεων και μάλιστα αδιάφορα αν παρίσταται με τον ίδιο ή άλλο δικηγόρο, αφού η έγκριση αφορά τις πράξεις και όχι το πρόσωπο (βλ. έτσι και ΑΠ 683/2013, ΧρΙΔ (2013), 683).

    Γ) Υποχρέωση προαπόδειξης
    Η υποχρέωση αυτή καλύπτει και τα δημόσια και τα ιδιωτικά έγγραφα (ΑΠ 1798/2006, ΧρΙΔ (2007), 147, ΑΠ 1047/1993, ΕλλΔνη (1994), 1574, ΕφΛαρ 368/2002, ΕλλΔνη (2004), 526, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 548).
    Η διαδικαστική ταύτιση της ένστασης πλαστογραφίας με την έγκληση/μήνυση δεν γίνεται δεκτή σε σχέση με την καθιερούμενη από το άρθρο 463 ΚΠολΔ υποχρεωτική προαπόδειξη του ισχυρισμού της πλαστότητας. Δηλαδή, δεν καλύπτεται η έλλειψη της πιο πάνω προϋπόθεσης για το παραδεκτό του περί πλαστότητος ισχυρισμού από την υποβολή μήνυσης και την αναφορά σ’ αυτή των αποδεικτικών της πλαστότητος εγγράφων και μαρτύρων (βλ. έτσι ΑΠ 470/1972, ΝοΒ (1972), 1289, ΕφΑθ 631/1999, ΕλλΔνη (1999), 1621, ΕφΠειρ 1157/1996, ΕλλΔνη (1997), 892). Οι μάρτυρες (και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα) θα πρέπει να κατονομάζονται ειδικά για την απόδειξη της πλαστογραφίας (ΕφΠειρ 361/1999, ΕΕμπΔ (2000), 323).
    Η υποχρέωση προαπόδειξης του άρθρου 463 ΚΠολΔ ισχύει ανεξάρτητα από το εάν κατονομάζεται ή όχι ο πλαστογράφος, δηλαδή τόσο στις περιπτώσεις του άρθρου 461 ΚΠολΔ όσο και σε εκείνες του άρθρου 464 ΚΠολΔ (ΑΠ 1798/2006, ό.π., ΕφΑθ 6923/1994, ΕΕμπΔ (1995), 247, ΕφΘεσ 466/1990, Αρμ (1991), 382, ΕφΑθ 3028/1981, Αρμ (1981), 569, ΕφΑθ 9793/1981, ΕλλΔνη (1982), 66, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 542. Βλ. όμως αντίθ. Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 102, ο οποίος θεωρεί ότι η υποχρέωση του άρθρου 463 ΚΠολΔ πρέπει να καλύπτει μόνο εκείνες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατονομάζεται ο πλαστογράφος).
    Για την απόδειξη της πλαστότητας επιτρέπονται όλα τα αποδεικτικά μέσα, ακόμη και η εξέταση των διαδίκων (ΕφΘεσ 1709/1999, Αρμ (2000), 1196). Επίσης, η απόδειξη της πλαστότητας όχι μόνο στις ειδικές διαδικασίες, αλλά και στην τακτική διαδικασία μπορεί να γίνει και με μάρτυρες, αφού ο περιορισμός του εμμάρτυρου μέσου αφορά μόνο τις περιπτώσεις του άρθρο 393 ΚΠολΔ (βλ. και Γ.Νικολόπουλο, ό.π., σελ. 316, σημ. 195).
    Το άρθρο 463 ΚΠολΔ (υποχρεωτική προαπόδειξη πλαστότητας) είναι ενταγμένο στο κεφάλαιο της αποδείξεως και συνιστά μόνο κανόνα αποδεικτικής διαδικασίας. Ο περιορισμός που τάσσεται απ’ αυτόν δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κήρυξης του εγγράφου ως πλαστού. Για το λόγο αυτό η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή υποχρέωση έχει εφαρμογή μόνο όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ’ ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή. Όταν, όμως, πρόκειται για αναγνωριστική αγωγή πλαστότητας που εισάγεται με αυτοτελές δικόγραφο και δεν φέρει χαρακτήρα παρεμπίπτουσας αγωγής, δεν δικαιολογείται η εξαιρετική και περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 463 ΚΠολΔ, αλλά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 216, 270, 341 ΚΠολΔ (βλ. ολΑΠ 23/1999, ΕλλΔνη (2000), 29, ΑΠ 291/2002, ΝοΒ (2002), 1850 επ., ΕλλΔνη (2003), 187, ΕφΛαρ 368/2002, ΕλλΔνη (2004), 526, ΕφΑθ 3320/2000, ΕλλΔνη (42), 493, Π.Αρβανιτάκη, προϋποθέσεις παραδεκτού της κύριας αγωγής περί πλαστότητας, γνωμ., ΕλλΔνη (2000), σελ. 15-18), ενώ το ίδιο γίνεται δεκτό και όταν ο περί πλαστότητας ισχυρισμός προτείνεται με λόγο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής (ΑΠ 738/2006, ΝοΒ (2007), 883, ΑΠ 922/2002, ΕλλΔνη (2003), 1352, ΕφΘεσ 1038/2008, Αρμ (2009), 389, ΕφΠατρ 1480/2006, ΑχΝομ (2007), 485, ΕφΑθ 3320/2000, ΕλλΔνη (2001), 493, Ν.Νίκας, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 548, Γ.Νικολόπουλος, ό.π., σελ. 317∙ βλ. όμως αντίθ. ΕφΛαρ 368/2002 (: που δέχθηκε περαιτέρω ότι μεταγενέστερη της άσκησης της ανακοπής συμπλήρωση του περί πλαστότητας ισχυρισμού, με αναφορά και προσκομιδή αποδεικτικών μέσων κατά τη συζήτηση της ανακοπής, δεν αίρει το απαράδεκτο του περί πλαστότητας ισχυρισμού), ΕλλΔνη (2004), 526, ΕφΑθ 1541/2000, ΕλλΔνη (2000), 1687, ΕφΘεσ 466/1990, Αρμ (1991), 382 (με παρατ. Π.Αρβανιτάκη)).

    Απαράδεκτη προβολή ένστασης πλαστότητας-πότε ερευνάται ως άρνηση γνησιότητας
    Αν ο ισχυρισμός περί πλαστότητας ενός εγγράφου δεν προβλήθηκε παραδεκτά, π.χ. διότι ο δικηγόρος του διαδίκου δεν είχε εφοδιαστεί με ειδικό πληρεξούσιο ή διότι δεν προσκομίζονται τα έγγραφα και δεν αναφέρονται οι μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν την πλαστότητα, πρέπει να ερευνηθεί από το δικαστήριο ο εμπεριεχόμενος εννοιολογικά σ’ αυτόν έλασσων ισχυρισμός της άρνησης της γνησιότητας του εγγράφου. Εννοείται, βέβαια, ότι το αποτέλεσμα αυτό ισχύει μόνο όταν η ένσταση πλαστότητας αφορούσε την γνησιότητα (δηλ. την υπογραφή) ιδιωτικού εγγράφου. Δεν ισχύουν, όμως, τα προαναφερόμενα αν η πλαστότητα αφορά στο περιεχόμενο του εγγράφου ή αν σχετίζεται με δημόσιο έγγραφο. Για το ζήτημα αυτό στα πλαίσια των πιστωτικών τίτλων βλ. π.π., την αντίστοιχη παράγραφο.


ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ
ΓΝΗΣΙΟΤΗΤΑ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ (457 ΚΠΟΛΔ)    ΠΛΑΣΤΟΤΗΤΑ-ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ (460 ΚΠΟΛΔ)
Αφορά την προέλευση των ιδιωτικών εγγράφων από τον φερόμενο εκδότη, δηλαδή μόνο την υπογραφή.     Αφορά τόσο την προέλευση όσο και το ανόθευτο του περιεχομένου τόσο των ιδιωτικών όσο και των δημοσίων εγγράφων (ειδικά για τα ιδιωτικά έγγραφα αφορά πάντα το ανόθευτο του περιεχομένου, ενώ την προέλευσή του μόνο αν αυτή αποδείχθηκε με την επισφαλή διαδικασία της παραβολή (άρθρο 459 ΚΠολΔ) και όχι αν η απόδειξη έγινε με μάρτυρες, όρκο, ομολογία, ούτε εάν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή κατ’ άρθρο 452 παρ.2 ΚΠολΔ αναγνώριση της γνησιότητας (βλ. πάντως αντίθ. γνώμη Π.Αρβανιτάκη, ότι ο αποκλεισμός πρέπει να περιοριστεί μόνο στη ρητή αναγνώριση). Επί δημοσίων εγγράφων η ένσταση πλαστότητας μπορεί να αφορά την εκ μέρους του συντάκτη-εκδότη τους βεβαίωση ψευδών γεγονότων (διανοητική πλαστογραφία).
Ο σχετικός ισχυρισμός συνιστά άρνηση και το βάρος απόδειξης της γνησιότητας φέρει αυτός που προσκομίζει το έγγραφο (εξαίρεση στους πιστωτικούς τίτλους, όπου αντιμετωπίζεται ως ένσταση).     Αποτελεί πάντοτε ένσταση και το βάρος απόδειξης της πλαστότητας φέρει αυτός που την επικαλείται.
Προτείνεται «αμέσως» κατά τη συζήτηση που προσκομίζεται το έγγραφο.     Προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης μόνο όταν κατονομάζεται πλαστογράφος (εξαίρεση: όταν δεν είναι υποκειμενικά ή αντικειμενικά δυνατή η δίωξη του δράστη, π.χ. παραγραφή του εγκλήματος, θάνατος του δράστη).
Αρκεί η γενική πληρεξουσιότητα.     Απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα, εκτός αν υποβλήθηκε έγκληση, ή παραγράφηκε το έγκλημα ή αποβίωσε ο δράστης. Ως ειδική πληρεξουσιότητα νοείται και η παράσταση του διαδίκου και η δήλωσή του-εντολή που καταχωρίζεται στα πρακτικά (δεν αρκεί απλή συμπαράσταση ή συνυπογραφή των προτάσεων).
    Υποχρέωση προαπόδειξης.

(Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών)


Σχόλια