ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΤΗΤΑ - ΑΠ 113/2017 - του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή ... 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. ..... υπέρμετρων μειώσεων (βλ. την εισηγητική έκθεση του ν.4047/2012) ορίσθηκε με

ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
Αριθμός 113/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.....


Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ... (...Ξ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Γιαλάογλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Α. του Κ., 2)Η. Α. του Χ., 3)Χ. Α. του Π., 4)Χ. Α. του Π., 5)Σ. Α. του Ρ., 6)Ν. Α. του Δ., 7)Σ. Α. Χ. του Μ., 8)Ν. Β. του Θ., 9)Θ. Β. του Α., 10)Α. Β. του Σ., 11)Κ. Β. του Α., 12)Κ. Γ. του Δ., 13)Δ. Γ. του Κ., 14)Γ. Γ. του Δ., 15)Ν. Δ. του Ι., 16)Γ. Δ. του Χ., 17)Α. Δ. του Ι., 18)Σ. Δ. του Α., 19)Ν. Δ. του Σ., 20)Δ. Ε. του Α., 21)Η. Ζ. του Α., 22)Κ. Ζ. του Γ., 23)Σ. Θ. του Μ., 24)Χ. Θ. του Ν., 25)Μ. Θ. του Χ., 26)Α. Ι. του Κ., 27)Α. Ι. του Δ., 28)Γ. Κ. του Α., 29)Σ. Κ. του Κ., 30)Σ. Κ. του Κ., 31)Α. Κ. του Ε., 32)Ε. Κ. του Π., 33)Γ. Κ. του Α., 34)Π. Κ. του Ε., 35)Χ. Κ. του Ι., 36)Γ. Κ. του Δ., 37)Θ. Κ. του Κ., 38)Δ. Κ. του Σ., 39)Ι. Κ. του Σ., 40)Α. Κ. του Κ., 41)Γ. Κ. του Α., 42)Π. Λ. του Α., 43)Δ. Λ. του Ι., 44)Μ. Λ. του Γ., 45)Α. Λ. του Κ., 46)Ν. Μ. του Χ., 47)Α. Μ. του Ε., 48)Ρ. Μ. του Ν., 49)Ν. Μ. του Π., 50)Δ. Μ. του Γ., 51)1, 52)Ν. Μ. του Δ., 53)Φ. Μ. του Σ., 54)Μ. Μ. του Κ., 55)Σ. Μ. του Γ., 56)Π. Μ. του Γ., 57)Κ. Μ. του Χ., 58)Σ. Μ. του Ν., 59)Σ. Μ. του Λ., 60)Ι. Μ. του Ι., 61)Β. Μ. του Ι., 62)Σ. Μ. του Ι., 63)Α. Μ. του Ν., 64)Γ. Μ. του Α., 65)Β. Μ. του Ι., 66)Ι. Μ. του Χ., 67)Θ. Ν. του Μ., 68)Ε. Ξ. του Σ., 69)Ε. Π. του Β., 70)Μ. Π. του Ε., 71)Γ. Π. του Ι., 72)Α. Π. - Α. του Σ., 73)Α. Π. του Α., 74)Σ. Π. του Δ., 75)Κ. Π. του Ι., 76)Ε. Π. του Σ., 77)Μ. Χ. Ρ. του Τ., 78)Ν. Σ. του Κ., 79)Ζ. Σ. του Γ., 80)Σ. Σ. του Γ., 81)Γ. Σ. του Π., 82)Κ. Σ. του Ν., 83)Γ. Σ. του Α., 84)Μ. Σ. του Δ., 85)Ι. Σ. του Σ., 86)Χ. Τ. του Κ., 87)Ι. Τ. του Ε., 88)Χ. Τ. του Ν., 89)Δ. Τ. του Α., 90)Β. Τ. του Λ., 91)Ν. Τ. του Γ., 92)Γ. Τ. του Γ., 93)Σ. Τ. του Α., 94)Α. Τ. του Θ., 95)Κ. Τ. του Γ., 96)Κ. Χ. του Σ., 97)Γ. Χ. του Δ., 98)Κ. Χ. του Δ., 99)Π. Χ. του Μ., 100)Θ. Χ. του Γ., 101)Σ. Χ. του Μ., 102)Α. Χ. του Δ., 103)Γ. Χ. του Ν., και 104)Γ. Ψ. του Δ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον .

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ των αναιρεσιβλήτων (91 εκ των 104): ... της Χώρας. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Π. Δ. και διόρισε πληρεξούσιους δικηγόρους της............ οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/10/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων (πλην των 29ου, 32ης, 36ης, 42ης, 44ης, 45ης, 48ης, 52ου, 53ης, 58, 75ου, 81ου και 86ου) που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκε με τις προφορικά ασκηθείσες υπέρ των αναιρεσιβλήτων, πρόσθετες παρεμβάσεις α)Επιχειρηματικού Σωματείου Εργαζομένων ... και β)....

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 139/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση με την από 17/7/2015 αίτησή του.

Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 19/10/2016 παρέμβασή της προς το δικαστήριο τούτο, ζήτησε όσα αναφέρονται σ’ αυτή. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 11/2/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.



ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 3 και 104 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα :α) στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και γ) αν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται με πληρεξούσιο δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας που απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικά απών. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη. Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στην οποία προστέθηκε δεύτερο εδάφιο με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, ‘‘ Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς’ ‘ . Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας όλοι οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Αθηνών Απόστολο Παπακωνσταντίνου, ως πληρεξούσιο αυτών, κατά τη δήλωσή του. Πλην, όμως, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, δεν αποδεικνύεται χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τον ανωτέρω δικηγόρο εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων Ν. Δ., Μ. Θ., Α. Μ., Β. Μ., Ε. Π., Γ. Σ., Α. Τ., Κ. Χ. και Σ. Χ. με κάποιο νόμιμο τρόπο, αφού δεν προσκομίζεται σχετική συμβολαιογραφική πράξη, ούτε έγινε παράσταση αυτών ενώπιον του ακροατηρίου και σχετική δήλωση στα πρακτικά, ώστε να προκύπτει ότι παρείχαν στον ως άνω παραστάντα δικηγόρο την εντολή και πληρεξουσιότητα να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Συνακόλουθα, οι προαναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι είναι δικονομικά απόντες. Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, εφόσον δεν προσκομίζεται αποδεικτικό επιδόσεως προς τους πιο πάνω αναιρεσίβλητους της αίτησης αναίρεσης για την αρχική δικάσιμο της 23-2-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής για τη δικάσιμο της 25-10-2016, ή έστω κλήση αυτών για την τελευταία. Ούτε, τέλος, γίνεται οποιαδήποτε μνεία περί όλων αυτών στα έγγραφα σημειώματα - προτάσεις που κατέθεσαν οι διάδικοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Επομένως, δεδομένου ότι δεν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς.

2. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 622 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το νόμο 4335/2015, στις εργατικές διαφορές αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση και να παρέμβουν σε κάθε δίκη που αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή συλλογικής σύμβασης εργασίας στην οποία μετέχουν ή διάταξης που εξομοιώνεται προς τις διατάξεις τέτοιας συλλογικής σύμβασης, για την προστασία του συλλογικού συμφέροντος που παρουσιάζει η έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση, ανεξάρτητα από τα αν γίνεται εκούσια ή ύστερα από προσεπίκληση ή ανακοίνωση, ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους. Tέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 274 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), αν εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, τότε: α) αν δεν λάβουν μέρος κανονικά στη δίκη και οι δύο αρχικοί διάδικοι ή ο αντίδικος εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση ερήμην εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 271 και 272, β) αν δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη μόνο εκείνος υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση ερήμην του μεταξύ εκείνου που άσκησε την παρέμβαση και του αντιδίκου εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση’ ‘ . Στην προκείμενη περίπτωση, η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία ... όλης της χώρας’ ‘ (...), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσιβλήτων με το από 19-10-2016 ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 19-10-2016, επικαλούμενη για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός της, ότι είναι μέλος αυτής η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία ‘ ‘ Σωματείο Εργαζομένων στη ...‘ ‘ , της οποίας μέλη τυγχάνουν όλοι οι υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση, ενώ, περαιτέρω, τα νομικά ζητήματα που τίθενται στην παρούσα δίκη αφορούν το σύνολο των εργαζομένων στις ..., τους οποίους εκπροσωπεί. Η εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους Ν. Δ., Μ. Θ. Α. Μ., Β. Μ., Ε. Π., Γ. Σ., Α. Τ., Κ. Χ. και Σ. Χ., οι οποίοι, όπως προεκτέθηκε, δεν εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και θεωρούνται δικονομικά απόντες, Επομένως, ως προς αυτούς πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της πρόσθετης παρέμβασης, ενώ κατά τα λοιπά αυτή είναι τυπικά παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 31 παρ. 1, 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

3. Με το άρθρο 1 § 1 του ν. 1069/ 1980 ‘ ‘ Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως’ ‘ (Α’ 191) προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο, λειτουργούν με τη μορφή δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης και διέπονται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους καθώς και τις πηγές της χρηματοδότησής τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα. Οι επιχειρήσεις αυτές ύδρευσης και αποχέτευσης, διαθέτουν πλήρη νομική, διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, έναντι και αυτού του αντίστοιχου Δήμου, καθόσον ειδικότερα με τις επιμέρους ρυθμίσεις του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: α) η δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης, αποτελούσα, κατά τα προαναφερθέντα, αυτοτελές ΝΠΙΔ, διοικείται από ίδιο Διοικητικό Συμβούλιο (άρθρο 3 παρ.1), β) με Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας, που συντάσσεται με απόφαση του ΔΣ της επιχείρησης και εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, καθορίζεται η οργάνωση, η σύνθεση και η αρμοδιότητα των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού της, το οποίο συνδέεται με την επιχείρηση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανάλογα προς τις ανάγκες της επιχείρησης, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων αυτού κατά ομάδες ειδικοτήτων και ανάλογα με τη βαθμίδα εκπαίδευσης, οι αποδοχές, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης και απόλυσης και το αρμόδιο προς τούτο όργανο (άρθρο 7 παρ.1 και 2), γ) η επιχείρηση έχει ιδία περιουσία και δικούς της πόρους (άρθρα 8 και 10), δ) η οικονομική διαχείριση της επιχείρησης ενεργείται με βάση δικό της προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, έχει δε η επιχείρηση δική της, αυτοτελή, ταμειακή υπηρεσία και διατάκτης αυτής είναι ο Γενικός Διευθυντής σε σύμπραξη με τον προϊστάμενο των οικονομικών υπηρεσιών της επιχείρησης (άρθρο 17 παρ.1), ε) τα σχετικά με τη λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τις γενικής παραδοχής λογιστικές και οργανωτικές αρχές, ρυθμίζονται κάθε φορά με κανονισμούς που συντάσσονται και ψηφίζονται από το ΔΣ της επιχείρησης και ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο (άρθρο 21 παρ.1). Περαιτέρω, ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006, Α’ 114), στο άρθρο 252 και υπό τον τίτλο ‘ ‘ Επιχειρήσεις Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης’ ‘ , ορίζει ότι : ‘ ‘ 1) Οι Δήμοι ...μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις ΟΤΑ, σύμφωνα με τις παρακάτω ρυθμίσεις ...4. Επιχειρήσεις ΟΤΑ που συνιστώνται βάσει ειδικών διατάξεων νόμου, οι οποίες διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους, αποτελούν αντίστοιχες επιχειρήσεις ΟΤΑ ειδικού σκοπού. 5. Οι επιχειρήσεις των προηγουμένων παραγράφων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.....’ ‘ , στο άρθρο 255 παρ. 1 ότι ‘ ‘ Οι κοινωφελείς επιχειρήσεις διοικούνται από διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από επτά (7) έως έντεκα (11) μέλη, τα οποία ορίζονται μαζί με τους αναπληρωτές τους από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο...’ ‘ , στο άρθρο 256 ορίζει ότι ‘ ‘ Οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης εγκρίνονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, αν αυτές αφορούν: α. Την ψήφιση του προϋπολογισμού, του ισολογισμού και της έκθεσης πεπραγμένων, β. Την αγορά ή εκποίηση ακινήτων, γ. τη διάθεση καθαρών κερδών ή τη διενέργεια επενδύσεων, δ. Την αύξηση του κεφαλαίου της επιχείρησης, ε. Τη συγχώνευση ή λύση της επιχείρησης, στ. Τη σύναψη δανείων..., ενώ στο άρθρο 257 παρ.1 αυτού ορίζεται ότι ‘ ‘ Το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης συντάσσει υποχρεωτικά τους ακόλουθους κανονισμούς: α. Εσωτερικό Κανονισμό Υπηρεσιών, με τον οποίο καθορίζονται η οργάνωση, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των επιχειρήσεων, οι θέσεις του προσωπικού κατά ειδικότητα, καθώς και το ανώτατο όριο αυτού, β. Κανονισμό Προσωπικού, γ. Κανονισμό Οικονομικής Διαχείρισης. Περαιτέρω, στο άρθρο 259 παρ. 1 του ΔΚΚ ορίζεται ότι ‘ ‘ Η δημοτική επιχείρηση είναι δυνατόν να χρηματοδοτείται από τον οικείο δήμο για τις δραστηριότητές της, μετά από σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του...’ ‘ και, τέλος, στο άρθρο 260 παρ. 1, 3 και 5 αντίστοιχα ότι ‘ ‘ Η Διαχείριση των κοινοτικών επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητος από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική Διαχείριση’ ‘ , ‘ ‘ Η έγκριση του προϋπολογισμού της επιχείρησης από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός μηνός από την ψήφιση του προϋπολογισμού του οικείου ΟΤΑ’ ‘ και ‘ ‘ Ο δήμος ή η Κοινότητα δεν ευθύνεται για οφειλές ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις είχε αναλάβει η επιχείρηση έναντι τρίτων...’ ‘ . Εξάλλου, οι ... τόσο κατά το ευρωπαϊκό όσο και κατά το εθνικό δίκαιο δεν ανήκουν στο Κράτος ή στο Δήμο, δεν επιχορηγούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό και σε κάθε περίπτωση δεν συγκαταλέγονται στους φορείς της ‘ ‘ Γενικής Κυβέρνησης’ ‘ . Ειδικότερα, με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (Α’ 141) προστέθηκε άρθρο 1Β στο ν. 2362/1995 (Α’ 247) περί Δημοσίου Λογιστικού, με το οποίο, ορίσθηκαν τα εξής: ‘ ‘ 1. Δημόσιος τομέας: περιλαμβάνει τη Γενική Κυβέρνηση και τις δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3, καθώς και τους δημόσιους οργανισμούς, κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (Α’ 314). 2. Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, πρώτου και δεύτερου βαθμού (ΟΤΑ) και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ). 3. Κεντρική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Διοίκηση και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ελέγχονται και χρηματοδοτούνται κυρίως από την Kεντρική Διοίκηση, εκτός ΟΤΑ και ΟΚΑ. 4. Κεντρική Διοίκηση ή Δημόσιο ή Κράτος: περιλαμβάνει την προεδρία της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία και τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και τις Ανεξάρτητες Αρχές...’ ‘ . Εξάλλου, με το άρθρο 50 παρ. 1εδ. α’ του ν. 3943/2011 (Α’ 66) προστέθηκε στην παράγραφο 2 του άρθρου 1Β του άνω νόμου 2362/1995 τελευταίο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο ‘ ‘ Αναλυτικά τα νομικά πρόσωπα που περιλαμβάνονται στην Κεντρική Κυβέρνηση, τους ΟΤΑ και τους ΟΚΑ προσδιορίζονται από το Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής’ ‘ . Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι φορείς που περιλαμβάνονται στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης καθορίζονται κατ’ αρχήν από το νόμο. Για την κατάταξη, όμως, ενός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης απαιτείται προηγούμενη κρίση σχετικά με τη συνδρομή των τασσόμενων στις οικείες διατάξεις κριτηρίων. Δηλαδή, προκειμένου να υπαχθεί ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης, εξετάζεται αν το εν λόγω πρόσωπο ελέγχεται και χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο από την Κεντρική Διοίκηση (Ολ ΣΤΕ 3404/2014, ΣΤΕ 2497/2013).

Συνεπώς, οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης, που αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, διαθέτοντας ίδια διοίκηση, ανεξάρτητη ταμειακή υπηρεσία και ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, με βάση τον οποίο γίνεται η οικονομική διαχείρισή τους, ίδια περιουσία και δικούς τους πόρους, ανεξάρτητη και αυτοτελή εσωτερική οργάνωση και λειτουργία με βάση κανονισμούς που συντάσσονται από τα όργανα διοίκησης αυτών, δεν υπάγονται στην κατηγορία των ΟΤΑ, ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από τον οποίο αντιθέτως ρητά εξαιρούνται (ΑΠ 2063/2014, 15/2013, 1675/2010, 1584/2010), ούτε ελέγχονται από την Κεντρική Διοίκηση, κατά την έννοια των σχετικών ορισμών του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εθνικών και Περιφερειακών Λογαριασμών της Κοινότητας, στους οποίους παραπέμπουν και οι διατάξεις του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει κανένα από τα δύο σωρευτικά τιθέμενα στις οικείες διατάξεις κριτήρια για την κατάταξή τους από την ΕΛΣΤΑΤ στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης και την ένταξή τους στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης. Περαιτέρω, ο ν.4024/2011 ‘ ‘ Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015’ ‘ (Α’ 226), ορίζει στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού και υπό τον τίτλο ‘ ‘ Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α’ και Β’ βαθμού και άλλων φορέων του Δημόσιου Τομέα και συναφείς διατάξεις’ ‘ , τα εξής: στο άρθρο 4 ότι ‘ ‘ Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ)... (παρ. 1). Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου... εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17 (παρ. 2). Στο άρθρο 6 ότι: ‘ ‘ 1. Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης-Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ)- κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, ως εξής: Βαθμός Α, Βαθμός Β, Βαθμός Γ, Βαθμός Δ, Βαθμός Ε, Βαθμός ΣΤ. 2.... 3. Εισαγωγικός βαθμός για όλες τις κατηγορίες εκπαίδευσης προσωπικού είναι ο Βαθμός ΣΤ ... και καταληκτικός ο Βαθμός Α για την ΠΕ και ΤΕ κατηγορία, ο Βαθμός Β για την ΔΕ κατηγορία και ο Βαθμός Γ για την ΥΕ κατηγορία’ ‘ . Εξάλλου, στο άρθρο 12 του νόμου αυτού καθορίζεται το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του άρθρου 4 και στο άρθρο 14 καθορίζονται οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου. Περαιτέρω, στο άρθρο 29 παρ. 2 του ίδιου νόμου , όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ. 3 της ΠΝΠ 16/16-12-2011 (Α’ 262), ορίζεται ότι ‘ ‘ Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: α)..... Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής: α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου. 3. ....4. Τα θέματα του Κεφαλαίου αυτού δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων’ ‘ . Εξάλλου, στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο ‘ ‘ Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα’ ‘ , ορίζονται τα ακόλουθα: ‘ ‘ 1. α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους... εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους... β) Το ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβής προσωπικού εφαρμόζεται και στις δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς και ανώνυμες εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β` του ν. 3429/2005, καθώς και στις θυγατρικές τους, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις... 2. ... 3. Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ` εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο.... 4. Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα ... Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%." (το τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 προστέθηκε με την παρ.4 του άρθρου 1 της από 31.12.2011 Π.Ν.Π (Α’ 268). 5... 6. .. 7. Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζόμενους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29. 8.... 9. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας, που καθορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν τα ανώτατα κατά περίπτωση όρια που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους’ ‘ . Τέλος, στο άρθρο 32 παρ. 4 ορίζεται ότι ‘ ‘ Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1-11-2011’ ‘ . Περαιτέρω, ενόψει του διέποντος το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με την επωνυμία ‘ ‘ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ...‘ ‘ νομοθετικού πλαισίου, για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω, πρόδηλο κατά αρχάς είναι ότι, ανεξαρτήτως της μη τακτικής επιχορήγησής του από το δημοτικό προϋπολογισμό, που δεν τάσσεται από το νόμο σωρευτικά με τις λοιπές προϋποθέσεις, το αναιρεσείον ΝΠΙΔ συγκαταλέγονταν στα ΝΠΙΔ της υποπαραγράφου 1α του άρθρου 31 του ν.4024/2011, αφού: α) επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενο στην παροχή ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών, β) τα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου ορίζονται από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου ... και γ) τελεί υπό την εποπτεία του τελευταίου και του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Ως εκ τούτου, υπό το καθεστώς του νόμου αυτού, οι αποδοχές του προσωπικού της Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης ... εξαιρέθηκαν μεν της εφαρμογής του μισθολογίου που καθιερώθηκε για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, υπήχθησαν, όμως, από 1-11-2011, σε διπλό περιορισμό ανωτάτου ορίου, με κριτήρια αφενός την κατηγορία εκπαίδευσης, σε συνάρτηση με τις αποδοχές που προέβλεπε για κάθε κατηγορία το μισθολόγιο, αφετέρου το μέσο μισθολογικό κόστος, το οποίο δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των 1900 ευρώ το μήνα, ούτε, όπως εσπευσμένα και με σκοπό την αποτροπή υπέρμετρων μειώσεων (βλ. την εισηγητική έκθεση του ν.4047/2012) ορίσθηκε με την από 31-12-2011 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, αντιστοίχως προς τα εξ αρχής ισχύοντα για τις εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά ( χρηματιστήριο) εταιρείες του Δημοσίου, για τις οποίες προνοεί η υποπαράγραφος 1β του ίδιου ως άνω άρθρου- το 65% του μέσου κατά κεφαλή κόστους της 31-12-2009. Προβλέφθηκε δε, κατ’ αναλογία των σχετικώς οριζομένων στο άρθρο 29 για τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, σύγκριση των νέων αποδοχών των μισθωτών της με εκείνες που ελάμβαναν κατά τον προηγούμενο της θέσης σε ισχύ του προαναφερόμενου περιορισμού μήνα, δηλαδή τον Οκτώβριο του έτους 2011 και συντρεχούσης περίπτωσης, άμεση περικοπή έως και του 25% αυτών, με την τυχόν επιπλέον μείωση, που συνεπαγόταν ο περιορισμός, να κατανέμεται σε ισόποσες μεταξύ τους περικοπές την 1-11-2012 και την 1-11-2013. Τέλος, κατ’ εφαρμογή του ν.4046/2012 ‘ ‘ Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.) της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας’ ‘ ( Α’ 28) και στο πλαίσιο του εκεί τεθέντος στόχου της επίτευξης, με δημοσιονομικές παρεμβάσεις, πρωτογενούς πλεονάσματος της Γενικής Κυβέρνησης, που θα επέτρεπε τη σταθεροποίηση, σε πρώτη φάση, και τη μείωση, στη συνέχεια, του δημοσίου χρέους, εκδόθηκε ο ν.4093/2012 ‘ ‘ Έγκριση Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016- Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν.4046/2012 και του Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής στρατηγικής 2013-2016’ ‘ ( Α’ 222), ο οποίος στην παράγραφο Γ’ υποπαράγραφο Γ.1. ‘ ‘ Ρυθμίσεις Θεμάτων Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής’ ‘ του άρθρου πρώτου ορίζει ότι 1. ...2 ‘ ‘ Αναστέλλεται μέχρι 31-12-2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β’ του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011(Α’ 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31-10-2012’ ‘ ... 3....12 ‘ ‘ Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους... Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2’ ‘ . Με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α’ 176/16-12-2015) προστέθηκε στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ’ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 νέο εδάφιο, το οποίο έχει ως εξής ‘ ‘ Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύει από 1-1-2013’ ‘ . Όσον αφορά τη διάταξη αυτή, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Το άρθρο 2 του ΑΚ εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, που αποβλέπει στην κατά το δυνατό βεβαιότητα των δικαιωμάτων, στην ασφάλεια των συναλλαγών και στη σταθερότητα δικαίου, η οποία (αρχή) όμως δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη αυτή δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ. Επομένως, ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται, κατ’ αρχήν, να προσδώσει στο νόμο αναδρομική δύναμη, με περιορισμό στη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευόμενων δικαιωμάτων. Στο νόμο δε μπορεί να δοθεί αναδρομική δύναμη ρητά ή σιωπηρά (έμμεσα), όταν, δηλαδή, από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος. Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στα άρθρα 7 παρ. 1 και 78 παρ 2 του Συντάγματος. Από την απόλυτη απαγόρευση στο Σύνταγμα της αναδρομικότητας αυτών των κατηγοριών νόμων συνάγεται ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί, όμως, να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος, καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν με το ν.δ. 53/1974. Ο νομοθέτης δεν μπορεί, σε κάθε περίπτωση, ενόψει των παραπάνω συνταγματικών διατάξεων, με την ευκαιρία τέτοιων αναδρομικών ουσιαστικών ρυθμίσεων, να θεσπίζει απόσβεση των απαιτήσεων που απορρέουν από τις ρυθμίσεις αυτές, εφόσον γι’ αυτές έχουν εκδοθεί τελεσίδικες αποφάσεις δικαστηρίων ή υπάρχουν εκκρεμείς δίκες ενώπιον του αναιρετικού δικαστηρίου, ούτε μπορεί να καταργεί τις δίκες αυτές, διότι άλλως θα αφαιρείτο η διαφορά από το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου είναι εκκρεμής, κατά παράβαση του άρθρου 26 του Συντάγματος, θα παραβιαζόταν η αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων, καθώς και η αρχή της ισότητας των όπλων που διαθέτουν οι διάδικοι και θα ευνοείτο ο ένας απ’ αυτούς, συνήθως ο φορέας της δημόσιας εξουσίας (Ολ ΣΤΕ 3368/2015, ΑΠ 1127/2006). Επομένως, η προαναφερόμενη διάταξη δεν μπορεί να τύχει αναδρομικής εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, πρωτίστως διότι έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της κρινόμενης διαφοράς και ήδη αυτή εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Έτσι, με τις προμνησθείσες διατάξεις, ως προς μεν τους εξ αρχής υπαχθέντες στο μισθολόγιο του ν.4024/2011 υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, ανεστάλησαν έως τις 31-12-2016 οι περαιτέρω (πλέον του 25%, σε σύγκριση με εκείνες του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2011) περικοπές αποδοχών, που τυχόν συνεπάγονταν, κατά τα οριζόμενα στον ίδιο νόμο, η εφαρμογή του μισθολογίου αυτού. Εξ ετέρου, όμως, από 1-1-2013 υπήχθη στο μισθολόγιο του στενού δημόσιου τομέα, από το οποίο μέχρι τότε εξαιρείτο, και το προσωπικό των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης, με συνέπεια, όχι μόνο την άρση του ορίου της συνολικής μείωσης έως του 65% των αποδοχών της 31-12-2009, το οποίο λίγους μήνες νωρίτερα είχε ο νομοθέτης εισαγάγει, αλλά και την εφεξής κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό των αποδοχών της συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών, που καταλαμβάνονται πλέον από τη ρύθμιση της παραγράφου 4 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011. Εν όψει των προεκτεθέντων, εφόσον ο νομοθέτης δεν διακρίνει ειδικότερα και ενόψει του ότι οι ως άνω ρυθμίσεις επιφέρουν, μονομερώς, μείωση των καταβαλλόμενων αποδοχών, χωρίς αντίστοιχη μείωση της παροχής εργασίας, συνιστούν κατ’ αρχήν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης, εισάγουν εξαιρετικό δίκαιο και δεν χωρεί διασταλτική ερμηνεία τους. Ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αναστολή της υπερβάλλουσας μείωσης καταλαμβάνει τόσο τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, στους οποίους η συγκεκριμένη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 εφαρμοζόταν ευθέως, όσο και τους εργαζομένους των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης, στους οποίους εφαρμοζόταν έως τις 31-12-2012 αναλόγως (άρθρο 31 παρ. 7 του ν. 4024/2011), ενώ από την 1-1-2013 η ίδια διάταξη εφαρμόζεται ευθέως, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να έχουν υποστεί ήδη τις αντίστοιχες μειώσεις κατά 25% επί των καταβαλλόμενων αποδοχών τους (βλ.Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου- Πρακτικό αυτής της 17ης Γενικής Συνεδρίασης της 24-9-2014). Αντίθετη ερμηνεία, ότι, δηλαδή, λόγω της επέκτασης του ενιαίου μισθολογίου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με το ν. 4093/2012 οι εργαζόμενοι έπρεπε να υποστούν νέα μείωση αποδοχών μέχρι του ποσοστού 25%, σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβαναν στις 31-12-2012, παρότι είχαν ήδη υποστεί μείωση αποδοχών μέχρι 25% κατ’ εφαρμογή του ν. 4024/2011, δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο.

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο λόγος αυτός, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013). Όμως, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης, δεν αποτελούν οι εγκύκλιοι (ΑΠ 410/2010). Περαιτέρω, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των ανωτέρω άρθρων συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ’ αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1098/2011). Επομένως, η μη προσφυγή στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες, προκειμένου περί ερμηνείας ουσιαστικής διάταξης, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 599/2004, 1012/1995). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999, 32/1996). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. 5. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι με την 103/26-6-1981 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ... συνεστήθη, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 1069/1980, ως ίδιο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενο από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) με την επωνυμία ‘ ‘ Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης ...‘ ‘ και το διακριτικό τίτλο ‘ ‘ ...‘ ‘ . Ότι, σύμφωνα με την ίδια απόφαση, το διοικητικό συμβούλιο της νέας επιχείρησης, ως προς τους πόρους της οποίας επαναλαμβάνονται τα οριζόμενα στο άρθρο 10 του ν. 1069/1980 και προβλέπεται χρηματοδότησή της από το πρόγραμμα των δημοσίων επενδύσεων, αποτελείται από πέντε (5) μέλη, που ορίζονται, μαζί με τους αναπληρωτές τους, από το Δημοτικό Συμβούλιο, αναφορικά δε με τις αποδοχές του προσωπικού της, οι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της επιχείρησης (τακτικό προσωπικό) αμείβονταν με την κλαδική ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης όλης της χώρας. Ότι, εν όψει του διέποντος αυτή νομοθετικού πλαισίου, είναι πρόδηλο ότι, ασχέτως της μη τακτικής επιχορήγησής της από τον κρατικό ή δημοτικό προϋπολογισμό, που δεν τάσσεται από το νόμο σωρευτικά με τις λοιπές προϋποθέσεις, η εναγομένη δημοτική επιχείρηση συγκαταλέγεται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου της υποπαραγράφου 1α του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, αφού: α) επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενο στην παροχή ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών, β) τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου ορίζονται από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου και γ) τελεί υπό την εποπτεία του τελευταίου και του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Ως εκ τούτου, υπό το καθεστώς του νόμου αυτού, οι αποδοχές των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων), ως προσωπικού της επιχείρησής της, εξαιρέθηκαν μεν της εφαρμογής του μισθολογίου, που καθιερώθηκε για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, υπήχθησαν, όμως, από 1-11-2011, σε διπλό περιορισμό ανωτάτου ορίου, με κριτήρια αφενός την κατηγορία εκπαίδευσης, σε συνάρτηση με τις αποδοχές που προέβλεπε, για κάθε τέτοια κατηγορία το μισθολόγιο, αφετέρου το μέσο κατά κεφαλή μισθολογικό κόστος ανά μήνα. Ούτε, όπως εσπευσμένα και με σκοπό την αποτροπή υπέρμετρων μειώσεων, κατά την εισηγητική έκθεση του ν. 4047/2012, ορίσθηκε με την από 31-12-2011 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, αντιστοίχως προς τα εξ αρχής ισχύοντα, για τις εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο) εταιρείες του Δημοσίου, για τις οποίες προνοεί η υποπαράγραφος 1β του ίδιου ως άνω άρθρου - το 65% του μέσου κατά κεφαλή κόστους της 31-12-2009.

Συνεπώς, δέχεται το Εφετείο, η αναστολή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών από 31-12-2012 έως 31-12-2016, η οποία προβλέπεται από την περίπτωση 2 της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, καταλαμβάνει τόσο τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, στους οποίους η συγκεκριμένη διάταξη εφαρμοζόταν ευθέως, όσο και τους ενάγοντες- εργαζόμενους στην εναγομένη ..., στους οποίους έως 31-12-2012 η ίδια διάταξη εφαρμοζόταν αναλόγως, ενώ από την 1-1-2013 εφαρμόζεται ευθέως, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να έχουν υποστεί ήδη τις αντίστοιχες μειώσεις κατά 25% επί των καταβαλλόμενων αποδοχών τους. Ότι οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα ήταν αυθαίρετη, δοθέντος ότι στη συγκεκριμένη διάταξη δεν ορίζεται ότι η αναστολή αφορά ειδικά συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων, ούτε, άλλωστε, κάτι τέτοιο προκύπτει από το σκοπό του νομοθέτη, που ήταν να μην υποστούν περαιτέρω μειώσεις όλοι οι εργαζόμενοι, των οποίων οι αποδοχές είχαν ήδη περικοπεί από την 1-11-2011, πλέον των περικοπών των επιδομάτων εορτών και αδείας. Ότι η εναγομένη επιχείρηση έπρεπε να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων, λαμβάνοντας υπόψη, κατά τον υπολογισμό των αποδοχών τους, ότι ανεστάλη από 31-10-2012 έως 31-12-2016 η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 29 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο του ν. 4024/2011, σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. 2 της Υποπαραγράφου Γ1 της Παραγράφου Γ’ του ν. 4093/2012, που καταλαμβάνει και τους ενάγοντες. Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, επικυρώνοντας αυτή, που έκρινε ότι η θέση της εναγομένης, την οποία στηρίζει στην ... της 22-11-2012 ερμηνευτική εγκύκλιο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, να αρνείται να εφαρμόσει τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να εντάσσονται από 1-1-2013 στο ενιαίο μισθολόγιο με περαιτέρω περικοπές κατά 25% των αποδοχών τους, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας τους και είναι παράνομη, αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου πρώτου της παραγράφου Γ της υποπαραγράφου Γ1 περ. 2 του ν. 4093/2012. Το αναιρεσείον ΝΠΙΔ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ειδικότερα ότι το Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις της παραγράφου Γ’ της υποπαραγράφου Γ1 περ. 2 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, τις διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011 και τις διατάξεις της ερμηνευτικής εγκυκλίου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με αριθμό 2/85.127/0022/22-11-2012, παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την παραδοχή της ότι ‘ ‘ οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία (από αυτή που έδωσε στη διάταξη της υποπαραγράφου Γ1 περ. 2 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012) θα ήταν αυθαίρετη, δοθέντος ότι στη συγκεκριμένη διάταξη δεν ορίζεται ότι η αναστολή αφορά ειδικά συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων, ούτε, άλλωστε, κάτι τέτοιο προκύπτει από το σκοπό του νομοθέτη, που ήταν να μην υποστούν περαιτέρω μειώσεις όλοι οι εργαζόμενοι, των οποίων οι αποδοχές είχαν ήδη περικοπεί από την 1-11-2011’ ‘ και, επίσης, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Οι ανωτέρω λόγοι του αναιρετηρίου είναι απορριπτέοι. Ειδικότερα, η αιτίαση, σύμφωνα με την οποία φέρεται το Εφετείο ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ανωτέρω ερμηνευτική εγκύκλιο, η οποία προέβλεπε ότι μετά την ένταξη του προσωπικού των ΝΠΙΔ, που ανήκουν, μεταξύ άλλων, σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, ή επιχορηγούνται τακτικά από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α’ του ν. 3429/2005, οι διατάξεις που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 έχουν ανάλογη εφαρμογή από 1-1-2013 και στο προσωπικό των ανωτέρω ΝΠΙΔ, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι η προβαλλόμενη παραβίαση της εγκυκλίου αυτής δεν συνιστά πλημμέλεια, δυνάμενη να στηρίξει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, με την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και μέσω αυτών με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της παραγράφου Γ’ της υποπαραγράφου Γ1 περ. 2 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, καθόσον οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών σε κάθε περίπτωση που υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων, δεν εφαρμόζεται για την ερμηνεία διάταξης ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι οι προαναφερόμενες διατάξεις. Επομένως, η μη προσφυγή στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες προκειμένου περί ερμηνείας ουσιαστικής διάταξης, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και ο σχετικός (τρίτος) λόγος του αναιρετηρίου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος, το Εφετείο, κρίνοντας ότι οι ρυθμίσεις της παραγράφου Γ’ της υποπαραγράφου Γ.1 περ. 2 του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 εφαρμόζονται και στην προκείμενη περίπτωση, οπότε βάσει αυτών αναστέλλεται γενικά η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 29 παρ. 2 τελευταίο εδάφιο του ν.4024/2011, που προέβλεπε τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης επί των αποδοχών που, βάσει του ν. 4024/2011, είχαν ήδη περικοπεί κατά ποσοστό 25%, συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης των εναγόντων και η εν λόγω αναστολή καταλαμβάνει τόσο τους ενάγοντες, στους οποίους η ως άνω διάταξη εφαρμοζόταν αναλόγως, κατ’ άρθρο 31 παρ. 7 του ν.4024/2011, έως τις 31-12-2012 και ευθέως από την 1-1-2013, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να έχουν ήδη υποστεί ‘ ‘ αναλογικά’ ‘ τις αντίστοιχες προβλεπόμενες μειώσεις κατά 25% επί των καταβαλλόμενων αποδοχών τους, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον επικαλείται ότι η αναστολή καταλαμβάνει μόνο τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Εν όψει όλων αυτών πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί το αναιρεσείον ΝΠΙΔ, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα τόσο των παρόντων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, όσο και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ‘ ‘ Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στις ... όλης της χώρας’ ‘ , που επίσης κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 182, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης όσον αφορά τους αναιρεσίβλητους Ν. Δ., Μ. Θ., Α. Μ., Β. Μ., Ε. Π., Γ. Σ., Α. Τ., Κ. Χ. και Σ. Χ. και κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 17-7-2015 αίτησης αναίρεσης και της από 19-10-2016 πρόσθετης παρέμβασης ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς.

Απορρίπτει την από 17-7-2015 αίτηση για αναίρεση της 139/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ για το καθένα από τα διάδικα αυτά μέρη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια