άρθρο 96 ΚΑΙ 98 ΚΠολΔ - Η δικαστική πληρεξουσιότητα ως προϋπόθεση του κύρους των διαδικαστικών πράξεων της δίκης - Προσκόμιση ειδικής πληρεξουσιότητας από δικηγόρο σε δίκη που αφορά την σχέση γονέα και τέκνου – επανάληψη της συζήτησης από το Δικαστήριο για την προσκόμισή της

ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
Η δικαστική πληρεξουσιότητα ως προϋπόθεση του κύρους των διαδικαστικών πράξεων της δίκης
Το δικαίωμα της γραπτής και προφορικής επικοινωνίας με..

το δικαστήριο, ήτοι η «ικανότητα του δικολογείν» δεν τάσσεται από το νόμο ως διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος, αλλά ως προϋπόθεση του κύρους επιμέρους διαδικαστικών πράξεων (104 παρ.1 και 105 παρ.1 ΚΠολΔ).

Η ικανότητα αυτή επιφυλάσσεται καταρχήν στους δικηγόρους (άρθρο 94ΚΠολΔ). Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι αν ελλείπει η πληρεξουσιότητα αυτή του διαδίκου προς το δικηγόρο που παραστάθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, δεν είναι απαράδεκτη το ένδικο βοήθημα με το οποίο αιτείται δικαστική προστασία, αλλά θεωρείται ότι ο διάδικος ερημοδικεί, είναι δηλαδή δικονομικά απών από τη διαδικασία, χωρίς όμως έτσι να εμποδίζεται η πρόοδος της δίκης και η έκδοση απόφασης.

Σύμφωνα με το άρθρο 96 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του Ν.3994/2011 και – σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του εν λόγω Νόμου – καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει τη πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, ενώ κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 7 του ως άνω Ν. 3994/ 2011, ορίζεται ρητά ότι κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 98 ΚΠολΔ, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δεν τροποποιήθηκε με τον ανωτέρω Νόμο, η πληρεξουσιότητα που δίνεται κατά το άρθρο 96 δεν περιλαμβάνει, εκτός αν το αναφέρει ειδικά, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα να ασκηθεί αγωγή κακοδικίας, καθώς και να διεξαχθεί δίκη που αφορά γαμικές διαφορές ή σχέσεις των τέκνων με τους γονείς τους.

Ακολούθως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 104 και 105 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις, έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες, που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

Αν αυτός, που παρίσταται ως πληρεξούσιος, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει σύντομη προθεσμία για τη συμπλήρωση της ελλείψεως και να επιτρέψει σε εκείνον, που δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, να συμμετάσχει στη δίκη προσωρινά. Το κύρος των πράξεων, που επιτράπηκαν, εξαρτάται από την εμπρόθεσμη συμπλήρωση της ελλείψεως. Η οριστική απόφαση δεν επιτρέπεται να εκδοθεί προτού συμπληρωθεί η έλλειψη, ή πριν παρέλθει η προθεσμία που ορίστηκε (ΑΠ 1529/2002, NOMOS, ΑΠ 517/2002, NOMOS, ΑΠ 292/2002, NOMOS).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96, 104, 143 παρ. 1, 159 παρ. 1, 544 παρ. 4 ΚΠολΔ, 211, 219 και 238 ΑΚ, ο διάδικος, για λογαριασμό του οποίου παραστάθηκε ως δικηγόρος, πρόσωπο που δεν είχε δικαστική πληρεξουσιότητα, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενεστέρως τις πράξεις του δικηγόρου, που προηγήθηκαν. Η έγκριση αυτή μπορεί να γίνει και σιωπηρώς, εξετάζεται δε η ύπαρξη εγκρίσεως και αυτεπαγγέλτως, καθόσον ανάγεται στην υπόσταση της πληρεξουσιότητας. Μια τέτοια έγκριση, που έχει αναδρομική ενέργεια (ΟλΑΠ 1408/1984), συνάγεται, ιδίως, από τη νόμιμη παράσταση του διαδίκου, σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και παραδοχή των μέχρι τότε διαδικαστικών πράξεων ως ισχυρών, είναι, δε, αδιάφορο αν ο διάδικος παρίσταται στο ακροατήριο και διορίζει άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο, καθόσον η έγκριση αφορά τις πράξεις και όχι το πρόσωπο (ΑΠ 203/2003, ΕλλΔικ 2004, 475, ΑΠ 1009/1982, ΝοΒ 1983, 1007).

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 94 παρ. 1, 159 αριθμ. 1 και 160 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν δεν συμπληρωθεί, τελικά, η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, κηρύσσονται άκυρες οι πράξεις, που είχε επιτραπεί να επιχειρήσει ο παραστάς δικηγόρος. Ο διάδικος δε, για τον οποίο παραστάθηκε ο δικηγόρος χωρίς πληρεξουσιότητα, δικάζεται ερήμην, εφόσον προκύπτει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι αυτός είχε προσλάβει νόμιμα την ιδιότητα του διαδίκου (ΠολΠρωτΑθ 5016/2013, ΠολΠρωτΠειρ 733/1991, Δ 1992, 127).



 +++++++++++++++++++++++++++++++

Προσκόμιση ειδικής πληρεξουσιότητας από δικηγόρο σε δίκη που αφορά την σχέση γονέα και τέκνου – επανάληψη της συζήτησης από το Δικαστήριο για την προσκόμισή της..

Η διδομένη, κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, γενική πληρεξουσιότητα στον πληρεξούσιο του διαδίκου δικηγόρο δεν περιλαμβάνει και την εξουσία του τελευταίου να ενεργεί τις, περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 98 ΚΠολΔ, δίκες (στις οποίες περιλαμβάνεται και η δίκη που αφορά σχέσεις τέκνων με τους γονείς τους) ή πράξεις δικονομικού ή ουσιαστικού δικαίου, για τις οποίες απαιτείται η ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας, λόγω ακριβώς της ιδιαίτερης σημασίας που έχουν αυτές για τα συμφέροντα του διαδίκου. Έτσι σε περίπτωση διεξαγωγής δίκης που αφορά σχέση γονέων και τέκνων (π.χ. αγωγής προσβολής πατρότητος), ο, παριστάμενος ως πληρεξούσιος του ενάγοντος, δικηγόρος οφείλει να είναι εφοδιασμένος με την κατ` άρθρον 98 ΚΠολΔ ειδική πληρεξουσιότητα, γεγονός που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, το οποίο και μπορεί (χωρίς η σχετική παράλειψή του να ιδρύει λόγο αναιρέσεως (A.Π. 1556/1973, αδημ.) να τάξει προθεσμία για την συμπλήρωση της ελλείψεως. Η, χωρίς την απαιτουμένη ειδική αυτή πληρεξουσιότητα, ενεργηθείσα από τον δικηγόρο πράξη, είναι μεν άκυρη, η ακυρότητά της όμως αίρεται και η πράξη εγκυροποιείται αναδρομικώς με την έγκριση του παρέχοντος την πληρεξουσιότητα διαδίκου, αν αυτός μεταγενεστέρως είχε δώσει ειδική πληρεξουσιότητα για την ενεργηθείσα πράξη ή με άλλο τρόπο (π.χ. παράσταση σε δημόσια συνεδρίασή του, δικάζοντος την υπόθεση, Δικαστηρίου, μετά του άνω δικηγόρου, συνυπογραφή των προτάσεων του τελευταίου κλπ) εκδηλώσει την βούλησή του για επιδοκιμασία της πράξεως αυτής (Β. Βαθρακοκοίλη, Κ.Πολ.Δ., τ. Α`, έκδ, 1996, υπ, άρθρ. 98, αρ. 1, 3, 5, σελ. 648 επ. – A.Π.1434/79, ΝοΒ 28, 1039 -Α.Π. 1527/1988, Ε.Ε.Ν. 56, 742 – Ε.Α.1148/1986, Δ/νη 27, 523).

Σύμφωνα δε, με τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. α` του ίδιου Κώδικα, η κατά την διάταξη του άρθρου 96 του ΚΠολΔ δοθείσα πληρεξουσιότητα δεν περιλαμβάνει, εκτός αν το αναφέρει ειδικά, το δικαίωμα προς διεξαγωγή δίκης που αφορά γαμικές διαφορές ή σχέσεις των τέκνων με τους γονείς τους. Κατά συνέπεια, στις διαφορές αυτές μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται κατ` άρθρον 614 του ΚΠολΔ και οι διαφορές που αφορούν την προσβολή της πατρότητας τέκνου, απαιτείται η ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας η οποία πρέπει να χορηγείται στους πληρεξούσιους δικηγόρους αμφοτέρων των διαδίκων μερών.

Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 104 εδ. β` του ΚΠολΔ προκύπτει ότι την έλλειψη της πληρεξουσιότητας ερευνά το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, σύμφωνα δε, με την διάταξη του άρθρου 105 του ιδίου ως άνω Κώδικα αν αυτός που παρίσταται ως πληρεξούσιος δεν αποδεικνύει την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, το Δικαστήριο μπορεί να ορίσει σύντομη προθεσμία για την συμπλήρωση της ελλείψεως αυτής, χωρίς διάκριση μεταξύ της γενικής πληρεξουσιότητας (άρθρο 97 του ΚΠολΔ) και της ειδικής (άρθρο 98 του ΚΠολΔ) και επομένως το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την συμπλήρωση και της ελλείπουσας ειδικής πληρεξουσιότητας και αν ακόμη αυτή αφορά την διεξαγωγή δίκης για διαφορές που αναφέρονται σε σχέσεις γονέων και τέκνων. Η οριστική  απόφαση, σύμφωνα με την δεύτερη παράγραφο της ανωτέρω διατάξεως, δεν επιτρέπεται να εκδοθεί προτού συμπληρωθεί η έλλειψη ή πριν παρέλθει η προθεσμία που ορίσθηκε, προς τούτο δε, αλλά και προς αποφυγή αδικαιολογήτων ακυροτήτων, επιστρατεύεται η διάταξη αυτή (άρθρο 105 του ΚΠολΔ) και μπορεί να διαταχθεί και η επανάληψη της συζητήσεως. Η συμπλήρωση της ελλείπουσας πληρεξουσιότητας έχει τον χαρακτήρα μεταγενέστερης εγκρίσεως της δικαστικής πράξεως εκ μέρους του διαδίκου υπέρ του οποίου επιχειρήθηκε (βλ. Κων. Μπέης: ΠολΔ, υπ` άρθρον 105 111, 1, σελ. 489). Όπως προκύπτει, άλλωστε, από την διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 105 του ΚΠολΔ, η συμπλήρωση της ελλείψεως μπορεί να διαταχθεί με την μη οριστική απόφαση η οποία και θα προσδιορίζει τον απαιτούμενο χρόνο για την προσκομιδή του πληρεξουσίου εγγράφου. Στην περίπτωση αυτή το κύρος των διαδικαστικών πράξεων οι οποίες επετράπησαν «προσωρινώς» εξαρτάται από την εμπρόθεσμη συμπλήρωση της ελλείψεως (άρθρο 105 παρ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ). Εφόσον, η έλλειψη διαπιστώθηκε πριν από την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, η διαταγή του Δικαστηρίου προς συμπλήρωση της επιβάλλεται πρακτικώς να συνοδευτεί με επανάληψη της συζητήσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 254 του ΚΠολΔ.
ΠΗΓΗ:http://efotopoulou.gr
+++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
ΜΠΕΗΣ...
Η δικαστική πληρεξουσιότητα, δηλαδή η πληρεξουσιότητα, που ο διάδικος χορηγεί στο δικαστικό παραστάτη του για την επιχείρηση διαδικαστικών πράξεων, αποτελεί έναν θεσμό, ο οποίος προσδιόρισε αποφασιστικά την εξέλιξη της πολιτικής δίκης, κυρίως από τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα, όπου πλέον γενικεύεται στον ευρωπαϊκό χώρο η θέσπιση της υποχρεωτικής παραστάσεως των διαδίκων με δικηγόρο ενώπιον ορισμένων δικαστηρίων[1].

Ο θεσμός της δικαστικής πληρεξουσιότητας παρέχει στο δικονομικό νομοθέτη τη δυνατότητα να καταστήσει το δικαστικό πληρεξούσιο αποφασιστικό παράγοντα για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα της πολιτικής δίκης[2], διευρύνοντας τις εξουσίες, αλλά και τα δικονομικά βάρη των διαδίκων, που αντιπροσωπεύονται στη δίκη από δικαστικό πληρεξούσιο, και περιορίζοντας αντίστοιχα τις εξουσίες του δικαστή προς καθοδήγηση των διαδίκων, οι οποίοι παρίστανται στο δικαστήριο με κατά τεκμήριο εγκρατείς νομικούς παραστάτες.

ΙΙ. Ιστορική και συγκριτική επισκόπηση

1. Η δικαστική πληρεξουσιότητα αποτελεί έναν από τους παλαιότερους δικονομικούς θεσμούς, του οποίου οι απαρχές ανιχνεύονται σε πρώιμες έννομες τάξεις, όπως εκείνες του αττικού δικαίου, του δικαίου του δωδεκαδέλτου νόμου και του παλαιού γερμανικού δικαίου, παρά το γεγονός, ότι σ' αυτές απουσιάζει παντελώς η δυνατότητα της αντιπροσωπεύσεως του διαδίκου από το δικαστικό παραστάτη του[3], η οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο του θεσμού κατά τις πλέον εξελιγμένες, καθώς και τις σύγχρονες μορφές του.

2. Στο αττικό δίκαιο ο διάδικος έπρεπε να παρίσταται αυτoπροσώπως στο δικαστήριο, ώφειλε δε να προβάλει ο ίδιος και να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του αγορεύοντας προς υποστήριξή τους[4]. Παρατηρούμε, ότι το στοιχείο της αμεσότητας χαρακτηρίζει τη συμμετοχή του αθηναίου πολίτη όχι μόνο στην άσκηση των κρατικών λειτουργιών, αλλά και στο δικαστικό αγώνα, που διεξάγει για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του. Τις αγορεύσεις των διαδίκων ετοίμαζαν σε πολλές περιπτώσεις επαγγελματίες ρήτορες, οι λογογράφοι[5], με συνέπεια οι διάδικοι να αποστηθίζουν και να απαγγέλλουν τα κείμενα των λογογράφων[6]. Οι διάδικοι είχαν επίσης τη δυνατότητα να εμφανίζουν στο πλευρό τους κατά τη διάρκεια της δίκης επιφανείς προσωπικότητες, το κύρος των οποίων ήταν δυνατό να επηρεάσει και να προδιαθέσει ευνοϊκά το δικαστήριο για τον συγκεκριμένο διάδικο, καθώς επίσης και επαγγελματίες συμβούλους, οι οποίοι τους καθοδηγούσαν ανάλογα με την εξέλιξη του δικαστικού αγώνα[7]. Σε καμμία ωστόσο περίπτωση δεν ήταν δυνατή η αντιπροσώπευση του διαδίκου κατά την επιχείρηση διαδικαστικών πράξεων από τους δικαστικούς παραστάτες του[8].

3. Η δυνατότητα αντιπροσωπεύσεως του διαδίκου στη δίκη από δικαστικό πληρεξούσιο ήταν άγνωστη επίσης και στη διαδικασία των "legis actiones" του ρωμαϊκού δικαίου[9], αυτό δε οφειλόταν στην ανυπαρξία ενός θεσμού λειτουργικά ισοδύναμου με τον σύγχρονο θεσμό της άμεσης αντιπροσωπείας, σύμφωνα τον οποίο τα αποτελέσματα της δράσεως του αντιπροσώπου επέρχονται αμέσως στο πρόσωπο του αντιπροσωπευομένου[10]. Έτσι, την ολοκλήρωση της διαδικασίας "in jure", που διεξαγόταν ενώπιον ενός ανώτερου κρατικού υπαλλήλου, ακολουθούσε πρόσκληση των μαρτύρων, που είχαν προτείνει οι διάδικοι, και η με την εκφορά πανηγυρικών λόγων από τους διάδικους επερχόμενη έναρξη της δίκης ("litis contestatio")[11] ενώπιον ενός δικαστή ("apud judicem"), ο οποίος δεν αποτελούσε κρατικό υπάλληλο, διεξήγε την αποδεικτική διαδικασία και έκρινε την υπόθεση με την έκδοση αποφάσεως. Η "litis contestatio" είχε σαν συνέπεια την ανάλωση των δικαιωμάτων, που πρόβαλε ο ενάγων, ταυτόχρονα δε τη δημιουργία νέων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στο πρόσωπο των διαδίκων, που συμμετείχαν στη δίκη[12]. Η ανυπαρξία όμως ενός θεσμού, που θα λειτουργούσε όπως η άμεση αντιπροσωπεία, είχε σαν αποτέλεσμα να επέρχονται τα αποτελέσματα της "litis contestatio" στο πρόσωπο του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευομένου, με συνέπεια να τίθεται ο τελευταίος ουσιαστικά εκτός δίκης, κάτι που δεν ήταν ανεκτό στη δίκη των "legis actiones", αφού υπήρχε ο κίνδυνος να βρεθεί ο ενάγων δανειστής στη δυσχερή θέση της επιδιώξεως της απαιτήσεώς του όχι κατά του οφειλέτη του, την οικονομική επιφάνεια του οποίου γνώριζε και είχε βασισθεί σ' αυτή, αλλά κατά του αντιπροσώπου του, δηλαδή ενός προσώπου με άγνωστη και αβέβαια φερεγγυότητα. Για τον λόγο αυτό είχε αποκλεισθεί η δυνατότητα χορηγήσεως δικαστικής πληρεξουσιότητας. Ο κανόνας του αποκλεισμού της δικαστικής πληρεξουσιότητας γνώριζε εξαιρέσεις, μόνον όταν δεν ήταν δυνατή η αυτοπρόσωπη παράσταση του διαδίκου στο δικαστήριο, καθώς και όταν αυτός βρισκόταν σε επιτροπεία[13].

Στη μεταγενέστερη διαδικασία "per formulam" επιτρεπόταν ο διορισμός δικαστικού πληρεξουσίου για την αντιπροσώπευση του διαδίκου στη δίκη. Ο δικαστικός πληρεξούσιος ονομαζόταν "cognitor", όταν διοριζόταν με δήλωση του διαδίκου προς τον αντίδικό του[14]. Ο διορισμός του δικαστικού πληρεξουσίου μπορούσε αρχικά να γίνει μόνο στο "apud judicem" στάδιο της διαδικασίας[15], δηλαδή μετά την επέλευση της "litis contestatio" και την υπεισέλευση του διαδίκου στα νέα δικαιώματα και υποχρεώσεις, που δημιουργούσε η τελευταία. Με τον τρόπο αυτό ήταν δυνατή η αποφυγή των προβλημάτων, που προκαλούσε, όπως ήδη αναφέρθηκε, η ανυπαρξία στο ρωμαϊκό δίκαιο ενός θεσμού λειτουργικά αντίστοιχου προς εκείνον της άμεσης αντιπροσωπείας. Αργότερα όμως φαίνεται να είναι δυνατός ο διορισμός του "cognitor" και στο "in jure" στάδιο της διαδικασίας[16], με συνέπεια να υπεισέρχεται αυτός στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που γεννούσε η επέλευση της "litis contestatio".

Το ίδιο συνέβαινε και με τον διορισμό ενός "procurator", στον οποίο ο διάδικος χορηγούσε εξουσία να επιχειρεί για λογαριασμό του όχι μόνο διαδικαστικές, αλλά και εξώδικες πράξεις[17].

Ο "procurator" αντιπροσώπευε το διάδικο τόσο "in jure" όσο και "apud judicem", είναι δε χαρακτηριστικό, ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος του εναγομένου, που ονομαζόταν "defensor", αναλάμβανε με την επέλευση της "litis contestatio" την υποχρέωση να εκπληρώσει την οφειλή του εναγομένου[18]. Πρέπει επίσης να αναφερθεί, ότι σε περίπτωση αντιπροσωπεύσεως όλων των διαδίκων από "procuratores" η απόφαση εκδιδόταν στο όνομα όχι των διαδίκων, αλλά των δικαστικών τους πληρεξουσίων[19], αφού έπειτα από την υπεισέλευσή τους στις έννομες σχέσεις, που αποτελούσαν το αντικείμενο της δίκης, είχαν ουσιαστικά υποκαταστήσει τους διαδίκους σαν υποκείμενα της δίκης.

Στη διαδικασία της "cognitio extra ordinem" περιορίζεται συνεχώς ο ρόλος του cognitor", δηλαδή του δικαστικού πληρεξουσίου, που διορίζεται κατά τη διεξαγωγή της δίκης με δήλωση του διαδίκου προς τον αντίδικό του, ενώ αντίθετα αυξάνεται η σημασία του θεσμού του "procurator", δηλαδή του αντιπροσώπου του διαδίκου, που διορίζεται εκτός δίκης για τη διενέργεια όχι μόνο διαδικαστικών, αλλά και εξώδικων πράξεων. Τέλος, ο Ιουστινιανός καταργεί οριστικά τον θεσμό του "cognitor"[20].

Στη διαδικασία, που προαναφέρθηκε, η απόφαση έπρεπε να εκδοθεί επίσης υπέρ και κατά του αντιπροσώπου, για την εκτέλεσή της όμως η "actio judicati" χορηγούνταν στον αντιπροσωπευόμενο ενάγοντα και στρεφόταν αντίστοιχα κατά του αντιπροσωπευομένου εναγομένου[21]. Μόνο σε περίπτωση παραστάσεως ψευδοπληρεξουσίου από την πλευρά του εναγομένου η "actio judicati" στρεφόταν όχι κατά του διαδίκου, αλλά κατά του ψευδοπληρεξουσίου ("falsus defensor")[22]. Αξιοπρόσεκτη είναι η θεμελίωση ίδιας υποχρεώσεως του ψευδοπληρεξουσίου για την ικανοποίηση της αξιώσεως του ενάγοντα, η οποία παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με την ευθύνη, που το σύγχρονο ουσιαστικό δίκαιο (ΑΚ 231 § 1) επιφυλάσσει στον ψευδοπληρεξούσιο.

4. Η εκούσια αντιπροσώπευση του διαδίκου από δικαστικό πληρεξούσιο επιτρεπόταν τόσο στο ρωμαϊκό - κανονικό δίκαιο, όσο και στο δίκαιο των θεσμίων ("statuta") των πόλεων του ιταλικού βορρά[23]. Στο σημείο αυτό πρέπει να ανφερθεί, ότι για πρώτη φορά στο κανονικό δίκαιο θεωρείται επιβεβλημένη η χορήγηση της πληρεξουσιότητας με συμβολαιογραφικό έγγραφο[24], ενώ επίσης, κυρίως κατά το δίκαιο των θεσμίων ορισμένων ιταλικών πόλεων, η δικαστική πληρεξουσιότητα μπορεί να έχει υπό προϋποθέσεις τις συνέπειες της άμεσης αντιπροσωπείας, με αποτέλεσμα η δικαστική απόφαση να εκδίδεται πλέον υπέρ ή κατά του αντιπροσωπευομένου διαδίκου[25] [26].

5. Στο παλαιό γερμανικό δίκαιο η αντιπροσώπευση του διαδίκου από δικαστικό πληρεξούσιο αποτελούσε εξαίρεση και προνόμιο των ευγενών και του κλήρου, δεδομένου ότι όλοι οι άλλοι είχαν τη δυνατότητα μόνο της προσλήψεως ενός δικαστικού παραστάτη ("Fursprecher" ή "Vorsprecher"), ο οποίος υποστήριζε με την αγόρευσή του τους ισχυρισμούς του οπωσδήποτε αυτοπροσώπως παρισταμένου διαδίκου[27]. Αντίθετα στο γερμανικό κοινοδίκαιο, όπως αυτό διαμορφώθηκε έπειτα από τη διάδοση και την εμπέδωση σε μεγάλο βαθμό του ρωμαϊκού-κανονικού δικαίου στο γερμανικό χώρο κατά τον 15ο και 16ο αιώνα ("Rezeption")[28], ο θεσμός της δικαστικής πληρεξουσιότητας ίσχυσε ευρύτατα και χωρίς περιορισμούς, σιγά-σιγά δε προσέλαβε εκείνα τα στοιχεία, που την χαρακτηρίζουν ως σύγχρονο θεσμό.

Έτσι χορηγείται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με δήλωση στο ακροατήριο του δικαστηρίου[29], ενώ λειτουργεί ως άμεση αντιπροσωπεία[30], με συνέπεια τα αποτελέσματα της συμμετοχής του πληρεξουσίου στη δίκη και της επιχειρήσεως διαδικαστικών πράξεων εκ μέρους του να επέρχονται αυτόματα υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου διαδίκου.

Επίσης η πληρεξουσιότητα διακρίνεται σε γενική και ειδική, όπου η τελευταία είναι απαραίτητη για την επιχείρηση από τον πληρεξούσιο όλων εκείνων των διαδικαστικών πράξεων, που συνεπάγονται διάθεση του αντικειμένου της δίκης[31].

6. Στη συνέχεια ο θεσμός της δικαστικής πληρεξουσιότητας διαδίδεται στην ηπειρωτική Ευρώπη, όπως και στην Αγγλία. Μάλιστα οι ευρωπαϊκές κωδικοποιήσεις του 19ου αιώνα καθιερώνουν την υποχρεωτική αντιπροσώπευση των διαδίκων από το δικαστικό πληρεξούσιο σε ορισμένα δικαστήρια[32]. Ως δικαστικοί πληρεξούσιοι διορίζονται δικηγόροι, οι οποίοι έχουν την ευθύνη τόσο για την εξώδικη προετοιμασία της υποθέσεως, όσο και για την επιχείρηση διαδικαστικών πράξεων εντός ή εκτός του ακροατηρίου του δικαστηρίου.

Στη Γαλλία διαμορφώνεται ωστόσο η διάκριση μεταξύ "avocats" και "avoues", όπου μόνον οι πρώτοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται στα δικαστήρια και να αντιπροσωπεύουν τους διαδίκους κατά την επιχείρηση διαδικαστικών πράξεων, ενώ η δραστηριότητα των δεύτερων εξαντλείται στην παροχή συμβουλών προς τους διαδίκους, μόνο δε κατ' εξαίρεση μπορούν να παρίστανται σε ορισμένα δικαστήρια[33]. Η προαναφερθείσα διάκριση παύει να υπάρχει αργότερα, δεδομένου ότι η δραστηριότητα των "avoues" περιορίζεται στην εκπροσώπηση των διαδίκων στο εφετείο ("cour d' appel")[34], εμφανίζεται όμως εκείνη μεταξύ "avocats" και "avoues" από τη μία πλευρά και "conseils juridiques" από την άλλη, όπου η δράση των τελευταίων είναι αποκλειστικά συμβουλευτική[35].

Σήμερα και η διάκριση αυτή δεν υφίσταται πλέον, αφού με το νόμο 90- 1259/31.12.1990 τα νομικά επαγγέλματα ενοποιήθηκαν στην Γαλλία, με συνέπεια την ένταξη των "conseils juridiques" στους "avocats"[36].

Αντίστοιχη διάκριση υπήρχε πάντοτε και στην Αγγλία, όπου μόνον οι "barristers" επιτρεπόταν να αντιπροσωπεύουν τους διάδικους στα δικαστήρια και να επιχειρούν διαδικαστικές πράξεις για λογαριασμό τους[37], ενώ οι "solicitors" είχαν το αποκλειστικό προνόμιο της άμεσης επαφής με το διάδικο για την προετοιμασία της υποθέσεως. Το δικαίωμα παραστάσεως περιοριζόταν ωστόσο στα κατώτερα δικαστήρια[38]. Σήμερα ωστόσο έχουν διαμορφωθεί οι προϋποθέσεις για την άρση της διακρίσεως, αφού με την αναμόρφωση του δικηγορικού επαγγέλματος, που επιχειρήθηκε το έτος 1990[39], για να υπάρξει εναρμόνιση προς τις κοινοτικές επιταγές, έχουν αρθεί σε μεγάλο βαθμό οι διαφορές, που υφίσταντο μεταξύ "barristers" και "solicitors"[40]. Έτσι οι "solicitors" μπορούν να αποκτήσουν το δικαίωμα να παρίστανται και να επιχειρούν διαδικαστικές πράξεις σε όλα τα δικαστήρια, ενώ και οι "barristers" μπορούν πλέον να έρχονται σε άμεση επαφή με το διάδικο για την προετοιμασία της υποθέσεως και ενδεχομένως για την εξώδικη διευθέτησή της.

7. Οι ιστορικές και συγκριτικές αναπτύξεις, που προηγήθηκαν, έδειξαν, ότι στις έννομες τάξεις, οι οποίες απαιτούσαν την αυτοπρόσωπη παράσταση του διαδίκου στο δικαστήριο, δεδομένου ότι αντιλαμβάνονταν όχι μόνο την ποινική, αλλά και την πολιτική δίκη ως "αγώνα", τον οποίο έπρεπε προσωπικά να φέρουν εις πέρας οι διάδικοι, όχι μόνο για να άρουν την περιουσιακή ζημία, που είχαν υποστεί, αλλά και για να αποκαταστήσουν την υπόληψή τους ως μέλη της κοινωνικής ομάδας, η οποία είχε τρωθεί από την συμπεριφορά του αντιδίκου τους, δεν υφίσταται δυνατότητα αντιπροσωπεύσεως του διαδίκου στη δίκη από δικαστικό πληρεξούσιο.

Αργότερα, όταν υποχωρεί ο προσωπικός και άμεσος χαρακτήρας της δικαστικής αντιπαραθέσεως, διαμορφώνονται εκείνες οι συνθήκες, που επιτρέπουν την εμφάνιση της δικαστικής πληρεξουσιότητας. Σημαντικό ωστόσο εμπόδιο στην ανάπτυξη του θεσμού αποτελεί η ανυπαρξία ενός θεσμού λειτουργικά όμοιου με εκείνον της άμεσης αντιπροσωπείας, που θα επέτρεπε την επέλευση των αποτελεσμάτων των διαδικαστικών πράξεων, που θα επιχειρούσε ο δικαστικός πληρεξούσιος, στο πρόσωπο του αντιπροσωπευομένου διαδίκου. Όταν το πιο πάνω κενό παύει να υπάρχει με τη διαμόρφωση κατάλληλων θεσμών, τότε η δικαστική πληρεξουσιότητα βρίσκει ευρύ πεδίο αναπτύξεως, με συνέπεια με την πάροδο του χρόνου να εμπεδωθεί ως θεσμός και μάλιστα να καταστεί σε μεγάλο βαθμό υποχρεωτική για την συντριπτική πλειοψηφία των εννόμων τάξεων, οι οποίες θέλησαν με τον τρόπο αυτό να ενισχύσουν τη θέση του διαδίκου, καθώς και την ικανότητά του να ανταπεξέλθει με την βοήθεια του κατά τεκμήριο νομικά εγκρατή δικαστικού παραστάτη του στις απαιτήσεις, που θέτει η αυξημένη τυπικότητα και πολυπλοκότητα των σύγχρονων δικονομικών κανόνων.

ΙΙΙ Η διαμόρφωση του θεσμού της δικαστικής πληρεξουσιότητας στην ημεδαπή έννομη τάξη

Στην Πολιτική Δικονομία του 1834 ο θεσμός της δικαστικής πληρεξουσιότητας διαμορφώνεται κυρίως κατά τα γερμανικά πρότυπα (βαυαρικό σχέδιο του 1831)[41], πρέπει μάλιστα να αναφερθεί, ότι το άρθρο 91 της Πολιτικής Δικονομίας επέτρεπε, μέχρι την κατάργησή του από το νόμο ΓΔΟΓ/1911 περί δικηγόρων, την αυτοπρόσωπη παράσταση των διαδίκων[42].

Η δικαστική πληρεξουσιότητα μπορούσε να χορηγηθεί είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο[43], είτε με δήλωση στο ακροατήριο του δικαστηρίου, που καταχωριζόταν στα πρακτικά[44], χωρίς δε να είναι απαραίτητο να γίνεται ειδική αναφορά κατά την χορήγησή της παρείχε στο δικαστικό πληρεξούσιο την εξουσία να επιχειρεί στο όνομα και για λογαριασμό του διαδίκου όλες τις διαδικαστικές πράξεις, που ήταν απαραίτητες για την υποστήριξη, ή την αντίκρουση της αγωγής[45], να ασκεί ένδικα μέσα, εκτός από αναίρεση και αναψηλάφηση, για την άσκηση των οποίων ήταν απαραίτητη η χορήγηση ειδικής πληρεξουσιότητας[46], και να επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση. Για την παραίτηση από το δικόγραφο αγωγής ή ενδίκου μέσου, καθώς και από το δικαίωμα, που ασκήθηκε με την αγωγή, για την κατάρτιση δικαστικού συμβιβασμού, καθώς και για την άσκηση αγωγής κακοδικίας ήταν όμως απαραίτητο να γίνεται ειδική αναφορά κατά την χορήγηση της πληρεξουσιότητας[47].

Στο ισχύον δίκαιο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας η δικαστική πληρεξουσιότητα συνδέεται άμεσα με την υποχρεωτική παράσταση του διαδίκου με πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως αυτή οριοθετείται από τη διάταξη του άρθρου 94 ΚΠολΔ.

Έτσι ως δικαστική θα μπορούσε να ορισθεί η πληρεξουσιότητα, που χορηγείται σε δικηγόρο, για την αντιπροσώπευση του διαδίκου κατά την επιχείρηση διαδικαστικών πράξεων[48], τις οποίες σε πολλές περιπτώσεις δεν επιτρέπεται να επιχειρήσει ο ίδιος ο διάδικος.

IV. Η λειτουργία της δικαστικής πληρεξουσιότητας

Όπως η πληρεξουσιότητα του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή εκείνη, που χορηγείται για την επιχείρηση δηλώσεων βουλήσεως, έτσι και η δικαστική πληρεξουσιότητα αποτελεί μια μορφή αντιπροσωπείας, μάλιστα δε ο όρος πληρεξουσιότητα παραπέμπει στην εκούσια αντιπροσωπεία[49].

Στο σημείο αυτό μπορεί ωστόσο να παρατηρηθεί, ότι στις περιπτώσεις της υποχρεωτικής παραστάσεως με δικηγόρο ο διάδικος δεν έχει άλλη επιλογή από τον διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου, αν θέλει να συμμετάσχει στη δίκη[50], με συνέπεια να καθίσταται αρκετά σχετικός ο χαρακτηρισμός της δικαστικής πληρεξουσιότητας ως εκούσιας αντιπροσωπείας. Εξάλλου, δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός, ότι στις περιπτώσεις αυτές ο διάδικος εμφανίζεται να παραχωρεί στον δικαστικό πληρεξούσιο εξουσίες, τις οποίες όμως στην πραγματικότητα δεν έχει, αφού του λείπει η ικανότητα προς το δικολογείν.

Έτσι στις περιπτώσεις της αναγκαστικής παραστάσεως με δικηγόρο η δικαστική πληρεξουσιότητα εμφανίζει αρκετές ομοιότητες με τη νόμιμη αντιπροσωπεία[51], αφού για την επέλευση δικονομικών εννόμων συνεπειών είναι απαραίτητη η δράση του προσώπου δια του πληρεξουσίου του, το δε εκούσιο συνδέεται μόνο με την ευχέρεια του διαδίκου, να διορίσει πληρεξούσιο δικηγόρο και να παραστεί στη δίκη, ή να δικασθεί ερήμην.

Ωστόσο, με τον χαρακτηρισμό της δικαστικής πληρεξουσιότητας ως εκούσιας διευκολύνεται ο σύνδεσμός της με την υποκείμενη σχέση, που συνδέει διάδικο και πληρεξούσιο, με την οποία αναλαμβάνονται αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις. Η τελευταία αποτελεί συμβατική έννομη σχέση, συνήθως σχέση έμμισθης εντολής, γύρω από την οποία έχει διαμορφωθεί το καθεστώς της ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος, ενώ απ' αυτή επηρεάζονται αποφασιστικά και οι συνθήκες κατοχυρώσεως της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του δικηγόρου, με συνέπεια η όποια αμφισβήτηση του στοιχείου του εκουσίου της δικαστικής πληρεξουσιότητας να προκαλεί κίνδυνο ανατροπής του συστήματος οργανώσεως και ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος.

Η ιδιότυπη φύση της δικαστικής πληρεξουσιότητας, καθώς και ο σύνδεσμός της με την υποκείμενη σχέση της εντολής θα αποτελέσουν δύο αποφασιστικές συνιστώσες για την αντιμετώπιση των επιμέρους θεμάτων, που θα αναπτυχθούν στη συνέχεια.

V. Η δόση της δικαστικής πληρεξουσιότητας

1. Η δόση της δικαστικής πληρεξουσιότητας αποτελεί διαδικαστική πράξη[52], εφόσον θεμελιώνει την ικανότητα του διαδίκου να επιχειρεί διαδικαστικές πράξεις με τον δικαστικό του πληρεξούσιο, με συνέπεια η χορήγησή της να επηρεάζει αποφασιστικά την θέση σε κίνηση, την εξέλιξη και την έκβαση της δίκης. Με τη δόση της πληρεξουσιότητας ασκεί ο διάδικος διαπλαστικό δικαίωμα[53], με το οποίο παρέχεται η εξουσία επιχειρήσεως διαδικαστικών πράξεων σε ορισμένο πρόσωπο, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις θεμελιώνεται κατά το πρώτον η ικανότητα του διαδίκου να επιχειρήσει διαδικαστικές πράξεις δια του δικαστικού του πληρεξουσίου.

2. Ενώ στο ουσιαστικό δίκαιο η δόση της πληρεξουσιότητας υποβάλλεται κατά κανόνα στον τύπο της δικαιοπραξίας, για την επιχείρηση της οποίας αυτή χορηγείται (άρθρο 217 § 2 ΑΚ), η δικαστική πληρεξουσιότητα δίδεται κατά κανόνα είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, είτε με έγγραφο της δημόσιας αρχής, που έχει ικανότητα δικαστικής παραστάσεως, είτε με δήλωση στα πρακτικά του δικαστηρίου κατά τον χρόνο διεξαγωγής της δίκης. Ο τύπος αυτός, ο οποίος μάλιστα είναι συστατικός[54] και όχι αποδεικτικός, εξασφαλίζει με την βεβαιότητα του δημοσίου εγγράφου τόσο το γεγονός της δόσεως, όσο και το περιεχόμενο της δικαστικής πληρεξουσιότητας, αποκλείοντας σε μεγάλο βαθμό τις όποιες αμφισβητήσεις, που θα ήταν δυνατό να προβληθούν σχετικά. Με τον τρόπο αυτό εμπεδώνεται ασφάλεια δικαίου σχετικά με την ικανότητα προς το δικολογείν των διαδίκων και το κύρος των διαδικαστικών πράξεων, που επιχειρούνται από τους δικαστικούς πληρεξουσίους τους.

Στην πράξη ωστόσο, η αυστηρότητα ως προς τον απαιτούμενο τύπο μετριάζεται σημαντικά από τη διάταξη του άρθρου 104 ΚΠολΔ, η οποία θεσπίζει αμάχητο τεκμήριο υπέρ του διαδίκου, που αντιπροσωπεύεται στη δίκη από δικαστικό πληρεξούσιο[55], σχετικά με την ύπαρξη δικαστικής πληρεξουσιότητας για όλες τις πράξεις, που επιχειρούνται στο πλαίσιο της προδικασίας της δίκης, εφόσον βέβαια αποδεικνύεται ή δεν αμφισβητείται η δικαστική πληρεξουσιότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο[56], ενώ και για την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα στο ακροατήριο του δικαστηρίου ο αυτεπάγγελτος έλεγχός της, που καθιστά επιβεβλημένη είτε την προσκομιδή του σχετικού εγγράφου στο δικαστήριο, είτε τη δήλωση του διαδίκου στα πρακτικά, έχει στην πράξη περιορισθεί αφενός μεν στις δίκες, που για τη διεξαγωγή τους απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα, αφετέρου δε στις δίκες στο εφετείο και στον Αρειο Πάγο. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις προσκομίζεται πληρεξούσιο έγγραφο, μόνον αν η ύπαρξη πληρεξουσιότητας αμφισβητηθεί από τον αντίδικο.

3. Εφόσον η δόση της δικαστικής πληρεξουσιότητας συνιστά διαδικαστική πράξη, είναι απαραίτητο τόσο εκείνος, που χορηγεί την πληρεξουσιότητα, όσο και ο δικαστικός πληρεξούσιος να έχουν ικανότητα δικαστικής παραστάσεως[57]. Διαφορετικά είναι άκυρη η δόση της δικαστικής πληρεξουσιότητας.

Η φύση της τελευταίας ως διαδικαστικής πράξεως είναι αποφασιστική και για τον προσδιορισμό της επιδράσεως ενδεχομένων ελαττωμάτων της βουλήσεως εκείνου, που δίδει την πληρεξουσιότητα, στο κύρος της. Ελαττώματα της βουλήσεως δεν επιδρούν στο κύρος της[58], ούτε στο κύρος των διαδικαστικών πράξεων, που επιχειρεί ο δικαστικός πληρεξούσιος, αφού το κύρος των διαδικαστικών πράξεων δεν επηρεάζεται από τα ελαττώματα της βουλήσεως των διαδίκων. Ας αναφερθεί επίσης, ότι η δικαστική πληρεξουσιότητα είναι ελεύθερα ανακλητή[59], με συνέπεια εκείνος, που την χορήγησε, να μπορεί να την ανακαλέσει αμέσως έπειτα από τη διαπίστωση του ελαττώματος. Βέβαια όσες διαδικαστικές πράξεις έχουν επιχειρηθεί μέχρι την ανάκληση της δικαστικής πληρεξουσιότητας παραμένουν ισχυρές.

Εάν ωστόσο ο δικαστικός αγώνας έχει λήξει με ήττα του διαδίκου, ο οποίος πλανήθηκε, απατήθηκε ή απειλήθηκε κατά τη δόση της δικαστικής πληρεξουσιότητας, τότε πρέπει να γίνει δεκτό, ότι αυτός μπορεί να προσβάλει με αίτηση αναψηλαφήσεως τη δικαστική απόφαση, που έχει εκδοθεί. Η προσβολή της δικαστικής αποφάσεως μπορεί να επιτευχθεί με ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 544 αρ. 4 ΚΠολΔ, στην οποία είναι δυνατό να υπαχθούν οι περιπτώσεις όχι μόνον της παντελούς ελλείψεως πληρεξουσιότητας, αλλά και εκείνες της ελαττωματικής χορήγησεώς της[60].

VI. Το εύρος της δικαστικής πληρεξουσιότητας

1. Η γενική δικαστική πληρεξουσιότητα

1.1. Η δικαστική πληρεξουσιότητα, που χορηγείται χωρίς κάποιο περιορισμό, καταλαμβάνει κατά το άρθρο 97 § 1 ΚΠολΔ όλες τις διαδικαστικές πράξεις, που είναι απαραίτητες για την προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του προσώπου, που την έχει χορηγήσει[61]. Έτσι, με κριτήριο το εύρος της, η πιο πάνω δικαστική πληρεξουσιότητα χαρακτηρίζεται ως γενική, με αυτή δε χορηγείται στον δικαστικό πληρεξούσιο η εξουσία να θέσει σε κίνηση κάθε είδους δίκη, εκτός από εκείνες τις δίκες, οι οποίες είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικά κατά την χορήγηση της πληρεξουσιότητας, και στο πλαίσιο μιας εκκρεμούς δίκης να επιχειρήσει όλες τις διαδικαστικές πράξεις, που απαιτούνται για να αποβεί η έκβαση της δίκης υπέρ των συμφερόντων του διαδίκου, που τον διόρισε. Περιλαμβάνεται λοιπόν η προβολή ισχυρισμών και ενστάσεων, καθώς και η άσκηση όλων των ενδίκων μέσων, εκτός εάν η δικαστική πληρεξουσιότητα περιορισθεί ρητά στη διεξαγωγή της δίκης σε πρώτο βαθμό. Ωστόσο και στην τελευταία περίπτωση ο δικαστικός πληρεξούσιος έχει εξουσία ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, καθώς επίσης και εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για την παράστασή του όμως στη δίκη σε δεύτερο βαθμό είναι απαραίτητη η χορήγηση νέας πληρεξουσιότητας.

Στο σημείο αυτό μπορεί να αναφερθεί, ότι σε περίπτωση προβολής από τον δικαστικό πληρεξούσιο μιας γνήσιας ενστάσεως, που συνεπάγεται την άσκηση ενός ουσιαστικού δικαιώματος[62], όπως συμβαίνει με την ένσταση συμψηφισμού[63], η δικαστική πληρεξουσιότητα δεν παρέχει μόνο εξουσίες διαμορφώσεως της διαδικασίας της εκκρεμούς δίκης, αλλά επίσης εξουσίες ασκήσεως και διαθέσεως δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου.

1.2. Στη συνέχεια τίθεται το ερώτημα, αν η δικαστική πληρεξουσιότητα, που χορηγείται για τη διεξαγωγή ενός δικαστικού αγώνα στα ημεδαπά δικαστήρια καλύπτει και τη διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Για την απάντηση στο ερώτημα πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι η διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής εντάσσεται λειτουργικά στη δίκη, που εκκρεμεί στα εθνικά δικαστήρια[64], αφού το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ερμηνεύει δεσμευτικά για τα εθνικά δικαστήρια εκείνες τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, ή αποφαίνεται, επίσης δεσμευτικά, σχετικά με το κύρος πράξεων των κοινοτικών οργάνων, η εφαρμογή των οποίων κρίνεται ως απαραίτητη για την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της μείζονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού, η ολοκλήρωση του οποίου με την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ελάσσονος προτάσεως στην μείζονα είναι απαραίτητη για την έκδοση αποφάσεως από το εθνικό δικαστήριο. Συνεπώς, η δικαστική πληρεξουσιότητα, που χορηγεί ο διάδικος για την προστασία των δικαιωμάτων του με την επιχείρηση κάθε απαραίτητης διαδικαστικής πράξεως, καλύπτει και την παράσταση του δικαστικού πληρεξουσίου στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά τη διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής[65].

Αντίθετα, η προαναφερθείσα δικαστική πληρεξουσιότητα δεν παρέχει την εξουσία ασκήσεως προσφυγής στα όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης, δηλαδή την Επιτροπή και το Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου[66], εφόσον με την προσφυγή τίθεται σε κίνηση μια νέα διαδικασία ενώπιον υπερεθνικών αρχών, που έχει σαν σκοπό τη διάγνωση της προσβολής των δικαιωμάτων του προσφεύγοντος από το κράτος μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης και ενδεχομένως και την καταδίκη του σε αποζημίωση του προσφεύγοντος. Συνακόλουθα είναι απαραίτητη η χορήγηση νέας πληρεξουσιότητας, που θα αναφέρεται ειδικά στη διαδικασία ενώπιον των οργάνων του Συμβουλίου της Ευρώπης[67].

2. Ο δικαστικός πληρεξούσιος ως αντίκλητος

2.1 Σημαντική από την άποψη των πρακτικών συνεπειών είναι η ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου ως αντικλήτου. Εφόσον ο πληρεξούσιος δικηγόρος έχει διορισθεί κατά τη διάταξη του άρθρου 96 ΚΠολΔ, δηλαδή είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, είτε με δήλωση στα πρακτικά του δικαστηρίου, τότε κατά τη διάταξη του άρθρου 143 § 1 ΚΠολΔ είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος του διαδίκου, που τον διόρισε, με συνέπεια να είναι δυνατό να γίνουν σ' αυτόν όλες οι επιδόσεις, που αφορούν την εκκρεμή δίκη, για τη διεξαγωγή της οποίας διορίσθηκε ως πληρεξούσιος, εκτός αν πρόκειται για επιδόσεις προσκλήσεων του διαδίκου προς επιχείρηση πράξεων αυτοπροσώπως, όπως για δόση όρκου[68], ή για εξέτασή του στο πλαίσιο της αποδεικτικής διαδικασίας κατά τους όρους των άρθρων 415 επ. ΚΠολΔ.

2.2 Αν όμως ο διάδικος διαμένει, ή εδρεύει στο εξωτερικό, ή είναι άγνωστης διαμονής, τότε η επίδοση γίνεται υποχρεωτικά στον αντίκλητο, εφόσον βέβαια εμπίπτει στον κύκλο των υποθέσεων, για τις οποίες έχει γίνει ο διορισμός του (άρθρο 143 § 4 ΚΠολΔ). Στο σημείο αυτό είναι ενδιαφέρον να εξετασθεί, αν η επίδοση στον πληρεξούσιο δικηγόρο και ταυτόχρονα αντίκλητο στην ημεδαπή είναι υποχρεωτική και στην περίπτωση που πρόκειται για τη διενέργεια επιδόσεων, που απευθύνονται σε νομικό πρόσωπο με έδρα στο εξωτερικό, το οποίο διατηρεί ωστόσο στην ημεδαπή έννομη τάξη γραφείο ή άλλη εγκατάσταση.

Μια συγκριτική ματιά επιτρέπει την παρατήρηση, ότι κατά το γερμανικό αστικό δικονομικό δίκαιο είναι δυνατή η επίδοση στο υποκατάστημα στη Γερμανία μιας εταιρείας, που εδρεύει στο εξωτερικό[69]. Η αποδοχή της δυνατότητας διενέργειας της επιδόσεως στο ημεδαπό υποκατάστημα της αλλοδαπής εταιρείας στηρίζεται αφενός μεν στον χαρακτηρισμό του υποκαταστήματος ως αντιπροσώπου της εταιρείας, με συνέπεια να είναι δυνατή η επίδοση κατά τις διατάξεις των §§ 183, 184 ΖΡΟ[70], αφετέρου δε στο δικαιοκρατικό επιχείρημα, ότι το υποκατάστημα συνιστά επέκταση στην ημεδαπή έννομη τάξη της εταιρείας, που εδρεύει στο εξωτερικό, εφόσον λειτουργεί υπό τον άμεσο έλεγχο και την εποπτεία της τελευταίας, έτσι ώστε να θεωρείται αυτονόητη η πλήρης ενημέρωση της εταιρείας για το περιεχόμενου του επιδιδόμενου εγγράφου και κατ' επέκταση η κατοχύρωση του δικαιώματος δικαστικής ακροάσεως[71].

Το επιτρεπτό της επιδόσεως ενός δικογράφου στο ημεδαπό υποκατάστημα μιας εταιρείας με έδρα στο εξωτερικό γίνεται δεκτό και από το αγγλικό δίκαιο[72], υπό την προϋπόθεση της καταφάσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας των αγγλικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της αγωγής, που αφορά το επιδιδόμενο δικόγραφο[73].

Επίσης κατά τη νομολογία των δικαστηρίων των Η.Π.Α. επιτρέπεται η διενέργεια επιδόσεως όχι μόνο στο υποκατάστημα μιας εταιρείας, που εδρεύει στο εξωτερικό, αλλά πολύ περισσότερο σε μια 100% θυγατρική της εταιρεία, η οποία ελέγχεται απόλυτα εκ μέρους της, ώστε να εξισώνεται λειτουργικά με τα υποκαταστήματά της ("mere department"), και εδρεύει σε μία από τις αμερικανικές πολιτείες[74].

Αντίθετα στο γαλλικό και στο ιταλικό δίκαιο δεν υφίσταται δυνατότητα επιδόσεως ενός εγγράφου στο ημεδαπό υποκατάστημα μιας αλλοδαπής εταιρείας, εφόσον κατά το γαλλικό και το ιταλικό σύστημα επιδόσεως σε περίπτωση, που το πρόσωπο, στο οποίο απευθύνεται το προς επίδοση έγγραφο, διαμένει ή εδρεύει στο εξωτερικό, χωρίς παράλληλα να έχει διορίσει αντίκλητο για την παραλαβή των εγγράφων στο εσωτερικό της γαλλικής, ή της ιταλικής έννομης τάξεως, η επίδοση ολοκληρώνεται με την εγχείριση του δικογράφου στην εισαγγελία του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η δίκη ("remise au parquet")[75]. Έτσι η πλασματική αυτή μορφή επιδόσεως, η οποία δεν επιβαρύνει τον ενάγοντα, τουλάχιστον χρονικά, περισσότερο από τις μορφές της εσωτερικής επιδόσεως, ικανοποιεί τις ανάγκες της πράξεως, αποτελώντας παράλληλα ανασταλτικό παράγοντα στην ανάπτυξη προβληματισμού για τον σχηματισμό μορφών εσωτερικής επιδόσεως ισοδύναμων με εκείνες της διεθνούς, που διενεργείται κατά τις διμερείς συνθήκες και κυρίως κατά την πολυμερή συνθήκη της Χάγης.

Το ελληνικό αστικό δικονομικό δίκαιο κινούμενο στο πνεύμα του γαλλικού συστήματος επιδόσεως περιορίζει σημαντικά τις δυνατότητες επιδόσεως ενός εγγράφου, που απευθύνεται σε νομικό πρόσωπο με έδρα στο εξωτερικό, στο γραφείο του ή σε άλλη εγκατάστασή του στην Ελλάδα.

Αποφασιστική για την επίδοση σε νομικό πρόσωπο είναι η διάταξη του άρθρου 126 § 1 δ ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η επίδοση σε νομικά πρόσωπα γίνεται στο κατά το νόμο, ή το καταστατικό εκπρόσωπό τους[76].

Περαιτέρω δε η επίδοση του εγγράφου στον εκπρόσωπο του νομικού προσώπου διενεργείται και τους όρους των διατάξεων των άρθρων 124, 125, 127 § 1, 129 και 130 ΚΠολΔ, δηλαδή καταρχήν στο γραφείο του τελευταίου, εκτός εάν αυτός συναινέσει να παραλάβει το έγγραφο σε άλλο χώρο. Εάν ο εκπρόσωπος δεν βρίσκεται στο γραφείο του, οι δε συνεργάτες ή υπάλληλοί του είτε αρνηθούν να παραλάβουν το έγγραφο είτε να υπογράψουν την έκθεση επιδόσεως, ή δεν υπάρχουν συνεργάτες ούτε υπάλληλοι, τότε το έγγραφο πρέπει να θυροκολληθεί[77].

Οι πιο πάνω ρυθμίσεις, που αναφέρονται στην επίδοση στο εσωτερικό, μπορούν δύσκολα να εφαρμοσθούν για τη διενέργεια επιδόσεως σε ημεδαπό γραφείο νομικού προσώπου, που εδρεύει στο εξωτερικό, αφού ο εκπρόσωπός του, ή τα πρόσωπα που απαρτίζουν το όργανο, που το εκπροσωπεί, βρίσκονται στον τόπο, όπου ασκείται η διοίκηση του νομικού προσώπου και συνεπώς εντοπίζεται η πραγματική του έδρα. Μόνον εάν τα πρόσωπα αυτά βρεθούν, συνήθως τυχαία, στο γραφείο του νομικού προσώπου στην ημεδαπή, είναι δυνατή η επίδοση του εγγράφου, εφόσον βέβαια εκείνα δεχθούν να το παραλάβουν[78].

Η επίδοση στον επικεφαλής του γραφείου είναι δυνατή εάν αυτός έχει διορισθεί αντίκλητος του νομικού προσώπου στην ημεδαπή, με συνέπεια να έχει εξουσία παραλαβής εγγράφων, που απευθύνονται σ' αυτό. Επίσης, αν στον τελευταίο χορηγηθεί η εξουσία να εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο κατά τη διεξαγωγή δικών στην ημεδαπή έννομη τάξη, τότε είναι δυνατή η επίδοση των σχετικών δικογράφων στον επικεφαλής του ημεδαπού γραφείου του αλλοδαπού νομικού προσώπου.

Στις περιπτώσεις αυτές οι επιδόσεις των δικογράφων είναι δυνατό να γίνουν είτε στον επικεφαλής του γραφείου, είτε στον κατά τη διάταξη του άρθρου 143 § 1 ΚΠολΔ ως αντίκλητο θεωρούμενο πληρεξούσιο δικηγόρο του.

Αν όμως ο επικεφαλής του γραφείου δεν έχει εξουσία παραλαβής δικογράφων, τότε η επίδοση των τελευταίων γίνεται υποχρεωτικά κατά τη διάταξη του άρθρου 143 § 4 ΚΠολΔ στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο, εκτός αν εκείνος που θέτει σε κίνηση τη διαδικασία της επιδόσεως, επιλέξει την οδό της επιδόσεως στο εξωτερικό κατά τις διατάξεις της Συμβάσεως της Χάγης, ή εκείνες των διμερών συνθηκών.

3. Η εξουσία του δικαστικού πληρεξουσίου για την επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως

Η δικαστική πληρεξουσιότητα καταλαμβάνει κατά τη διάταξη του άρθρου 97 § 1 ΚΠολΔ και την επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση της απαιτήσεως, που επιδικάσθηκε με την απόφαση, που εκδόθηκε στη δίκη, στην οποία είχε παραστεί ο πληρεξούσιος δικηγόρος. Ο τελευταίος έχει επίσης την εξουσία της αντιπροσωπεύσεως του διαδίκου σε όλες τις δίκες, οι οποίες δημιουργούνται στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτελέσεως.

Για την επίδοση των δικογράφων των ανακοπών και αιτήσεων, που ασκούνται από τον καθού η εκτέλεση και στρέφονται εναντίον του δανειστή, που επισπεύδει την αναγκαστική εκτέλεση, προβλέπει η διάταξη του άρθρου 924 εδ. 3 ΚΠολΔ το διορισμό αντικλήτου στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου του τόπου της εκτελέσεως με την επιταγή προς εκτέλεση ή με αυτοτελές δικόγραφο, ενώ αν δεν υπάρξει διορισμός αντικλήτου, τότε θεωρείται ως αντίκλητος ο δικηγόρος, που υπέγραψε την επιταγή.

4. Η ειδική δικαστική πληρεξουσιότητα

4.1 Η γενική δικαστική πληρεξουσιότητα, δηλαδή εκείνη που χορηγείται για την αντιπροσώπευση του διαδίκου στο πλαίσιο ορισμένης, ή κάθε δίκης, η οποία κατά τη διάταξη του άρθρου 97 § 1 ΚΠολΔ χορηγεί στον πληρεξούσιο δικηγόρο την εξουσία να επιχειρεί όλες της απαραίτητες για την προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων του διαδίκου διαδικαστικές πράξεις, δεν καλύπτει ωστόσο, αφενός μεν την επιχείρηση ορισμένων διαδικαστικών πράξεων, αφετέρου δε τη διεξαγωγή ορισμένων δικών.

Έτσι, για να γίνει παραίτηση από το δικαίωμα, που ασκήθηκε με την αγωγή, ή αντίστοιχα αποδοχή του αιτήματος της αγωγής, καθώς και δικαστικός συμβιβασμός, είναι απαραίτητη κατά τη διάταξη του άρθρου 98 εδ. β ΚΠολΔ η χορήγηση ειδικής πληρεξουσιότητας[79], δηλαδή εκείνης, που αναφέρεται ειδικά στην επιχείρηση της συγκεκριμένης διαδικαστικής πράξεως. Η ειδική πληρεξουσιότητα απαιτείται λόγω της ιδιαίτερα αποφασιστικής σημασίας των πιο πάνω πράξεων για την εξέλιξη της δίκης, αφού με την επιχείρησή τους ο διάδικος προβαίνει δια του δικαστικού του πληρεξουσίου σε διάθεση του αντικειμένου της δίκης[80]. Επίσης, η χορήγηση ειδικής πληρεξουσιότητας είναι απαραίτητη για την προσβολή εγγράφου ως πλαστού[81], λόγω των σοβαρών συνεπειών της προβολής της ενστάσεως πλαστογραφίας, με την οποία γίνεται επίκληση της νοθεύσεως του περιεχομένου ενός εγγράφου και κατονομάζεται το πρόσωπο, στο οποίο αποδίδεται η νόθευση[82]. Αντίθετα, σε περίπτωση αμφισβητήσεως της γνησιότητας ενός εγγράφου, δηλαδή της αμφισβητήσεως της προελεύσεως του εγγράφου, από το πρόσωπο, που εμφανίζεται ως εκδότης του, όπου βέβαια δεν αποδίδεται μομφή για τη νόθευση του περιεχομένου του εγγράφου κατά συγκεκριμένου προσώπου[83], αρκεί η γενική πληρεξουσιότητα, που έχει δοθεί για τη διεξαγωγή της δίκης.

Η χορήγηση ειδικής δικαστικής πληρεξουσιότητας είναι από την άλλη πλευρά απαραίτητη όχι για την επιχείρηση μεμονωμένων διαδικαστικών πράξεων, αλλά για τη θέση σε κίνηση συγκεκριμένης δίκης, ή για την συμμετοχή σε αυτή. Απαιτείται λοιπόν, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 98 εδ. α ΚΠολΔ ειδική πληρεξουσιότητα σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής κακοδικίας, καθώς και συμμετοχής σε δίκη σχετικά με γαμικές διαφορές, ή διαφορές μεταξύ γονέων και παιδιών, λόγω της σημασίας και των σοβαρών συνεπειών, που έχουν κυρίως για το πρόσωπο των διαδίκων οι προαναφερθείσες δίκες[84].

Ειδική πληρεξουσιότητα είναι τέλος απαραίτητη για τη σύναψη από το δικαστικό πληρεξούσιο συμφωνίας διαιτησίας, με την οποία αποκλείεται η πρόσβαση των συμβαλλομένων μερών στη δικαιοδοσία των πολιτειακών δικαστηρίων[85] για την εκδίκαση ορισμένων υποθέσεων, που έχουν προκύψει, ή θα προκύψουν από τις μεταξύ τους υφιστάμενες συναλλακτικές σχέσεις.

Βέβαια, αφού με τη σύναψη της διαιτητικής συμφωνίας θεμελιωθεί η δικαιοδοσία των διαιτητικών δικαστηρίων, οι δε διάδικοι επιθυμούν να συμμετάσχουν στη διαιτητική δίκη όχι αυτοπροσώπως, όπως είναι δυνατό κατά τη διάταξη του άρθρου 886 § 3 ΚΠολΔ[86], αλλά δια δικαστικού πληρεξουσίου, τότε δεν είναι απαραίτητη η χορήγηση πληρεξουσιότητας, που θα αναφέρεται ειδικά στη θέση σε κίνηση της διαιτητικής δίκης και στη συμμετοχή του διαδίκου δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του στη διαιτητική διαδικασία, αλλά αρκεί η ύπαρξη γενικής πληρεξουσιότητας, με την οποία έχει δοθεί στον πληρεξούσιο δικηγόρο η εξουσία να επιχειρεί όλες τις δικαστικές ενέργειες, που είναι απαραίτητες για την επιδίωξη και προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου.

4.2 Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί, ότι αν έχει χορηγηθεί ειδική πληρεξουσιότητα για τη θέση σε κίνηση των δικών, που προαναφέρθηκαν, ή τη συμμετοχή σ' αυτές, τότε είναι αναμφισβήτητο, ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος έχει εξουσία να επιχειρεί όλες εκείνες τις διαδικαστικές πράξεις, τις οποίες μπορεί να επιχειρεί και ο εφοδιασμένος με γενική πληρεξουσιότητα δικηγόρος στις συνήθεις δίκες. Επίσης και εδώ ο δικαστικός πληρεξούσιος έχει την ιδιότητα του αντικλήτου, με συνέπεια να μπορεί να παραλαμβάνει όλα τα δικόγραφα, που αφορούν τη δίκη για την οποία έχει διορισθεί. Τίθεται όμως το ερώτημα, αν η ειδική πληρεξουσιότητα, που έχει χορηγηθεί για τη διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, καταλαμβάνει επίσης την παραίτηση από το δικαίωμα της αγωγής, ή αντίστοιχα την αποδοχή του αιτήματος της τελευταίας, καθώς και την σύναψη δικαστικού συμβιβασμού, ή αν για τη διενέργεια αυτών των διαδικαστικών πράξεων είναι απαραίτητη η χορήγηση περαιτέρω πληρεξουσιότητας, που αναφέρεται ειδικά στην επιχείρηση κάθε συγκεκριμένης πράξεως. Αν ληφθεί υπόψη, ότι η δικαστική πληρεξουσιότητα, που χορηγείται ειδικά για τη διεξαγωγή ορισμένης δίκης, απαιτείται, όπως ήδη αναφέρθηκε, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας και των σοβαρών συνεπειών, που κρίνεται, ότι λόγω του χαρακτήρα της θα επιφέρει η δίκη αυτή, ενώ η δικαστική πληρεξουσιότητα, που απαιτείται για την έγκυρη επιχείρηση ορισμένων διαδικαστικών πράξεων, που συνεπάγονται διάθεση του αντικειμένου της δίκης, συνδέεται με τη σημασία και τις συνέπειες των πράξεων αυτών, που τις διακρίνουν από τις υπόλοιπες διαδικαστικές πράξεις, που επιχειρούνται στο πλαίσιο μιας δίκης, διαπιστώνεται διαφορετική τελολογία των δύο ειδών ειδικής πληρεξουσιότητας. Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτό, ότι παρά την χορήγηση ειδικής πληρεξουσιότητας για τη διεξαγωγή ορισμένης δίκης, η έγκυρη παραίτηση από το δικαίωμα της αγωγής, η αποδοχή του αιτήματος της αγωγής, καθώς και ο δικαστικός συμβιβασμός προϋποθέτουν την χορήγηση εκ νέου πληρεξουσιότητας, η οποία θα αναφέρεται ειδικά στην επιχείρηση των πιο πάνω διαδικαστικών πράξεων, εφόσον η λειτουργία της πρώτης δεν καλύπτει την τελολογία της δεύτερης.

VII. Οι συνέπειες της ελλείψεως δικαστικής πληρεξουσιότητας

1. Αν ο διάδικος αντιπροσωπευθεί στη δίκη από δικηγόρο, στον οποίο δεν έχει χορηγήσει δικαστική πληρεξουσιότητα, συμμετέχει παρ' όλα αυτά στη δίκη, με συνέπεια να ισχύουν απέναντί του τόσο η εκκρεμοδικία, όσο και οι έννομες συνέπειες της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, δεδομένου ότι αυτή δεν θα μπορούσε ποτέ να χαρακτηρισθεί ως ανυπόστατη, ή ως αυτοδικαίως άκυρη[87].

Εφόσον ο προσδιορισμός της έννοιας του διαδίκου γίνεται κατά επικρατήσασα άποψη σύμφωνα με το τυπικό κριτήριο, δηλαδή αρκεί για να προσλάβει κάποιος την ιδιότητα του διαδίκου να φέρεται ως ενάγων, ή εναγόμενος σε ορισμένη αγωγή[88], περαιτέρω δε να πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο[89], η δίκη τίθεται σε κίνηση και ολοκληρώνεται έγκυρα με την έκδοση αποφάσεως, χωρίς να συντρέχει περίπτωση ακυρότητας της τελευταίας κατά τη διάταξη του άρθρου 313 § 1 δ ΚΠολΔ.

Βέβαια, αν το δικαστήριο ελέγξει, όπως οφείλει, αυτεπάγγελτα την ύπαρξη δικαστικής πληρεξουσιότητας[90], διαπιστώσει δε, ότι δεν υφίσταται έγκυρη δικαστική πληρεξουσιότητα, ή ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος έχει υπερβεί τα όρια της τελευταίας, τότε ο διάδικος πρέπει να δικασθεί ερήμην.

Εφόσον με την χορήγηση δικαστικής πληρεξουσιότητα αποκτά ο διάδικος ικανότητα προς το δικολογείν, η οποία δεν αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής, αλλά προϋπόθεση του κύρους των επιμέρους διαδικαστικών πράξεων[91], οδηγεί η έλλειψή της σε αδυναμία του διαδίκου να επιχειρήσει έγκυρα διαδικαστικές πράξεις και να προβάλει παραδεκτά ισχυρισμούς, με συνέπεια, παρά την φυσική του παρουσία στο ακροατήριο του δικαστηρίου, να θεωρείται δικονομικά απών[92].

2. Αν το δικαστήριο δεν αντιληφθεί την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, η απόφαση, που θα εκδοθεί, πάσχει, εφόσον ο διάδικος δεν ενέκρινε στο μεταξύ τη διεξαγωγή της δίκης από εκείνον, που εμφανίσθηκε ως δικαστικός του πληρεξούσιος. Η παράσταση ψευδοπληρεξουσίου στη δίκη συνιστά μάλιστα λόγο αναψηλαφήσεως, ο οποίος προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 544 αριθ. 4 ΚΠολΔ, πρέπει δε να αναφερθεί, ότι το σχετικό ελάττωμα της αποφάσεως μπορεί να προβληθεί και ως λόγος εφέσεως[93], όχι όμως ως λόγος ανακοπής ερημοδικίας[94], εφόσον ο ψευδοπληρεξούσιος επιχείρησε όλες τις απαραίτητες για την εκπροσώπηση του διαδίκου διαδικαστικές πράξεις. Βέβαια, αν ο ψευδοπληρεξούσιος επιχείρησε αρχικά ορισμένες διαδικαστικές πράξεις, στη συνέχεια όμως δεν παρέστη στη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η οριστική απόφαση, με συνέπεια ο διάδικος να δικασθεί ερήμην, τότε αυτός μπορεί να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας και να ζητήσει την εξαφάνιση της ερήμην αποφάσεως υποστηρίζοντας, ότι η εμπλοκή του ψευδοπληρεξουσίου στη δίκη του στέρησε τη δυνατότητα της παραστάσεως κατά τη συζήτηση στο δικαστήριο, έπειτα από την οποία εκδόθηκε η ερήμην απόφαση, γεγονός, το οποίο ο ίδιος δεν μπορούσε να αποτρέψει, ακόμα και αν επιδείκνυε κάθε επιμέλεια[95], κάτι που μπορεί να θεμελιωθεί, αν η κλήση για συζήτηση είχε επιδοθεί στον ψευδοπληρεξούσιο, ο δε διάδικος δεν μπορούσε να λάβει γνώση με κανέναν άλλο τρόπο για την εκκρεμή δίκη[96]. Η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας δεν είναι ωστόσο απαραίτητη, αφού η άσκηση εφέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως οδηγεί ευκολότερα στην εξαφάνιση της τελευταίας, δεδομένου ότι ο διάδικος δεν χρειάζεται να επικαλεσθεί και να αποδείξει, ότι η εμπλοκή του ψευδοπληρεξουσίου δημιούργησε κατάσταση ανώτερης βίας, η οποία προκάλεσε την ερημοδικία του.

3. Η θεμελίωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, λόγου αναψηλαφήσεως είναι ιδιαίτερα σημαντική για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του διαδίκου, ο οποίος έρχεται ξαφνικά αντιμέτωπος με μια δικαστική απόφαση, που εκδίδεται σε βάρος του, δεδομένου ότι η παρουσία του ψευδοπληρεξουσίου δεν του έχει επιτρέψει να λάβει γνώση για τον εκκρεμή δικαστικό αγώνα, αφού η προθεσμία για την άσκηση αναψηλαφήσεως τίθεται σε κίνηση κατά τη διάταξη του άρθρου 545 § 3 γ ΚΠολΔ από την επίδοση της αποφάσεως προσωπικά σ' αυτόν.

Έτσι, αν ο διάδικος διαμένει στο εξωτερικό, έπειτα δε από πλασματική επίδοση κατά τη διάταξη του άρθρου 134 ΚΠολΔ της αγωγής, που στρέφεται εναντίον του, εμφανισθεί ψευδοπληρεξούσιος, ο οποίος σε συμπαιγνία με τον αντίδικο προκαλέσει ή επιτρέψει την απώλεια της δίκης για το διάδικο, που δήθεν αντιπροσωπεύει, η προθεσμία του άρθρου 545 § 3 γ ΚΠολΔ για την άσκηση αναψηλαφήσεως τίθεται σε κίνηση από τον χρόνο της πραγματικής επιδόσεως της αποφάσεως στο διάδικο, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατό να αρκεί η πλασματική επίδοση κατά το άρθρο 134 ΚΠολΔ, αφού η τελευταία δεν εξασφαλίζει την προσωπική γνώση του διαδίκου για το περιεχόμενο της αποφάσεως, όπως επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 545 § 3 γ ΚΠολΔ[97].

4. Η εξαφάνιση της αποφάσεως έπειτα από την επιτυχή άσκηση ενδίκων μέσων εναντίον της ανατρέπει ουσιαστικά το αποτέλεσμα των διαδικαστικών πράξεων, που είχε διενεργήσει ο ψευδοπληρεξούσιος, με συνέπεια να μην είναι πλέον απαραίτητο να τις ανακαλέσει ο διάδικος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 104 ΚΠολΔ, αν διαπιστωθεί, ότι δεν υφίσταται δικαστική πληρεξουσιότητα, τότε κηρύσσονται άκυρες όλες οι διαμορφωτικές διαδικαστικές πράξεις, που έχει επιχειρήσει ο ψευδοπληρεξούσιος. Αντίστοιχα απορρίπτονται ως απαράδεκτες όλες οι επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, που επιχείρησε ο τελευταίος.

Σε περίπτωση όμως, που ο διάδικος αντιληφθεί, ότι αντιπροσωπεύεται στη δίκη από ψευδοπληρεξούσιο, τότε είναι επιβεβλημένη η εμφάνισή του στη δίκη κατά την επόμενη στάση της, την οποία μπορεί ο ίδιος να προκαλέσει, ή την επιχείρηση της επόμενης διαδικαστικής πράξεως, για να θέσει με δήλωσή του εκτός δίκης τον ψευδοπληρεξούσιο, εφόσον διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να θεωρηθεί, ότι εγκρίνει τη διεξαγωγή της δίκης από τον τελευταίο[98]. Στις περιπτώσεις, που δεν είναι δυνατή η αυτοπρόσωπη παράσταση του διαδίκου, τότε αυτός πρέπει να διορίσει δικαστικό πληρεξούσιο κατά τους όρους της διατάξεως του άρθρου 96 ΚΠολΔ, ο οποίος θα προβεί στη δήλωση περί ελλείψεως εξουσίας αντιπροσωπεύσεως του δικηγόρου, που εμφανίσθηκε ως δικαστικός πληρεξούσιος. Η δήλωση αυτή έχει σαν συνέπεια να κηρυχθούν άκυρες κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 104 ΚΠολΔ όλες οι διαμορφωτικές διαδικαστικές πράξεις, που είχε διενεργήσει ο ψευδοπληρεξούσιος[99], οι δε επιτευκτικές πράξεις, όπως η αγωγή, να απορριφθούν ως απαράδεκτες.

Αν ο ψευδοπληρεξούσιος θέσει σε κίνηση τη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως, τότε εκείνος, που εμφανίζεται ως επισπεύδων δανειστής μπορεί να παραιτηθεί από την επιταγή προς εκτέλεση, να ανακαλέσει την εντολή προς εκτέλεση, ή σε περίπτωση, που έχει επιβληθεί κατάσχεση, να παραιτηθεί απ' αυτή, καταργώντας με τον τρόπο αυτό την εκτελεστική διαδικασία.

VIII. Το εφαρμοστέο δίκαιο στη δικαστική πληρεξουσιότητα

1. Η πληρεξουσιότητα, που χορηγείται για την επιχείρηση δικαιοπραξιών στον χώρο του ουσιαστικού δικαίου, διέπεται, σχετικά με την ρύθμιση των θεμάτων του περιεχομένου και του εύρους της, από το δίκαιο της έννομης τάξεως, στην οποία επιχειρεί τη δικαιοπραξία ο πληρεξούσιος[100].

Η σύνδεση με την προαναφερθείσα έννομη τάξη γίνεται δεκτή από το δίκαιο συγκρούσεως πολλών εθνικών εννόμων τάξεων, αλλά πρέπει ωστόσο να αναφερθεί, ότι σε περίπτωση χορηγήσεως πληρεξουσιότητας για την επιχείρηση δικαιοπραξιών στο εσωτερικό περισσότερων της μιας εννόμων τάξεων δημιουργείται έντονη αβεβαιότητα σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο. Για τον λόγο αυτό μπορεί να γίνει δεκτό, ότι στην πιο πάνω περίπτωση η πληρεξουσιότητα διέπεται από το δίκαιο της έννομης τάξεως, στην οποία βρίσκεται η κατοικία του πληρεξουσιοδότη[101], στο πρόσωπο του οποίου επέρχονται τα αποτελέσματα των δικαιοπραξιών, που επιχειρεί ο πληρεξούσιος.

Η δικαστική πληρεξουσιότητα αποτελεί ωστόσο, όπως ήδη αναφέρθηκε, θεσμό του δικονομικού δικαίου, η δε δόση της συνιστά διαδικαστική πράξη, με συνέπεια να είναι δυνατό να υποστηριχθεί εύλογα, ότι οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της δικαστικής πληρεξουσιότητας, καθώς και το εύρος της ρυθμίζονται από το δίκαιο της έννομης τάξεως, στην οποία πρόκειται να επιχειρηθούν οι διαδικαστικές πράξεις, που καλύπτει η δικαστική πληρεξουσιότητα[102].

Το γεγονός της χορηγήσεως της δικαστικής πληρεξουσιότητας στο εσωτερικό έννομης τάξεως άλλης από εκείνη, στην οποία θα διενεργηθούν οι διαδικαστικές πράξεις, δεν επηρεάζει την εφαρμογή του δικαίου της τελευταίας, αφού δεν πρέπει να θεωρηθεί ως αποφασιστικός ο τόπος χορηγήσεως της δικαστικής πληρεξουσιότητας, αλλά η λειτουργική της ένταξη σε ορισμένη διαδικασία, που διεξάγεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις συγκεκριμένης έννομης τάξεως.

Αν η δικαστική πληρεξουσιότητα χορηγείται για την επιχείρηση διαδικαστικών πράξεων στο εσωτερικό περισσότερων έννομων τάξεων, τότε αυτή πρέπει να πληρεί τις προϋποθέσεις, που θέτει κάθε μία από τις πιο πάνω έννομες τάξεις, ενώ επίσης το εύρος της προσδιορίζεται - ενδεχομένως με διαφορετικό τρόπο - κατά τους όρους των σχετικών διατάξεων κάθε έννομης τάξεως, στο εσωτερικό της οποίας επιχειρεί διαδικαστικές πράξεις ο δικαστικός πληρεξούσιος.

2. Περαιτέρω γεννιέται το ερώτημα, αν το δίκαιο της έννομης τάξεως, στην οποία δρα ο δικαστικός πληρεξούσιος, διέπει επίσης τα θέματα του τύπου της δόσεως της δικαστικής πληρεξουσιότητας. Ο χαρακτηρισμός της τελευταίας ως διαδικαστικής πράξεως οδηγεί εύκολα σε καταφατική απάντηση, πρέπει ωστόσο να ληφθεί υπόψη, ότι με τον τρόπο αυτό ζητάμε από τον πληρεξουσιοδότη να τηρήσει έναν τύπο, που επιβάλλεται από αλλοδαπή έννομη τάξη, σε περίπτωση μάλιστα, που η δικαστική πληρεξουσιότητα αναφέρεται σε διαδικαστικές πράξεις, που πρόκειται να επιχειρηθούν σε περισσότερες της μιας έννομες τάξεις, τότε είναι απαραίτητο ο τύπος της δόσεως της πληρεξουσιότητας να ανταποκρίνεται στις ενδεχομένως διαφορετικές απαιτήσεις όλων των εννόμων τάξεων.

Η βαρύτητα των πιο πάνω επιχειρημάτων είναι όμως σχετική, αφού εκείνος, που θέλει να προβεί σε διαδικαστικές πράξεις στο εσωτερικό μιας αλλοδαπής έννομης τάξεως, μπορεί θαυμάσια να πληροφορηθεί τον εκεί απαιτούμενο τύπο και να ζητήσει την περιβολή της πράξεως χορηγήσεως της πληρεξουσιότητας στον λειτουργικά αντίστοιχο τύπο της έννομης τάξεως της κατοικίας του, ενώ αν θέλει να θέσει σε κίνηση διαδικασίες σε περισσότερες της μιας έννομες τάξεις, τότε μπορεί να χορηγήσει αντίστοιχα περισσότερες δικαστικές πληρεξουσιότητες τηρώντας παράλληλα τον κατά το δίκαιο της κάθε μιας έννομης τάξεως απαιτούμενο τύπο.

Μόνον αν γίνει δεκτή και ως προς τον τύπο της δικαστικής πληρεξουσιότητας η οπωσδήποτε ιδιαίτερα ευνοϊκή για τον πληρεξουσιοδότη ρύθμιση, που ισχύει για τον τύπο της πληρεξουσιότητας του ουσιαστικού δικαίου[103], σύμφωνα με την οποία η τελευταία χορηγείται έγκυρα αρκεί να πληρούνται οι απαιτήσεις είτε της έννομης τάξεως, στην οποία λαμβάνει χώρα η πράξη χορηγήσεως της πληρεξουσιότητας, είτε εκείνης, στην οποία θα επιχειρηθούν οι δικαιοπραξίες, που αφορά η πληρεξουσιότητα[104], θα είναι δυνατή από τον πληρεξουσιοδότη η τήρηση του τύπου, που επιβάλλουν οι δικονομικές διατάξεις της έννομης τάξεως της κατοικίας του.

Με τον τρόπο όμως αυτό οδηγούμαστε στην εφαρμογή, ως προς τον τύπο μιας διαδικαστικής πράξεως, δικαίου άλλου από εκείνο, που διέπει το περιεχόμενο και τις έννομες συνέπειές της, κατά παράβαση βασικής αρχής του δικονομικού διεθνούς δικαίου, σύμφωνα με την οποία οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται αποκλειστικά και στο σύνολό τους από τις δικονομικές διατάξεις, που διέπουν τη διαδικασία, στην οποία αυτές εντάσσονται και λειτουργούν[105].

Η πιο πάνω αρχή αποσκοπεί αφενός μεν στον αποκλεισμό της διασπάσεως της ενότητας ("depeage") των διαδικαστικών πράξεων με την εφαρμογή του δικαίου διαφορετικών εννόμων τάξεων στα επιμέρους στοιχεία τους, γεγονός, που δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς το κύρος τους και κατά συνέπεια διαταράσσει την ασφάλεια της δίκης, αφετέρου δε στην αποτροπή διαταράξεως της κυριαρχίας του κράτους, στο οποίο διεξάγεται η διαδικασία, στοιχείο της οποίας είναι επίσης η οργάνωση της παροχής δικαστικής προστασίας αποκλειστικά κατά τους δικονομικούς κανόνες του κράτους αυτού.

Για τους λόγους αυτούς προτείνεται η αποδοχή της εφαρμογής τόσο για την ρύθμιση του περιεχομένου και του εύρους της δικαστικής πληρεξουσιότητας, όσο και για τον προσδιορισμό του τύπου, στον οποίο πρέπει να περιβληθεί η πράξη χορηγήσεως της τελευταίας, του δικαίου της έννομης τάξεως, στην οποία πρόκειται να επιχειρηθούν οι διαδικαστικές πράξεις, που αφορά η δικαστική πληρεξουσιότητα.

3. Έτσι όμως το δίκαιο, που διέπει τη δικαστική πληρεξουσιότητα, δεν ταυτίζεται απαραίτητα με το δίκαιο, που εφαρμόζεται στην υποκείμενη έννομη σχέση[106], συνήθως σχέση εντολής, που, όπως ήδη αναφέρθηκε, συνδέει τον διάδικο με τον δικαστικό του πληρεξούσιο. Η τελευταία χαρακτηρίζεται ως έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου, με συνέπεια το εφαρμοστέο δίκαιο να προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου συγκρούσεως του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου φέρονται προς δικαιοδοτική κρίση αξιώσεις, που απορρέουν από την προαναφερθείσα έννομη σχέση. Σύμφωνα λοιπόν με τη διάταξη του άρθρου 3 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης του 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, η οποία έπειτα από την κύρωσή της με το νόμο 1792/1988 ισχύει από την 1η Απριλίου 1991 και στην Ελλάδα[107], τον πρώτο λόγο έχει η βούληση των συμβαλλομένων μερών, με συνέπεια αυτά να μπορούν να επιλέξουν το εφαρμοστέο δίκαιο με τη θέση σχετικής ρήτρας στη σύμβαση[108]. Σε περίπτωση ωστόσο, που τα μέρη δεν κάνουν επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου, τότε κατά τη διάταξη του άρθρου 4 § 1 της Συμβάσεως της Ρώμης "η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας, με την οποία συνδέεται στενότερα". Πρέπει να γίνει δεκτό, ότι η σύμβαση εντολής, με την οποία ο διάδικος και ορισμένος δικηγόρος αναλαμβάνουν αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις ως προς τη διεξαγωγή ενός δικαστικού αγώνα, ή την επιχείρηση διαδικαστικών πράξεων, ρυθμίζεται από τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες της έννομης τάξεως, το δικονομικό δίκαιο της οποίας διέπει τη δικαστική πληρεξουσιότητα, εφόσον με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η εφαρμογή των κανόνων της ίδιας έννομης τάξεως στο σύνολο των εννόμων σχέσεων, που διέπουν τη δράση του δικαστικού πληρεξουσίου, γεγονός που περιορίζει το ενδεχόμενο εμφανίσεως χωλών εννόμων σχέσεων, έτσι ώστε να εμπεδώνεται ασφάλεια δικαίου ως προς τη δράση του δικαστικού πληρεξουσίου. Επίσης, αν ληφθεί υπόψη, ότι ως δικαστικός πληρεξούσιος επιλέγεται συνήθως δικηγόρος εγκατεστημένος στην έννομη τάξη του δικαστηρίου, στο οποίο διεξάγεται η δίκη, η δράση του οποίου διέπεται από ορισμένους κανόνες αναγκαστικού δικαίου της τελευταίας, που προσδιορίζουν και περιορίζουν το περιεχόμενο της υποκείμενης έννομης σχέσεως, όπως συμβαίνει με τον προσδιορισμό κατώτατων ορίων αμοιβών των πληρεξουσίων δικηγόρων, επιτυγχάνεται η υπαγωγή και των υπόλοιπων όρων της στους κανόνες της ίδιας έννομης τάξεως, έτσι ώστε να αποφεύγεται η διάσπασή της ("depeage").

Εξάλλου, στην τελευταία περίπτωση, οδηγεί στην εφαρμογή του δικαίου της προαναφερθείσας έννομης τάξεως και η διάταξη του άρθρου 4 § 2 της Συμβάσεως της Ρώμης, σύμφωνα με την οποία τεκμαίρεται, ότι η συμβατική έννομη σχέση συνδέεται στενότερα με την έννομη τάξη, στην οποία βρίσκεται η κύρια επαγγελματική εγκατάσταση του συμβαλλόμενου μέρους, το οποίο οφείλει να εκπληρώσει την χαρακτηριστική παροχή[109], δηλαδή για την έμμισθη εντολή με την έννομη τάξη της επαγγελματικής εγκαταστάσεως του δικηγόρου.

Βέβαια, αν η απελευθέρωση της ασκήσεως των νομικών επαγγελμάτων στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως επιτρέψει στους δικηγόρους να παρέχουν υπηρεσίες και σε άλλα κράτη μέλη της Ενώσεως εκτός του κράτους της έδρας τους, χωρίς να είναι απαραίτητη η εγκατάστασή τους σ' αυτά, τότε εμφανίζεται ως ιδιαίτερα υψηλή η πιθανότητα να υπάρξει διάσταση μεταξύ του δικαίου, που διέπει τη δικαστική πληρεξουσιότητα και εκείνου, που εφαρμόζεται στην υποκείμενη έννομη σχέση.

Αν δεν έχει συμφωνηθεί από τα μέρη η εφαρμογή ορισμένου δικαίου, τότε από τη διάταξη του άρθρου 4 § 2 της Συμβάσεως της Ρώμης καθιερώνεται, όπως ήδη αναφέρθηκε, τεκμήριο, ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με την έννομη τάξη, στην οποία έχει εγκατασταθεί ο αντισυμβαλλόμενος, που αναλαμβάνει την εκπλήρωση της χαρακτηριστικής παροχής, δηλαδή, στην περίπτωση της συνάψεως έμμισθης εντολής με δικηγόρο, με την έννομη τάξη της εγκαταστάσεως του τελευταίου.

Επομένως, η μεν δικαστική πληρεξουσιότητα θα διέπεται από το δικονομικό δίκαιο, το οποίο ρυθμίζει τις διαδικαστικές πράξεις, που επιχειρεί ο δικαστικός πληρεξούσιος, ενώ η υποκείμενη έννομη σχέση θα διέπεται από το δίκαιο της έννομης τάξεως, στην οποία έχει εγκατασταθεί ο πληρεξούσιος δικηγόρος.

Τίθεται ωστόσο το ερώτημα, μήπως στις περιπτώσεις της συμβάσεως εντολής, που συνάπτεται με δικηγόρο, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να επιχειρήσει ορισμένες διαδικαστικές πράξεις, πρέπει να θεωρηθεί ως πλέον αποφασιστικός ο σύνδεσμος με την έννομη τάξη, στην οποία θα δράσει ο εντολοδόχος δικηγόρος και όχι ο σύνδεσμος με την έννομη τάξη της επαγγελματικής εγκαταστάσεως του τελευταίου, έτσι ώστε να μην εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 4 § 2 της Συμβάσεως της Ρώμης. Με τον τρόπο αυτό η υποκείμενη της δικαστικής πληρεξουσιότητας έννομη σχέση της έμμισθης εντολής διέπεται από τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις εκείνης της έννομης τάξεως, το δικονομικό δίκαιο της οποίας διέπει τα της δόσεως, του περιεχομένου και των εννόμων συνεπειών της δικαστικής πληρεξουσιότητας, άσχετα από τον τόπο της επαγγελματικής εγκαταστάσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου.

IX. Η αναγνώριση αλλοδαπής δικαστικής πληρεξουσιότητας

Η εξέλιξη της δίκης, που διεξάγεται στο εξωτερικό, είναι δυνατό να δημιουργήσει την ανάγκη διενέργειας ορισμένων διαδικαστικών πράξεων στο εσωτερικό της ημεδαπής έννομης τάξεως, όπως για παράδειγμα την επίδοση δικογράφων από τα ημεδαπά όργανα επιδόσεως, ή την εξέταση μαρτύρων ενώπιον ημεδαπού εντεταλμένου δικαστή στο πλαίσιο της παροχής δικαστικής συνδρομής.

Εφόσον η ημεδαπή έννομη τάξη αναγνωρίζει τη διαδικασία, που διεξάγεται σε αλλοδαπό δικαστήριο, δεδομένου ότι τα ημεδαπά δικαστήρια λαμβάνουν υπόψη την αλλοδαπή εκκρεμοδικία[110], ενώ επίσης δέχονται να διεκπεραιώσουν αιτήσεις δικαστικής συνδρομής, τότε πρέπει να γίνει δεκτό, ότι αναγνωρίζεται και η κατά τους δικονομικούς κανόνες μιας αλλοδαπής έννομης τάξεως χορηγηθείσα δικαστική πληρεξουσιότητα, με συνέπεια τα ημεδαπά όργανα επιδόσεως να εκτελούν την εντολή προς επίδοση, που έχει χορηγήσει αλλοδαπός πληρεξούσιος δικηγόρος, ενώ ο τελευταίος μπορεί να παρίσταται ενώπιον του ημεδαπού εντεταλμένου δικαστή, χωρίς να απαιτείται η εκ νέου χορήγηση πληρεξουσιότητας σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τον τύπο του ημεδαπού δικαίου.

Περιορισμούς στην αναγνώριση της δικαστικής πληρεξουσιότητα, που χορηγήθηκε στο εξωτερικό, θέτει η ημεδαπή δημόσια τάξη ("orde public")[111], η οποία αποκλείει την αναγνώριση των έννομων συνεπειών εκείνης της δικαστικής πληρεξουσιότητας, που χορηγείται για την επιχείρηση διαδικαστικών πράξεων, τις οποίες όμως κατά το ημεδαπό δικονομικό δίκαιο μπορεί να επιχειρήσει ο διάδικος μόνον αυτοπρόσωπα.

Αντίθετα δεν είναι δυνατό να αποκλείσει την αναγνώριση μιας γενικής αλλοδαπής πληρεξουσιότητας, που αναφέρεται στη διεξαγωγή δίκης, για την οποία στην ημεδαπή έννομη τάξη απαιτείται ειδική δικαστική πληρεξουσιότητα.

Σε περίπτωση όμως, που πρόκειται να τεθεί σε κίνηση και να διεξαχθεί ένας δικαστικός αγώνας στην ημεδαπή έννομη τάξη, τότε είναι απαραίτητη η χορήγηση εκ νέου δικαστικής πληρεξουσιότητας κατά το ημεδαπό δίκαιο ακόμα και όταν η ημεδαπή δίκη αποτελεί ουσιαστικά τη συνέχεια εκείνης, που διεξήχθη στο εξωτερικό. Έτσι, για την υποβολή αιτήσεως κηρύξεως ως εκτελεστής μιας αλλοδαπής αποφάσεως και για την εκδίκασή της είναι απαραίτητη η χορήγηση δικαστικής πληρεξουσιότητας σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τον τύπο του ημεδαπού δικαίου.

[1] Βλ. τις συγκριτικές αναφορές του εισηγητή του Σχεδίου Πολιτικής Δικονομίας Ι. Σακκέτα, Ι, 1940, σ. 102, καθώς και Rosenberg, Stellvertretung im Zivilprozess, 1908, σ. 645 επ., Sturner, JZ 1986, 1089, Rosenberg/Schwab/Gottwald, Zivilprozessrecht, 1993 § 29 I 5, σ. 143.

[2] Πρβλ. επίσης Sturner, JZ 1986, 1090/1091.

[3] Πρβλ. επίσης Rabel, Die Stellvertretung in den hellenistischen Rechten und in Rom, Gesammelte Aufsatze (Arbeiten zur altgriechischen, hellenistischen und romischen Rechtsgeschichte), 1971, 492, Zweigert/Kotz, Einfuhrung in die Rechtsvergleichung, 1996 § 32 I, σ. 428.

[4] Βλ. Τriantaphyllopoulos, Das Rechtsdenken der Griechen, 1985, σ. 32, Γιακουμή, Η δικαστική πληρεξουσιότης, 1984, σ. 2/3, Α. Κωνσταντινίδη, Η θέση του συνηγόρου υπερασπίσεως στην ποινική δίκη, 1992, σ. 25.

[5] Βλ. σχετικά Triantaphyllopoulos, ό.π., σ. 32/33, με περαιτέρω παραπομπές.

[6] Triantaphyllopoulos, ό.π., σ. 32, Γιακουμής, όπ., σ. 3, , Α. Κωνσταντινίδης, ό.π., σ. 25.

[7] Οικονομίδης/Λιβαδά, Εγχειρίδιον της Πολιτικής Δικονομίας, Ι, 1924 (ανατύπωση 1988), § 18, σ. 68, Γιακουμής, ό.π., σ. 3/4.

[8] Βλ. Triantaphyllopoulos, ό.π., σ. 32.

[9] Βλ. Wenger, Institutionen des romischen Zivilprozessrechts, 1925, σ. 84, Rosenberg, ό.π., σ. 303.

[10] "Alteri stipulari nemo potest". Σχετικά βλ. Sohm/Mitteis/Wenger, Institutionen. Geschichte und System des romischen Privatrechts, 1933, σ. 248, Kaser, Romisches Privatrecht, 1992, § 11 I, Coing, Europaisches Privatrecht 1500 bis 1800, I ( alteres gemeines Recht), 1985, § 83 I, σ. 423, Doris, Die unmittelbare Stellvertretung des BGB im Lichte funktions- und strukturahnlicher Rechtsgebilde anderer Rechtsordnungen, Νομικές Μελέτες, 1993, σ. 124/125. Για τον λόγο αυτό τα αποτελέσματα μιας δικαιοπραξίας, που επιχειρείται με παρένθετο πρόσωπο, διαμορφώνονταν υπέρ και κατά του τελευταίου. Βέβαια, αν εκείνος που ουσιαστικά δικαιοπρακτούσε, χρησιμοποιούσε ένα υπεξούσιο πρόσωπο, δηλαδή είτε σκλάβο, είτε μέλος της οικογενείας του, που βρισκόταν κάτω από την "patria potestas", η επέλευση των αποτελεσμάτων γινόταν αμέσως στο πρόσωπό του. Στις περιπτώσεις της επελεύσεως των αποτελεσμάτων μιας υποσχετικής δικαιοπραξίας στο πρόσωπο του "αντιπροσώπου", ο πραίτορας χορηγούσε από τον 2ο αιώνα π.Χ. στον αντισυμβαλλόμενο για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του· τις "actiones adiectitiae qualitatis", που στρέφονταν εναντίον εκείνου, για τον οποίο είχε επιχειρηθεί η δικαιοπραξία, με συνέπεια τη δημιουργία ευθύνης σωρευτικά τόσο του τελευταίου, όσο και του "αντιπροσώπου". Σχετικά βλ. Kaser, ό.π., § 49Ι, Coing, ό.π., § 83Ι, σ. 423, Doris, ό.π., 127.

[11] Βλ. Sohm/Mitteis/Wenger, ό.π., σ. 649.

[12] Βλ. Sohm/Mitteis/Wenger, ό.π. σ. 661, Kaser, Das romische Zivilprozessrecht, 1966, σ. 229 επ., Wenger, ό.π., σ. 167 επ., Rosenberg, ό.π., σ. 303.

[13] Βλ. Rosenberg, ό.π., σ. 306.

[14] Rosenberg, ό.π., σ. 309, Rabel, ό.π., 493, Wenger, ό.π., σ. 85.

[15] Rosenberg, ό.π., σ. 312.

[16] Rosenberg, ό.π., σ. 318.

[17] Βλ. Wenger, ό.π. σ. 87, Rosenberg, ό.π., σ. 322, 330.

[18] Rosenberg, ό.π., σ. 323.

[19] Βλ. Wenger, ό.π., σ. 88, Rosenberg, ό.π., σ. 334, 335, 338.

[20] Rosenberg, ό.π., σ. 353.

[21] Βλ. Wenger, ό.π., σ. 88 Rosenberg, ό.π., σ. 354.

[22] Rosenberg, ό.π., σ. 354.

[23] Βλ. Rosenberg, ό.π., σ. 393, 395.

[24] Βλ. Rosenberg, ό.π., σ. 402 επ.

[25] Rosenberg, ό.π., σ. 429 επ.

[26] Στο σημείο αυτό μπορεί να αναφερθεί, ότι η δικαστική πληρεξουσιότητα λειτούργησε στο πλαίσιο του κανονικού δικαίου, καθώς και εκείνου των θεσμίων των ιταλικών πόλεων ως μορφή της άμεσης αντιπροσωπείας πολύ πριν η τελευταία διαπλασθεί και γίνει αποδεκτή ως δικαιικός θεσμός. Η έντονη συναλλακτική ζωή, που αναπτύχθηκε κατά τους χρόνους του ύστερου μεσαίωνα κυρίως στις πόλεις της βόρειας Ιταλίας, δημιούργησε έντονη ανάγκη δραστηριοποιήσεως των συμβαλλομένων όχι μόνον αυτοπροσώπως, αλλά και μέσω πληρεξουσίων, δεδομένου μάλιστα ότι με την προοδευτική κατάργηση της δουλείας και την άρση των εξουσιών του "parter familiae" δεν υπήρχε δυνατότητα αντιπροσωπεύσεως κάποιου από τους υπεξουσίους του. Ο κανόνας όμως "alteri stipulari nemo potest" συνέχισε να διατηρείται παρά τις πρακτικές ανάγκες και παρά την πολεμική, που άσκησαν εναντίον του οι ισπανοί νομικοί Gomez και Covarruvias (Βλ. σχετικά Coing, ό.π. § 83 ΙΙ, σ. 424). Ο θεσμός της άμεσης αντιπροσωπείας διαμορφώνεται μόλις κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, αφού προηγουμένως στη διάπλαση της έννοιάς του συνέβαλαν αποφασιστικά οι θεωρητικοί του φυσικού δικαίου Hugo Grotius και Christian Wolff (Βλ. σχετικά Coing, ό.π., § 83 ΙΙΙ, σ. 425, Zweigert/Kotz, ό.π. § 32 Ι, σ. 429).

[27] Βλ. Rosenberg, ό.π., σ. 440 επ.

[28] Σχετικά με τη διάδοση του ρωμαϊκού - κανονικού δικαίου στον γερμανικό χώρο πρβλ. αντί πολλών Wieacker, Privatrechtsgeschichte der Neuzeit, 1967, σ. 124 επ., Coing, ό.π., § 1 I-VII.

[29] Rosenberg, ό.π., σ. 492 επ.

[30] Rosenberg, ό.π., σ. 492.

[31] Rosenberg, ό.π., σ. 500 επ.

[32] Βλ. Rosenberg, ό.π., σ. 645 επ., Sturner, JZ 1986, 1089.

[33] Βλ. Garsonnet/Cezar- Bru, Traite theorique et pratique de procedure civile et commerciale, I, 1912, αριθ. 244.

[34] Δεδομένου ότι με το νόμο υπ' αριθ. 71-1130/31.12.1971 οι "avoues pres des tribunaux de grande instance" συγχωνεύθηκαν με τους "avocats". Σχετικά με το διορισμό "avoues" στο εφετείο κατά τους όρους του άρθρου 903 § 1 n.c.p. c. πρβλ. Vincent/Guinchard, Procedure civile, 1994, αριθ. 1401.

[35] Πρβλ. Herondelle, Encyclopedie juridique Dalloz, Repertoire de procedure civile, Conseil juridique, αριθ. 74 επ, Roland/Boyer, Les institutions judiciaires, 1983, σ. 371, 372.

[36] Βλ. Cross Border Practice Compendium (Conseil des barreaux de la communaute europeenne), I (Handbooks E C Member States), France, 2.1.

[37] Βλ. Bunge, Zivilprozess und Zwangsvollstreckung in England, 1995, σ. 69.

[38] Βλ. Bunge, ό.π., σ. 70.

[39] Με την έκδοση της "Courts and Legal Services Act 1990". Βλ. σχετικά Bunge,, ό.π., σ. 71.

[40] Βλ. Bunge, ό.π., σ. 71.

[41] Βλ. Οικονομίδη/Λιβαδά, ό.π., Ι, § 57, σ. 296, υποσ. 7.

[42] Βλ. Οικονομίδη/Λιβαδά, ό.π., Ι § 57, σ. 293, υποσ. 2, καθώς και Σχέδιον Πολιτικής Δικονομίας, Ι, σ. 103.

[43] Κατά τους όρους του άρθρου 93 § 2 ΠολΔ. Πρβλ. Οικονομίδη/Λιβαδά, ό.π., Ι, § 57, σ. 295.

[44] Βλ. Οικονομίδη/Λιβαδά, ό.π., Ι, § 57, σ. 296.

[45] Βλ. Οικονομίδη/Λιβαδά, ό.π., Ι, § 57, σ. 298.

[46] Βλ. Οικονομίδη/Λιβαδά, ό.π., Ι, § 57, σ. 296.

[47] Βλ. Οικονομίδη/Λιβαδά, ό.π., Ι, § 57, σ. 296.

[48] Βλ. Rosenberg, ό.π., σ. 29, Δωρή, σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλο, Αστικός Κώδιξ, Ι (Γενικαί Αρχαί), άρθρο 211, αριθ. 2, σ. 348, Γιακουμή, ό.π., σ. 71.

[49] Bλ. επίσης Δωρή, σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλο, ό.π., Εισ. παρ., αριθ. 1, σ. 347.

[50] Πρβλ επίσης Rosenberg, ό.π., σ. 546.

[51] Βλ. όμως επίσης Rosenberg, ό.π., σ. 547, ο οποίος παρά τον οιονεί αναγκαστικό χαρακτήρα της δικαστικής πληρεξουσιότητας, που αναγνωρίζει, θεωρεί ως το πλέον αποφασιστικό γνώρισμα για τη διάκριση της gewillkurte από την gesetzliche Vertretungsmacht τη δυνατότητα του αντιπροσωπευομένου να επηρεάσει στην πρώτη περίπτωση αποφασιστικά τόσο τη δράση του αντιπροσώπου, όσο και την λήξη της αντιπροσωπείας. Έτσι, με βάση το πιο πάνω κριτήριο η δικαστική πληρεξουσιότητα μπορεί εύκολα να υπαχθεί στην εκούσια αντιπροσωπεία.

[52] Βλ. Goldschmidt, Zivilprozessrecht, 1932, § 39 I2, Baumgartel, Wesen und Begriff der Prozesshandlung einer Partei im Zivilprozess, 1957, § 22, σ. 173, Rosenberg/Schwab/Gottwald, Zivilprozessrecht, 1993, § 55 II 1, Μπέη, Η ανίσχυρος διαδικαστική πράξις, 1968, § 1 ΙΙΙ 1, σ. 8, τον ίδιο, Πολιτική Δικονομία, άρθρο 96, ΙΙΙ, σ. 472, τον ίδιο, Η διδασκαλία του καθηγητή κ. G. Baumgartel για τη νομική φύση της παροχής δικαστικής πληρεξουσιότητας, Δ 26 (1995), 227, Παναγόπουλο, Το συμβόλαιο, Δ28 (1997), 97, Γιακουμή, ό.π., σ. 101, Κεραμέα, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, 1986, σ. 103, ΑΠ 1009/1982, ΕΕΝ 50, 518, ΕφΑθ 4432/1990, ΝοΒ 39, 406, καθώς όμως και Rosenberg, ό.π., σ. 563/564.

[53] Με τη δόση, της δικαστικής πληρεξουσιότητας, η οποία αποτελεί μια διαμορφωτική διαδικαστική πράξη ("Bewirkungshandlung"), βλ. σχετικά Goldschmidt, ό.π., § 39 Ι2), ασκείται ένα δικονομικό διαπλαστικό δικαίωμα, το οποίο επιφέρει άμεση διάπλαση της διαδικασίας, εφόσον θεμελιώνεται κατά το πρώτον η ικανότητα προς το δικολογείν του διαδίκου, παράλληλα δε ο συγκεκριμένος πληρεξούσιος αποκτά την εξουσία προς επιχείρηση διαδικαστικών πράξεων για λογαριασμό του διαδίκου που εκπροσωπεί. Επίσης ως ιδιόμορφο διαπλαστικό δικαίωμα είναι δυνατό να χαρακτηρισθεί και η εξουσία, που χορηγείται στο δικαστικό πληρεξούσιο, αφού αυτός μπορεί με την επιχείρηση διαδικαστικών πράξεων να διαπλάθει τις δικονομικές, αλλά και τις ουσιαστικές (παραίτηση από δικαίωμα αγωγής, δικαστικός συμβιβασμός) έννομες σχέσεις των διαδίκων. Σχετικά με τον χαρακτηρισμό της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως του ουσιαστικού δικαίου ως ιδιόρρυθμου διαπλαστικού δικαιώματος πρβλ. Δωρή, σε : Γεωργιάδη/Σταθόπουλο, ό.π., άρθρο 211, αριθ. 11.

[54] Βλ. Ράμμο, Εγχειρίδιον Αστικού Δικονομικού Δικαίου, Α, 1978, § 118, Δεληκωστόπουλο/Σινανιώτη, Ερμηνεία Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας, Ι, 1968, σ. 260, Μπέη, Πολιτική Δικονομία, άρθρο 96 ΙΙΙ 2, σ. 473, ΑΠ 1009/1982, ΝοΒ 31, 1007, ΕφΑθ 925/1982, ΕλλΔνη 23 (1982), 227, 5277/1987, ΕλλΔνη 30 (1989), 793, 4367/1988, ΕλλΔνη 31(1990), 591, 5317/1989, ΕλλΔνη 34 (1993), 1379, 4432/1990, ΝοΒ 39, 406, 607/1993, ΕλλΔνη 36 (1995), 705, ΕφΠειρ 522/1987, ΕλλΔνη 29 (1988), 741.

[55] Υπό την έννοια, ότι μόνον ο ίδιος ο διάδικος, παριστάμενος δια δικαστικού πληρεξουσίου στο ακροατήριο του δικαστηρίου, έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τις διαδικαστικές πράξεις της προδικασίας προβάλλοντας τον ισχυρισμό, ότι ο πληρεξούσιος, που τις επιχείρησε, δεν είχε σχετική εξουσία.

[56] Bλ. ΑΠ 1248/1989, ΝοΒ 30, 308, 497/1991, ΕλλΔνη 33, 126, 447/1996, ΕλλΔνη 38, 124, ΕφΑθ 5277/1987, ΕλλΔνη 30, 793, 4432/1990, ΝοΒ 39, 406, 3816/1994, ΕλλΔνη 36, 1605, ΕφΠειρ 1856/1990, ΠειρΝ 1991, 77, ΕφΘεσ 2774/1994, Αρμ. 1995, 512.

[57] Μπέη, Πολιτική Δικονομία, άρθρο 96 ΙΙΙ 1, Γιακουμή, ό.π., σ. 131, ΕφΑθ 2496/1975, ΝοΒ 23, 671.

[58] Μπέη, Πολιτική Δικονομία, άρθρο 96 ΙΙΙ 1, Γιακουμή, ό.π., σ. 131. Σχετικά με τις συνέπειες των ελαττωμάτων βουλήσεως διαδικαστικών πράξεων πρβλ. Μιχελάκη, Περί της αδίκου διαδικαστικής πράξεως, 1944, σ. 60/61, Μητσόπουλο, Διαδικαστικαί πράξεις, τιμ. τόμος Ράμμου, ΙΙ, 1979, 622, Μπέη, Η ανίσχυρος διαδικαστική πράξις, ό.π., σ. 285 επ., Δεληκωστόπουλο, Η αυτονομία της ιδιωτικής βουλήσεως εν τη Πολιτική Δικονομία, 1965, σ. 173.

[59] Μπέη, Πολιτική Δικονομία, άρθρο 96 ΙΙΙ 1, Γιακουμή, ό.π., σ. 131.

[60] Σχετικά με τη δυνατότητα της ερμηνευτικής διευρύνσεως των λόγων αναψηλαφήσεως, καθώς και της ανάλογης εφαρμογής των διατάξεων, που θεσπίζουν τους επιμέρους λόγους αναψηλαφήσεως, σε περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από το γράμμα τους, πρβλ. Gaul, Die Grundlagen des Wiederaufnahmerechts und die Ausdehnung der Wiederaufnahmegrunde, 1956, σ. 102 επ., 118 επ. Μπέη, Οι λόγοι αναψηλαφήσεως και η ερμηνευτική διεύρυνσις αυτών, 1966, σ. 121 επ., Η δυνατότητα επικλήσεως των ελαττωμάτων της βουλήσεως, που έχουν παρεισφρήσει κατά την επιχείρηση διαδικαστικών πράξεων, με την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου της αναψηλαφήσεως γίνεται δεκτή στον χώρο του γερμανικού δικαίου από τους Hellwig, System des deutschen Zivilprozessrechts, Teil 1, 1912 (επανέκδοση 1968), § 153 IV 2, Goldschmidt, ό.π., § 50 Ι, Rosenberg, Lehrbuch des deutschen Zivilprozessrechts, 1961, § 61V, Henckel, Prozessrecht und materielles Recht, 1970, σ. 85, Gaul, Willensmangel bei Parteihandlungen im Zivilprozess, ACP 172 (1972), 342 επ., Baumgartel, ACP 169 (1969), 183, Zeiss, Die arglistige Prozesspartei, 1967, σ. 44, Orfanides, Die Berucksichtigung von Willensmangeln im Zivilprozess, 1983, σ. 28 επ., Rosenberg/Schwab/Gottwald, ό.π., § 65 V 2C. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί, ότι στο γερμανικό δίκαιο προτείνεται η εφαρμογή του δικαίου της αναψηλαφήσεως ("Wiederaufnahmerecht"), αφού γίνεται δεκτό, ότι η απάτη ή η απειλή στοιχειοθετούν το πραγματικό του λόγου αποκαταστάσεως ("Restitutionsgrund") της διατάξεως της § 580 § 3 ΖΡΟ, ο οποίος αφορά εκείνες τις περιπτώσεις, που η έκδοση της αποφάσεως στηρίζεται σε αξιόποινη πράξη του αντιπροσώπου του διαδίκου, ή του αντιδίκου του. Η περίπτωση, που μας απασχολεί, μπορεί ωστόσο πολύ δύσκολα να υπαχθεί στην προαναφερθείσα ρύθμιση, περαιτέρω δε πρέπει να αναφερθεί, ότι στο ελληνικό αστικό δικονομικό δίκαιο δεν υπάρχει λειτουργικά αντίστοιχη ρύθμιση (εκείνη του άρθρου 544 αριθ. 6 ΚΠολΔ έχει πολύ πιο περιορισμένο πεδίο εφαρμογής), με συνέπεια να θεωρείται επιβεβλημένη η ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 544 αριθ. 4 ΚΠολΔ.

[61] Βλ. ΑΠ 191/1987, ΕλλΔνη 29, 497, 475/1988, ΕλλΔνη 29, 1580, ΕφΘεσ 6882/1981, Αρμ 36, 536.

[62] Πρόκειται δηλαδή για μία "μη αυτοτελή γνήσια ένσταση" . Βλ. σχετικά Μπέη, Πολιτική Δικονομία, άρθρο 262 ΙΙΙ 5, Νικολόπουλο, Η έννοια και η λειτουργία της ενστάσεως στο αστικό δικονομικό δίκαιο, 1987, σ. 71/72, Τσικρικά, Σκέψεις για την επέκταση του ουσιαστικού δεδικασμένου και επί των στο αιτιολογικό μιας δικαστικής αποφάσεως διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών, Δ 24 (1993), 1044.

[63] Βλ. όμως και Μπέη, Πολιτική Δικονομία, άρθρο 262, ΙΙΙ 14, σ. 1125 επ.

[64] Σχετικά με τη λειτουργία της διαδικασίας της προδικαστικής παραπομπής πρβλ. Τζίκα-Χατζοπούλου, Η προδικαστική παραπομπή ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 1978, σ. 36 επ., Everling, Das Vorabentscheidungsverfahren vor dem Gerichtshof der Europaischen Gemeinschaften, 1986, σ. 17 επ., Lieber, uber die Vorlagepflicht des Artikel 177 EWG-Vertrag und deren Missachtung, 1986, σ. 14 επ., Rengeling/Middeke/Gellermann, Rechtsschutz in der Europaischen Union, 1994, αριθ. 347 επ.

[65] Σε περίπτωση, που ιδιώτης επιθυμεί να ασκήσει προσφυγή στο Δικαστήριο εναντίον πράξεως κάποιου από τα όργανα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία τον αφορά άμεσα, τότε κατά τη διάταξη του άρθρου 37 § 1 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου είναι επιβεβλημένη η παράσταση με πληρεξούσιο δικηγόρο. Βέβαια ούτε ο Κανονισμός Διαδικασίας, ούτε ο Οργανισμός του Δικαστηρίου προβλέπουν ορισμένο τύπο χορηγήσεως της δικαστικής πληρεξουσιότητας. Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτό, ότι η δικαστική πληρεξουσιότητα για την παράσταση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας χορηγείται τηρουμένου του τύπου, που προβλέπει η έννομη τάξη, στην οποία λαμβάνει χώρα η πράξη χορηγήσεώς της. Πρβλ. επίσης Δεληκωστόπουλο, Ευρωπαϊκόν Δικονομικόν Δίκαιον, 1986, σ. 50, Βλάσση, Η εκπροσώπησις των διαδίκων εις την κοινοτικήν δίκην, Δ12 (1981), 612. Εφόσον η lex fori (οι κανόνες, που διέπουν τη διαδικασία στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) δεν προβλέπουν ορισμένο τύπο για την χορήγηση της δικαστικής πληρεξουσιότητας, τότε αυτός προσδιορίζεται κατά τις διατάξεις της "lex loci actus".

[66] Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί, ότι με το υπ' αριθ. 11 Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Συμβάσεως για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών προβλέπεται η συγχώνευση της Επιτροπής με το Δικαστήριο, έτσι ώστε το τελευταίο να συνεχίσει πλέον να λειτουργεί ως ενιαίο δικαιοδοτικό όργανο στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η Ελλάδα υπέγραψε το πιο πάνω πρωτόκολλο και το κύρωσε με το ν. 2400/1996. Επομένως από τον χρόνο ισχύος του πρωτοκόλλου θα υφίσταται μια διαδικασία, που θα διέπει την άσκηση και την εκδίκαση των προσφυγών στο ενιαίο δικαιοδοτικό όργανο. Πρβλ. σχετικά Πετρόγλου, Συγχώνευση της Επιτροπής και του Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε ένα δικαιοδοτικό όργανο, Δ 28 (1997), 119 επ.

[67] Βέβαια κατά το άρθρο 26 του Κανονισμού Διαδικασίας της Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επιτρέπεται η αυτοπρόσωπη παράσταση του προσφεύγοντος στην Επιτροπή, καθώς και η αντιπροσώπευσή του από πρόσωπο, που δεν είναι υποχρεωτικά δικηγόρος. Αντίθετα το άρθρο 28 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επιβάλλει την παράσταση των προσφευγόντων δια πληρεξουσίων, οι οποίοι ωστόσο δεν είναι απαραίτητο να έχουν την ιδιότητα του δικηγόρου. Συνήθως όμως οι προσφεύγοντες αντιπροσωπεύονται από πληρεξούσιους δικηγόρους, επειδή δε οι κανόνες της διαδικασίας είτε ενώπιον της Επιτροπής, είτε ενώπιον του Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν ρυθμίζουν ούτε κατά το ελάχιστο τον τύπο χορηγήσεως της πληρεξουσιότητας, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι αυτός προσδιορίζεται κατά το δίκαιο της έννομης τάξεως, στην οποία λαμβάνει χώρα η πράξη χορηγήσεως ("lexi loci actus").

[68] Σχετικά με τις προϋποθέσεις της έγκυρης ορκοδοσίας και ειδικότερα με το αν απαιτείται η (συμ)παράσταση πληρεξούσιου δικηγόρου βλ. Διαμαντόπουλο, Ορκοδοσία διαδίκου και ικανότητα προς το δικολογείν, Αρμ. 1989, 7 επ.

[69] Βλ. Geimer, Internationales Zivilprozessrecht, 1993, αριθ. 2108, Sturner, Formlichkeit und Billigkeit bei der Klagzustellung im Europaischen Zivilprozess, JZ 1992, 327, Gronstedt, Grenzuberschreitender einstweiliger Rechtsschutz, σ. 119, 221.

[70] Βλ. Sturner, Europaische Urteilsvollstreckung nach Zustellungsmangeln, τιμ. τόμος Nagel, 1987, 449, Geimer, ό.π., αριθ. 3252.

[71] Βλ. Μossle, Internationale Forderungspfandung, 1991, σ. 252, η οποία στηριζόμενη στο επιχείρημα της κατοχυρώσεως του δικαιώματος ακροάσεως δέχεται τη δυνατότητα επιδόσεως εισαγωγικού της δίκης εγγράφου όχι μόνο σε ημεδαπό υποκατάστημα, αλλά και σε ημεδαπή θυγατρική εταιρεία μιας αλλοδαπής εταιρείας, καθώς και Sturner,, JZ 1992, 328.

[72] Πρβλ. John Ο' Hare/Robert N. Hill, Civil Litigation, 1985, σ. 138, Bunge, Zivilprozess und Zwangsvollstreckung in England, 1995, σ. 218.

[73] Πρβλ. Bunge, ό.π., σ. 218/219.

[74] Πρβλ. Pfeil- Kammerer, Deutsch-amerikanischer Rechtshilfeverkehr in Zivilsachen, 1987 σ. 40/41, Schack, Einfuhrung in das US-amerikanische Zivilprozessrecht, 1988, σ. 35, Junker, Der deutsch-amerikanische Rechtsverkehr in Zivilsachen - Zustellungen und Beweisaufnahmen, JZ 1989, 192.

[75] Για το γαλλικό δίκαιο βλ. άρθρα 684 και 685 n.c.p.c. Σχετικά πρβλ. Normand, La delivrance des actes a l' etranger et les delais de distance, Rev. crit. dr. int. priv. 1966, 387, Vincent/Guinchard, ό.π., αριθ. 687.

[76] Πρβλ. σχετικά Μπέη, Πολιτική Δικονομία, άρθρο 126 V 1 επ., τον ίδιο, Επίδοση στην έδρα εταιρείας, Δ24 (1993), 269 επ., Δεληκωστόπουλο/Σινανιώτη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 127 Ι 4γ, ΟλΑΠ 900/1985, Δ 18 (1987), 520, 1050/1975, ΝοΒ 24, 75, ΑΠ 1369/1993, ΕλλΔνη 36 (1995), 304, 1569/1992, ΕλλΔνη 35 (1994), 397, 1565/1990, ΕλλΔνη 33 (1992), 132, 932/1990, ΕλλΔνη 32 (1991), 333, ΕφΑθ 5164/1989, Δ22 (1991), 1133, 4910/1983, ΝοΒ 32, 85.

[77] Βλ. Μπέη, Πολιτική Δικονομία, άρθρο 126 V 1, ΑΠ 1369/1993, ΕλλΔνη 36 (1995), 304, ΕφΠειρ 901/1981, Δ 14 (1983), 129.

[78] Κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 124 § 2 ΚΠολΔ. Πρβλ. επίσης Μπέη, Δ 24 (1993), 271.

[79] Το ίδιο είναι απαραίτητο και για την παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου μέσου (βλ. ΑΠ 853/1989, ΕλλΔνη 32 (1991), 1785, ΕφΚερκ 115/1991, Αρμ 1991, 1022), όχι όμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου.

[80] Πρβλ. επίσης Δεληκωστόπουλο/Σινανιώτη, ό.π., άρθρο 99 Ι, σ. 264, Κεραμέα, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, 1986, αριθ. 53, σ. 104, Γιακουμή, ό.π., σ. 145.

[81] Βλ. ΑΠ 251/1990, ΕΕΝ 1990, 718, ΕφΑθ 666/1986, ΑρχΝ 38, 68, 3317/1990, ΕλλΔνη 32 (1991), 150, 9885/1991, ΕλλΔνη 35 (1994), 454.

[82] Αντίθετα σε περίπτωση προβολής ενστάσεως πλαστότητας, δηλαδή της προσβολής εγγράφου ως πλαστού χωρίς να κατονομάζεται συγκεκριμένο πρόσωπο ως πλαστογράφος, δεν είναι απαραίτητη η χορήγηση ειδικής πληρεξουσιότητας στον πληρεξούσιο δικηγόρο. Βλ. Αρβανιτάκη, Ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων κατά τον ΚΠολΔ, 1992, σ. 99/100. Πρβλ. όμως και ΕφΚρ 721/1991, Δ 24 (1993), 685 με ενημ. σημ. Σταματόπουλου, ΕφΑθ 9793/1981, ΕλλΔνη 23 (1982), 66, 181/1983, Αρμ. 1984, 463, οι οποίες κρίνουν ως απαραίτητη την χορήγηση ειδικής πληρεξουσιότητας και στις περιπτώσεις της ενστάσεως πλαστότητας. Πρβλ. επίσης, Γέσιου-Φαλτσή, Η προσβολή εγγράφων ως πλαστών εις την πολιτικήν δίκην, σε: Η δικονομική έννομη τάξη, Ι, 1981, 341.

[83] Στο σημείο αυτό τίθεται ως βάση της διακρίσεως η στενή έννοια της γνησιότητας, που αναφέρεται στην προέλευση του εγγράφου από τον εκδότη. Πρέπει βέβαια να αναφερθεί, ότι στην έννοια της γνησιότητας ενός εγγράφου αποδίδεται επίσης ευρύτερο περιεχόμενο, έτσι ώστε αυτή να καλύπτει όχι μόνο την προέλευση από τον εκδότη, αλλά και το ανόθευτο του περιεχομένου του εγγράφου. Βλ. σχετικά Γέσιου-Φαλτσή, ό.π., 331, την ίδια, Δίκαιον αποδείξεως, 1985, αριθ. 262, σ. 282, Αρβανιτάκη, ό.π., σ. 65/66.

[84] Πρβλ. Δεληκωστόπουλο/Σινανιώτη, ό.π., άρθρο 99 Ι, σ. 264, Κεραμέα, ό.π., αριθ. 53, σ. 104, Γιακουμή, ό.π., σ. 145.

[85] Σχετικά με τον αποκλεισμό της δικαιοδοσίας των πολιτειακών δικαστηρίων ως έννομη συνέπεια της συμφωνίας διαιτησίας πρβλ. Καλαβρό, Η εξουσία κρίσης των διαιτητών, 1988, σ. 27 επ.

[86] Βλ. Καλαβρό,ό.π., σ. 243.

[87] Πρβλ. επίσης ΕφΑθ 7141/1983, ΝοΒ 32, 683, 7635/1978, ΕλλΔνη 19 (1978), 563, καθώς όμως και Μπέη, Η ανίσχυρος διαδικαστική πράξις, § 31, σ. 81, τον ίδιο, Πολιτική Δικονομία, άρθρο 104 ΙΙΙ 7, σ. 486.

[88] Πρβλ. Henckel, Parteilehre und Streitgegenstand im Zivilprozess, 1961, σ. 15 επ., Heintzmann, Die Prozessfuhrungsbefugnis, 1970, σ. 3 επ., Rosenberg/Schwab/Gottwald, ό.π., § 40 Ι1, Κεραμέα, ό.π., αριθ. 50, σ. 93, καθώς και Ράμμο, Διεξαγωγή δίκης άνευ πληρεξουσιότητος και συνέπειαι αυτής, τιμ. τόμος Κ. Τριανταφυλλόπουλου, 1959, 59, ο οποίος υποστηρίζει, ότι σε περίπτωση υπογραφής δικογράφου αγωγής από πληρεξούσιο δικηγόρο χωρίς ωστόσο να έχει χορηγηθεί σ' αυτόν δικαστική πληρεξουσιότητα, αποκτά ο αντιπροσωπευόμενος την ιδιότητα του διαδίκου υπό την αναβλητική αίρεση της παροχής πληρεξουσιότητας μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο.

[89] Πρβλ. Κεραμέα, ό.π., αριθ. 50, σ. 93.

[90] Βλ. ΟλΑΠ 964/1982, ΝοΒ 31, 991, ΑΠ 1099/1982, ΝοΒ 31, 1007, 1529/1991, ΕλλΔνη 34 (1993), 316, ΕφΑθ 6763/1980, ΝοΒ 29, 116, 3506/1991, ΝοΒ 40, 84, ΕφΠειρ 1856/1990, ΠειρΝ 1991, 77.

[91] Bλ. Κεραμέα, ό.π., αριθ. 53, σ. 102, Καλαβρό, ό.π., σ. 242/243, Rosenberg/Schwab/Gottwald, ό.π., § 45 ΙΙ 1, ΕφΑθ 5277/1987, ΕλλΔνη 30 (1989), 793, 4432/1990, ΝοΒ 39, 406, 3506/1991, ΝοΒ 40, 84, καθώς όμως και ΕφΑθ 607/1993, ΕλλΔνη 36 (1995), 705, που δέχεται, ότι η δικαστική πληρεξουσιότητα αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση, με συνέπεια η έλλειψή της να καθιστά απαράδεκτη την αγωγή.

[92] Βλ. Κεραμέα, ό.π., αριθ. 53, σ. 102, Rosenberg/Schwab/Gottwald, ό.π., § 45 ΙΙ 1, ΕφΠειρ 622/1987, ΕλλΔνη 29 (1988), 741.

[93] Βλ. ΕφΑθ 71411/1983, ΝοΒ 32, 683.

[94] Πρβλ. επίσης ΕφΑθ 3798/1978, Αρμ 33, 52.

[95] Δεδομένου ότι με τον τρόπο αυτό θεμελιώνεται η δυνατότητα του ερημοδικασθέντος διαδίκου να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, η οποία με τις διατάξεις των άρθρων 9 ν. 2145/1993 και 3 § 15-19, 21 ν. 2207/1994 διαμορφώθηκε αποκλειστικά ως αναιτιολόγητη ανακοπή. Βλ. σχετικά Ματθία, Ανακοπή ερημοδικίας και έφεση κατά των ερήμην αποφάσεων, ΕλλΔνη 36 (1995), 11 επ. (12), Νίκα, Οι πρόσφατες τροποποιήσεις του ΚΠολΔ, που αφορούν στην τακτική διαδικασία, Αρμ 1993, 981.

[96] Εφόσον με τον τρόπο αυτό στοιχειοθετείται η από τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ απαιτούμενη ανώτερη βία, η οποία εμπόδισε το διάδικο να παραστεί στη συζήτηση της υποθέσεως.

[97] Η πραγματική επίδοση της αποφάσεως στο διάδικο, που εκπροσωπήθηκε από ψευδοπληρεξούσιο, καθίσταται περαιτέρω επιβεβλημένη για την κατοχύρωση τόσο του δικαιώματός του για δικαστική προστασία, όσο και εκείνου για δικαστική ακρόαση, όπως αυτά κατοχυρώνονται από το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών. Έτσι πρέπει να εφαρμοσθούν είτε οι διατάξεις διμερών συμβάσεων, που προβλέπουν την πραγματική επίδοση δικογράφων, είτε οι διατάξεις της διεθνούς συμβάσεως της Χάγης της 15.11.1965 για την επίδοση στο εξωτερικό δικογράφων και εξώδικων πράξεων, παρά το γεγονός, ότι στην περίπτωση της επιδόσεως δικαστικής αποφάσεως δεν μπορεί να λειτουργήσει ο εσωτερικός μηχανισμός ελέγχου του έγκαιρου και νομότυπου της επιδόσεως, που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 15 της συμβάσεως για την επίδοση εισαγωγικών της δίκης δικογράφων, σύμφωνα με την οποία επιβάλλεται η αναστολή της δίκης μέχρις ότου διαπιστωθεί το έγκαιρο και νομότυπο της επιδόσεως (σχετικά με την λειτουργία της συμβάσεως της Χάγης της 15.11.1965 πρβλ. Bockstiegel/Schlafen, Die Haager Reformubereinkommen uber die Zustellung und die Beweisaufnahme im Ausland, NJW 1978, 1073 επ., Sturner, Billigkeit bei der Klagzustellung im Europaischen Zivilprozessrecht, JZ 1992, 326 επ., Κεραμέα/Κοζύρη, Κύρος επιδόσεως στην αλλοδαπή κατά τη Σύμβαση της Χάγης της 15ης Νοεμβρίου 1965 (ν. 1334/1983), το εσωτερικό ελληνικό δίκαιο και το δίκαιο του τόπου επιδόσεως (γνωμοδότηση), ΕλλΔνη 30 (1989), 1992, Γέσιου-Φαλτσή, Οι επιδόσεις στην αλλοδαπή μετά την κύρωση της συμβάσεως της Χάγης του 1965, τιμ. τόμος Γαζή, 1994, 69 επ.), είτε οι διατάξεις του εθνικού δικονομικού δικαίου, που εξασφαλίζουν ωστόσο την πραγματική επίδοση της αποφάσεως.

[98] Με συνέπεια τη θεραπεία του ελαττώματος των διαδικαστικών πράξεων. Πρβλ. επίσης ΑΠ 853/1989, ΕλλΔνη 32 (1991), 525, ΕφΑθ 4432/1990, ΝοΒ 39, 406, 836/1996, ΕλλΔνη 37 (1996), 1666.

[99] Πρβλ. επίσης, ΕφΘεσ 2774/1994, Αρμ 1995, 512.

[100] Βλ. Μαριδάκη, Ιδιωτικόν Διεθνές Δίκαιον, Ι, 1967, σ. 475, Κρίσπη, Ιδιωτικόν Διεθνές Δίκαιον (Ειδικόν Μέρος), 1968, σ. 191, Kegel, Internationales Privatrecht, 1995, § 17 V 2a, σ. 454, Spellenberg, Geschaftsstatut und Vollmacht im IPR, 1979, 271, Kropholler, Internationales Privatrecht, 1990, § 41 I, σ. 267/268, καθώς όμως και Ebenroth, Kollisionsrechtliche Anknupfung kaufmannischer Vollmachten, JZ, 1983, 821.

[101] Πρβλ. επίσης Kegel, ό.π., § 17 V 2α, σ. 455, Ebenroth, JZ 1983, 821.

[102] Βλ. επίσης Kropholler, ό.π., § 41 I d, σ. 271, Kegel, ό.π., § 17 V 2α.

[103] Όπως προτείνουν οι Κρίσπης, ό.π., σ. 188, Μπέης, Πολιτική Δικονομία, άρθρο 96 ΙΙΙ 7, σ. 474, ο ίδιος, Δ 26 (1995), 228, κατά τον οποίο η πράξη παροχής δικαστικής πληρεξουσιότητας υπάγεται ως διαδικαστική μονομερής δικαιοπραξία στην ρύθμιση του άρθρου 11 ΑΚ., καθώς και η Παπασιώπη-Πασιά, Προβλήματα εφαρμοστέου δικαίου στον τύπο της δικαστικής πληρεξουσιότητας, 1977, σ. 58/59, η οποία προκρινει τη διαζευκτική εφαρμογή είτε της lex loci actus, είτε της lex fori για την ρύθμιση του τύπου της δικαστικής πληρεξουσιότητας. Πρβλ. όμως και την ΠολΠρωτΘεσ 25165/1996, Αρμ 1996, 1494, η οποία υπάγει τον τύπο της δικαστικής πληρεξουσιότητας στην lex loci actus.

[104] Βλ. άρθρο 11 ΑΚ.

[105] Βλ. Heldrich, Internationale Zustandigkeit und anwendbares Recht, 1969, σ. 14, Radtke, Der Grundsatz der lex fori und die Anwendbarkeit auslandischen Verfahrensrechts, διδ. διατριβή 1982, σ. 1 επ., Stadler, Der Schutz des Unternehmensgeheimnisses im deutschen und im US-amerikanischen Zivilprozess und im Rechtshilfeverfahren, 1989, σ. 263, Geimer, Internationales Zivilprozessrecht, 1993, αριθ. 319, Kegel, ό.π., § 22 ΙΙΙ, σ. 810, καθώς όμως και Coester-Waltjen, Internationales Beweisrecht, 1983, αριθ. 6, Schack, Internationales Zivilverfahrensrecht, 1991, αριθ. 44.

[106] Πρβλ. επίσης Kropholler, ό.π., § 41 Ib, σ. 268.

[107] Βλ. σχετικά Παπασιώτη- Πασιά, Η κοινοτική Σύμβαση της Ρώμης του 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, όπως ισχύει στην Ελλάδα, 1991, σ. 1 επ.

[108] Βλ. Παπασιώπη-Πασιά, ό.π., σ. 16, Kropholler, ό.π., § 52 ΙΙ, σ. 392, Loussouarn/Bourel, Droit international prive, αριθ. 378-2.

[109] Πρβλ. επίσης Παπασιώπη-Πασιά, ό.π., σ. 31, επ., Kropholler, ό.π., § 52 ΙΙ, σ. 397 επ., Loussouarn/Bourel, αριθ. 378-6.

[110] Βλ. σχετικά Νίκα, Η ένσταση εκκρεμοδικίας στην πολιτική δίκη, 1991, σ. 65 επ., Schumann, Internationale Rechtshangigkeit, τιμ. τόμος Kralik, 1986, 301 επ., Kerameus, Rechtsvergleichende Bemerkungen zur Internationalen Rechtshangigkeit, τιμ. τόμος Schwab, 1990, 257 επ., Schack, ό.π., αριθ. 747 επ.

[111] Σχετικά με την έννοια και την λειτουργία της ρήτρας της δημόσιας τάξεως πρβλ. Βάλληνδα, Η επιφύλαξις της δημοσίας τάξεως εις το ιδιωτικόν διεθνές δίκαιον, 1937, σ. 78, Μαριδάκη, Ιδιωτικόν Διεθνές Δίκαιον, Ι, 1967, σ. 338/339, τον ίδιο, Η εκτέλεσις αλλοδαπών αποφάσεων κατά το ισχύον εις την Ελλάδα Δίκαιον, 1970, σ. 65, Ευρυγένη, Ιδιωτικόν Διεθνές Δίκαιον, 1973, σ. 116, Κρίσπη, Ιδιωτικόν Διεθνές Δίκαιον, 1979, σ. 367, Βρέλλη, Αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών δικαστικών και διαιτητικών αποφάσεων (Ισχύον σύστημα και βελτιώσεις του), σε: Η δραστικότητα της δικαιοσύνης, ΙΙ, 1987, σ. 424, Τσικρικά, Η δημόσια τάξη ως μέτρο ελέγχου αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, 1992, σ. 21 επ., Goldschmidt, Die philosophischen Grundlagen des internationalen Privatrechts, τιμ. τόμος M. Wolff, 1952, 214, Νeuhaus, Die Grundbegriffe des Internationalen Privatrechts, 1976, § 16 I, Robert, L' arbitrage (droit interne, droit international prive), 1983, σ. 351/352, Spickhoff, Der orde public im internationalen Privatrecht, Entwicklung-Struktur-Konkretisierung, 1989, σ. 84.

Σχόλια