Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2016

ΔΑΣΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ - ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ - Αποδεικτική ισχύς Δασικών Χαρτών – Προϋποθέσεις χαρακτηρισμού χορτολιβαδικών εκτάσεων ως δασικών - υπ΄ αριθ. 202/2016 αποφάσεως του Γ΄ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου


979/2015 ΕΙΡ ΑΘ - Εκούσια δικαιοδοσία. Αίτηση διορισμού επιτρόπου ανηλίκου τέκνου, προς εκπροσώπηση του σε δίκη προσβολής πατρότητας. Αποκλειστική αρμοδιότητα Ειρηνοδικείου υπέρ του οποίου....
Αποδεικτική ισχύς Δασικών Χαρτών – Προϋποθέσεις χαρακτηρισμού χορτολιβαδικών εκτάσεων ως δασικών
-----

Μόνον οι οριστικοί δασικοί χάρτες, οι οποίοι προκύπτουν από την κύρωση από τον Γενικό Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας* των προσωρινών χαρτών, αφού πρώτα εξεταστούν οι αντιρρήσεις που τυχόν προβλήθηκαν μετά την ανάρτησή τους και συντελεστούν οι ανάλογες διορθώσεις, έχουν πλήρη αποδεικτική δύναμη ενώπιον κάθε διοικητικής ή δικαστικής αρχής. Μόνη η επίκληση και προσκόμιση εγγράφου της αρμόδιας Διεύθυνσης Δασών, το οποίο χαρακτηρίζει ορισμένη έκταση ως χορτολιβαδική – δασική εμφαινόμενο και προσαρτώμενο σε συνημμένο απόσπασμα Προσωρινού Δασικού Χάρτη, δεν αρκεί προς απόδειξη της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί της εκτάσεως αυτής.
Προκειμένου να χαρακτηριστεί μία έκταση ως δασική δεν αρκεί να είναι χορτολιβαδική, αλλά πρέπει να περικλείεται και από δάση ή δασικές εκτάσεις ή να βρίσκεται πάνω από αυτές. Δεν εμπίπτει επομένως στην έννοια του δάσους ή της δασικής εκτάσεως χορτολιβαδική έκταση, η οποία συνιστώντας τμήμα ευρύτερης όμοιας εκτάσεως χορτολιβαδικής μορφής, ουδόλως γειτνιάζει με δασικές εκτάσεις ούτε συνδέεται με δασικά οικοσυστήματα, ώστε να προκύπτει ότι συγκροτεί με αυτά δασική οργανική ενότητα. Ομοίως δεν προκύπτει στην περίπτωση αυτή ότι πρόκειται για προστατευόμενα κατά τη δασική νομοθεσία διάκενα δασών και για αλπικές και ψευδαλπικές εκτάσεις, οι οποίες λόγω υψομέτρου και δυσμενών για την ανάπτυξη υψηλής ξυλώδους βλάστησης συνθηκών παραμένουν γυμνές.


Σύμφωνα με το σκεπτικό της υπ΄ αριθ. 202/2016 αποφάσεως του Γ΄ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου[1], δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό στην επιφάνεια του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα αποτελούν, με την αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδρασή τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασο-βιο-κοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει (και) όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Επομένως, η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης (με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και της πανίδας) είναι εννοιολογικό στοιχείο κρίσιμα καθοριστικό του δάσους και της δασικής εκτάσεως και προσδίδει την ιδιαίτερη ταυτότητα του δασικού οικοσυστήματος.

Στην έννοια του δάσους ή της δασικής εκτάσεως γίνεται περαιτέρω δεκτό ότι περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλυτίες τους, ενώ δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής μιας έκτασης ότι ορισμένα τμήματά της κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση. Κατ΄ άρθρο 3 παρ. 7 του ν. 998/1979, γίνεται περαιτέρω δεκτό ότι οι δημόσιες μη εποικιστικές εκτάσεις των περ. β΄ και γ΄ της παρ. 6, που δεν παραδόθηκαν κατά τις διατάξεις του άρθρου 74 στις γεωργικές υπηρεσίες, εξακολουθούν να τελούν υπό τη διοίκηση και διαχείριση της δασικής υπηρεσίας

Το Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν αποδεικνύεται εν προκειμένω ο δασικός χαρακτήρας της επίδικης εκτάσεως[2] απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι το ένδικο ακίνητο αποτελεί χορτολιβαδική και συνεπώς δασική έκταση, που του ανήκει ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους.[3] Συγκεκριμένα έγινε δεκτό ότι το επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται σε θέση  της κτηματικής περιοχής του Δήμου Αμυνταίου Περιφερειακής Ενότητας Φλώρινας της Περιφέρειας Δυτ. Μακεδονίας, έχει έκταση 21.426 τ.μ. και περιήλθε στην κυριότητα και νομή της αιτούσας (καθ΄ ης η παρέμβαση) ομόρρυθμης εταιρείας δυνάμει αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της 19.12.1979. Πωλητής στο συμβόλαιο αυτό ήταν ο αληθής κύριος του ακινήτου Δήμος Αμυνταίου, ο οποίος απέκτησε την κυριότητα και νομή της εν λόγω εκτάσεως κατ΄ άρθρο 12 του βασιλικού δ/τος της 17.4-31.7.1936 «Περί Κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον της Νομοθεσίας περί Δήμων και Κοινοτήτων» σε συνδυασμό με τον ν. ΔΝΖ/1912 «Περί συστάσεως Δήμων και Κοινοτήτων». Από το περιεχόμενο του συμβολαίου αυτού προκύπτει ότι ο Δήμος Αμυνταίου προέβη στην εκποίηση αυτή μετά από φανερή προφορική πλειοδοτική δημοπρασία, για την οποία καταρτίστηκε σχετικό Πρακτικό Φανεράς Δημοπρασίας Εκποιήσεως Δημοτικής Εκτάσεως, την 14.8.1979, που εν συνεχεία εγκρίθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο Αμυνταίου και τη Νομαρχία Φλώρινας με σχετική από 18.9.1979 απόφασή της.

[πηγή: διαδίκτυο]

.

Στην προκειμένη περίπτωση το Ελληνικό Δημόσιο επιχειρεί να στηρίξει την κυριότητά του επί του επιδίκου ακινήτου στις προσκομιζόμενες αεροφωτογραφίες και τη φωτοερμηνεία τους, προσκομίζει δε το ένδικο από 9.1.2012 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Φλώρινας, το οποίο χαρακτηρίζει το επίδικο ακίνητο, όπως αυτό φαίνεται στο συνημμένο απόσπασμα του Προσωρινού Δασικού Χάρτη, ως έκταση χορτολιβαδική – δασική. Ωστόσο, κατά την ειδική πρόβλεψη του νόμου,[4] μόνον οι οριστικοί χάρτες, οι οποίοι προκύπτουν από την κύρωση από τον Γενικό Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας* των προσωρινών χαρτών, αφού πρώτα εξεταστούν οι αντιρρήσεις που προβλήθηκαν μετά την ανάρτησή τους και συντελεστούν οι ανάλογες διορθώσεις, έχουν πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή.

Περαιτέρω, σύμφωνα με αεροφωτογραφίες έτους 1945 και την προσκομιζόμενη φωτοερμηνεία αρμόδιου Δασολόγου, προέκυψε ότι το επίδικο ακίνητο αφορά χορτολιβαδική έκταση, καλυπτόμενη από ποώδη βλάστηση μικρού ύψους, αποτελώντας συνέχεια ευρύτερης βιοκοινότητας στην περιοχή. Εντός αυτής δεν εμφανίζονται ίχνη καλλιέργειας ή οποιασδήποτε άλλης μορφής ανθρωπογενούς επέμβασης (κτίσματα, πεζούλια κ.ά.), ενώ εμφανίζονται έντονα σημάδια διάβρωσης του εδάφους. Σύμφωνα δε με την ίδια φωτοερμηνεία των ορθοφωτοχαρτών ετών 1996 και 2008, η έκταση δεν εμφανίζει κανενός είδους βλάστηση καθώς διαφαίνονται σε όλο το μέγεθός της έντονες ανθρωπογενείς επεμβάσεις, διανοίξεις δρόμων, χωματουργικές εργασίες και κτίσματα. Σύμφωνα όμως και με όσα προαναφέρθηκαν, προκειμένου να χαρακτηριστεί μία έκταση ως δασική, δεν αρκεί να είναι χορτολιβαδική, αλλά πρέπει να περικλείεται και από δάση ή δασικές εκτάσεις ή να βρίσκεται πάνω από αυτές. Στις εν λόγω επισκοπήσεις αεροφωτογραφιών και ορθοφωτοχαρτών ωστόσο γίνεται αναφορά μόνο σε χορτολιβαδική έκταση ως τμήμα ευρύτερης όμοιας εκτάσεως χορτολιβαδικής μορφής, χωρίς γειτνίαση με δασικές εκτάσεις ή σύνδεση με δασικά οικοσυστήματα, ώστε να προκύπτει ότι συγκροτεί με αυτά δασική οργανική ενότητα. Συνεπώς δεν προκύπτει ότι πρόκειται για διάκενα δασών και για αλπικές και ψευδαλπικές εκτάσεις, οι οποίες λόγω υψομέτρου και δυσμενών για την ανάπτυξη υψηλής ξυλώδους βλάστησης συνθηκών, παραμένουν γυμνές, όπως ορίζουν οι σχετικές διατάξεις.

Άλλωστε και από την ένδικη από 30.6.1998 πράξη χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών Φλώρινας προκύπτει ότι η εν λόγω έκταση είχε οριστεί ως χορτολιβαδική και δεν υπαγόταν στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 998/1979, ομοίως δε σε σχετικό προσκομιζόμενο έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Φλώρινας, πιστοποιείται ότι έκταση 99.000 τ.μ., μέρος της οποίας είναι η επίδικη, δεν υπάγεται στις απαγορευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Εξ άλλου και το από 14.8.1979 Πρακτικό Φανεράς Δημοπρασίας Εκποιήσεως Δημοτικής Εκτάσεως 20.625 τ.μ., δυνάμει του οποίου δημοπρατήθηκε η επίμαχη έκταση και μεταβιβάστηκε στην αιτούσα εταιρεία, εγκρίθηκε όχι μόνο από το οικείο Δημοτικό Συμβούλιο, αλλά και από τη Νομαρχία Φλώρινας με σχετική από 18.9.1979 απόφασή της, γεγονός που αποδεικνύει ότι και η Κεντρική Διοίκηση ήταν ενήμερη για την επίμαχη αγοραπωλησία, την οποία ενέκρινε, αποδεχόμενη τον δημοτικό χαρακτήρα της έκτασης, τον οποίο έκτοτε και επί σειρά ετών ουδέποτε αμφισβήτησε.

[πηγή: https://gr.pinterest.com/%5D

.

* Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3852/2010 νοείται ο Γενικός Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ενώ μετά την 11.05.2015 σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 4325/2015 (Α΄47) νοείται ο Συντονιστής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης.

___________________________________

[1] Βλ. ΑΠ 202/2016 σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» τ. 2/2016, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη. Η υπόθεση αφορούσε εκδίκαση αιτήσεως του ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της υπ΄ αριθ. 32/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

[2] Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως κρίνοντας ότι το Εφετείο δεν παρεξέκλινε της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των εφαρμοστέων εν προκειμένω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, παρά τα όσα αντιθέτως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον ελληνικό Δημόσιο.

[3] Άρθρα 12 (§§ 1 και 4) και 13 (§ 7) του βασιλικού δ/τος της 17.4-31.7.1936 «Περί Κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον της Νομοθεσίας περί Δήμων και Κοινοτήτων», κατά τα οποία προβλέπεται η περιουσιακή εξέλιξη των ανέκαθεν αφεθεισών σε κοινή χρήση βοσκήσιμων (χορτολιβαδικών) εκτάσεων και η περιέλευσή τους ως περιουσιακού κεκτημένου υπέρ των κατοίκων των οργανωμένων κοινοτήτων από της συστάσεώς τους.

[4] Άρθρο 27 § 4 ν. 2664/1998.



ΠΗΓΗ: https://dasarxeio.com/2016/07/27/939-10/

Δεν υπάρχουν σχόλια: