
ΣτΕ 1350/2016 [Πρόστιμο λόγω επέκτασης
δραστηριότητας σε αναδασωτέα έκταση]
Περίληψη
-Αν ασκηθεί προσφυγή κατά εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξεως ή
παραλείψεως, το πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο ελέγχει την πράξη ή την
παράλειψη κατά τον νόμο και την ..
ουσία εντός των ορίων της προσφυγής, όπως αυτά
προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. Κατ’ εξαίρεση η πράξη ή η
παράλειψη, ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το ως άνω δικαστήριο για τους
αναφερόμενους στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 79 του Κώδικος
Διοικητικής Δικονομίας λόγους, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται και, συνεπώς, δεν
ερευνάται, κατ’ αρχήν, αυτεπαγγέλτως η μη τήρηση του ουσιώδους τύπου της
προηγούμενης κλήσεως του ενδιαφερομένου σε ακρόαση, ο οποίος επιβάλλεται από
την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του Συντάγματος. Εξ άλλου, το
δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά την υπόθεση εντός των ορίων των,
προβαλλομένων κατά της πρωτοβαθμίου αποφάσεως, αιτιάσεων, εξετάζει δε
αυτεπαγγέλτως μόνον τους λόγους, τους οποίους και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο
ώφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αλλά δεν τους εξήτασε, καθώς και πλημμέλειες,
οι οποίες αφορούν την δικαιοδοσία, την αρμοδιότητα, την συγκρότηση και τη σύνθεση
του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
-Το δικάσαν δικαστήριο δεν είχε την εξουσία να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την μη
τήρηση του επιβαλλομένου από τις οικείες συνταγματικές διατάξεις ουσιώδους τύπου
της προηγούμενης κλήσεως του ενδιαφερομένου σε ακρόαση προ της εκδόσεως της
δυσμενούς για τον αναιρεσίβλητο διοικητικής πράξεως, χωρίς μάλιστα να βεβαιώσει,
θετικώς, ότι η μη τήρηση του τύπου αυτού προέκυπτε από την πράξη καταλογισμού
του προστίμου, απορριπτομένου του, περιλαμβανομένου στο υπόμνημα του
αναιρεσιβλήτου, περί του αντίθετου ισχυρισμού.
Πρόεδρος:
Χρ. Ράμμος
Εισηγητής:
Ρ. Γιαννουλάτου
Βασικές Σκέψεις
2.Επειδή, με την αίτηση αυτήν, η οποία συνοδεύεται από την 555/2008 εμπρόθεσμη
και θετική γνωμοδότηση του ΝΣΚ [άρθρο 12 του ν. 2298/1995 (Α' 62) ως ίσχυε κατά
τον κρίσιμο χρόνο], ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της 3032/2007 αποφάσεως του
Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν έγινε εν μέρει δεκτή έφεση του ήδη
αναιρεσείοντος Δημοσίου κατά της 6501/2006 αποφάσεως του Διοικητικού
1 / 5
Νόμος και Φύση
Αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία για το περιβάλλον και την αειφόρο ανάπτυξη
http://nomosphysis.org.gr
Πρωτοδικείου Αθηνών και, εν συνεχεία, ακυρώθηκε η 1658/2002 πράξη του Δασάρχου
Μεγάρων. Με την πράξη αυτήν είχε καταλογισθεί εις βάρος του αναιρεσιβλήτου
πρόστιμο 1.225.532 ευρώ, λόγω επεκτάσεως των λατομικών δραστηριοτήτων αυτού
εντός δασικής - αναδασωτέας εκτάσεως, εμβαδού 32 στρεμμάτων, στην θέση
«Ντόσκουρη-Βράχος» της περιφερείας του Δήμου Μεγαρέων Αττικής.
3.Επειδή, η παράγραφος 1 του άρθρου 70 του ν. 998/1979 (Α' 289), όπως
αντικατεστάθη με την παράγραφο 1 του άρθρου 29 του ν. 2081/1992 (Α' 154), ορίζει
ότι: «Όποιος εκχερσώνει, υλοτομεί αποψιλωτικά, ή καλλιεργεί έκταση δημόσια ή
ιδιωτική, που κηρύχθηκε αναδασωτέα, τιμωρείται με φυλάκιση... και χρηματική
ποινή... Επίσης επιβάλλεται διοικητική ποινή προστίμου με πράξη καταλογισμού του
Δασάρχη, αμέσως μετά τη βεβαίωση της παράβασης, το οποίο ισούται με το γινόμενο
που προκύπτει από τον αριθμό 500.000 επί το συντελεστή Μ της παραγράφου 5 του
άρθρου 16 του π.δ 437/1981, όπως κάθε φορά ισχύει, επί την έκταση που
καταστρέφεται σε στρέμματα. Το πρόστιμο εισπράττεται κατά τα ισχύοντα για την
είσπραξη Δημοσίων Εσόδων και αποδίδεται στο Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας
Κτηνοτροφίας και Δασών, ως δαπάνη αποκατάστασης της δασικής βλάστησης που
καταστράφηκε...». Εξ άλλου, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 20 του
ισχύοντος Συντάγματος επιβάλλεται η αρχή της προηγουμένης ακροάσεως του
ενδιαφερομένου πολίτου, οσάκις λαμβάνονται από την Διοίκηση μέτρα εις βάρος των
δικαιωμάτων ή των συμφερόντων του. Η αρχή αυτή εφαρμόζεται όταν το διοικητικό
μέτρο συνδέεται, κατά την πρόβλεψη του νόμου, με υπαίτια συμπεριφορά του
προσώπου, εις βάρος του οποίου επιβάλλεται το μέτρο (ΣΕ 4508/2011, 3745/2007,
1647/2006 κ.ά.).
4.Επειδή, η προβλεπομένη από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 70 παρ. 1
του ν. 998/1979 διοικητική κύρωση συνάπτεται αφ' ενός με το αντικειμενικό
γεγονός της αναδασώσεως ορισμένης εκτάσεως και αφ' ετέρου με την υποκειμενική
συμπεριφορά συγκεκριμένου προσώπου, στο οποίο αποδίδονται οι πράξεις της
εκχερσώσεως, της υλοτομίας ή της καλλιεργείας της αναδασωτέας εκτάσεως.
Συνεπώς, προ της επιβολής της διοικητικής ποινής του προστίμου, απαιτείται να
καλείται το πρόσωπο, στο οποίο αποδίδεται η παράνομη ενέργεια, προς παροχήν
εξηγήσεων. Η κλήση δε του ανωτέρω προσώπου σε ακρόαση αποτελεί ουσιώδη τύπο
της διαδικασίας εκδόσεως της πράξεως επιβολής του προστίμου [ΣΕ 4508/2011,
3745/2007, 1647/2006, 3244/2002 (7μ) κ.ά.].
5.Επειδή, στο άρθρο 79 παρ. 1 έως 3 του Κώδικος Διοικητικής Δικονομίας, ο οποίος
εκυρώθη με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α' 97), ορίζονται τα εξής: «1. Το
δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη κατά το νόμο και την
ουσία, μέσα στα όρια της προσφυγής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και
το αίτημά της. Κατ' εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης ή
παράλειψης, κατά περίπτωση, χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό
2 / 5
Νόμος και Φύση
Αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία για το περιβάλλον και την αειφόρο ανάπτυξη
http://nomosphysis.org.gr
της, προκειμένου να διακριβωθεί: α) αν συντρέχουν οι λόγοι της περ. α' της παρ. 3 ή
β) αν η πράξη είναι πλημμελής κατά τη νόμιμη βάση της, ή γ) αν υπάρχει παράβαση
δεδικασμένου. 2. Αν η προσφυγή στρέφεται κατά ρητής πράξης, το δικαστήριο, κατά
την επίλυση της διαφοράς, είτε δέχεται την προσφυγή εν όλω ή εν μέρει και ακυρώνει
ολικώς ή μερικώς την πράξη ή την τροποποιεί, είτε απορρίπτει την προσφυγή.
3. Το δικαστήριο ακυρώνει την πράξη και αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για να
ενεργήσει τα νόμιμα: α) αν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο ή από
συλλογικό όργανο που δεν έχει νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση, ή β) αν συντρέχει
παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, που έχει ταχθεί για την έκδοση της
πράξης ή γ) αν η Διοίκηση δεν έχει ασκήσει τη διακριτική της εξουσία. 4. . 5. .».
Εξάλλου, στο άρθρο 97 του αυτού Κώδικος ορίζονται τα εξής: «1. Το δευτεροβάθμιο
δικαστήριο περιορίζεται να κρίνει την υπόθεση μέσα στα όρια των αιτιάσεων που
προβάλλονται κατά της πρωτόδικης απόφασης. Μέσα στα όρια αυτά, το δικαστήριο
εξετάζει και αυτεπαγγέλτως όσα το πρωτοβάθμιο έπρεπε να εξετάσει, σύμφωνα με τα
οριζόμενα στη δεύτερη περίοδο της παρ. 1 του άρθρου 79, αλλά δεν τα εξέτασε. 2. Η
έλλειψη δικαιοδοσίας, η αναρμοδιότητα και η μη νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση του
πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εξετάζεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και
αυτεπαγγέλτως».
6.Επειδή, όπως έχει κριθεί [ΣΕ 4508/2011 πρβλ. ΣΕ 3745/2007, 2960/2005, 3718/2003
(7μ)], κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων αν ασκηθεί προσφυγή κατά
εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως, το πρωτοβάθμιο
διοικητικό δικαστήριο ελέγχει την πράξη ή την παράλειψη κατά τον νόμο και την
ουσία εντός των ορίων της προσφυγής, όπως αυτά προσδιορίζονται από τους λόγους
και το αίτημά της. Κατ' εξαίρεση η πράξη ή η παράλειψη, ελέγχεται αυτεπαγγέλτως
από το ως άνω δικαστήριο για τους αναφερόμενους στο τελευταίο εδάφιο της
παραγράφου 1 του άρθρου 79 του Κώδικος Διοικητικής Δικονομίας λόγους, στους
οποίους δεν περιλαμβάνεται και, συνεπώς, δεν ερευνάται, κατ' αρχήν, αυτεπαγγέλτως
η μη τήρηση του ουσιώδους τύπου της προηγουμένης κλήσεως του ενδιαφερομένου σε
ακρόαση, ο οποίος επιβάλλεται από την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 20
του Συντάγματος. Εξ άλλου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά την υπόθεση εντός
των ορίων των, προβαλλομένων κατά της πρωτοβαθμίου αποφάσεως, αιτιάσεων,
εξετάζει δε αυτεπαγγέλτως μόνον τους λόγους, τους οποίους και το πρωτοβάθμιο
δικαστήριο ώφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αλλά δεν τους εξήτασε, καθώς και
τις μνημονευόμενες στην παράγραφο 2 του άρθρου 97 του ιδίου Κώδικος
πλημμέλειες, οι οποίες αφορούν την δικαιοδοσία, την αρμοδιότητα, την συγκρότηση
και την σύνθεση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
7.Επειδή, όπως εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την 1658/2002 πράξη
του Δασάρχου Μεγάρων κατελογίσθη εις βάρος του ήδη αναιρεσιβλήτου πρόστιμο,
ύψους 1.225.532 ευρώ, λόγω επεκτάσεως των λατομικών του δραστηριοτήτων εντός
δασικής - αναδασωτέας εκτάσεως, εμβαδού 32 στρεμμάτων, στην θέση «Ντόσκουρη-
3 / 5
Νόμος και Φύση
Αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία για το περιβάλλον και την αειφόρο ανάπτυξη
http://nomosphysis.org.gr
Βράχος» της περιφερείας του Δήμου Μεγαρέων Αττικής. Το Τριμελές Διοικητικό
Πρωτοδικείο Αθηνών, ενώπιον του οποίου προσέφυγε ο αναιρεσίβλητος κατά της ως
άνω πράξεως καταλογισμού του προστίμου, με την 6501/2006 απόφασή του,
ακύρωσε την πράξη αυτήν, με την αιτιολογία ότι, μετά την θέση σε ισχύ του,
εφαρμοζομένου και επί των εκκρεμών δικών, άρθρου 21 παρ. 4 του ν. 3208/2003, το
οποίο προβλέπει ως προϋπόθεση της επιβολής του, βάσει των διατάξεων του
άρθρου 70 παρ. 1 του ν. 998/1979, προστίμου την έκδοση εις βάρος του παραβάτου
τελεσιδίκου, καταδικαστικής αποφάσεως, η πράξη αυτή είχε απολέσει το νόμιμο
έρεισμά της, δεδομένου ότι εις βάρος του ήδη αναιρεσιβλήτου δεν είχε εκδοθεί
τελεσίδικη, καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Με την έφεσή του κατά
της πρωτοβαθμίου αποφάσεως, το Δημόσιο προσέβαλε την ως άνω κρίση ως
πλημμελή, ο δε σχετικός ισχυρισμός έγινε δεκτός με την αναιρεσιβαλλομένη
απόφαση με την σκέψη ότι, εφ' όσον στον ν. 3208/2003 "δεν περιλαμβάνεται
μεταβατικού χαρακτήρα ρύθμιση, που να καταλαμβάνει ρητώς τις εκκρεμείς δίκες,
η... διάταξη του άρθρου 21 παρ. 4 του εν λόγω νόμου καταλαμβάνει μόνον τα
πρόστιμα που επιβάλλονται μετά την έναρξη [της] ισχύος του (24.12.2003)" και,
συνεπώς, το Διοικητικό Πρωτοδικείο ώφειλε να κρίνει το κύρος της ενδίκου
καταλογιστικής πράξεως βάσει του ισχύοντος κατά την έκδοσή της νομοθετικού
καθεστώτος. Εν συνεχεία, το Διοικητικό Εφετείο εχώρησε στην εξέταση της
προσφυγής και, αφού έλαβε υπ' όψιν του "ότι... από το σώμα της πράξης του Δασάρχη
Μεγάρων... και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει η τήρηση της
διαδικασίας ακρόασης κατά την έκδοσή της, εφ' όσον ο [αναιρεσίβλητος] δεν κλήθηκε
να υποβάλει τις απόψεις του και να παράσχει εξηγήσεις επί των παραβάσεων που του
αποδίδονται", έκρινε ότι η προσβληθείσα πράξη καταλογισμού ήτο πλημμελής κατά
την νόμιμη βάση της, διότι είχε εκδοθεί χωρίς να τηρηθεί ο, επιβαλλόμενος από το
άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος, ουσιώδης τύπος της προηγουμένης ακροάσεως
του αναιρεσιβλήτου, για τον λόγο δε αυτόν, τον οποίον το δικαστήριο εξήτασε
αυτεπαγγέλτως, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 79 του Κώδικος Διοικητικής Δικονομίας,
ακύρωσε την εν λόγω πράξη. Η κρίση, όμως, αυτή της αναιρεσιβαλλομένης
αποφάσεως δεν είναι νόμιμη, δεδομένου ότι, κατά τα γενόμενα δεκτά στην
προηγουμένη σκέψη, συμφώνως προς τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 79 παρ. 1, το
δικάσαν δικαστήριο δεν είχε την εξουσία να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την μη
τήρηση του επιβαλλομένου από τις οικείες συνταγματικές διατάξεις ουσιώδους τύπου
της προηγουμένης κλήσεως του ενδιαφερομένου σε ακρόαση προ της εκδόσεως
της, δυνάμει του άρθρου 70 παρ. 1 του ν. 998/1979 δυσμενούς για τον
αναιρεσίβλητο διοικητικής πράξεως, χωρίς μάλιστα να βεβαιώσει, θετικώς, ότι η μη
τήρηση του τύπου αυτού προέκυπτε από την πράξη καταλογισμού του προστίμου,
απορριπτομένου του, περιλαμβανομένου στο υπόμνημα του αναιρεσιβλήτου, περί του
αντιθέτου ισχυρισμού. Για τον λόγο συνεπώς αυτόν, βασίμως προβαλλόμενο, η
κρινομένη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση,
παρελκούσης ως αλυσιτελούς της ερεύνης του ετέρου λόγου αναιρέσεως, η δε
υπόθεση, η οποία χρήζει διευκρινίσεως κατά το πραγματικό αυτής, πρέπει να παραπεμφθεί στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών προς νέα νόμιμο κρίση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου