ΑΠ 760/2013 – Στοιχεία ορισμένου διεκδικητικής / αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής


ΑΠ 760/2013 – Στοιχεία ορισμένου διεκδικητικής / αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής

1123641 
Περίληψη: Κτήση κυριότητας ακινήτου με κληρονομική διαδοχή – Χρησικτησία – Στοιχεία ταυτότητας ακινήτου – Αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή – Πλαστότητα εγγράφου -. Αναγκαία στοιχεία της ..
διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής. Ακριβής περιγραφή του ακινήτου, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Αν αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, πρέπει να γίνεται προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του. Κτήση κυριότητας ακινήτου με κληρονομική διαδοχή από τον αναιρεσίβλητο. Μη απόδειξη ότι η δικαιοπάροχος μητέρα του αναιρεσείοντος κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και ότι ο αναιρεσείων κατέστη κύριος του επίδικου με οποιονδήποτε τρόπο. Πλαστότητα εγγράφου. Αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο ΚΠοινΔ. Βάρος απόδειξης. Όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Η υποχρέωση αυτή έχει εφαρμογή μόνο όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ’ ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή. Σε αντίθεση την ένσταση πλαστότητας, όπου κατονομάζεται ο πλαστογράφος, η οποία προτείνεται προνομιακώς σε κάθε στάση της δίκης, αν η πλαστότητα δεν αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, πρέπει να προταθεί μόνον κατά τη συζήτηση, κατά την οποία για πρώτη φορά προσκομίζεται το έγγραφο, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, εκτός εάν κατονομασθεί πλαστογράφος, οπότε η ένσταση αναλαμβάνει τον προνομιακό της χαρακτήρα.
Αριθμός 760/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ.Κ. του Γ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Βλάχο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε.Σ. χήρας Α., το γένος Α.Κ., κατοίκου …, 2) Α.Σ. του Α., και 3) Κ.Α. συζ. Μ., το γένος Α.Σ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/8/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 17/4/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 190/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/9/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 28/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ’ άρθρο 1051 ΑΚ. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ’ αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, ενώ, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του ανωτέρω άρθρου 559. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την ένδικη από 17-4-2006 αγωγή τους, την οποία εκτιμά, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος, ισχυρίστηκαν, ότι το έτος 2001 αποδέχθηκαν την κληρονομία του συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών Α.Σ., ο οποίος απεβίωσε στη … στις 14-1-2000 με την αναφερόμενη και νόμιμα μεταγεγραμμένη πράξη αποδοχής κληρονομίας, ότι μεταξύ των κληρονομιαίων στοιχείων περιλαμβανόταν και το λεπτομερώς περιγραφόμενο κατά θέση, έκταση και όρια επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται στην περιοχή … του Δήμου Κάσου, εκτάσεως 1.007,15 τ.μ., σύμφωνα με το από Δεκεμβρίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Φ.Ι.-Ρ. και έτσι κατέστησαν συγκύριοι κατά τα αναφερόμενα σε αυτή εξ αδιαιρέτου ποσοστά του επίδικου ακινήτου, στο οποίο ο κληρονομούμενος δικαιοπάροχός τους είχε καταστεί ήδη κύριος πριν το θάνατό του με έκτακτη χρησικτησία, αφού από το έτος 1949 του το είχε παραχωρήσει με άτυπη δωρεά ο πατέρας του και έκτοτε το νεμόταν, ασκώντας επ’ αυτού όλες τις αναφερόμενες πράξεις νομής και κατοχής, και ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων για πρώτη φορά το έτος 2002 αμφισβήτησε με τους αναφερόμενους τρόπους το δικαίωμα της συγκυριότητάς τους επί του επίδικου ακινήτου. Ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Με το πιο πάνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, επειδή περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται για την πληρότητά της και ειδικότερα περιγράφεται σ’ αυτή σαφώς και ορισμένως το επίδικο κατά θέση, έκταση και όρια. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή και δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 περ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και, συνακόλουθα, ο τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς, και, όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά, και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και, όταν υφίστανται ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: «Το επίδικο ακίνητο είναι ένας αγρός που βρίσκεται στην θέση «…» της περιοχής … του Δήμου Κάσου Δωδεκανήσου, έκτασης 1.007,15 τ.μ., μέσα στον οποίο βρίσκεται παλιός πέτρινος σταύλος επιφάνειας 20 τ.μ. και ο οποίος συνορεύει βόρεια με αγρό ιδιοκτησίας Μ., νότια με αγρό ιδιοκτησίας Ν.Ζ., ανατολικά με δημόσιο δρόμο και δυτικά με δημόσιο δρόμο. Το ακίνητο αυτό ανήκε κατά κυριότητα προ του έτους 1949 στον απώτατο κοινό δικαιοπάροχο όλων των διαδίκων Α.Φ. (Σ.), γεγονός άλλωστε το οποίο συνομολογείται από τους διαδίκους. Ο τελευταίος το έτος 1949 μεταβίβασε τη νομή αυτού λόγω άτυπης δωρεάς στον εγγονό του και δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Α.Σ. του Β., ο οποίος έκτοτε και μέχρι τον κατά το έτος 2000 χρόνο του θανάτου του ασκούσε σε αυτό διανοία κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και κατοχής. Ειδικότερα, συντηρούσε την παλαιά πέτρινη περίφραξή του και τη στέρνα (λατσία), δηλαδή το πηγάδι που υπάρχει σ’ αυτό, όταν επισκεπτόταν την Κάσο κατά τους θερινούς μήνες, δεδομένου ότι κατά τους χειμερινούς μήνες κατοικούσε στη Βέροια και γενικότερα είχε την επίβλεψή του, χωρίς καμία αμφισβήτηση από κανένα. Περαιτέρω, το έτος 1993 εκμίσθωσε το ακίνητο στο γείτονά του Β.Ζ., προκειμένου να το έχει ο τελευταίος για δική του χρήση αντί μισθώματος 2000 δραχμών και με τον όρο της παράδοσής του στον εκμισθωτή Α.Σ. οποτεδήποτε αυτός το ζητήσει. Το γεγονός της υπογραφής του ανωτέρω ιδιωτικού μισθωτηρίου συμφωνητικού από τον Β.Ζ. ως μισθωτή συνομολογεί και αναφέρει και η ίδια η σύζυγός του Φ. χήρα Β.Ζ. στην προσκομιζόμενη …/29-9-1974 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον της συμβολαιογράφου Καρπάθου Χ.Κ., στην οποία δεν εξηγεί γιατί ο σύζυγός της δέχθηκε να υπογράψει το ανωτέρω συμφωνητικό μίσθωσης ενώ, όπως αναφέρει τόσο αυτός όσο και η ίδια αναγνωρίζουν ως μόνη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου την δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντα Ε. σύζ. Γ.Κ. Επομένως, αφού ο Α.Σ. νεμήθηκε διανοία κυρίου το παραπάνω ακίνητο από το έτος 1949 έως το έτος 2000, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πενήντα (50) ετών χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί από κανένα κατέστη κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Το έτος 2000 και συγκεκριμένα στις 14-1-2000 απεβίωσε στη … και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την σύζυγό του πρώτη των αναιρεσιβλήτων και τα δύο τέκνα του, λοιπούς αναιρεσιβλήτους. Οι τελευταίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία του, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο με την …/18-10-2001 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Βεροίας Δ.Τ. που μεταγράφηκε νόμιμα, όπως αυτή διορθώθηκε με την …/3-7-2003 διορθωτική δήλωση αποδοχής κληρονομίας του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, και έτσι κατέστησαν συγκύριοι, λόγω κληρονομικής διαδοχής του επιδίκου κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας των λοιπών των αναιρεσιβλήτων, τα δικαιώματα δε αυτά άρχισε να αμφισβητεί για πρώτη φορά το έτος 2002 ο αναιρεσείων, καυχώμενος ότι αυτός είναι ο πραγματικός κύριος του επιδίκου. Περαιτέρω, δεν προέκυψε ότι άσκησε ποτέ πράξεις νομής διανοία κυρίας στο επίδικο ακίνητο κατά τα έτη 1949 έως και 2001 η δικαιοπάροχος και μητέρα του αναιρεσείοντος, αφού ουδέποτε παραδόθηκε η νομή του σ’ αυτή από τον Α. Φ. (Σ.) το έτος 1949, ενώ ουδέποτε η ίδια προσωπικά κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα άσκησε φανερά υλικές πράξεις νομής, πολύ δε περισσότερο αφού από το έτος 1967 έφυγε από την Κάσο διαμένοντας έκτοτε μόνιμα στον Καναδά. Οι καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος Φ. χήρας Β.Ζ., Β.συζ. Μ.Δ., Ε. χήρας Ε.Κ. και Η.Κ., που περιέχονται στις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Χ.Κ. και Ζ.Ρ. σχετικά με το γεγονός της μίσθωσης του επίδικου ακινήτου από την δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος στον Β. Ζ. κατά τα έτη 1978 έως 1994 κρίνονται από το δικαστήριο αυτό ως μη πειστικές, γιατί αφενός μεν έρχονται σε ευθεία αντίθεση με το από 4-8-1993 ιδιωτικό μισθωτήριο συμφωνητικό, στο οποίο ως εκμισθωτής εμφαίνεται ο Α.Σ., αφετέρου δε όλες αυτές οι καταθέσεις αναφέρονται σε εκμίσθωση για καλλιέργεια του επιδίκου, γεγονός το οποίο δεν συμπορεύεται με τη φύση του, αφού όπως προκύπτει από όλα τα αποδεικτικά μέσα και τις προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες, αυτό δεν προσφέρεται για οποιαδήποτε καλλιέργεια, λόγω της εξαιρετικά πετρώδους σύστασης του εδάφους του, αλλά μόνο για βοσκή και ενόψει όλων αυτών η δικαιοπάροχος και μητέρα του αναιρεσείοντος ουδέποτε κατέστη κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία». Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι ο αρχικός ιδιοκτήτης του επιδίκου το έτος 1949 μεταβίβασε τη νομή αυτού λόγω άτυπης δωρεάς στον εγγονό του και δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος έκτοτε και μέχρι τον θάνατό του το έτος 2000 νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου, καταστάς έτσι κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, και ο οποίος κατέλειπε μοναδικούς κληρονόμους του τους αναιρεσιβλήτους, που με δήλωσή τους αποδέχτηκαν την κληρονομία αυτή, και ότι η δικαιοπάροχος και μητέρα του αναιρεσείοντος Ε. σύζ. Γ.Κ. ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο και δεν κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Κατόπιν τούτου, δέχτηκε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την αναγνωριστική κυριότητας του ιδίου ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους αναιρεσιβλήτους με κληρονομική διαδοχή και της μη απόδειξης ότι η δικαιοπάροχος μητέρα του αναιρεσείοντος κατέστη κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και συνακόλουθα της μη απόδειξης, ότι ο αναιρεσείων έγινε ποτέ κύριος του επιδίκου με οποιοδήποτε τρόπο. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προσβάλλει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επειδή, κατά το άρθρο 460 του ΚΠολΔ, κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό, τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια. Κατά το επόμενο άρθρο 461, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. Τέλος, κατά το άρθρο 463, όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Το άρθρο αυτό είναι ενταγμένο στο κεφάλαιο της αποδείξεως και συνιστά, ενόψει και της θέσης του στον ΚΠολΔ, παρά τη γενική του διατύπωση, κανόνα της αποδεικτικής μόνο διαδικασίας. Επομένως, ο περιορισμός που τάσσει δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κήρυξης εγγράφου ως πλαστού. Για το λόγο αυτό η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή υποχρέωση έχει εφαρμογή μόνο, όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ’ ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή. Πράγματι ο περιορισμός αυτός τείνει στην αποτροπή της στρεψοδικίας και παρελκύσεως της εκκρεμούς δίκης (Ολ.ΑΠ 23/1999). Έτσι, η διάταξη του άνω άρθρου 463 ΚΠολΔ απαιτεί την ταυτόχρονη με την προβολή του ισχυρισμού για πλαστότητα του εγγράφου προσκομιδή των αποδεικτικών εγγράφων και την αναφορά ονομαστικώς των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων, τόσο στην περίπτωση που κατονομάζεται ο πλαστογράφος όσο και στην περίπτωση που αυτός δεν κατονομάζεται, καθόσον η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 463 του ΚΠολΔ είναι γενική και στο άρθρο 464 του ΚΠολΔ, κατά το οποίο αν έγγραφο προσβάλλεται ως πλαστό χωρίς να αποδίδεται η πλαστογραφία σε ορισμένο πρόσωπο, το δικαστήριο διατάζει αποδείξεις μόνο αν εκείνος που προσκόμισε το έγγραφο επιμένει να το χρησιμοποιήσει και το έγγραφο είναι κατά την κρίση του δικαστηρίου ουσιώδες για τη διάγνωση της υπόθεσης, δεν προβλέπεται διάφορη ρύθμιση. Σε αντίθεση, δηλαδή, προς την ένσταση πλαστότητας, όπου κατονομάζεται ο πλαστογράφος, η οποία προτείνεται προνομιακώς σε κάθε στάση της δίκης δι’ αγωγής, ανακοπής ή ενστάσεως, εάν η πλαστότητα δεν αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, τότε πρέπει να προταθεί μόνον κατά τη συζήτηση, κατά την οποίαν το πρώτο προσκομίζεται το έγγραφο, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, και όχι σε μεταγενέστερη συζήτηση, εκτός εάν κατονομασθεί πλαστογράφος, οπότε η ένσταση αναλαμβάνει τον προνομιακό της χαρακτήρα (ΑΠ 31/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι το ως άνω απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.ΑΠ 963/1985).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι «το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε ως απαράδεκτη την ένστασή του περί πλαστότητας των αναφερόμενων δύο ιδιωτικών εγγράφων, που πρόβαλε το πρώτον με τον πρόσθετο λόγο έφεσης από δικαιολογημένη αιτία, αφού τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους με τις προτάσεις τους μετά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως και ο αναιρεσείων με τον πρόσθετο λόγο έφεσης κατονόμασε ευκρινώς και σαφώς τους πλαστογράφους των εγγράφων αυτών». Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όμως, και δη από τις με ημερομηνία 11-1-2007 πρωτόδικες προτάσεις των αναιρεσιβιλήτων προκύπτει, ότι οι αναιρεσίβλητοι κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης επικαλέστησαν και προσκόμισαν τα επίμαχα έγγραφα, ήτοι το από 4-8-1993 ιδιωτικό μισθωτήριο συμφωνητικό, που φέρει την υπογραφή του Β.Ζ., και το χωρίς ημερομηνία έγγραφο που φέρει τον τίτλο «Υπεύθυνος Δήλωσις» και είναι θεωρημένο για το γνήσιο της υπογραφής των υπογραφόντων Β.Ζ. και Δ.Φ. την 19-8-1993, ενώ ο αναιρεσείων πρόβαλε στο Εφετείο για πρώτη φορά την ένσταση πλαστογραφίας των εγγράφων αυτών χωρίς να κατονομάσει τον πλαστογράφο, αφού με τον πρόσθετο λόγο έφεσης απλώς προβάλλει ότι «οι εφεσίβλητοι έκαναν χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων, διότι γνώριζαν ότι ο Β.Ζ. είχε αποβιώσει και δεν μπορούσε να τους διαψεύσει». Επομένως, το Εφετείο, που όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι τα έγγραφα αυτά προβάλλονται ως πλαστά για πρώτη φορά στο Εφετείο, χωρίς ο εκκαλών-αναιρεσείων να κατονομάζει πλαστογράφο και κατόπιν τούτου απέρριψε ως απαράδεκτη την ως άνω ένσταση πλαστότητας, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο ως άνω από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αναφέρεται, ότι με το να δεχτεί το Εφετείο ότι «ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Α.Σ. το έτος 1993 εκμίσθωσε το επίδικο ακίνητο στον γείτονά του Β.Ζ. με βάση το προσαγόμενο με επίκληση από 4-8-1993 ιδιωτικό μισθωτήριο συμφωνητικό, προκειμένου να το έχει ο τελευταίος για δική του χρήση αντί μισθώματος 2000 δραχμών και με τον όρο της παράδοσής του στον εκμισθωτή Α.Σ. οποτεδήποτε αυτός το ζητήσει», παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, αφού το επίδικο δεν προσφέρεται για οποιαδήποτε καλλιέργεια. Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ωστόσο, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, μετά από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και το ιδιωτικό μισθωτήριο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης. Έτσι το Εφετείο που απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος και δέχτηκε την αντίθετη αναγνωριστική κυριότητας του ιδίου ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στο πιο πάνω έγγραφο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις. Επομένως ο κρινόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επειδή, ο από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τον προβλέπει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι’ αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο τρίτος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο απέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στο προσαγόμενο σε φωτοτυπία από 4-8-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό έγγραφο, του οποίου δεν αποδείχθηκε η γνησιότητα, είναι απαράδεκτος, αφού μάλιστα εκτίμησε ελεύθερα το έγγραφο αυτό, ενώ η προβληθείσα το πρώτον στο Εφετείο ένσταση πλαστότητας του εγγράφου αυτού είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Δεν αποτελούν δε πράγματα, κατά την πιο πάνω έννοια, και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, μεταξύ άλλων, και η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά ή συμπεράσματα τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού. Πράγματα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, δεν αποτελούν επίσης τα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, και τελευταίο εξεταζόμενο, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του, που πρόβαλε και στο Εφετείο με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, ότι η …/18-10-2001 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Βεροίας …, με την οποία οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 2000 δικαιοπαρόχου τους Α. Σ., ήταν εικονική ως προς το επίδικο ακίνητο, γιατί αυτό «δεν ανήκε κατά τον χρόνο θανάτου του Α.Σ. στο όνομά του στο Υποθηκοφυλακείο Κάσου-Καρπάθου». Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού τον ισχυρισμό αυτό τον έλαβε υπόψη το Εφετείο και τον απέρριψε ως εκ του πράγματος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-9-2011 αίτηση του αναιρεσείοντος Κ. Κ. για αναίρεση της 190/2009 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια