ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ 184 3. ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ 16/2010 Νομή. Αν κάποιος κατέχει πράγμα στο όνομα άλλου (π.χ στο χρησιδάνειο ο χρησά - μενος) τεκμαίρεται ότι κατέχει στο όνομα του χρήστη. Έτσι δεν υπάρχουν οι προϋπο -

Απόφαση 292 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)  Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Δασικά αδικήματα.
ΕΦΕΤΕΙΟ  ΠΑΤΡΩΝ
184
3. ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ
16/2010
(Πρόεδρος: Νικόλαος Τρούσας, Πρόεδρος Εφετών).
(Δικαστές: ΣτεφανίαΚαρατζά, Ελένη Κοτσομύτη-Εισηγήτρια, Εφέτες).
(Δικηγόροι: Μαρία Ανδρεοπούλου, Ρήγας Παληοθόδωρος).
Νομή. Αν κάποιος κατέχει πράγμα στο όνομα άλλου (π.χ στο χρησιδάνειο ο χρησά

-
μενος) τεκμαίρεται ότι κατέχει στο όνομα του χρήστη. Έτσι δεν υπάρχουν οι προϋπο
-
θέσεις για έκτακτη χρησικτησία ή τακτική. Οι προϋποθέσεις για χρησικτησία αρχίζουν
να υφίστανται από τότε που νέμεται ο χρησάμενος για τον εαυτό του και μάλιστα, για
το ακίνητο πράγμα, από τότε που θα λάβει γνώση ο αληθινός νομέας (χρήστης) στο
όνομα του οποίου κατείχε. Διανομή ακινήτου μεταξύ όλων των συγκυρίων με συμβό
-
λαιο που μεταγράφηκε. Ο χρησάμενος μετά ταύτα εμφανίζεται ως εξ αδιαιρέτου συν
-
νομέας του όλου ακινήτου σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων περί νομής με γείτονα. Το
ειρηνοδικείο δέχεται την άποψη ότι είναι συννομέας και η απόφασή του επικυρώνεται
από το Πρωτοδικείο. Έτσι η διανομή εξαφανίζεται. Μετά ταύτα διένεξη μεταξύ χρήστη
και χρησάμενου όπου ο χρησάμενος ισχυρίζεται ότι δεν είναι κύριος ορισμένου τμή
-
ματος αλλά συννομέας του όλου ακινήτου, επικαλούμενος δεδικασμένο από την πιο
πάνω δίκη. Το Εφετείο αποφαίνεται ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ούτε και προσωρινό.
Από τις διατάξεις των άρθρων 974
επ., 980, 982, 1041 και 1045 ΑΚ προκύ
-
πτει ότι όποιος άρχισε να κατέχει στο όνο
-
μα άλλου, όπως είναι λ.χ. ο χρησάμενος
ή κατά παράκληση λαβών (ΑΚ) τεκμαίρε
-
ται ότι, όσον διατηρεί την κατοχή, κατέχει
στο όνομα του άλλου, δηλαδή ασκεί τη
νομή του πράγματος όχι για λογαριασμό
του αλλά για λογαριασμό του νομέα (χρή
-
στη κ.λπ.), δεν μπορεί δε να αποκτήσει
την κυριότητα του πράγματος με τα προ
-
σόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτη
-
σίας, παρά μόνον εφόσον αντιποιηθεί τη
νομή του πράγματος και συντρέξουν και
οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις των άρ
-
θρων 1041 και 1045 ΑΚ, μάλιστα στην πε
-
ρίπτωση ακινήτου η νομή δεν χάνεται για
το νομέα προτού λάβει γνώση της αντι
-
ποιήσεως της νομής από το κάτοχο που
νεμόταν για λογαριασμό του.
Το προαναφερόμενο δε τεκμή
-
ριο της νομής (ΑΚ 980§2) έχει εφαρμο
-
γή όχι μόνο κατά τη διάρκεια της έννομης
σχέσης (π.χ. χρησιδανείου), που συνδέ
-
ει τον κάτοχο με το νομέα αλλά και μετά
τη λήξη αυτής, εφόσον ο κάτοχος εξα
-
κολουθεί να κατέχει το πράγμα (βλ. Γε
-
ωργιάδη, άρθρο 980 αριθ.11, 14-17,
Μπαλή, ΕμπρΔ §12, ΑΠ 217/2003 ΕλΔ
2004.489, ΑΠ 1289/2002 ΕλΔ 2004.471,
ΑΠ 713/1993 ΕλΔ 36.132, ΑΠ 233/1982
ΝοΒ 30.1273, ΑΠ 367/1990 ΝοΒ 39.569,
ΕΑ 1670/1978 ΝοΒ 26.137, ΕΑ 2897/2001
ΕλΔ 2001.1411, ΕΑ 4045/2001, ΕλΔ
2001.1400, ΕφΠειρ 951/1994 ΕλΔ 37.439,
ΕΑ 7236/1981 ΝοΒ 29.1414).
Αποδείχθηκαν  τα  ακόλουθα
πραγματικά περιστατικά: Με το 837/9-
11-1978 διανεμητήριο συμβόλαιο της
συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.Μ-Π που
μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μετα
-
γραφών του υποθηκοφυλακείου Αρή
-
185
νης (τόμος 49 και αριθμ.103), οι διάδι
-
κοι, οι οποίες είναι αδελφές, καθώς και
ο αδελφός τους Ι.Μ, προέβησαν στην δι
-
ανομή μεταξύ τους της γονικής τους πε
-
ριουσίας, που είχε περιέλθει σ’ αυτούς
κατά κυριότητα αδιαιρέτως, ως εξ αδια
-
θέτου κληρονόμους των γονέων τους Π.
και Μ.Μ και την οποία (κληρονομιά τους
) είχαν αποδεχθεί προηγουμένως με την
836/1978 πράξη της ιδίας ως άνω συμ/
φου νομίμως μεταγραμμένης.
Μεταξύ άλλων ακινήτων που δι
-
ένειμαν, ήταν και ένας αγρός που βρί
-
σκεται στη θέση «Αμμούλι» της κτημα
-
τικής περιφέρειας του Δήμου Ζαχάρως,
εκτάσεως 11 στρεμμάτων που συνορεύ
-
ει γύρωθεν (σύμφωνα με την πράξη δια
-
νομής), ανατολικά κ.λ.π. Ο αγρός αυτός
,συμφωνήθηκε με την ως άνω πράξη δι
-
ανομής, να διανεμηθεί μεταξύ των δια
-
δίκων και να λάβει η καθεμιά τους στην
αποκλειστική τους κυριότητα, νομή και
κατοχή το 1/2 αυτού διαιρετώς, δηλαδή
5,5 στρέμματα η καθεμιά και συγκεκρι
-
μένα, η μεν ενάγουσα/εφεσίβλητη συμ
-
φωνήθηκε να λάβει το νότιο τμήμα αυ
-
τού που συνορεύει με την ιδιοκτησία του
Ι.Δ, το οποίο είναι το επίδικο, η δε εναγο
-
μένη-εκκαλούσα το βόρειο τμήμα αυτού
που συνορεύει με την ιδιοκτησία του Θ.Ζ.
Μετά την ως άνω διανομή οι δύο
αδελφές (διάδικοι), ανήγειραν στις χωρι
-
στές ως άνω ιδιοκτησίες από μια διώροφη
κεραμοσκεπή οικία εκάστη δυνάμει των
οικοδομικών αδειών με αριθμ. 435/1980 η
εναγομένη και 437/1980 η ενάγουσα που
εκδόθηκαν κατόπιν της από 13-12-1979
αιτήσεως τους, χρησιμοποιώντας τον ίδιο
πολιτικό μηχανικό (Δ.Π).
Στις ως άνω οικοδομικές άδειες
αποτυπώνεται τοπογραφικό σκαρίφημα,
όπου έχουν καθοριστεί σαφώς τα όρια
των οικοπέδων τους και τα οποία έχουν
ως ακολούθως: α)της μεν ενάγουσας
ορίζεται βόρεια με ιδιοκτησία της εναγο
-
μένης σε πλευρά μήκους 100 μ. κλπ και
β) της δε εναγομένης ορίζεται βόρεια με
ιδιοκτησία Θ.Ζ κ.λ.π...εκτάσεως του κα
-
θενός οικοπέδου 5, 9 στρεμμάτων, σύμ
-
φωνα με νεότερη καταμέτρηση, κατά τα
ως άνω τοπογραφικά σκαριφήματα.
Η ενάγουσα, η οποία είναι μόνι
-
μη κάτοικος Ελβετίας, μετά την διανομή
κατά το έτος 1978 κατά την οποία σημει
-
ωτέον εκπροσωπήθηκε από την εναγομέ
-
νη αδελφή της ως πληρεξούσια, αντιπρό
-
σωπο και αντίκλητο της, ασκούσε πράξεις
νομής στο επίδικο ακίνητο της, κατά πα
-
ράκληση, μέσω της τελευταίας, η οποία
ως αντιπρόσωπος της το όργωνε και
έσπερνε τριφύλλι, επιστατούσε, επέβλε
-
πε και προστάτευε αυτό, πάντοτε όμως
για λογαριασμό της ενάγουσας, κατά την
σαφή και κατηγορηματική κατάθεση της
μάρτυρος αποδείξεως Ε.Μ, η οποία είναι
σύζυγος του αδελφού των διαδίκων και
έχει άμεση γνώση του ιδιοκτησιακού κα
-
θεστώτος του επιδίκου ακινήτου.
Κατά το έτος 2003 η εναγομένη
άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αρή
-
νης την από 21-11-2003 αίτηση της περί
λήψεως ασφαλιστικών μέτρων κατά του
Γ.Μ, ζητώντας την προστασία της συννο
-
μής της λόγω της διαταράξεως αυτής με
την, εκ μέρους του τελευταίου, διαπλά
-
τυνση δρόμου ανατολικά προς την ιδιο
-
κτησία της ενάγουσας.
Με την 48/2003 απόφαση του Ει
-
ρηνοδικείου Αρήνης, η οποία κατέστη τε
-
λεσίδικη με την 130/2004 απόφαση του
Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, έγινε
δεκτή η αίτηση και η εναγομένη αναγνω
-
ρίστηκε προσωρινά συννομέας του όλου
ακινήτου. Από την αιτιολογία αμφοτέρων
των αποφάσεων αυτών προκύπτει σα
-
φώς ότι ουδόλως έλαβαν υπόψη τους
την 837/1978 προαναφερθείσα πράξη
διανομής, παρά μόνο την 836/1978 πρά
-
ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ  ΔΙΚΑΙΟ
ΕΦΕΤΕΙΟ  ΠΑΤΡΩΝ
186
ξη αποδοχής κληρονομιάς.
Ειδικότερα, έγινε δεκτό ότι η αι
-
τούσα (εναγομένη-ήδη εκκαλούσα) εί
-
ναι συγκάτοχος, συννομέας και συγκυ
-
ρία ενός ακινήτου εκτάσεως 11 περί
-
που στρεμμάτων στη θέση «Αμμούλι»
(πρόκειται περί του επιδίκου) σε ποσο
-
στό 1/3 αδιαιρέτως με την αδελφή της
Χ.Μ-Β (ενάγουσα ήδη εφεσίβλητη ) και
τον αδερφό της Ι.Μ, δυνάμει της 836/9-
11-1978 δήλωσης αποδοχής κληρονο
-
μιάς της συμ/φου Αθηνών Δ.Μ-Π, νομί
-
μως μεταγραφείσης, μάλιστα η 130/2004
απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου
Ηλείας, δέχθηκε ότι δεν έχει τεθεί θέμα
διαχωρισμού του όλου ακινήτου με τα
αδέλφια της, το ίδιο δε έγινε δεκτό και
με την 8/2004 απόφαση της Αντεισαγ
-
γελέως Πρωτοδικών Ηλείας.
Από τις ως άνω αποφάσεις δεν
παρήχθη ούτε καν προσωρινό δεδικα
-
σμένο μεταξύ των διαδίκων, ενόψει του
ότι αυτές έκριναν επί διαφοράς μετα
-
ξύ διαφορετικών προσώπων και επί δι
-
αφορετικής νομικής και ιστορικής αιτί
-
ας. Από την δε αιτιολογία των αποφά
-
σεων αυτών, όπου γίνεται σαφής ανα
-
φορά μόνο της 836/1978 πράξεως απο
-
δοχής αιτούσας ως συγκυρίας κατά το
1/3 αδιαιρέτως, είναι προφανές ότι δεν
προσκομίστηκε στα ως άνω Δικαστήρια
η 837/1978 πράξη διανομής της ως άνω
συμ/φου γι’αυτό και αμφότερα τα Δικα
-
στήρια αυτά (Ειρηνοδικείο Αρήνης και
Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας δικάζον
ως Εφετείο επί εφέσεως ασφαλιστικών
μέτρων νομής) οδηγήθηκαν στο συμπέ
-
ρασμα που προαναφέρθηκε.
Με την ως άνω αίτηση ενώπιον
του Ειρηνοδικείου Αρήνης κατά το έτος
2003, η εναγομένη για πρώτη φορά εκ
-
δήλωσε την πρόθεση της να αντιποιη
-
θεί το δικαίωμα της νομής της ενάγου
-
σας, η οποία έλαβε γνώση της προθέ
-
σεως αυτής της αδελφής της το πρώτον
το έτος 2004. Δεδομένου δε ότι κατ’ άρ
-
θρο 982 ΑΚ η νομή δεν χάνεται για το
νομέα προτού λάβει γνώση της αντιποί
-
ησης εκ μέρους του αντιπροσώπου, η
ενάγουσα ουδέποτε είχε χάσει την νομή
της στο επίδικο, ο δε ισχυρισμός που
προέβαλε η εναγομένη με τις προτάσεις
της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστη
-
ρίου και επαναφέρει ως λόγο εφέσεως
ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι δη
-
λαδή παρά τη διανομή του έτους 1978,
αυτή ασκούσε πράξεις νομής σε όλο το
ακίνητο των 11 περίπου στρεμμάτων εν
γνώσει της αδελφής της (ενάγουσας) εί
-
ναι αβάσιμος, αφού από κανένα απο
-
δεικτικό στοιχείο προέκυψε κάτι τέτοιο.
Το γεγονός ότι, μετά την διανο
-
μή που αναφέρθηκε, το ακίνητο παρέ
-
μεινε ως ένα ενιαίο όλο, χωρίς να περι
-
φραχθούν τα δύο οικόπεδα που προέ
-
κυψαν και εντός αυτού περιφέρονταν τα
διάφορα ζώα που κατά καιρούς εξέτρεψε
η εναγομένη, ουδόλως αποδεικνύει ότι η
τελευταία νεμόταν αποκλειστικά για τον
εαυτό της το επίδικο ακίνητο.
Αντιθέτως αποδεικνύει ότι, τουλά
-
χιστον εκ μέρους της ενάγουσας υπήρχε
απόλυτη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο της
αδελφής της –εναγομένης γι’ αυτό και άφη
-
σε χωρίς περίφραξη το ακίνητο της στο κοι
-
νό όριο με το ακίνητο της αδελφής της, την
οποία άλλωστε είχε καταστήσει αντιπρό
-
σωπο της, όπως ήδη αναφέρθηκε.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενα
-
γομένη είχε δική της είσοδο για να εισέρ
-
χεται στην χωριστή ιδιοκτησία της, παρά
ταύτα όμως αυτή διέρχεται από την εί
-
σοδο που έχει διανοίξει η ενάγουσα και
βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του
επιδίκου, προς την πλευρά του αγροτι
-
κού δρόμου παρά τη θέληση της τελευ
-
ταίας, διαταράσσοντας έτσι παράνομα το
δικαίωμα της κυριότητας της στο προα
-
187
ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ  ΔΙΚΑΙΟ
ναφερθέν ακίνητο της.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δι
-
καστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη
απόφαση του δέχθηκε τα ίδια, και έκρινε
την αγωγή νόμιμη και στη συνέχεια δέ
-
χθηκε αυτήν και ως ουσιαστικά βάσιμη,
αναγνωρίζοντας την ενάγουσα κυρία στο
προπεριγραφέν ακίνητο των 5,5 στρεμ
-
μάτων και υποχρεώνοντας την εναγομέ
-
νη να παύσει να διέρχεται από την είσο
-
δο της ενάγουσας, ορθά ερμήνευσε το
νόμο και εκτίμησε τις προσκομισθείσες
αποδείξεις και δεν έσφαλε και επομένως
άπαντες οι λόγοι της κρινόμενης εφέσε
-
ως με τους οποίους υποστηρίζονται τα
αντίθετα κρίνονται αβάσιμοι.
25/2010
(Πρόεδρος:
Νικόλαος Τρούσας,
 Πρόεδρος Εφετών).
(Δικαστές:
Γεώργιος Οικονόμου
-Εισηγητής,
Ελένη Κούφη,
 Εφέτες).
(Δικηγόροι:
Γεώργιος Πεντζιάς, Απόστολος Πούλιος
).
Διεκδικητική αγωγή και αρνητική. Δεν μπορεί να γίνει σώρευση της πρώτης με τη δεύ
-
τερη γιατί υπάρχει αντίφαση. Πότε δεν υπάρχει αντίφαση. Μεσότοιχος. Σχετική νομο
-
θεσία. Πάντως μεσότοιχος εννοείται τοίχος που ανεγείρεται σε δύο όμορες ιδιοκτησί
-
ες και καταλαμβάνει μέρος από κάθε μία από αυτές. Η νομή επί μεσότοιχου ασκείται
από τους συγκυρίους του μάλλον κατά διαιρετά μέρη του. Επί προσβολής του μεσό
-
τοιχου εγείρονται οι αγωγές περί νομής και οι αγωγές από την κυριότητα.
Η επί της διεκδικητικής αγωγής
(ΑΚ 1094) απόφαση περί αποδόσε
-
ως του πράγματος στον κύριο εκτελεί
-
ται κατά την διάταξη του άρθρου 943
παρ.1 ΚΠολΔ, κατά την οποία αν υπάρ
-
χει υποχρέωση να παραδοθεί ή να απο
-
δοθεί ακίνητο, ο δικαστικός επιμελη
-
τής αποβάλλει εκείνον κατά του οποίου
στρέφεται η εκτέλεση και εγκαθιστά εκεί
-
νον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση
(βλ.Κ.Παπαδόπουλου Αγωγές Εμπραγ
-
μάτου δικαίου, Τόμος Α ́ παρ.118. 4
σελ.324, ΑΠ 25/1978 ΝοΒ 26, 1342,
Εφ.Αθην. 6555/1981 ΝοΒ 30, 71).
Αντίθετα η επί της αρνητικής αγω
-
γής απόφαση περί άρσεως της προσβο
-
λής εκτελείται κατά το άρθρο 945 ΚΠολΔ
και περί παραλείψεως στο μέλλον κατά
το άρθρο 947ΚΠολΔ (βλ.Κ.Παπαδόπου
-
λου, Η αρνητική αγωγή, σελ.373).
Η διεκδικητική αγωγή δεν μπορεί
να σωρευθεί με την αρνητική αγωγή, γιατί
υπάρχει αντίφαση μεταξύ τους (βλ.Απ.Γε
-
ωργιάδη Εμπράγματο Δίκαιο Ι παρ. 58 V
αριθμ. 92 σελ. 580, Κ.Παπαδόπουλου, Αγω
-
γές Εμπραγμάτου Δικαίου ο.π. 306, 371).
Η διεκδικητική προϋποθέτει κα
-
θολική προσβολή της κυριότητας, ενώ η
αρνητική μερική προσβολή. Δεν υπάρχει
αντίφαση και είναι δυνατή η σώρευση των
δύο αυτών αγωγών αν κάθε μία από αυ
-
τές αφορά συγκεκριμένο και διαφορετικό
τμήμα του ίδιου ακινήτου (βλ. ΕφΑθην.
9519/1995 Ελ.Δ/νη 37, 1612, Εφ.Αθην.
11.653/1995, Επ.Δικ.Πολυκ. 1996, σελ.
77, Εφ.Αθην. 5518/2003 Ελ.Δ/νη 45, 181,
Εφετ.Θεσ. 725/1995 Ελ.Δ/νη 36, 889).
Κατά το άρθρο 8 του έχοντος ισχύ
νόμου β.δ. της 9/21-4-1836, «περί εκτε
-
λέσεως του σχεδίου της πόλεως Αθη
-
νών», η ισχύς του οποίου επεκτάθηκε
και επί των λοιπών πόλεων, κωμών και
χωρίων της χώρας, με το β.δ. της 8.5/25-
6-1842 και του ν. ΣΚΒ’/1867, «το μετα
-
ΕΦΕΤΕΙΟ  ΠΑΤΡΩΝ
188
ξύ των δύο οικιών μεσότοιχον θέλει οικο
-
δομείσθαι καθ’ ημίσειαν επί αμφοτέρων
των οικοπέδων της δι’ αυτό δαπάνης βα
-
ρυνούσης εξ ημισείας τους ομόρους ιδι
-
οκτήτας απαγορευμένης της επ’ αυτού
ανοίξεως θύρας ή άλλου ανοίγματος».
Κατά  δε  το  άρθρο  11  παρ.  6
του π.δ. της 3/25-4-1929 «περί Γενι
-
κού Οικοδομικού Κανονισμού του Κρά
-
τους», εκδοθέντος κατ’ εξουσιοδότη
-
ση των άρθρων 9 και 28 του ν.δ. της
17.6./16.8.1923 «περί σχεδίων πόλεων,
κωμών κλπ» που κατάργησε με το άρ
-
θρο 142 παρ.5 εδ.2 αυτού το άνω άρθρο
8, ως μεσότοιχος ή κοινός τοίχος καλείται
ο τοίχος που ανεγείρεται επί του κοινού
ορίου των δύο ομόρων ιδιοκτησιών και
καταλαμβάνει μέρος καθεμιάς απ’ αυτές.
Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς
προκύπτει ότι μεσότοιχος θεωρείται μό
-
νον ο τοίχος ο οποίος ανεγείρεται επί του
κοινού ορίου δύο όμορων ιδιοκτησιών
και καταλαμβάνει μέρος από κάθε μία
απ’ αυτές. Ο τοίχος αυτός, μολονότι ως
συστατικό του εδάφους έπρεπε να ανή
-
κει διηρημένως (pro diviso) στους όμο
-
ρους ιδιοκτήτες διαχωριζόμενος δι’ ιδα
-
νικού επιπέδου αγομένου δια της ορο
-
θετικής γραμμής κατακορύφως, από δι
-
ατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαί
-
ου λογίζεται εξ αδιαιρέτου κοινό πράγ
-
μα και μάλιστα αυθύπαρκτο, χρησιμεύ
-
ον, όμως ως ουσιώδες και αναγκαίο πα
-
ράρτημα των οικιών που διαχωρίζονται
απ’ αυτόν, παρέχον σε κάθε έναν από
τους όμορους ιδιοκτήτες δικαίωμα να κά
-
νει κάθε χρήση αυτού που συνάδει προς
τον σκοπό της ανεγέρσεως του και μά
-
λιστα να στηρίξει αυτός την επί της ιδι
-
οκτησίας του ανεγειρόμενη οικοδομή, η
οποία χρησιμοποίηση δεν συνιστά ως τέ
-
τοια δουλεία και μάλιστα αυτή της εμβο
-
λής δοκού ή του επιφορτισμού.
Και υποβάλλεται μεν ο μεσότοι
-
χος ως κοινό πράγμα γενικώς στις περί
κοινωνίας διατάξεις πλην ως εκ του ιδι
-
ορρύθμου της επ’ αυτού συγκυριότη
-
τας που εγγίζει μάλλον την κατά διαι
-
ρετά μέρη έννοια αυτής (communio pro
diviso) και της μη υπάρξεως συγκυριό
-
τητας επί του εδάφους επί του οποίου
ο μεσότοιχος, αλλά κυριότητας καθε
-
νός επί χωριστού τμήματος αυτού, είναι
νοητή επ’ αυτού η παρέκκλιση από τον
κανόνα ότι ουδείς νέμεται τα κοινά δι
-
ηρημένως» (νομ.8 Πανδ. 16.1 εν.βαδ.
15.1.8), αφού κατά το περιεχόμενο του
ιδιορρύθμου δικαιώματος της μεσοτοι
-
χίας, η νομή ασκείται από τους συγκυ
-
ρίους αυτού μάλλον κατά διαιρετά μέρη
αυτού (βλ.ΑΠ 625/1973 ΝοΒ 22, 33).
Επί προσβολής δε των επί μεσοτοίχων
δικαιωμάτων εγείρονται οι αγωγές περί
νομής καθώς και οι αγωγές από την κυ
-
ριότητα (βλ.Α.Τούση, Εμπράγματο δί
-
καιο σελ.737).
154/2010
(Πρόεδρος:
 Νικόλαος Τρούσας,
 Πρόεδρος Εφετών).
(Δικαστές:
Ανδρέας Κακολύρης, Ελένη Μπερτσιά
-Εισηγήτρια, Εφέτες).
Δ(ικηγόρος: Δικαστικός Αντιπρόσωπος του Ν.Σ.Κ.
Επαμεινώνδας
Αποστολόπουλος
).
Ιόνια νησιά. Στα δάση της Επτανήσου δεν έχει δικαίωμα κυριότητας το ελληνικό δημό
-
σιο. Κτηματολόγιο. Ενιαίο ακίνητο με ένα ιδιοκτήτη που έχει καταχωριστεί ως δύο τε
-
μάχια με διαφορετικούς αριθμούς κτηματογράφησης. Αίτηση διόρθωσης από τον ιδι
-
189
Από το συνδυασμό των ορισμών
του από 13/29 Δεκεμβρίου 1817 «Συντάγ
-
ματος του Ηνωμένου Κράτους των Ιονί
-
ων Νήσων» (Κεφ.Α αρθ 2 ΚεφΔ Τμήμα α
άρθ. 1, 2, 4, και 6 και Τμήμα Β άρθ 6) των
από 6 Ιουνίου και 7 Ιουνίου 1830 Πρωτο
-
κόλλων του Λονδίνου, της από 9 Ιουλίου
1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλε
-
ως, του ν. ΡΝ/1866 «περί εισαγωγής εν
Επτανήσω της εν λοιπώ Βασιλείω Ισχυ
-
ούσης νομοθεσίας» (άρθ 10, 11, 13 και
14) του ν. ΣΟΕ/1868 και του ΝΑΦΙ/1887,
συνάγεται ότι επί των εν Επτανήσω δα
-
σών το Ελληνικό Δημόσιο, δεν έχει δικαι
-
ώματα κυριότητας αφού κατά την ένωση
αυτής με την Ελλάδα, ουδέν έλαβε ούτε
σαν διάδοχο του Ηνωμένου Κράτους των
Ιονίων Νήσων το οποίο δεν είχε δημόσια
κτήματα και μάλιστα δάση στην ιδιοκτη
-
σία του, ούτε στη συνέχεια από την επι
-
χώρια (ή εγχώρια ή κοινή) καθεμίας Νή
-
σου περιουσίας, δεδομένου ότι αυτή δι
-
ανεμήθηκε μεταξύ των δήμων καθεμιάς
Νήσου (ΑΠ 340/1985, ΕφΚΕρκ 3/2001
ΙΟΝΕπιθΔ 2001.80).
Έτσι δεν γίνεται καμία μνεία για
περιουσία του Κράτους στις προαναφε
-
ρόμενες συνθήκες της Επτανήσου Πολι
-
τείας και μετέπειτα Ιονίου Κράτους, ώστε
αυτή, μετά τη με τη συνθήκη του Λονδί
-
νου ένωση των Επτανήσων με το Ελλη
-
νικό Κράτος το 1864, να περιέλθει κατά
διαδοχή στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ
αντίθετα στη συνθήκη της 4/16-6-1830
περί ανεξαρτησίας της Ελλάδας γίνεται
ειδική μνεία περί εκκλησιαστικών ή δη
-
μοσίων υπό το Οθωμανικό σύστημα ιδι
-
οκτησιών οι οποίες θα ανήκουν αυτοδι
-
καίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδας.
Τέλος μετά τη με το ν. ΡΝ της 30-1-
1866 εισαγωγή στα Ιόνια νησιά της ελλη
-
νικής νομοθεσίας από 1-7-1866, από την
οποία έπαυσε η ισχύς της νομοθεσίας του
Ιονίου Κράτους η διοίκηση της περιουσίας
κάθε νησιού (εγχωρίου) ανατέθηκε σε Επι
-
τροπή, αποτελούμενη από τόσα μέλη όσοι
είναι οι συνιστώντες κάθε νησί δήμοι, δια
-
νεμομένων των εισοδημάτων από την πε
-
ριουσία κάθε νησιού στους Δήμους αυτού,
ανάλογα με τον πληθυσμό του νησιού.
Κατά συνέπεια των ανωτέρω το
Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει το δικαίωμα
στα δάση των Επτανήσων, γιατί τίποτε
από την επιχώριο περιουσία δεν έλαβε
με την ένωση αυτών και επομένως από
αυτό το λόγo δεν έχει εφαρμογή στην πε
-
ρίπτωση αυτή το υπέρ του Ελληνικού Δη
-
μοσίου τεκμήριο κυριότητας, που θεσπί
-
στηκε από το β.δ. της 16-11-1836. «περί
ιδιωτικών δασών» με το άρθρο 1 σε συν
-
δυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 του οποί
-
ου αναγνωρίστηκε η κυριότητα του δημο
-
σίου επί των αποτελουσών δάση εκτάσε
-
ων από την έναρξη ισχύος του, με εξαίρε
-
ση τα δάση τα οποία προ της ενάρξεως
του απελευθερωτικού αγώνα ανήκουν σε
ιδιώτες βάση εγγράφου αποδείξεως της
Τουρκικής Αρχής, ή σε ιδιωτικά χωριά των
οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνω
-
ρίζονταν από την Επί των Οικουμενικών
Γραμματεία, στην οποία έπρεπε να υπο
-
βληθούν εντός του έτους από τη δημο
-
σίευση του β.δ αυτού (ΑΠ 340/1985 οπ).
Η εκτεθείσα ερμηνευτική άποψη
περί μη ισχύος υπέρ του Δημοσίου τεκ
-
μηρίου κυριότητας στα δάση και γενι
-
κά στις δασικές εκτάσεις που βρίσκονται
στα Ιόνια Νησιά, καθιερώθηκε και νομο
-
θετικώς με το άρθρο 62 παρ.1 εδ. β του
ν.998/1979 «περί των δασών και των δα
-
σικών εν γένει εκτάσεων της χώρας», στο
οποίο ορίζεται ότι το κατά την παρ.1 εδ. α ́
οκτήτη. Κύρια παρέμβαση του ελληνικού δημοσίου και διεκδίκηση δικαιωμάτων κυρι
-
ότητας. Απόρριψη της παρέμβασης και διόρθωση.
ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ  ΔΙΚΑΙΟ
ΕΦΕΤΕΙΟ  ΠΑΤΡΩΝ
190
του εν λόγω άρθρου τεκμήριο κυριότητας
υπέρ του Δημοσίου επί των δασών και εν
γένει δασικών εκτάσεων «δεν ισχύει εις
τας περιφέρειας των Πρωτοδικείων των
Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των νομών
Λέσβου, Σάμου και Χίου και των νήσων
Κυθήρων, Αντικυθήρων και Κυκλάδων».
Συνεπώς προκειμένου περί δα
-
σών που βρίσκονται στα Επτάνησα, μόνη
η από το Δημόσιο επίκληση και απόδει
-
ξη της δασικής μορφής της διεκδικούμε
-
νης έκτασης δεν αρκεί για θεμελίωση του
δικαιώματος της κυριότητας του σ’ αυτήν,
αλλά πρέπει αυτό σε κάθε συγκεκριμένη
περίπτωση να επικαλείται και σε περίπτω
-
ση αμφισβήτησης ν’ αποδεικνύει ότι έγινε
κύριο με οποιοδήποτε των από τον Ιόνιο
Αστικό Κώδικα ή από 23-2-1946 τον Αστι
-
κό Κώδικα ή ειδικούς νόμους, προβλεπό
-
μενους τρόπους κτήσης κυριότητας.
Περαιτέρω κατά τα άρθρα 2, 13,
14 και 16 του περί διακρίσεως δημοσί
-
ων κτημάτων νόμου της 21-6-1837, που
ίσχυσε στα Ιόνια Νησιά μετά την έκδοση
του ν.ΡΝ/1866, με το άρθρο 2 του οποί
-
ου καταργήθηκαν τα έχοντα το ίδιο αντι
-
κείμενο άρθρα 402-409 του Ιόνιου Πολι
-
τικού Κώδικα, δημόσια κτήματα είναι όσα
ανήκουν στην Επικράτεια, όλα τα από
ιδιώτες ή κοινότητες μη δεσποζόμενα,
δηλαδή όλα τα αδέσποτα και τα κτήμα
-
τα των αποθανόντων ακλήρων ή εγκατα
-
λελειμμένα από τους κληρονόμους κτή
-
ματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλ
-
λων αποδεδειγμένες απαιτήσεις και συ
-
νεπώς και τα αδέσποτα δάση και εν γένει
δασικές εκτάσεις ανήκουν στο Δημόσιο.
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συ
-
νάγεται ότι τα κατά την εισαγωγή του νόμου
αυτού υπάρχοντα αδέσποτα περιήλθαν ex
lege στο Δημόσιο, στο οποίο περιέρχονται
και τα εκάστοτε καθιστάμενα αδέσποτα ακί
-
νητα (εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτή
-
τες), καθώς και εκείνα των αποβιωσάντων
χωρίς διαθήκη και κληρονόμους.
Με το άρθρο 44 ΕισΝΑΚ ο εν
λόγω νόμος «περί διακρίσεως κτημά
-
των» καταργήθηκε, αντ’ αυτού δε, από
την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, ισχύει
η αποδίδουσα όμοιο δίκαιο διάταξη του
άρθρου 972 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι
τα αδέσποτα ακίνητα καθώς και οι περι
-
ουσίες όσων πεθαίνουν χωρίς κληρονό
-
μους ανήκουν στο δημόσιο.
Τέλος κατά το σύστημα του προ
-
αναφερομένου νόμου «περί διακρίσεως
κτημάτων» καθώς εκείνο του Αστικού Κώ
-
δικα, τα αδέσποτα ακίνητα διακρίνονται:
α) σε εκείνα τα οποία δεν υπήρξαν ποτέ
στην κυριότητα κανενός, δηλαδή τα εξ αρ
-
χής αδέσποτα και β) σε εκείνα τα οποία
έγιναν μεταγενέστερα αδέσποτα με εγκα
-
τάλειψη του προηγουμένου κυρίου, οπό
-
τε, για το νομότυπο της εγκατάλειψης αυ
-
τής απαιτείται μονομερής δήλωση του κυ
-
ρίου με συμβολαιογραφικό έγγραφο, ότι
παραιτείται από την κυριότητα επί ορισμέ
-
νου ακινήτου και μεταγραφή αυτής, δοθέ
-
ντος ότι υπόκειται δικαιοπραξία που περιέ
-
χει κατάργηση της κυριότητας (ΑΠ 340/85
ΝοΒ 1986,76, ΕφΚερκ 3/2001 ΙονΕπιθΔικ
2001, 80, 902, ΕφΠατρ 766/2004 ΑχΝομ
ΕφΚερκ ΕλΔ 26, 902).
Αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγ
-
ματικά περιστατικά : αιτών - καθού η κύ
-
ρια παρέμβαση - εφεσίβλητος Η.Α - ήταν
κύριος ενός ακινήτου το οποίο βρίσκεται
στη θέση Ράλλη της περιοχής Μαντου
-
κάτων του οικισμού Χελμάτων του Δήμου
Αργοστολίου έχει εμβαδόν 2.749,10 τ.μ.
και συνορεύει βόρεια σε πλευρά συνολι
-
κού μήκους 58,31 μ. με αγροτικό δρόμο
που οδηγεί από Χελμάτα προς Κρανιά,
νότια σε πλευρά μήκους 70,60 μ., με άλλο
ακίνητο ιδιοκτησίας του αιτούντος, ανατο
-
λικά σε πλευρά μήκους 65,31 μ. με ακί
-
νητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Κ., δυτικά
σε πλευρά μήκους 36,20 μ., με άλλο ακί
-
191
ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ  ΔΙΚΑΙΟ
νητο ιδιοκτησίας του αιτούντος.
Το ανωτέρω ακίνητο κατά ένα
τμήμα αυτού επιφανείας 2.287,48 τμ.,
βρίσκεται εντός Ζ.Ο.Ε. με αριθμό 7
και κατά το υπόλοιπο τμήμα επιφανεί
-
ας 461,62 τμ. βρίσκεται εκτός Ζ.Ο.Ε.,
όπως αυτό απεικονίζεται στο προσκο
-
μιζόμενο και επικαλούμενο από τον αι
-
τούντα από Νοέμβρη 2006 τοπογραφι
-
κό διάγραμμα του μηχανικού Β.Π με τα
στοιχεία 3-4-5-6-7-8-10-11-12-12-14-9-3
και έχει καταχωριστεί κατά την αρχική
εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία του
Κτηματολογικού Γραφείου Αργοστολί
-
ου ως δύο γεωτεμάχια συνεχόμενα με
-
ταξύ τους από τα οποία το πρώτο φέρει
Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου
250091311010, έχει εμβαδόν 1.511 τ.μ
και συνορεύει βόρεια με αγροτικό δρό
-
μο από Χελμάτα προς Κρανιά, νότια με
άλλο ακίνητο του αιτούντος και κατά το
κτηματολόγιο με δρομίσκο που φέρει
Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου
25009ΕΚ00083, δυτικά με άλλο ακίνητο
που φέρει Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτη
-
ματολογίου 250091311008 και ανατολι
-
κά με το υπόλοιπο τμήμα του παραπά
-
νω περιγραφομένου ακινήτου του αιτού
-
ντος που έχει καταχωριστεί ως γεωτεμά
-
χιο με Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματο
-
λογίου 250091311014 και το δεύτερο φέ
-
ρει Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογί
-
ου 250091311014, έχει επιφάνεια 1238
τ.μ. και συνορεύει βόρεια με αγροτικό
δρόμο από Χελμάτα προς Κρανιά, νότια
με άλλο ακίνητο του αιτούντος και κατά
το κτηματολόγιο με δρομίσκο που φέρει
Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου
25009ΕΚ00083, δυτικά με το υπόλοιπο
τμήμα του ανωτέρω περιγραφομένου
ακινήτου του αιτούντος που έχει καταχω
-
ριστεί ως γεωτεμάχιο με Κωδικό Αριθμό
Εθνικού Κτηματολογίου 2500913 11010
και ανατολικά με ακίνητο κληρονόμων Κ.
που φέρει Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτη
-
ματολογίου 250091311029. Τα παραπά
-
νω τμήματα του ενιαίου ακινήτου του αι
-
τούντος έχουν καταχωριστεί κατά την αρ
-
χική εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία
του Κτηματολογικού γραφείου Αργοστο
-
λίου ως ιδιοκτησία αγνώστου.
Το ανωτέρω ακίνητο αρχικά νεμό
-
ταν με διάνοια κυρίου ο δικαιοπάροχος
του αιτούντος Δ. – Ά.Α στον οποίο πε
-
ριήλθε το έτος 1954 λόγω αγοράς από
τον Κ. ο οποίος έκτοτε ασκούσε συνε
-
χώς και αδιατάρακτα τις προσιδιάζου
-
σες στο ακίνητο αυτό πράξεις νομής το
καλλιεργούσε ως αμπέλι έως το έτος
1980 όταν το παραχώρησε άτυπα στον
αιτούντα ο οποίος έκτοτε συνέχισε έως
το θάνατό του το έτος 2009 να ασκεί με
διάνοια κυρίου τις προσιδιάζουσες στο
ακίνητο πράξεις νομής προσμετρώντας
στο χρόνο νομής του το χρόνο νομής του
δικαιοπαρόχου του και συγκεκριμένα το
εκμίσθωνε στους βοσκούς Δ.Κ και στον
Σπ.Κ και λάμβανε ως αντάλλαγμα κτη
-
νοτροφικά προϊόντα από τους μισθωτές
και έτσι έγινε κύριος του ακινήτου αυτού
με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτη
-
σίας, αφού νεμόταν το ακίνητο αυτό με
διάνοια αποκλειστικού κυρίου για χρονι
-
κό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Στις 7-3-2009 μετά την άσκηση της
έφεσης, απεβίωσε ο αιτών και κληρονο
-
μήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του
Β. κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και τα
τέκνα του Ά. και Γ.Α κατά ποσοστό 3/8 αδι
-
αιρέτως έκαστος (βλ. υπ’ αριθμ 473/2009
ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου
Αργοστολίου, με αριθμ. 4613/2009 πιστο
-
ποιητικό εγγυτέρων συγγενών Δημάρχου
Αργοστολίου, υπ’ αριθμ. 138/2009 πιστο
-
ποιητικό μη αποποίησης κληρονομιάς και
795/2009 πιστοποιητικό μη δημοσίευσης
διαθήκης του Γραμματέα του Πρωτοδικεί
-
ου Κεφ/νίας) οι οποίοι ως καθολικοί διά
-

Σχόλια