Απόφαση 292 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Δασικά αδικήματα.

Οι σημαντικότερες τροποποιήσεις του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίαςστο Δίκαιο της Αναγκαστικής Εκτελέσεως.
Απόφαση 292 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Δασικά αδικήματα.
Περίληψη:

Αυθαίρετη κατάληψη δημόσιας έκτασης. Έννοια. Στοιχεία. Πότε τελεί υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου. Δημόσια κτήματα. Δάση. Δασικές εκτάσεις. Έννοια (ΑΕΔ 27/1999, ΑΠ 1906/2006). Κύριος και νομέας το Δημόσιο και αν δεν ασκεί πράξεις νομής. Τρόπος αναγνώρισης δασικού χαρακτήρα εκτάσεως. Επίλυση αμφισβητήσεων. Διαδικασία κηρύξεως αναδασωτέας εκτάσεως. Συνέπειες (ΣτΕ 2441/2008). Πλήρης αιτιολογία. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση. Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εκ πλαγίου παράβαση. Έννοια. (ΑΠ 731/2009 ΑΠ 250/2009). Έφεση. Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα κατ' άρθρο 502 παρ. 2 ΚΠΔ. Έννοια. Αθωωτική απόφαση για δύο πράξεις. Έφεση εισαγγελέως Πρωτοδικών που αφορά την μία πράξη. Καταδίκη και για τις δύο πράξεις. Υπέρβαση εξουσίας. Αναίρεση για την πράξη αυτή, που αφορά παράνομη εκχέρσωση δημόσιας δασικής έκτασης. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως με λόγους εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α' Δ' και Ε' ΚΠΔ για την άλλη πράξη της αυθαίρετης κατάληψης δημόσιας δασικής εκτάσεως.


ΑΡΙΘΜΟΣ 292/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ποντικάκη, περί αναιρέσεως της 464/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
,ο Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 934/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2, 3 Ν. 998/1979 ως δασική έκταση χαρακτηρίζεται κάθε έκταση επιφανείας του εδάφους η οποία καλύπτεται από αραιά ή πενιχρά, υψηλή ή θαμνώδη ξυλώδη βλάστηση οιασδήποτε διάπλασης, που μπορεί να προσφέρει προϊόντα εξαγόμενα από τα πιο πάνω φυτά ή να συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον. Στα δάση ή τις δασικές εκτάσεις περιλαμβάνονται και οι, εντός αυτών, οιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις χορτολιβαδικές ή μη βραχώδεις εξάρσεις και γενικώς, ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι, υπεράνω δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές, ή αλπικές ζώνες των ορέων. Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις δεν μεταβάλλουν τον, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, χαρακτήρα τους και όταν ακόμη εντός αυτών υφίστανται μεμονωμένα ή εγκατασπαρμένα καρποφόρα δένδρα ή συστάδες τέτοιων δένδρων. Εξάλλου με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ορίζεται ότι επί των δημοσίων δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμία ενήργησε επ` αυτών πράξη νομής και ότι τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε καμία παραγραφή. Επίσης, το Δημόσιο τυγχάνει κύριο όλων των δασών της χώρας τα οποία δεν έχουν αναγνωρισθεί νόμιμα ως ιδιωτικά. Μόνη η ύπαρξη οιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ` εαυτή ως διακατοχική πράξη. Περαιτέρω, στο άρθρο 14 του Ν. 998/1979 ορίζονται τα εξής : "1. Εάν δεν έχει καταρτισθή εισέτι δασολόγιον, ο χαρακτηρισμός περιοχής τινός ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως και ο καθορισμός των ορίων τούτων διά την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος νόμου, ως και ο προσδιορισμός της κατηγορίας εις ην ανήκει δάσος ή δασική έκτασις κατά τας εν άρθρ. 4 διακρίσεις, ενεργείται κατ' αίτησιν οιουδήποτε έχοντος έννομον συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως διά πράξεως του κατά τόπον αρμοδίου δασάρχου. 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον πράξις ... δέον να είναι προσηκόντως ητιολογημένη ... Η πράξις αυτή κοινοποιείται εις τον υποβαλόντα την σχετικήν αίτησιν ιδιώτην ή νομικόν πρόσωπον ή δημοσίαν υπηρεσίαν, αποστέλλεται εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα και εκτίθεται επί ένα μήνα μερίμνη του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητος εις το δημοτικόν ή κοινοτικόν κατάστημα ... 3. Κατά της πράξεως του δασάρχου περί ης αι προηγούμεναι παράγραφοι, επιτρέπονται αντιρρήσεις του νομάρχου, ως και παντός έχοντος έννομον συμφέρον φυσικού ή νομικού προσώπου, εντός δύο μηνών από της κατά τα ανωτέρω προς αυτό κοινοποιήσεως, ή, εφ' όσον δεν συντρέχει περίπτωσις κοινοποιήσεως, από της τελευταίας των κατά την προηγουμένην παράγραφον δημοσιεύσεων, ενώπιον της κατά το άρθρ. 10 παρ. 3 επιτροπής δασικών αμφισβητήσεων του νομού, εις όν ευρίσκεται η υπό αμφισβήτησιν έκτασις ή το μεγαλύτερον τμήμα αυτής. Η επιτροπή, ως και η δευτεροβάθμιος τοιαύτη, λαμβάνουσα υπ` όψιν τον σχετικόν φάκελον και τας προτάσεις του ενδιαφερομένου ως άνω ιδιώτου, νομικού προσώπου ή δημοσίας υπηρεσίας, δυναμένη δε και να διενεργήση αυτοψίαν προς μόρφωσιν ασφαλεστέρας γνώμης περί της υφισταμένης εν τη περιοχή καταστάσεως, αποφαίνεται ητιολογημένως εντός τριμήνου προθεσμίας από της υποβολής των αντιρρήσεων. 4. ...". Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 3, 11 παρ. 1, 12 παρ. 1, 2, 4, 5 και 7, 13 παρ. 1 και 3, 14 και 41 του Ν. 998/1979, προκύπτει ότι οι δύο διαδικασίες, δηλαδή η διαδικασία προσωρινής επίλυσης αμφισβητήσεων για το χαρακτήρα έκτασης ως δάσους (ή δασικής έκτασης) ή μη, η οποία γίνεται από τον οικείο δασάρχη, και η διαδικασία κήρυξης έκτασης ως αναδασωτέας, η οποία γινόταν από το νομάρχη και ήδη από τον γενικό γραμματέα περιφέρειας (Ν. 2503/1997, Α' 107), είναι διαδικασίες, κατ' αρχήν, διακεκριμένες μεταξύ τους. Ειδικότερα, η κήρυξη έκτασης ως αναδασωτέας επιβάλλεται, κατά το Σύνταγμα και το νόμο, υποχρεωτικώς, με σκοπό να ανακτήσει η συγκεκριμένη έκταση τον χαρακτήρα της ως δάσους ή δασικής έκτασης, τον οποίο απώλεσε για ένα από τους λόγους που μνημονεύονται στο άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος. Πρόκειται, δηλαδή, για διαδικασία αποκατάστασης ή ανάκτησης φυσικού κεφαλαίου που καταστράφηκε, δηλαδή του δασικού οικοσυστήματος, η οποία διακρίνεται σαφώς από τη διαδικασία έγκυρης διαπίστωσης ότι ορισμένη έκταση αποτελεί ή όχι δασικό οικοσύστημα.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του Α. Ν. 1539/1938, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ.2 του Ν. 263/1968, "ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου κτήματος, ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του Δημοσίου, τιμωρείται, διωκόμενος αυτεπαγγέλτως, δια φυλακίσεως τουλάχιστον εξ (6) μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 100.000 δρχ.". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την πραγμάτωση του ανωτέρω εγκλήματος, απαιτείται: α) αυθαίρετη κατάληψη δημόσιου κτήματος, β) η κατάληψη να έγινε εν γνώσει του δράστη, αρκούντος και του ενδεχόμενου δόλου, ότι πρόκειται για τέτοιο κτήμα και γ) το κτήμα να τελεί υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του δημοσίου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, σε σχέση με τις πράξεις της αυθαίρετης κατάληψης δημοσίου κτήματος και της παράνομης εκχέρσωσης δημόσιας δασικής έκτασης τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με τις υπ' αριθμ. 929 και 928/16-3-1999 πράξεις του Διευθυντή Δασών ... χαρακτηρίστηκαν δύο όμμορα ακίνητα, το πρώτο υπό στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, ...Ψ, Ω, Α1, Β1, Γ1, ...Ψ1, Ω1, Α2, Α, εμβαδού 13.514,45 τ.μ. και το δεύτερο υπό στοιχεία Α2, Β2, Γ2, ...Ο2, Π2, Ρ2, Α2, εμβαδού 13.866,90 τ.μ., που βρίσκονται στη θέση "..." ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... νομού ... και περιγράφονται στα από Οκτώβριο 1996 τοπογραφικά διαγράμματα του μηχανικού ..., ως δασικές εκτάσεις του άρθρ. 3 παρ. 3 ν. 998/1998. Κατόπιν προβληθεισών ενστάσεων από τον κατηγ/νο, στις 16/6/2000 συνεδρίασε η πρωτοβάθμια επιτροπή επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων Ν. ... και με την υπ' αριθμ. 24/16-6-2000 απόφαση της, που δημοσιεύθηκε τη 1/5/2002, έκρινε ότι τμήμα, εμβαδού 3.058 τ.μ., από το πρώτο από τα πιο πάνω ακίνητα είναι γεωργική έκταση, ενώ το υπόλοιπο του πρώτου ακινήτου, εμβαδού 10.456,45 τ.μ., είναι δασική έκταση και ότι όλο το δεύτερο ακίνητο (εμβαδού 13.866,90 τ.μ.) είναι επίσης δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία. Ο κατηγ/νος για τις προαναφερόμενες εκτάσεις άσκησε δύο αναγνωριστικές αγωγές σε βάρος του Οργανισμού Διοίκησης και Διαχείρισης Μοναστηριακής Περιουσίας Ν. ... (ΟΔΔΜΠ ν. ...) και με τη συνομολόγηση του παραπάνω εναγομένου, αναγνωρίσθηκε με την υπ' αριθμ. 350/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων ότι κατέστη από τον κατηγ/νο κύριος έκτασης 13.514,45 τ.μ., που εκτιμάται ότι συμπίπτει με το πρώτο από τα προαναφερόμενα ακίνητα καθώς και κύριος με έκτακτη χρησικτησία έκτασης 7.941,83 τ.μ., που αποτελεί μέρος του δεύτερου από τα παραπάνω ακίνητα, ενώ με την υπ' αριθμ. 93,1999 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων αναγνωρίσθηκε κύριος με έκτακτη χρησικτησία, και έκτασης 5.925,14 τ.μ., που αποτελεί το υπόλοιπο τμήμα του δεύτερου από τα παραπάνω ακίνητα (7.941,83 + 5.925,14 =) 13.866,97 τ.μ., όπως εκτιμάται. Ωστόσο, όπως προκύπτει και από την υπ' αριθμ. 3552/12-6-2002 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης και τα δύο προρρηθέντα ακίνητα είναι κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου. Εξ άλλου, ο μάρτυρας υπεράσπισης, που εξετάστηκε στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου δεν ανέφερε κάποια διακατοχική πράξη του κατηγ/νου σ' αυτά, παρά μόνο ότι αυτός άσκησε τις προαναφερθείσες αγωγές. Η επικαλούμενη από τον κατηγ/νο και το μάρτυρά του αγορά από τον κατηγ/νο έκτασης 6.092,64 τ.μ. από τον Οργανισμό Διοίκησης Μοναστηριακής Περιουσίας ν. ... με βάση το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χανίων Αντωνίας Φαλαγγάρη δεν προκύπτει ότι συμπίπτει με κάποιο τμήμα από τις εν λόγω εκτάσεις, άλλωστε ο κατηγορούμενος, προέβη στην καταχώρηση αυτών των εκτάσεων στο Εθνικό Κτηματολόγιο, επικαλούμενος ως αιτία κτήσης για αμφότερες μόνο έκτακτη χρησικτησία. Παραπέρα, το ότι απερρίφθησαν οι ενστάσεις του Ελληνικού Δημοσίου από τη Δευτεροβάθμια Επιτροπή του Εθνικού Κτηματολογίου στις 6/6/2007 (βλ. προσαγόμενα από κατηγ/νο 0801050 και 08020051 αποφάσεις, που αναγνώσθηκαν) δεν δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο κυριότητας του κατηγ/νου επί των ειρημένων ακινήτων, αφού το Ελληνικό Δημόσιο έχει δικαίωμα άσκησης αγωγής εντός επτά ετών από της εγγραφής στο κτηματολόγιο (23/5/2007) (άρθρ. 6 και 7 ν. 2664/1998). Εξ άλλου, τα κτήματα του Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (βλ. ΑΠ 76/1987 ΝοΒ 35.1394, ΑΠ 52/1985 ΝοΒ 33.1425). Περαιτέρω και ενώ, με βάση τα προεκτιθέμενα, αναμφισβήτητα η κυριότητα των προμνημο-νευόμενων ακινήτων ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, ο κατηγ/νος, κατά το πρώτο δεκαήμερο του Απριλίου 2002, και ενώ γνώριζε, κατά τα προλεχθέντα, ότι το Δημόσιο τα θεωρούσε δικά του και μάλιστα δασικές εκτάσεις, προέβη αυτογνωμόνως με ερπυστριοφόρο όχημα σε κατάληψη τμήματος 7.350 τ.μ. από το πρώτο ακίνητο (εμβαδού 13.866,90 τ.μ.) και τμήματος 5.050 τ.μ. από το δεύτερο ακίνητο (εμβαδού 13.866,90 τ.μ.). Σκοπός δε αυτής της ενέργειάς του, λαμβανομένης υπόψη και της προηγούμενης σχετικά δραστηριότητάς του κατηγ/νου, που προεκτέθηκε, ήταν η απόκτηση δικαιωμάτων κατοχής και κυριότητας επί αυτών των εκτάσεων που κατέλαβε. Επίσης, με την πιο πάνω εκχέρσωση κατέστρεψε την αυτοφυή δασική βλάστηση στα εν λόγω καταληφθέντα τμήματα, αποτελούμενης σε ποσοστό πάνω από 40% από είδη ασπαλάνθου και αγριοχαρουπιάς και ποώδη βλάστηση αλαδανιάς, θύμου, αστιβάδας, καταστρέφοντας κατά μεγάλο μέρος και τις ρίζες τους. Σημειώνεται ότι, οι εκτάσεις, που κατά τα παραπάνω κατέλαβε παράνομα και εκχέρσωσε ο κατηγ/νος φαίνονται στα από 11/6/2002 δύο τοπογραφικά διαγράμματα του δασοπόνου ... που επισυνάπτονται στην υπ' αριθμ. 3552/19-6-2002 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης και τα οποία αναγνώσθηκαν, με την πιο πάνω δε απόφαση οι παραπάνω καταληφθείσες από τον κατηγ/νο εκτάσεις κηρύχθηκαν αναδασωτέες. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, αφού έκρινε τυπικά δεκτή την με αριθ. εκθέσεως 40/12-3-2008 έφεση του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Χανίων κατά της 728/3-3-2008 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο των ανωτέρω πράξεων και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών και 12 μηνών και χρηματική ποινή 300 € και 1500 €, αντίστοιχα και συνολική ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 € την ημέρα και συνολική χρηματική ποινή 1.600 €. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι, στα ... , κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Απριλίου του έτους 2002 με μία πράξη τέλεσε με πρόθεση περισσότερα αδικήματα ... και ειδικότερα: Α. Στον ως άνω τόπο και χρόνο και στη δασική περιοχή ..., αυτογνωμόνως κατέλαβε ακίνητο που ανήκει στην αδιαμφισβήτητη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, με σκοπό την απόκτηση δικαιωμάτων κατοχής και κυριότητας. Ειδικότερα, κατέλαβε, δημόσια δασική έκταση, που αποτελείται από δύο τμήματα εμβαδού επτά κόμμα τριακοσίων πενήντα (7,350) και πέντε κόμμα μηδέν πενήντα (5,050) στρεμμάτων και συνολικά έκτασης εμβαδού δώδεκα κόμμα τεσσάρων (12,4) στρεμμάτων, εκχερσώνοντας αυτή με ερπυστριοφόρο μηχάνημα, με σκοπό την απόκτηση δικαιωμάτων κατοχής και κυριότητας επ' αυτής.
Β. Στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο εκχέρσωσε παράνομα δημόσια δασική έκταση καθώς και παρέβλαψε την κατά προορισμό χρήση αυτής και συγκεκριμένα με ερπυστριοφόρο μηχάνημα εκχέρσωσε, την στην υπό στοιχ. Α' του παρόντος αναφερόμενη, δασική έκταση, κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, καταστρέφοντας την αυτοφυή δασική βλάστηση, από είδη ασπαλάθου και αγριοχαρουπιάς σε ποσοστό εδαφοκαλύψεως πάνω από σαράντα τα εκατό καθώς και ποώδη βλάστηση αλαδανιάς θύμου, αστιβάδας κλπ. απομακρύνοντας τη δασική βλάστηση και καταστρέφοντας κατά μεγάλο μέρος και το ριζικό σύστημα αυτής. Η έκταση δε αυτή εμφαίνεται στα τοπογραφικά διαγράμματα ένα και δύο, τα οποία είναι υπογεγραμμένα από τον Διευθυντή Δασών ... και προσαρτημένα στην 3552/19-6-2002 απόφαση του Γενικού Γραμματέα περιφέρειας Κρήτης με την οποία η ανωτέρω έκταση κηρύχθηκε αναδασωτέα.
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, ως προς την πράξη της αυθαίρετης κατάληψης δημοσίου κτήματος, η οποία ενδιαφέρει εν προκειμένω, διέλαβε, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του ανωτέρω άρθρου την οποία διάταξη, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε, αιτιολογημένα, συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα δέχθηκε το Εφετείο ότι, με τις αναφερόμενες δύο αποφάσεις του Νομάρχου (Διεύθυνση Δασών ...), χαρακτηρίσθηκαν ως δασικές εκτάσεις τα λεπτομερώς περιγραφόμενα κατά θέση, έκταση και όρια και στα μνημονευόμενα τοπογραφικά διαγράμματα αποτυπούμενα όμορα εδαφικά τμήματα. Μετά δε την υποβολή από τον αναιρεσείοντα ενστάσεων κατά των αποφάσεων αυτών εκδόθηκε η αναφερόμενη στο σκεπτικό απόφαση της πρωτοβάθμιας Επιτροπής δασικών αμφισβητήσεων. Με την απόφαση αυτή, η οποία δεν προέκυψε ότι προσβλήθηκε ενώπιον της δευτεροβάθμιας Επιτροπής, περιορίσθηκε το εμβαδόν της πρώτης δασικής εδαφικής έκτασης από 13.514,45 τ.μ. σε 10.456,45 τ.μ., ενώ για την δεύτερη εδαφική έκταση κρίθηκε ότι τύγχανε, για όλο το εμβαδό της των 13.866,90 τ.μ., δασική. Η κρίση αυτή, εφόσον δεν προσβλήθηκε στη δευτεροβάθμια επιτροπή, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ήταν δεσμευτική ως προς τον χαρακτηρισμό των δύο εδαφικών εκτάσεων ως δασικών, με αποτέλεσμα κύριος αυτών να τυγχάνει το Δημόσιο, το οποίο και θεωρείται, όπως λέχθηκε ανωτέρω, νομέας αυτών. Εφόσον δε η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι πράξεις διακατοχής επί των ακινήτων δεν άσκησε ο αναιρεσείων, αυτά τελούσαν, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, υπό την αναμφισβήτητη κατοχή και κυριότητα του Δημοσίου. Με βάση λοιπόν τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι δύο εδαφικές εκτάσεις τελούσαν υπό την αναμφισβήτητη κυριότητα νομή και κατοχή του Δημοσίου και αβασίμως με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι η αναιρεσειβαλλομένη διέλαβε ανεπαρκή επί του ζητήματος αυτού αιτιολογία. Τα ανωτέρω δεν μεταβάλλει η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων άσκησε δύο αγωγές, επί των οποίων εκδόθηκαν oι στο σκεπτικό μνημονευόμενες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, και του Ειρηνοδικείου Χανίων, με τις οποίες, κατόπιν συνομολογήσεως του περιεχομένου τους από τον κατωτέρω εναγόμενο, αναγνωρίσθηκε κύριος, δι εκτάκτου χρησικτησίας, των αναφερομένων εκεί εδαφικών εκτάσεων. Τούτο δε διότι η αναγνώριση αυτή δεν έγινε με αντίδικο το Δημόσιο, το οποίο, όπως λέχθηκε, ενόψει του δασικού χαρακτήρα των εκτάσεων, ήταν ο κατά νόμο κύριος νομέας και κάτοχος αυτών, αφού διενέργεια διακατοχικών πράξεων από τρίτο και ειδικότερα τον αναιρεσείοντα δε προέκυψε, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη, αλλά εναγόμενος ήταν ο Οργανισμός Διοίκησης Μοναστηριακής Περιουσίας. Αβασίμως λοιπόν, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως παραπονείται ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν διέλαβε αιτιολογία επί των όσων προέκυπταν από τις αποφάσεις αυτές, οι οποίες, όπως λέχθηκε δεν είχαν οποιαδήποτε έννομη συνέπεια έναντι του Δημοσίου, καθόσον οι εκτάσεις αυτές, ως δασικές, ήσαν ανεπίδεκτες νομής από οποιονδήποτε τρίτο εκτός του Δημοσίου και κατ ακολουθία και χρησικτησίας, το δε γενόμενο δεκτό από τις αποφάσεις ότι τις εκτάσεις αυτές νεμόταν ο αναιρεσείων και έτσι κρίθηκε ότι κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία, δεν μπορεί να μεταβάλλει τον ανωτέρω χαρακτήρα των ακινήτων ως δασικών εκτάσεων, ούτε το ανωτέρω ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτών ή να παραβλάψει τα επ αυτών ως άνω δικαιώματα του Δημοσίου. Ούτε τα ανωτέρω μεταβάλλονται, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης περί της εγγραφής των εν λόγω εδαφικών εκτάσεων, στο Κτηματολόγιο στο όνομα του αναιρεσείοντος, κατόπιν δηλώσεώς του, στηριζομένης στους ως άνω τίτλους κυριότητας δηλ. στις ανωτέρω αποφάσεις που τον αναγνώρισαν ως κύριο δι εκτάκτου χρησικτησίας και περί της απόρριψης της ενστάσεως του Δημοσίου κατά της εγγραφής αυτής. Τούτο δε διότι, όπως ορθώς δέχθηκε η απόφαση του Εφετείου, η εγγραφή αυτή δεν οριστικοποιήθηκε, αφού δεν παρήλθε η προθεσμία για το Δημόσιο της αμφισβητήσεώς της, με την έγερση της οικείας αγωγής, οπότε και δεν επήλθε η, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 2664/1998 "Εθνικό κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", έννομη συνέπεια της δημιουργίας αμάχητου τεκμηρίου περί του εγγραφέντος δικαιώματος του αναιρεσείοντος επί των ανωτέρω εκτάσεων, τις οποίες αυτός δεν δήλωσε ως δασικές, όπως και ήσαν νομίμως χαρακτηρισμένες. Περαιτέρω, από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προέβη σε κατάληψη των αναφερομένων εκεί τμημάτων των δασικών αυτών εκτάσεων, δια της εκχερσώσεως αυτών, χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας, εν γνώσει του γεγονότος ότι αυτές είχαν χαρακτηρισθεί αρμοδίως ως δασικές και τελούσαν υπό την αναμφισβήτητη νομή κατοχή και κυριότητα του Δημοσίου. Της εκχερσώσεως, όπως δέχθηκε η απόφαση, επακολούθησε σε σύντομο χρονικό διάστημα (2 μήνες περίπου), η έκδοση της αναφερομένης 3352/12-6-2002 αποφάσεως του Γ.Γ. της Περιφέρειας Κρήτης, με την οποία τα τμήματα αυτά, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, κηρύχθηκαν αναδασωτέα, προκειμένου να αποκατασταθεί πλήρως η διαταραχθείσα, με την παράνομη επέμβαση του αναιρεσείοντος, ισορροπία του δασικού οικοσυστήματος στην ανωτέρω θέση και περιοχή. Η απόφαση αυτή, όπως σαφώς προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές, καταδεικνύει την ύπαρξη κυριότητας νομής και κατοχής επί των εκτάσεων αυτών εκ μέρους του Δημοσίου, το οποίο αμέσως αντέδρασε στην προσβολή του δασικού οικοσυστήματος που επιχείρησε ο αναιρεσείων, αβασίμως δε υποστηρίζει ο τελευταίος, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 23 παρ. 1 Α.Ν. 1539/1938, ότι από τις παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, προκύπτει ότι το Δημόσιο κατέστη αναμφισβήτητος κύριος νομέας και κάτοχος των εκτάσεων αυτών, με την εν λόγω απόφαση περί αναδασώσεως των εκτάσεων που εκχερσώθηκαν παρανόμως, αφού, όπως λέχθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναμφισβήτητη κυριότητα νομή και κατοχή του Δημοσίου επί των ακινήτων αυτών, υπήρξε κατά νόμο συνέπεια του χαρακτηρισμού τους, κατά την από τις προαναφερθείσες διατάξεις, προβλεπομένη διαδικασία, ως δασών και δασικών εκτάσεων, λόγω της φύσεως και μορφολογίας του εδάφους και της καλύψεως του με την ανωτέρω δασική βλάστηση, κάτι που δέχθηκε για ολόκληρο το ένα ακίνητο και για το μεγαλύτερο τμήμα του άλλου, όπως λέχθηκε και η πρωτοβάθμια Επιτροπή δασικών αμφισβητήσεων, με την παρατιθέμενη στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφαση. Κατ ακολουθία τούτων οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' τρίτος και δεύτερος, αντίστοιχα, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ποινικών διατάξεων και έλλειψη νομίμου βάσεως, όσον αφορά το πρώτο αδίκημα της αυθαίρετης κατάληψης με τον προαναφερθέντα τρόπο των ανωτέρω τμημάτων των δασικών εκτάσεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ποινικών διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες. Αβάσιμος επίσης τυγχάνει και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 α ΚΠΔ), διότι δεν αναφέρεται στην απόφαση ο αριθμός της πράξεως του Προϊσταμένου του Εφετείου, με την οποία ορίσθηκε ο Προεδρεύων Εφέτης για να προεδρεύσει του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των. Τούτο δε διότι, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 εδ. δ' και 5 παρ. 1 περ. Α' εδ. γ του Ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 1968/1991, συνάγεται ότι αρκεί η αναφορά ότι κωλύονται οι Πρόεδροι Εφετών και οι αρχαιότεροί του Εφέτες που υπηρετούσαν τότε στο Εφετείο Κρήτης, οπότε, εκ του νόμου (ανωτέρω διατάξεις), τύγχανε αναπληρωτής των κωλυομένων και νομίμως προέδρευσε του Εφετείου. Η μνεία και αποφάσεως του Προϊσταμένου με την οποία θα οριζόταν ο ανωτέρω, όπως ορίζει η διάταξη της παραγ. 2 του άρθρου 5, θα απαιτούταν μόνον αν δεν περιείχε η απόφαση την ανωτέρω αναφορά, προκειμένου να διαπιστωθεί αν νομίμως ο συγκεκριμένος δικαστής προέδρευσε του Εφετείου. IV. Kατά το άρθρο 502 παρ.2 του ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της έφεσης. Από τη διάταξη συνάγεται με σαφήνεια, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση αυτής και των λόγων εφέσεως και μπορεί να είναι είτε καθολικό, όταν προσβάλλεται ολόκληρη η απόφαση, δηλαδή όλα τα κεφάλαια αυτής, είτε μερικό, όταν προσβάλλονται ορισμένα μόνο από τα κεφάλαιά της και ότι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έχει εξουσία να κρίνει, σύμφωνα και με την αρχή, "τόσο μεταβιβάζεται όσο εκκαλείται", μόνον επί εκείνων των μερών της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως και αν δεν πράξει τούτο ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ λόγος για έλλειψη ακροάσεως. Αν αντιθέτως το εφετείο αποφασίσει και για μη μεταβιβασθέν σ αυτό με την έφεση κεφάλαιο τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Η ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας. Τα ανωτέρω ισχύουν και επί εφέσεως, η οποία ασκείται από τον Εισαγγελέα κατ άρθρο 486 παρ. 1 γ ΚΠΔ, που πρέπει, κατά την παραγ.3 της ίδιας διάταξης, να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Στην κρινόμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, όπως λέχθηκε ανωτέρω, με την πρωτόδικη 728/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Χανίων κηρύχθηκε αθώος των πράξεων: α) της αυθαίρετης κατάληψης δημόσιας έκτασης (23 παρ. 1 Α.Ν. 1539/1938) και β) της παράνομης εκχέρσωσης δημόσιας δασικής εκτάσεως (71 παρ. 3-1 Ν. 998/1979). Κατά της αποφάσεως ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημ/κων η με αριθμό εκθέσεως 40/12-3-2008 έφεση. Από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της εκθέσεως εφέσεως προκύπτει ευθέως ότι με αυτή πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση, όπως άλλωστε αναφέρεται και στην έκθεση εφέσεως, μόνον κατά το κεφάλαιό της που αφορά την αθώωση για την πρώτη από τις ανωτέρω πράξεις, ως προς το οποίο και μόνον, κατά τα ανωτέρω, μεταβιβάσθηκε η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Το Εφετείο όμως, με την προσβαλλομένη απόφαση, κήρυξε ένοχο το αναιρεσείοντα και των δύο πράξεων και του επέβαλε τις ανωτέρω ποινές. Έτσι όμως, κατά τα ανωτέρω, υπέπεσε στην παράβαση της υπερβάσεως εξουσίας.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Η' ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρεσέως και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη κατά το ανωτέρω κεφάλαιο της, ως και εκείνο περί επιμετρήσεως στερητικής της ελευθερίας και χρηματικής ποινής και καθορισμού συνολικής στερητικής της ελευθερίας και χρηματικής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, στο αυτό δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 464/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης και δη κατά το κεφάλαιό της περί κηρύξεως ενόχου του αναιρεσείοντος για την πράξη της παράνομης εκχέρσωσης δημόσιας δασικής εκτάσεως, ως και της επιμετρήσεως ποινών (φυλακίσεως και χρηματικής) για αυτήν και τον καθορισμό συνολικής ποινής φυλακίσεως και χρηματικής. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, κατά τα αναιρεθέντα ως άνω κεφάλαιά της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια