Παράβαση άρθρου 232Α ΠΚ. Παραβίαση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, που όρισε τον τρόπο επικοινωνίας του πατέρα, ο οποίος δεν έχει την επιμέλεια, με το ανήλικο τέκνο του.ΑΡΙΘΜΟΣ 2062/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

"ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 4335/2015" [της Ευδοξίας Κιουπτσίδου- Στρατουδάκη, εφέτη]
Απόφαση 2062 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Θέμα
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παράλειψη συμμόρφωσης σε δικαστική απόφαση.



Περίληψη:

Παράβαση άρθρου 232Α ΠΚ. Παραβίαση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, που όρισε τον τρόπο επικοινωνίας του πατέρα, ο οποίος δεν έχει την επιμέλεια, με το ανήλικο τέκνο του. Απαιτείται επίδοση επιταγής προς εκτέλεση και πάροδος προθεσμίας 24 ωρών από αυτή. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αφού δεν προηγήθηκε επίδοση προς τη μητέρα επιταγής προς εκτέλεση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, για προσωρινή ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο του. Κατά τη γνώμη ενός μέλους δεν απαιτείται τέτοια επίδοση. Αναιρεί, κατά πλειοψηφία, και παραπέμπει για νέα εκδίκαση.



ΑΡΙΘΜΟΣ 2062/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 21η Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρε-ξούσια δικηγόρο της Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 18333/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμε-λειοδικείου Θεσσαλονίκης,
με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 312/2010, καθώς και στους από 2 Σεπτεμβρίου 2010 πρόσθετους λόγους αυτής.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 232 Α του ΚΠΔ παράγραφος 1, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε (ή μάλλον επαναπροστέθηκε) με το άρθρο 2 § 9 ν. 2479/97 ΦΕΚ 67Α/6-5-97, όποιος με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του, ή σε διάταξη εισαγγελέα σχετική με την προσωρινή ρύθμιση της νομής μεταξύ ιδιώτη και Δημοσίου ή Ο.Τ.Α. ή άλλου Ν.Π.Δ.Δ., τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. Η ratio της διατάξεως είναι η κατοχύρωση των αποφάσεων της δικαιο-σύνης που ικανοποιεί το περί δικαίου αίσθημα της πολιτείας και του παθόντος. Πρόκειται για έγκλημα κατά της απονομής της δικαιοσύνης. Η μόνη διαφορά που υπάρχει σε σχέση με την προγενέστερη διάταξη, έγκειται στο ότι η διατύπωση της αξιόποινης συμπεριφοράς γίνεται σε χρόνο αόριστο ("δεν συμμορφώθηκε", "υποχρεώθηκε") αντί του ενεστώτα που υπήρχε στο κείμενο του ν. 1911/1991, με αποτέλεσμα να καθίσταται σαφές ότι με την παραπάνω τροποποίηση θέλησε ο Νομοθέτης να αποστεί από την με την καταργούμενη διάταξη, η οποία κατά κατάχρηση της ποινικής καταστολής, μετέτρεπε το ποινικό δίκαιο σε μέσο εκτέλεσης αστικών αποφάσεων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 682 § 1 ΚΠολΔ κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 683 έως 703, τα δικαστήρια σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος μπορούν να διατάζουν ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος ή τη ρύθμιση κατάστασης και να τα μεταρρυθμίζουν ή να τα ανακαλούν. Κατά δε το άρθρο 691 § 2 του αυτού Κώδικα, αν το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη, έχει το δικαίωμα, μόλις κατατεθεί η αίτηση και, ώσπου να εκδοθεί η απόφασή του, να εκδώσει και αυτεπαγγέλτως προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως, έως την έκδοση της απόφασής του ή την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης. Από τις παραπάνω διατάξεις (των άρθρων 681 § 1 και 691 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με αυτές γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στην απόφαση ασφαλιστικών μέτρων "που ισχύει προσωρινά και δεν επηρεάζει την κυρία υπόθεση" (ΚΠολΔ 695) και της προσωρινής διαταγής "που μπορεί να εκδώσει και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, μόλις κατατεθεί η αίτηση και ώσπου να εκδοθεί η απόφασή του" (ΚΠολΔ 691 § 2). Με τις διατάξεις αυτές του ΚΠολΔ, γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, που εκδίδεται από το δικαστήριο και ισχύει προσωρινά, χωρίς να επηρεάζει την κυρία υπόθεση και προσωρινής διαταγής σχετικά με τα μέτρα, ώσπου να εκδοθεί η απόφασή του. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 700 § 2 ΚΠολΔ, η εκτέλεση του μέτρου που έχει διαταχθεί γίνεται χωρίς να εκδοθεί απόγραφο, με βάση αντίγραφο ή απόσπασμα της απόφασης που το διατάζει, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη κοινοποίηση αντιγράφου της. Στις περιπτώσεις όμως των άρθρων 728 και 731 έως 735 απαιτείται η επίδοση επιταγής, και άλλη πράξη εκτέλεσης δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν είκοσι τέσσερις ώρες από την επίδοσή της. Κατά την §3 του αυτού άρθρου, οι προσωρινές διαταγές που αναφέρονται στο άρθρο 691 § 2 εκτελούνται μόλις καταχωριστούν κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, με βάση σημείωση του δικαστή που τις εξέδωσε και, αν πρόκειται για πολυμελές δικαστήριο, του προέδρου του. Τέλος, κατά το άρθρο 735 ΚΠολΔ, το δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει κάθε πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο που υπαγορεύεται από τις περιστάσεις για τη ρύθμιση των σχέσεων των συζύγων από το γάμο και των σχέσεων γονέων και τέκνων ιδίως ..." και να ρυθμίσει τα σχετικά με την επικοινωνία με το τέκνο.
Συνεπώς, η προσωρινή διαταγή εκτελείται αμέσως, δηλαδή χωρίς την τήρηση οποιασδήποτε προδικασίας, χωρίς απόγραφο ή κοινοποίηση αντιγράφου στον καθ'ου η εκτέλεση ή προηγού-μενη επίδοση επιταγή ή πάροδο οποιασδήποτε προθεσμίας, ενώ για την εκτέλεση αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, που ρυθμίζει τα σχετικά με την επικοινωνία του γονέα στον οποίο δεν ανήκει η γονική μέριμνα ή η επιμέλεια, με το ανήλικο, κοινό των διαδίκων, τέκνο (ΑΚ 1520), απαιτείται η προηγούμενη επίδοση επιταγής και πάροδο είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, από την επίδοσή της. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάρχει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, παραπονείται η αναιρεσείουσα ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλ-λόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 232 Α' του ΠΚ, με το να δεχθεί ότι στοιχειοθετείται στην προκείμενη περίπτωση κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά του στοιχεία το αδίκημα της παράβασης του άρθρου 232 Α' ΠΚ, για το οποίο την κήρυξε ένοχη και της επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, καίτοι ναι μεν δεν είχε προηγηθεί επίδοση προς αυτήν της επίμαχης απόφασης προς γνώση της και για τις νόμιμες συνέπειες, πλην όμως δεν της επιδόθηκε επιταγή προς εκτέλεση, ώστε να προκύπτει εκ τούτου παράβαση και μη συμμόρφωση και πάροδος από αυτή 24 ωρών. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Δικαστήριο για να στηρίξει την περί ενοχής κρίση του, στο σκεπτικό του διέλαβε κατά λέξη τα παρακάτω: Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε κατ' έφεση με την προσβαλλόμενη με αριθμό 18333/2009 απόφασή του, δέχθηκε ότι από τα κατ' είδος σ' αυτή μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο πολιτικώς ενάγων και η κατηγορουμένη, την 21-9-1994 τέλεσαν γάμο, κατά τον πολιτικό τύπο, και την από το γάμο τους απέκτησαν ένα τέκνο, τη Θ, που γεννήθηκε την 5-1-1999. Από τον Ιούλιο του 2004 η έγγαμη συμβίωση των ως άνω συζύγων διακόπηκε. Με τη με αριθμό 42378/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), που εκδόθηκε επί της με αρ. καταθ. 26458/2005 αιτήσεως του νυν πολιτικώς ενάγοντος κατά της νυν κατηγορουμένης, ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του νυν πολιτικώς ενάγοντος με την ανήλικη θυγατέρα του Ρέα, κατά τις οριζόμενες ημερομηνίες, κατά τις οποίες αυτός θα παραλαμβάνει το τέκνο του από την οικία της κατηγορουμένης και θα το επιστρέφει στο ίδιο μέρος. Αντίγραφο της παραπάνω αποφάσεως, επέδωσε ο νυν πολιτικώς ενάγων στην κατηγορουμένη, την 3-3-2006, όπως προκύπτει από τη με αρ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης .... Την 20-1-2007, ημέρα Σάββατο και ώρα 12.00' (ημέρα κατά την οποία και από ώρα 12.00 μέχρι και την ώρα 21.00' της επομένης ημέρα, Κυριακής, είχε δικαίωμα επικοινωνίας ο πολιτικώς ενάγων με την ανήλικη θυγατέρα του, βάσει της παραπάνω αποφάσεως), μετέβη ο πολιτικώς ενάγων στην κατοικία της κατηγορουμένης, στην ....), όπου διαμένει αυτή με την ανήλικη θυγατέρα τους Θ, προκειμένου να παραλάβει τη θυγατέρα του, ασκώντας το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας του με αυτήν, βάσεις της παραπάνω αποφάσεως, πλην, όμως η κατηγορουμένη αρνήθηκε να παραδώσει τη θυγατέρα τους στον πατέρα της - πολιτικώς ενάγοντα, μη συμμορφούμενη με το διατακτικό της παραπάνω (42378/2005) αποφάσεως, παρότι γνώριζε την υποχρέωσή της προς αυτό. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η αποδιδόμενη στην κατηγορουμένη αξιόποινη πράξη και επομένως πρέπει αυτή να κηρυχθεί ένοχη, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό". Στη συνέχεια το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη (αναιρεσείουσα) της παραπάνω αξιόποινης πράξης και ειδικότερα του ότι "Στις 20-10-2007, στη ..., με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε διατακτικό δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο. Ειδικότερα, παραβίασε τα οριζόμενα και επιβαλλό-μενα στην ίδια, στη με αριθμ. 42378/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασίας ασφαλι-στικών μέτρων), αρνούμενη να παραδώσει το ανήλικο, ηλικίας 8 ετών, τέκνο Θ, στον πατέρα του ..., ο οποίος εδικαιούτο να επικοινωνεί μαζί του, κατά τα οριζόμενα στην ως άνω απόφαση". Κατά συνέπεια, συντρέχει ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, καθόσον για την εφαρμογή του άρθρου 232 Α' ΠΚ, όπως αυτό για την εφαρμογή του, συνδυάζεται με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΠολΔ, αξιώθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, λιγότερα στοιχεία, από όσα προβλέπει ο νόμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει ο ανωτέρω λόγος δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο προς νέα εκδίκαση, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές από αυτούς που δίκασαν την υπόθεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά πλειοψηφία, τη 18333/2009 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, για νέα εκδίκαση, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια