ΑΠ Απόφαση 1360 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Θέμα Αγωγή αναγνωριστική, Αγωγή διεκδικητική, Αοριστία αγωγής, Χρησικτησία. Περίληψη: Νομική και ποσοτική αοριστία της αγωγής. Παράγωγος και πρωτότυπος (από έκτακτη χρησικτησία) τρόπος απόκτησης κυριότητας

"ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 4335/2015" [της Ευδοξίας Κιουπτσίδου- Στρατουδάκη, εφέτη]
Απόφαση 1360 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Θέμα
Αγωγή αναγνωριστική, Αγωγή διεκδικητική, Αοριστία αγωγής, Χρησικτησία.



Περίληψη:

Νομική και ποσοτική αοριστία της αγωγής. Παράγωγος και πρωτότυπος (από έκτακτη χρησικτησία) τρόπος απόκτησης κυριότητας. Χρησικτησία έκτακτη κατά ΒΡΔ. Η διεξαγωγή νέων αποδείξεων ανήκει στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας 559 αρθρ 1 και 19. Η αιτίαση ότι από τα αποδεικτικά μέσα προκύπτει πόρισμα αντίθετο πλήττει την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση Άρθρα 335 ΚΠολΔ, 559 αρ.11 περ γ, 20, και 17. Προϋποθέσεις 562 παρ 20 περί παραγραφής ισχυρισμός απαράδεκτος εφόσον δεν προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Δεν απαιτείται η αιτιολόγηση των ποσοστών συγκυριότητας αφού μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε πρέπει να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε.




Αριθμός 1360/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Η. Φ. του Α., κατοίκου ... και 2) Θ. Φ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Γ. Μ. του Σ., κατοίκου ... και 3) Ι. Β. του Α., κατοίκου .... Οι 1ος και 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Σουρή και ο 3ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-1990 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 14-10-1991 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Η. Β., που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, οι οποίες κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/1994 μη οριστική, 7/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 168/1988, 268/2002 μη οριστικές, 315/2005 οριστική και 144/2006 διορθωτική αυτής του Εφετείου Αιγαίου. Κατά των αποφάσεων αυτών ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 773/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε ως προς τους ήδη αναιρεσίβλητους την 315/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, όπως διορθώθηκε με την 144/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 337/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, η οποία διορθώθηκε με την 187/2011 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-9-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 24-1-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων και ο 3ος αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω από το άρθρο 1094 ΑΚ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής, είναι μεταξύ άλλων, ο ενάγων να αναφέρει ότι κατέστη κύριος για ορισμένη αιτία, παράγωγη η πρωτότυπη και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του, ήταν κύριος του ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό κατά θέση, έκταση και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Αν η αγωγή έχει ως βάση την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία για την πληρότητα του δικογράφου, πρέπει ο ενάγων, εκτός από τα παραπάνω στοιχεία να αναφέρει τις πράξεις νομής στο ακίνητο του ίδιου και αν συντρέχει περίπτωση προσμέτρησης νομής και εκείνες των δικαιοπαρόχων του, χωρίς να απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της συνεκδικασθείσας με αναγνωριστική αγωγή των αναιρεσειόντων διεκδικητικής αγωγής των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) διαλαμβάνεται σ’ αυτήν ότι οι ενάγοντες έχουν γίνει συγκύριοι, κατά τα αναφερόμενα σ’ αυτή για καθένα τους, ποσοστά εξ αδιαιρέτου του λεπτομερώς περιγραφομένου και κειμένου στη θέση "Άγιος Ανδρέας" ή "Τούρκος" της Κοινότητας Πύργου νήσου Θήρας ακινήτου με παράγωγο τρόπο και δη αγορά από κύριο, καθώς και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, αφού ο ίδιος όπως και οι άμεση και η απώτερη δικαιοπάροχός τους το είχαν αποκτήσει το 1926 και 1915, αντίστοιχα, με νόμιμα μεταγεγραμμένους τίτλους, ενώ προσδιορίζονται και οι πράξεις νομής μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (συνεισφορά σε εταιρεία το 1926, χρησιδάνειο το 1975). Επομένως η αγωγή, τόσο κατά τον τρόπο κτήσεως της συγκυριότητας των εναγόντων, όσο και των δικαιοπαρόχων τους, καθώς και ως προς την απόκτηση της κυριότητάς της άμεσης και απώτερης δικαιοπαρόχου τους, περιείχε τα κατά νόμο στοιχεία και ήταν ορισμένη. Ενόψει τούτων το Εφετείο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από όσα στη νομική σκέψη και στις οικείες περί χρησικτησίας διατάξεις απαιτούνται, για το ορισμένο της διεκδικητικής, με πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας αγωγής, τα οποία επαρκώς και κατά το πραγματικό τους μέρος προσδιοριζόντουσαν στην αγωγή και γι’ αυτό οι ερευνώμενες από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, ενώ περαιτέρω δεν στοιχειοθετείται ούτε και η από τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου επικαλούμενη αιτίαση, αφού ο επικληθείς περί αοριστίας από τους εκκαλούντες - αναιρεσείοντες ισχυρισμός, που επαναφέρθηκε στο Εφετείο με λόγο εφέσεως λήφθηκε υπόψη και ως εκ του πράγματος απορρίφθηκε. Ενόψει τούτων ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με την επικεφαλίδα "Κεφάλαιο Α" πρέπει να απορριφθεί, καθώς και η ταυτόσημη υπό στοιχ.9 αιτίαση του όγδοου λόγου (Κεφάλαιο Η) .
Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα, για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της. Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ’ αυτά πράξεις, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, τέτοιες δε πράξεις μεταξύ άλλων είναι η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η παραχώρηση σε άλλον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη κ.α., χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας. Εξάλλου κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 βας. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως επ’ αυτού νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποσε, μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.με εσφαλμένη υπαγωγή. Τέλος κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται "διατυπώνεται" με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας του. Εξάλλου οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ως προς τις συνεκδικασθείσες περί κυριότητος αναγνωριστική και διεκδικητική για το ίδιο ακίνητο, αντίστοιχα, αγωγές των αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων, με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένας αμπελώνας, συνολικής εκτάσεως 13.594,14 τ.μ, το οποίο βρίσκεται στη θέση "Άγιος Ανδρέας" ή "Τούρκος" ή "Πόστα" ή "Μεγάλη Πόστα" της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Πύργου Θήρας και συνορεύει βόρεια με διερχόμενη δημόσια παλαιό δρόμο Φηρών-Πύργου και δημόσια γκρεμνά Αγίας Ειρήνης, νότια με την ιδιοκτησία πλέον Γεωργικού Συνεταιρισμού Θήρας, ανατολικά με διερχόμενη δημοτική οδό και δυτικά με "δημόσια γκρεμνά" και πέραν αυτών με εκτεινόμενη παραλία όπως ειδικότερα αυτό απεικονίζεται στο από Ιουνίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Γ. Κ.. Το ακίνητο αυτό αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, η οποία αρχικά ανήκε στον Κ. Ν. Μ., κάτοικο στη ζωή Πύργου Θήρας, ο οποίος απεβίωσε το έτος 1875 και κληρονομήθηκε από τις θυγατέρες του, Μ. συζ. Ν. Α. και Δ. συζ. Γ. Λ., ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. Αυτές διένειμαν στη συνέχεια την επαχθείσα κληρονομιαία περιουσία τους, με το υπ’ αριθμ. .../1878 διανεμητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Καλλίστης Χρήστου Παπαδόπουλου, νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένο. Με τη διανομή αυτή η μεν Δ. συζ. Γ. Λ. έλαβε το εμπρόσθιο προς νότο τμήμα του όλου ακινήτου που βρίσκεται σήμερα προς τη μεριά της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών Θήρας, η δε Μ. συζ. Ν. Α. το υπόλοιπο προς βορρά τμήμα, δηλαδή αυτό το οποίο βρίσκεται προς την κατεύθυνση της πόλης των Φηρών. Στη συνέχεια η Μ. συζ. Ν. Α. μεταβίβασε κατά το έτος 1915 το ακίνητο της που έλαβε από την διανομή, στην ετερόρρυθμη εμπορική εταιρεία με την επωνυμία "Τεχνική εταιρεία Α. Ζ. και ΣΙΑ" που είχε την έδρα της στην Αθήνα, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1915 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρου Ζαφειροπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ακολούθως η παραπάνω εταιρεία με το υπ’ αριθμ. .../1926 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Νίκα που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο με τη μορφή της εισφοράς στην Ανώνυμη Μεταλλευτική και Βιομηχανική εταιρεία "ΗΦΑΙΣΤΟΣ", με έδρα την Αθήνα, η οποία (εταιρεία) συστάθηκε το έτος 1926, δυνάμει του προαναφερθέντος συμβολαιογραφικού εγγράφου, τηρηθεισών και των λοιπών προϋποθέσεων δημοσιότητας της. Έκτοτε η εν λόγω εταιρεία νεμήθηκε συνεχώς και αδιαλείπτως το επίδικο,στο οποίο υπήρχε και αμπελώνας, δια των νομίμων εκπροσώπων της διανοία κυρίου και με καλή πίστη, ασκώντας επ’ αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου διακατοχικές πράξεις και ειδικότερα το επέβλεπε για τυχόν καταπάτησή του από τρίτους, αλλά επίσης το επέβλεπε και δια του αντιπροσώπου της Ν. Δ., τον οποίον όρισε ως επιστάτη και αντιπρόσωπο της στην περιοχή που βρίσκεται το επίδικο. Κατά το έτος 1975, επειδή η ως άνω ιδιοκτήτρια εταιρεία δεν είχε προβεί μέχρι τότε, εντός αυτού σε εξορύξεις, ο πατέρας των εκκαλούντων Α. Η.Φ. επέδειξε ενδιαφέρον προς τον επιστάτη Ν. Δ., να του παραχωρηθεί το επίδικο για να το καλλιεργεί ως αμπέλι. Ενόψει αυτού ο εν λόγω επιστάτης ήλθε σε επικοινωνία με τον πρόεδρο και νόμιμα εκπρόσωπο της εν λόγω εταιρείας Ν. Π., ο οποίος αποδεχόμενος την πρόταση πήγε στη Θήρα συνοδευόμενος από το νομικό του σύμβουλο Α. Β., όπου συνάντησε τον ενδιαφερόμενο Α. Η. Φ.. Κατά τη συνάντηση τους, στην οποία παρίστατο και ο Ν. Δ. συμφωνήθηκε να παραχωρηθεί η χρήση του επιδίκου στον δικαιοπάροχο των εκκαλούντων για να το καλλιεργεί, χωρίς κανένα αντάλλαγμα για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών. Η εν λόγω σύμβαση χρησιδανείου, κατ’ αρχήν καταρτίστηκε προφορικά και ακολούθως και εγγράφως δυνάμει του από 28-5-1975 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίον υπέγραψε ο δικαιοπάροχος των εκκαλούντων Α. Η. Φ., όσο και ο προαναφερθείς εκπρόσωπος της ως άνω ιδιοκτήτριας εταιρείας. Από τότε (1975) ο Α. Η. Φ., με βάση την ως άνω σύμβαση χρησιδανείου καλλιεργούσε, το επίδικο, αναγνωρίζοντας ως κυρία, νομέα, και κάτοχο του επιδίκου την προαναφερθείσα εταιρεία. Μετά τη λήξη του ως άνω συμβατικού χρόνου της σύμβασης χρησιδανείου, ο δικαιοπάροχος των εκκαλούντων συνέχισε με την συναίνεση των εκπροσώπων της εν λόγω εταιρείας να χρησιμοποιεί το επίδικο, και έτσι η σύμβαση κατέστη αορίστου χρόνου. Κατά το έτος όμως 1985 αυτός αντιποιούμενος τη νομή της εταιρείας, αυθαίρετα και παράνομα μεταβίβασε το επίδικο με τα υπ’ αριθμ. .../1985 και .../1985 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Θήρας Αθανασίου Καραθανάση που νόμιμα μεταγράφηκαν στους εκκαλούντες παιδιά του, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, τα οποία γνώριζαν ότι το επίδικο δεν ανήκει κατά κυριότητα στον πατέρα τους. Η μεταβίβαση όμως αυτή δεν προσπόρισε στους εκκαλούντες την κυριότητα του επιδίκου διότι αυτοί απέκτησαν παρά μη κυρίου. Κατά το έτος 1989 η παραπάνω ιδιοκτήτρια εταιρεία του επιδίκου, που μέχρι τότε αγνοούσε την αντιποίηση της νομής της επ’ αυτού, και τη μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου από τον χρησάμενο Α. Η. Φ. στα παιδιά του, το μεταβίβασε αιτία πωλήσεως εξ αδιαιρέτου στους ενάγοντες-εφεσιβλήτους δυνάμει του υπ αριθμ. .../1989 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Καλλιόπης• Βαχαβιόλου, που νόμιμα μεταγράφηκε, κατά ποσοστό 50/100 στον πρώτο, στο δεύτερο κατά ποσοστό 20/100 και στους τρίτο και τέταρτο κατά ποσοστό 15/100 στον καθένα και παρέδωσε σ’ αυτούς τη νομή και κατοχή του επιδίκου. Πριν από τη σύνταξη του ως άνω υπ’ αριθμ. .../1982 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, της συμβολαιογράφου Αθηνών Καλλιόπης Βαχαβιόλου, προηγήθηκε το υπ’ αριθμ. .../1988 προσύμφωνο πωλήσεως του επιδίκου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Γκίκα, στη σελίδα 7 στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά για την ύπαρξη της συμβάσεως του ως άνω χρησιδανείου. Η εσφαλμένη δε, από πρόδηλη παραδρομή αναγραφή στο προσύμφωνο, ως ημεροχρονολογία καταρτίσεως της ως άνω συμβάσεως χρησιδανείου η 8η-5-1985 αντί του ορθού 28-5-1975 δεν ασκεί καμία επιρροή, την οποίαν (παραδρομή) εκμεταλλευόμενοι οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι δεν καταρτίστηκε σύμβαση χρησιδανείου του επιδίκου δυνάμει του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού. Για να επιτύχουν μάλιστα τη σύνταξη των εν λόγω αγοραπωλητηρίων συμβολαίων (.../1985 και .../1985), ο Α. Η. Φ. και οι εκκαλούντες παιδιά του προσκόμισαν στο συμβολαιογράφο την υπ’ αριθμ. .../1985 ένορκη βεβαίωση με την οποία πιστοποιούνταν δήθεν η κυριότητα του Α. Η. Φ. στο επίδικο, ως κτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία, διότι αυτός εστερείτο οποιονδήποτε άλλον τίτλο κτήσεως της κυριότητας του. Για την παραπάνω πράξη τους υπεβλήθη εναντίον τους μήνυση και καταδικάστηκαν ο μεν πατέρας (Α. Η. Φ.) για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, οι δε εκκαλούντες γιοι του για άμεση συνεργεία σε απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών ο καθένας, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 89/1993 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, που κατέστη αμετάκλητη. Η αναφορά δε της εκκαλουμένης στην πιο πάνω ποινική καταδικαστική απόφαση, έγινε μέσα στα πλαίσια της αναπτύξεως και της παράλληλης ποινικής διαδικασίας, που αφορούσε την αστική υπόθεση, χωρίς βεβαίως να προσδίδεται σ’ αυτήν μείζων αποδεικτική δύναμη, ούτε ισχύ δεδικασμένου, το οποίο άλλωστε δεν ισχύει στα πλαίσια της πολιτικής δίκης (ΑΠ 1161/1980 Νοβ 29.534, ΑΠ 746/1977 Αρχ.Ν. 29.98), λαμβανομένης υπόψη αυτής μόνο ως δικαστικό τεκμήριο. Επομένως ο σχετικός λόγος της εφέσεως, με τον οποίον οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μνημονεύοντας στην εκκαλούμενη απόφαση του την ως άνω καταδικαστική σε βάρος τους απόφαση, απέδωσε σε αυτή εσφαλμένα δύναμη δεδικασμένου για την πολιτική δίκη της διεκδικητικής αγωγής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εν προκειμένω οι εκκαλούντες-ενάγοντες με ένστασή τους που προβλήθηκε πρωτοδίκως και απορρίφθηκε, που επαναφέρουν με σχετικό λόγο εφέσεως, ισχυρίζονται ότι, το από 28-5-1975 ιδιωτικό συμφωνητικό χρησιδανείου του επιδίκου ακινήτου που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εφεσίβλητοι δεν είναι γνήσιο, και ότι αμφισβητούν τη γνησιότητα της υπογραφής του δικαιοπαρόχου πατέρα του επί του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού. Επί της παραπάνω ενστάσεως που το πρωτόδικο δικαστήριο παρέλειψε να διατάξει αποδείξεις και ειδικότερα γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, διέταξε αυτήν (γραφολογική πραγματογνωμοσύνη), τελικά το δικαστήριο τούτος με την υπ’ αριθμ. 52/2009 ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση του, η οποία όπως προαναφέρθηκε, διενεργήθηκε από την διορισθείσα ως πραγματογνώμονα ειδική δικαστική γραφολόγο Χ. Τ.. Η εν λόγω πραγματογνώμονας στην από 10 Απριλίου έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε, καταλήγει στο συμπέρασμα αφού προηγουμένως έλαβε δειγματικό υλικό με γνήσιες υπογραφές του Α. Η.Φ. ότι "Στο από 28-5-1975 ιδιωτικό συμφωνητικό οι φερόμενες ως υπογραφές του Α. Η. Φ. η μία στην α’ σελίδα και οι άλλες δύο στην β’ σελίδα κάτω από την ένδειξη οι συμβαλλόμενοι και κάτω από την χειρόγραφη παραπομπή, προέρχονται από τον ίδιο (Α. Φ.) και είναι γνήσιες". Στο ίδιο δε συμπέρασμα καταλήγει και ο ειδικός δικαστικός γραφολόγος Γ. Τ. στην από 25-2-1993 τεχνική έκθεση του, τεχνικός σύμβουλος των εφεσιβλήτων-εναγόντων. Η διορισθείσα δε από τους εκκαλούντες ως τεχνική σύμβουλος τους γραφολόγος Μ. Ε. στην από 10.2010 τεχνική έκθεση της δεν καταλήγει σε κανένα συμπέρασμα αναφέροντας στην ως άνω έκθεση της ότι δεν μπορεί να διενεργήσει γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, επί του αντιγράφου του εν λόγω συμφωνητικού. Με βάση τα παραπάνω, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αποδεικνύεται η γνησιότητα της υπογραφής του δικαιοπαρόχου πατέρα των εκκαλούντων επί του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού, και συνακόλουθα τούτου η γνησιότητα του περιεχομένου αυτού, ότι δηλαδή μεταξύ του δικαιοπαρόχου πατέρα των εκκαλούντων Α. Η. Φ. και του νομίμου εκπροσώπου της Ανώνυμης εταιρείας "ΗΦΑΙΣΤΟΣ", καταρτίστηκε σύμβαση χρησιδανείου του επιδίκου ακινήτου. Περί του ότι καταρτίστηκε η επίμαχη σύμβαση χρησιδανείου του επιδίκου ακινήτου, αποδεικνύεται, εκτός από το προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό και από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με επιμέλεια των εναγόντων-εφεσιβλήτων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και τις καταθέσεις των μαρτύρων των οποίων η εξέταση διατάχθηκε με την υπ’ αριθμ. 52/2009 παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου τούτου, οι οποίες κρίνονται αξιόπιστες, οι οποίοι κατέθεσαν για την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης χρησιδανείου του επιδίκου. Μάλιστα δε ο μάρτυρας Ν. Δ. κατέθεσε ότι κατά την υπογραφή του ανωτέρω συμφωνητικού ήταν παρών. Οι καταθέσεις δε αυτές, δεν αναιρούνται από όσα αντίθετα1^ μάρτυρες που εξετάστηκαν με επιμέλεια των εκκαλούντων-εναγόντων/είναι ασαφείς και αόριστες και δεν κρίνονται πειστικές. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε τα ίδια, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις που τέθηκαν υπόψη του, και γι’ αυτό όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Περαιτέρω οι εκκαλούντες με αίτηση τους που υπέβαλαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απορρίφθηκε και επαναφέρουν με σχετικό λόγο της εφέσεως τους, ζητούν να υποχρεωθούν οι εφεσίβλητοι από το δικαστήριο τούτο σε επίδειξη του πρωτοτύπου του από 28-5-1975 ιδιωτικού εγγράφου, στο οποίο όπως προαναφέρθηκε αμφισβήτησαν την υπογραφή του δικαιοπαρόχου πατέρα τους. Το εν λόγω όμως αίτημα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί και πρέπει να απορριφθεί διότι όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, το πρωτότυπο του εν λόγω ιδιωτικού εγγράφου προσκομίστηκε και αποτέλεσε στοιχείο της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε σε βάρος των εκκαλούντων και του δικαιοπαρόχου πατέρας τους, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αριθμ. 286/91 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου και ακολούθως η παραπάνω υπ’ αριθμ. 89/1993 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Το έγγραφο αυτό (πρωτότυπο) φυλάσσεται στο Αρχείο του εν λόγω Δικαστηρίου, και έτσι τούτο δεν βρίσκεται στην κατοχή των εφεσίβλητων που είναι απαραίτητη προϋπόθεση (κατοχή εγγράφου από διάδικο ή τρίτο) για να διαταχθεί η επίδειξη εγγράφου (ΑΠ 177/88 Ε.Ε.Ν. 1989,850, ΑΠ 1494/87 Ε.Ε.Ν. 1988.814). Εξάλλου όπως αποδείχθηκε οι εκκαλούντες ζήτησαν και έλαβαν από το Γραμματέα του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου Κωνσταντίνο Πετρίδη, στις 3-12-1997 ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο εκ του πρωτοτύπου του από 28-5-1975 ιδιωτικού συμφωνητικού που βρισκόταν στην προαναφερθείσα ποινική δικογραφία (βλ. την από 3-12-1977 βεβαίωση του Γραμματέα Κωνσταντίνου Πετρίδη, που συντάχθηκε στο πίσω μέρος του ανωτέρω εγγράφου, το οποίον (αντίγραφο) επισυνάπτεται στην από 10-1-2010 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου Μ. Ε. τεχνικού συμβούλου των εκκαλούντων). Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες-ενάγοντες με την αγωγή τους, ότι το επίδικο το ενέμετο διάνοια κυρίου και με καλή πίστη αρχικά ο παππούς τους Η. Φ. πριν το έτος 1956 πάνω από τριάντα χρόνια, ασκώντας επ’ αυτού τις αρμόζουσες στη φύση του ακινήτου διακατοχικές πράξεις, και ειδικότερα ότι το καλλιεργούσε και ελάμβανε τους καρπούς του, και ότι μετά τον θάνατον του το έτος 1959 περιήλθε κατόπιν άτυπης διανομής των κληρονόμων του στον δικαιοπάροχο πατέρα τους, ο οποίος έκτοτε συνέχισε τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής και κατοχής συνεχώς μέχρι το έτος 1985, οπότε τους το μεταβίβασε εξ αδιαιρέτου και ότι από τότε και οι ίδιοι συνέχισαν τις ως άνω πράξεις νομής και κατοχής διάνοια κυρίου μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής. Αντίθετα αποδείχθηκε, όπως παραπάνω προαναφέρθηκε, ότι πράξεις νομής και κατοχής διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί του επιδίκου άσκησαν τουλάχιστον από του έτους 1915, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το έτος 1989;που μεταβιβάστηκε στους εφεσίβλητους, οι προαναφερθέντες απώτερος και άμεση δικαιοπάροχος τους (ΦΑΙΣΤΟΣ A.M.Β.Ε). Με βάση τα παραπάνω πραγματικά που αποδείχθηκαν, οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο δυνάμει του ανωτέρω νομίμου τίτλου κυριότητας τους που νόμιμα μεταγράφηκε, αλλά και πρωτοτύπως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας συνυπολογιζομένου στο δικό τους χρόνο νομής επί του επιδίκου και του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου του. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή των εκκαλούντων ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, ενώ έκανε δεκτή την αγωγή των εφεσίβλητων ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο των εφεσίβλητων ως προς τους οποίους εκδικάζεται η κρινόμενη έφεση, συγκυρίους εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, στο μεν πρώτο κατά ποσοστό 50/100, στους τρίτο και τέταρτο κατά ποσοστό 15/100 τον καθένα, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις που τέθηκαν υπόψη του, και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Περαιτέρω όμως, όπως αποδείχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις ως προς την ακριβή έκταση και όρια του επιδίκου ακινήτου. Συγκεκριμένα εσφαλμένα δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 15 στρέμματα, αντί του ορθού 13.594 τετραγ. μέτρα και αναγνώρισε τους ενάγοντες ως άνω εφεσίβλητους συγκυρίους κατά τα εν λόγω ποσοστά, και επίσης δέχθηκε ότι το επίδικο συνορεύει δυτικά με θάλασσα, ενώ το αληθές είναι δυτικώς τούτο συνορεύει με "δημόσια γκρεμνά" και πέραν αυτών με εκτεινόμενη παραλία βλέπε (επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 17-5-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολ. μηχανικού Γ. Κ. ο οποίος διορίστηκε ως πραγματογνώμονας με την υπ’ αριθμ. 268/2002 παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου). Επομένως δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου εφέσεως, πρέπει να εξαφανισθεί εν μέρει η εκκαλούμενη κατά το ως άνω σημείο της. Ακολούθως δε πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (αρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) το οποίο δικάζοντας επί της από 14-10-1991 αγωγής των εναγόντων-εφεσιβλήτων, πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη. Και να αναγνωρισθούν οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος των εναγόντων-εφεσιβλήτων συγκύριοι κατά τα πιο πάνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά του επιδίκου ακινήτου, συνολικής εκτάσεως 13.594,14 τ.μ., το οποίον βρίσκεται στη θέση "Άγιος Ανδρέας" ή "Τούρκος" ή "Πόστα" ή "Μεγάλη πόστα" όπως ειδικότερα το ακίνητο αυτό απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε, ο παραπάνω πραγματογνώμονας πολιτικός μηχανικός Κ. Γ. (και θα προσδιορισθεί επακριβώς στο διατακτικό) και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι-εκκαλούντες να το αποδώσουν στους παραπάνω ενάγοντες-εφεσιβλήτους, κατά τα προαναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά στον καθένα. Στη συνέχεια με την υπ’ αριθμ. 187/2011 απόφαση διορθώθηκαν τα ποσοστά συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων και δη σε 20% εξ αδιαιρέτου του πρώτου (Π. Ρ. του Γ.), 50% του δεύτερου (Γ. Μ. του Σ.) και 15% του τρίτου (Ι. Β. του Α.). Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες περί παραγώγου και πρωτοτύπου τρόπου αποκτήσεως κυριότητας διατάξεις (άρθρο 1033, 1192 παρ.1, 1045, 1051 ΑΚ και διατάξεις του ΒΡΔ), ενόψει του ότι στην απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθηκαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού. Επομένως οι από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4 και 5 αιτιάσεις του όγδοου λόγου (Κεφάλαιο 4) της αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμες. Περαιτέρω με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από τον αναιρεσείοντα και της αποκτήσεώς της από τους αναιρεσίβλητους με τους επικαλούμενους παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των επικαλουμένων παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι το επίδικο ακίνητο, που ταυτίζεται με το περιγραφόμενο στους τίτλους των αναιρεσιβλήτων, όπως και από την διεξαχθείσα πραγ/νη προέκυψε, περιήλθε σ’ αυτούς παραγώγως από αγοραπωλησία, ενώ στους δικαιοπαρόχους τους, ήτοι την "ΗΦΑΙΣΤΟΣ ΑΜΒΕΕ", την ετερόρρυθμη εμπορική εταιρεία "Τεχνική Εταιρεία Α. Ζ. και Σία" και Μ. Ν.Α. είχε περιέλθει παραγώγως με τους αναφερόμενους τίτλους, ενώ η άμεση δικαιοπάροχός τους "ΗΦΑΙΣΤΟΣ ΑΜΒΕΕ" από το 1926, που το απέκτησε με αγορά, μέχρι το 1989, που το πούλησε στους αναιρεσίβλητους, άσκησε σ’ αυτό τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και με καλή πίστη για το διάστημα που αυτή απαιτείτο (πριν την ισχύ του ΑΚ) και έτσι οι τελευταίοι, καθώς και ο Η. Β. (ενάγων - εναγόμενος) απέκτησαν την συγκυριότητα του επιδίκου κατά τα αναφερόμενα ποσοστά, ως αποκτήσαντες παρά κυρίου, ενώ οι αναιρεσείοντες, στους οποίους μεταβιβάστηκε το επίδικο από τον πατέρα τους το 1989, με τα επικαλούμενα συμβόλαια δεν απέκτησαν κυριότητα, αφού ούτε ο παππούς τους για 30 χρόνια πριν από το 1956, ούτε ο πατέρας τους από το 1959 μέχρι το 1989 που τους το μεταβίβασε, άσκησαν νομή στο επίδικο, ώστε να αποκτήσουν με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητά του, ο δε πατέρας του είχε την κατοχή του επιδίκου, από το 1975 μέχρι το 1989, που τους το μεταβίβασε, αντιποιούμενος τη νομή του, δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου, που αρχικά καταρτίσθηκε προφορικά και στη συνέχεια με το από 28.5.1975 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού, του οποίου την υπογραφή φέρει, όπως προέκυψε από τις επικαλούμενες αποδείξεις και την διεξαχθείσα γραφολογική πράγ/νη και του νομίμου, κατά το χρόνο εκείνο, εκπροσώπου της ιδιοκτήτριας και δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων εταιρείας. Ενόψει τούτων ο όγδοος λόγος της αναιρέσεως (Κεφάλαιο Η), κατά τις υπ’ αριθμ. 5, 11, 12, 13, 14, 15 και 16 αιτιάσεις του, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έλλειψη νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Εξάλλου απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος, που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι ο παππούς τους ενέμετο το επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας πριν από το έτος 1956, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε, κατά τα προεκτεθέντα.
Επειδή με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως (ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ ) αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, ως προς την περιγραφή της τοποθεσίας και των ορίων του αποτελούντος το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς διεκδικουμένου ακινήτου, η οποία έγινε με ενώπιόν του της μετ’ αναίρεση δίκης, από 9.12.2008 προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, κατά τη συζήτηση της 5.12.2008, μετά την οποία εκδόθηκε η συμπροσβαλλομένη με την αναίρεση, παρεμπίπτουσα, περί διεξαγωγής πραγ/νης υπ’ αριθμ. 52/2009 απόφαση του Εφετείου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος γιατί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των επίμαχων προτάσεων, αυτές αναφέρονται στο επίδικο ακίνητο και στην περιγραφή του στους τίτλους των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων και δεν επιχειρείται να καταστεί αντικείμενο της διαφοράς ακίνητο διαφορετικό από το περιγραφόμενο στην αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 10 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 341 του ίδιου κώδικα και όπως τούτο ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 14 παρ.1 του προαναφερθέντος νόμου 2915/2001, προέκυπτε ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων και η διεξαγωγή νέων, με παρεμπίπτουσα απόφαση, ανήκε στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τις διατάξεις των αριθμών 8, 9 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες κατά τις οποίες το Εφετείο α) δεν διέταξε συμπληρωματική απόδειξη για το παραλειφθέν από την παρεμπίπτουσα υπ’ αριθμ. 39/1994 περί αποδείξεων απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, "ζήτημα της χρησικτησίας επί του επιδίκου του απώτερου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Ηλία Φύτρου, για το χρονικό διάστημα από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα μέχρι το 1959 που με άτυπη διανομή περιήλθε στον άμεσο δικαιοπάροχο τους - πατέρα τους" και β) ότι προσέτι δέχθηκε ως αληθινό χωρίς να διαταχθεί γι’ αυτό απόδειξη ότι η άμεση δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων "Ηφαιστος ΑΜΒΕΕ" απέκτησε το επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσα τούτο από το 1926 μέχρι το 1989 που με πώληση το μεταβίβασε σ’ αυτούς (αρθρ. 559 αρ.8 και 10 ΚΠολΔ) γ) δέχθηκε ότι αντικείμενο αποδείξεως της προαναφερθείσας πρωτόδικης απόφασης ήταν το περιγραφόμενο στην αγωγή των αναιρεσειόντων ακίνητο και όχι το ακίνητο που αναφέρεται στη συνεκδικασθείσα αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι ταυτίζεται με εκείνο της αγωγής των αναιρεσειόντων και ότι ενόψει του εσφαλμένου αυτού, ως προς το επίδικο ακίνητο θέματος αποδείξεως αα) το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν (559 αρ.8), ββ) επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους ακίνητο που δεν ζητήθηκε (559 αρ.9) και γγ) δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, ότι το ακίνητο, που αναφέρεται στην αγωγή των αναιρεσειόντων, ανήκει κατά κυριότητα στους αναιρεσίβλητους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως προς όλες τις αιτιάσεις του και δη α) ως προς το ζήτημα της διεξαγωγής συμπληρωματικών - νέων αποδείξεων, γιατί τούτο, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, ανήκει εν όψει του ότι δεν προβλήθηκε με λόγο εφέσεως ενδεχομένη πλημμέλεια της προδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς το ταχθέν θέμα αποδείξεως, στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (απαράδεκτη η αιτίαση), β) ως προς την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία της "Ηφαιστος ΑΜΒΕΕ", γιατί ως προς το ζήτημα αυτό έχει τεθεί θέμα αποδείξεως, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της επικαλούμενης παρεμπίπτουσας υπ’ αριθμ. 39/1994 αποφάσεως (αβάσιμη η αιτίαση) και γ) ως προς το επίδικο ακίνητο, που αναφέρεται στις συνεκδικασθείσες αγωγές των διαδίκων, γιατί κρίθηκε ανέλεγκτα ότι είναι το ίδιο ακίνητο, για το οποίο και τέθηκαν θέματα αποδείξεως, διαταχθείσης μάλιστα και πραγ/νης με τις υπ’ αριθμ. 168/1998 και 268/2002 παρεμπίπτουσες αποφάσεις του Εφετείου. Ενόψει τούτων ούτε πράγματα που δεν προτάθηκαν λήφθηκαν υπόψη και ούτε επιδικάσθηκε κάτι που δεν ζητήθηκε, χωρίς μάλιστα να έχει, γι’ αυτό, διαταχθεί απόδειξη (αρθρ.559 αρ.8, 9 και 10) και ο ερευνώμενος λόγος (τρίτος - Κεφάλαιο Γ’ ) ως προς όλες του τις αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 23/2008) οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις κ.λπ), για δε τις τεχνικές εκθέσεις και τα σχεδιαγράμματα που τις συνοδεύουν ή προσαρτώνται στα συμβόλαια δεν απαιτείται ειδική μνεία, αφού τα αποδεικτικά αυτά μέσα, ως έγγραφα με ειδική ρύθμιση, κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ καλύπτονται από την αναφορά της απόφασης στα "προσκομισθέντα έγγραφα" (Ολ.ΑΠ 8/2005). Εξάλλου από το ότι γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, δεν συνάγεται, χωρίς άλλο, ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη, αφού η απόδοση σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, από το δικαστήριο, μεγαλύτερης βαρύτητας από το ότι σε κάποιο άλλο ισοδύναμο με αυτό, ανήκει στην ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμα αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου η κρίση του δικαστηρίου περί του ότι κάποιο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη, πριν ή κατά τη διάρκεια της δίκης, επίτηδες για να χρησιμεύσει σ’ αυτήν (δίκη) ως αποδεικτικό μέσο είναι ανέλεγκτη, όπως επίσης ανέλεγκτη είναι και η κρίση περί συναγωγής από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, κατ’ αρθρ.261 ΚΠολΔ ομολογίας. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των αριθμών 12 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται, αντίστοιχα, λόγοι αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθώς αν παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως (Κεφάλαιο Δ) και με την επίκληση των παραπάνω διατάξεων των αριθμών 11γ, 12 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη ή κήρυξε άκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ή δεν έδωσε σ’ αυτά την αποδεικτική δύναμη που έχουν και τα οποία αποδείκνυαν τη βασιμότητα του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί του ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους των αναιρεσιβλήτων και ότι σ’ αυτό πράξεις νομής ενεργούσαν οι αναιρεσείοντες και οι δικαιοπάροχοί τους και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη 1) την 25.8.2000 έκθεση της τεχνικής συμβούλου των αναιρεσειόντων πολιτικής μηχανικού Μ. Λ., 2) τις υπεύθυνες, από 29-9-1990 δηλώσεις των Ε. Φ., Ν. Σ. Ά. Κ. Ε. Χ. και Μ. Λ., 3) την υπ’ αριθμ. .../1985 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Θήρας Αθανασίου Καραθανάση, 4) την υπ’ αριθμ. .../1.10.1990 βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας Πύργου Καλλίστης Γ. Χ., με την αιτιολογία ότι λήφθηκε επίτηδες πριν από τη δίκη για να χρησιμοποιηθεί σ’ αυτήν (δίκη) ως αποδεικτικό μέσο, 5) την υπ’ αριθμ. 56/23.4.1996 βεβαίωση του Προέδρου της ίδιας Κοινότητας (Πύργου Καλλίστης), με την αιτιολογία ότι λήφθηκε επίτηδες, κατά την διάρκεια της δίκης, για να χρησιμεύσει σ’ αυτήν ως αποδεικτικό μέσο, 6) την από 25.8.2000 έκθεση - γνωμοδότηση της τεχνικής συμβούλου των αναιρεσειόντων Μ. Λ., 7) τη βιντεοταινία, 8) την αεροφωτογραφία του έτους 1988 του Γ.Υ.Σ, 9) τις φωτογραφίες, 10) το υπ’ αριθμ. πρωτοκόλλου 12578/12.8.1985 έγγραφο της Διεύθυνσης Εσωτερικών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης της Νομαρχίας Κυκλάδων προς το Τμήμα Υγιεινής, με κοινοποίηση στην Κοινότητα Πύργου Καλλίστης και την από 10.6.1985 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου της Κοινότητας Πύργου Καλλίστης Θήρας, περί εκμίσθωσης από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων σ’ αυτή μέρους του επιδίκου ακινήτου για την κατασκευή βόθρου, 11) τις από 11.11.1996 και με αριθμό πρωτ.252 και 284 δύο δηλώσεις των αναιρεσειόντων του ν. 2308/95 προς το Κτηματολόγιο της Κοινότητας Πύργου Θήρας, το υπ’ αριθμ. πρωτ. 252/11.11.1999 απόσπασμα του προσωρινού κτηματολογικού πίνακα της πρώτης ανάρτησης, το υπ’ αριθμ. πρωτ. 1535/12.2.1996 έγγραφο του Αναπτυξιακού Συνδέσμου Θήρας, τον Κτηματολογικό πίνακα με τις ενδείξεις στο όνομα Κληρονόμοι Φ., τις υπ’ αριθμ. πρωτ. 367/1.10.1990, 503/16.9.1991, 258/23.5.1995 βεβαιώσεις της "Ένωσης Συνεταιρισμών Θηραϊκών Προϊόντων ΣΥΝ Π.Ε. Φύρα Σαντορίνης", την σιωπηρή ομολογία, από τους αναιρεσίβλητους, των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων ως προς τη βασιμότητα της αγωγής και την επί του επιδίκου κυριότητα του δικαιοπαρόχου τους, η οποία προέκυπτε από την μη ειδική αμφισβήτηση των ισχυρισμών τους, καθώς και την υπ’ αριθμ. πρωτ. 17/13.3.1992 βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας Πύργου Καλλίστης Α. Δ. 12) την υπ’ αριθμ. .../9.10.1972 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβ/φου Αθηνών Ελευθερίου Πέγκου, το υπ’ αριθμ. .../3.11.1972 δωρητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβ/φου, το υπ’ αριθμ. .../27.6.1974 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Αγησιλάου Θεοχάρη, την υπ’ αριθμ. .../15.7.1974 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του ίδιου συμβ/φου την υπ’ αριθμ. .../26.11.1987 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαράλαμπου Παπαγγελή, το υπ’ αριθμ. .../21.11.1998 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Αθανασίου Καραθανάση 13) την υπ’ αριθμ. .../14.6.1996 βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας Μεσσαριάς Ε. Λ., ως προς τα διοικητικά όρια της Κοινότητάς του, που κατά δικαστικό τεκμήριο αποδεικνύει ότι τα αναφερόμενα στους τίτλους των αναιρεσιβλήτων γκρημνά, βρίσκονται στην Κοινότητα Μεσσαριάς και όχι στην όμορη Κοινότητα του Πύργου, όπου βρίσκονται τα επίδικα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως προς τις 13 αιτιάσεις του, καθώς και ως προς τις ταυτόσημες υπο στοιχ.3, 4 και 5 αιτιάσεις του έβδομου λόγου (Κεφάλαιο Ζ) και υπό στοιχ.8α αιτίαση του όγδοου λόγου (Κεφάλαιο Η). Ειδικότερα ως προς τις αιτιάσεις 1 και 6 ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί η έκθεση της τεχνικής συμβούλου Μ. Λ. λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος, όπως τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης και την ειδική αναφορά στο αποδεικτικό αυτό μέσο, πράγμα το οποίο, όπως αναφέρεται στη νομική σκέψη δεν ήταν απαραίτητο, αφού η έκθεση αυτή, ως έγγραφο, με ειδική, κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ ρύθμιση, καλύπτεται από την αναφορά της απόφασης "στα έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη". Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 341, 396-398, 406-410 ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν πριν από το Ν. 2915/2001, μαρτυρίες που έχουν ληφθεί, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου στερούνται απολύτως κύρους θεωρούνται ανύπαρκτες και στην τακτική διαδικασία, δεν μπορούν να εκτιμηθούν ούτε για έμμεση απόδειξη, ήτοι για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ενόψει τούτων και του ότι η ένδικη διαφορά αφορά σε αγωγή της τακτικής διαδικασίας του Πολυμελούς, που ασκήθηκε το 1990, οι αναφερόμενες στην αιτίαση 2 υπεύθυνες δηλώσεις και στην αιτίαση 3 ένορκη βεβαίωση, ορθά, κατά την προηγηθείσα νομική σκέψη δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και συνακόλουθα οι ερευνώμενες αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Επίσης αβάσιμες είναι και οι υπ’ αριθμ. 4 και 5 αιτιάσεις γιατί η κρίση του δικαστηρίου για μη λήψη υπόψη των επίμαχων βεβαιώσεων του Προέδρου της Κοινότητας (Πύργου Καλλίστης) γιατί λήφθηκαν επίτηδες πριν ή κατά τη διάρκεια της δίκης, για να χρησιμεύσουν σ’ αυτήν ως αποδεικτικά μέσα, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ενώ για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέα και η επί μέρους πλημμέλεια της υπ’ αριθμ. 11 αιτίασης περί μη συναγωγής κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ ομολογίας από τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων. Προσέτι αβάσιμες είναι και οι υπ’ αριθμ. 7-8-9-10-11-12 και 13 αιτιάσεις, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχομένη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι "λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννιέται καμία απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς τη βασιμότητα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και την ταυτότητα του επιδίκου, καθώς και ως προς το ουσία αβάσιμο της αγωγής των αναιρεσειόντων και την μη απόδειξη διενέργειας πράξεων νομής από τους δικαιοπαρόχους τους. Οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου ότι δεν γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σε καθένα από τα επικαλούμενα έγγραφα και χωριστή αξιολόγησή τους, είναι απαράδεκτος, γιατί όπως αναφέρεται στη νομική σκέψη, τούτο δεν επιβάλλεται από καμία νομική διάταξη και η αναφορά της απόφασης στα προσκομισθέντα έγγραφα είναι αρκετή, εφόσον, όπως στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται περί εγγράφων με ισοδύναμη αποδεικτική αξία (αρθρ. 340, 390 ΚΠολΔ) ενώ η ιδιαίτερη αναφορά της απόφασης στο προσκομισθέν από τους αναιρεσίβλητους "ιδιωτικό συμφωνητικό χρησιδανείου" δεν μαρτυρεί, όπως αβάσιμα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, ότι τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη, αφού η ιδιαίτερη επίκληση κάποιου αποδεικτικού μέσου και η παροχή σ’ αυτό μεγαλύτερης αξιοπιστίας από ότι σε κάποιο άλλο ισοδύναμο ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η άποψη των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός (4ος - Κεφάλαιο Δ’ ) πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω απορριπτέες είναι και οι 10 αιτιάσεις του πέμπτου λόγου (Κεφάλαιο Ε’ ) της αναιρέσεως. Ειδικότερα με την υπ’ αριθμ. 1 αιτίαση του ερευνώμενου λόγου αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τις διατάξεις των αριθμών 11α και 14 του άρθρου 539 ΚΠολΔ πλημμέλειες, κατά τις οποίες το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη και δεν κήρυξε άκυρο το από 28.5.1975 "ιδιωτικό συμφωνητικό χρησιδανείου", ως προς τη γνησιότητα του οποίου διατάχθηκε πραγ/νη, με την υπ’ αριθμ. 52/2009 παρεμπίπτουσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, καθόσον τούτο δεν προσκομίστηκε σε πρωτότυπο στη διενεργήσασα την πραγ/νη γραφολόγο Χ. Τ., με αποτέλεσμα η πραγ/νη της, που στηρίχθηκε σε φωτοτυπία του εγγράφου αυτού, να είναι άκυρη. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, αφού κατά τα επιτασσόμενα με την εν λόγω παρεμπίπτουσα απόφαση, η πραγ/νη επιτρεπόταν να διενεργηθεί και επί αντιγράφου, ενώ η οικεία έκθεση και αν ακόμη περιέχει ανακρίβειες, σφάλματα, ατέλειες ή εσφαλμένες κρίσεις δεν είναι άκυρη και εναπόκειται στο δικαστήριο να προσδώσει σ’ αυτήν την προσήκουσα αποδεικτική δύναμη, που είναι ισοδύναμη με εκείνη των λοιπών αποδεικτικών μέσων και εκτιμώντας την με τις λοιπές αποδείξεις, να δεχθεί ως βάσιμη ακόμη και αντίθετη άποψη από εκείνη υπέρ της οποίας γνωμοδότησε ο πραγματογνώμονας. Ενόψει τούτων δεν στοιχειοθετούνται οι πλημμέλειες της αιτίασης αυτής.
Με τη δεύτερη αιτίαση αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 10, 11 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη του το αναφερόμενο και στην πρώτη αιτίαση "από 28.5.1975 ιδιωτικό συμφωνητικό χρησιδανείου", το οποίο μολονότι ήταν άκυρο γιατί δεν είχε επικυρωθεί νομίμως το δέχθηκε ως έγκυρο, καθώς και την αναξιόπιστη κατάθεση στον Εισηγητή δικαστή Κων/νο Γκόφα, του μάρτυρα Ν. Δ., δέχθηκε εσφαλμένα και χωρίς η μαρτυρική αυτή κατάθεση να είναι επαρκής ότι "η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων "Ηφαιστος ΑΜΒΕΕ" νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο δια του Ν. Δ. ως αντιπροσώπου της, προς απόδειξη της κυριότητάς της, με έκτακτη χρησικτησία. Η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη καθόσον αφορά σε εσφαλμένη και πλημμελή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που κατ’ ανέλεγκτη κρίση έγινε δεκτό ότι ήταν αξιόπιστα (η μαρτυρική κατάθεση) και γνήσια -επικυρωμένο αντίγραφο- (το ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, φυλάσσεται στο ποινικό αρχείο του Εφετείου Αιγαίου) .
Με την τρίτη αιτίαση και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 19, 11 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση έλλειψη αιτιολογίας των αποδειχθέντων και πλημμέλειες ως προς τη στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και των γενομένων δεκτών ως προκυψασών από τις αποδείξεις "πραγμάτων". Πλην όμως οι πλημμέλειες αυτές δεν στοιχειοθετούν τους επικαλούμενους λόγους. Επίσης απορριπτέα είναι και η υπό στοιχ.2β αιτίαση του εβδόμου λόγου (Κεφάλαιο Ζ) γιατί αναφέρεται σε προκύψαντα από τις αποδείξεις περιστατικά, τα οποία δεν θεωρούνται "πράγματα" υπό την έννοια του αρ.8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ η υπό στοιχ.2α αιτίαση του ίδιου λόγου ως αναφερομένη στη μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου και όχι "πράγματος" δεν ιδρύει τον λόγο αυτό. Επίσης απορριπτέα είναι η από την ίδια διάταξη υπό στοιχ.7 αιτίαση του όγδοου λόγου (Κεφάλαιο Η’ ), γιατί αναφέρεται σε "πράγματα" που προέκυψαν από τις αποδείξεις και δεν περιείχοντο στην ιστορική βάση της αγωγής, αφού δεν ιδρύεται ο ερευνώμενος λόγος για τα πράγματα αυτά, εφόσον δεν μεταβάλλεται, όπως στην προκειμένη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής, ενώ προσέτι απορριπτέα είναι και η υπό στοιχ.6 αιτίαση του ίδιου λόγου γιατί αφορά σε λόγο εφέσεως που εξετάστηκε και απορρίφθηκε.
Με την τέταρτη αιτίαση και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 11α και 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν διέταξε νέες αποδείξεις συμπληρωματικές εκείνων που διέταξε η υπ’ αριθμ. 52/2009 παρεμπίπτουσα απόφασή του και ότι προσέτι δεν συμμορφώθηκε με τα επιτασσόμενα από την υπ’ αριθμ. 773/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου (που ανήρεσε την προεκδοθείσα υπ’ αριθμ. 315/2005 απόφαση του Εφετείου), ώστε να διατάξει την επίδειξη του πρωτοτύπου του από 28-5-1975 συμφωνητικού χρησιδανείου. Η αιτίαση αυτή ως προς την πρώτη της πλημμέλεια είναι απαράδεκτη, καθόσον η κρίση του δικαστηρίου περί διεξαγωγής νέων (συμπληρωματικών) αποδείξεων, ανήκει στην μη ελεγχόμενη αναιρετικά ευχέρειά του, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα επιτασσόμενα με την προεκδοθείσα αναιρετική απόφαση εξεδίκασε το επίμαχο αίτημα επιδείξεως του πρωτοτύπου του από 28-5-1975 συμφωνητικού χρησιδανείου.
Με την πέμπτη αιτίαση και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 8, 11, 14 και 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες ότι: α) δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" και δη την ένσταση ακυρότητας διεξαγωγής των αποδείξεων, β) έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, δηλαδή το ανεπικύρωτο αντίγραφο του ιδιωτικού χρησιδανείου γ) δεν κήρυξε άκυρο το αντίγραφο αυτό και δ) δεν συμμορφώθηκε, ως προς την επίδειξη εγγράφου, με τα επιτασσόμενα με την αναιρετική, υπ’ αριθμ. 773/2008 απόφαση. Οι πλημμέλειες αυτές δεν στοιχειοθετούν τους επικαλούμενους λόγους, καθόσον όπως έχει ήδη αναφερθεί από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το αντίγραφο του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού ήταν "επικυρωμένο αντίγραφο από το πρωτότυπο" και νομίμως λήφθηκε υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 449 ΚΠολΔ, ενώ ως προς τα επιτασσόμενα με την αναιρετική απόφαση ισχύουν τα όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη (τέταρτη) αιτίαση.
Με την έκτη και την έβδομη αιτίαση και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 8, 11 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, πλημμέλειες που περιέχονται και προκύπτουν από την υπ’ αριθμ. 11/23.6.2009 Εισηγητική έκθεση του δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου Κων/νου Γκόφα, η οποία όμως δεν προσκομίζεται και ως εκ τούτου οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν ως αναπόδεικτες.
Με την όγδοη αιτίαση και με την επίκληση της διατάξεων του αριθμού 11 περ.α του ίδιου άρθρου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη την περιεχομένη στην υπ’ αριθμ. 146/1995 εισηγητική έκθεση της Εντεταλμένης Δικαστού Ειρηνοδίκη Αθηνών μαρτυρική κατάθεση του Ν. Δ. του Α., μολονότι βεβαιώνει ότι η κατάθεση αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη, γιατί ο εν λόγω μάρτυρας δεν είχε νόμιμα γνωστοποιηθεί. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον η μαρτυρική αυτή κατάθεση, ως προς τα αποδεικτέα θέματα της υπ’ αριθμ. 39/1994 πράξεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν λήφθηκε υπόψη, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλομένη απόφαση, αλλά και προκύπτει από το περιεχόμενό της. Η αναφορά της προσβαλλομένης στην κατάθεση του μάρτυρα αυτού, αφορά στην εξέτασή του για το θέμα της γνησιότητας του "από 28.5.1975 ιδιωτικού συμφωνητικού χρησιδανείου", που διατάχθηκε με την υπ’ αριθμ. 52/2009 απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται σε άλλη Εισηγητική έκθεση, ήτοι την 11/23.6.2009 και όχι την 146/1995. Ενόψει τούτων η αιτίαση αυτή (8η) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Με την ένατη αιτίαση και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 8, 11 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η αιτίαση ότι εξέτασε στο Εφετείο "νέο μάρτυρα", χωρίς να αποφανθεί, κατά το άρθρο 529 ΚΠολΔ, ότι τούτο επιβάλλεται. Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον στο Εφετείο δεν εξετάστηκε "νέος μάρτυρας" για ζητήματα για τα οποία είχαν εξετασθεί μάρτυρες στην πρωτοβάθμια δίκη, αλλά εξετάστηκαν μάρτυρες για τα θέματα αποδείξεως που τέθηκαν με την υπ’ αριθμ. 52/2009 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου, που εκδόθηκε, κατά τα επιτασσόμενα με την υπ’ αριθμ. 773/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου και αφορούσε ζήτημα, για το οποίο στην πρωτοβάθμια δίκη δεν είχε τεθεί θέμα αποδείξεως και δεν είχαν εξετασθεί μάρτυρες.
Με τη δέκατη αιτίαση και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 11 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ. Γ. και Ν. Δ., που εξετάσθηκαν για το ταχθέν με την υπ’ αριθμ. 52/2009 παρεμπίπτουσα απόφαση θέμα αποδείξεως και κατά το μέρος που οι εν λόγω καταθέσεις ήταν εκτός του θέματος αυτού, ενώ δεν θα έπρεπε να λάβει υπόψη τα εκτός θέματος κατατεθέντα και να κηρύξει άκυρες τις καταθέσεις κατά το μέρος αυτό. Η αιτίαση αυτή δεν στοιχειοθετεί τους επικαλούμενους αναιρετικούς λόγους, αφού οι μαρτυρικές καταθέσεις εκτιμώνται ελεύθερα στο σύνολό τους ως προς το θέμα που αφορούν, ενώ τα τυχόν αναφερόμενα σ’ αυτές, τα οποία δεν έχουν σχέση με το αποδεικτέο θέμα δεν είναι άκυρα, αλλά ως εκ περισσού κατατεθέντα και μη αφορώντα το αντικείμενο της αποδείξεως δεν λαμβάνονται υπόψη, ως μη ασκούντα επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ενόψει των προεκτεθέντων ο ερευνώμενος πέμπτος λόγος (Κεφάλαιο Ε’ ) είναι απορριπτέος ως προς όλες τις αιτιάσεις του, όπως επίσης απορριπτέος είναι και ο έβδομος λόγος (Κεφάλαιο Ζ’ ) κατά τις 2α και 2β αιτιάσεις του, καθώς και ο όγδοος (Κεφάλαιο Η’ ) κατά την υπό στοιχ.7 αιτίασή του.
Επειδή ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής, ενώ για την ίδρυση του λόγου αυτού, δεν αρκεί η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ εγγράφου, αλλά πρέπει επιπλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο (Κεφάλαιο ΣΤ’ ) της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους αναιρεσίβλητους μεταβιβαστικών τίτλων του επιδίκου, με αποτέλεσμα να δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι και οι δικαιοπάροχοί τους χρησιδέσποσαν στο επίδικο ακίνητο και ειδικότερα ότι α) παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ’ αριθμ. .../3.2.1915 συμβολαίου του συμβ/φου Αθηνών Αλεξάνδρου Ζαχαροπούλου, από το οποίο συνάγεται ότι το επίδικο δεν πουλήθηκε από την Μ. Α. προς την φερόμενη ως απώτερη δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων "Τεχνική Εταιρεία Α. Ζ. και Σία", αλλά ότι με αυτό (συμβόλαιο) συστήθηκε δουλεία λατομίας, αφού εάν επρόκειτο περί πωλήσεως δεν θα αναφερόταν στο συμβόλαιο ότι σκοπός της αγοράς του κτήματος "είναι η εξόρυξης και αποκόμισης εξ αυτού θηραϊκής γης ή άλλων οιωνδήποτε υλών, τα οποία ήθελε κρίνη ως εξορυκτέα και εν γένει η εκμετάλλευσης ή εκποίηση των εξ αυτού εξορυσσομένων υλών", β) παραμόρφωσε το περιεχόμενο του παραπάνω συμβολαίου (.../3.2.1915), καθώς και των εν συνεχεία επικληθέντων από τους αναιρεσίβλητους τίτλων, ήτοι του υπ’ αριθμ. .../24.4.1926 συμβολαίου σύστασης της φερομένης ως αμέσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης εταιρείας "Ηφαιστος ΑΜΒΕΕ" του συμβ/φου Αθηνών Κων/νου Νίκα, του υπ’ αριθμ. .../3.10.1988 προσυμφώνου της συμβ/φου Αθηνών Καλλιόπης Βαχαβιόλου και του υπ’ αριθμ. .../2.1.1989 συμβολαίου της ίδιας συμ/φου, με το να δεχθεί ότι το αναφερόμενο στους τίτλους αυτούς ακίνητο ως προς τα όρια του ταυτίζεται με το ακίνητο που επιδικάστηκε στους αναιρεσίβλητους. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και κατά τις δύο αιτιάσεις του και δη κατά την πρώτη γιατί αναφέρεται σε εκτιμητικό και όχι σε διαγνωστικό λάθος του εγγράφου και κατά τη δεύτερη, γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τα όρια του επιδίκου ακινήτου στα επίμαχα συμβόλαια, αλλά συνεκτίμησε τα έγγραφα αυτά με τις λοιπές αποδείξεις και ιδιαίτερα τις από 2.11.1999 και 17.5.2004 εκθέσεις πραγ/νης, που διενεργήθηκαν κατ’ επιταγή των υπ’ αριθμ. 168/1998 και 268/2002 παρεμπιπτουσών αποφάσεων του Εφετείου και την από 25.8.2000 έκθεση της τεχνικής συμβούλου των εκκαλούντων - αναιρεσειόντων πολιτικού μηχανικού Μ. Λ.. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, καθώς και η ταυτόσημη υπό στοιχ.17 αιτίαση του όγδοου λόγου (Κεφάλαιο Η’).
Επειδή από τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της απαιτούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό στοιχ.10 αιτίαση του όγδοου αναιρετικού λόγου (Κεφάλαιο Η’ ) και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το δυτικό και βόρειο όριο του επιδικαζομένου ακινήτου περιέχει αοριστίες και αντιφάσεις και δεν μπορεί να εκτελεσθεί "αφού υποχρεώνει τους αναιρεσείοντες να παραδώσουν ξένες ιδιοκτησίες προς την παραλία (τα ενδιάμεσα δημόσια γκρεμνά) και προς τα γκρεμνά της Αγίας Ειρήνης (τέσσερεις ενδιάμεσες κτισμένες ιδιοκτησίες). Ο λόγος αυτός δεν αφορά σε αντιφατική διάταξη του διατακτικού, που δεν νοείται όταν αυτό, όπως στην προκειμένη περίπτωση έχει μόνο μία διάταξη, αλλά αφορά στα όρια του επιδίκου ακινήτου ως προσδιοριστικά της ταυτότητάς του και συνακόλουθα υπό την επίφαση της παραβιάσεως της ερευνώμενης διάταξης του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει την, περί τα πράγματα αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ενόψει τούτων η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Επειδή κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αφορά εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος, ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων της αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης και επαναφοράς του στο Εφετείο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχείο Κεφάλαιο Η’ (δεύτερο μέρος) λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη την ένσταση παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής των αναιρεσιβλήτων, που περιεχόταν στον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί αποκτήσεων της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αφού αυτοί νεμόντουσαν το επίδικο επί 20ετία πριν από την άσκηση, στις 14.10.91, της αγωγής των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί ο επικαλούμενος περί παραγραφής ισχυρισμός δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και το πρώτον προτεινόμενος στον Άρειο Πάγο, εφόσον δεν συντρέχει καμία, από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ενώ υπό την εκδοχή ότι περιεχόταν στον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί αποκτήσεως από αυτούς της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε παρείλκε η εξέταση του περί παραγραφής ισχυρισμού. Περαιτέρω ο αναφερόμενος στη διορθωτική απόφαση λόγος, κατά τον οποίο δεν αιτιολογείται γιατί διορθώνονται και γιατί προσδιορίζονται με τον διορθωτέο τρόπο τα ποσοστά συγκυριότητος των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου, είναι απαράδεκτος, λόγω ελλείψεως εννόμου, κατά τα άρθρα 68 και 577 ΚΠολΔ, συμφέροντος, καθόσον τα ποσοστά συγκυριότητος των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου δεν αφορούν τους αναιρεσείοντες και από τον προσδιορισμό τους, αυτοί, σε σχέση με τους αντιδίκους τους, δεν υφίστανται βλάβη. Για τον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτη και η αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση από τη διάταξη του αριθμού 1 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια κατά την οποία, παραβιάστηκε το έθιμο που προσδιορίζει σε τρία στρέμματα τη μία ζευγαριά, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 13.594,14 τ.μ., αντί της αναφερομένης στην αγωγή εκτάσεως των 15.000 τ.μ.. Ενόψει τούτων και οι λόγοι αυτοί, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 176, 180 παρ.1 και 183 ΚΠολΔ) και όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-9-2011 αίτηση των Η. Φ. του Α. και Θ. Φ. του Α., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 337/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου και της υπ’ αριθμ. 187/2011 συμπροσβαλλομένης διορθωτικής αποφάσεως του ίδιου Εφετείου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 18η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια