ΕιρΕλευσίνας 32/2014 ΕΕΤΗΔΕ - Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής - Διαδικασία - Ένσταση εξόφλησης από τον καθ’ου

ΕιρΕλευσίνας 32/2014
ΕΕΤΗΔΕ - Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής - Διαδικασία - Ένσταση εξόφλησης από τον καθ’ου ...


Kάθε ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, ανεξάρτητα από τη φύση της απαίτησης, εκδικάζεται με τη διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, παρόλο που στο άρθρο 14 παρ. 2 ν. 4055/2012 γίνεται αναφορά μόνο στο άρθρο 643 ΚΠολΔ. Επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, που ασκήθηκε κατά την τακτική διαδικασία και όχι κατά τη διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, το Δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάσσει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά την προσήκουσα διαδικασία. να είναι ορισμένη η ένσταση εξόφλησης από τον καθ’ου, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε, εκτός εάν πρόκειται για μια και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία κα ο χρόνος καταβολής αυτών. Στοιχεία ορισμένου της ένστασης συμψηφισμού.


ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΤΙΤΛΩΝ

Αριθμός 32/2014
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Πηνελόπη Αϊβαλή, Ειρηνοδίκη Ελευσίνας και τη Γραμματέα Ελένη Μπέκα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 13.02.2014 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της ανακόπτουσας: ………… ……. του ……, κατοίκου Μάνδρας Αττικής, οδός ……… αρ. …, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Παναγιώτη Σταθόπουλου.

Της καθ' ης η ανακοπή: …… ……… του ……, κατοίκου Μάνδρας Αττικής, οδός …. αρ. …, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Μαρίας Τζαβέλα

Η ανακόπτουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 02.04.2013 ανακοπή της κατά της καθ' ης και της υπ' αρ. 48/2013 διαταγής πληρωμής, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 48/03.04.2013 και προσδιορίστηκε προς συζήτηση αρχικά για τη δικάσιμο της 13.06.2013, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της προκείμενης, για όσους λόγους αναφέρονται σε αυτήν.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

Ακολούθησε συζήτηση, όπως αναφέρεται στα πρακτικά.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Μετά την ισχύ του ν. 4055/2012, ήτοι από 02.04.2012 (βλ. άρθρο 113, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο άρθρο 110, σχετικά με τις ρυθμίσεις διαχρονικού δικαίου), η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής δικάζεται πάντοτε με τις διατάξεις των άρθρων 643 και 591 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ (βλ. άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 ν. 4055/2012). Η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εντάσσεται στη διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, ενώ η δεύτερη καθορίζει την προθεσμία κλήτευσης των διαδίκων στη δίκη της ανακοπής, κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στο άρθρο 639 ΚΠολΔ, που ορίζει διαφορετική προθεσμία κλήτευσης των διαδίκων, όταν εκδικάζεται αγωγή με βάση τους πιστωτικούς τίτλους. Στην αιτιολογική έκθεση του άρθρου 14 ν. 4055/2012 γίνεται ρητή αναφορά στην ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, σε πλήρη εναρμόνιση με την εκδίκαση της ανακοπής κατά της εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 937 παρ. 3 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου, κάθε ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, ανεξάρτητα από τη φύση της απαίτησης, εκδικάζεται με τη διαδικασία αυτή, παρόλο που στο ως άνω άρθρο 14 παρ. 2 ν. 4055/2012 γίνεται αναφορά μόνο στο άρθρο 643 ΚΠολΔ (Μ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τόμος II, έκδοση 2012, άρθρο 632, αρ. 30, σελ. 64• Στ. Πανταζόπουλου, Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, β' έκδοση, σελ. 263). Επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, που ασκήθηκε κατά την τακτική διαδικασία και όχι κατά τη διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, το Δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάσσει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά την προσήκουσα διαδικασία (ΜΠρΠειρ 782/2001, ΑρχΝ 2002, 201• Μ. Μαργαρίτη, ό.π., άρθρο 632, σελ. 67).

Με την κρινόμενη ανακοπή, η ανακόπτουσα ζητεί να ακυρωθεί για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους η με αριθμό 48/2013 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή το ποσό των 3.285,20 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτηση που προέρχεται από μισθώματα. Η ανακοπή αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (632 παρ.1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στην ανακόπτουσα σης 13.03.2013 (βλ. την υπ' αριθμ. 2.011Ε'/13.03.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείου Πειραιά, Δημητρίου Χρυσικόπουλου, την οποία νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η καθ' ης η ανακοπή), ενώ η κρινόμενη ανακοπή κατατέθηκε ενώπιον της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου στις 03.04.2013 και επιδόθηκε στην καθ' ης αυθημερόν και εμπροθέσμως, αφού στην προθεσμία των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών δεν υπολογίζονται τα Σάββατα, τα οποία δεν θεωρούνται ως εργάσιμες ημέρες (άρθρο 144 παρ. 3 ΚΠολΔ - βλ. την με αριθμό 48/03.04.2013 έκθεση κατάθεσης δικογράφου της κρινόμενης ανακοπής και την υπ' αρ. 136/03.04.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Αλέξανδρου Γκαρδιάκου, την οποία νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η ανακόπτουσα). Αρμοδίως δε και παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, που είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 14 παρ. 1 στ. α', 625, 632 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 4055/2012, καθόσον η υπό κρίση ανακοπή κατατέθηκε μετά τη δημοσίευση και την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, στις 02.04.2012). Θα πρέπει δε να δικασθεί κατά τη διαδικασία των πιστωτικών τίτλων (άρθρα 635 επ. ΚΠολΔ) και όχι κατά την τακτική διαδικασία, κατά την οποία ασκήθηκε, καθώς σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αυτή είναι η προσήκουσα διαδικασία. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η ανακοπή κατά το τυπικό της μέρος και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 633 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθ. 416 ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Επομένως, για να είναι ορισμένη, ειδικότερα, η υποβαλλομένη ένσταση εξόφλησης, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε, εκτός εάν πρόκειται για μια και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία κα ο χρόνος καταβολής αυτών (ΑΠ 178/2010• ΑΠ 191,192 και 193/2011• ΑΠ 339/2011• ΑΠ 250/2002 όλες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι κατά την αποχώρησή της από το μίσθιο στις 19.11.2012, η οφειλή της σχετικά με τα μισθώματα αφορούσε μόνο το μήνα Οκτώβριο 2012, καθώς και το χρονικό διάστημα από 1η έως 19η Νοεμβρίου του ίδιου έτους και ακολούθως προβάλλει ένσταση εξοφλήσεως για τα οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Ιουλίου έως και Οκτωβρίου 2012. Σύμφωνα όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο συγκεκριμένος λόγος ανακοπής, με τον οποίο προβάλλεται η ένσταση εξόφλησης των ως άνω μισθωμάτων είναι απορριπτέος ως αορίστως προβαλλόμενος, καθώς η ανακόπτουσα δεν αναφέρει τα επιμέρους ποσά, που έχει καταβάλει και τον χρόνο καταβολής αυτών.

Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει εκτός άλλων προϋποθέσεων να συντρέχουν και οι ακόλουθες: α) να πρόκειται για χρηματική απαίτηση με αντικείμενο τη παροχή ποσού χρημάτων, όπως συνήθως είναι το μίσθωμα (Β. Μπέη, ΚΠολΔ, άρθρο 623, σελ. 161), β) η απαίτηση να αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο πρέπει να έχει συνταχθεί κατ' αποδεικτικό τύπο και να αποδεικνύει κατ' αναμφισβήτητο τρόπο την απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό, ήτοι να αποδεικνύεται η μισθωτική σύμβαση και το οφειλόμενο μίσθωμα και γ) το οφειλόμενο χρηματικό ποσό (μίσθωμα) να είναι ορισμένο (άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για την πληρωμή των οφειλόμενων μισθωμάτων, εφόσον το μίσθωμα είναι ορισμένο και συνιστά χρηματική απαίτηση, με βάση το μισθωτήριο, εφόσον από αυτό προκύπτει η μισθωτική σχέση, η διάρκειά της, η παράδοση της χρήσης του μισθίου στο μισθωτή, το ύψος του μισθώματος και τα οφειλόμενα μισθώματα, για τα οποία ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής να ανάγονται στο χρόνο διάρκειας της μίσθωσης (Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 623, αρ. 33• Π. Ζέπο, Ειδικό Ενοχικό, Έκδοση 1965, §7, VII, 1, σελ 238• ΕφΑΘ 7151/1973 ΝοΒ 22,228).

Με το δεύτερο λόγο της ανακοπής, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, διότι εκδόθηκε χωρίς την επίκληση αποδεικτικών στοιχείων σε ό,τι αφορά στην οφειλή της από μη καταβληθέντα μισθώματα Ιουλίου έως και Νοεμβρίου 2012. Συγκεκριμένα, εκθέτει ότι, με εξαίρεση το προσκομισθέν από την καθ' ης μισθωτήριο, από το οποίο προκύπτει η ύπαρξη της μισθωτικής σχέσης και το συμφωνηθέν μίσθωμα, η καθ' ης ουδέν άλλο έγγραφο προσκόμισε, το οποίο να αποδεικνύει την ύπαρξη της οφειλής της προς την καθ' ης και το ύψος αυτής. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις προαναφερθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 599 παρ. 1 και 592 του Α.Κ., συνάγεται, ότι ο μισθωτής έχει υποχρέωση, να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή, κατά την λήξη της μισθώσεως, στην κατάσταση που το παρέλαβε ήτοι χωρίς φθορές, πλην εκείνων που προκλήθηκαν από την, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, συνήθη χρήση αυτού. Η υποχρέωση αυτή του μισθωτού ισχύει για την, για οποιοδήποτε λόγο, λύση της συμβάσεως μισθώσεως. Λύση της μίσθωσης είναι δυνατόν να επέλθει, μετά την κατάρτιση αυτής, στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, που καθιερώνεται με την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, με νεότερη συμφωνία των μερών, η οποία υπάρχει και όταν, προ της παρελεύσεως του συμβατικού ή νομίμου χρόνου, ο μισθωτής αποδίδει το μίσθιο στον εκμισθωτή και ο τελευταίος το παραλαμβάνει, με σκοπό την λύση της μισθώσεως. Εξάλλου, το χρηματικό ποσό, το οποίο δίδεται, κατά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, από τον μισθωτή στον εκμισθωτή, «ως εγγύηση» (στην πραγματικότητα εγγυοδοσία), διέπεται, ως προς την λειτουργία του και ιδίως την τύχη του, από την ειδικότερη συμφωνία των συμβαλλομένων, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, κατά την αυτή διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Έτσι, αυτό είναι δυνατόν να δόθηκε ως συμβατική εγγυοδοσία, είτε προς εξασφάλιση του μισθώματος και μάλιστα ως προκαταβολή αυτού, είτε ως ποινική ρήτρα. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 404, 405, 406 και 407 ΑΚ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που στην σύμβαση μίσθωσης το διδόμενο ποσό χρηματικής εγγυήσεως, για την πιστή τήρηση των όρων της συμβάσεως, έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, η κατάπτωσή της υπέρ του εκμισθωτή, μπορεί να συμφωνηθεί, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα του άρθρου 406 ΑΚ, για κάθε περίπτωση αντίστοιχης παραβιάσεως, ανεξαρτήτως άλλης ζημίας του εκμισθωτή. Η αξίωση του μισθωτή για απόδοση της εγγυοδοσίας, γίνεται ληξιπρόθεσμη, με την λήξη της μισθώσεως και επιστρέφεται αν ο εκμισθωτής δεν έχει απαιτήσεις για μισθώματα ή αποζημίωση για ζημίες στο μίσθιο και εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά (ΑΠ 236/2010 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 440 και 441 ΑΚ, το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης συμψηφισμού δημιουργείται από τότε που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Από το χρονικό αυτό σημείο, παρέχεται κατά νόμο η δυνατότητα αφενός στο δικαιούχο της (αντ)απαιτήσεως να αποσβέσει μονομερώς την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, αφετέρου στους δανειστές και οφειλέτες να προβούν σε συμβατικό συμψηφισμό (συμβιβασμό). Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων αναδρομικά, δηλαδή από τότε που συνυπήρξαν. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 262 παρ. 1 και 222 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός περί μονομερούς συμψηφισμού ή η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να γίνεται αναφορά, με τρόπο σαφή και ορισμένο των περιστατικών που θεμελιώνουν κατά νόμο την προβλεπόμενη σε συμψηφισμό ληξιπρόθεσμη και ομοειδή ανταπαίτησή του κατά του δανειστή, χωρίς να υφίσταται δυνατότητα αναπλήρωσης και κατ' ακολουθία θεραπείας της για το λόγο αυτό αοριστίας της ένστασης με αναφορά σε άλλα έγγραφα, που αναφέρονται τα περιστατικά αυτά, με ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή των όσων ισχύουν για το ορισμένο της αγωγής (ΑΠ 7/1976 ΝοΒ 24, 537• ΕφΘεσσ 3396/1987 Αρμ43, 36• Β. Βαθρακοκοίλη, Αναλυτική Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα, Τόμος 1°*% σελ. 613). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός περί μονομερούς συμψηφισμού ή η ένσταση συμψηφισμού, πρέπει να διαλαμβάνεται σαφής έκθεση των δικαιοπαραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, ήτοι πρέπει να αναφέρεται: α) περιγραφή, χρόνος γέννησης και το ποσό των αμοιβαίων απαιτήσεων, που προτείνονται σε συμψηφισμό (ΑΠ 793/2005 ΕλλΔνη 49, 205), β) ότι οι απαιτήσεις είναι ομοειδείς (ΑΠ 386/1978 ΝοΒ 27, 174), γ) ότι οι απαιτήσεις είναι υποστατές και έγκυρες (ΑΠ 181/1995 ΕλλΔνη 1996, 1344) και δ) ότι οι αξιώσεις είναι ληξιπρόθεσμες και αγώγιμες (Κατρά, Αγωγές και ενστάσεις ΑΚ, έκδοση 2008, § 159 σελ. 1170). Ειδάλλως, ήτοι εφόσον δεν εξειδικεύονται τα παραγωγικά της ανταπαιτήσεως πραγματικά περιστατικά ή δεν καθορίζονται επακριβώς τα επιμέρους χρηματικά κονδύλια που απαρτίζουν τη ανταπαίτηση κατά του δανειστή, ώστε να καταστεί εφικτό στον ενάγοντα να απαντήσει σε αυτή, στο δε Δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο σχετικός ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 7/1976 ΝοΒ 24, 537• ΑΠ 789/1975 ΝοΒ 24, 755). Ως εκ τούτου, για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού, πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται η απαίτηση του ενάγοντος δανειστή στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, το ποσό αυτής και ο χρόνος κατά τον οποίο γεννήθηκε. Αν δε οι απαιτήσεις του δανειστή είναι περισσότερες, τότε δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται σε ποια από αυτές αντιτάσσεται ο συμψηφισμός, διότι στην περίπτωση αοριστίας της δηλώσεως του οφειλέτη, εφαρμογή έχει η διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ, που ρυθμίζει τον καταλογισμό του καταβαλλόμενου ποσού σε περίπτωση περισσότερων χρεών, οπότε συμπληρώνεται η αόριστη δήλωση και ο συμψηφισμός είναι έγκυρος (ΑΠ 1519/2008 ΝΟΜΟΣ).

Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εξεδόθη με πλημμελή στοιχεία, καθώς η καθ' ης με την αίτηση της ενώπιον της Ειρηνοδίκη του Δικαστηρίου τούτου, υποστήριξε ότι μεταξύ αυτής και της ανακόπτουσας υπήρχε μόνο ένα μισθωτήριο, ενιαύσιας διάρκειας, ήτοι από 02.12.2011 έως και 02.12.2012, στο οποίο ουδόλως αναφέρεται η κατάθεση εκ μέρους της ανακόπτουσας εγγύησης ποσού 450,00 ευρώ. Εκθέτει δε ότι η μισθωτική σχέση μεταξύ των διαδίκων ξεκίνησε με το από 22.10.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, οπότε και καταβλήθηκε το ως άνω ποσό ως εγγύηση και το οποίο συμφωνητικό στη συνέχεια ανανεώθηκε με το προαναφερθέν από 02.12.2011 μισθωτήριο. Σε ό,τι αφορά το ποσό της εγγύησης, ισχυρίζεται ότι έκανε καλή χρήση του μισθίου καθ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, από τις 22.10.2009 έως τις 19.11.2012 και επομένως, θα πρέπει το ποσό αυτό να της επιστραφεί ή άλλως να συμψηφισθεί με το μίσθωμα του Οκτωβρίου 2012, ποσού 480,00 ευρώ, το οποίο αποδέχεται ότι οφείλει στην καθ' ης η ανακοπή. Επιπλέον, εκθέτει ότι κατά το οικονομικό έτος 2011 κατέβαλε δυο φορές το τέλος ΕΕΤΗΔΕ, ποσού 80,96 ευρώ εκάστη δόση και συνολικά ποσό 161,80 ευρώ, αν και έπρεπε να καταβληθεί αυτό από την καθ' ης - εκμισθώτρια και προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το ποσό αυτό θα πρέπει να συμψηφισθεί με το πραγματικά οφειλόμενο από αυτήν ποσό των μισθωμάτων των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2012. Στη συνέχεια, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της στο ακροατήριο, αλλά και με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις της (άρθρα 115 παρ. 3, 224, 236 ΚΠολΔ), η ανακόπτουσα διόρθωσε παραδεκτά το καταβληθέν από αυτήν ποσό για το ΕΕΤΗΔΕ, το οποίο στην πραγματικότητα ανέρχεται σε 211,20 ευρώ και ζητά εν τέλει να συμψηφισθεί το τελευταίο αυτό ποσό με το οφειλόμενο από αυτήν ποσό μισθωμάτων των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2012. Ο λόγος αυτός της ανακοπής, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, είναι ορισμένος όσον αφορά στην πρόταση συμψηφισμού του ποσού της εγγύησης και νόμιμος, στηριζόμενος στις ως άνω διατάξεις και πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Αντίθετα, η πρόταση συμψηφισμού του ποσού που έχει καταβάλει η ανακόπτουσα για το ΕΕΤΗΔΕ του έτους 2011 πρέπει να απορριφθεί, ως αορίστως προβαλλόμενη, καθώς η ανακόπτουσα δεν αναφέρει πότε ακριβώς κατέβαλε κάθε επιμέρους ποσό των δόσεων του ΕΕΤΗΔΕ, ενώ και μετά και τη διόρθωση του ποσού κατά τα προεκτεθέντα, δεν αναφέρει πόσες ακριβώς δόσεις κατέβαλε και τι ύψους ήταν εκάστη εξ αυτών.

Με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής της, η ανακόπτουσα αρνείται ότι οφείλει το ποσό των 136,01 ευρώ έναντι της Υπηρεσίας Ύδρευσης Μάνδρας για το χρονικό διάστημα από 25.05.2012 έως και 01.10.2012, διότι από το σχετικό παραστατικό της ως άνω Υπηρεσίας, το οποίο προσκομίστηκε και λήφθηκε υπόψη για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής δεν προκύπτει ότι η συγκεκριμένη οφειλή αφορά το δικό της ρολόι παροχής ή τη δική της κατανάλωση, αλλά και γιατί στην πραγματικότητα καθ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης το μίσθιο και η όμορη κατοικία της καθ' ης η ανακοπή - εκμισθώτριας, που βρίσκεται στον πρώτο όροφο της ίδιας οικοδομής, είχαν το ίδιο ρολόι παροχής ύδρευσης. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγή πληρωμής, που αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ιδίου Κώδικα, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής. Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά, με τρόπο διάφορο του οριζόμενου στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ και δη με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος. Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, ακόμη και αν πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται στο κατά νόμο παραδεκτό της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις (ΑΠ 1043/2009 ΝΟΜΟΣ). Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί της ανακόπτουσας ότι: α) η υπ' αρ. 15017254/02 παροχή της ΔΕΗ, που αφορά το μίσθιο είναι στο όνομά της και ως εκ τούτου η καθ' ης δεν νομιμοποιούνταν να ζητήσει να της επιδικασθεί το ποσό των 492,08 ευρώ, που αφορά σε τιμολόγιο της ΔΕΗ για την περίοδο από 13.09.2012 έως 14.11.2012 και το οποίο εν τέλει της επιδικάσθηκε με την ανακοπτόμενη και β) ότι το επιδικασθέν με την ανακοπτόμενη κονδύλιο, ποσού 257,20 ευρώ για πετρέλαιο θέρμανσης είναι αόριστο και καταχρηστικό, διότι δεν προκύπτει και πάντως είναι δυσαπόδεικτος ο τρόπος υπολογισμού του, προβάλλονται απαραδέκτως το πρώτον με τις προτάσεις της ανακόπτουσας, που κατατέθηκαν επί της έδρας και πρέπει να απορριφθούν.

Από την εκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα της ανακόπτουσας, που εξετάσθηκε νόμιμα στο ακροατήριο και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και όλων των εγγράφων, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και λαμβάνοντας αυτεπαγγέλτως υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 338 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ύστερα από αίτηση της καθ' ης η ανακοπή εκδόθηκε η με αριθμό 48/2013 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, δυνάμει της οποίας η ανακόπτουσα διατάχθηκε να καταβάλλει στην καθ' ης το ποσό των 3.285,29 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων και συγκεκριμένα: α) ποσό 2.400,00 ευρώ για οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Ιουλίου έως και Νοεμβρίου 2012, ποσού εκάστου 480,00 ευρώ, β) ποσό 492,08 ευρώ για το τιμολόγιο της ΔΕΗ, με περίοδο κατανάλωσης από 13.09.2012 έως 14.11.2012, γ) ποσό 136,01 ευρώ για λογαριασμό ύδρευσης με περίοδο κατανάλωσης από 25.05.2012 έως 01.10.2012 και δ) ποσό 257,20 ευρώ για την αναλογία της στις δαπάνες θέρμανσης για την περίοδο 2011-2012. Η ως άνω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τα προσκομιζόμενα από την καθ' ης έγγραφα και συγκεκριμένα: α) το από 02.11.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, νόμιμα κατατεθειμένο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ελευσίνας με αριθμό κατάθεσης 7399/20.12.2011, β) επικυρωμένο αντίγραφο του τιμολογίου της Δ.Ε.Η. για την περίοδο από 13.09.2012 έως 14.11.2012, γ) επικυρωμένο αντίγραφο της υπηρεσίας ύδρευσης του Δήμου Μάνδρας - Ειδυλλίας για την περίοδο κατανάλωσης από 25.02.2012 έως 01.10.2012, δ) βεβαίωση υπολογισμού πετρελαίου θέρμανσης για την περίοδο κατανάλωσης 2011-2012 από τον διαχειριστή της πολυκατοικίας, ε) το υπ' αρ. 801/17.12.2003 συμβόλαιο σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Ελευσίνας ... και στ) το με αριθμό πρωτοκ. γεν. έκθ. 30/2845 πιστοποιητικό μεταγραφής του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η καθ' ης εκμίσθωσε στην ανακόπτουσα με το από 22.10.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης κατοικίας ένα διαμέρισμα, ευρισκόμενο σε οικοδομή, κείμενη στο Δήμο Μάνδρας - Ειδυλλίας Αττικής, επί της οδού ………. αρ. … και πεζοδρόμου, το οποίο συμφωνήθηκε να χρησιμοποιηθεί από αυτήν αποκλειστικά ως χώρος κατοικίας. Το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε σε 450,00 ευρώ και ήταν καταβλητέο το πρώτο τριήμερο εκάστου μηνός, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό. Για την ακριβή εκπλήρωση των όρων της μίσθωσης, η ανακόπτουσα κατέβαλε κατά τη σύναψη του συμφωνητικού στην καθ' ης ποσό 450,00 ευρώ ως εγγυοδοσία, το οποίο σύμφωνα με τον όρο 4 του συμφωνητικού συμφωνήθηκε να της επιστραφεί μετά την εμπρόθεσμη κατά τη λήξη της σύμβασης αποχώρηση αυτής από το μίσθιο, την παράδοση αυτού και των κλειδιών του, καθώς και την εκκαθάριση όλων των τυχόν εκκρεμών λογαριασμών. Συμφωνήθηκε δε ρητά, ότι το ως άνω ποσό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συμψηφισθεί με τα μισθώματα ή άλλες οφειλές της ανακόπτουσας προς την καθ' ης. Περαιτέρω, με τον όρο 17 του ίδιου συμφωνητικού ορίστηκε ότι η μη εμπρόθεσμη καταβολή από το μισθωτή του μισθώματος, της αναλογίας του στις δαπάνες κοινοχρήστων χώρων και θέρμανσης, των λογαριασμών που αφορούν το μίσθιο και κάθε άλλη πρόσθετη υποχρέωση του μισθωτή, ή παράβαση οποιουδήποτε από τους όρους του συμφωνητικού ή του νόμου, παρέχει στον εκμισθωτή το δικαίωμα να καταγγείλει και να λύσει μονομερώς τη σύμβαση, να αποβάλει το μισθωτή από το μίσθιο και να ζητήσει αποζημίωση για κάθε ζημία του, στις περιπτώσεις δε αυτές καταπίπτει σαν ποινική ρήτρα υπέρ του εκμισθωτή η εγγύηση που δόθηκε. Ακολούθως, υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων το από 02.12.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, που τροποποίησε κάποιους από τους όρους του προηγούμενου συμφωνητικού και συγκεκριμένα όρισε ότι το μηνιαίο μίσθωμα θα ανέρχεται σε 480,00 ευρώ και η διάρκεια της μίσθωσης θα είναι για ένα επιπλέον έτος, ήτοι από 03.12.2011 έως 02.12.2012, ενώ στο πρώτο ως άνω συμφωνητικό δεν είχε ορισθεί η διάρκεια της μίσθωσης. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, σχετικά με τα επιδικασθέντα μισθώματα, το έγγραφο που προσκόμισε η καθ' ης και ειδικότερα το από 02.12.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ήταν επαρκές για την έκδοση της ανακοπτόμενης, όσον αφορά στο κονδύλιο των μισθωμάτων, καθώς από αυτό προκύπτει η μισθωτική σχέση, η διάρκειά της, η παράδοση της χρήσης του μισθίου στη μισθώτρια - ανακόπτουσα και το ύψος του μισθώματος, τα οφειλόμενα δε μισθώματα, για τα οποία ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής ανάγονται πράγματι στο χρόνο διάρκειας της μίσθωσης. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ακολούθως, το γεγονός ότι η ανακόπτουσα κατά το χρόνο αποχώρησής της από το μίσθιο στις 19.11.2012 όφειλε στην καθ' ης τα μισθώματα των μηνών Ιουλίου έως και Νοεμβρίου 2012 -άλλωστε και η ίδια ομολογεί ότι όφειλε στην καθ' ης το μίσθωμα του Οκτωβρίου και ένα μέρος από το μίσθωμα του Νοεμβρίου 2012- συνιστά λόγο κατάπτωσης, ως ποινικής ρήτρας, του ποσού των 450,00 ευρώ, που είχε δοθεί σύμφωνα με τα προαναφερθέντα από την ανακόπτουσα ως εγγυοδοσία. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος ανακοπής, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένος και με τον οποίο η ανακόππτουσα ζητά να συμψηφισθούν τα οφειλόμενα από αυτήν μισθώματα με το ποσό της εγγυοδοσίας, κατά τα ανωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενα, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Τέλος, αποδείχθηκε ότι το επικυρωμένο αντίγραφο λογαριασμού της υπηρεσίας ύδρευσης του Δήμου Μάνδρας - Ειδυλλίας για την περίοδο κατανάλωσης 25.05.2011 έως 01.10.2012, που προσκομίσθηκε από την καθ' ης για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής αναγράφει ως ιδιοκτήτρια - οφειλέτρια την καθ' ης η ανακοπή και συνεπώς δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι αφορά το μίσθιο διαμέρισμα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε μεν ότι υπάρχουν δυο υδρομετρητές στην οικοδομή, όπου βρίσκεται το μίσθιο, στον πρώτο όροφο της οποίας διαμένει η καθ' ης η ανακοπή - εκμισθώτρια και άρα είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι είχαν ένα κοινό ρολόι με την καθ' ης, ωστόσο δεν προέκυψε ποιος υδρομετρητής αφορά στο μίσθιο διαμέρισμα και ως εκ τούτου ακύρως εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής αναφορικά με το κονδύλιο του συγκεκριμένου λογαριασμού ύδρευσης, βάσει του ως άνω προσκομισθέντος λογαριασμού. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 632 παρ. 1, 633 παρ. 1, 623, 624 παρ. 1, 262 παρ. 1 και 2, 628 και 629 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, είναι ο έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής και όχι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης. Το Δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή εξετάζει την κατά το χρόνο εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων, βάσει της αίτησης προς έκδοση αυτής και δεν έχει την ευχέρεια μεταβολής της βάσης της αίτησης, γιατί ως προς αυτήν δεν έχει τηρηθεί η κατ' άρθρο 112 ΚΠολΔ προδικασία, χωρίς ωστόσο η απόφαση να παράγει δεδικασμένο επί του δικαιώματος, το οποίο ουδόλως διεγνώσθη (ΑΠ 1098/2006, ΑΠ 1620/2008 ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος της υπό κρίση ανακοπής και να ακυρωθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ως προς το προαναφερθέν κονδύλιο και να επικυρωθεί αυτή κατά τα λοιπά, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, η δικαστική δαπάνη θα πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, καθόσον η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Δικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων.


Δέχεται εν μέρει την ανακοπή.

Ακυρώνει την υπ' αρ. 48/2013 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, κατά το ποσό των 136,01 ευρώ, που αφορά σε δαπάνες ύδρευσης για την περίοδο κατανάλωσης από 25.05.2012 έως 01.10.2012.

Επικυρώνει κατά τα λοιπά την υπ' αριθμ. 48/2013 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Ελευσίνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 31.10.2014, απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.




Σχόλια