Βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου..

585/2010 ΑΠ ( 516226) . Δικονομία πολιτική. Αναιρετική δίκη. Βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου. Προϋποθέσεις επανάληψης.. της συζητήσεως από τους κληρονόμους του θανόντος. Αναιρετικοί λόγοι. Λόγος περί μη νόμιμης συνθέσεως του δικαστηρίου. Υλική αρμοδιότητα. Προσδιορισμός αυτής σε αγωγή με αντικείμενο την ευθύνη κατόχου ζώου (προβάτου). Κρίση ότι στην επίδικη περίπτωση υλικά αρμόδιο είναι το ΠΠρ, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία. Ευθύνη ασφαλιστή. Προσδιορισμός του ύψους αυτής. Αυτοκινητικό ατύχημα. Αδικοπραξία. Προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση. Ειδικότερα η παράνομη συμπεριφορά συντελουμένη με παράλειψη. Η αιτιώδης συνάφεια είναι αόριστη νομική έννοια και υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν στοιχειοθετεί από μόνη της υπαιτιότητα. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω ελλείψεως νομίμου βάσεως ως προς τον τρόπο επελεύσεως του ατυχήματος. (Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 2320/2008 ΕφΑθ).   
Αριθμός 585/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ` Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πασπαλά και κατέθεσε προτάσεις, 2) ..., 3) ..., οι οποίες παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Πασπαλά και κατέθεσαν προτάσεις, 4) ..., 5) ...... , 6) ..., 7) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Πασπαλά και κατέθεσαν προτάσεις, 8) ..., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, 9)..., 10) ..., 11) ..., 12) ..., 13) ..., για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους 14) ... και 15) ..., για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους 16) ..., 17) ..., 18) ... και 19) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Πασπαλά και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "......... ...........................", που εδρεύει στην Πλατανιά Ρεθύμνου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Κουταλά με δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία ".................. ......." (πρώην "..............."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Πολίτη με δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 4) Ψ4, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 8 αναιρεσείουσα ..., απεβίωσε στις 9/11/2009 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ` αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου ... ... , και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ..., 8) ..., 9) ..., 10) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/5/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 885/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2320/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/12/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 8/1/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμό 19 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στο σκεπτικό, στις παρ. ΙV και VII, καθώς και από τον αριθμό11γ του ιδίου άρθρου, που αναφέρεται στην παρ. VI, δεύτερο μέρος και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο αντίδικος εκείνου, που επίσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία του.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, ο υπό στοιχείο 4 αναιρεσίβλητος Ψ4 δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Όπως προκύπτει από την υπ` 9553Β/12-5-2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ρεθύμνου ..., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω απ` αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την παρούσα συνεδρίαση της 22-1-2010, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ` αυτήν, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον τέταρτο αναιρεσίβλητο Ψ4.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου τούτου. ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α, 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, προκύπτουν τα ακόλουθα. Η υπό στοιχείο 8 αναιρεσείουσα ..., (μητέρα του αποβιώσαντος, κατά το ένδικο ατύχημα, Ζ), πέθανε στις 9/11/2009, όπως αποδεικνύεται από το με ημερομηνία 30/11/2009 απόσπασμα Ληξιαρχικής Πράξεως θανάτου, του Δήμου ... χωρίς να αφήσει διαθήκη, όπως απόδεικνύεται από το υπ` αριθμ. 24/13-1-2010 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Ρεθύμνου και το σχετικό με αριθμό 2904/2010 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών. Εξ αδιαθέτου κληρονόμοι και πλησιέστεροι συγγενείς της αποβιωσάσης είναι τα τέκνα της:

1)..., 2) ..., 3) ..., (9ος, 10η και 11η των αναιρεσειόντων) και 4) οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του προαποβιώσαντος υιού της Ζ(σχετ.9Α) ήτοι: 4.α) ..., 4.β) ..., 4.γ) ..., 4.δ) ..., 4.ε) ..., 4.στ) ..., 4.ζ) ..., όπως πλήρως αποδεικνύεται από το προσαγόμενο με αριθμ. πρωτ. 485/20-1-2010 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Πασπαλά και κατέθεσαν προτάσεις.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 2 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κακή σύνθεση υπάρχει, όταν στη διάσκεψη για την έκδοση της απόφασης συνέπραξαν δικαστές, οι οποίοι δεν έλαβαν μέρος στην τελευταία συζήτηση στο ακροατήριο, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση. Η δημοσίευση όμως της απόφασης, ως τυπική ενέργεια, μπορεί να γίνει και από δικαστές άλλους έναντι εκείνων που υπήρχαν κατά την έκδοσή της, εφόσον οι δικαστές που έλαβαν μέρος στη σύνθεση για τη δημοσίευση υπηρετούν στο ίδιο δικαστήριο. Αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 300, 301, 304 και 305 ΚΠολΔ (ΑΠ 1279/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον από τον αριθ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό στοιχείο Α, λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι εκείνη δημοσιεύθηκε στις 21.4.2008 και δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί η σύνθεση του Δικαστηρίου, που δημοσίευσε την απόφαση. Ομως, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει, ότι συμμετείχαν στη σύνθεση κατά τη συζήτηση και τη διάσκεψη οι δικαστές Κανέλλα Αγγελάκου, Πρόεδρος Εφετών, Κωνσταντίνα Γεωργίου- Εισηγήτρια, Εμμανουήλ Καλεντάκης, εφέτες, και κατά τη δημοσίευση, στις 21-4-2008, οι δικαστές Κανέλλα Αγγελάκου, Πρόεδρος Εφετών, Αθανάσιος Καγκάνης, (λόγω ασθενείας της εφέτου Κωνσταντίνας Γεωργίου) και Εμμανουήλ Καλεντάκης, εφέτες, οι οποίοι υπηρετούσαν τότε στο ίδιο δικαστήριο, (Εφετείο Αθηνών).

Συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. ΙV. Σύμφωνα με τα άρθρα 553 παρ. 1α και 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ` ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε, ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη του άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46. Η ένδικη αγωγή, άρα, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του 4ου αναιρεσιβλήτου και αφορούσε διαφορά από την ευθύνη του κατόχου ζώου, (προβάτου), αναφορικά με την εποπτεία του, υπό την έννοια του άρθρου 924 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ, υπαγόταν στην καθ` ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου και δικαζόταν κατά την τακτική διαδικασία.

Συνεπώς, ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης έρευνας της καθ` ύλην αναρμοδιότητάς του, και με επίκληση του άρθρου 218 ΚΠολΔ, διέταξε το χωρισμό των αγωγών, που σωρεύονται στο από 27-5-2005 δικόγραφο, και παρέπεμψε την ως άνω αγωγή, κατά του τετάρτου εναγομένου Ψ4, στο αρμόδιο καθ` ύλην και κατά τόπον για την εκδίκαση αυτής Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Ενόψει αυτών, το Εφετείο, το οποίο, με την παραδοχή ότι η δεύτερη σωρευόμενη αγωγή κατά του Ψ4, κυρίου, κατόχου και νομέα του προβάτου, επειδή δεν αποτελεί διαφορά προερχόμενη από αυτοκίνητο, κατά την έννοια του άρθρου 681 Α του ΚΠολΔ, αλλά διαφορά από την ευθύνη του κατόχου ζώου, αναφορικά με την εποπτεία του, υπό την έννοια του άρθρου 924 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ δεν δικάζεται κατά την ειδική, αλλά κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε ως αβάσιμο το 18ο σχετικό λόγο εφέσεως, δεν έσφαλε, ο δε σχετικός, ορθώς από το άρθρο 559 αριθ. 5 του ΚΠολΔ, 24ος λόγος της αναιρέσεως, και όχι από τους αριθ. 8, 14 και 1, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το διατακτικό της πληττόμενης απόφασης ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο είναι ορθό, και η αλυσιτελής και περιττή αιτιολογία, περί απορρίψεως της αγωγής ως προς τον τέταρτο εναγόμενο, πρέπει να απαλειφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ. V. Το ανώτατο όριο της ευθύνης του ασφαλιστή είναι το ασφαλιστικό ποσό. Το ποσό αυτό δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερο από αυτό που καθορίζεται κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου. Στην προκείμενη περίπτωση, η τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ζήτησε, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, την απόρριψη της αγωγής, και επικουρικά ισχυρίστηκε ότι η ευθύνη της προς αποζημίωση των εναγόντων από το αναφερόμενο στην αγωγή θάνατο περιορίζεται μέχρι του ορίου του σχετικού ασφαλίσματος, το οποίο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, έφθανε για την περίπτωση αυτή στο ποσό των 500.000 ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορισμένος και ότι συνιστά νόμιμη ένσταση, στηριζόμενη στο άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 489/1976, η οποία πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, κατ` ουσίαν. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο οι εκκαλούντες, με το 16ο λόγο εφέσεως, ισχυρίστηκαν, ότι πρωτοδίκως αρνήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την πιο πάνω ένσταση και ζήτησαν να απορριφθεί ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι δεν διευκρινίζει, εάν το συγκεκριμένο αυτό ποσό αφορά τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες. Το Εφετείο έκρινε, ότι παρέλκει η εξέταση του λόγου αυτού, διότι, μετά από την απόρριψη της έφεσης ως κατ` ουσίαν αβάσιμης, δεν επιδικάζονται κονδύλια εις βάρος της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας. Οι αναιρεσείοντες, με τον 23ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι η ένσταση της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας είναι αόριστη, "αφού δεν υπάρχει ισχυρισμός αν τα 500.000 ευρώ αφορούν τις υλικές ζημιές ή τις σωματικές βλάβες". Όμως, με την παραδοχή της πρωτόδικης απόφασης, ότι η ένσταση είναι νόμιμη, δεν αρκέστηκε το δικαστήριο σε λιγότερα στοιχεία, αφού είναι πρόδηλο ότι, την, ως άνω, ένσταση περιορισμού της ευθύνης της την πρότεινε η ασφαλιστική εταιρεία αναφορικά με τις αξιώσεις των εναγόντων από τις σωματικές βλάβες και το θάνατο του Ζ και όχι από υλικές ζημιές. Το ασφαλιστικό ποσό των τελευταίων διαφοροποιείται και δεν επέρχεται καμία βλάβη στους αναιρεσείοντες από το μη προσδιορισμό του. Πέραν τούτου, το όριο της ασφαλιστικής κάλυψης ρυθμίζεται από το νόμο και είναι 500.000 ευρώ για σωματικές βλάβες.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

VI. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτει πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 6 Ιουνίου 2003 και περί ώρα 10.25, ο ιερέας, Ζ, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης των εναγόντων, συζύγου του, κινούμενος με κανονική ταχύτητα, επί της ΝΕΟ ..., με κατεύθυνση από ... προς .... Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο και στον ίδιο τόπο, ο πρώτος εναγόμενος, Ψ1, οδηγούσε το με αριθ. κυκλοφορίας ... .. αυτοκίνητο, (μπετονιέρα), ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης εταιρείας, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους προκαλούμενες ζημίες στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, κινούμενο επίσης επί της ως άνω οδού, αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι από ... προς ... και με κανονική ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε τα 65 χλμ. ανά ώρα. Όταν τα δύο οχήματα έφθασαν στο ύψος του 63ου χλμ. της προαναφερόμενης οδού, στην πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου, στο μέσον περίπου του οδοστρώματος, εμφανίσθηκε ένα πρόβατο. Τότε ο οδηγός του αυτοκινήτου, προκειμένου να αποφύγει το στην πορεία του κινούμενο ζώο, τροχοπέδησε, και παράλληλα έκανε ελιγμό προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να καταλήξει στις εκ δεξιών του προστατευτικές μπάρες, επί των οποίων προσέκρουσε ελαφρά και στη συνέχεια να απολέσει τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο εκτινάχθηκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και προσέκρουσε, με το εμπρόσθιο μέρος του, στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος της μπετονιέρας, με συνέπεια στη συνέχεια να εκτιναχθεί, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, εκ νέου στο αρχικό του ρεύμα πορείας, ήτοι αυτό προς ... και να ακινητοποιηθεί εντός αυτού, λαμβάνοντας διαγώνια θέση στο οδόστρωμα. Σημειωτέον ότι, το βαρύ όχημα (μπετονιέρα), που οδηγούσε ο πρώτος των εναγομένων, εκείνη τη στιγμή, που το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο παθών, έκανε την ανεξέλεγκτη πορεία του, βρισκόταν πάνω σε γέφυρα και η δυνατότητα αντίδρασης του πρώτου τούτων, οδηγού, με αποφευκτικό ελιγμό ήταν αδύνατη. Ο πρώτος των εναγομένων, οδηγός, προσπάθησε να τροχοπεδήσει το βαρύ όχημα που οδηγούσε, αλλά η προσπάθειά του απεδείχθη αναποτελεσματική, καθώς από την πρόσκρουση του οχήματος του παθόντος ιερέα στις προστατευτικές μπάρες μέχρι την είσοδο του στο αντίθετο ρεύμα μεσολάβησαν λίγα κλάσματα δευτερολέπτου. Η πλάγια διαδρομή, που ακολούθησε το όχημα, που οδηγούσε ο άτυχος ιερέας, από τις προστατευτικές μπάρες μέχρι την πρόσκρουση επί της μπετονιέρας ήταν 21 μέτρα, που δεν άφηνε περιθώρια άλλης αντίδρασης, παρά την ενστικτώδη προσπάθεια φρεναρίσματος, που επιχείρησε ο πρώτος των εναγομένων οδηγός της μπετονιέρας. Αλλωστε ο οδηγός της μπετονιέρας, εκινείτο κανονικά στο ρεύμα κυκλοφορίας του και εντελώς δεξιά αυτού, με ταχύτητα 55 χλμ/ώρα, όπως προκύπτει και από τον ταχογράφο και μάλιστα "ιππαστί" στη δεξιά γραμμή, που βρίσκεται πλησίον των δεξιών ως προς αυτόν προστατευτικών μπάρων της γέφυρας και σε απόσταση περίπου δύο (2) μέτρων από τη διαχωριστική γραμμή των δύο (2) ρευμάτων κυκλοφορίας. Ηταν δε τόσο αστραπιαία η εξέλιξη του ατυχήματος, που, σύμφωνα με τους νόμους της φυσικής, όπως έκρινε και η εκκαλούμενη απόφαση, ήταν αδύνατον το βαρύ και έμφορτο υγρού μπετόν όχημα (μπετονιέρα) να ακινητοποιηθεί. Ακόμη και εάν υπήρχε τρόπος να ακινητοποιηθεί η μπετονιέρα, τότε, λόγω της μετακίνησης του υγρού φορτίου, η ανατροπή του βαρέως οχήματος θα ήταν βεβαία, με συνακόλουθη βεβαία συνέπεια τη μη αποφυγή της μοιραίας πρόσκρουσης και με απρόβλεπτες συνέπειες και για τα άλλα οχήματα που εκινούντο επί της εν λόγω Εθνικής Οδού. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ήταν μεν ευθεία η Εθνική Οδός στο τμήμα της, που έγινε η σύγκρουση, πλην όμως ο θανών ιερέας, μόλις 40 μέτρα πριν την αντιθέτως κινούμενη μπετονιέρα έχασε τον έλεγχο του οχήματός του και άρχισε να κάνει ζικ-ζακ, στο ρεύμα του, πριν εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα, μετά από προσκρουση στις δεξιά προς αυτόν μπάρες της γέφυρας. Η μπετονιέρα, όπως προαναφέρθηκε, βρισκόταν πλησίον του άκρου της γέφυρας, πλην όμως επί της γέφυρας, που απέκλειε κάθε δυνατότητα αποτελεσματικής αντίδρασης του οδηγού αυτής (πρώτου τούτων) και πριν την πρόσκρουση στις μπάρες του αυτοκινήτου του θανόντος ιερέως, πολλώ μάλλον δε και μετά την πρόσκρουση σ` αυτές. Στο σημείο του ατυχήματος η Ν.Ε.Ο. ... είναι διπλής κατεύθυνσης, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,55 μέτρων, εκ του οποίου το μεν ρεύμα πορείας προς ... έχει πλάτος 3,60 μέτρων, το δε ρεύμα πορείας προς ... έχει πλάτος 3,95 μέτρων. Και στα δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας υπάρχει ασφάλτινο έρεισμα, πλάτους 2 μέτρων στο ρεύμα προς ... και 1,90 μέτρων στο ρεύμα προς .... Η εν λόγω οδός είναι ευθεία, σε απόσταση 800 μέτρων, δεν διασταυρώνεται με οδό, τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας διαχωρίζονται μεταξύ τους με διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή και το όριο ταχύτητας προσδιορίζεται στα 80 χλμ. ανά ώρα, βάσει ρυθμιστικής πινακίδας Ρ-32. Κατά το χρόνο του ατυχήματος η ορατότητα δεν περιοριζόταν για κανένα όχημα, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μεγάλη, (όπως και κατά το χρόνο άφιξης των οργάνων της Τροχαίας) και υπήρχε φυσικός φωτισμός ημέρας. Με βάση τα ευρήματα επί του οδοστρώματος και δη τις χαραγές μήκους 1,90 μ. στο ρεύμα πορείας της μπετονιέρας και τα διάσπαρτα γυαλιά εντός αυτού, προκύπτει ότι το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα εντός του ρεύματος πορείας της μπετονιέρας και μάλιστα περίπου στο μέσον αυτού.

Περαιτέρω, με δεδομένο ότι το σημείο σύγκρουσης ευρίσκεται σχεδόν στο μέσον του οδοστρώματος, ότι το πλάτος του οδοστρώματος στο ρεύμα προς ... είναι 3,60 μέτρα, ότι η μπετονιέρα, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας, συγκρούσθηκε στην εμπρόσθια αριστερή επιφάνειά της και ότι το πλάτος της μπετονιέρας είναι περίπου 2,50 μέτρα, σαφώς προκύπτει ότι κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος το βαρύ αυτό όχημα εκινείτο σχεδόν επί της λευκής συνεχούς γραμμής, που διαχωρίζει το οδόστρωμα από το ασφάλτινο έρεισμα, όπως και ο ίδιος ο εναγόμενος οδηγός του οχήματος κατέθεσε προανακριτικά, αλλά και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Επομένως, όλα όσα οι ενάγοντες υποστηρίζουν στην αγωγή τους περί κίνησης της μπετονιέρας επί της διαχωριστικής των ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμής, είναι σαφώς αβάσιμα. Ομοίως, αβάσιμοι είναι οι ισχυρισμοί των ανωτέρω περί κίνησης του βαρέως οχήματος με ιλιγγιώδη ταχύτητα και μάλιστα ταχύτητα που υπερέβαινε τα 100 χλμ. ανά ώρα, αφού από τον ταχογράφο του οχήματος προκύπτει ταχύτητα περίπου 65 χλμ. ανά ώρα. Περαιτέρω, αβάσιμα είναι όσα οι ενάγοντες υποστηρίζουν περί της πτώσης της μπετονιέρας, με ιλιγγιώδη ταχύτητα, στο άκρο αριστερό εμπρόσθιο τμήμα του ΙΧΕ αυτοκινήτου, αφού, σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, σε συν- δυασμό με τις προανακριτικές καταθέσεις του πρώτου εναγομένου και του αυτόπτη μάρτυρα ..., το ΙΧΕ αυτοκίνητο του θανόντος ήταν εκείνο που εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Εξάλλου, είναι μεν αληθές ότι ο οδηγός της μπετονιέρας αντιλήφθηκε τους αποφευκτικούς ελιγμούς του ΙΧΕ αυτοκινήτου από απόσταση περίπου 35 μ. (βλ. πλάγια ίχνη τροχοπέδησης του ΙΧΕ αυτοκινήτου μήκους 16,50 μ., τα οποία ξεκινούν από το αριστερό άκρο του ερείσματος του ρεύματος προς ... και καταλήγουν στις εκ δεξιών ευρισκόμενες προστατευτικές μπάρες, όπου το αυτοκίνητο προσέκρουσε ελαφρά, την απόσταση των χαραγών εντός του ρεύματος κυκλοφορίας προς ... από το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του ακινητοποιημένου διαγώνια στο αντίθετο ρεύμα αυτοκινήτου και την απόσταση των ίδιων χαραγών από το σημείο της αρχικής πρόσκρουσης του αυτόκινήτου στις προστατευτικές μπάρες του ρεύματός του, μήκους 1,50 μ.). Οταν ο οδηγός της μπετονιέρας αντιλήφθηκε τον κίνδυνο, μείωσε σταδιακά την ταχύτητα του οχήματός του. Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι αυτός όφειλε να τροχοπεδήσει προς αποφυγή της σύγκρουσης, πλην όμως μια τέτοια ενέργεια, πέραν του ότι είναι αμφίβολο αν θα ήταν αποτελεσματική, ενόψει του χρόνου αντίδρασης, που απαιτείται για το μέσο συνετό οδηγό, σε κάθε περίπτωση, θα ήταν λίαν επικίνδυνη, ενόψει των οχημάτων που ακολουθούσαν την προπορευόμενη μπετονιέρα και του ενδεχόμενου, σε περίπτωση ξαφνικής ακινητοποίησής της, να επιπέσουν, με σφοδρότητα, στο οπίσθιο μέρος της, με σοβαρές συνέπειες.

Ακόμη, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι, ο οδηγός της μπετονιέρας όφειλε να μετακινήσει το όχημά του δεξιά, εντός του ασφάλτινου ερείσματος, έτσι ώστε να αποφευχθεί η σύγκρουση, είτε να μετριασθούν οι συνέπειές της. Εντούτοις, μια τέτοια μετακίνηση του βαρέως οχήματος προς τα δεξιά, αφενός δεν ήταν εύκολη, λόγω του όγκου του, αφετέρου, σε περίπτωση που πραγματοποιείτο απότομα, δημιουργούσε το ενδεχόμενο να προκαλέσει την πτώση της μπετονιέρας στις εκ δεξιών της ευρισκόμενες προστατευτικές μπάρες, με περαιτέρω συνέπειες, τόσο για τον οδηγό της, όσο και για τους οδηγούς των οχημάτων που ακολουθούσαν. Αλλωστε, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι πράγματι ο πρώτος εναγόμενος είχε επαρκή χρόνο να μετακινήσει με ασφάλεια, με ελιγμό προς τα δεξιά, τη μπετονιέρα, που οδηγούσε στο χωμάτινο έρεισμα, ευθυγραμμίζοντάς την εντός αυτού και πάλι, δεν θα αποτρεπόταν η σύγκρουση των δύο οχημάτων, διότι, μετά την πρόσκρουση του ΙΧΕ αυτοκινήτου στις εκ δεξιών του ευρισκόμενες προστατευτικές μπάρες, ο οδηγός του έχασε τον έλεγχο του οχήματός του και κινήθηκε ανεξέλεγκτα, διαγώνια, στο αντίθετο ρεύμα, με φορά προς τις προστατευτικές μπάρες αυτού, έτσι ώστε ακόμη και αν προσέκρουσε στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά της μπετονιέρας, οπωσδήποτε, λόγω του μήκους του οχήματος, θα προσέκρουσε, με την ίδια σφοδρότητα, σε πλαϊνή της επιφάνεια και δεν θα αποτρεπόταν το τραγικό αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού του συγγενούς των εναγόντων. Είναι εξάλλου χαρακτηριστικό ότι, στην από 5.5.2003 έκθεση αυτοψίας του Τ.Τ. ..., δεν διαπιστώθηκε καμιά παράβαση για τον οδηγό της μπετονιέρας. Όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα αποδείχθηκαν πλήρως, από την επ` ακροατηρίω διαδικασία, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την ποινική δικογραφία και το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, που προσκομίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από το οποίο προκύπτει ότι, το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε καθ` ον χρόνο ο συγγενής των εναγόντων Ζ, κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα επί της οδού ..., όταν έφθασε στο ύψος του υπ` αριθ. 63ου χλμ., από αμέλεια και έλλειψη προσοχής του, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο, εκτρεπόμενο της πορείας του, εκτοξεύθηκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού και επέπεσε με σφοδρότητα στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του ασφαλισμένου στην ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου, το οποίο εκινείτο κανονικά στο άκρο δεξιό τμήμα του ρεύματος πορείας του. Η αλήθεια των ανωτέρω πραγματικών περι- στατικών του ενδίκου ατυχήματος αποδείχθηκε πλήρως από την κατάθεση του Ψ1, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος κατέθεσε, ότι αυτός οδηγούσε το ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία αυτοκίνητο - μπετονιέρα και εκινείτο κανονικά στο δεξιό τμήμα του ρεύματος πορείας του, [στη μονή γραμμή του ερείσματος (κρασπέδου) της οδού] και τη στιγμή, που βρισκόταν στο σημείο, όπου βρίσκεται η ..., τη στιγμή εκείνη αυτός είδε σε μικρή απόσταση μπροστά του το αντιθέτως κινούμενο αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο συγγενής των εναγόντων Ζ, να προσκρούει με σφοδρότητα στις προστατευτικές μπάρες της οδού και ταυτόχρονα, μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου να εκτοξεύεται διαγώνια προς τ` αριστερά, να πέφτει με σφοδρότητα στην κανονικά κινούμενη μπετονιέρα και εν συνεχεία να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του και τελικά να ακινητοποιείται στη θέση που εμφαίνεται στο σχεδιάγραμμα της προσαγόμενης ποινικής δικογραφίας. Από την κατάθεση του Ψ1 αποδείχθηκε επίσης, ότι η εκτόξευση του αυτοκινήτου του Ζ προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας έγινε τόσο αιφνίδια, ώστε ο οδηγός της μπετονιέρας δεν μπορούσε να προβεί σε καμία ενέργεια, για να αποφύγει την σύγκρουση με το αυτοκίνητο αυτό, καθόσον, η απόσταση στην οποία το αντιθέτως κινούμενο εκτοξεύθηκε κατευθείαν προς την μπετονιέρα ήταν ελάχιστη και δεν υπήρχε κανένα περιθώριο πραγματοποίησης οποιουδήποτε αποφευκτικού ελιγμού, (από αριστερά άλλωστε ερχόταν το αυτοκίνητο και από δεξιά υπήρχε το κράσπεδο της γέφυρας), πέραν του ότι βεβαίως στην προκειμένη περίπτωση η μπετονιέρα είναι όχημα βάρους δεκάδων τόνων, που η οποιαδήποτε στραβοτιμονιά ή η παρέκκλιση από την πορεία της οδηγεί σε άλλου είδους αποτελέσματα, οπότε αυτός, ενστικτωδώς, προσπάθησε να ενεργήσει τροχοπέδηση, πλην όμως η απόσταση στην οποία εκτοξεύτηκε το αυτοκίνητο κατευθείαν στο αντίθετο ρεύμα της οδού ήταν ελάχιστη και ως εκ τούτου ήταν αδύνατη η ακινητοποίηση της μπετονιέρας μέσα σε αυτή την ελάχιστη απόσταση, με συνέπεια το αυτοκίνητο του συγγενή των αντιδίκων να επιπέσει με απίστευτη σφοδρότητα στο κανονικά κινούμενο φορτηγό. Η αλήθεια όμως των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών του ενδίκου ατυχήματος αποδεικνύεται επιπροσθέτως και από το σχεδιάγραμμα της ποινικής δικογραφίας, που προσάγεται και επικαλείται, το οποίο συντάχθηκε με βάση όλα τα ευρήματα του τόπου το ατυχήματος και τις διαπιστώσεις της Αστυνομικής Αρχής, που επιλήφθηκε του συμβάντος λίγα λεπτά μετά το ατύχημα και το οποίο (σχεδιάγραμμα) απεικονίζει σαφώς, την κανονική πορεία του ασφαλισμένου στην ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου στο δεξιό τμήμα του ρεύματος πορείας του, τη σφοδρότατη πρόσκρουση του αυτοκινήτου του Ζ στις μπάρες της οδού, οι οποίες δεν στάθηκαν ικανές να ανακόψουν την υπερβολική ταχύτητά του, τη διαγώνια εκτόξευσή του από τις μπάρες κατευθείαν προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, τη σφοδρότατη πτώση του αυτόκινήτου αυτού στην κανονικά κινούμενη μπετονιέρα και το σημείο αυτής της σύγκρουσης, το οποίο στο σχεδιάγραμμα επισημαίνεται με την ένδειξη "χαραγές οδοστρώματος" και βρίσκεται να απέχει 1,90 μ. περίπου από το τσιμέντινο έρεισμα της γέφυρας, γεγονός που αποδεικνύει ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε εξ ολοκλήρου στο ρεύμα πορείας της μπετονιέρας και μάλιστα σε απόσταση δύο (2) μέτρων περίπου μέσα από τη διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, έτσι ώστε καθίσταται σαφές, ότι είναι τουλάχιστον αναληθείς οι σχετικοί ισχυρισμοί των εναγόντων περί κινήσεως της μπετονιέρας στο μέσον της οδού, κλπ. Πέραν τούτου όμως, από το σχεδιάγραμμα και την έκθεση αυτοψίας της προσαγόμενης ποινικής δικογραφίας, αποδεικνύεται επίσης, ότι το αυτοκίνητο του συγγενή των εναγόντων κατά το χρόνο του ατυχήματος εκινείτο με τέτοια υπερβολική ταχύτητα, ώστε αυτό, μετά από τροχοπέδηση 16 μ., η οποία αντιστοιχεί (από μόνη της) σε ταχύτητα 55 χ/ω περίπου, προσέκρουσε καταρχήν με σφοδρότητα στις προστατευτικές μπάρες της οδού, οι οποίες δεν στάθηκαν ικανές να ανακόψουν την υπερβολική ταχύτητά του και ταυτόχρονα εκτοξεύτηκε προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού και αφού διήνυσε διαγώνια 20 μ. περίπου, επέπεσε, με απίστευτη σφοδρότητα, στην κανονικά κινούμενη μπετονιέρα, χωρίς ο οδηγός της Ψ1 να μπορεί να κάνει τίποτα για να αποφύγει το όχημα, το οποίο είδε να έρχεται καταπάνω του. Με βάση τα παραπάνω και από την ποινική δικογραφία, (έκθεση αυτοψίας, σχεδιάγραμμα, μαρτυρικές καταθέσεις, κλπ.), συνάγεται σαφώς ότι ο συγγενής των εναγόντων Ζ ευθύνεται αποκλειστικά για το πιο πάνω ένδικο ατύχημα, καθόσον από αμέλειά του και ανεπιτηδειότητα στην οδήγηση, αφενός μεν οδηγούσε, χωρίς να έχει την προσοχή του διαρκώς τεταμένη στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματός του, έτσι ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να προβεί στους απαραίτητους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος, αφετέρου δε, εκινείτο με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα επί της Ν.Ε.Ο. ... , την οποία δεν μείωσε καθόλου, με αποτέλεσμα το αυτόκίνητο που αυτός οδηγούσε, εξαιτίας όλων των πράξεων και παραλείψεών του, να ξεφύγει από την πορεία του, να εισέλθει αιφνίδια στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, στο οποίο εκινείτο κανονικά το ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία αυτοκίνητο και να επιπέσει με σφοδρότητα σ` αυτό, ως προελέχθη. Εξάλλου, ακόμη και στην απίθανη περίπτωση που ήταν αληθής ο ισχυρισμός της αγωγής των εναγόντων περί της ύπαρξης προβάτου στο δεξιό τμήμα της οδού και πάλι ο συγγενής των εναγόντων ευθύνεται αποκλειστικά, γιατί θα έπρεπε αυτός να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματός του, έτσι ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να προβεί στους απαραίτητους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος, άλλως, ο συγγενής των εναγόντων και ο τέταρτος εναγόμενος Ψ4 ευθύνονται αποκλειστικά από κοινού και οι δύο για το πιο πάνω ένδικο ατύχημα, καθόσον, ο μεν πρώτος εξ αυτών από αμέλειά του και έλλειψη προσοχής, οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και χωρίς να έχει την προσοχή του διαρκώς τεταμένη στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματός του, έτσι ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να προβεί στους απαραίτητους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος, με αποτέλεσμα αυτός, όταν έφθασε στο σημείο αυτό της οδού, να απολέσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, να εκτραπεί της πορείας του προς τα δεξιά, να επιπέσει με σφοδρότητα στις δεξιές προστατευτικές μπάρες του ρεύματος πορείας του και ταυτόχρονα να εκτοξευτεί αιφνίδια στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού και να επιπέσει με σφοδρότητα στο κανονικά κινούμενο, ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία αυτοκίνητο, ο δε δεύτερος εξ αυτών Ψ4, επειδή σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αγωγή των εναγόντων "δεν επέβλεπε συνεχώς τα πρόβατά του, τα οποία έβοσκαν σε παρακείμενο αγρό και δεν διασφάλισε την μη διαφυγή τους από το χώρο της βοσκής τους, με αποτέλεσμα ένα πρόβατο να ξεφύγει από τον έλεγχό του, να εισέλθει αιφνιδίως στο οδόστρωμα". Εξάλλου, η αλήθεια των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών του ενδίκου ατυχήματος, επιβεβαιώθηκε εμμέσως πλην σαφώς και από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος δεν ήταν βέβαια παρών στο ένδικο συμβάν και ο οποίος με την κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προσπάθησε να δικαιολογήσει τα πεπραγμένα του Ζ στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, καταθέτοντας πλήθος αοριστιών και αντιφάσεων, οι οποίες διαψεύδονται αυταπόδεικτα από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και τις αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε ο ίδιος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ισχυρίστηκε λοιπόν ο μάρτυρας των εναγόντων, με την κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι δήθεν ο αποβιώσας Ζ έκανε κάποιον "ελιγμό" για να αποφύγει κάποιο πρόβατο, που υποτίθεται ότι υπήρχε στην πορεία του, ότι δήθεν το αυτ/το του Ζ δεν προσέκρουσε στις μπάρες της οδού, ότι δήθεν ο συγγενής των εναγόντων μετά την πραγματοποίηση "μικρού ελιγμού" κράτησε το αυτοκίνητό του ευθεία, μέσα στο ρεύμα πορείας του, ότι δήθεν το αυτ/το του Ζ δεν εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ότι το φορτηγό εκινείτο στη διαχωρι- στική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, ότι η μπετονιέρα χτύπησε το αυτοκίνητο του Ζ δύο φορές (αριστερά και δεξιά), ότι τα ευρήματα της σύγκρουσης δεν βρέθηκαν στο ρεύμα πορείας της μπετονιέρας, ότι η μπετονιέρα εκινείτο με αυξημένη ταχύτητα, ότι η αρμόδια Αστυνομική Αρχή δεν αφαίρεσε την καρτέλα του ταχογράφου απ` το φορτηγό, (είναι αυτή που περιλαμβάνεται στην ποινική δικογραφία) κλπ, πλην όμως το σύνολο όλων αυτών των ισχυρισμών του εν λόγω "μάρτυρα", διαψεύδονται αυταπόδεικτα από την ποινική δικογραφία και από το σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, από το οποίο αποδεικνύεται ότι το αυτοκίνητο του συγγενή των εναγόντων εισήλθε σαφώς στο αντιθε- το ρεύμα κυκλοφορίας, ότι το σημείο της σύγκρουσης των δύο οχημάτων βρίσκεται εξ ολοκλήρου μέσα στο ρεύμα πορείας της μπετονιέρας και ότι η μπετονιέρα βρίσκεται κανονικά στο δεξιό τμήμα του ρεύματος πορείας της και δίπλα ακριβώς από το τσιμέντινο έρεισμα (κράσπεδο) της γέφυρας. Ισχυρίστηκε λοιπόν ο "μάρτυρας" των εναγόντων, κατά την επ` ακροατηρίω διαδικασία, ότι, δήθεν, το αυτοκίνητο του Ζ δεν προσέκρουσε στις μπάρες της οδού, ότι δεν εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κλπ, πλην όμως όταν του επισημάνθηκε στη συνέχεια της κατάθεσής του, ότι το σχεδιάγραμμα της ποινικής δικογραφίας απεικονίζει σαφώς τη διαγώνια πορεία που ακολούθησε το αυτοκίνητο προς τις μπάρες και εν συνεχεία προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, καθώς επίσης και ότι το σχεδιάγραμμα προσδιορίζει ρητά τα ευρήματα και το σημείο της σύγκρουσης των δύο οχημάτων εξ ολοκλήρου μέσα στο ρεύμα πορείας της μπετονιέρας και μάλιστα στο δεξιό τμήμα του, τότε πλέον ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε "δεν γνωρίζω" και να προσπαθεί να διαψεύσει το σύνολο της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε πραγματικά το ένδικο ατύχημα.

Ισχυρίστηκε επίσης ο μάρτυρας των εναγόντων, ότι δήθεν η μπετονιέρα εκινείτο με αυξημένη ταχύτητα και ότι η Τροχαία "δεν αφαίρεσε" την καρτέλα από τον ταχογράφο της μπετονιέρας, πλην, όμως, και αυτοί οι ισχυρισμοί του εν λόγω μάρτυρα διαψεύδονται αυταπόδεικτα, από την καρτέλα του ταχογράφου, την οποία η αρμόδια Αστυνομική Αρχή αφήρεσε από την μπετονιέρα και τη συμπεριέλαβε στην ποινική δικογραφία, που προσάγεται, στην έκθεση αυτοψίας της οποίας αναφέρεται ρητά, ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος η μπετονιέρα εκινείτο με ταχύτητα 80 χλμ. περίπου, η οποία ήταν σαφώς κατώτερη του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας, που υφίσταται στο σημείο αυτό της οδού, έτσι ώστε καθίσταται σαφές, ότι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εναγόντων αποσκοπούν στη δημιουργία εντυπώσεων, για να αποφύγουν αυτοί, να αναφερθούν και να προσδιορίσουν την υπερβολική ταχύτητα με την οποία εκινείτο το αυτ/το του συγγενή τους. Εν μέσω όλων αυτών των αντιφάσεων, ο μάρτυρας των εναγόντων δεν παρέλειψε να επαναλάβει τους ισχυρισμούς περί του "προβάτου", που υποτίθεται ότι παρεμβλήθηκε στην πορεία του αυτοκινήτου του Ζ, πλην όμως πέραν του ότι στην προκειμένη περίπτωση η ύπαρξη προβάτου επί της οδού δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο και κανένα πρόβατο τραυματισμένο ή σκοτωμένο δεν βρέθηκε στον τόπο του ατυχήματος, εντούτοις εκείνο που πρέπει εν προκειμένω να επισημανθεί είναι, ότι ακόμη και στην απίθανη περίπτωση που θα υπήρχε τέτοιο "πρόβατο" στην πορεία του αυτοκινήτου του Ζ και πάλι αυτός θα ήταν αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα αυτό, καθόσον αυτός, στην όποια τυχόν προσπάθειά του να αποφύγει το όποιο υποτιθέμενο "πρόβατο", θα είχε εκτιμήσει εσφαλμένα τον κίνδυνο και θα είχε πραγματοποιήσει μη ενδεδειγμένο ελιγμό, προκαλώντας την είσοδο του αυτοκινήτου του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και θέτοντας σε κίνδυνο και άλλες ανθρώπινες ζωές. Ενόψει των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι τον πρώτο εναγόμενο οδηγό της μπετονιέρας βαρύνει οιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, αφού αυτός οδηγούσε σύννομα στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, με επιτρεπόμενη ταχύτητα και όταν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, προκειμένου να αποφευχθεί η σύγκρουση και συνακόλουθα, η ένδικη αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατ` αυτού, της ιδιοκτήτριας της μπετονιέρας εταιρείας και της ασφαλίζουσας αυτήν ασφαλιστικής εταιρείας, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο, δεν διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ιδίως αναφορικά με τα παρακάτω ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, δεν προσδιορίζει με σαφήνεια την ταχύτητα αμφοτέρων των οχημάτων. Δέχεται αρχικά, ότι ο Ζ εκινείτο με κανονική ταχύτητα, την οποία δεν προσδιορίζει και στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα. Αρχικά δέχεται, ότι αυτός, προκειμένου να αποφύγει το στην πορεία του κινούμενο ζώο, τροχοπέδησε και παράλληλα έκανε ελιγμό προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να καταλήξει στις εκ δεξιών του προστατευτικές μπάρες, επί των οποίων προσέκρουσε ελαφρά. Στη συνέχεια δέχεται ότι προσέκρουσε σ` αυτές με σφοδρότητα. Ως προς την ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο Ψ1, οδηγός της μπετονιέρας, περιέχει αντιφατικές παραδοχές, όπως ότι "δεν υπερέβαινε το 65 χλμ,...εκινείτο με 55 χλμ/ώρα,...εκινείτο με ταχύτητα 80 χλμ περίπου". Η προσβαλλόμενη απόφαση στην αρχή δέχεται την ύπαρξη προβάτου στο μέσον του οδοστρώματος, στο ρεύμα πορείας του Ζ, οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, στη συνέχεια κρίνει αντιφατικά ότι δεν υπήρξε πρόβατο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εξακριβωθεί ποιο πραγματικό γεγονός έγινε δεκτό (υπήρξε ή δεν υπήρξε πρόβατο). Αναφορικά με την απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε ο αναιρεσίβλητος οδηγός τον κίνδυνο, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ασαφείς παραδοχές. Δέχεται ότι η εθνική οδός, στο τμήμα που έγινε η σύγκρουση ήταν ευθεία και ότι ο θανών, οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου 40 μέτρα πριν την αντιθέτως κινούμενη μπετονιέρα έχασε τον έλεγχο του οχήματός του και άρχισε να κάνει ζικ-ζακ στο ρεύμα του, δεν διευκρινίζει όμως με σαφήνεια, όπως θα έπρεπε, την κυκλοφοριακή συμπεριφορά του οδηγού της μπετονιέρας, προ και κατά τη στιγμή της συγκρούσεως, όπως το σημείο επί του οποίου εκινείτο η μπετονιέρα, με προσδιορισμό της ακριβούς της θέσης και απόστασης από τη διπλή διαχωριστική γραμμή και από τις προστατευτικές μπάρες, που υπάρχουν στην πορεία της, εάν ο οδηγός αυτής (μπετονιέρας), αντιλήφθηκε αμέσως τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου να αλλάζει πορεία και εάν όχι γιατί, το σημείο του οδοστρώματος που έγινε το ατύχημα, το σημείο επί του οποίου εκινείτο η μπετονιέρα, η τελική θέση αυτής και του ΙΧΕ αυτοκινήτου, και το σημείο ή τα σημεία που αυτό χτυπήθηκε. Συγκεκριμένα, δεν διευκρινίζει εάν ο πρώτος αναιρεσίβλητος ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, σύμφωνα με το άρθρο 19 του ΚΟΚ, και αν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, λαμβάνοντας υπόψη και το φορτίο του οχήματός του (μπετονιέρα), κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία αυτού πριν από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί, εάν τροχοπέδησε ή μη, και εάν ενήργησε ή μη αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση ή για να μειώσει τις συνέπειες από αυτή. Τα στοιχεία αυτά είναι απαραίτητα προκειμένου να διαπιστωθεί σε τίνος ή τίνων οδηγών την αμελή συμπεριφορά και σε τι ποσοστό, οφείλεται η επελθούσα σύγκρουση και το εξ αυτής αποτέλεσμα του θανάτου του Ζ. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως 1ος, 2ος και 3ος, ορθά από τον αριθ. 19 και όχι από αριθ. 1, 6ος κατά το μέρος υπό στοιχεία 2 και 3, ορθά από τον αριθ. 19 και όχι από τον αριθ. 1, 7ος κατά το υπό στοιχείο 2, 8ος κατά το πρώτο μέρος, ορθά από τον αριθ. 19 και όχι από τον αριθ. 1, 12ος κατά το δεύτερο μέρος, 13ος κατά το πρώτο μέρος, 14ος, 16ος ορθά από τον αριθ. 19 και όχι και από τον αριθ. 1, 17ος κατά το δεύτερο μέρος του, 18ος και 19ος, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα μόνον ως προς τους τρεις πρώτους αναιρεσιβλήτους, να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή ή σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2320/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνο ως προς τους τρεις πρώτους αναιρεσιβλήτους. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Και

Καταδικάζει τους τρεις πρώτους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 

Σχόλια