ΠΡΩΤΗ ΕΦΕΤΕΙΑΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΕΡΙ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ Ν.4092/2012 ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

https://encrypted-tbn3.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcSla2TQpT_-BihYf37ssf3SVviYkTKCxtS2oKwgSwkMIFRODgVSmA   



Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013
Αντισυνταγματικότητα διατάξεων
Ν.4092/2012
που αφορούν το Επικουρικό Κεφάλαιο (1)
========================
Ο περιορισμός της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου μέχρι του ποσού των   6.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης είναι ....
ευθέως αντίθετη προς την Δεύτερη Οδηγία του Συμβουλίου της 30.12.1983 (84/5/ΕΟΚ), η οποία ορίζει ότι η  αξίωση για αποζημίωση τόσο για υλικές ζημίες όσο και για σωματικές βλάβες (στις οποίες υπάγεται και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια ασφαλιστικής κάλυψης.
 Ομοίως με την κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση κρίθηκε ότι ο περιορισμός σε ορισμένο μόνο ποσοστό της οφειλόμενης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημίωσης του παθόντος σε περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ασφαλιστή ή τέλος ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής εταιρίας είναι αντίθετος προς την Οδηγία του Συμβουλίου της 24.4.1972 (72/166 ΕΟΚ), η οποία όπως ήδη αναφέρθηκε επιβάλλει στα κράτη μέλη τη λήψη μέτρων ώστε κάθε όχημα που κυκλοφορεί στο έδαφός τους να καλύπτεται ασφαλιστικά, δηλ. όχι απλά να έχει συνάψει σύμβαση ασφάλισης, αλλά και σε κάθε μεταγενέστερο του τροχαίου ατυχήματος χρόνο να δύναται ο παθών να αποζημιωθεί από ασφαλιστική εταιρία ή άλλο φερέγγυο πρόσωπο. Κατά συνέπεια, εφόσον με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 4092/2012 τροποποιούνται οι πράξεις μεταφοράς των πιο πάνω Οδηγιών, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να μην συμμορφώνεται πλέον με τις επιταγές των Οδηγιών αυτών, οι οποίες έχουν ένα σαφές περιεχόμενο και άρα άμεση εφαρμογή, οι σχετικές διατάξεις του Ν. 4092/2012 είναι ανίσχυρες γίνεται όχι μόνο με την πρόβλεψη υποχρεωτικής ασφαλιστικής κάλυψης των οχημάτων που κυκλοφορούν στην Ελλάδα, αλλά και με την πρόβλεψη ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για τις πιο πάνω περιπτώσεις, δεδομένου ότι αφενός το Κράτος είναι υπεύθυνο για την άσκηση ελέγχου και εποπτείας των ασφαλιστικών εταιριών αφετέρου η προαναφερόμενη Οδηγία απαιτεί κατά τρόπο σαφή την λήψη μέτρων για ασφαλιστική κάλυψη των οχημάτων και όχι για απλή σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης.


Ο περιορισμός της Ευθύνης
του Επικουρικού Κεφαλαίου
 και για τις ήδη γεγενημένες αξιώσεις
 κρίνεται αντισυνταγματικός
και αντίθετος προς την ΕΣΔΑ


 Επίσης κρίθηκε ότι οι καταργούμενες με  το άρθρο τέταρτο στοιχείο γ΄  του Ν. 4092/2012, ενοχικές αξιώσεις των ζημιωθέντων από τροχαίο ατύχημα κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου εμπίπτουν στην έννοια του όρου «περιουσία» του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς και στην έννοια του όρου «ιδιοκτησία» του άρθρου 17 του Συντάγματος. Εξάλλου, υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 4092/2012 νομοθετικό καθεστώς ότι οι ως άνω αξιώσεις των παθόντων από τροχαία ατυχήματα κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου μπορούσαν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Συνεπώς, η αναδρομική κατάργηση των πιο πάνω ενοχικών αξιώσεων είναι αντίθετη στα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος και 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Μάλιστα, η προαναφερόμενη νομοθετική μεταβολή δεν φαίνεται να επιβάλλεται από λόγους δημόσιας ωφέλειας.



Τόκοι Επικουρικού Κεφαλαίου
Αντισυνταγματική η διάταξη περί τοκοφορίας 6%

 Η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 Π.Δ. 237/1986 που αναγνωρίζει υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ευνοική μεταχείριση ως προς το θέμα της επιδίκασης τόκων (επιτόκιο 6%), χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, δοθέντος ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος των παθόντων από τροχαία ατυχήματα να απαιτήσουν και να λάβουν τόκους για τις αξιώσεις τους σε ποσοστό ίδιο με εκείνο που καταβάλλουν οι ιδιώτες. Εξάλλου, δεν συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος το γεγονός ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο, που είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του κράτους.
  Επομένως, η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 Π.Δ. 237/1986 έρχεται σε αντίθεση α) με τα άρθρα 4 παρ. 1, και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού με αυτή αναγνωρίζεται υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ευνοική μεταχείριση, β) με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού δεν προκύπτει ότι υφίσταται λόγος δημοσίου συμφέροντος, που να καθιστά ανεκτή τη διαφοροποίηση αυτή, γ) με την διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενόψει του ότι γίνεται προσβολή της περιουσίας του κάθε παθόντος – δανειστή του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς να γίνεται επίκληση σοβαρού λόγου δημοσίου συμφέροντος και δ) με την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας.




Απόφ.Εφ. Καλαμ. 28/2013
Πρόεδρος : Βηρσαβεέ Μανιάτη
Δικηγόροι : Πέτρος Ρουμπέας – Περικλής Σηρογιάννης


Σχόλια – Παρατηρήσεις

 1) Αντισυνταγματικότητα διατάξεων Ν. 4092/2012 που αφορούν το Επικουρικό Κεφάλαιο.
                                                                                         
Βλ. ομοίως και Βλ. ομοίως και Μον.Πρ.Αθ.3941/2012, ΕΣυγκΔ 2012/455, Μον.Πρ.Αθ.3905/2012, ΕΣυγκΔ 2012/465, Μον.Πρ.Αθ. 3977/2012 ΕΣυγκΔ 504/2012, Μον Πρ.Αθ. 3903/2012 ΕΣυγκΔ 2012/516, Μον.Πρ.Κατερ. 31/2012 ΕΣυγκΔ 2013/32, Μον.Πρ.Αθ.1564/2013 ΕΣυγκΔ 2013/267
 Βλ. σχετικώς και
  Α) Άρθρο Κων. Χρυσόγονου  «Η «διάσωση» του Επικουρικού Κεφαλαίου - αντιμέτωπη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ» ανωτέρω Σελ. +++
  Β) Άρθρο Γεωργίου Αμπατζή «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - Ένας Κοινωνικός Θεσμός στο Στόχαστρο του Εθνικού Νομοθέτη - Η Αντίθεση των διατάξεων του άρθρου 4 του Ν.4092/2012 προς το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη Νομολογία του ΔΕΚ». ΕΣυγκΔ 2013/9



Κείμενο Απόφ. Εφ.Καλαμ. 28/2013


ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
         

   Η από 12-7-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 85/2012 έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 18/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση (άρθρα 495, 518, 520 παρ. 1,591 παρ. 1, 681Α ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε. Με την έφεση πρέπει να εξεταστεί και να συνεκδικαστεί και η αντέφεση του δευτέρου Επικουρικού Κεφαλαίου, η οποία ασκήθηκε παραδεκτώς με τις προτάσεις και είναι τυπικά παραδεκτή, αφού αναφέρεται στα κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση, ή αναγκαίως συνέχονται με αυτήν (άρθρα 524 παρ. 1, 246, 674 παρ. 1 και 681 Α  ΚΠολΔ), λόγω της πρόδηλης συνάφειας μεταξύ τους και προς διευκόλυνση της δίκης (άρθρο 246 ΚΠολΔ).
  Ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 17-7-2008 και με αριθμ. έκθ. κατάθ. 164/2008 αγωγή του εκθέτει ότι κατά τον αναφερόμενο σε αυτήν τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένη, κατά το χρόνο του ατυχήματος, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία «……..», της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε οριστικά δυνάμει της από 25-2-2010 απόφασης της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α) και στη θέση της υπεισήλθε το δεύτερο εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο προκάλεσε από αποκλειστική υπαιτιότητά του, το τροχαίο ατύχημα, που περιγράφεται αναλυτικά στην αγωγή. Με βάση τα πραγματικά περιστατικά αυτά ζητεί, όπως το αγωγικό αίτημα παραδεκτά περιορίστηκε, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του, που έγινε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, αλλά και με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις του, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων, ευθυνομένων εις ολόκληρον, να του καταβάλουν εις ολόκληρον με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξόφλησης το συνολικό ποσό των 78.347 ευρώ.
   Επί της αγωγής αυτής ύστερα από σχετική συζήτηση εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία αφού την έκρινε νόμιμη, την δέχθηκε, κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 8.840 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
   Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται: α) ο ενάγων και ήδη εκκαλών, με την από 12-7-2012 έφεσή του, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανιστεί άλλως να μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η αγωγή του και β) το δεύτερο εφεσίβλητο, ΝΠΙΔ, με την δια των προτάσεών του ασκηθείσα αντέφεση και ζητεί, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της αντέφεσης, να εξαφανιστεί άλλως να μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή, ενώ ταυτοχρόνως το εφεσίβλητο – αντεκκαλούν ΝΠΙΔ, με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο» πρότεινε την ένσταση του περιορισμού της ευθύνης του, σύμφωνα με το άρθρο 19 ΠΔ 237/1986.
         

  Περαιτέρω, αναφορικά με την προταθείσα εκ μέρους του Επικουρικού Κεφαλαίου ένσταση θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Μεταξύ των πηγών δικαίου της Ευρωπαικής Ένωσης περιλαμβάνονται και οι Οδηγίες, που προβλέπονται και ρυθμίζονται στο άρθρο 288 ΙΙΙ της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαικής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Η Οδηγία είναι η πλέον ιδιόρρυθμη πράξη που προβλέπει το κοινοτικό / ενωσιακό δίκαιο – απευθύνεται μόνο στα κράτη μέλη και άρα καταρχήν όχι στα φυσικά και νομικά πρόσωπα (βλ. και Ε. Σαχπεκίδου, ευρωπαικό δίκαιο, 2011, σελ. 460). Η Οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος, στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών (βλ. σχετ. και Π. Κανελλόπουλο, το δίκαιο της Ευρωπαικής Ένωσης, 2010, σελ. 288, Λ. Κοτσίρη, ευρωπαικό εμπορικό δίκαιο, τομ. Ι, 2003, σελ. 72, Ε. Σαχπεκίδου, ό.π., σελ. 460). Επομένως, η Οδηγία δεσμεύει το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, το οποίο (αποτέλεσμα) δεν είναι οι γενικοί κοινοτικοί σκοποί, αλλά τα από το περιεχόμενο της ίδιας της Οδηγίας απορρέοντα έννομα αποτελέσματα, στα οποία τα κράτη μέλη αποδέκτες πρέπει να δώσουν εσωτερική ισχύ (Λ. Κοτσίρης, ό.π., σελ. 72). Σε σχέση με την ελευθερία επιλογής του τύπου και των μέσων πραγμάτωσης του επιδιωκόμενου αποτελέσματος πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτή είναι αρκετά περιορισμένη αφενός διότι συνήθως οι Οδηγίες χαρακτηρίζονται από ρυθμιστική ένταση αφετέρου διότι η ελευθερία επιλογής δεν επηρεάζει την υποχρέωση των κρατών μελών να επιλέγουν την πιο κατάλληλη μορφή και μέθοδο διασφάλισης του επιδιωκομένου με την Οδηγία αποτελέσματος (Λ. Κοτσίρης, ό.π., σελ. 72-73). Περαιτέρω, το άρθρο 288 ΙΙΙ ΣΛΕΕ (βλ. αντίστοιχα και άρθρο 249 ΣΕΚ) δεν προσδίδει στην Οδηγία ρητά δύναμη άμεσης εφαρμογής, αφού προυποθέτει μεταφορά αυτής στο εθνικό δίκαιο μέσω των αρμοδίων εθνικών οργάνων. Ωστόσο η ίδια η διάταξη δεν αποκλείει την αμεσότητα εφαρμογής της Οδηγίας που έχει πληρότητα, εφόσον παρέλθει η προθεσμία μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο. Έτσι, το ΔΕΚ έχει την τάση να αναγνωρίζει άμεσο αποτέλεσμα στην Οδηγία, όταν αυτή είναι σαφής και απονέμει δικαιώματα στα άτομα, τα οποία μπορούν να τα επικαλεστούν ενώπιον των εθνικών τους δικαστηρίων, ιδίως όταν το κράτος μέλος παρέλειψε να τηρήσει την προθεσμία που η Οδηγία έθεσε για τη μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο. Εφόσον συντρέχουν οι προυποθέσεις πρόσδοσης στην Οδηγία άμεσου αποτελέσματος, τόσο οι εθνικές αρχές όσο και τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται αυτεπαγγέλτως δυνάμει του κοινοτικού δικαίου να την εφαρμόζουν άμεσα (βλ. και Λ. Κοτσίρη, ό.π., σελ. 74). Γίνεται, εξάλλου, δεκτό ότι η προαναφερόμενη ευχέρεια του κράτους να επιλέξει μεταξύ περισσότερων δυνατών μέσων, προκειμένου να επιτύχει το επιδιωκόμενο με την Οδηγία αποτέλεσμα, δεν αποκλείει τη δυνατότητα των ιδιωτών να επικαλεστούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τα δικαιώματα, των οποίων το περιεχόμενο μπορεί να καθοριστεί με επαρκή ακρίβεια βάσει των διατάξεων της Οδηγίας και μόνο (βλ. έτσι και Λ. Κοτσίρη, ό.π., σελ. 76, με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΚ).
 
  Περαιτέρω, σε περίπτωση κανονικής συμμόρφωσης του κράτους μέλους προς την Οδηγία, οι έννομες συνέπειες για τον ιδιώτη πηγάζουν αποκλειστικά και μόνο
http://www.esd.gr/

Σχόλια