Μετατροπή καταψηστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Δικαστήριο: ΑΝΩΤΑΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 4
Ετος: 1999

Περίληψη
Μετατροπή καταψηστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό - Τόκοι υπερημερίας -. Αν επί αγωγής κατά Ν.Π.Δ.Δ. με αντικείμενο την ....
καταψήφιση χρηματικής παροχής, περιορισθεί το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας, αφού η κατά το άρθρο 70 Δικ. αναγνωριστική αγωγή δεν επιφέρει τοκογονία, η επίδοση δε της καταψηφιστικής αγωγής επάγεται τοκογονία μόνον ως διαδικαστική πράξη. Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου θεώρησε όμως, με την υπ' αρ. 5/1997 απόφασή της, ότι η ανωτέρω κρίση της είναι αντίθετη προς τα κριθέντα, ως προς την έννοια της διατάξεως του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974, με την απόφαση 2897/1995 του Α' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας το οποίο δέχθηκε ότι, κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974, εφαρμοστέον, μετά την κατάργηση του Π.Δ. 437/1977 με το Π.Δ. 305/1985, και επί των ασφαλιστικών οργανισμών που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το Τ.Π.Δ.Υ., οφείλονται από τους οργανισμούς αυτούς νόμιμοι τόκοι από τότε που θα ασκηθεί κατ' αυτών προσφυγή για την εκπλήρωση παροχών που απορρέουν από αξίωση δημοσίου δικαίου, είναι δε αδιάφορο αν το αίτημα της προσφυγής περί καταβολής τόκων υποβάλλεται ως αναγνωριστικό ή καταψηφιστικό. Από το περιεχόμενο των δύο αποφάσεων, της 2897/1995 του Συμβουλίου της Επικρατείας και της 5/1997 της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι τo Συμβούλιο της Επικρατείας ερμήνευσε και εφήρμοσε το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 702/1977 και τις διατάξεις του Π.Δ. 341/1978, που προβλέπουν και ρυθμίζουν τo ένδικο μέσο της προσφυγής, το οποίο είναι όλως διάφορο της προβλεπόμενης από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αγωγής, ενώ ο Αρειος Πάγος ερμήνευσε αποκλειστικά το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν.Δ.496/1974 to οποίο ρητώς φέρεται μόνον σε αγωγή. Δεν υπάρχει αντίθεση μεταξύ της αποφάσεως 2897/1995 του Συμβουλίου της Επικρατείας και της αποφάσεως 5/1997 του Αρείου Πάγου.

Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 4/1999
το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο
(κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Στέφανο Ματθία, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας), Πρόεδρο, Νικόλαο Παπαδημητρίου, Στ' Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας (κωλυομένου του Προέδρου και των αρχαιοτέρων του Αντιπροέδρων), Γεώργιο Κοκολάκη, Β΄ Αντιπρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου (κωλυομένου του Προέδρου και του Α' Αντιπροέδρου), Μιχαήλ Βροντάκη, Β' αναπληρωματικό μέλος (κωλυομένου του τακτικού Νικολάου Ντούβα), Σοφοκλή Χαραλαμπίδη, Θωμά Παπαευαγγέλου, Α΄ αναπληρωματικό μέλος (κωλυομένου του τακτικού Πέτρου Παραρά), Ειρήνη Σάρπ, Εισηγήτρια, Συμβούλους της Επικρατείας, Ηλία Βλάσση, Σπυρίδωνα Γκιάφη, Γρηγόριο Φιλιππάτο, Χρήστο Παληοκώστα, Αρεοπαγίτες, Ιωάννη Βούλγαρη, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θράκης, Χρήστο Μυλωνόπουλο, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ως μέλη και το Γραμματέα Μιχαήλ Καλαντζή.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 1998, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ των:
ΑΙΤΟΥΣΑΣ: **η οποία δεν παρέστη.
ΚΑΘΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής Ν.Π.Δ.Δ., το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημ. Πολέμη, δυνάμει των πρακτικών της αριθμ.51/2-12-98 συνεδριάσεως του Διοικ. Συμβ. του Ψ.Ν.Α.
ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΝΤΩΝ: **
ΚΑΘΩΝ Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: **
Η εκδίκαση της υποθέσεως άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Συμβούλου της Επικρατείας Ειρήνης Σάρπ.
Κατόπιν το Δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τις προτάσεις τους.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα-
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, με την από 6-5-1986 αγωγή της κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου "ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ** ζήτησε να υποχρεωθεί
το εν λόγω νομικό πρόσωπο, με το οποίο συνεδέετο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, να της καταβάλει νομιμοτόκως, από της επιδόσεως της αγωγής, το ποσό του 1.528.789 δραχμών λόγω διαφοράς αποδοχών και αποζημιώσεως του Ν.993/1979. Επί της αγωγής, κατά την πρώτη συζήτηση της οποίας η αιτούσα περιόρισε το καταψηφιστικό της αίτημα στο ποσό των 49.000 δραχμών, εκδόθηκε η 2644/1986 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εκδόθηκε η απόφαση 9315/1987 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε μεν ότι το ανωτέρω νομικό πρόσωπο όφειλε στην αιτούσα το ποσό των 782.360 δραχμών, το αίτημα όμως της τελευταίας περί αναγνωρίσεως οφειλής τόκων απερρίφθη, με την αιτιολογία ότι ο προαναφερθείς περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο αυτής, με συνέπεια η αγωγή να θεωρείται ως μη ασκηθείσα κατά το καταψηφιστικό αίτημα και να μη οφείλονται επί του επιδικασθέντος ποσού ούτε τόκοι υπερημερίας κατά το άρθρο 345 του Αστικού Κώδικα ούτε δικονομικοί τόκοι κατά το άρθρο 346 του ίδιου Κώδικα. Κατά της αποφάσεως του Εφετείου η ** άσκησε αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας
εκδόθηκε η απόφαση 1013/1995 του Β΄ Τμήματος του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή παρεπέμφθη ενώπιον της Ολομελείας του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο επλήσσετο η κρίση της εφετειακής αποφάσεως περί απορρίψεως του αιτήματος αναγνωρίσεως οφειλής τόκων. Με την απόφαση 5/1997 της Ολομελείας του Αρείου Πάγου έγιναν δεκτά τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 341, 345, 346 του Αστικού Κώδικα, 221 παρ.1 περίπτ .γ' του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και 7 παρ.2 του Ν.Δ.496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" (Φ.204), το οποίο ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως πλην αν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται δε από της επιδόσεως της σχετικής αγωγής", προκύπτει ότι η υποχρέωση προς καταβολή τόκων επί των οφειλών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αρχίζει μόνον από την επίδοση της σχετικής αγωγής, εκλαμβανομένης ως διαδικαστικής πράξεως και όχι ως οχλήσεως, δεν αρκεί δε εξώδικη όχληση του δανειστή για να τρέξουν τόκοι υπερημερίας κατά τα άρθρα 340 και 345 Α.Κ. Εξάλλου, ως αγωγή, από την επίδοση της οποίας οφείλονται τόκοι, τόσο κατά την έννοια των άρθρων 345 και 356 του Α.Κ. όσο κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ.2 του Ν.Δ.496/1974, νοείται μόνον η καταψηφιστική και όχι η απλώς αναγνωριστική, η οποία και δεν ενέχει άλλωστε όχληση προς εκπλήρωση της παροχής (άρθρο 70 Κ.Πολ.Δικ.). Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 215 παρ.1, 223 παρ.1 και 295 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ. ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, η οποία κατόπιν τούτου θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς το καταψηφιστικό αίτημα, με συνέπεια να εκλείπουν όλες οι δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες του αιτήματος στο οποίο αφορά η παραίτηση. Επομένως, αν επί αγωγής κατά Ν.Π.Δ.Δ. με αντικείμενο την καταψήφιση χρηματικής παροχής, περιορισθεί το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας, αφού η κατά το άρθρο 70 Κ.Πολ.Δικ. αναγνωριστική αγωγή δεν επιφέρει τοκογονία, η επίδοση δε της καταψηφιστικής αγωγής επάγεται τοκογονία μόνον ως διαδικαστική πράξη. Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου θεώρησε όμως, με την προαναφερθείσα απόφασή της, ότι η ανωτέρω κρίση της είναι αντίθετη προς τα κριθέντα, ως προς την έννοια της διατάξεως του άρθρου 7 παρ.2 του Ν.Δ.496/1974, με την απόφαση 2897/1995 του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ενόψει τούτου,η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου παρέπεμψε προς επίλυση στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 100 παρ.1 περ. ε του Συντάγματος και των άρθρων 6 περ. ε και 48 παρ.2 του Ν.345/1976 (Φ.141), το ζήτημα της εννοίας της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 7 παρ.2 του Ν.Δ.496/1974 προς άρση της αμφισβητήσεως που δημιουργήθηκε από την αντίθεση μεταξύ των δύο Ανωτάτων Δικαστηρίων ως προς το ζήτημα αυτό.
2. Επειδή, έχει τηρηθεί η νόμιμη προδικασία και ειδικότερα έχουν διενεργηθεί οι υπό των άρθρων 10 παρ.2 και 50 παρ.1 και 2 του Ν.345/1976 προβλεπόμενες δημοσιεύσεις και κοινοποιήσεις, όπως προκύπτει από τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα. Συνεπώς, παραδεκτώς χωρεί η εκδίκαση της υποθέσεως, παρά το γεγονός ότι κατά τη συζήτηση αυτής δεν παρέστη εκ των διαδίκων της δίκης, επί της οποίας εξεδόθη η προαναφερθείσα παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, η ** (βλ. ως προς την
κοινοποίηση σ΄ αυτήν αντιγράφου της παραπεμπτικής αποφάσεως και της πράξεως του Προέδρου του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου περί ορισμού δικασίμου το από 19-8-1998 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή **
3. Επειδή, στη δίκη παρεμβαίνουν, με το από 5-11-1998 κοινό δικόγραφο, εξήντα δύο συνολικά πρόσωπα, τασσόμενα υπέρ της ερμηνείας του άρθρου 7 του Ν.Δ.496/1974, την οποία, σύμφωνα με την παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, έχει υιοθετήσει το Συμβούλιο της Επικρατείας. Όπως συνάγεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της παρεμβάσεως, σε συνδυασμό με τις μνημονευόμενες σ' αυτό δικαστικές αποφάσεις, οι παρεμβαίνοντες, συνδεόμενοι με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας με το νομικό πρόσωπο υπό την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ" (ΕΛΤΑ), άσκησαν κατά του εργοδότη τους αγωγή, ζητώντας να υποχρεωθεί ο τελευταίος να τους καταβάλει νομιμοτόκως, από της επιδόσεως της αγωγής, ορισμένα ποσά, αντιστοιχούντα σε προβλεπόμενο στον κανονισμό της επιχειρήσεως επίδομα σπουδών. Η αγωγή, το καταψηφιστικό αίτημα της οποίας περιορίσθηκε με τις προτάσεις σε αναγνωριστικό, έγινε δεκτή με την απόφαση 811/1995 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο αναγνώρισε, ειδικότερα, την υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλει τα ζητηθέντα με την αγωγή ποσά νομιμοτόκως από της επιδόσεώς της. Η ασκηθείσα από τον εργοδότη έφεση κατά της αποφάσεως αυτής απερρίφθη ως αβάσιμη με την απόφαση 4053/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Από τους ανωτέρω παρεμβαίνοντες οι .. δεν παρέστησαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, μέχρι δε τη συζήτηση αυτή δεν προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο το υπό του άρθρου 14 παρ.2 του Ν.345/1976 ειδικό συμβολαιογραφικό έγγραφο περί παροχής υπ΄ αυτών πληρεξουσιότητος προς τον υπογράφοντα το δικόγραφο της παρεμβάσεως δικηγόρο **. Συνεπώς, ως προς τους ανωτέρω παρεμβαίνοντες η παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί για το λόγο αυτό ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ.1 του Ν.345/1976. Και ως προς τους λοιπούς όμως παρεμβαίνοντες η παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως ασκηθείσα άνευ εννόμου συμφέροντος. Και τούτο προεχόντως διότι το ζήτημα το οποίο παραπέμφθηκε προς επίλυση ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου αφορά στην έννοια του άρθρου 7 παρ.2 του Ν.Δ.496/1974, δηλαδή στην έννοια διατάξεως, η οποία θεσπίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες γεννάται υποχρέωση καταβολής τόκων επί χρηματικής οφειλής νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Ο οργανισμός, όμως, προς τον οποίο οι παρεμβαίνοντες συνδέονται με σχέση εξηρτημένης εργασίας, έχει κατά νόμο (άρθρο 1 παρ.1 του Ν.Δ.496/1970 "περί οργανώσεως και λειτουργίας των ταχυδρομείων", Φ.73) τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου και, ως εκ τούτου, η υποχρέωσή του προς καταβολή τόκων δεν διέπεται από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του Ν.Δ.496/1974, αλλά από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 340, 345 και 346 του Αστικού Κώδικα.
4. Επειδή, σύμφωνα με τα άρθρα 100 παρ.1 περ. ε του Συντάγματος και 6 περ. ε, 48 παρ. 2 του Ν.345/1976, στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, ανήκει, μεταξύ άλλων, η άρση αμφισβητήσεως, η οποία ανακύπτει λόγω εκδόσεως αντιθέτων αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως προς την έννοια διατάξεως τυπικού νόμου. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του, να αίρει αμφισβητήσεις περί την έννοια διατάξεως τυπικού νόμου στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα ανώτατα δικαστήρια έχουν εκδώσει αποφάσεις, με τις οποίες ερμηνεύεται η ίδια διάταξη τυπικού νόμου καθεαυτή, διαπιστώνεται δε αντίθεση μεταξύ των ερμηνειών που δόθηκαν στην εν λόγω διάταξη. Επομένως, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία όταν τα ανώτατα δικαστήρια δεν ερμήνευσαν αποκλειστικά την ίδια διάταξη τυπικού νόμου, αλλά το ένα από αυτά προέβη στην ερμηνεία σε συνδυασμό και με άλλες διατάξεις, καθώς και όταν το νομικό ζήτημα που έλυσε το ένα δικαστήριο δεν ήταν αναγκαίο για την επίλυση από το άλλο δικαστήριο του νομικού ζητήματος που έχει αχθεί ενώπιόν του.
5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, ο Αρειος Πάγος δέχθηκε, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, ότι η υιοθετηθείσα υπ΄ αυτού, με την απόφασή του 5/1997 ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 7 παρ.2 του Ν.Δ.496/1974 είναι αντίθετη με την ερμηνεία της αυτής διατάξεως, την οποία είχε υιοθετήσει το Συμβούλιο της Επικρατείας με την απόφασή του 2897/1995. Από την τελευταία αυτή απόφαση, εκδοθείσα επί αιτήσεως αναιρέσεως του **,
με την οποία εζητείτο η μερική αναίρεση της 10435/1988 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, με το κατατεθέν ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου ένδικο μέσο, που ονόμασε "προσφυγή-αγωγή", είχε ζητήσει, μεταξύ άλλων, να του επιδικασθούν, από της καταθέσεως του εν λόγω ενδίκου μέσου και μέχρις εξοφλήσεως, τόκοι επί του ποσού, το οποίο, κατ΄ αυτόν, του όφειλε το αναιρεσίβλητο Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων (Τ.Π.Δ.Υ.) ως συμπληρωματικό εφ΄άπαξ βοήθημα. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων με υπόμνημα μετέτρεψε σε αναγνωριστικό το αίτημά του για το ποσόν του αιτουμένου υπ΄ αυτού εφ΄ άπαξ βοηθήματος πέραν των 100.000 δραχμών. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο, με την αναιρεσιβληθείσα απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημα του αναιρεσείοντος για την καταβολή τόκων επί του πέραν των 100.000 δραχμών ποσού, με την αιτιολογία ότι για το ποσό αυτό το αρχικό αίτημα είχε μετατραπεί σε αναγνωριστικό. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την προαναφερθείσα 2897/1995 απόφασή του, δέχθηκε ότι το διοικητικό πρωτοδικείο, όταν εκδικάζει προσφυγή κατά τα άρθρα 7 παρ.1 εδ. α' του Ν.702/1977 (Φ.268) και 22,24,25,53,54 και 56 του Π.Δ.341/1978 (Φ.71), όπως αυτά ίσχυαν πριν από τον Ν.1868/1989 (Φ.230), στρεφομένη κατά πράξεως οργάνου του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού, με την οποία απορρίπτεται εν όλω ή εν μέρει ασφαλιστικό αίτημα, έχει τη δυνατότητα όχι μόνον να ακυρώσει ή τροποποιήσει την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά και να προβεί στη διαμόρφωση του ουσιαστικού περιεχομένου του ασφαλιστικού δικαιώματος, καθορίζοντας το ποσό της ασφαλιστικής παροχής στο προσήκον ύψος και επιδικάζοντας υπέρ του ασφαλισμένου τα οφειλόμενα ποσά για ασφαλιστικές παροχές του παρελθόντος με τους νόμιμους τόκους. Δηλαδή το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι το ασκηθέν από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου ένδικο μέσο είχε τον χαρακτήρα "προσφυγής". Στη συνέχεια δε το ίδιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι, κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ.2 του Ν.Δ.496/1974, εφαρμοστέον, μετά την κατάργηση του Π.Δ.437/1977 με το Π.Δ.305/1985, και επί των ασφαλιστικών οργανισμών που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το Τ.Π.Δ.Υ., οφείλονται από τους οργανισμούς αυτούς νόμιμοι τόκοι από τότε που θα ασκηθεί κατ΄ αυτών προσφυγή για την εκπλήρωση παροχών που απορρέουν από αξίωση δημοσίου δικαίου, είναι δε αδιάφορο αν το αίτημα της προσφυγής περί καταβολής τόκων υποβάλλεται ως αναγνωριστικό ή καταψηφιστικό. Ενόψει των ανωτέρω το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την προαναφερθείσα απόφασή του, έκρινε ότι δεν ήταν νόμιμη η κρίση της αναιρεσιβληθείσης αποφάσεως με την οποία το αίτημα του αναιρεσείοντος για την καταβολή τόκων επί του πέραν των 100.000 δραχμών ποσού του εφ΄άπαξ βοηθήματος ήταν απαράδεκτο για το λόγο ότι το αίτημα της προσφυγής είχε κατά τούτο μετατραπεί σε αναγνωριστικό.
6. Επειδή, από το προπαρατεθέν περιεχόμενο των δύο αποφάσεων, της 2897/1995 του Συμβουλίου της Επικρατείας και της 5/1997 της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας ερμήνευσε και εφήρμοσε το άρθρο 7 παρ.2 του Ν.Δ.496/1974 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α του Ν.702/1977 και τις διατάξεις του Π.Δ.341/1978, που προβλέπουν και ρυθμίζουν το ένδικο μέσο της προσφυγής, το οποίο είναι όλως διάφορο της προβλεπόμενης από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αγωγής, ενώ ο Αρειος Πάγος ερμήνευσε αποκλειστικά το άρθρο 7 παρ.2 του Ν.Δ.496/1974 το οποίο ρητώς αναφέρεται μόνον σε αγωγή. Και το μεν Συμβούλιο της Επικρατείας αντιμετώπισε το ζήτημα αν και υπό ποίες προϋποθέσεις γεννάται υποχρέωση ασφαλιστικού οργανισμού προς καταβολή τόκων, όταν ασκείται κατά πράξεως οργάνου αυτού προσφυγή του άρθρου 7 παρ.1 εδ. α' του Ν.702/1977 προς εκπλήρωση χρηματικής παροχής που απορρέει από αξίωση δημοσίου δικαίου ενώ ο ’ρειος Πάγος αντιμετώπισε το διάφορο ζήτημα της τοκογονίας συνεπεία αγωγής κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προς εκπλήρωση χρηματικής παροχής οφειλομένης δυνάμει σχέσεως ιδιωτικού δικαίου. Ενόψει των ανωτέρω δεν υπάρχει αντίθεση μεταξύ των προαναφερθεισών αποφάσεων των δύο ανωτάτων δικαστηρίων, διότι οι δύο αποφάσεις ερμήνευσαν την ίδια μεν διάταξη τυπικού νόμου εν σχέσει όμως με διαφορετικό ή κάθε μία ένδικο μέσο, προβλεπόμενο από διαφορετική δικονομία, επέλυσε δε η κάθε μία διαφορετικό νομικό ζήτημα. Κατά την γνώμη όμως των εκ των μελών του Δικαστηρίου Γεωργίου Κοκολάκη και Γρηγορίου Φιλιππάτου, μεταξύ των ανωτέρω αποφάσεων υπάρχει αντίθεση, διότι τόσον ο ’ρειος Πάγος όσον και το Συμβούλιο της Επικρατείας ερμήνευσαν κατά διαφορετικό τρόπο την ίδια ακριβώς διάταξη, δηλαδή το άρθρο 7 παρ.2 του Ν.Δ.496/1974, αντιμετώπισαν δε το ίδιο νομικό ζήτημα αν δηλαδή οφείλονται τόκοι και όταν το αίτημα για την καταβολή της κύριας χρηματικής οφειλής υποβάλλεται ως αναγνωριστικό.
7. Επειδή, συνεπώς, δεν υπάρχει αντίθεση μεταξύ της αποφάσεως 2897/1995 του Συμβουλίου της Επικρατείας και της αποφάσεως 5/1997 του Αρείου Πάγου και, ως εκ τούτου, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η γενομένη με την τελευταία αυτή απόφαση παραπομπή.
8. Επειδή, επί δίκης προκαλουμένης κατόπιν παραπομπής από ανώτατο δικαστήριο, κατά το άρθρο 48 παρ. 2 του Ν.345/1976, δεν συντρέχει περίπτωση επιβολής σε οποιοδήποτε διάδικο των εξόδων της αυτεπαγγέλτως διεξαχθείσης διαδικασίας και της δικαστικής δαπάνης.

Πρόεδρος: Στέφανος Ματθίας
Εισηγητές: Ειρήνη Σάρπ
Λήμματα: Μετατροπή καταψηστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό ,Τόκοι υπερημερίας

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ
 
Δημοσίευση: ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΗ
ΔΕΛΤΙΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ
Ετος: 2000
2000

Σελ.: 298
1029

Σχόλια