Παρουσιάζονται οι αλλαγές που επέφερε ο νόμος 4335/2015 (τροποποιήσεις Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) στη ρύθμιση των Ασφαλιστικών Μέτρων. Ειδικότερα:

Άρθρο 682: Η εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος που ζητείται με τα ασφαλιστικά μέτρα μπορεί πλέον να αφορά και μέλλουσα απαίτηση. Ενδεικτική περίπτωση μελλοντικής απαίτησης είναι η συμμετοχή στα αποκτήματα μετά την έγερση αγωγής διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή της έναρξης διάστασης των συζύγων, αλλά πριν από την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου ή τη συμπλήρωση διετούς διάστασης. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 4335/2015, οι εν λόγω απαιτήσεις θα πρέπει να τελούν υπό τον αυτονόητο όρο του οριστού τόσο του οφειλέτη, όσο και του περιεχομένου τους.
Η νέα διάταξη του αρ. 682 παρ.1: Κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 683 έως 703 τα δικαστήρια, σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, μπορούν να διατάζουν ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης και να τα μεταρρυθμίζουν ή να τα ανακαλούν. Το δικαίωμα είναι δυνατό να εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία ή να αφορά μέλλουσα απαίτηση.
Άρθρο 686: Καταργείται η δυνατότητα προφορικής υποβολής αίτησης ασφ.μέτρων στο ειρηνοδικείο (παράγραφος 1).
Προβλέπεται ότι η γνωστοποίηση του τόπου και του χρόνου της συζήτησης της αίτησης μπορεί να γίνεται, εκτός των άλλων τρόπων, και με ηλεκτρονικά μέσα. (παράγραφος 4).
Ορίζεται ότι στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων μόνο η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί πλέον να ασκηθεί και προφορικά, όχι και η κύρια. (παράγραφος 6)
Η νέα διατύπωση του άρ.686: 1. Η αίτηση πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου.
4. Η γνωστοποίηση γίνεται με επίδοση εγγράφου που εκδίδεται από τη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο αναγράφεται ο τόπος, η ημέρα και η ώρα της συζήτησης ή με τηλεγραφική ή με τηλεφωνική πρόσκληση της γραμματείας του δικαστηρίου ή με ηλεκτρονικά μέσα με δαπάνες του αιτούντος. Ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου ή ο ειρηνοδίκης μπορεί συγχρόνως με την επίδοση της κλήσης να διατάξει και την επίδοση αντιγράφου της αίτησης.
5. Κατά τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις. Το πολυμελές πρωτοδικείο δικάζει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μόνον κατά τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης.
6. Στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων στο μονομελές πρωτοδικείο ή στο ειρηνοδικείο η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και προφορικά.

Άρθρο 689:  Άδεια του Υπουργού Δικαιοσύνης απαιτείται πλέον μόνον για την εκτέλεση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων  κατά αλλοδαπού δημοσίου και όχι και για την υποβολή της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων. Με τη νέα ρύθμιση δεν είναι απαράδεκτη η αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά αλλοδαπού δημοσίου χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού της Δικαιοσύνης, και συνακόλουθα η έκδοση σχετικής απόφασης. Αντίθετα η άδεια του Υπ.Δικαιοσύνης απαιτείται για την εκτέλεση του εις βάρος του αλλοδαπού δημοσίου διαταχθέντος ασφαλιστικού μέτρου. Η χωρίς άδεια εκτέλεση είναι άκυρη και η ακυρότητα επέρχεται σύμφωνα με το άρθρο 159 αριθ.1 ΚΠολΔ χωρίς την ανάγκη ύπαρξης δικονομικής βλάβης.
Η νέα διατύπωση του αρ. 689: Η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων κατά αλλοδαπού δημοσίου δεν εκτελείται χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Δικαιοσύνης, διαφορετικά η εκτέλεση είναι άκυρη.
Άρθρο 690: Καταργείται η αναφορά για την υποχρεωτικότητα της προαπόδειξης στις υποθέσεις των ασφαλιστικών μέτρων (παράγραφος 1). Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου 4335, «μετά τις μεταρρυθμίσεις που επέφερε ο ν. 2915/2001 δεν εκδίδεται απόφαση που να διατάζει αποδείξεις. Έτσι η αναφορά περί προαποδείξεως στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων καθίσταται περιττή και δεν έχει πλέον θέση η συγκεκριμένη ρύθμιση στην παράγραφο 1 του άρθρου. Ούτως ή άλλως οι διάδικοι υποχρεούνται σε προαποδεικτική προσκόμιση όλων των αποδεικτικών τους μέσων και προσαγωγή των μαρτύρων, ανεξάρτητα αν πρόκειται για κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη».
Η νέα διάταξη του αρ.690. 1. Σε υποθέσεις που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα αρκεί η πιθανολόγηση των ισχυρισμών.
Στη συνέχεια εξετάζονται τα άρθρα 691-696. Σημαντικότερη τροποποίηση είναι η κατάργηση της υποχρεωτικής άσκησης αγωγής μετά την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, η οποία (άσκηση) επαφίεται πλέον στην κρίση του δικαστή (άρθρο 693 παρ.1). Ειδικότερα:
 Άρθρο 691: Από τη νέα διατύπωση του άρθρου 691 ΚΠολΔ έχει αφαιρεθεί η ρύθμιση για την προσωρινή διαταγή, η οποία μεταφέρθηκε στο νέο άρθρο 691Α. Η προθεσμία των σαράντα οκτώ ωρών ή των τριάντα ημερών αντίστοιχα για τη δημοσίευση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, υπολογίζεται με χρονικό σημείο τη λήξη της προθεσμίας για υποβολή σημειώματος, εφόσον έχει δοθεί τέτοια προθεσμία στους διαδίκους. Επίσης, προβλέπεται ότι η απόφαση του δικαστηρίου περιέχει συνοπτική αιτιολογία (691 παρ.3).
Η νέα μορφή του άρθρου 691 έχει ως εξής:
«1. Το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για το σχηματισμό της κρίσης του.
2. Η απόφαση που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα πρέπει να ορίζει το ασφαλιστικό μέτρο, καθώς και το δικαίωμα, στην εξασφάλιση ή διατήρηση του οποίου αποβλέπει ή την κατάσταση την οποία ρυθμίζει.
3. Η απόφαση του δικαστηρίου περιέχει συνοπτική αιτιολογία ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία του επικαλούμενου δικαιώματος και τη συνδρομή ή μη επικείμενου κινδύνου ή επείγουσας περίπτωσης και δημοσιεύεται σε δημόσια συνεδρίαση μετά την περάτωση της ακροαματικής διαδικασίας και το αργότερο μέχρι και σαράντα οκτώ (48) ώρες μετά τη συζήτηση, εκτός αν το δικαστήριο έχει τάξει προθεσμία για την υποβολή σημειωμάτων από τους διαδίκους, οπότε το διάστημα των σαράντα οκτώ (48) ωρών υπολογίζεται από την παρέλευση αυτής της προθεσμίας. Το διατακτικό της απόφασης καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και αν για ειδικούς λόγους επιβάλλεται να επιφυλαχθεί το δικαστήριο να εκδώσει την απόφασή του σε μεταγενέστερο χρόνο, αυτός που διευθύνει τη συζήτηση έχει την υποχρέωση να γνωστοποιεί την ημέρα και ώρα που θα δημοσιευθεί η απόφαση, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από τη συζήτηση της αίτησης ή από το τέλος της προθεσμίας που έχει τυχόν τάξει το δικαστήριο για την υποβολή σημειωμάτων από τους διαδίκους. Μέσα στην ίδια προθεσμία ο δικαστής που εκδίδει την απόφαση οφείλει να συντάξει, χρονολογήσει και υπογράψει το σύνολο των αποφάσεων επί των υποθέσεων που συζητήθηκαν»

Άρθρο 691Α: Επαναλαμβάνεται η παλιά ρύθμιση για την προσωρινή διαταγή που υπήρχε στο άρθρο 691:
«1. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη, έχει το δικαίωμα, μόλις κατατεθεί η αίτηση και ώσπου να εκδοθεί η απόφασή του, να εκδώσει και αυτεπαγγέλτως προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν έως την έκδοση της απόφασής του για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης.
2. Για την έκδοση προσωρινής διαταγής καλείται με οποιονδήποτε τρόπο ο καθ' ου η αίτηση, αν ο δικαστής κρίνει αναγκαία την εμφάνισή του. Αν γίνει δεκτό το αίτημα για έκδοση προσωρινής διαταγής η σχετική αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προσδιορίζεται για συζήτηση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες. Αναβολή της συζήτησης δεν επιτρέπεται, διαφορετικά παύει αυτοδικαίως η ισχύς της προσωρινής διαταγής, εκτός αν αυτή παραταθεί από το δικαστήριο που δικάζει την αίτηση. Σε κάθε περίπτωση ο καθ' ου η αίτηση διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει την ανάκληση της προσωρινής διαταγής.
3. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων επί της οποίας εκδόθηκε προσωρινή διαταγή που έχει ως αντικείμενο την απαγόρευση μεταβολής της πραγματικής ή νομικής κατάστασης ακινήτου ή πλοίου ή αεροσκάφους επιδίδεται στην αρμόδια αρχή και εγγράφεται στο αντίστοιχο βιβλίο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 713 και 714, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως».

Άρθρο 693 Παράγραφος 1: Ο δικαστής που διατάσσει το ασφαλιστικό μέτρο, κατά την κρίση του μπορεί πλέον να ορίσει προθεσμία για την άσκηση της αγωγής. Δεν είναι επομένως υποχρεωτική η άσκηση της αγωγής, όπως προβλεπόταν στον παλιό ΚΠολΔ. Όπως τονίζεται στην αιτιολογική έκθεση του ν.4335/2015 «Ο δικαιοπολιτικός λόγος της τροποποίησης υπαγορεύεται από την ανάγκη επιταχύνσεως της πολιτικής δίκης μέσω της μειώσεως των αγωγών που ασκούνται, κατ’ επιταγή του νόμου. Η υποχρεωτική άσκηση αγωγής παραμένει αμετάβλητη στις ιδιαίτερα σοβαρές περιπτώσεις των άρθρων 715 παρ. 5, 727, 729 παρ. 5 ΚΠολΔ.».
Παράγραφος 2: Με τη νέα ρύθμιση απαιτείται όχι μόνο η έκδοση, αλλά και η επίδοση της διαταγής πληρωμής, ώστε να λαμβάνει γνώση και να καθορίζει την περαιτέρω στάση του ο καθ’ ού το ασφαλιστικό μέτρο. Το δεύτερο εδάφιο[1] για την υποβολή νέας αιτήσεως καταργείται, ως περιττό.
Η νέα μορφή του άρθρου 693 έχει ως εξής:
«1. Αν το ασφαλιστικό μέτρο έχει διαταχθεί πριν από την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, ο δικαστής που το διατάσσει μπορεί να ορίσει, κατά την κρίση του, προθεσμία για την άσκησή της, όχι όμως μικρότερη από τριάντα (30) ημέρες.
2. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της παραγράφου 1 αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο, εκτός αν ο αιτών μέσα στην προθεσμία αυτή επιδώσει διαταγή πληρωμής».

Άρθρο 696: Η δεύτερη παράγραφος[2] καταργείται ως περιττή.
Εν συνεχεία επισημαίνονται οι τροποποιήσεις στα άρθρα 697-736:
Αρθρο 697: Προστίθεται η δυνατότητα του δικαστηρίου της κύριας υπόθεσης να μεταρρυθμίσει ή ανακαλέσει όχι μόνο την απόφαση που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα αλλά και εκείνη που απορρίπτει την αίτηση. Όπως τονίζεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 4335/2015, το δικαστήριο της κυρίας δίκης έχει την δυνατότητα και ευχέρεια, εκτιμώντας το ενώπιον του εισφερθέν αποδεικτικό υλικό να καταστήσει ανενεργό, εν όλω ή εν μέρει, την απόφαση που εσφαλμένως απέρριψε το ασφαλιστικό μέτρο και να διατάξει, κατόπιν σχετικώς υποβληθέντος αιτήματος, τη λήψη νέου ή τροποποιημένου ασφαλιστικού μέτρου.
Η νέα διατύπωση του άρθρου 697 ΚΠολΔ: Το αρμόδιο για την κύρια υπόθεση δικαστήριο όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία μπορεί, με αίτηση του διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον, η οποία υποβάλλεται και αυτοτελώς να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει την απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Ο δικαστής, και στο πολυμελές πρωτοδικείο, ο πρόεδρος, ορίζουν την δικάσιμο και την προθεσμία κλήτευσης.
Αρθρο 724: Εισάγεται ρύθμιση, με την οποία καθιερώνεται (πέραν της διαταγής πληρωμής) και η οριστική απόφαση ως τίτλος για την αυτοδύναμη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης.
Η νέα διατύπωση του άρθρου 724 ΚΠολΔ: 1. Ο δανειστής μπορεί με βάση οριστική απόφαση, καθώς και με διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση ή ορίζεται ότι πρέπει να καταβληθεί με τη διαταγή πληρωμής.
2. Το δικαστήριο που εξέδωσε την οριστική απόφαση ή τη διαταγή πληρωμής μπορεί με αίτηση εκείνου κατά του οποίου στρέφονται και κατά τη διαδικασία του άρθρου 702 παρ. 1, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση των ασφαλιστικών μέτρων που αναφέρονται στην παρ. 1, αν πιθανολογείται η εξόφληση ή η ανυπαρξία, ολική ή εν μέρει, της απαίτησης για την οποία έχει εκδοθεί η οριστική απόφαση ή η διαταγή πληρωμής ή να περιορίσει την εκτέλεση σε ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, αν πιθανολογείται ότι τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή για την εξασφάλιση της απαίτησης.

Αρθρο 727: Με τη νέα ρύθμιση κρίνεται ότι εφαρμοστέα στη δικαστική μεσεγγύηση τυγχάνουν και τα άρθρα 713 και 714 του ΚΠολΔ για την επιβολή της συντηρητικής κατάσχεσης πλοίων, αεροσκαφών και ακινήτων με απλή επίδοση προς τον τρίτο της απόφασης που διέταξε την κατάσχεσή τους.
Το νέο άρθρο 727 ΚΠολΔ έχει ως εξής: Τα άρθρα 709, 711, 713, 714, 715, 720, 721 και 722 παρ. 1 εφαρμόζονται και στη δικαστική μεσεγγύηση.
Άρθρο 729 παρ.5: Αυξάνεται η προθεσμία άσκησης αγωγής από 30 σε 60 ημέρες από την επίδοση (και όχι από τη δημοσίευση) της απόφασης που επιδικάζει ή μεταρρυθμίζει προσωρινά. Κατά την αιτιολογική έκθεση «προκειμένου να μην αιφνιδιάζονται οι διάδικοι και χάνουν τα δια δικαστικής αποφάσεως προσωρινώς κτηθέντα δικαιώματα αυξάνεται η προβλεπομένη στην παρ. 5 του άρθρου 729 προθεσμία ασκήσεως τακτικής αγωγής για τη συγκεκριμένη αξίωση σε εξήντα ήμερες και ως αφετηρία τίθεται όχι η δημοσίευση αλλά η επίδοση της απόφασης που επιδικάζει προσωρινά απαίτηση ή μεταρρυθμίζει προσωρινά απόφαση κατά το άρθρο 728 παράγραφος 2».
Η νέα διατύπωση του άρθρου 729 παρ.5: Μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από τη επίδοση της απόφασης που επιδικάζει προσωρινά απαίτηση ή μεταρρυθμίζει προσωρινά απόφαση κατά το άρθρο 728 παρ. 2, εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η προσωρινή επιδίκαση ή μεταρρύθμιση οφείλει να ασκήσει αγωγή για την απαίτηση που επιδικάστηκε ή για τη μεταρρύθμιση της απόφασης. Η απόφαση παύει αυτοδικαίως να ισχύει, αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή. Δεν απαιτείται να ασκηθεί αγωγή, αν αυτή έχει ασκηθεί.
Άρθρο 729Α[3]: Κρίθηκε ότι η ρύθμιση τυγχάνει ανεφάρμοστη στην πράξη και ως εκ τούτου καταργείται.
Αρθρο 730: Με τη νέα ρύθμιση στην παράγραφο 3 παρέχεται η δυνατότητα κατασχέσεως όχι μόνο πραγμάτων, αλλά και απαιτήσεων.
Η νέα διατύπωση της παρ.3 του αρ.730: 3. Το δικαστήριο που αναφέρεται στην παρ. 2 μπορεί να επιτρέψει για την απόδοση και την κατάσχεση ακατάσχετων πραγμάτων και απαιτήσεων στο μέτρο που επιτρέπεται για απαιτήσεις διατροφής συζύγου.
Αρθρο 734: Στην παράγραφο 3 καταργήθηκε η πρόβλεψη για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 652 παράγραφος 3 περί ορισμού σύντομων προθεσμιών ως ανεφάρμοστη στην πράξη. Στην παραγράφο 5 εισάγεται η εξαίρεση του άρθρου 697, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις που διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα νομής ή κατοχής να μην ανακαλούνται ούτε μεταρρυθμίζονται από το δικαστήριο της κύριας δίκης, όπως ίσχυε με τον παλιό ΚΠολΔ. Όπως τονίζεται στην αιτιολογική έκθεση, η διόρθωση της εσφαλμένης αποφάσεως θα γίνει από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν εφέσεως που θα ασκηθεί.
Η νέα διατύπωση των παρ. 3 και 5 του άρθρου 734: 3. Κατά της απόφασης του ειρηνοδικείου επιτρέπεται έφεση μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την επίδοσή της. Η έφεση δικάζεται κατά την ίδια διαδικασία, εφαρμόζεται όμως και το άρθρο 226.
  1. Στα ασφαλιστικά μέτρα νομής ή κατοχής δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 696 παρ. 3 και 697 και ο ειρηνοδίκης δικάζει με τη σύμπραξη γραμματέα που τηρεί πρακτικά.
Άρθρο 736[4] : Καταργείται. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, ως αρμόδιο δικαστήριο για την ακύρωση των αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως σωματείων ή συνεταιρισμών ορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 17 αριθμ. 3, το μονομελές πρωτοδικείο. Κρίνεται ότι ως πλέον αρμόδιο δικαστήριο να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως των ίδιων αποφάσεων είναι το μονομελές πρωτοδικείο, αφού δεν δικαιολογείται απόκλιση από τις γενικές διατάξεις του άρθρου 683 παράγραφοι 2 και 3 με τη διατήρηση της αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου. 
του Γιώργου Καζολέα