Τρίτη 28 Αυγούστου 2018

ΕΓΓΥΗΣΗ - ΕΓΓΥΗΤΕΣ - ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ - Απόφαση 1829 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) - Περαιτέρω, από το άρθρο 858 ΑΚ συνάγεται, ότι ο εγγυητής, ο οποίος ... σ' αυτήν, όπως συμβαίνει, στην περίπτωση της κληρονομίας με το ευεργέτημα της ..... ανέλαβε την υποχρέωση να άρει και όχι να μεταβιβάσει στο Δημόσιο τα βάρη των .


Περαιτέρω, από το άρθρο 858 ΑΚ συνάγεται, ότι ο εγγυητής, ο οποίος ... σ' αυτήν, όπως συμβαίνει, στην περίπτωση της κληρονομίας με το ευεργέτημα της ..... ανέλαβε την υποχρέωση να άρει και όχι να μεταβιβάσει στο Δημόσιο τα βάρη των ...



Απόφαση 1829 / 2011    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1829/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του ....
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, για τον εαυτό του ατομικά και με την ιδιότητά του ως ειδικού διαδόχου, σύμφωνα με το άρθρο 15 § 2 του ν. 2741/1999, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", μετά το πέρας της εκκαθάρισης αυτής. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους Ευθύμιο Τσάκα και Σοφία Διαμαντοπούλου, πάρεδρους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4091/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4231/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-3-2009 αίτησή του και τους από 12-11-2009 και 5-2-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 1-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής με τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν στην εισήγηση.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτό υπάρχει όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, ο οποίος ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή, αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004). Ψευδής ερμηνεία συντρέχει, όταν ο δικαστής της ουσίας αποδίδει στο νόμο νόημα διαφορετικό από αυτό που, στην πραγματικότητα έχει, με αποτέλεσμα το σφάλμα εδώ, να εντοπίζεται, αποκλειστικά, στη μείζονα πρόταση, στην ανεύρεση και στην ερμηνεία του κανόνα δικαίου. Ακόμη, το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης μπορεί να συνίσταται και στην εφαρμογή κανόνα δικαίου καταργημένου ή ανίσχυρου (αντισυνταγματικού), όπως και στη μη εφαρμογή ισχύοντος κανόνα δικαίου. Ουσιαστικούς κανόνες δικαίου περιέχουν, κυρίως, οι τυπικοί νόμοι, οι οποίοι ψηφίζονται από τη Βουλή και κυρώνονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αλλά και οι υπουργικές αποφάσεις κανονιστικού περιεχομένου (ΑΠ 850/2004). Περαιτέρω, από το άρθρο 858 ΑΚ συνάγεται, ότι ο εγγυητής, ο οποίος ικανοποίησε το δανειστή, δικαιούται να στραφεί κατά του πρωτοφειλέτη και να ζητήσει να του πληρώσει το ποσό που κατέβαλε στο δανειστή, μόνο αν έχει δικαίωμα αναγωγής κατ' αυτού, δηλαδή, εφ' όσον μεταξύ αυτού και του πρωτοφειλέτη υφίσταται έννομη σχέση η οποία παρέχει σ' αυτόν σχετικό δικαίωμα (ΑΠ 668/2007, ΑΠ 885/1994). Η έννομη (εσωτερική) σχέση μπορεί να έχει το χαρακτήρα εντολής, διοίκησης αλλοτρίων, εταιρίας (ΑΠ 1614/1999), το δε δικαίωμα αναγωγής ασκείται με τους όρους της συνδέουσας αυτόν με τον πρωτοφειλέτη έννομης σχέσης. Σύμφωνα, ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 453 ΑΚ, όταν οι ιδιότητες του δανειστή και του οφειλέτη ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο, επέρχεται απόσβεση της ενοχής με σύγχυση. Η ενοχή αναβιώνει μόλις πάψει η σύγχυση αυτή. Η σύγχυση είναι δυνατόν να επέλθει λόγω καθολικής ή ειδικής διαδοχής, ενώ δεν υπάρχει, όταν υφίσταται χωρισμός της περιουσίας του οφειλέτη από την περιουσία του δανειστή που περιέρχεται σ' αυτήν, όπως συμβαίνει, στην περίπτωση της κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής. Αν υπάρχει σύγχυση αποσβέννυται και μάλιστα αυτοδίκαια η ενοχή, ενώ συγχρόνως, αποσβένυνται και οι παρακείμενες απαιτήσεις και ασφάλειες, όπως η εγγύηση, ενώ η απόσβεση λόγω της σύγχυσης δρά μόνο μεταξύ των μερών, δηλαδή του δανειστή και του οφειλέτη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 1386/1983 "περί εξυγιάνσεως προβληματικών επιχειρήσεων", "σε περίπτωση κεφαλαιοποίησης των απαιτήσεων των παραπάνω πιστωτών, με την απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας ορίζεται, αν το σύνολο ή μέρος των μετοχών θα περιέλθει στους πιστωτές αυτούς ή στον Οργανισμό. Στην πρώτη περίπτωση, οι απαιτήσεις αποσβέννυνται. Στη δεύτερη περίπτωση ο Οργανισμός εκδίδει και παραδίδει στους πιστωτές ομόλογα έναντι μέρους ή του συνόλου των απαιτήσεων. Οι όροι έκδοσης των ομολόγων, το ύψος του επιτοκίου, η προθεσμία εξόφλησης, η τυχόν περίοδος χάριτος και κάθε άλλη λεπτομέρεια ορίζονται με την υπουργική απόφαση. Στην περίπτωση αυτή, επέρχεται απόσβεση των αρχικών απαιτήσεων, υπάρχουσες, όμως εγγυήσεις, υποθήκες ή ενέχυρα και κάθε μορφής ασφάλειες πιστωτών διατηρούνται για την εξασφάλιση των απαιτήσεών της από τα ομόλογα, έστω και αν δεν υπάρχει συναίνεση του εγγυητή ή του τρίτου κυρίου του ενυπόθηκου ή του πράγματος που αποτελεί αντικείμενο του ενεχύρου. Τα προνόμια διατηρούνται, εφόσον προκύπτουν από σημείωση πάνω στα ομόλογα. Επακολούθησε η διάταξη του άρθρου 39 παρ. 11 του ν. 2065/1992, κατά την οποία, οφειλές του Οργανισμού Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (Ο.Α.Ε.) κατά κεφάλαιο και τόκους εκ μη ληξάντων ομολόγων του που εκδόθηκαν στα πλαίσια εφαρμογής του ν. 1386/1983 ή των νόμων που τον τροποποίησαν και είχαν εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, δύνανται να αναληφθούν από το τελευταίο με αντικατάσταση των παραπάνω ομολόγων". Συναφώς εκδόθηκε η με αριθμό 2088498/11647/0023/11.12.1997 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών σύμφωνα με την οποία εκδόθηκε ομολογιακό δάνειο, αναφερόμενο σε πλήρη εξόφληση των ομολόγων έκδοσης του ΟΑΕ, είτε αυτά είχαν λήξει είτε όχι. Στη συνέχεια, στη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 2741/1991 ορίστηκε ότι: "1. Μετά το πέρας της εκκαθάρισης, κατά την παράγραφο 2 του προηγούμενου άρθρου, όλα τα στοιχεία του ενεργητικού του ΟΑΕ, περιλαμβανομένων των κάθε φύσης δικαιωμάτων και αξιώσεων, ανεξάρτητα αν περιλαμβάνονται στον ισολογισμό ή στα βιβλία του μεταβιβάζονται από την παραπάνω ημερομηνία αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διαδικασία στο Δημόσιο. Εγγυήσεις και ασφάλειες υπερ των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, καθώς και τυχόν βάρη, επί των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, διατηρούνται. 2. Εκκρεμείς δίκες με διάδικο τον Ο.Α.Ε. συνεχίζονται στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδικού διαδόχου του Ο.Α.Ε., χωρίς άλλη διατύπωση, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται δήλωση περί επαναλήψεώς τους ... 4. Το Δημόσιο ευθύνεται για τις υποχρεώσεις του Ο.Α.Ε. μέχρι του ύψους του προϊόντος της εκκαθάρισης, το οποίο εισέπραξε ως μέτοχος του Ο.Α.Ε. και μέχρι της αξίας των μεταβιβαζομένων στοιχείων κατά την παρ. 1 του παρόντος, ως ειδικός διάδοχος του Ο.Α.Ε. Το άρθρο 479 ΑΚ δεν εφαρμόζεται. Δεν θίγονται από την παρούσα διάταξη υποχρεώσεις του Δημοσίου, οι οποίες έχουν αναληφθεί από παροχή εγγυήσεων για οφειλές του Ο.Α.Ε. ή των θυγατρικών των εταιρειών προς τους δανειστές και ...".
Στην προκείμενη περίπτωση, από την νόμιμη, προσήκουσα επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). του δικογράφου της αγωγής (ΑΠ 280/1992, ΑΠ 919/1991), προκύπτουν, πλην άλλων, και όσον αφορά την κύρια βάση αυτής (όπως, τουλάχιστον, εκτιμήθηκε από το Εφετείο), ότι ο ενάγων - αναιρεσείων εξέθεσε τα ακόλουθα: 1) οι αρχικά εναγόμενες εταιρείες (ως προς τις οποίες ο ενάγων παραιτήθηκε) κατάρτισαν με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος συμβάσεις παροχής πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, προς εξυπηρέτησε των οποίων τηρήθηκαν οι αναλυτικά αναφερόμενοι εκεί λογαριασμοί. Οι παραπάνω εταιρείες εγγυήθηκαν μεταξύ τους την αποπληρωμή των δανείων από την ΕΤΕ, και ο ίδιος ο ενάγων δε εγγυήθηκε την πληρωμή μέρους των οφειλών από τις παραπάνω πιστώσεις, 2) οι εταιρείες αυτές υπήχθησαν, ως προβληματικές, στις διατάξεις του ν. 1386/1983 ενώ, στις 29.11.1983 έκλεισε τους λογαριασμούς των παραπάνω συμβάσεων πίστωσης και μετέφερε τα χρεωστικά τους υπόλοιπα σε οριστικούς λογαριασμούς καθυστέρησης, επίσης δε το ίδιο έπραξε και ο ενάγων στις 16.12.1983 και κατήγγειλε τις πιο πάνω συμβάσεις εγγύησης, 3) τον μήνα Ιούνιο του 1986, έγινε αναγκαστική αύξηση των μετοχικών κεφαλαίων των πιο πάνω εταιρειών, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 8 του ν. 1386/1983, πράγμα που ήταν αντίθετο στις διατάξεις της Κοινοτικής Νομοθεσίας και σύμφωνα με αυθαίρετο υπολογισμό της κριθείσας ως ασήμαντης αξίας των μετοχών, 4) στις 10.11.1986 έλαβε χώρα νέα αύξηση με απόφαση της Διοίκησης του ΟΑΕ, που ενεργούσε ατομικά και για λογαριασμό του Δημοσίου σε συνεργασία με την ΕΤΕ, χωρίς απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας και χωρίς να δοθεί το δικαίωμα προτίμησης στους παλαιούς μετόχους της για τις μετοχές που επρόκειτο να εκδοθούν, 5) στη συνέχεια, μετοχοποιήθηκε ένα μέρος των οφειλών των πιο πάνω εταιρειών, όπως αυτές εμφανίζονταν στις 30.9.1986 από τις πιο πάνω συμβάσεις πίστωσης προς την ΕΤΕ, η οποία έλαβε τις νέες μετοχές και, περαιτέρω, συνέπεια την εξόφληση των αντίστοιχων οφειλών των εταιρειών αυτών, 5) μέρος των νέων μετοχών η ΕΤΕ μεταβίβασε στον ΟΑΕ και, για την εξόφληση του τιμήματός τους έλαβε ομόλογα, το κεφάλαιο των οποίων θα εξοφλείτο σε 20 ισόποσες ετήσιες δόσεις. Ενώ δε οι λοιπές υποχρεώσεις των παραπάνω εταιρειών έναντι στην ΕΤΕ αφορούσαν μη μετοχοποιηθέντα υπόλοιπα λογαριασμών, παρά ταύτα, με τις μνημονευόμενες στην αγωγή Υπουργικές Αποφάσεις διατηρήθηκαν οι εμπράγματες ασφάλειες υπέρ της ΕΤΕ, δηλαδή αυτές που είχαν παρασχεθεί πριν την υπαγωγή των εταιρειών, ως προβληματικών, στον ΟΑΕ για να εξασφαλιστούν, όσα υπόλοιπα δεν μετοχοποιήθηκαν, αλλά και προκειμένου να εξασφαλιστούν οι απαιτήσεις της ΕΤΕ έναντι του ΟΑΕ από τα ομόλογα, χωρίς, όμως, να υφίσταται πρωτογενής οφειλή και χωρίς τη συναίνεση του ενάγοντος ως εγγυητού, 6) κατ' αυτόν τον τρόπο, επήλθε απόσβεση των οφειλών των παραπάνω εταιρειών με τη μετοχοποίηση των οφειλών και την μεταβίβαση των νέων μετοχών στην ΕΤΕ, και, έτσι, αποσβέστηκε η εγγύηση του ενάγοντος (αναιρεσείοντος). Επικουρικά, η επισημείωση των εγγυήσεων του ενάγοντος στο σώμα των επίδικων ομολόγων, αφού έγινε από την ΕΤΕ, η οποία είναι λήπτρια των ομολόγων και όχι από τον ΟΑΕ, που είναι εκδότης αυτών, είναι άκυρη. Επικουρικά, επίσης, τα ομόλογα αυτά δεν εκδόθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2190/1920, άλλως, έχουν αποσβεστεί, σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 850 ΑΚ, άλλως, ότι είναι άκυρα (άρθρα 850, 1317 και 1323 ΑΚ), γιατί δεν έγινε μνεία για τη διατήρησή τους, 7) επιπρόσθετα, το Ελληνικό Δημόσιο, εξόφλησε τα ομόλογα αυτά, αν και γνώριζε την ακυρότητα των εγγυήσεων αυτών, προκειμένου να απαλλάξει τον πρωτοφειλέτη ΟΑΕ, με συνέπεια να μην έχει δικαίωμα αναγωγής. Ακόμη, όταν και ο ΟΑΕ τέθηκε υπό την ειδική εκκαθάριση το Δημόσιο αποδέχτηκε τα χρέη του πρωτογενώς και όχι, επικουρικά, ως εγγυητής, συνακόλουθα δε, δεν έχει αναγωγικό δικαίωμα σε βάρος του ενάγοντος. Επιπρόσθετα, με την προαναφερθείσα απόφαση του Υπουργού Οικονομικών εκδόθηκε ομολογιακό δάνειο για την εξόφληση όσων από τα ομόλογα του ΟΑΕ έληξαν ή δεν είχαν λήξει και αντικαταστάθηκαν από τα επίδικα ομόλογα με νέα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς να γίνεται αναφορά σε διατήρηση των εγγυήσεων, που είχαν παραχωρηθεί στην ΕΤΕ προς εξόφληση της αρχικής οφειλής, 8)η διατήρηση των εγγυήσεων του ενάγοντος καταργήθηκε με το άρθρο 49 του ν. 1882/1990, που αντικατέστησε εξ ολοκλήρου το άρθρο 10 του ν. 1386/1983. Συνακόλουθα, λόγω της θέσης σε ειδική εκκαθάριση και του ΟΑΕ, υπάρχει σύγχυση στο πρόσωπο του δανειστή-συνεγγυητή Ελληνικού Δημοσίου και πρωτοφειλέτη (ΟΑΕ) και, άρα, απόσβεση της πρωτοφειλής (άρθρο 453 ΑΚ) από τα παραπάνω ομόλογα. Ζήτησε δε πλην άλλων, να αναγνωριστεί, ότι ουδεμία οφειλή του υφίσταται προς το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ως συνεγγυητού, γιατί το τελευταίο δεν έχει δικαίωμα αναγωγής, εναντίον του, σύμφωνα με τα πιο πάνω ομόλογα, αφού αποσβέστηκε η οφειλή των επίδικων εγγυήσεων λόγω σύγχυσης προσώπων δανειστή (συνεγγυητή) και πρωτοφειλέτη στο πρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, αναφορικά με τη νομική βασιμότητα (ως προς τη βάση αυτή της ύπαρξης ή μη σύγχυσης) της ένδικης αγωγής δέχθηκε τα ακόλουθα, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 ν. 1386/1983 και 15 του ν. 2741/1999. Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι στην προκειμένη περίπτωση ο νόμος εισάγει ρητή εξαίρεση αξιώνοντας την επισημείωση των εγγυήσεων στα ομόλογα για την διατήρησή τους. Αντιθέτως για τη διατήρηση των εγγυήσεων, υποθηκών ή ενεχύρων και κάθε άλλης μορφής ασφαλειών των πιστωτών ο νόμος δεν θέτει οποιαδήποτε διατύπωση, αφού η διατήρησή τους οφείλεται στην θέληση του νομοθέτη και μάλιστα κατ' απόκλιση απ' όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 439, 475 και 864 του ΑΚ, δηλαδή χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή ή του κυρίου του πράγματος.. (ως προς την ερμηνεία του 10 παρ.1 ν. 1386/1983) και ακόμη ότι: "από τις διατάξεις του ν. 1386/1983 καθίσταται σαφές ότι οι εγγυήσεις που ο ενάγων αρχικά είχε παραχωρήσει υπέρ των προαναφερομένων εταιρειών προς την ΕΤΕ για την πληρωμή των χρεωστικών τους υπολοίπων μεταβιβάστηκαν υπέρ του Ο.Α.Ε. και για την πληρωμή των ομολόγων εκδόσεως του (ΟΑΕ). Αυτή η απαίτηση από τις εγγυήσεις μεταβιβάστηκε εκ του νόμου στον ΟΑΕ υπό τους όρους και προϋποθέσεις που είχαν αρχικά χορηγηθεί υπέρ της ΕΤΕ και όπως καθορίζονται από την αρχική εσωτερική σχέση που υπήρξε μεταξύ πρωτοφειλετριών εταιρειών και εγγυητή.
Συνεπώς το περιεχόμενο του αναγωγικού δικαιώματος του εγγυητή καθορίζεται από την παραπάνω αρχική σχέση αυτού (εγγυητή) και των αρχικά πρωτοφειλετριών εταιρειών, οι οποίες εκ του νόμου (Ν. 1386/83) υποκαταστάθηκαν από τον ΟΑΕ, τον οποίο τελικά, μετά το πέρας της εκκαθάρισης του διαδέχθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, ως ειδικός εκκαθαριστής, κατά τους όρους και τις πρόνοιες του αρθρ. 15 παρ. 2 του ν. 2741/1999 η δε ευθύνη του για τις υποχρεώσεις του ΟΑΕ εξικνείται μόνο μέχρι του ύψους του προϊόντος της εκκαθάρισης το οποίο εισέπραξε ως μέτοχος του ΟΑΕ και μέχρι της αξίας των μεταβιβαζομένων στοιχείων χωρίς να ευθύνεται ατομικώς για τα χρέη του, δηλαδή δεν υπάρχει ειδική διαδοχή στις υποχρεώσεις του, άρα δεν υπάρχει σύγχυση κύριας οφειλής και εγγύησης στο ίδιο πρόσωπο..." Όμως, με τις προαναφερθείσες παραδοχές, εφήρμοσε πλημμελώς τους πιο πάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Συγκεκριμένα: α) παρέθεσε απλώς τις πιο πάνω διατάξεις, όμως, παράλληλα παρέλειψε να παραθέσει και να ερμηνεύσει προς την κατεύθυνση της στήριξης της νομιμότητας ή μη της αγωγής, την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 39 παρ. 11 του ν. 2065/1992 και τη διάταξη του άρθρου 49 του ν. 1982/ 1990 (η οποία, ήδη, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και μνημονεύεται σε άλλο σημείο του αναιρετηρίου, συναφώς). Β) Δηλαδή το Δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του (βλ. γι' αυτό και ΑΠ 254/2003). Κατά τον τρόπο αυτό όμως, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και ο πρώτος λόγος αναίρεσης που προβάλλει το ίδιο πρέπει να γίνει δεκτός και ως βάσιμος (αναφορικά με την προσβαλλόμενη, γενικότερα, νομιμότητα της αγωγής.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα", νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 511/2003, ΑΠ 1253/2004). Για να υπάρξει λόγος για μη λήψη υπόψη αυτοτελούς ισχυρισμού, προϋποτίθεται: 1) να ασκεί αυτός ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά και να είχε προβληθεί από τον ίδιο τον ασκούντα την αναίρεση (ΑΠ 1398/1980, ΑΠ 572/1984) διάδικο, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 12/2010, Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 163/2004, ΑΠ 1255/2004), επί πλέον δε, να είναι και ο ίδιος νόμιμος (Ολ.ΑΠ 14/2004, Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 163/2004, ΑΠ 1255/2004). Για το ορισμένο του λόγου δε, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιά ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, παρά το νόμο, δεν λήφθηκαν ή λήφθηκαν υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας και ποιά επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 44/2003, ΑΠ 493/2002, ΑΠ 530/1992), ακόμη δε τα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός να προτάθηκε παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο (ΑΠ 44/2003, ΑΠ 885/1994). "Πράγματα", άρα, δεν αποτελούν τα πραγματικά νομικά επιχειρήματα των διαδίκων και γενικότερα, οι ισχυρισμοί τους, οι οποίοι υποβάλλονται διηγηματικά προς ευδοκίμηση της αγωγής ή στα πλαίσια της γενικής ή ειδικής άρνησής τους και αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ακόμη, σύμφωνα με η διάταξη του άρθρου 59 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Προϋποτίθεται εδώ, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και έλλειψη ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 147/2004, ΑΠ 446/2004). Ανεπάρκεια αιτιολογιών υφίσταται και όταν η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα (ΑΠ 343/2003, ΑΠ 865/2002, ΑΠ 426/1993). Ακόμη, όταν υπάρχουν ανεπαρκείς αιτιολογίες, δηλονότι, αν το δικαστήριο της ουσίας, στήριξε την κρίση του για θέμα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, σε περιστατικά που εκτίθενται μεν στην απόφασή του, δεν καλύπτουν, όμως, όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση αυτή, κανόνα δικαίου (σχ. ΑΠ 821/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 720/2003, ΑΠ 1448/2002, ΑΠ 1239/2002, ΑΠ 20/2006, ΑΠ 1537/2002, ΑΠ 463/2004). Δεν υφίσταται, όμως, έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 753/2004), και, κύρια, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, εφ' όσον αυτό εκτίθεται σαφώς και πλήρως (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995). Άρα, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα και όχι γιατί αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε, ούτε γιατί το δικαστήριο έδωσε μεγαλύτερη αξιοπιστία σε κάποιο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1547/1995).
Στην κρινόμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων προβάλλει, πλην άλλων, και τα ακόλουθα: ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπ' όψιν πραγματικό ισχυρισμό που είχε ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης, δηλαδή, ότι αντικαταστάθηκαν τα ομόλογα έκδοσης του ΟΑΕ με εκείνα έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου, σε πλήρη εξόφληση των πρώτων, ληγμένων ή μη χωρίς να υπάρχει αναφορά, ότι τα τελευταία ομόλογα είχαν, για εξασφάλιση και την εγγύηση που είχε δώσει υπέρ των τριών πρωτοφειλετριών εταιρειών. Όμως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν αναφέρεται, όπως έπρεπε, ότι ο ισχυρισμός αυτός εκτέθηκε νόμιμα στο Εφετείο και, άρα πρέπει ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε, και τα' ακόλουθα: "Έσφαλε συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την υπ' αριθμ. 4091/2007 οριστική απόφαση του έκρινε την αγωγή νόμιμη και ακολούθως την έκανε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη κατά την κύρια βάση της, όπως βάσιμα παραπονείται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με την ένδικη έφεσή του. Δεδομένου δε ότι το νόμιμο της αγωγής ελέγχεται και αυτεπάγγελτα από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δηλαδή ακόμη και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου εκ μέρους του εκκαλούντος-εναγόμενου, λόγω του κατ' άρθρον 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (βλ. ΑΠ 1544/1980, ΝοΒ 29/878, ΑΠ 1216/1997, ΕλΔ/νη 39, 573) πρέπει η ένδικη έφεση να γίνει δεκτή και στην ουσία της, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και στη συνέχεια, αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο να απορριφθεί η ένδικη αναγνωριστική αγωγή ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη για την επικουρική βάση της (άρθρ. 10 ν. 1386/ 1983, 439, 847, 850 ΑΚ, 20 ΚΠολΔ), διότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα πρακτικά με την 4091/07 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι δεν αποδείχθηκε ότι είναι άκυρα τα εν λόγω ομόλογα που εκδόθηκαν από τον ΟΑΕ και παραδόθηκαν στην ΕΤΕ, ενώ αποδείχθηκε όχι σημειώθηκαν νομίμως αυτές (εγγυήσεις) επί των προαναφερομένων ομολόγων με αποτέλεσμα την διατήρηση τους και επομένως ο ενάγων δεν ελευθερώθηκε από τις εκτιθέμενες εγγυήσεις λόγω ακυρότητάς των.
Συνεπώς πρέπει με βάση τα παραπάνω να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αγωγή". Μόνη, όμως, η, εντελώς συνοπτική αναφορά, ότι "αποδείχθηκε, ότι ... σημειώθηκαν νομίμως αυτές (εγγυήσεις), επί των προαναφερθέντων ομολόγων, με αποτέλεσμα τη διατήρησή τους ...", δεν αποτελεί παράθεση ανεπαρκούς αιτιολογίας, εφ' όσον προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια και δεν υφίσταται ασάφεια στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος. Άρα, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, που εκθέτει τα αντίθετα (πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Διευκρινίζεται, πως το Εφετείο έκρινε για την ουσία των επικουρικών βάσεων της αγωγής, εφ' όσον, έκανε δεκτή των έφεση και, στη συνέχεια, έκρινε την αγωγή (ΑΠ 1216/1997).
ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., καθιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Το τελευταίο έχει την έννοια ότι το δικαστήριο παρέλειψε ν' αποφανθεί για κάποιο κύριο ή παρεπόμενο αίτημα, εφ' όσον αυτό είχε υποβληθεί νόμιμα. Ως αίτημα νοείται, εκείνο που αφορά ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης, δηλαδή είναι αυτοτελές, αποτελεί αυτοτελή αίτηση δικαστικής προστασίας, η οποία δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης και εκκρεμοδικία (ΑΠ 505/2000, ΑΠ 382/2002, ΑΠ 1143/2003, ΑΠ 132/2004). Ως αδίκαστη αίτηση θεωρείται εκείνη που στηρίζεται σε περισσότερες σωρευόμενες βάσεις, όταν δεν ερευνήθηκαν όλες (ΑΠ 742/2003 βλ. για κρίση του Εφετείου, μετά την εξαφάνιση της κύριας βάσης, για την, εκ μέρους, εξέταση των επικουρικών ΑΠ 1140/2000, ΑΠ 198/2004). Δεν αφορά, όμως, ο λόγος αυτός ενστάσεις ή αντενστάσεις, οι οποίες υπάγονται στο λόγο του άρθρου 559 αρ. 8 (ΑΠ 383/2002, ΑΠ 1002/2003, ΑΠ 350/2004). Ακόμη, δεν καθιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν τα αιτήματα αφορούν νομικά ή πραγματικά ζητήματα (ΑΠ 1239/1999), ή το νομικό του χαρακτηρισμό (ΑΠ 724/2000) ή σε εσφαλμένη μη λήψη ή μη εξέταση αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1181/1999, ΑΠ 28/2005), ή ζητήματα που εξετάζονται αυτεπάγγελτα (ΑΠ 545/1993, ΑΠ 265/2000, ΑΠ 1135/1989). Πρέπει, πάντως, για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω λόγος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο, τί ακριβώς, επιδικάστηκε χωρίς αίτηση, ποιά αίτηση έμεινε αδίκαστη και ότι αυτή υποβλήθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 551/1988, ΑΠ 1682/2000, ΑΠ 44/2003, ΑΠ 1834/2001). Με την ένδικη αγωγή του, ο αναιρεσείων είχε αναφέρει πως τα επίδικα ομόλογα δεν καλύπτονταν από τις εγγυήσεις του, πλην άλλων, και γιατί μέρος των οφειλών των πιο πάνω εταιρειών, ο ίδιος εξ αρχής δεν είχε εγγυηθεί. Αντίθετα, τα εκδοθέντα από τον ΟΑΕ ομόλογα, κάλυπταν μέρος μόνο των μετοχοποιηθεισών απαιτήσεων. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την πιο πάνω απόφασή του, δεν αποφάνθηκε για το αίτημα αυτό (βάση της αγωγής), και, συνακόλουθα, υπέπεσε στην από το άρθρο 519 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, και οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης που προβάλλουν τα παραπάνω (παράλληλα, επί πλέον, αβάσιμα όμως, την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.
IV. Όταν το αίτημα της αγωγής μπορεί να ικανοποιηθεί και αυτεπάγγελτα, δεν συντρέχει περίπτωση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 λόγου αναιρέσεως (ΑΠ 1464/1992). Συνακόλουθα, οι έκτος και έβδομος λόγοι αναίρεσης που προβάλλουν, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 9 Κ.Πολ.Δ. γιατί δεν αποφάνθηκε, για το αν οι Υπουργικές Αποφάσεις, που οριοθέτησαν το θέμα της απόκτησης μετοχών από την ΕΤΕ και, στη συνέχεια, της επιστροφής μέρους αυτών στον ΟΑΕ με απόκτηση ομολόγων αντίστοιχης αξίας, είναι εκτός της νομικής εξουσιοδότησης που δόθηκε, από το νόμο, και, άρα παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 43 του Συντάγματος, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, δεν εκτίθεται ότι τα σχετικά θέματα προτάθηκαν και πώς στο δικαστήριο της ουσίας.
V. Με τους όγδοο και ένατο λόγους της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων εκθέτει, ότι: α) το Εφετείο δεν έκρινε για την αντισυνταγματικότητα (άρθρα 4 παρ. 1 και 17 παρ. 2 του Συντάγματος) και την αντίθεση προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ της διάταξης του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 1386/1983 και δεν έκρινε, πώς, έχει απελευθερωθεί από τις εγγυήσεις του. Όμως, για τον αναφερόμενο αμέσως παραπάνω λόγο, αφού τα θέματα αυτά ερευνώνται αυτεπάγγελτα, δεν στηρίζονται οι προβαλλόμενες στους παραπάνω λόγους αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 9 Κ.Πολ.Δ. και οι πιο πάνω λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Σε κάθε περίπτωση όμως οι προαναφερθείσες διατάξεις, οι οποίες μνημονεύονται στους προεκτεθέντες λόγους αναίρεσης, δεν αντίκεινται στις διατάξεις του Συντάγματος και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο (Β. Μπακόπουλος, Εισήγηση στην Ολομέλεια του ΣτΕ, ολ.ΣτΕ 1095/1987, βλ. αποφάσεις ΔΕΚ σε υπόθεση Καρελά κατά ΥΒΕΤ και ΟΑΕ C19/1990 και C20/1990 Υπόθεση Kerafina - Keramische und Finanz - Holding και Βιοκτηματική C-134 και C-135/191).
VI. Περαιτέρω, εκτέθηκε στην αγωγή, ότι τα επίδικα ομόλογα είναι άκυρα, γιατί τα υπέγραφε ο τότε Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. του ΟΑΕ, χωρίς να έχει σχετική αρμοδιότητα, δεν υπήρξε δε απόφαση της Γεν. Συνέλευσης. Σχετικά, όμως, για την παραπάνω βάση της αγωγής, δεν έκρινε το Εφετείο, και, άρα ο δέκατος λόγος της αναίρεσης, που επικαλείται την από το άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος.
VII. Ο αναιρεσείων, με έτερη βάση της αγωγής του, πρόβαλε, πως είχε απελευθερωθεί από την υποχρέωση εγγύησης, διότι η ΕΤΕ, όταν παρέλαβε τα ομόλογα που εξέδωσε το Ελληνικό Δημόσιο, ανέλαβε την υποχρέωση να άρει και όχι να μεταβιβάσει στο Δημόσιο τα βάρη των πρωτοφειλετριών εταιρειών και δεν προβλέφτηκε διατήρηση των εγγυήσεων των νέων ομολόγων. Το Εφετείο, όμως, ερευνώντας την αγωγή, δεν έκρινε συναφώς, και, έτσι πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο ενδέκατος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 9 πλημμέλεια.
VIII. Με τον δωδέκατο λόγο της αναίρεσής του ο αναιρεσείων εκθέτει, ότι, πρόβαλε με την αγωγή του, ότι η πιο πάνω Υπουργική Απόφαση έγινε καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης, και, άρα, η δοθείσα από το Ελληνικό Δημόσιο εγγύηση είναι άκυρη. Ακόμη, ότι το αναιρεσίβλητο, για τους στην αγωγή αναφερόμενους εκτενώς λόγους δεν έχει δικαίωμα αναγωγής εναντίον του. Και επ' αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση ουδέν διέλαβε, και, άρα, ο τα ίδια εκθέτων παραπάνω λόγος αναίρεσης (πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Διευκρινίζεται δε, πως η βάση του πιο πάνω λόγου είναι διαφορετική από εκείνη που προηγούμενα κρίθηκε, ως απορριπτέα.
IΧ. Με, άλλη, βάση της αγωγής του, ο αναιρεσείων εξέθεσε, ότι η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 1386/1983, όταν εκδόθηκαν τα νέα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (5.8.92 και 16.12.1997), είχε καταργηθεί με τη διάταξη του άρθρου 49 του ν. 1882/1990. Εφ' όσον δε η, προσβαλλόμενη απόφαση δεν έκρινε σχετικά, και ο δέκατος τρίτος λόγος της αναιρέσεως (παράβαση της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ.) είναι βάσιμος.
Χ. Με τον πρώτο, πρόσθετο λόγο αναίρεσης (από 12.11.2009 πρόσθετοι λόγοι), ο αναιρεσείων εκθέτει, πως το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.1 προβλεπόμενη πλημμέλεια, αφού δέχτηκε την ύπαρξη της εγγυητικής ευθύνης του, σύμφωνα με τις σκέψεις, οι οποίες στην αρχή της παρούσας αναφέρονται, ενώ τούτο δεν ήταν νόμιμο, διότι με το άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 1386/1983 ήταν αδύνατον να μεταβιβάστηκαν οι εγγυήσεις στον ΟΑΕ "υπό τους όρους και προϋποθέσεις, που είχαν χορηγηθεί αρχικά υπέρ τη ΕΤΕ. Κι αυτό γιατί με την μετοχοποίηση οι αρχικές οφειλές αποσβέστηκαν και, λογικά, θα έπρεπε να αποσβεστούν και οι δικές του εγγυήσεις. Δεν τον συνδέει δε κάποια εσωτερική σχέση με τον νέο πρωτοφειλέτη. Εδώ, πρέπει να παρατηρηθεί, ότι ο πιο πάνω λόγος, συνέχεται, κατά λογική και νομική ακολουθία, με τα αναφερόμενα στον πρώτο και δεύτερο λόγο αναίρεσης και για την ενότητα των εκεί αναφερόμενων παραδοχών, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, σύμφωνα όμως, με όσα στην οικεία θέση παρατέθηκαν, για τους προαναφερθέντες εκεί λόγους.
ΧΙ. Ο αναιρεσείων, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους των πιο πάνω πρόσθετων λόγων, εκθέτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στις πλημμέλειες τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 1 και 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. Εφ' όσον το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε στις υποχρεώσεις του ΟΑΕ, μετά την θέση σε εκκαθάριση του τελευταίου, άρα και στις υποχρεώσεις έναντι της ΕΤΕ, από τα ομόλογα που εξέδωσε, αφορά μόνο τις καταβολές που διενήργησε το Δημόσιο προς την ΕΤΕ, σε εξόφληση των ομολόγων του ΟΑΕ, υπό την ιδιότητα του εγγυητή, πριν, άρα, από τη ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 11 του ν. 2065/1992. Όσον αφορά την από το άρθρο 559 αρ. 1 πλημμέλεια, ικανά αναφέρθηκαν στην αντιμετώπιση των πρώτου και δεύτερου λόγου αναίρεσης, δεδομένου ότι και τα εδώ προβαλλόμενα, αναφέρονται στη "νομική διαδρομή" του επίδικου χρέους και, αντίστοιχα των συναφών εγγυήσεων. Το αυτό, και για το θέμα του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., δοθέντος, ότι πρόκειται για νομικό ισχυρισμό, αυτοτελή, που δεν προβάλλει, απλά, άρνηση της εγγυητικής ευθύνης, αλλά διαφοροποιεί την τελευταία, με βάση τις προβαλλόμενες σ' αυτόν νομικές αξιολογήσεις, κατά τα προεκτεθέντα. Εφ' όσον, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έκρινε σχετικά, και οι ερευνώμενοι δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, ο στη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 στηριζόμενος, όμως σε σχέση με τα μνημονευόμενα για τον πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης, προς τους οποίους είναι συναφής.
ΧΙΙ. Αναφορικά με τους από 5.2.2010 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, πρέπει να παρατεθούν τα εξής: 1) ο πρώτος πρόσθετος λόγος, όπως ο ίδιος ο αναιρεσείων εκθέτει αποτελεί "ανάπτυξη και αποσαφήνιση του πρώτου σκέλους του πρώτου και του δεύτερου λόγου του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης". Κατά ταύτα, για την ενότητα της παρούσας, πρέπει, στα πλαίσια των όσων έγιναν για τους παραπάνω λόγους δεκτά, να γίνει δεκτός ως βάσιμος, 2) κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, πλην άλλων, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη, όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης καθ' ενός ξεχωριστά, εφ' όσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της προκύπτει, αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 853/2006, ΑΠ 694/2003 βλ. και ΑΠ 918/2006). Στον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, εκτίθενται: α) κατά το πρώτο σκέλος του, ότι με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες του το Εφετείο απέρριψε μία από τις επικουρικές βάσεις της αγωγής του, δεχόμενο, πλην άλλων, πως "...αποδείχτηκε ότι σημειώθηκαν νομίμως αυτές (εγγυήσεις) επί των προαναφερόμενων ομολόγων, με αποτέλεσμα τη διατήρησή τους ...". Όμως, σύμφωνα με όσα σε προηγούμενη σκέψη της παρούσας εκτέθηκαν και τα οποία ισχύουν και, εν προκειμένω, η προαναφερθείσα αιτιολογία, είναι ασαφής. Δεν διευκρινίζεται όπως θα έπρεπε, η έννοια του όρου "νομίμως" εν όψει και των όσων ο αναιρεσείων είχε διαλάβει, σχετικά, στο δικόγραφο της αγωγής του, ούτε αιτιολογείται επαρκώς από ποιόν και κατά ποίο τρόπο έλαβε χώρα η σχετική σημείωση. Συνακόλουθα, αποκλείεται η δυνατότητα αναιρετικού ελέγχου, και ο προβάλλων την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. σχετικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Περαιτέρω, όμως, το Εφετείο, δέχεται πως, για την ουσιαστική κρίση του, έλαβε υπόψιν "... τις καταθέσεις των μαρτύρων ... και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι ..." το ότι υπάρχει η συγκεκριμένη διατύπωση στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έχει την έννοια, ότι δεν λήφθηκαν υπ' όψιν τα ένδικα ομόλογα, ή, σε κάθε περίπτωση, δεν έλαβε αποκλειστικά υπόψη τα ομόλογα αυτά, για τις σ' αυτά εγγραφές. Άρα, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο οποίος προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 11 πλημμέλεια, πρέπει ν'απορριφθεί, ως αβάσιμος, 3) με, επικουρική, βάση της αγωγής του, ο αναιρεσείων εξέθεσε ότι, εφ' όσον, από τη θέση σε ισχύ της πιο πάνω Υπουργικής Απόφασης, με βάση την οποία το αναιρεσίβλητο εξόφλησε την ΕΤΕ, έπαυσαν να υπάρχουν οι εγγυήσεις που είχε παραχωρήσει υπέρ των προβληματικών εταιρειών, για τους λόγους που στο δικόγραφο της αγωγής του αναλυτικά εξέθεσε (δεν διέλαβε τούτο η Υπουργική Απόφαση, δεν προβλέπονταν από το Νόμο, δεν μπορούσαν να διατηρηθούν χωρίς τη συναίνεσή του). Όταν δε το Ελληνικό Δημόσιο εξόφλησε την ΕΤΕ, δεν είχε δικαίωμα αναγωγής εναντίον του, γιατί ήταν εκδότης των ομολόγων. Επ' αυτού όμως δεν έκρινε, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, η προσβαλλόμενη απόφαση, και επομένως, ως προς αυτό, υφίσταται η από το άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και το σχετικό σκέλος του πιο πάνω πρόσθετου λόγου αναίρεσης, είναι βάσιμο. Ακόμη, με έτερο σκέλος του ίδιου λόγου των παραπάνω προσθέτων λόγων, ο αναιρεσείων εκθέτει, για τους σ' αυτή, αναλυτικά, παρατιθέμενους λόγους, ότι με τα ένδικα ομόλογα, και, συγκεκριμένα εκείνα του ΟΑΕ, που είχαν λήξει πριν από τις 10.6.1992 και εξοφλήθηκαν από το αναιρεσίβλητο στις 5.8.1992 δεν υφίσταται υποκατάσταση του τελευταίου, με την εξόφληση, στα δικαιώματα της ΕΤΕ. Και επ' αυτού δεν αποφάνθηκε το Εφετείο και είναι βάσιμος (άρθρ. 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ.), ο πιο πάνω τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, 4) Ωσαύτως, ο αναιρεσείων πρόβαλε με την αγωγή του 1) ότι το αναιρεσίβλητο δεν έχει δικαίωμα αναγωγής εναντίον του, σε περίπτωση που εξόφλησε ως εγγυητής τα ομόλογα που ο ΟΑΕ έδωσε, έναντι μετοχών, στην ΕΤΕ, διότι αυτός δεν ήταν συνεγγυητής των ομολόγων αυτών, για τους εκεί μνημονευόμενους λόγους, 2) ότι πρέπει να αναγνωριστεί η ακυρότητα των ομολόγων και η έλλειψη δικαιώματος υποκατάστασης του αναιρεσιβλήτου με βάση αυτά, για τους λόγους που, εκτενώς εκτίθενται (αιτιάσεις συναφείς με εκείνες που αναφέρονται σε λόγους αναίρεσης, που προεκτέθηκαν), 3) ότι, αφού όλες οι μετοχές, που αφορούσαν κεφαλαιοποίηση απαιτήσεων της ΕΤΕ, ορίστηκε, με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, πως θα περιέλθουν σ' αυτήν, όπως και περιήλθαν, αρχικά, αποσβήστηκαν οριστικά, όχι μόνο οι απαιτήσεις που κεφαλαιοποιήθηκαν, αλλά και οι εγγυήσεις που την διασφαλίζουν, έτσι ώστε δεν μπορούσαν πλέον να ισχύσουν τα επίδικα ομόλογα, τα οποία εξέδωσε ο ΟΑΕ, και, στη συνέχεια, τα παρέδωσε στην ΕΤΕ, έναντι μετοχών, 4) ότι, στις Υπουργικές Αποφάσεις, με τις οποίες κεφαλαιοποιήθηκαν οι απαιτήσεις της ΕΤΕ κατά των πιο πάνω εταιρειών, δεν γίνεται κάποια αναφορά για τη διατήρηση των προσωπικών του εγγυήσεων, και, άρα, οι εγγυήσεις που αποσβήστηκαν. Για όλα τα προαναφερόμενα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έκρινε, κατά την έρευνα της αγωγής, και, άρα, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, και, συνακόλουθα είναι νόμιμοι οι τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Εδώ σημειώνονται και τα ακόλουθα: Α) οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης μπορεί να ασκηθούν με διαδοχικά δικόγραφα, υπό την προϋπόθεση, ότι τηρείται η προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία συζήτησης και Β) κεφάλαια που αναγκαστικά συνέχονται με τα αρχικά, όσα, δηλαδή, έχουν ήδη, προσβληθεί με το αναιρετήριο, είναι όσα προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία, υπό την εκτέλεση της ίδιας έννομης σχέσης (ΑΠ 468/1991). Απόφαση δε που περιέχει περισσότερα κεφάλαια, είναι και εκείνη, που στηρίζει το αγωγικό αίτημα σε περισσότερες πραγματικές βάσεις. Μετά απ' αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στα πλαίσια των δεκτών γενόμενων, ως βασίμων αναιρετικών λόγων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρ. 580 αρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου λόγω της ήττας του (άρθρ. 106, 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το μέτρο του άρθρου 22 του ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 4231/2008 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος από τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: