Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2017

Α.Π. 676/2017 - Ανθρωποκτονία από αμέλεια - Η ένορκη βεβαίωση η οποία δίδεται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά τις προβλέπουσες αυτήν διατάξεις θεωρείται έγγραφο κατ άρθρο 364 ΚΠοινΔ και όχι ως ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά το άρθρο 365 ίδιου Κώδικα, για το λόγο αυτό δεν μνημονεύεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αφού περιλαμβάνεται στα έγγραφα

ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
Ανθρωποκτονία από αμέλεια
Έτος: 2017
Νούμερο: 676
Η ένορκη βεβαίωση η οποία δίδεται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά τις προβλέπουσες αυτήν διατάξεις θεωρείται έγγραφο κατ άρθρο 364 ΚΠοινΔ και όχι...
ως ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά το άρθρο 365 ίδιου Κώδικα, για το λόγο αυτό δεν μνημονεύεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αφού περιλαμβάνεται στα έγγραφα.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή και Μαρία Παπασωτηρίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Π. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ 479/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. .../5-10-2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 30-9-2016 (αριθμ. πρωτ. .../5.10.2016) αίτηση του Ε. Π. του Δ. για αναίρεση της υπ’ αριθμό 479/2016 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 1 και 3, 474 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠοινΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα του προβαλλόμενου με αυτή μοναδικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ λόγου αναίρεσης.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 ΠΚ, ‘ ‘ όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών’ ‘ , κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ, ‘ ‘ από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν’ ‘ . Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Περαιτέρω, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 28 ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν αυτό ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Ενόψει της διάκρισης αυτής το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα ανωτέρω δύο είδη της αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι, αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠοινΔ.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης.

ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την οποία ανέστειλε για μια τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δκάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), δέχθηκε, αναιρετικώς ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...στις 23 Απριλίου 2009 και περί ώρα 10.30 η Α. Μ. βάδιζε πεζή επί του αγροτικού δρόμου στη θέση ‘ ‘ ...’ ‘ του Δ.Δ. ... Ηρακλείου, με κατεύθυνση από την εκκλησία του ... προς το χωριό ... Ο δρόμος επί του οποίου κινούταν ήταν χωματόδρομος πλάτους 2.80 μ. Ειδικότερα η πεζή βάδιζε με τη συγχωριανή της Ν. Δ. στη δεξιά πλευρά του δρόμου η μία πίσω από την άλλη (μπροστά η Δ. και πίσω η Μ.). Κατά τον ίδιο χρόνο και την ίδια διεύθυνση με αυτές έβαινε ο κατηγορούμενος οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτ/τα, χωρίς να είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη άδεια ικανότητας. Οι πεζές αντιλήφθηκαν την κίνηση της μηχανής πλην όμως δε σταμάτησαν να βαδίζουν. Ο κατηγορούμενος προσπέρασε αυτές και μη επιδεικνύοντας την απαιτούμενη προσοχή που έπρεπε να έχει κατά τις περιστάσεις και μη έχοντας τον απόλυτο έλεγχο του οχήματός του, καθώς ο δρόμος ήταν χωματόδρομος με ανώμαλη υφή και πέτρες στο έδαφος, περνώντας από το πλάι της Α. Μ., προσέκρουσε αυτή με το όχημά του. Η τελευταία έπεσε στο έδαφος και από την πρόσκρουση της κεφαλής της στο έδαφος και στις πέτρες που υπήρχαν σ’ αυτό, υπέστη πολλαπλά τραύματα και κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ενώ νοσηλευόμενη στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Ηρακλείου κατέληξε την 7-9-2009, με τελειωτικό σύμπτωμα καρδιακή ανακοπή συνεπεία του οδικού τροχαίου δυστυχήματος.

Συνεπώς ο κατηγορούμενος μετά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής, ανεξαρτήτως της συνυπαιτιότητας της θανούσας η οποία ελλείψει ερείσματος, όφειλε να βαδίζει όσον το δυνατόν πλησιέστερα προς το άκρο του οδοστρώματος και αντιθέτως προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας.". Ακολούθως το ως άνω δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για το ότι: "στη θέση "..." του Δ.Δ. ... Ηρακλείου, την 23η Απριλίου 2009 και περί ώρα 10.30, όντας οδηγός οδικού οχήματος και υποχρεωμένος για το λόγο αυτό σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη προσοχής κατά την οδήγηση, που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε το θανάσιμο τραυματισμό άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παρακάτω πράξη του. Συγκεκριμένα, οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτ-τα, χωρίς να είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη άδεια ικανότητας για την οδήγησή της, και βαίνοντας με αυτή σε αγροτική οδό, με κατεύθυνση προς το χωριό ..., ένεκα της απειρίας του περί την οδήγηση και επειδή δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγησή της (άρθρ. 12 παρ 1 Ν. 2696/1999), δεν αντελήφθη έγκαιρα, παρότι οι συνθήκες το επέτρεπαν, δεδομένου ότι υπήρχε φως ημέρας, έβαινε σε ευθεία οδό, με πλάτος οδοστρώματος, που ήταν ξηρό, 2,80 μ., και η ορατότητα του δεν περιοριζόταν, ώστε να διέλθει με το όχημά του από το ελεύθερο τμήμα της οδού, τις πεζές Μ. Α. του Ν., γεν. το έτος 1942 και Δ. Ν. του Μ., οι οποίες βάδιζαν, η μία δίπλα στην άλλη, στο δεξιό άκρο της οδού, η πρώτη αριστερά της δεύτερης, έχοντας την ίδια κατεύθυνση (προς ...). Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να προσκρούσει με το όχημά του επί της Μ. Α., η οποία από την πτώση της στο έδαφος και την πρόσκρουση της κεφαλής της σε πέτρες που υπήρχαν σ’ αυτό υπέστη πολλαπλά τραύματα και κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ενώ, νοσηλευόμενη στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Ηρακλείου κατέληξε την 7-9-2009, με τελειωτικό σύμπτωμα καρδιακή ανακοπή συνεπεία του οδικού τροχαίου δυστυχήματος. Το αποτέλεσμα δε αυτό ο κατηγορούμενος δεν προέβλεψε ως δυνατόν.".

IV. Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, το δίκασαν Εφετείο α) εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία συνίσταται στο ότι οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του χωρίς τη απαιτούμενη άδεια, εξαιτίας δε της απειρίας του περί την οδήγηση δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, με συνέπεια να προσκρούσει και παρασύρει την κινούμενη προς την ιδία κατεύθυνση πεζή, Α. Μ., και να προκαλέσει την πτώση της στο έδαφος, εξαιτίας της οποίας υπέστη αυτή κρανιοεγκεφαλική κάκωση, από την οποία, ως μόνη ενεργό αιτία, επήλθε και ο θάνατός της, β) αιτιολόγησε με επαρκείς και πειστικές σκέψεις τον μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος αιτιώδη σύνδεσμο. Επιπλέον, εξέθεσε με σαφήνεια, ότι συνέτρεξε εν προκειμένω μη συνειδητή αμέλεια από την πλευρά του αναιρεσείοντος, με τις παραδοχές του διατακτικού, που συμπληρώνει το σκεπτικό ότι αυτός δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του. Η παράλειψη αναφοράς της ταχύτητας κίνησης της μοτοσυκλέτας, της έλλειψης βλάβης αυτής και των ιχνών πρόσκρουσης αυτής στο σώμα της θανούσας πεζής, καθώς και των κακώσεων στο σώμα της τελευταίας από την επαφή της με τη μηχανή, δεν προκαλεί ασάφεια ούτε δημιουργεί αντίφαση, καθόσον η εκφρασθείσα στην προσβαλλόμενη απόφαση τελική παραδοχή είναι ότι ο θάνατός της προκλήθηκε από την πρόσκρουση σ’ αυτήν και την παράσυρσή της κατά την προσπέρασή της από τη μηχανή και την επακολουθήσασα εξαιτίας αυτής πτώση της στο πετρώδες έδαφος και την πρόσκρουση της κεφαλής της σ’ αυτό, μετά την οποία υπέστη πολλαπλά τραύματα και κρανιοεγκεφαλική κάκωση, για τα οποία νοσηλευόμενη στο Νοσοκομείο Ηρακλείου κατέληξε από ανακοπή καρδιάς συνεπεία του εν λόγω οδικού τροχαίου ατυχήματος.

Περαιτέρω, το αναφερόμενο στο σκεπτικό γεγονός, ότι ο αναιρεσείων δεν είχε απόλυτο έλεγχο του οχήματός του, καθώς ο δρόμος ήταν χωματόδρομος με ανώμαλη υφή και πέτρες στο έδαφος, δεν είναι αντιφατικό προς εκείνο που καταγράφεται στο διατακτικό, ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν εφοδιασμένος με άδεια ικανότητας για την οδήγηση της μηχανής και βαίνοντας στην εν λόγω αγροτική οδό ένεκα της απειρίας του περί την οδήγηση αυτής δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του σε αυτή με συνέπεια να μην αντιληφθεί έγκαιρα την παρασυρθείσα πεζή. Και τούτο διότι οι παραπάνω παραδοχές συμπορεύονται και αλληλοσυμπληρώνονται, χωρίς να δημιουργούν ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά. Προσέτι το γεγονός, ότι στο μεν σκεπτικό αναφέρεται, ότι η πεζή, που κτυπήθηκε από τη μηχανή, συνοδοιπορούσε με την εκεί συγχωριανή της στη δεξιά πλευρά του δρόμου "η μία πίσω από την άλλη", στο δε διατακτικό, ότι αυτές συμβάδιζαν "η μία δίπλα στην άλλη", μόνο φαινομενικά συνιστά αντίφαση και δεν είναι ικανό να δημιουργήσει κενό ή ασάφεια, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, διότι, σε κάθε περίπτωση, η βασική παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας είναι, όπως προαναφέρθηκε, ότι η παθούσα, ανεξάρτητα από τη θέση που κατείχε στο δεξιό άκρο της οδού σε σχέση με την συνοδοιπορούσα μετ’ αυτής συγχωριανή της, κατά την προσπέρασή της από τη μηχανή και μετά την πρόσκρουση της τελευταίας σε αυτήν, παρασύρθηκε και από τα πολλαπλά τραύματα και την κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη από την πτώση και πρόσκρουση της κεφαλής της στο πετρώδες έδαφος κατέληξε νοσηλευόμενη στο άνω Νοσοκομείο από καρδιακή ανακοπή συνεπεία του εν λόγω οδικού τροχαίου ατυχήματος. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε: α) να προβεί σε αναλυτική παράθεση του τι προέκυψε από καθένα από τα αποδεικτικά μέσα χωριστά, β) να αναφέρει ειδικά την έκθεση αυτοψίας στο αιτιολογικό της απόφασης, γ) να περιλάβει τις ένορκες βεβαιώσεις ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην απόφαση και δ) να αναγνώσει την εκκαλούμενη απόφαση και τις ένορκες καταθέσεις που περιέχονταν σ’ αυτήν προκαλώντας ακυρότητα της διαδικασίας, είναι αβάσιμες και απορριπτέες: 1) ως προς την υπό στοιχείο α’ αιτίαση, διότι αρκούσε η γενική, κατά το είδος τους, παράθεση των αποδεικτικών μέσων και η διαβεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες - έγγραφα), χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση του τι προέκυψε από καθένα από αυτά χωριστά, 2) ως προς την υπό στοιχείο β’ αιτίαση, διότι η έκθεση αυτοψίας, που συντάχθηκε από την αστυνομία για τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, κατά την αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση, δεν αποτελούσε ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να απαιτείται η ειδική αναφορά αυτού στο αιτιολογικό της απόφασης για να προκύπτει η διερεύνηση και η αξιολόγησή του, 3) ως προς την υπό στοιχείο γ’ αιτίαση, διότι κατά το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ, "κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία είναι α) οι ενδείξεις, β) η αυτοψία, γ) η πραγματογνωμοσύνη, δ) η ομολογία του κατηγορουμένου, ε) οι μάρτυρες και στ) τα έγγραφα", ως έγγραφο δε που περιέχει την εκτός δίκης μαρτυρία τρίτου θεωρείται και η ένορκη βεβαίωση τούτου, η οποία δίδεται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά τις προβλέπουσες αυτήν διατάξεις, γι’ αυτό ορθώς η ένορκη βεβαίωση της Μ. Α. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ρεθύμνου διαβάσθηκε στο ακροατήριο κατά το άρθρο 364 ΚΠοινΔ ως έγγραφο και όχι ως ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά το άρθρο 365 ίδιου Κώδικα, και ορθώς δεν μνημονεύτηκε ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αφού περιλαμβάνεται στα έγγραφα 4) ως προς την υπό στοιχείο δ’ αιτίαση, διότι από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. α` και γ` του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υπόθεσης, εφόσον ο εκκαλών εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου στην περίπτωση του άρθρου 340 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, ενώ η μη ανάγνωση των πρακτικών αυτών της πρωτοβάθμιας δίκης δεν επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας, εφόσον αυτή δεν απαγγέλλεται ρητά από το άρθρο 170 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, ούτε και ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός εάν ζητήθηκε η ανάγνωση αυτών από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά στην αίτηση που υποβλήθηκε για τον σκοπό αυτόν, οπότε υπάρχει έλλειψη ακρόασης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του ΚΠοινΔ, όμως στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων ή ο συνήγορός του δεν υπέβαλε αίτημα ανάγνωσης των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και το δικαστήριο δεν αρνήθηκε ούτε παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά σε τέτοια αίτηση. Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, ο από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχείο Δ ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της κύριας επί της ενοχής απόφασης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 4 του Π.Κ. "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης, με ειδική σκέψη του για την επιβολή της ποινής αυτής, έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα της πράξης και την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση, δεν ήταν δε υποχρεωμένο να διαλάβει στην απόφασή του αυτή άλλη ειδικότερη αιτιολογία. Οι γενόμενες από προφανή παραδρομή αναφορές, κατά την έκθεση των προσδιοριζόντων, γενικά, τη βαρύτητα του εγκλήματος στοιχείων, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη, εκτός άλλων, διαζευκτικώς, "την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμελείας του κατηγορουμένου" και στη συνέχεια, κατά την έκθεση των στοιχείων για την εκτίμηση της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος, μεταξύ άλλων, "και ιδίως την μετάνοια που επέδειξε ...", δεν γεννούν ασάφειες και αντιφάσεις, αφού η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων διώκεται εξ αμελείας και το Δικαστήριο στην αναπτυχθείσα στο σκεπτικό αιτιολογία για την ενοχή δικαιολόγησε τη συνδρομή του στοιχείου της μη συνειδητής αμέλειας στο πρόσωπο του και ουδόλως δέχτηκε ότι αυτός ενήργησε από δόλο και επομένως εκ παραδρομής παρέμειναν οι παραπάνω φράσεις και δεν διαγράφηκαν από το έντυπο σκεπτικό.

Επομένως, η από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ μερικότερη αναιρετική αιτίαση, με την οποία, κατ’ ορθή εκτίμηση, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περί ποινής διατυπώνεται, ως εκ της ως άνω αναφοράς, αντιφατική κρίση του Δικαστηρίου κατά την επιμέτρηση της επιβλητέας ποινής και ότι συνεκτιμήθηκαν περιστάσεις και καταστάσεις, που κατά το άρθρο 79 ΠΚ δεν είναι προσήκουσες και συνεκτιμητέες για την κρινόμενη περίπτωση και ότι έτσι καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη ερμηνείας και εφαρμογής της διάταξης του άνω άρθρου 79 ΠΚ, αναφορικά με την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση του περιεχομένου των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της αναιρετικά ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι. Ομοίως δε απαράδεκτες είναι οι αιτιάσεις που περιλήφθηκαν σε έγγραφα εκτός του δικογράφου της αναίρεσης.

V. Κατ’ ακολουθίαν, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2016 (αριθμ. πρωτ. .../5.10.2016) αίτηση του Ε. Π. του Δ. για αναίρεση της υπ’ αριθμό 479/2016 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2017.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Π. 676/2017

Δεν υπάρχουν σχόλια: