
Αναστολή κατά προστίμου αδήλωτης εργασίας σε εκπρόθεσμη προσφυγή
Έτος: 2017
Νούμερο: 1025
Δεκτή η αναστολή κατά προστίμου αδήλωτου εργαζομένου επί εκπρόθεσμης προσφυγής λόγω ανωτέρας βίας.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΤΟΥ 1ου ΤΜΗΜΑΤΟΣ (Β ΣΥΝΘΕΣΗ) ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΙΩΑΝΝΑ ΠΛΙΤΣΗ
συνήλθε στις 5 Μαϊου 2017, με γραμματέα την Κωνσταντίνα Σπύρου, δικαστική υπαλληλο,
για να κρίνει την αίτηση αναστολής με χρονολογία κατάθεσης 15.3.2017,
της Χ. Ν., του Η., κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής (οδός Δημ. Ράλλη, αρ. 4),
κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (ΕΦΚΑ), το οποίο εκπροσωπείται εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Ειδικής Υπηρεσίας Ελέγχου Ασφάλισης (ΕΥΠΕΑ) Αττικής, που εδρεύει στην Αθήνα ( οδός Μενάνδρου 41 - 43, Αθήνα).
Κατά την εξέταση της αίτησης το Δικαστήριο άκουσε την Αναστασία Μήλιου, πληρεξούσια της αιτούσας, η οποία ανέπτυξε τους προβαλλόμενους με το δικόγραφο λόγους αναστολής.
Η κρίση του Δικαστηρίου είναι η εξής :
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (σχ. τα 2532731, 3104741 σειράς Α' ειδικά έντυπα παραβόλου), ζητείται παραδεκτώς η αναστολή εκτέλεσης της Μ56/6.10.2015 Πράξης Επιβολής Προστίμου της Ειδικής Υπηρεσίας Ελέγχου Ασφάλισης (ΕΥΠΕΑ) Αττικής, με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο συνολικού ποσού 38.652,01 ευρώ σε βάρος της αιτούσας, αναλυόμενο ως εξής: α) ποσό 9.200,49 ευρώ για τη μη αναγραφή στον Πίνακα Προσωπικού (Ε4) της εργαζόμενης Π. Β., β) ποσό 10.550,54 ευρώ για τη μη αναγραφή στον Πίνακα Προσωπικού (Ε4) του εργαζόμενου Κ. Δ., γ) ποσό 9.200,49 ευρώ για τη μη αναγραφή στον Πίνακα Προσωπικού (Ε4) του εργαζόμενου Μ. Π., δ) ποσό 9.200,49 ευρώ για τη μη αναγραφή στον Πίνακα Προσωπικού (Ε4) του εργαζόμενου Π. Φ. και ε) ποσό 500 ευρώ για τη μη τήρηση του ισχύοντα πίνακα προσωπικού. Η αναστολή αυτή ζητείται μέχρι τη δημοσίευσή οριστικής απόφασης επί της ΠΡ 2358/2017 προσφυγής, που άσκησε αιτών κατα της ως ανω προσβαλλόμενης πράξης.
2. Επειδή, ο κυρωθείς με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α' 97) Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.) ορίζει στο άρθρο 200, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 17 του ν. 3659/2008 (Α' 77), ότι: «Σε κάθε περίπτωση που η προθεσμία ή η άσκηση της προσφυγής δεν συνεπάγεται κατά νόμο την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξης και εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει χορηγηθεί αναστολή από την αρμόδια διοικητική αρχή, μπορεί, ύστερα από αίτηση εκείνου που άσκησε την προσφυγή, να ανασταλεί, με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρει η εκτέλεση της πράξης αυτής». Περαιτέρω, στο άρθρο 202 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τη διάταξη του άρθρου 27 του ν. 4446/2016 (Α' 240/22.12.2016), η οποία τυγχάνει εφαρμοστέα εν προκειμένω ως εκ του χρόνου συζήτησης της υπόθεσης, που έλαβε χώρα μετά την έναρξη ισχύος της, ενόψει και της ευνοϊκότερης ρύθμισης που εισάγει σε σχέση με την προϊσχύσασα διάταξη, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή μόνο εφόσον ο αϊτών επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο. 2. Ειδικώς επί φορολογικών, τελωνειακών και διαφορών με χρηματικό αντικείμενο, το δικαστήριο μπορεί, με την απόφασή του, να ορίσει ότι το ανασταλτικό αποτέλεσμα δεν καταλαμβάνει τη λήψη ενός ή περισσότερων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ή διοικητικών μέτρων, για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της οφειλής, επί συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος, τα οποία αναφέρονται στην απόφαση 3. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση απορρίπτεται: α) εάν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης είναι ανεπανόρθωτη, β) αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημόσιου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είνάι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. γ) ... 4. ... 5. ... 6. ...».
3. Επειδή, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, όπως ισχύουν πλέον μετά τροποποίησή τους με τη διάταξη του άρθρου 27 του ν. 4446/2016 (Α'240/22.12.2016), η αναστολή της προσβαλλόμενης πράξης διατάσσεται όταν ο αιτών επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο. Όπως δε έχει κριθεί, περίπτωση πρόδηλης βασιμότητας του κυρίου ενδίκου βοηθήματος συντρέχει ιδίως όταν αυτό βασίζεται σε πάγια νομολογία ή σε νομολογία της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και, πάντως, όχι όταν πιθανολογείται απλώς η ευδοκίμησή του (ΣτΕ ΕπΑν. 150/2014, 294, 183/2013, 496/2011 κ.ά.), ενώ ως «ανεπανόρθωτη» βλάβη, η αποσόβηση της οποίας καθιστά συνταγματικώς επιβεβλημένη την παροχή προσωρινής προστασίας, νοείται όχι μόνον η κατά κυριολεξία μη αναστρέψιμη, αλλά και εκείνη, της οποίας η αποκατάσταση, υπό τις συγκεκριμένες οικονομικές και λοιπές συνθήκες, είναι για τον διάδικο δυσχερής σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αδυνατεί πράγματι να την επιτύχει (βλ. ΣτΕ ΕΑ 496/2011). Επομένως, κατά τις νέες διατάξεις του άρθρου 202 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., το Δικαστήριο δύναται πλέον να χορηγεί αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης καθ’ εαυτής και προκειμένου περί φορολογικών, τελωνειακών και διαφορών με χρηματικό αντικείμενο, ικανοποιώντας πλήρως το αίτημα παροχής δικαστικής προστασίας, όχι μόνο στην περίπτωση πρόδηλης βασιμότητας του κυρίου ενδίκου βοηθήματος, αλλά και στην περίπτωση κατά την οποία η στάθμιση αγαθών επιτάσσει το πλήρες ανασταλτικό αποτέλεσμα της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης. Παρέχεται, όμως, παραλλήλως όσον αφορά τις εν λόγω διαφορές η δυνατότητα στο Δικαστήριο να διατάσσει, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν αιτήματος της Διοίκησης, την εξαίρεση από το ανασταλτικό αποτέλεσμα περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος, όταν κρίνει ότι η λήψη αναγκαστικών μέτρων για την είσπραξη της οφειλής του επί των στοιχείων αυτών δεν συνεπάγεται ανεπανόρθωτη βλάβη του.
4. Επειδή, στην κρινόμενη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά τον επιτόπιο έλεγχο που διενεργήθηκε στις 3.10.2015, ημέρα Σάβατο και ώρα 22.15 από όργανα της ΕΥΠΕΑ στο κατάστημα που διατηρεί η αιτούσα (κυλικείο) στο Μαρούσι (οδός Δη μητριού Ράλλη, αρ. 4) βρέθηκαν απασχολούμενοι οι Π. Β., Κ. Δ., Μ. Π. και Π. Φ. και δεν επιδείχθηκαν Πίνακες Προσωπικού Ε3- Ε4. Επιπλέον από τον επανέλεγχο μέσω του συστήματος Π.Σ. Εργάνη διαπιστώθηκε όπ/οι προαναφερθέντες εργαζόμενοι δεν είχαν δηλωθεί ως μισθωτοί επιχείρησης της αιτούσας. Ενόψει των ευρημάτων αυτών συντάχθηκε η προσβαλλόμενη (Μ56/6.10.2015) Πράξη Επιβολής Προστίμου, με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο συνολικού ποσού 38.652,01 ευρώ σε βάρος της αιτούσας, αναλυόμενο ως εξής: α) ποσό 9.200,49 ευρώ για τη μη αναγραφή στον Πίνακα Προσωπικού (Ε4) της εργαζόμενης Π. Β., β) ποσό 10.550,54 ευρώ για τη μη αναγραφή στον Πίνακα Προσωπικού (Ε4) του εργαζόμενου Κ. Δ., γ) ποσό 9.200,49 ευρώ για τη μη αναγραφή στον Πίνακα Προσωπικού (Ε4) του εργαζόμενου Μ. Π., δ) ποσό 9:200,49 ευρώ για τη μη αναγραφή στον Πίνακα Προσωπικού (Ε4) του εργαζόμενου Π. Φ. και ε) ποσό 500 ευρώ για τη μη τήρηση του ισχύοντα πίνακα προσωπικού. Κατά της πράξης αυτής η αιτούσα άσκησε την ΠΡ 2358/2017 προσφυγή, ισχυριζόμενη ότι καθυστέρησε να ασκήσει την προσφυγή της λόγω ανωτέρας βίας και συγκεκριμένα διότι πάσχει από αγχώδη και καταθλιπτική διαταραχή, η οποία επιδεινώθηκε λόγω της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής της και της αρνητικής πορείας της επιχείρησής της λόγω της οικονομικής κρίσης. Περαιτέρω, προέβαλε ότι οι ευρεθέντες Π. Β., Μ. Π. και Π. Φ. κατά την ημέρα του ελέγχου είχαν έρθει στο κυλικείο για να παίξουν επιτραπέζια παιχνίδια και δεν παρείχαν εξαρτημένη εργασία, ενώ ο Κ. Δ. εργαζόταν μεν από το Σεπτέμβριο του 2015, όμως επέμεινε να μην ασφαλιστεί διότι λάμβανε ένα επίδομα από τον ΟΑΕΔ. Τέλος, υποστήριξε ότι η προσβαλλόμενη πράξη επιβολής προστίμου εκδόθηκε κατά παράβαση του δικαιώματος της προηγούμενη ακρόασης και της αρχής της αναλογικότητας, είναι αναιτιολόγητη και επιπλέον η Απόφαση (Φ.11321/11115/802/2.6.2014) του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας βάσει της οποίας εκδόθηκε κείται εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης. Περαιτέρω, με την υπό κρίση αίτηση ζητεί να ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, προβάλλοντας ότι σε περίπτωση άμεσης καταβολής του επιβληθέντος προστίμου θα υποστεί ανεπανόρθωτη ηθική, προσωπική και οικογενειακή βλάβη, καθώς και οικονομική ζημία, διότι ήδη έχει ήδη καταβάλει ποσό 14.225,45 ευρώ εκ του επιβληθέντος προστίμου, σε μηνιαίες δόσεις των 250 και μάλιστα το ποσό αυτό υπερκαλύπτει το πρόστιμο για την αδήλωτη Εργασία του Δ. Κ., ποσού 11.050,40 ευρώ, παράβαση την οποία έχει η ίδια αναγνωρίσει. Επιπλέον, αδυνατεί να εξεύρει το υπόλοιπο χρηματικό ποσό των 24.427,56 ευρώ, καθώς η λειτουργία της επιχείρησής της είναι επιζήμια και αντλεί έσοδα για τη συντήρησή της από ένα μίσθωμα που εισπράττει μηνιαίως ύψους 2.100 ευρώ, ενώ σε περίπτωση καταβολής του ποσού αυτού θα υποχρεωθεί να κλείσει την επιχείρησή της, με αποτέλεσμα να χαθούν τρεις θέσεις εργασίας (εργαζομένων που απασχολεί) και εν τέλει το κράτος να στερηθεί φορολογικών και κοινωνικοασφαλιστικών εσόδων. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της προσκομίζει και τα εξής: α) πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου φορολογικού έτους 2015, από την οποία προκύπτει ότι η επιχείρησή της πραγματοποίησε ζημίες ύψους 5.743,71 ευρώ το έτος αυτό και τα προηγούμενα έτη ζημίες ύψους 9.812,51 ευρώ, ενώ η ίδια απέκτησε εισόδημα ύψους 26.238,98 ευρώ προερχόμενο από ακίνητη περιουσία, μερίσματα- τόκους - δικαιώματα, β) έντυπο Ε2 (Αναλυτική Κατάσταση για τα μισθώματα ακινήτων φορολογικού έτους 2014) από την οποία προκύπτει ότι αυτή απέκτησε ακαθάριστο εισόδημα από εκμίσθωση ακινήτων ύψους 25.200 ευρώ (από καταστήματα), 600 ευρώ (από δωρεάν παραχώρηση κατοικιών) και 2.676,89 ευρώ (από δωρεάν παραχώρηση καταστημάτων), γ) την με ημερομηνία 28.6.2017 ιατρική γνωμάτευση του Ψυχίατρου Κ. Κ., στην οποία γνωματεύει ότι η αιτούσα παρακολουθείται από ετών από την Ψυχιατρική Υπηρεσία του φορέα «ΚΛΙΜΑΚΑ» παρουσιάζοντας συμπτωματολογία μικτής αγχώδους διαταραχής (F41.2), ότι λόγω των υποτροπών μεγάλης διάρκειας η λειτουργικότητά της έχει επιβαρυνθεί σημαντικά και αυτό δυσκολεύει την ανταπόκρισή της στις απαιτήσεις της καθημερινότητας, ενώ λαμβάνει και φαρμακευτική αγωγή.
5. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω διαλαμβανομένων, η ασκηθείσα κατά της ανωτέρω πράξης προσφυγή της αιτούσας καταρχήν δεν είναι προδήλως απαράδεκτη. Και τούτο διότι η προσφυγή της αιτούσας ναι μεν ασκήθηκε, όπως η ίδια συνομολογεί, εκπροθέσμως, εντούτοις η ίδια επικαλείται λόγους ανωτέρας βίας και συγκεκριμένα τη χρόνια ψυχική της ασθένεια, εξαιτιας των οποίων δεν προέβη στην έγκαιρη εκ μέρους της άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Η κρίση δε περί ύπαρξης όντως λόγων ανωτέρας βίας ανήκει στο δικαστήριο που θα επιληφθεί της ΠΡ 2358/2017 προσφυγή που άσκησε η αιτούσα. Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη: α) ότι η αιτούσα παρουσίασε ζημίες στην επιχείρησή της ύψους 5.743,71 ευρώ κατά το φορολογικό έτος 2015 και 9.812,51 ευρώ τα προηγούμενα έτη, β) ότι αυτή απέκτησε κατά το ίδιο φορολογικό έτους (2015) εισόδημα ύψους 26.338,98 ευρώ προερχόμενο από ακίνητη περιουσία, μερίσματα- τόκους - δικαιώματα, ενώ το φορολογικό έτος 2014 αυτή απέκτησε ακαθάριστο εισόδημα από εκμίσθωση ακινήτων ύψους 25.200 ευρώ+ 600 ευρώ+ 2.676,89 ευρώ και από τα εισοδήματα αυτά πιθανολογείται ότι αντλεί τα έσοδα τόσο για τη διατήρηση της επιχείρησής της, όσο και για την κάλυψη των προσωπικών αναγκών της, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αιτούσα δεν δύναται να καταβάλει καταρχήν ολόκληρο το καταλογισθέν σε βάρος της ποσό, χωρίς να στερηθεί τα μέσα βιοπορισμού της και επομένως, χωρίς να προκληθεί σ’ αυτήν ανεπανόρθωτη βλάβη. Αντιθέτως, ενόψει των ανιυτέρω οικονομικών δεδομένων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η άμεση καταβολή μέρος του επιβληθέντος με την προσβαλλόμενη πράξη προστίμου, ποσού 15.000 ευρώ, δεν θα της προκαλέσει μη επανορθώσιμη βλάβη σε περίπτωση ευδοκίμησης της εκκρεμούς προσφυγής της.
6. Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, να αποδοθεί στην αιτούσα μέρος του παραβόλου που κατέβαλε, ύψους 30 ευρώ και να καταπέσει το υπόλοιπο μέρος αυτού υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 277 παρ.9 του Κ.Δ.Δ.). Τέλος, το Δικαστήριο, συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και εν μέρει ήττας αυτών (άρθρο 275 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ.).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Δέχεται εν μέρει την αίτηση.
Αναστέλλει την εκτέλεση της Μ56/6.10.2015 Πράξης Επιβολής Προστίμου της Ειδικής Υπηρεσίας Ελέγχου Ασφάλισης (ΕΥΠΕΑ) Αττικής, με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο συνολικού ποσού 38.652,01 ευρώ σε βάρος της αιτούσας, μέχρι του ποσού των 23.652,01 ευρώ, καθισταμένου άμεσα καταβλητέου του ποσού των 15.000 ευρώ εκ του επιβληθέντος με αυτή σε βάρος της αιτούσας προστίμου, έως τη δημοσίευση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας προσφυγής της τελευταίας κατά της ανωτέρω πράξης. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Διατάσσει να αποδοθεί στον αιτούντα μέρος του παραβόλου, ύψους 30 ευρώ, και να καταπέσει το υπόλοιπο μέρος αυτού υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Η απόφαση εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19/7/2017.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ
ΙΩΑΝΝΑ ΠΛΙΤΣΗ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΚΩΝ/ΝΑ ΣΠΥΡΟΥ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου