Αδικαιολόγητος Πλουτισμός.(904 ΑΚ ΕΠΟΜ).ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

https://plus.google.com/b/116760146747297752059/dashboard/overview 
Αδικαιολόγητος πλουτισμός
Στοιχεία αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού

    Η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού πρέπει να αναφέρει:
    1) Ότι ο υπόχρεος πλούτισε 556/2009 ΑΠ,
   2) Ότι ο υπόχρεος ...
πλούτισε από την περιουσία ή με ζημία του άλλου 556/2009 ΑΠ,
   3) Ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας 556/2009 ΑΠ,
  4) Αν ο αδικαιολόγητος πλουτισμός προβάλλεται ως επικουρική βάση, ότι η σύμβαση είναι άκυρη, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται η αιτία της ακυρότητας 22/2003 ΑΠ Ολομ 23/2003 ΑΠ Ολομ.
   Αν ο αδικαιολόγητος πλουτισμός προβάλλεται ως κύρια βάση της αγωγής, πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά που οδηγούν στην ακυρότητα της σύμβασης και καθιστούν μη νόμιμη την αιτία του πλουτισμού 990/2012 ΑΠ 4279/2007 Εφ Αθ.

Η έλλειψη νόμιμης αιτίας δεν αποτελεί στοιχείο της θεμελίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού, αλλά ένσταση του εναγομένου 556/2009 ΑΠ.
Απόρριψη επί παραγεγγραμμένης έγκυρης απαίτησης
Σε περίπτωση που απαίτηση παραγραφεί, ο πλουτισμός που απομένει στον οφειλέτη είναι νόμιμος, άρα δεν χωρεί αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού 93/1996 ΑΠ 54/1965 ΑΠ. Αν ο νόμος προβλέπει ειδικά αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού σε περίπτωση παραγραφής απαίτησης (πχ επί παραγραφής επιταγής), η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι βάσιμη και διέπεται από τις σχετικές διατάξεις του ειδικότερου νόμου.
Σε υπαναχώρηση από πώληση
Σε περίπτωση υπαναχώρησης από πώληση, το καταβληθέν τίμημα μπορεί να αναζητηθει κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η τοκοφορία του ως άνω ποσού ξεκινά όχι από την καταβολή του ποσού αλλά από τότε που ο οφειλέτης έμαθε για την υπαναχώρηση 265/1994 ΠΠρ Σερ 1241/1990 Εφ Θεσσαλ.
Σε εργάτες - υπαλλήλους
    Οι εργάτες ή υπάλληλοι που έχουν άκυρη σύμβαση εργασίας δικαιούνται
    τους δεδουλευμένες μισθούς / αποδοχές τους βάσει αδικαιολογήτου πλουτισμού 8537/2003 Εφ Αθ,
    τα επιδόματα εορτών, επιδόματα αδείας και αποδοχές αδείας εκ του νόμου 389/1998 ΑΠ 8537/2003 Εφ Αθ. Αν η σχετική αγωγή αναφέρει ως βάση για τα κονδύλια αυτά μόνο τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, θα απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη, γιατί υφίσταται νόμιμη βάση πέραν του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Η ενοχή από αδικαιολόγητο πλουτισμό

Υπάρχουν περιπτώσεις, όπου η μεταβίβαση κάποιου περιουσιακού αγαθού ενεργήθηκε στα πλαίσια μιας σύμβασης, η αιτία της οποίας αποδείχτηκε εκ των υστέρων ελαττωματική ή ανύπαρκτη, με αποτέλεσμα την επαύξηση της περιουσίας του αποκτώντος «αδικαιολογήτως», χωρίς να αποκλείονται και περιπτώσεις, όπου ο πλουτισμός αυτός επήλθε δια της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πλουτήσαντος. Προς άρση των άδικων αυτών αποτελεσμάτων, ο νομοθέτης προνόησε να προβλέψει μια ενοχή ιδιάζουσας φύσης, με δανειστή το πρόσωπο που υπέστη την περιουσιακή απώλεια και οφειλέτη τον πλουτήσαντα. Την ενοχή από αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 εδ. α’ ΑΚ, «όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς, ότι βασική προϋπόθεση της ευθύνης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η θετική ή αποθετική αύξηση της περιουσίας του λήπτη, που έγινε με την χωρίς νόμιμη αιτία μετακίνηση οικονομικών στοιχείων από την περιουσία άλλου ή με ζημία του τελευταίου. Εάν η περιουσιακή μετακίνηση επέφερε το αποτέλεσμα αυτό, γεγονός το οποίο διαπιστώνεται με τη σύγκριση της περιουσίας του λήπτη πριν και μετά τη μετακίνηση, γεννάται υποχρέωση του τελευταίου να αποδώσει την ωφέλεια σε εκείνον από την περιουσία του οποίου αυτή προήλθε, εφόσον η διατήρησή της δεν δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αιτία.

Αντίθετα, η ζημία εκείνου, από την περιουσία του οποίου προήλθε η ωφέλεια του λήπτη, δεν ερευνάται, καθώς στόχος της αγωγής που θεμελιώνεται στα άρθρα 904 επ. ΑΚ δεν είναι η αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος δανειστή αλλά η απόδοση του πλουτισμού του εναγομένου οφειλέτη, ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ, πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής.

Περαιτέρω, βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου. Συνεπώς, για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται άλλη τρίτη περιουσία, υπό την έννοια ότι η περιουσιακή μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιείται άμεσα από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτήσαντος, χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό.

Τέτοια αιτιώδης συνάφεια δεν υφίσταται (και επομένως ούτε αδικαιολόγητος πλουτισμός), σε περίπτωση που ο ζημιωθείς ενάγων προβεί σε παροχή προς εκτέλεση σύμβασής του με τρίτο πρόσωπο, που ενήργησε για λογαριασμό του. Αν δηλαδή η χρηματική παροχή του ενάγοντος, που έγινε επί παραδείγματι σε εκτέλεση σύμβασης εντολής μεταξύ αυτού και τρίτου ενεργήσαντος για δικό του λογαριασμό, προκάλεσε τελικά απόσβεση της οφειλής του τρίτου προς το λήπτη της παροχής εναγόμενο, δικαιούχος να αναζητήσει τον πλουτισμό είναι μεν ο ενάγων, που κατέβαλε ξένο χρέος χωρίς ο ίδιος να οφείλει στον εναγόμενο λήπτη, ωστόσο αδικαιολόγητα πλουτήσας και υπόχρεος σε απόδοση του πλουτισμού είναι ο πραγματικός οφειλέτης τρίτος που απαλλάχθηκε από το χρέος του και όχι ο εναγόμενος που εισέπραξε την απαίτηση, την οποία διατηρούσε και αποσβέστηκε με την είσπραξη.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 911 παρ. 2 του ΑΚ, ο λήπτης του αδικαιολογήτου πλουτισμού ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή σε περίπτωση απαίτησης για παράνομη ή ανήθικη αιτία. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται αυξημένη ευθύνη του λήπτη σε περίπτωση, που ο αδικαιολόγητος πλουτισμός προέρχεται από παράνομη ή ανήθικη αιτία. Συνέπεια αυτής της ρύθμισης είναι, ότι ο λήπτης καθίσταται υπερήμερος και οφείλει τόκους υπερημερίας από την ημέρα λήψης του πλουτισμού. Για να περιέλθει όμως ο λήπτης σε υπερημερία δεν αρκεί η αιτία του πλουτισμού να είναι παράνομη ή ανήθικη αλλά επιπλέον απαιτείται ο λήπτης να είχε συνείδηση του παρανόμου ή ανήθικου της αιτίας κατά το χρόνο λήψης της παροχής, δηλαδή ότι η πράξη αυτή απαγορευόταν από διάταξη νόμου δημοσίας τάξης ή τα χρηστά ήθη.

Μάλιστα, το γεγονός της συνείδησης του λήπτη για το παράνομο ή το ανήθικο της αιτίας πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο ενάγων, προκειμένου να επιτύχει την αναγνώριση της αυξημένης ευθύνης του λήπτη, δηλαδή της υπερημερίας του, και της συνεπεία αυτής επιδίκαση τόκων υπερημερίας από τη λήψη της παροχής.

Η αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη, έχει αμιγώς επιβοηθητικό ή επικουρικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί μόνο εφόσον ελλείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία, υπό την προϋπόθεση όμως, ότι θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η κύρια αγωγή. Κατά συνέπεια, η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού απορρίπτεται ως νόμω αβάσιμη, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την κύρια σχέση, διότι καθόν μέτρο υφίσταται σύμβαση ή αδικοπραξία ο ενάγων δύναται να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές τις αιτίες και δεν μπορεί να προσφύγει στην αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού επικουρικά.

Η παραγραφή της αξίωσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και αρχίζει από τότε που πραγματοποιήθηκε ο πλουτισμός, ενώ αν επέλθει νέος, αρχίζει νέα παραγραφή από τότε που πραγματοποιήθηκε κάθε νέα ωφέλεια. Εξάλλου, το γεγονός, ότι η αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό προϋποθέτει την απόκτηση ωφέλειας εκ της περιουσίας άλλου ή με ζημία του από μη νόμιμη αιτία, συνεπάγεται, ότι η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει στην περίπτωση της παραγραφής των κύριων αξιώσεων από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, γιατί η παραγραφή αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού.
ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ - Σημειώσεις από Γεωργιάδη - ΓΕΝΙΚΟ ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Έννοια και δικαιολογία
Έννοια

Αδικαιολόγητος πλουτισμός είναι η αύξηση της περιουσίας ενός προσώπου σε βάρος της περιουσίας κάποιου άλλου χωρίς να συντρέχουν οι έννομες προϋποθέσεις που δικαιολογούν την οριστική και μόνιμη διατήρηση του πλουτισμού αυτού από τον λήπτη, δηλαδή χωρίς να υπάρχει η λεγόμενη νόμιμη αιτία (ΑΚ 904 παρ. 1 εδ α).
Στις περιπτώσεις αυτές δημιουργείται από το νόμο ενοχική αξίωση του ζημιωθέντος σε βάρος του πλουτήσαντος για απόδοση της ωφέλειας  που αποκόμισε αυτός αδικαιολόγητα.

Δικαιολογία
Ο θεσμός του αδικαιολόγητου πλουτισμού (914-913 ΑΚ) αποβλέπει στην αποκατάσταση της αδικαιολόγητης περιουσιακής μεταβολής και εξυπηρετεί την ιδέα της επανορθωτικής δικαιοσύνης.
 
Αστικός Κώδικας - Αδικαιολόγητος πλουτισμός

Άρθρο 904. Έννοια: Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Με παροχή εξομοιώνεται και η συμβατική αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει χρέος.

Άρθρο 905. Απαίτηση αχρεωστήτου: Η απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται, αν ο λήπτης της παροχής αποδείξει ότι αυτός που κατέλαβε γνώριζε ότι δεν υπήρχε το χρέος. Το χρέος που καταβλήθηκε πριν από τη λήξη του δεν αναζητείται. Επίσης δεν αναζητούνται οι καρποί του ενδιάμεσου χρόνου.

Άρθρο 906. Η απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται για ό,τι καταβλήθηκε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας.

Άρθρο 907. Απαίτηση παροχής από αισχρή αιτία: Παροχή που έγινε για ανήθικη αιτία δεν αναζητείται, αν η ανήθικη αιτία αφορά και το δότη. Η διάταξη αυτή δεν ισχύει αν η παροχή αυτή συνίσταται σε συνομολόγηση υποχρέωσης. Ό,τι όμως δόθηκε για να εκπληρωθεί αυτή η υποχρέωση δεν αναζητείται.

Άρθρο 908. Έκταση της ευθύνης του λήπτη: Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό. Οφείλει επίσης να αποδώσει και τους καρπούς που συνέλεξε καθώς και οτιδήποτε απέκτησε από το πράγμα.

Άρθρο 909. Η υποχρέωση για απόδοση κατά το προηγούμενο άρθρο αποσβήνεται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά το χρόνο της επίδοσης της αγωγής.

Άρθρο 910. Από την επίδοση της αγωγής ο λήπτης ευθύνεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 346 και 348.

Άρθρο 911. Ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή: 1. σε περίπτωση απαίτησης αχρεωστήτου, εφόσον γνώριζε η αφότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους. 2. σε περίπτωση απαίτησης για παράνομη ή ανήθικη αιτία.

Άρθρο 912. Σε περίπτωση απαίτησης για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ο λήπτης, αφότου όφειλε να προβλέψει την αναζήτηση, ευθύνεται για ό,τι έλαβε σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή. Ο λήπτης έχει την υποχρέωση να αποδώσει καρπούς μόνο αφότου μάθει ότι η αιτία δεν επακολούθησε ή έληξε.

Άρθρο 913. Εφόσον ο λήπτης δεν ευθύνεται σε απόδοση, επειδή ό,τι περιήλθε σ' αυτόν χωρίς αιτία το προσπόρισε σε τρίτον με χαριστική πράξη, ο δότης μπορεί να αναζητήσει από τον τρίτον ό,τι περιήλθε σ' αυτόν.
 Παραδείγματα
1) Ο Α χρησιμοποιεί κατά λάθος για το χτίσιμο του σπιτιού του τούβλα που ανήκαν στον γείτονά του   Β. Με αυτόν τον τρόπο ο Β χάνει την κυριότητα των τούβλων (ΑΚ 1057: ένωση) έχει όμως απαίτηση από τον Α για απόδοση της αξίας των τούβλων με βάση τις διατάξεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 1063, 904 επ.).

2) Ο Α νομίζει κατά λάθος ότι ο αποθανών πατέρας του Β είχε υποσχεθεί να δωρήσει στον Γ ένα ζωγραφικό πίνακα. Για να τιμήσει τη θέληση του πατέρα του, ο Α μεταβιβάζει τον πίνακα στον Γ. Παρότι δεν υπάρχει έγκυρη ενοχική σύμβαση δωρεάς, ο Γ αποκτά την κυριότητα του πίνακα λόγω του αναιτιώδους της σύμβασης  της μεταβίβασης κυριότητας κινητού (ΑΚ 1034). Ο Α μπορεί να ζητήσει όμως την αναμεταβίβαση του πίνακα με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 904 επ.).

Σχέση αδικαιολόγητου πλουτισμού και αποζημιώσεως

Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός αποτελεί την τρίτη βασική πηγή  ενοχών μετά τη δικαιοπραξία  και την αδικοπραξία.
Η αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού διαφέρει από την αξίωση αποζημίωσης στα εξής σημεία:
α) Ως προς το αντικείμενό της: Ο ενάγων δε απαιτεί με την αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού την αποκατάσταση της ζημιάς του αλλά αναζητά την απόδοση της ωφέλειας του λήπτη.
β) Ως προς τις προϋποθέσεις γέννησης: Η απαίτηση του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν προϋποθέτει παράνομη ή υπαίτια πράξη του λήπτη.  Ο λήπτης μπορεί να έγινε πλουσιότερος και χωρίς πταίσμα του πχ το κοπάδι του Α εισχωρεί στο χωράφι του Β και το αποψιλώνει ή ακόμα και καλόπιστα πχ ο Α κατά το χτίσιμο του σπιτιού του χρησιμοποιεί κατά λάθος υλικά του Β.

Χαρακτηριστικά της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού

α) Το ενιαίο της αξίωσης: Ο ΑΚ προβλέπει στην 904 παρ. 1 εδ α γενική και ενιαία αξίωση αδικαιολόγητου πλτουσιμού (όποιος έγινε πλουσιότερος... έχει υποχρέωση)  με κοινές προϋποθέσεις για όλες τις περιπτώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού.

β) Ο ενοχικός χαρακτήρας της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού: Η αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό παρέχεται από τον νόμο και έχει ενοχικό χαρακτήρα συνδέει δηλαδή δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα έχει απαίτηση κατά του άλλου για απόδοση των μη δικαιολογημένων ωφελειών. Ακριβώς όμως επειδή το πρόσωπο του οφειλέτη καθορίζεται με το κριτήριο την κατοχή του πλουτισμού (βλ ΑΚ 909) μπορεί να μεταβληθεί και νέος οφειλέτης να είναι εκείνος που αποκτά λόγω χαριστιτικής αιτίας (ΑΚ 913) ή γενικά δεν έχει να επιδείξει νόμιμη αιτία στο πρόσωπό του για διατήρηση του πλουτισμού.

Παράδειγμα
Ο Α μεταβιβάζει στον Β σε εκτέλεση ακυρης σύμβασης πώλησης ένα αυτοκίνητο. Ο Β το αναμεταβιβάζει στον Γ λόγω δωρεάς. Σύμφωνα με ΑΚ 913 ο Α μπορεί να στραφεί κατά του Γ στον οποίο περιήλθε λόγω χαριστικής αιτίας παρόλο που ο αρχικά πλουτήσας ήταν ο Β.

γ) Επικουρικότητα ή όχι της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού: Υποστηρίζεται ότι η αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επικουρική, δηλαδή παρέχεται από τον νόμο όταν ο ενάγων δεν έχει άλλες αξιώσεις κατά του λήπτη. Με την ΑΚ 914 καθιερώνεται αυτοτελής, θεμελιώδης και αυτοδύναμη αξίωση καθώς και αντίστοιχη υποχρέωση.  Μπορεί βέβαια η άλλη αξίωση να αίρει τις προϋποθέσεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού αν καθιστά νόμιμη την αιτία του πλουτισμού ή ακόμα και να συρρέει μαζί με την αξίωση για αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Παραγραφή της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού

Η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού υπόκειται καταρχήν στη συνήθη 20ετή παραγραφή της ΑΚ 249. Κατ΄ εξαίρεση όταν ο νόμος ορίζει βραχύτερο χρόνο παραγραφής υπάγεται στη συντομότερη παραγραφή και η αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Η παραγραφή της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού αρχίζει αφότου πραγματοποιήθηκε ο πλουτισμός.

Παραπομπές στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού

Πολλές διατάξεις του ΑΚ παραπέμπουν στη ρύθμιση του αδικαιολόγητου πλουτισμού πχ 389 παρ 2: υπαναχώρηση, 943 παρ. 2: ευθύνη τρίτου που αποκτά από χαριστική αιτία στην αγωγή διάρρηξης κλπ.
Πρέπει να διακρίνουμε στις περιπτώσεις αυτές:
α) Τις παραπομπές  όπου πρέπει να εξετάζεται αν συντρέχουν οι διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
β) Τις παραπομπές όπου οι ίδιες οι παραπέμπουσες διατάξεις θεωρούν δεδομένη την ύπαρξη του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Προϋποθέσεις της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού

Σύμφωνα με την ΑΚ904 παρ. 1 εδ α, οι προϋποθέσεις της ενιαίας αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι :

α) Πλουτισμός του υπόχρεου
Ως πλουτισμός εννοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του προσώπου που μπορεί να επέλθει κατά τους εξής τρόπους: με αύξηση του ενεργητικού  πχ με κτήση δικαιώματος είτε με μείωση του παθητικού πχ με απαλλαγή από χρέος και με αποθετική αύξηση της περιουσίας  δηλαδή με αποφυγή μείωσης του ενεργητικού ή αύξησης του παθητικού  πχ χρήση ξένου πράγματος όπως ο Γ που διαμένει στο διαμέρισμα του Κ χωρίς νόμιμη αιτία κι έτσι εξοικονομεί τα έξοδα που θα είχε για ενοίκια, ο πλουτισμός συνίσταται στις δαπάνες που εξοικονόμησε ο Γ.
Ο πλουτισμός μπορεί να αναζητηθεί μόνο εφόσον σώζεται  είτε αυτούσιος είτε με τη μορφή κάποιου ανταλλάγματος που έλαβε ο πλουτήσας στη θέση του πλουτισμού (ΑΚ 909).  Αρκεί να υπάρχει πλουτισμός, είαι αδιάφορος ο τρόπος περιέλευσής του στον λήπτη.
Ο πλουτισμός πρέπει να είναι πραγματικός δηλαδή ο λήπτης να αποκόμισε όντως ωφέλεια.  Δεν αρκεί η κατάσταση όπου το πρόσωπο θα μπορούσε να αποκομίσει ωφέλεια αλλά  να θεωρείται ότι πλούτισε από τη δυνατότητα αυτή.

β) Επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του δικαιούχου
 Κατά την ΑΚ 904 παρ.1 εδ α ο πλουτισμός πρέπει να προέρχεται "από την περιουσία" ή να έχει αποκτηθεί "με ζημία" του δικαιούχου.
"Όποιος έγινε πλουσιότερος... από την περιουσία άλλου" πρόκειται για περιπτώσεις περιουσιακών μετακινήσεων από περιουσία σε περιουσία που έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της περιουσίας του δικαιούχου. Αυτό μπορεί να γίνει είτε με τη μείωση του ενεργητικού της περιουσίας είτε με αύξηση του παθητικού. Στις παραπάνω περιπτώσεις οι περιουσιακές μετακινήσεις επιφέρουν ζημία (θετική) του δικαιούχου και ο πλουτισμός του υποχρέου προς απόδοση προέρχεται από την περιουσία του δικαιούχου με ζημία αυτού.
Δεν αποκλείεται όμως ο πλουτισμός να προκλήθηκε σε βάρος της περιουσίας του φορέα χωρίς ζημία του πχ αυθαίρετη χρησιμοποίηση χωρίς καμία φθορά ξένου κενού διαμερίσματος που ο ιδιοκτήτης  δεν χρησιμοποιεί, εδώ ο υπόχρεος πλουτίζει απλώς γιατί δεν πληρώνει ενοίκιο αλλά ο ιδιοκτήτης δεν έχει βλάβη γιατί δεν υφίσταται πραγματική ζημιά αφού η βούλησή του είναι διαφορετική.
"Όποιος έγινε πλουσιότερος... με ζημία άλλου" Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η ωφέλεια του υποχρέου δεν προέρχεται από την περιουσία του δικαιούχου αλλά επέρχεται μόνο με ζημία του. Αυτό συμβαίνει στις περιπτώσεις που εμποδίζεται η αύξηση του ενεργητικού ή η μείωση του παθητικού της περιουσίας του δικαιούχου με τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους πχ ο Α αποποιείται την κληρονομιά του υπέρ του επόμενου κληρονόμου Β, βάσει όμως άκυρης συμφωνίας μεταξύ τους, ο πλουτισμός του Β δεν προέρχεται από την περιουσία του Α αλλά από εκείνη που ακόμα δεν έχει περιέλθει σε αυτόν, δηλαδή με ζημία του που συνίσταται σε διαφυγόν κέρδος.

γ) Αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στον πλουτισμό και στη ζημιά
 Ως αιτιώδης συνάφεια εννοείται η ωφέλεια του πλουτήσαντος δεν αρκεί να είναι αντανακλαστικό ή τυχαίο επακόλουθο, αλλά απαιτείται να είναι άμεση συνέπεια της παροχής ή της επέμβασης στην περιουσία του ζημιωθέντος.  Άρα όταν η ωφέλεια στην περιουσία προσώπου ήταν απλώς αντανακλαστική και τυχαία, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της ΑΚ 904.
Ως περαιτέρω προϋπόθεση της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού θεωρείται κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη η αμεσότητα της περιουσιακής μετακίνησης.  Η έννοια της προϋπόθεσης αυτής είναι, ότι ο υπόχρεος σε απόδοση του πλουτισμού πρέπει να τον αποκόμισε "άμεσα" από την περιουσία του ζημιωθέντος (δανειστή της αξίωσης) δηλαδή χωρίς ο πλουτισμός να διήλθε μέσα από την περιουσία τρίτου προσώπου πχ άμεσος αντιπρόσωπος.
Ως συνέπεια των παραπάνω μπορεί ο ζημιωθείς / ο ενάγων να αξιώσει την ΑΚ 904 από το τρίτο πρόσωπο και όχι από τον εναγόμενο που δεν ζημιώθηκε ούτε πλούτισε από τη συναλλαγή.

δ) Έλλειψη νόμιμης αιτίας
Τελευταία προϋπόθεση για τη γέννηση της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι η ωφέλεια του λήπτη σε βάρος του δότη να επήλθε χωρίς νόμιμη αιτία.
Όμως η ΑΚ 904 παρ. 1 εδ. α δεν προσδιορίζει πότε υπάρχει ή πότε λείπει νόμιμη αιτία οπότε την έννοια της αιτίας θα την αναζητήσει ο ερμηνευτής στο σύνολο της έννομης τάξης και στο πνεύμα πολλών ειδικών διατάξεων, καθώς και στην αποστολή και στον σκοπό του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Στο δίκαιο του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως αιτία εννοείται η νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού που αποκτήθηκε, δηλαδή το γεγονός εκείνο που παρέχει κάθε φορά τη σύμφωνη με την έννομη τάξη δικαιολογία για την οριστική διατήρηση του πλουτισμού.

Πηγές νόμιμων αιτιών:
α) Η βούληση του δότη. Η ωφέλεια που ο λήπτης αποκομίζει σε βάρος του δότη μπορεί κατά πρώτο λόγο να στηρίζεται στη βούληση του τελευταίου, η οποία συνήθως εμπεριέχεται σε υποσχετική σύμβαση ανάμεσά τους. Η βούληση αυτή συνιστά νόμιμη αιτία πλουτισμού εφόσον είναι έγκυρη σύμφωνα με τους απαιτούμενους από τον νόμο όρους. Σε περίπτωση που η βούληση πάσχει από ακυρότητα πχ δικαιοπρακτική ανικανότητα τότε καθίσταται αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που επήλθε βάσει αυτής. Η χαριστική δικαιοπραξία δεν αποτελεί νόμιμη αιτία.
β) Το αντάλλαγμα που προσφέρει ο πλουτήσας για την απόκτηση του πλουτισμού. Συνήθως ο πλουτισμός μολονότι δεν στηρίζεται ούτε στο νόμο ούτε στη βούληση του  δότη δεν θεωρείται αδικαιολόγητος λόγω του ανταλλάγματος που προσέφερε ο λήπτης για την κτήση του. Ως αντάλλαγμα μπορεί να θεωρηθεί οποιαδήποτε οικονομική θυσία του πλουτήσαντος, η οποία βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το όφελός του και καλύπτει την κτήση του. Σε περίπτωση μερικής μόνο κάλυψης έχουμε αδικαιολόγητο πλουτισμό για το κομμάτι της διαφοράς.
Νόμιμη αιτία αποτελεί κα το αντάλλαγμα που παρέχεται σε τρίτον και όχι στον δότη του πλουτισμού πχ ο Α πωλεί και μεταβιβάζει στον Β το αυτοκίνητο του Γ. Ο Β καταβάλλει στον Α το εύλογο τίμημα. Ο Β δεν υπόκειται στην αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού του Γ.
 γ) Η βούληση του νομοθέτη. Υπάρχουν ορισμένες αιτίες πλουτισμού που αναγνωρίζονται απευθείας από τον νόμο ως τέτοιες πχ 1041 ΑΚ χρησικτησία, 1710 ΑΚ απόκτηση κληρονομικού δικαιωματος κλπ.

Περιπτώσεις έλλειψης νόμιμης αιτίας:
Στην ΑΚ 904 παρ. 1 εδ β αναφέρονται ενδεικτικά ορισμένες περιπτώσεις έλλειψης νόμιμης αιτίας:
α) Σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης: Πρόκειται για παροχή που καταβάλλεται προς εκπλήρωση ορισμένης υποχρέωσης η οοπία ήταν ανύπαρκτη κατά τον χρόνο της παροχής είτε διότι ουδέποτε γεννήθηκε πχ ακυρότητα συμβάσεων είτε διότι μεταγενέστερα αποσβέστηκε πχ λόγω πλήρωσης διαλυτικής αίρεσης.  Ανύπαρκτη θεωρείται επίσης η υποχρέωση που κατά τον χρόνο της παροχής τελούσε υπό αναβλητική αίρεση ή εναντίον της οποίας μπορούσε να προταθεί ανατρεπτική ένσταση εκτός από την ένσταση παραγραφής.
β) Σε περίπτωση παροχής για αίτια που δεν επακολούθησε: Τέτοιο είναι η παροχή που καταβάλλεται για ορισμένο μελλοντικό σκοπό, του οποίου όμως η επέλευση τελικά ματαιώνεται πχ καταβολή χρηματικού ποσού ως αρραβώνα για την υπό κατάρτιση σύμβαση.
γ) Σε περίπτωση παροχής για αιτία που έληξε: Εδώ η καταβολή της παροχής γίνεται για ορισμένο σκοπό, ο οποίος πραγματοποιείται κατά τον χρόνο της παροχής, μεταγενέστερα όμως λήγει οριστικά. Ειδικότερα τη λήξη επιφέρουν η πλήρωση διαλυτικής αίρεσης ΑΚ 202, η ανάκληση δωρεάς ΑΚ 509, η ακύρωση ακυρώσιμης δικαιοπραξίας μετά την καταβολή της παροχής ΑΚ 184, η υπαναχώρηση ΑΚ 382 κλπ
δ) Σε περίπτωση παροχής για αιτία παράνομη ή ανήθικη. Παροχή για αιτία παράνομη υπάρχει όταν η παροχή καταβάλλεται προς ορισμένο σκοπό ο οποίος αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου.
Η παρανομία δεν συνιστά πάντα και ανηθικότητα, γεγονός που έχει σημασία για την εφαρμογή της ΑΚ 907 η οποία εφαρμόζεται μόνο αν η αιτία είναι και ανήθικη.
ΟΛ
Αδικαιολόγητος Πλουτισμός
Ολόκληρο το οικοδόμημα του Ενοχικού Δικαίου βασίζεται, θεμελιώνεται, στις εξής τρειςμεγάλες ηθικές επιταγές, α) στην αρχή της τήρησης της ελεύθερα δοθείσας υπόσχεσης ή, ακριβέστερα, της τήρησης των ελεύθερων συμφωνιών [pacta sunt servanda], β) στην αρχή της υποχρέωσης προς αποζημίωση από την άδικα και υπαίτια προξενηθείσα ζημιά [ΑΚ 914 επ] και γ) στην αρχή της απαγόρευσης αδικαιολόγητου πλουτισμού σε βάρος άλλου [ΑΚ 904 επ]. Το Δίκαιο σαν θεσμός ρύθμισης των ανθρώπινων σχέσεων δεν απαγορεύει, γενικά τον πλουτισμό ενός ατόμου σε βάρος άλλου, ειδικότερα με βάση το ισχύον οικονομικό σύστημα της ελεύθερης αγοράς. Αυτό που απαγορεύει είναι τον πλουτισμό που δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αιτία [αιτία, σκοπό, δηλαδή που να αναγνωρίζει ο νόμος]. Παράδειγμα: όταν ο έμπορος πλουτίζει σε βάρος του πελάτη του επειδή αγοράζει από τον παραγωγό φθηνότερο το αντικείμενο της πώλησης και το πουλάει ακριβότερα σε βάρος του πελάτη του [η διαφορά στην τιμή αγοράς και στην τιμή πώλησης αποτελεί το κέρδος του], θεωρείται νόμιμο αυτό το κέρδος, γιατί το εμπόριο θεωρείται νόμιμη δραστηριότητα. Όταν όμως το κέρδος προέρχεται από απατηλή συμπεριφορά [προϊόν απάτης, ΑΚ 147 επ, ΠοινΚ 386], ο πλουτισμός αυτός δεν είναι νόμιμος και το δίκαιο δεν επιτρέπει την διατήρηση του στον απατήσαντα. Έτσι, το Δίκαιο διατηρεί την απαιτούμενη ισορροπία μεταξύ των μελών της έννομης τάξης αμβλύνοντας τις αδικίες και τις ανωμαλίες από την οικονομική δραστηριότητα των μελών του χωρίς να πνίγει την επιδίωξη του ατομικού οφέλους που αποτελεί αυτή και την κινητήρια δύναμη μιας κοινωνίας. Ο θεσμός του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν είναι απλά ένας θεσμός του ιδιωτικού δικαίου, εφαρμόζεται ακόμη και στο δημόσιο δίκαιο[1].

Διάκριση από συγγενείς έννοιες.

     Η αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού διακρίνεται από την αξίωση αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας [ΑΚ 914 επ] κατά τούτο: στην περίπτωση της αποζημίωσης το καταβαλλόμενο χρηματικό ποσό καλύπτει ολόκληρη τη ζημιά του ζημιωθέντος [εξαίρεση αποτελεί η εύλογη αποζημίωση, ΑΚ 387]. Στην αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν καλύπτει όλη τη ζημιά που υφίσταται ο ζημιωθείς αλλά μόνο το ποσό κατά το οποίο πλούτισε ο υπόχρεος [ΑΚ 909]. Στον αδικαιολόγητο πλουτισμό δηλαδή “η μετακίνησις οικονομικής αξίας από του ενός εις τον άλλον λαμβάνεται υπόψιν κατά το αποτέλεσμα της εν σχέσει προς τον πλουτίσαντα και όχι τον ζημιωθέντα”[2]. Δηλαδή, κατά την κρίση μιας διαφοράς απορρέουσα από αδικαιολόγητο πλουτισμό, σημασία έχει το όφελος του πλουτήσαντος και όχι η ζημιά του ζημιωθέντος. Παράδειγμα: ο Α νομίζει, πλανημένα, ότι οφείλει στον Β ορισμένο πράγμα και του το δίδει. Δεν μπορεί ο Α να ζητήσει από τον Β πλήρη αποζημίωση, λ.χ. διαφυγόντα κέρδη [ΑΚ 298] από τη μη χρήση του πράγματος ενόσω αυτό βρισκόταν στην κατοχή του Β. Για να προσδιορίσουμε την υποχρέωση του Β έναντι του Α πρέπει να εξετάσουμε τι απέκτησε ο Β από τον Α που συνίσταται και ο πλουτισμός του. Επομένως, αν ο Β πώλησε το πράγμα στον Γ με μικρότερο τίμημα από την πραγματική αξία του πράγματος, ο πλουτισμός του Β συνίσταται σ¢ αυτό ακριβώς το μικρότερο τίμημα. Αν ο Β δώρισε το πράγμα στον Γ, δεν έχει καμιά ευθύνη απέναντι στον Α αφού δεν είναι πια πλουσιότερος απέναντι του. Άλλο το ζήτημα ότι το Δίκαιο στην περίπτωση αυτή επιτρέπει την αναζήτηση του πράγματος από χαριστική επίδοση κατ¢ ευθείαν έναντι του τρίτου [ΑΚ 913].

Επίσης, η αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού διακρίνεται από την αξίωση λόγω διοίκησης αλλοτρίων [ΑΚ 730 επ] κατά τούτο: παράδειγμα προς κατανόηση. έστω ότι κινδυνεύει να γκρεμιστεί εξ αιτίας μιας ισχυρής καταιγίδας το σπίτι του Α και ο Β, αυτογνωμόνως το επισκευάζει. Αργότερα όμως το σπίτι του Α γκρεμίζεται εξ αιτίας ενός σεισμού. Εάν ο Β επεδίωκε να ζητήσει τις δαπάνες που υποβλήθηκε για την σωτηρία του σπιτιού του Α με την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού θα αποκρουόταν βάσει της ΑΚ 909 αφού κατά την πραγματοποίηση της επιδίωξης αυτής ο Α δεν είναι πια πλουσιότερος. Όμως, βάσει των διατάξεων της διοίκησης των αλλοτρίων [ΑΚ 736, 722] δικαιούται να ζητήσει ο διοικητής [Β] από τον κύριο των υποθέσεων [Α] κάθε δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε για τη διοίκηση της υπόθεσης, εν προκειμένω για την σωτηρία του σπιτιού του Α. Η ρύθμιση αυτή όπως, και γενικότερα ο θεσμός της διοίκησης των αλλοτρίων, εξηγείται από την πρόθεση του νομοθέτη να ικανοποιήσει εκείνους που με δικές τους δαπάνες βοηθούν τους συνανθρώπους τους. Έτσι προάγεται και το συναίσθημα της φιλανθρωπίας. Παραπομπές στις διατάξεις α.π. Διάφορες διατάξεις παραπέμπουν στον α.π. [π.χ. ΑΚ 380, 389 § 2, 509, 735, 943 § 2, 1063 § 1 κλπ]. Διακριτέον: i) άλλοτε παραπέμπουν στο σύνολο των διατάξεων του α.π [π.χ. ΑΚ 735, 938, 943 § 2 κλπ]. Αυτό δεν σημαίνει ότι εφαρμόζονται αυτοδικαίως όλες οι διατάξεις του α.π. αλλά πρέπει κάθε φορά να ερευνάται αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του α.π, αν αυτό συμβαίνει, επέρχονται οι συνέπειες του α.π. [ΑΚ 908 επ], ii) άλλοτε οι παραπέμπουσες διατάξεις θεωρούν δεδομένο τον α.π. οπότε παραπέμπουν στις διατάξεις που ρυθμίζουν τις συνέπειες του α.π [ΑΚ 908 επ], π.χ. οι ΑΚ 380, 389 § 2, 509 κλπ.

Προϋποθέσεις της αξίωσης α.π.

1)   Πλουτισμός του υπόχρεου. Σαν πλουτισμός νοείται κάθε βελτίωση της περιουσίας του υπόχρεου η οποία μπορεί να συμβεί, είτε με θετική αύξηση της είτε με αποφυγή μείωσης της, κυρίως, με εξοικονόμηση δαπανών, π.χ. μη πληρωμή μισθώματος από διαμονή σε ξένο διαμέρισμα. Για την ύπαρξη ή όχι του πλουτισμού είναι αδιάφορη η καλή ή κακή πίστη του υπόχρεου[3]. Η πίστη αυτή έχει σημασία μόνο για την έκταση της ευθύνης του πλουτήσαντος [ΑΚ 910-912]. Παραδείγματα: i) ο δεκαπεντάχρονος Α αγοράζει με πίστωση και παραλαμβάνει από τον Π μια μοτοσικλέτα. Η σύμβαση είναι άκυρη [ΑΚ 129, 133, –136] λόγω δικαιοπρακτική ανικανότητας του Α. Ο πλουτισμός του Α συνίσταται στην απόκτηση κυριότητας της μοτοσικλέτας, ii) ο Π πωλεί και μεταβιβάζει άκυρα την κυριότητα και παραδίδει τη νομή ενός αγρού στον Α. Ο Α δεν απέκτησε κυριότητα αλλά έγινε νομέας του αγρού. Ο πλουτισμός του Α συνίσταται στην απόκτηση της νομής του αγρού.

2)   Πλουτισμός από περιουσία άλλου ή με ζημιά άλλου. Βάσει της προϋπόθεσης αυτής, ο πλουτισμός πρέπει να προήλθε από την περιουσία άλλου, απαιτείται δηλαδή διοχέτευση οικονομικής αξίας από μια περιουσία σε άλλη περιουσία. π.χ. μεταβίβαση κυριότητας πράγματος, μεταβίβαση νομής, εκχώρηση απαίτησης κλπ. Πλουτισμός όμως μπορεί να επέλθει όχι μόνο με την μείωση της περιουσίας του ζημιούμενου αλλά και με παρεμπόδιση της αύξησης της περιουσίας του ζημιούμενου [βλ· το παραπάνω παράδειγμα της διαμονής σε διαμέρισμα χωρίς καταβολή μισθώματος]. Στην περίπτωση αυτή ο πλουτισμός πραγματοποιείται όχι πια από την περιουσία άλλου, αλλά με ζημιά του ζημιούμενου [άλλου], δηλαδή, εδώ χάνεται μια ευκαιρία να αυξήσει την περιουσία του ο ζημιωμένος [διαφυγόν κέρδος]. Στο ανωτέρω παράδειγμα της χρήσης κατοικίας χωρίς καταβολή μισθώματος, ο ιδιοκτήτης της ζημιώνεται από την μη είσπραξη των μισθωμάτων που θα εισέπραττε, υπό κανονικές συνθήκες, αν εκμίσθωνε την κατοικία αυτή σε μισθωτή ή, σε περίπτωση αποποίησης κληρονομιάς από τον Α υπέρ του Β, κατόπιν συμφωνίας τους [Α– Β] η οποία συμφωνία όμως είναι άκυρη [για κάποιο λόγο ακυρότητας]. Στο παράδειγμα αυτό ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του Β επέρχεται όχι από την περιουσία του Α αλλά επί ζημία του που συνίσταται σε απώλεια διαφυγόντος κέρδους, δηλαδή στο ότι δεν ενσωμάτωσε την κληρονομιά στην περιουσία του αλλά αυτή μεταβιβάστηκε κατ΄ ευθείαν στον Β. Για να μπορεί όμως ο πλουτισμός να αιτιολογείται ότι επήλθε από την περιουσία του άλλου ή με ζημιά του άλλου, πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στον πλουτισμό και στην ελάττωση ή την μη αύξηση της περιουσίας του ζημιούμενου. Η αιτιώδης αυτή συνάφεια είναι προφανής όταν η περιουσιακή μετακίνηση υποπίπτει αμέσως στην αντίληψη μας [με άλλα λόγια, αυτή η περιουσιακή μετακίνηση μπορεί να αποδοθεί και με τη φράση “άμεση μετακίνηση”].

3)   Τρίτη προϋπόθεση είναι η λεγόμενη αμεσότητα της περιουσιακής μετακίνησης. Ιδού πως περιγράφει την έννοια αυτή η νμλγ μας. Κατ΄ αυτήν[4] «για την ύπαρξη πλουτισμού κατά την ΑΚ 904 είναι αναγκαία η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης από τον αναζητούντα τον πλουτισμό προς τον ωφεληθέντα ήτοι πρέπει να υπάρχει άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημιάς του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου. Τέτοια συνάφεια δεν υπάρχει στην περίπτωση παρεμβολής τρίτης περιουσίας, όταν δηλαδή η περιουσιακή μετακίνηση πραγματοποιείται από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτήσαντος με παρεμβολή τρίτου προσώπου που ενεργεί για δικό του λογαριασμό». Το περιστατικό που αντιμετώπισε η νμλγ αυτή ήταν το εξής: σε σύμβαση κατασκευής οικοδομής με αντιπαροχή [που η νμλγ μας δεν την χαρακτηρίζει γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, ΑΚ 411 επ[5]] ο εργολάβος ανέλαβε την κατασκευή μιας οικοδομής με αντάλλαγμα την υποχρέωση του οικοπεδούχου να μεταβιβάσει κάποια διαμερίσματα σε τρίτους, με υπόδειξη του εργολάβου για να λάβει την αμοιβή του από την πώληση των διαμερισμάτων αυτών. Με προσύμφωνο μεταξύ οικοπεδούχου και αγοραστή [υποδειχθέντος από τον εργολάβο] υποχρεώθηκε να μεταβιβάσει την κυριότητα του επίδικου διαμερίσματος στον αγοραστή με τίμημα 1.000.000 δρχ[6], πράγμα που δεν κατέστη εφικτό λόγω μεταγενέστερης λύσης της εταιρείας [εργολάβος]. Ο αγοραστής στράφηκε κατά του οικοπεδούχου για την μεταβίβαση της κυριότητας του διαμερίσματος [ΚΠολΔ 949]. Κατά το Ακυρωτικό μας δεν υπήρξε άμεση περιουσιακή μετακίνηση προς τον οικοπεδούχο, δηλαδή εν προκειμένω το 1.000.000 δρχ δεν κατέληξε στον οικοπεδούχο αλλά στην εταιρεία που ενεργούσε για δικό της λογαριασμό. Υπήρξε μόνο έμμεση[7] περιουσιακή μετακίνηση στον οικοπεδούχο [υποσχεθέντα], δηλαδή με την ανέγερση της οικοδομής και την διακράτηση μερικών διαμερισμάτων για την πληρωμή του παραχωρηθέντος οικοπέδου του στον εργολάβο [δέκτη της υπόσχεσης παροχής]. Πως μπορεί να προστατευθεί ο αγοραστής; Με την εκχώρηση της απαίτησης του εργολάβου κατά του οικοπεδούχου [ΑΚ 455] ή με την πλαγιαστική άσκηση της απαίτησης του εργολάβου κατά του οικοπεδούχου [ΚΠολΔ 72]. Αν βέβαια έχει λυθεί η εταιρεία του εργολάβου, δεν μπορεί να γίνει καμιά εκχώρηση απαίτησης ή πλαγιαστική άσκηση δικαιωμάτων για ανύπαρκτο διάδικο.

Έλλειψη νόμιμης αιτίας

     Ως έλλειψη νόμιμης αιτίας χαρακτηρίζεται από το Ακυρωτικό μας[8] “η έλλειψη δικαιολογικής βάσεως για τη διατήρηση της παροχής από το λήπτη. Αιτία του πλουτισμού είναι ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει με την παροχή του ο δότης, η απουσία δε του σκοπού αυτού επιφέρει την έλλειψη της αιτίας”. Κατά την επιστήμη[9] “νόμιμη αιτία του πλουτισμού αποτελεί εκείνο το γεγονός που παρέχει κάθε φορά τη σύμφωνη με την έννομη τάξη δικαιολογία για την οριστική διατήρηση του. Και τα γεγονότα αυτά που δικαιολογούν τη διατήρηση του πλουτισμού από το λήπτη του είναι, η βούληση του δότη, το αντάλλαγμα που δίνει ο λήπτης για την απόκτηση του πλουτισμού και η θέληση του νομοθέτη”.

Περιπτώσεις νόμιμων αιτιών.

i)     Η βούληση του δότη. Η βούληση του δότη συνιστά νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού εφόσον αυτή είναι έγκυρη [π.χ. ανυπαρξία ελαττωμάτων βούλησης κλπ]. Συνήθως η βούληση αυτή περιέχεται σε υποσχετική σύμβαση [πώληση, δωρεά κλπ]. Η βούληση του δότη σαν λόγος διατήρησης του πλουτισμού χάνει την ισχύ της σε περίπτωση μεταγενέστερης ανατροπής μιας αρχικά έγκυρης δικαιοπραξίας. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περίπτωση υπαναχώρησης [389 επ], ακυρωσίας λόγω πλάνης, απάτης και απειλής, ανάκλησης δωρεάς, πλήρωσης διαλυτικής αίρεσης [αιτίες λήξασες].

ii)   Το αντάλλαγμα του λήπτη. Ως αντάλλαγμα θεωρείται οποιαδήποτε οικονομική θυσία που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το αντικείμενο του πλουτισμού και καλύπτει την αξία του. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το αντάλλαγμα στις εξής περιπτώσεις: α) επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων. Αν μια αμφοτεροβαρής σύμβαση είναι εξυπαρχής ή μεταγενέστερα άκυρη, κάθε μέρος δικαιούται να αναζητήσει την παροχή του με τον α.π.. Η καταβολή της μιας δε δικαιολογεί τη διατήρηση της άλλης. Τι θα συμβεί όμως αν έχουν καταβληθεί οι δυο παροχές και μεταγενέστερα χαθεί η μια εξ αυτών; Εδώ θα επέλθει συμψηφισμός των παροχών και αυτός που έχασε την παροχή δεν θα επιστρέψει το ισάξιο της σε χρήμα [θεωρία του καταλοίπου]. Παράδειγμα: ο Α πωλεί και μεταβιβάζει στον εννιάχρονο Β ένα ποδήλατο αξίας 50.000 δρχ στην τιμή των 60.000 δρχ. Μεταγενέστερα το ποδήλατο καταστρέφεται στα χέρια του Β. Ο Β έχει αξίωση α.π. κατά του Α μόνο για τις 10.000 δρχ [60.000 – 50.000] αφού για τις 50.000 δρχ ο Α κατέβαλλε τη μη σωζόμενη παροχή του [ποδήλατο]. Κατά την νμλγ μας[10] «ο πλουτισμός που αποκτήθηκε με αντάλλαγμα είναι δικαιολογημένος και μπορεί να διατηρηθεί,σε περίπτωση που ο λήπτης της παροχής έχει προβεί σε αντιπαροχή, θα πρέπει η αξία αυτής να αφαιρεθεί από την αξία της πρώτης και μόνο αν υπάρχει και στο μέτρο που θα υπάρχει κατάλοιπο, αυτό θα μπορεί να αναζητηθεί με τις διατάξεις του α.π. από εκείνον που εις βάρος του οποίου προέκυψε ο πλουτισμός του άλλου. Η σημασία και η αναγκαιότητα του ανταλλάγματος ως νόμιμης αιτίας πλουτισμού ανακύπτει κυρίως στις περιπτώσεις ακύρων αμφοτεροβαρών συμβάσεων, όταν ήδη και παρά την έλλειψη συμβατικής υποχρεώσεως οι παροχές εκπληρώθηκαν, αλλά η μια δεν είναι δυνατόν κατά το νόμο ή από τη φύση να επιστραφεί. Οι παροχές, παρά την ακυρότητα της συμβάσεως που τις ενώνει, θα θεωρηθούν ως ενιαία περιουσιακή συναλλαγή και θα συνυπολογισθεί η αξία τους, έτσι ώστε να βρεθεί η διαφορά μεταξύ τους και να χορηγηθεί μια μόνο αξίωση α.π. για απόδοση της διαφοράς στο λήπτη της παροχής με τη μικρότερη αξία.  Δηλαδή ο λήπτης της παροχής που δεν μπορεί να επιστραφεί λόγω της δόσεως του ανταλλάγματος δεν θεωρείται ότι πλούτισε αδικαιολόγητα, μολονότι τον πλουτισμό του δεν στηρίζει σε έγκυρη σύμβαση. Πλουτισμός θα υπάρχει μόνο όταν προκύπτει ότι η αξία της παροχής του είναι μικρότερη από εκείνη της παροχής που έλαβε, δεδομένου ότι μόνο το μη καλυπτόμενο από το αντάλλαγμα μέρος του πλουτισμού παραμένει αδικαιολόγητο και ο λήπτης υποχρεούται σε απόδοση του». β) επί  de facto  συμβατικών σχέσεων. Για τέτοιες συμβάσεις γίνεται λόγος όταν άρχισαν να λειτουργούν αυτές παρ΄ ότι πάσχουν ακυρότητα. Γίνεται δεκτό τότε ότι παράγουν έννομες συνέπειες μέχρι να ακυρωθούν αυτές. Κυρίως αυτό το φαινόμενο παρατηρείται στις διαρκείς συμβάσεις [μίσθωση πράγματος, εταιρεία, χρησιδάνειο κλπ]. Παράδειγμα: σε περίπτωση άκυρης μίσθωσης δεν μπορεί ο μισθωτής να αναζητήσει το καταβληθέν μίσθωμα γιατί ο εκμισθωτής δεν πλούτισε αδικαιολόγητα αφού ο μισθωτής χρησιμοποίησε το μίσθιο. Σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν μπορεί ο εργοδότης να ζητήσει πίσω τον καταβληθέντα μισθό αφού θεωρείται ότι εργαζόμενος έδωσε αντάλλαγμα [την εργασία του]. γ) επί πώλησης ακινήτου με εικονικό τίμημα[11]. Στην περίπτωση αυτή ο αγοραστής μπορεί να αναζητήσει το τυχόν μεγαλύτερο τίμημα μόνο εφόσον αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία του ακινήτου. Παράδειγμα: ο Α πωλεί και μεταβιβάζει στον Β ένα διαμέρισμα αξίας 40.000.000 δρχ [αναγραφόμενο τίμημα] με πραγματικά καταβληθέν τίμημα 45.000.000 δρχ. Η συμφωνία για το πέραν των 40.000.000 δρχ είναι άκυρη γιατί δεν περιβλήθηκε τον τύπο [ΑΚ 1033, 369]. Ο Β μπορεί να αναζητήσει μόνο τα 5.000.000 δρχ και αυτό εφόσον ο Α δεν αποδείξει στο Δικαστήριο ότι το ακίνητο αξίζει πραγματικά 45.000.000 δρχ.

iii) Η βούληση του νομοθέτη. Υπάρχουν περιπτώσεις που ο ίδιος ο νόμος δικαιολογεί την περιουσιακή μετακίνηση. Π.χ. νόμιμες αιτίες για τη διατήρηση του πλουτισμού προβλέπονται στις ΑΚ 1710 § § 1 και, 2 [κληρονομιά], ΑΚ 1041 [χρησικτησία], οι ατελείς ενοχές [π.χ. ΑΚ 272 § 2 καταβολή εν γνώσει παραγεγραμμένου χρέους, 844 παίγνιο ή στοίχημα κλπ], ΑΚ 906 καταβολή, εν γνώσει αχρεωστήτου[12]. Συμπέρασμα: η προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας πληρούται αν δεν συντρέχει καμιά από τις τρεις πιο πάνω νόμιμες αιτίες πλουτισμού [βούληση, αντάλλαγμα, νόμος], που και κάθε μια μόνη της αρκεί για τη δικαιολόγηση του.

Περιπτώσεις έλλειψης νόμιμης αιτίας.

i)     παροχή αχρεώστητη[13]. Τέτοια υπάρχει όταν καταβάλλεται χωρίς να υπάρχει λόγος [π.χ. καταβολή ανύπαρκτου χρέους] ή γιατί ο λόγος καταβολής εξέλειπε μεταγενέστερα [πλήρωση διαλυτικής αίρεσης]. ii) παροχή για αιτία μη επακολουθήσασα. Τέτοια περίπτωση υπάρχει σε περίπτωση καταβολής για μελλοντικό σκοπό, ο οποίος όμως σκοπός τελικά ματαιώνεται. π.χ. προκαταβολή ποσού για μελλοντική αγοραπωλησία, καταβολή αρραβώνα σε περίπτωση ματαίωσης μέλλουσας σύμβασης [ΑΚ 403], παροχές μνηστών εν όψει επικείμενου γάμου, καταβολή σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης η οποία απόφαση μεταγενέστερα ανατρέπεται. Περίπτωση παροχής για αιτία λήξασα έχουμε στις περιπτώσεις διαλυτικής αίρεσης [ΑΚ 202], ακύρωση ακυρώσιμης δικαιοπραξίας [πλάνη, απάτη απειλή]. Υποστηρίζεται ότι η διάκριση σε παροχή για αιτία που δεν επακολούθησε και για αιτία λήξασα δεν είναι ευχερής, αλλά είναι και άνευ σημασίας εν όψει της ΑΚ 912 που επιφυλάσσει την ίδια μεταχείριση στις περιπτώσεις αυτές [ΑΚ 912 …σε περίπτωση απαίτησης για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε …], iii) παροχή για αιτία παράνομη ή ανήθικη [ΑΚ 907]. Τέτοια περίπτωση υπάρχει σε παροχή για σκοπό που είναι παράνομος ή ανήθικος. Κάθε απαγορευμένη καταβολή δεν είναι και παράνομη. Παραδείγματα: α) ο Α καταβάλλει στον Β χρηματικό ποσό για να ζημιώσει το αυτοκίνητο του Γ. Η ανηθικότητα αφορά και τους δυο [αμφιμερής ανηθικότητα, ΑΚ 907] και έτσι δεν μπορεί ο Α να ζητήσει επιστροφή του ποσού αυτού με την αξίωση α.π., β) ο Α εκμεταλλεύεται την απειρία του Β [ΑΚ 179] και του πωλεί και μεταβιβάζει ένα ρολόι αξίας 5.000 δρχ έναντι 50.000 δρχ. Η υποσχετική δικαιοπραξία [πώληση] είναι άκυρη [ΑΚ 179, καταπλεονεκτική δικαιοπραξία] η εκποιητική όμως [μεταβίβαση κυριότητας έγκυρη λόγω του ότι η μεταβίβαση κυριότητας κινητού είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία, ΑΚ 1034] είναι έγκυρη. Ο Α δεν μπορεί να επικαλεστεί την ΑΚ 907 γιατί η ανηθικότητα αφορά μόνο αυτόν. Η διατύπωση της ΑΚ 907 που μιλάει μόνο για αμφιμερή ανηθικότητα [… αν η ανήθικη αιτία αφορά και το δότη.] είναι εσφαλμένη, καλύπτει και την μονομερή ανηθικότητα του δότη. Κατά την απολύτως κρατούσα άποψη, η αναζήτηση λόγω ανηθικότητας επιτρέπεται μόνο όταν αυτή [ανηθικότητα] αφορά τον λήπτη της παροχής όχι όταν αφορά τον δότη ή τον δότη και το λήπτη[14]. Δικαιολογία του αποκλεισμού της αναζήτησης είναι η άρνηση του νομοθέτη να προστατεύσει τα πρόσωπα που μετέρχονται ανηθικότητα στο συναλλακτικό βίο τους, nemo auditur propriam turpitudinem allegans! [κανείς δεν εισακούεται προβάλλοντας την δική του αισχρότητα]. Παράδειγμα[15]: ένας γιος δημιουργεί χρέη από χαρτοπαιξία, επειδή δεν έχει χρήματα εκβιάζει την μητέρα του ότι αν δεν του ξεπληρώσει τα χρέη, θα κλέψει την εταιρεία στην οποία εργάζεται. Η μητέρα του υποκύπτει και του πληρώνει το χρέος. Δικαιούται αυτή να αναζητήσει τον πλουτισμό αυτό· εδώ η ανηθικότητα αφορά αποκλειστικά τον λήπτη. Άλλο παράδειγμα[16]: ο Α εκμεταλλευόμενος την απειρία του Β [περίπτωση ΑΚ 179, καταπλεονεκτική δικαιοπραξία] του πουλάει και του μεταβιβάζει ένα φτηνό πίνακα αξίας 10.000 δρχ στην τιμή των 200.000 δρχ. Επειδή πρόκειται για μεταβίβαση κινητού, η εκποιητική δικαιοπραξία [μεταβίβαση κυριότητας, ΑΚ 1034] επειδή είναι αναιτιώδης, είναι έγκυρη και ο άπειρος Β γίνεται κύριος του. Όμως η αιτία [causa] της εκποιητικής δικαιοπραξίας, που είναι η υποσχετική δικαιοπραξία της πώλησης πάσχει λογω της ΑΚ 179. Επομένως, η μεταβίβαση της κυριότητας του πίνακα είναι προσωρινή, όχι οριστική, επειδή πάσχει η αιτία της εκποιητικής δικαιοπραξίας. Αν ο Α μετανιώσει αργότερα επειδή βρήκε άλλο ηλίθιο και θέλει να του πωλήσει τον ίδιο πίνακα σε μεγαλύτερη τιμή θα επικαλεστεί τον α.π λόγω της ακυρότητας της causa. Όμως, θα αποκρουστεί από τον Β με επίκληση της ΑΚ 907 αφού η ανηθικότητα [ΑΚ 179] βαρύνει μόνο τον δόντα. Αντιθέτως, ο Β μπορεί να ζητήσει από τον Α τις 200.000 δρχ επιστρέφοντας τον άχρηστο πίνακα γιατί αυτός δεν είναι ανήθικος, αντιθέτως είναι το θύμα της ανηθικότητας. Σχέση των ΑΚ 904, 907 με ΑΚ 178, 179 και ΑΚ 1094 επ. Κατά τον Π. Ζέπο[17], «το όλον σύστημα λειτουργίας της απαιτήσεως δι’  αιτίαν ανήθικον, κατ’  ΑΚ 904, 907, δεν θίγει κατ’  αρχήν την εφαρμογήν των διατάξεων ΑΚ 178 και ΑΚ 179 περί ακυρότητος της εις τα χρηστά ήθη αντιβαινούσης δικαιοπραξίας. Η ανήθικος δικαιοπραξία είναι άκυρος και κατ΄ ακολουθίαν άκυρος είναι και η εις εκπλήρωσιν ταύτης γενομένης παροχή, ήτις ούτως ως τοιαύτη, είτε διεκδικείται είτε αναζητείται, κατά την γενικήν ΑΚ 904 ή κατά τας περί απαιτήσεως αχρεωστήτου διατάξεις (τηρουμένων τότε και των εν ΑΚ 905, 906 οριζομένων). Η απαίτησις δι’  αιτίαν ανήθικον εφαρμόζεται ούτως όταν, συντρεχουσών των προϋποθέσεων αυτής, δεν ευσταθεί η γενική εξ ΑΚ 904 ή η δια το αχρεόστητον απαίτησις, κυρίως δ’  όταν πρόκειται περί παροχής καθ’  εαυτήν εγκύρου, ενεργουμένης όμως δια σκοπόν ανήθικον ως προς τον λήπτην (λ.χ. επί αναιτιωδών συμβάσεων)». Κατά τον Γ. Μπαλή[18], «επί αιτιώδους δικαιοπραξίας, ως π.χ. πώλησις και μεταβίβασης ακινήτου εγκαταστάσεως χαμαιτυπείου ως τοιούτου προς περαιτέρω εκλμετάλλευσιν, είναι φανερόν ότι άκυρος είναι ου μόνον η υποσχετική σύμβασις, δηλαδή η πώλησις, αλλά και η εκποιητική, δηλαδή η μεταβιβαστική δικαιοπραξία, ήτις γίνεται προς εκπλήρωσιν της υποσχετικής. Ακύρου δε ούσης ταύτης, χωρεί διεκδίκησις‒διότι κυριότης δεν μετεβιβάσθη‒ή απαίτησις δι’  αιτίαν ανύπαρκτον ή μη επακολουθήσασαν [(ΑΚ 904). Το άρθρον 907 δεν έχει ενταύθα εφαρμογήν, διότι προϋποθέτει εγκύρως γενομένην παροχήν, οπότε κατ΄ εφαρμογήν της αρχής in pari causa melior est conditio possidentis [εν ίση αισχρότητι κρείσσων ο νεμόμενος], ως και της ετέρας αρχής nemo auditur suam turpitudinem allegans, δεν χωρεί δια τον επιληψίμως δόντα αναζήτησις της εγκύρως γενομένης παροχής. Δεν αφορά όμως το άρθρον τούτον παροχήν εξ υπαρχής ανισχύρως‒λόγω της ανηθίκου αιτίας‒γενομένην, ουδέ σκοπεί να εμποδίσει την εντεύθεν διεκδίκησιν ή την αναζήτησιν της ακύρως ή ob causam γενομένης παροχής. Άλλως έχει επί αφηρημένης δικαιοπραξίας, π.χ. μεταβιβάζω εις τον Α το πολύτιμον ωρολόγιον μου ίνα μη λιβελλογραφήσει κατά του Β. Η αφηρημένη δικαιοπραξία είναι ανεξάρτητος της ανηθίκου αιτίας και δεν επηρεάζεται εκ ταύτης το κύρος αυτής, εκτός αν η ανήθικος αιτία δεν υπήρξεν απλώς το κίνητρον, αλλ’  απετέλεσε περιεχόμενον ή αίρεσιν της δικαιοπραξίας (διότι τότε αύτη φέρει εν αυτώ τω σώματι αυτής την κηλίδα του ανηθίκου). Πέραν της περιπτώσεως ταύτης η αφηρημένη δικαιοπραξία, αφού είναι ανεξάρτητος της αιτίας, δεν προσκρούει εις τα χρηστά ήθη και είναι ισχυρά‒παρά το ανήθικον της αιτίας‒διότι άλλως η τοιαύτη από της αιτίας ανεξαρτησία δεν θα είχεν έννοιαν. Ώστε η αφηρημένη δικαιοπραξία μεταβαβιάζει την κυριότητα της παροχής· επί πλέον, δυνάμει των αρχών του αδικαιολογήτου πλουτισμού, τότε μόνον χωρεί αναζήτησις της παροχής (condictio ob turpem causam) εκ μέρους του δόντος αυτήν, όταν το ανήθικον της αιτίας δεν βαρύνει τούτον (ΑΚ 907), ως  πράγματι δεν τον βαρύνει εις το προ ολίγου τεθέν παράδειγμα του ωρολογίου. Καθώς ελέχθη, το άρθρον 907 προϋποθέτει δικαιοπραξίαν, ήτις παρά το ανήθικον της αιτίας είναι έγκυρος και μεταβιβάζει την παροχήν, τουθ’  όπερ μόνον επί αφηρημένης δικαιοπραξίας είναι νοητόν». Κατά τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Κ. Καυκά[19], «επί των αιτιωδών συμβάσεων το κύρος αυτών ήρτηται εκ της εν αυταίς αναφερομένης αιτίας επομένως εάν αύτη είναι ανήθικος, είναι άκυρος και ολόκληρος η σύμβασις [ΑΚ 178, 179], τόσον η υποσχετική όσον και η μεταβιβαστική της παροχής, ήτις γίνεται προς εκπλήρωσιν της πρώτης. Ακύρου δε ούσης ταύτης και μη μεταβιβασθείσης συνεπώς της κυριότητος ή νομής της παροχής εις τον λήπτην, χωρεί είτε διεκδίκησις ταύτης παρά του δόντος (ως παραμένοντος κυρίου της) ή έγερσις παρ’  αυτού της condicio indebiti προς ανάληψιν της, ως παραμενούσης παρά τω λήπτη άνευ αιτίας (αφού η υπάρχουσα τοιαύτη είναι άκυρος καθ’ ο ανήθικος). Κατά του ούτω απαιτούντος την τοιαύτην παροχήν δεν δύναται να αντιταχθεί παρά του λήπτου αυτής ο ισχυρισμός ότι αφορά τυχόν και αυτόν η ανήθικος αιτίας, επομένως ούτος δεν δύναται να αναζητήση αυτήν κατά το άνω 907 § 1 ΑΚ διότι ο δους την παροχήν δεν εγείρει την condicio ob turpem causam (καθής δύναται να αντιταχθεί η ένστασις αυτή) αλλά ή την διεκδικητικήν αγωγήν ή την condicio indebiti. Ούτω ο πωλήσας ή μεταβιβάσας ακίνητον, ίνα χρησιμοποιηθεί ως απηγορευμένος οίκος ανοχής, δύναται ή να διεκδικήσει το πωληθέν και παραδοθέν τούτο πράγμα, λόγω του ότι η αιτία δι’  ην μετεβίβασεν την κυριότητα αυτού είναι ανήθικος και συνεπώς, άκυρος, μη μεταβιβασθείσης της κυριότητας του εις τον αγοραστήν ή να απαιτήσει την ανάληψιν αυτού δια της περί αχρεωστήτου αγωγής ή της condicio ob causam, εάν περέσχεν  επί τη συμφωνία ότι και ο έτερος θα παράσχει τι εις αυτόν, παρά την ακυρότητα της συμβάσεως … Επί αναιτιωδών συμβάσεων όμως αίτινες είναι έγκυροι ανεξαρτήτως της αιτίας δι’  ην συνήφθησαν, η το αντικέιμενον αυτών αποτελούσα παροχή μεταβιβάζεται κατά κυριότητα και νομήν εις τον λήπτην, παρά το ανήθικον της αιτίας δι’  ην πράγματι εγένετο η μεταβίβασις αύτη, ο δους επομένως αυτήν θα δύναται να την αναζητήσει μόνον δια της προκειμένης αγωγής,  εάν η ανήθικος αιτία αφορά μόνον τον λήπτην, αποκλειομένης της παρ’  αυτού αναζητήσεως (κατ’  εφαρμογήν του ΑΚ 907 § 1) εάν η ανήθικος αιτία αφορά ή μόνον αυτόν ή αυτόν και τον λήπτην … Κατ’  εξαίρεσιν, επί των αισχροκερδών δικαιοπραξιών όπου το ΑΚ 179 απαγγέλλει την ακυρότητα της μεταβιβάσεως της παροχής και όταν αύτη γίνεται δι’  αναιτιώδους συμβάσεως,ο την κυριότητα κινητού μεταβιβάζων, θα δύναται να διεκδικήσει αυτό (αφού ο λήπτης αυτού δεν εγένετο κύριος τούτου), έστω και εάν η ανηθικότης αφορά και αυτόν, διότι δεν έχει εν τη περιπτώση ταύτη εφαρμογήν το άρθρον 907 § 1 (είναι ζήτημα όμως εάν θα εμφανισθή ποτέ περίπτωσις καθ’  ην ο λήπτης της παροχής υπό τους όρους της ΑΚ 179 θα διατελή και αυτός εν ανηθικότητι)». Γίνεται όμως επίσης δεκτό[20], «ζήτημα γεννιέται για το αν η παροχή που δόθηκε για αιτία ανήθικη μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως αχρεόστητη (αφού η ανηθικότητα προκαλεί ακυρότητα της σύμβασης) ή με τις διατάξεις της διεκδικητικής αγωγής. Ορθότερη είναι η άποψη ότι ο σκοπός της ΑΚ 907 επιβάλλει τον αποκλεισμό της δυνατότητας αναζήτησης του πλουτισμού μέσωοποιασδήποτε άλλης οδού. Ειδικά στη περίπτωση κατάφασης της δυνατότητας διεκδίκησης του πλουτισμού μέσω των διατάξεων για την κυριότητα θα παρουσιαζόταν η εξής αντινομία: όταν η ανηθικότητα είναι τέτοιας βαρύτητας ώστε να συμπαρασύρει σε ακυρότητα‒εκτός από την ενοχική‒και την εκποιητική δικαιοπραξία, ο δότης διατηρεί την κυριότητα και αναζητά τη νομή ή κατοχή του πράγματος. Αντίθετα, όταν η ανηθικότητα είναι μικρότερης σημασίας και θίγει μόνο την ενοχική δικαιοπραξία, ο δότης χάνει την κυριότητα και δε μπορεί κατά κανένα τρόπο [ΑΚ 907] να αναζητήσει τον πλουτισμό[21]. Παράδειγμα: ο Α εκμεταλλεύεται την απειρία του Β και του πωλεί και μεταβιβάζει ένα ρολόι αξίας 5.000 δρχ έναντι τιμήματος 50.000 δρχ. Λόγω της ανηθικότητας η υποσχετική δικαιοπραξία (πώληση) είναι άκυρη (ΑΚ 178, 179). Η εκποιητική όμως σύμβαση, ως αναιτιδώδης, είναι έγκυρη, και ο Β γίνεται κύριος του ρολογιού. Έστω ότι η ανηθικότητα αυτή συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την αναιτιώδη εκποιητική δικαιοπραξία και, επομένως, ο Β δε γίνεται κύριος του ρολογιού. Επειδή η ανηθικότητα φορά μόνο τον δότη (όχι το λήπτη) δε δικαιούται να ζητήσει την παροχή (ρολόι) κατ’  ΑΚ 907 § 1. Με βάση την κρατούσα άποψη (Γ. Μπαλής. Κ. Καυκάς και Ζέπος, αν τον κατανοώ σωστά!) θα μπορούσε να την αναζητήσει μέσω της διεκδικητικής αγωγής (ΑΚ 1094 επ). Όμως, κατά τη, σωστή, άποψη των Γεωργιάδη‒ Σταθόπουλου, ο Α, παρότι κύριος λόγω της ακυρότητας και της εκποιητικής δικαιοπραξίας, δε δικαιούται να αναζητήσει την παροχή ούτε μέσω της διεκδικητικής αγωγής. Με την αγωγή α.π δε μπορεί λόγω της ανηθικότητας του δότη)».

Τριμερείς σχέσεις.

Για τέτοιες σχέσεις γίνεται λόγος όταν μετέχουν στην μετακίνηση του πλουτισμού τρία πρόσωπα. Διακρίνονται δυο είδη τριγωνικών σχέσεων, α) η γραμμική σχέση και β) η τριγωνική σχέση. i) Γραμμική σχέση υπάρχει στην περίπτωση της αλυσίδας πλουτισμών, τέτοια υπάρχει στην περίπτωση αλλεπάλληλων μεταβιβάσεων[22]. Γραμμικές σχέσεις έχουμε στις σχέσεις που κάποιος νομιμοποιείται να εκπροσωπεί κάποιον άλλο και να προκαλεί αποτελέσματα είτε υπέρ είτε εις βάρος αυτού. Στις περιπτώσεις αυτές εντάσσονται η άμεση αντιπροσώπευση [ΑΚ 211], η εκπροσώπηση με επιτετραμμένο να δεχτεί την καταβολή [ΑΚ 417], ο κομιστής εξοφλητικής απόδειξης [ΑΚ 426], οι σχέσεις που προκύπτουν από την καταβολή σε φαινομενικό δικαιούχο [ΑΚ 461, 893 εδ. β', 1963, ΚΠολΔ 822], η εγγύηση[23] [ΑΚ 847], η εντολή σε πίστωση τρίτου [ΑΚ 870], η σύμβαση σε βάρος τρίτου [ΑΚ 415][24].  Παράδειγμα: ο Α πωλεί ένα κινητό στον Β και αυτός στον Γ. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η έμμεση αντιπροσώπευση κατά την οποία πρέπει να γίνουν δυο δικαιοπραξίες για να αποκτήσει ο αντιπροσωπευόμενος, μια μεταξύ τρίτου και αντιπρόσωπου [πρώτη] και μια μεταξύ αντιπροσώπου και αντιπροσωπευόμενου. 1. Παθολογία μιας από τις δυο σχέσεις. Η αναζήτηση του πλουτισμού θα γίνει στη σχέση που πάσχει. Παράδειγμα: ο συλλέκτης πινάκων ζωγραφικής Α ζήτησε από τον έμπορο ζωγραφικών πινάκων Β να αγοράσει για λογαριασμό του Α ένα πίνακα από τον Γ [περίπτωση έμμεσης αντιπροσώπευσης[25]]. Γίνεται η συναλλαγή μεταξύ του Β και του Γ, κατόπιν ο Β μεταβιβάζει στον Α. Αν πάσχει η σχέση μεταξύ Γ και Β, ο Γ θα στραφεί κατά του Β και όχι κατά του Α που απέκτησε έγκυρα από τον Β. 2. Παθολογία και στις δυο σχέσεις. Στην περίπτωση αυτή η αναζήτηση θα γίνει από τον αρχικώς μεταβιβάσαντα στον τελικώς αποκτήσαντα. Παράδειγμα: ο Α πώλησε και μεταβίβασε ένα ακίνητο στον Β σε περιοχή παραμεθόρια χωρίς την απαραίτητη άδεια. Ο Β πωλεί και μεταβιβάζει στον Γ που αποκτά τη νομή του ακινήτου. Και οι δυο μεταβιβάσεις είναι άκυρες λόγω παράβασης της νομοθεσίας σε παραμεθόρια περιοχή. Ο Α δικαιούται να στραφεί κατά του Γ. ii) Τριγωνική [ή γωνιακή] σχέση. Στην τριγωνική σχέση μετέχουν δυο πρόσωπα, του καταβάλλοντος και του αποκτώντος αλλά και ένα τρίτο που συνδέεται με τα δυο αυτά πρόσωπα, π.χ. έκταξη [ΑΚ 876], εκχώρηση [ΑΚ 455], σύμβαση υπέρ τρίτου [ΑΚ 410 επ], αναδοχή χρέους [ΑΚ 471], εγγύηση [ΑΚ 847]. Άλλα παραδείγματα από τους Δεληγιάννη‒Κορνηλάκη[26]: έμμεση αντιπροσώπευση, καταπίστευση[27], μεταπρασία, εντολή [ΑΚ 716], χρησιδάνειο [ΑΚ 819], Παρακαταθήκη [ΑΚ 825], εργοδότης-εργολάβος και εργάτης [ΑΚ 702]. Η σχέση μεταξύ καταβάλλοντος και ενδιάμεσου ονομάζεται σχέση κάλυψης, η σχέση μεταξύ εισπράξαντος και ενδιάμεσου ονομάζεται σχέση αξίας. Έστω ότι ο Α οφείλει στον Χ 1000 δρχ και ο Χ οφείλει στον Β 1000 δρχ και καταβάλλει ο Α με υπόδειξη του Χ στον Β, σχέση κάλυψης είναι η σχέση μεταξύ Α και Χ, σχέση δε αξίας είναι η σχέση μεταξύ Χ και Β. Η σχέση αυτή μπορεί να παρασταθεί με ένα τρίγωνο στου οποίου την κορφή βρίσκεται ο Χ και στα άκρα της απέναντι βάσης βρίσκονται οι Α και Β. Περιπτώσεις: α) παθολογία σχέσης κάλυψης. Παράδειγμα: ο Α αναλαμβάνει με άκυρη σύμβαση την υποχρέωση προς τον Χ να καταβάλλει στον Β 100.000 δρχ που οφείλει ο X στον Β. Ο Α έχει την αξίωση α.π. κατά του Χ και όχι κατά του Β που απέκτησε νόμιμα από τον Χ, αντίθετα ο Χ πλούτισε επί ζημία του Α αφού απαλλάχτηκε αυτός [Χ] από χρέος του. β) παθολογία στη σχέση αξίας. Παράδειγμα: ο Α οφείλει στον Χ 50.000 δρχ από αγοραπωλησία. Ο Χ ζητά από τον Α να καταβάλλει το ποσό αυτό στον Β στον οποίο οφείλει [Χ] το ίδιο ποσό λόγω δανείου. Η δανειστική σύμβαση όμως είναι άκυρη. Την αξίωση α.π. στην περίπτωση αυτή έχει ο Χ κατά του Β. γ) παθολογία και στις δυο σχέσεις [κάλυψης και αξίας]. Παράδειγμα: ο Α πώλησε στον τοκογλύφο Χ ένα αυτοκίνητο αξίας 10.000.000 δρχ για να εξοφλήσει χρέος του σ΄ αυτόν αξίας 3.000.000 δρχ. Ο Χ ζήτησε από τον Α να μεταβιβάσει απευθείας το αυτοκίνητο στον Β στον οποίο είχε υποσχεθεί ο Χ να καταβάλλει ποσό 5.000.000 δρχ. Ο Β γνώριζε από τι συναλλαγή προερχόταν το αυτοκίνητο. Η πώληση μεταξύ Α και Β είναι άκυρη λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη [ΑΚ 178]. Το ίδιο ισχύει όμως και για την πώληση από τον Χ στον Β λόγω αντίθεσης στο νόμο [ΑΚ 174, ΠοινΚ 394, αποδοχή προϊόντος εγκλήματος]. ο Α μπορεί να στραφεί απευθείας κατά του Β.

Ευθύνη του λήπτη [ΑΚ 908 –912]

     Σύμφωνα με την ΑΚ 908 ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα από αυτό. Επομένως, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει αυτούσιο τον πλουτισμό. Ο όρος πράγμα στην ΑΚ 908 ερμηνεύεται διασταλτικά. Έτσι, εκτός από το υλικό πράγμα, σαν πράγμα νοείται και ασώματο αντικείμενο [απαίτηση], π.χ. επανεκχώρηση εκχωρηθείσας απαίτησης. Η αναμεταβίβαση του πλουτισμού γίνεται με τις οικείες μεταβιβαστικές πράξεις [μεταβίβαση κυριότητας, μεταβίβαση νομής, επανεκχώρηση κλπ]. Σαν αντάλλαγμα νοείται κάθε οικονομική αξία που υπεισέρχεται στη θέση του αρχικού πλουτισμού [πράγματος].Ανάμεσα δηλαδή στον αρχικό πλουτισμό και στο αντάλλαγμα πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια. Ο δότης μπορεί να αναζητήσει σαν αντάλλαγμα πράγμα που αγόρασε με χρήματα που αποτελούσαν τον αρχικό πλουτισμό. Παράδειγμα: ο Α εκμεταλλεύεται τον ανάπηρο πατέρα του Β ωθώντας τον στη ζητιανιά. Με τα χρήματα της ζητιανιάς ο Α αγοράζει αυτοκίνητο. Ο Β μπορεί να αναζητήσει από τον Α το αυτοκίνητο αυτό σαν αντάλλαγμα των χρημάτων που αποτελούσαν τον αρχικό πλουτισμό του [Α][28]. Ζήτημα γεννάται αν το αντάλλαγμα που υπεισήλθε στη θέση του αρχικού πλουτισμού έχει μεγαλύτερη ή μικρότερη αξία του αρχικού πλουτισμού. Στην περίπτωση που το αντάλλαγμα έχει μικρότερη αξία, οφείλεται αυτό. Στην περίπτωση όμως που έχει μεγαλύτερη αξία του αρχικού πλουτισμού όριο για την επιστροφή του ανταλλάγματος θέτουν οι ΑΚ 281 και η προσωπική συμβολή του λήπτη στην επίτευξη μεγαλύτερης αξίας του ανταλλάγματος. Όταν αποδεικνύεται ότι το μεγαλύτερο τίμημα επιτεύχθηκε χάρις στις ικανότητες του λήπτη [φήμη, επαγγελματική ικανότητα κλπ] θεωρείται ότι ο πλουτισμός δεν επήλθε σ βάρος του δότη. Το επί πλέον τίμημα μπορεί ενδεχομένως να ζητηθεί με τις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων [ιδίως ΑΚ 739, 734, 719]. Παραδείγματα: α) ο Α μεταβιβάζει στον Β χωρίς έγκυρη υποσχετική σύμβαση ένα αυτοκίνητο αξίας 800.000 δρχ. Αυτό καταστρέφεται στα χέρια του Β και ο Β εισπράττει την ασφαλιστική αποζημίωση ύψους 850.000 δρχ. Ο Α δικαιούται ολόκληρο το αντάλλαγμα. β) ο έμπορος αυτ/ των Α, νομίζοντας ότι το αυτοκίνητο του Β αξίας 1.000.000 δρχ του έχει μεταβιβασθεί νόμιμα, χάρις στις επαγγελματικές ικανότητες του το πωλεί στον Γ έναντι 1.200.000 δρχ. Ο Β δεν μπορεί να ζητήσει και τις 200.000 δρχ αφού αυτές επιτεύχθηκαν χάρις στις προσωπικές ικανότητες του Α, επομένως, όχι επί ζημιά του Α. γ) ο Α δίδει στον Β ένα λαχείο[29] για εξόφληση χρέους που νόμιζε πως είχε έναντι του. Ο Β κερδίζει τον πρώτο λαχνό και κάποια εκατομμύρια μέσω αυτού. ο Α ακυρώνει‒λόγω πλάνης προφανώς [ΑΚ 140 επ] την μεταβίβαση αυτή‒και ο Β υποχρεούται να επιστρέψει όχι το αντίτιμο που κατέβαλλε στον Α αλλά όλο το κέρδος του λαχείου [ΑΚ 908  εδάφιο β', «… καθώς και ό,τιδήποτε απέκτησε από το πράγμα»].

Αύξηση της ευθύνης του λήπτη [ΑΚ 910-912]

Σύμφωνα με την ΑΚ 910, από την επίδοση της αγωγής ο λήπτης ευθύνεται κατά τις ΑΚ 346 και 348 [ευθύνη για τόκους και κατά τις διατάξεις της διεκδικητικής αγωγής και της υπερημερίας, ΑΚ 340 επ, 1096, 1104 και 1106] άσχετα αν αυτός δεν είναι πλουσιότερος πια. Έτσι[30]: α) δεν εφαρμόζεται η επιεικής ΑΚ 909 και ο λήπτης εξακολουθεί να ευθύνεται, είτε σώζεται είτε δε σώζεται ο πλουτισμός, β) αν ο πλουτισμός είναι χρηματική οφειλή, οφείλονται τόκοι ανεξάρτητα από υπερημερία του λήπτη [ΑΚ 346 σε συνδ· με ΑΚ 910], γ) αν ο πλουτισμός συνίσταται σε ορισμένη παροχή [ενοχή είδους], εφαρμόζεται η ΑΚ 348 που παραπέμπει στις διατάξεις για τη διεκδικητική αγωγή [ΑΚ 1096 επ], επομένως ο πλουτήσας ευθύνεται σε αποζημίωση για υπαίτια χειροτέρευση, αδυναμία απόδοσης του αντικειμένου του πλουτισμού [ΑΚ 348 § 1 και ΑΚ 1097], υποχρεούται σε απόδοση των ωφελημάτων που συνέλλεξε καθώς και αυτών που από υπαιτιότητα του παρέλειψε να συλλέξει σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης [ΑΚ 1096 εδ. β΄, ΑΚ 348 § 2] κλπ.

Σύμφωνα με την AK 912 § 1, «σε περίπτωση απαίτησης για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ο λήπτης, αφότου όφειλε να προβλέψει την αναζήτηση, ευθύνεται για ό,τι έλαβε σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή». Σύμφωνα με την νμλγ μας[31], «η διάταξη αυτή στοιχειοθετεί μια από τις εξαιρέσεις του κανόνα ότι η ευθύνη του πλουτήσαντος υπάρχει μόνον εφόσον σώζεται ο πλουτισμός του κατ’  ΑΚ 909 και προβλέπει ότι η ευθύνη του πλουτήσαντος διατηρείται ακέραιη, και μάλιστα αυξημένη, παρά την απώλεια ή τη μείωση του πλουτισμού του, αν η απώλεια ή η μείωση επήλθε με υπαίτια άγνοια του πλουτήσαντος ως προς το ενδεχόμενο ελλείψεως της νόμιμης αιτίας. Στη περίπτωση αυτή ο λήπτης δε μπορεί να θεωρηθεί καλής πίστεως και η κακοκπιστία του αυτή αποτελεί την αιτία της αυξημένης ευθύνης του λήπτη, η οποία υπάρχει από τις δυο προαναφερόμενες προϋποθέσεις, δηλαδή α) εφόσον υπάρχει απαίτηση για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε, και β) εφόσον ο λήπτης όφειλε να προβλέψει την αναζήτηση. Για τη δεύτερη προϋπόθεση, κριτήριο για το αν ο λήπτης “ώφειλε να προβλέψει την αναζήτηση” προσφέρει η έννοια της αμελείας, αν δηλαδή η μη πρόβλεψη ή η άγνοια οφείλεται σε αμέλεια του λήπτη (βαρειά η ελαφρά). Για την πρώτη προϋπόθεση, κριτήριο αποτελεί το αν η ύπαρξη ή μη της νόμιμης αιτίας του πλουτισμού εξαρτάται ακόμη από μελλοντικό γεγονός (τη μη επακολουθήσασα ή λήξη της αιτίας) αν ο πλουτισμός δηλαδή δεν παρουσιάζεται οριστικά δικαιολογημένος για το λήπτη, αφού υπάρχει από την αρχή (με τη δόση της παροχής) ή γεννήθηκε αργότερα λόγος ανατροπής της αρχικά υφισταμένης νόμιμης αιτίας και ως εκ τούτου ο πλουτήσας, ως επιμελής συναλλασσόμενος, οφείλει να υπολογίζει σε ενδεχόμενη ανατροπή της νόμιμης αιτίας και επομένως και σε αναζήτηση του πλουτισμού. Περίπτωση δε αιτίας που δεν επακολούθησε ή έληξε αποτελεί η εξαφάνιση συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου υπό ανωτέρου δικαστηρίου αποφάσεως κατωτέρου δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας ο ηττηθείς προέβη σε παροχή προς τον νικήσαντα διάδικο, για τον οποίο η κτήση δεν εμφανίζεται οριστική μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί του ασκηθέντος ενδίκου μέσου».

Η επιεικής ρύθμιση της ΑΚ 909 ισχύει μόνο για τον καλοπίστως πλουτήσαντα. Η κακοπιστία του λήπτη αποτελεί το δικαιολογητικό λόγο της επίτασης της ευθύνης κατά τις ΑΚ 910επ[32]. Επομένως, ο αδικαιολόγητα πλουτήσας οφείλει να διαχειρίζεται με επιμέλεια τον πλουτισμό υπολογίζοντας στο ενδεχόμενο επιστροφής του αν δεν είναι βέβαιος για τη νομιμότητα του. Οι διατάξεις αυτές [ΑΚ 910-912] εφαρμόζονται αναλόγως και σε κάθε άλλη περίπτωση που συντρέχουν οι ίδιοι λόγοι, δηλαδή σε κάθε περίπτωση γνώσης της έλλειψης νόμιμης αιτίας, οποιοσδήποτε και αν είναι ο λόγος του πλουτισμού[33]

Ευθύνη τρίτου [ΑΚ 913].

Κατόπιν των γόνιμων προβληματισμών που έθεσε στο σεμινάριο μας με τη συμμετοχή του ο Πρόεδρος Εφετών Ανατολικής Κρήτης κ. Απ. Παπαθεοδώρου, θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω μια σχετικά σύντομη ερμηνεία της ΑΚ 913.

Σκοπός της διάταξης. Κατά τον Απ. Γεωργιάδη[34], «με τη θέσπιση της διάταξης αυτής ο νόμος εξομοιώνει κατ’  αποτέλεσμα τη χαριστική αιτία με την ανύπαρκτη: η χαριστική πράξη δε μπορεί να αποτελέσει νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού, παρά την εγκυρότητα της ως δικαιοπραξίας (π.χ. ισχυρή δωρεά). Η ρύθμιση αυτή δικαιολογείται στο πλαίσιο της γενικότερης δυσπιστίας, με την οποία το δίκαιο αντιμετωπίζει τις ελευθεριότητες[35]. Είναι συνεπώς λογικό να μη θεωρείται άξια προστασίας μια περιουσιακή κτήση, για την οποία δεν έχει καταβληθεί αντάλλαγμα, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν δεν υπάρχει η συναίνεση του ζημιωθέντος‒πραγματικού φορέα του αντικειμένου της χαριστικής πράξης». Κατ’  άλλη άποψη[36], «η θέσπιση της ΑΚ 913, εντασσομένης στο όλο σύστημα του δικαίου του αδικ. πλουτισμού, βρίσκει τη δικαιολογία της στο ότι ο νόμος δεν θεωρεί την κτήση από χαριστική αιτία ως επαρκή λόγο διατηρήσεως [νόμιμη αιτία] του πλουτισμού, όταν δεν έχει στην κτήση αυτή συναινέσει εκείνος στον οποίο πραγματικά ανήκε το δωρούμενο, εκείνος δηλ· σε βάρος του οποίου αποβαίνει ο πλουτισμός. Δωρεά με περιουσιακά μέσα τρίτου («με ξένα κόλλυβα») και όχι του δωρητή, και να είναι έγκυρη ως σύμβαση, δεν είναι ανεκτή, δηλαδή δε συνιστά δικαιολογημένο πλουτισμό. Η χαριστική αιτία εδώ εξομοιώνεται με την ανύπαρκτη αιτία. Η δυσμενέστερη μεταχείριση της κτήσεως από χαριστική αιτία, σε σχέση με την κτήση έναντι ανταλλάγματος, είναι “υγιής σκέψη που διαρρέει την ιστορία του δικαίου” και εκδηλώνεται στο δίκαιο του αδικαιολόγητου πλουτισμού πρώτιστα με τη δικαιολογητική για τον πλουτισμό δύναμη του ανταλλάγματος, που δίνεται στο ζημιωθέντα ή και σε άλλον. Όπως και ο λήπτης της γενικής ρήτρας, έτσι και ο τρίτος της ΑΚ 913 θεωρείται από το νομοθέτη ως κάτοχος αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ο τρίτος ούτε αντάλλαγμα έδωσε για τον πλουτισμό του, αλλά ούτε τον στηρίζει σε σύμβαση με το πρόσωπο σε βάρος του οποίου τον απέκτησε, δηλαδή τον ζημιωθέντα ενάγοντα».

Προϋποθέσεις της αξίωσης κατά του τρίτου: 1) αξίωση κατά του αρχικού λήπτη αδικαιολογήτως πλουτίσαντος. Δηλαδή  να μπορούσε να εναχθεί με την αγωγή α.π., 2)διοχέτευση του πλουτισμού σε τρίτον με χαριστική πράξη. Αντικείμενο του πλουτισμού που διοχετεύεται στο τρίτο είναι, είτε αυτούσιος  είτε το αντάλλαγμα του [ΑΚ 908]. Στη ρύθμιση της ΑΚ 913 θεωρείται ως χαριστική δικαιοπραξία και αυτή που υποκρύπτεται από εικονική επαχθή[37]. Παράδειγμα[38]: ο έμπορος αυτοκινήτων Α πώλησε με πίστωση του τιμήματος και μεταβίβασε ένα αυτοκίνητο στον Β έναντι 5.000.000 δρχ και ο τελευταίος το πώλησε και το μεταβίβασε στον ανηψιό του Γ έναντι 2.000.000 δρχ. Η πώληση από τον Β στον Γ έγινε με χαμηλότερο τίμημα σε σχέση με την πραγματική αξία του αυτοκινήτου γιατί ο Β ήθελε να δωρήσει το επιπλέον στον Γ [μεικτή σύμβαση πώλησης και δωρεάς]. Επειδή ο Β δεν πλήρωσε τίμημα όταν αυτό κατέστη ληξιπρόσθεσμο, ο Α υπαναχώρησε. Ο Α μπορεί να αναζητήσει τα 2.000.000 δρχ από τον Β [ΑΚ 908 εδ. α] και τα 3.000.000 δρχ από τον Γ. Όπως διαπιστώνεται εδώ, στο παράδειγμα υπάρχει συρροή ευθυνών του αρχικώς πλουτήσαντος και του χαριστικώς αποκτήσαντος. Και υπάρχει και σε ολόκληρο ευθύνη αρχικώς πλουτήσαντος και τελικώς αποκτήσαντος [με χαριστική δικαιοπραξία].

Αξίωση in rem scripta. Η απο τήν ΑΚ 913 απορρέουσα αξίωση του ζημιωθέντος είναι πραγματοπαγής [in rem scripta][39].

Παραγραφή[40]. Η αξίωση α.π υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή. Όταν όμως πρόκειται για αξίωση α.π. που πηγάζει με οποιοδήποτε τρόπο από μια έννομη σχέση και ο νόμος προβλέπει, κατά το πνεύμα του, για όλες τις απαιτήσεις που πηγάζουν από αυτή τη σχέση, ειδική βραχυπρόθεσμη παραγραφή, τότε αυτή η βραχυπρόθεσμη παραγραφή καταλαμβάνει και την αξίωση α.π Έτσι, η αξίωση α.π που πηγάζει από μια σχέση από τις αναφερόμενες στο 250 υπόκειται σε πενταετή παραγραφή. Ερευνώντας την νμλγ [συντάκτης της παρούσας σεμιναριακής ανάλυσης] βρήκα εφαρμογή της άποψης αυτής σε αξίωση Δικηγόρου για λήψη αμοιβής του [ΑΠ 1117/ 00 ΕΕΝ 2002.93, ΜονΠρΑθ 135/ 01 ΕΕργΔ 2002.219]. Η παραγραφή αρχίζει με τη γέννηση της αξίωσης [δηλαδή αφότου ο λήπτης απέκτησε το πλουτισμό και συνέτρεξαν και οι υπόλοιπες προπυποθέσεις της ΑΚ 904] και εφόσον βέβαια ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.

Ασκήσεις.

1.

     Ο Α που εργάζεται ως υπάλληλος στο κατάστημα ηλεκτρικών ειδών του Β, αφαίρεσε κρυφά μια έγχρωμη τηλεόραση αξίας 100.000 δρχ την οποία αφού χρησιμοποίησε μερικές ημέρες στο σπίτι του, πώλησε μετά στον καλόπιστο Γ. Κατά την πώληση ο Α τόνισε κατά τέτοιο τρόπο τα πλεονεκτήματα της συσκευής αυτής ώστε κατόρθωσε να εισπράξει ως τίμημα το ποσό των 130.000 δρχ. Μετά την αποκάλυψη της κλοπής και των όσων ακολούθησαν, ο Β σας συμβουλεύεται στις εξής απορίες του: α) μπορεί να ζητήσει την απόδοση της συσκευής από τον Γ; β) αν δεν ενδιαφέρεται πια για την ανάκτηση μιας μεταχειρισμένης συσκευής και προτιμά να ζητήσει από τον Α τα χρήματα που αυτός εισέπραξε, πόσα δικαιούται να ζητήσει, 100.000 δρχ ή 130.000 δρχ;

Λύση.

Η έννοια του βοηθού νομής ορίζεται στην ΑΚ 986. Βοηθός νομής είναι το πρόσωπο που βοηθά τον νομέα στην άσκηση του corpus και βρίσκεται σε σχέση υπηρεσιακής ή οικογενειακής εξάρτησης οφείλοντας να ακολουθεί ως προς την διαχείριση του πράγματος τις οδηγίες του νομέα. Οικιακή εξάρτηση υπάρχει στα συνοικούντα με το νομέα πρόσωπα [τέκνα, γονείς, σύζυγος κλπ]. Υπηρεσιακή εξάρτηση υπάρχει σε όσους συνδέονται με τον νομέα με σχέση ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου [εργάτες, υπάλληλοι]. Παραδείγματα: ο υπάλληλος ενός καταστήματος, ο εργάτης ως προς τα μηχανήματα του εργοστασίου, η οικιακή βοηθός ως προς τα οικιακά σκεύη, ο μάγειρας ως προς τα σκεύη της κουζίνας, ο οδηγός ως προς το αυτοκίνητο του νομέα, οι υπάλληλοι ως προς τα πράγματα του νομικού προσώπου. Βοηθός κατοχής είναι το πρόσωπο που χρησιμοποιεί ο κάτοχος για να τον βοηθά στην άσκηση της κατοχής του. Παραδείγματα: ένας εργοστάσιο μισθώνει μηχανήματα, οι εργάτες είναι βοηθοί κατοχής, Αν κάποιος μισθώνει αυτοκίνητο και προσλαμβάνει οδηγό, αυτός είναι βοηθός κατοχής. Σε μισθωμένο διαμέρισμα, η υπηρέτρια είναι βοηθός κατοχής.

Κλοπιμαία και απολωλότα.

Δικαιολογία της εξαίρεσης από την καλόπιστη κτήση στα κλοπιμαία και απολωλότα αποτελεί το γεγονός ότι, όταν το πράγμα ξεφεύγει από τα χέρια του κυρίου παρά τη θέληση του, δεν συνέβαλλε αυτός στην εμφάνιση του μεταβιβάσαντος ως κυρίου και δεν πρέπει να υποστεί αυτός τις συνέπειες της παρανομίας του δήθεν δικαιούχου. Αν αναγνωριζόταν η καλόπιστη κτήση και στα κλοπιμαία, θα ενισχυόταν η κλοπή και κλεπταποδοχή. Θα καταλήγαμε έτσι, ότι πατάσσομε με τον ποινικό νόμο να υποθάλπομε με τον αστικό νόμο.

     Κλοπιμαία θεωρούνται αυτά που αποτελούν αντικείμενο της κλοπής με την έννοια του ποινικού νόμου. Επομένως, σ′ αυτά δεν περιλαμβάνονται τα υπεξαιρούμενα [βλ· ΑΚ 1036 § 2].

Απολωλότα.

Ο όρος απώλεια έχει την έννοια κάθε απώλειας της κατοχής χωρίς τη βούληση του κυρίου ή αυτού που κατέχει στο όνομα του κυρίου. Περιπτώσεις: α) αν το πράγμα κατέχεται από τρίτο στο όνομα του κυρίου, απώλεια υπάρχει αν το πράγμα φεύγει της κατοχής του τρίτου χωρίς τη βούληση και των δυο. παραδείγματα: κινητό του Α που κατέχεται από τον Β ξεφεύγει από την κατοχή του. Ο Β κατέχει ως μισθωτής ενός κινητού του Α το υπεξαιρεί και το εκποιεί στον ΚΠ. Το πράγμα δεν είναι απολωλός. β) στην περίπτωση του βοηθού νομής. Ο Α υπάλληλος σε φωτογραφείο αφαιρεί μια φωτογραφική μηχανή και την πωλεί στον ΚΠ. Δεν αποκτά κυριότητα.

Ως αντάλλαγμα κατά την ΑΚ 908 νοείται κάθε οικονομική αξία που υπεισέρχεται στη θέση του αρχικού πλουτισμού σαν υποκατάστατο του. Πρέπει δηλαδή να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στον πλουτισμό και το αντάλλαγμα. Αν ο πλουτισμός συνίσταται σε χρήμα και το αντάλλαγμα είναι πράγμα, τότε κατά την νμλγ μας[41] οφείλεται και αυτό. π.χ. ο Α εκμεταλλευόμενος τον ανάπηρο πατέρα του Β παίρνει τα χρήματα της επαιτείας και αγοράζει αυτοκίνητο στο όνομα του. Ο πατέρας Β μπορεί να αναζητήσει το αυτοκίνητο αν αποδείξει ότι ο γιος Α δεν είχε άλλα χρήματα ή περιουσία για να δικαιολογούν την αγορά του. Πρόβλημα υπάρχει αν το αντάλλαγμα είναι μεγαλύτερο ή μικρότερο από τον πλουτισμό. Αν είναι μικρότερο του πλουτισμού οφείλεται μόνο αυτό κατά την ΑΚ 909 εκτός κι αν εφαρμόζονται οι ΑΚ 910 επ· Σε περίπτωση μεγαλύτερου ανταλλάγματος, οφείλεται αυτό με τους περιορισμούς της κατάχρησης δικαιώματος ή της προσωπικής συμβολής του λήπτη [φήμη, διαπραγματευτική και επαγγελματική ικανότητα] στην επίτευξη του μεγαλύτερου τιμήματος. Μπορεί όμως να απαιτήσει τις επί πλέον 30.000 δρχ με τις διατάξεις για τη μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων [ΑΚ 739] σε συνδυασμό με ΑΚ 734 και 719.

Διοίκηση αλλοτρίων είναι η διεξαγωγή ξένης υπόθεσης χωρίς νόμιμο λόγο. Ως υπόθεση νοείται η επιχείρηση και νομικών και υλικών πράξεων αλλά και μη περιουσιακές πράξεις, π.χ. η διάσωση κινδυνεύοντος ατόμου από πνιγμό. Διακρίνεται αυτή σε γνήσια [ΑΚ 730, 734, 736] όταν την διεξάγει προς το συμφέρον του κυρίου, σε μη γνήσια ή νόθα όταν είναι ξένη και την διεξάγει σαν να είναι δική του [ΑΚ 739, 734] π.χ. κάποιος γνωρίζει ότι ένας αγρός είναι ξένος και τον καλλιεργεί και τον εκμεταλλεύεται σαν νάναι δικός του και στην λεγόμενη ιδιοτελή [ΑΚ 740] όταν την διεξάγει παρ′ ότι είναι ξένη νομίζοντας ότι είναι δική του. Εδώ εφαρμόζονται οι διατάξεις για αδικοπραξίες και αδικ. πλουτισμό. Στην άσκηση μας, η πώληση της τηλεόρασης αποτελεί μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων. Ενώ η πώληση της συσκευής είναι υπόθεση του ιδιοκτήτη Α, ο Α τη “διοικεί” [μεταχειρίζεται] σαν νάταν δική του ενώ γνωρίζει ότι δεν είναι δική του. Σύμφωνα με τις ΑΚ 739, 734 και 719 οφείλει ο Α να αποδώσει στον Β τις 130.000 δρχ.

2.

Η δημόσια υπάλληλος Υ βρέθηκε σε οικονομική ανάγκη και προσέφυγε στον Δ για να πάρει δάνειο ώστε να αγοράσει ένα αυτοκίνητο. Ο Δ την έβαλε να υπογράψει διάφορες υπεύθυνες δηλώσεις και μια εξουσιοδότηση. Κατόπιν τούτου ο Δ δάνεισε στην Υ το ποσό των 350.000 δρχ το 1983. Ο Δ, παρά το ότι δεν κατέστη πληρεξούσιος της, αγόρασε από τον ΟΔΔΥ επ΄ ονόματι της ένα αυτοκίνητο που δεν της το παρέδωσε και χωρίς να το γνωρίζει αυτή. Ο Δ σταμάτησε να πληρώνει τις δόσεις στον ΟΔΔΥ και το 1984 ο Δ κατόπιν έκδοσης απόφασης ζήτησε από την Υ να πληρώσει το ποσό των 1.800.000 δρχ οπότε πληροφορήθηκε αυτή [Δ] την αγορά στο όνομα της αυτού του αυτοκινήτου. Η Δ προκειμένου να αποφύγει την κατάσχεση και πλειστηρίαση της περιουσίας της κατέβαλλε στο ΟΔΔΥ αυτό το ποσό. Κατόπιν τούτου προσέφυγε στο Δικαστήριο κατά του Δ, αφού υπεισήλθε στη θέση του ΟΔΔΥ ζητώντας το ποσό αυτό σαν αχρεωστήτως καταβληθέν. Τι θα αποφανθεί το Δικαστήριο[42];

Απάντηση.

Κατ΄ αρχάς, εδώ πρόκειται για περίπτωση εφαρμογής της αξίωσης του α.π. σε σχέση δημόσιου δικαίου[43]. Κατά το Ακυρωτικό μας που απασχολήθηκε μ΄ αυτή την υπόθεση, «κατά την ΑΚ 905 § 1…Η δικαιολογία του αποκλεισμού με τη διάταξη αυτή της απαίτησης αχρεωστήτου συνίσταται στο ότι στην περίπτωση της, τεκμαίρεται ότι η περιουσιακή επίδοση έγινε με σκοπό τη δωρεά ή για άλλη νόμιμη αιτία. Επομένως, αποκλεισμός της απαίτησης αχρεωστήτου με βάση την διάταξη αυτή, που εφαρμόζεται και αυτεπαγγέλτως γιατί η σχετική απ΄ αυτή ένσταση είναι καταχρηστική, δεν υφίσταται στην περίπτωση της ανυπαρξίας της βούλησης ελευθεριότητας, όπως συμβαίνει και όταν ο δότης υποχρεώθηκε να προβεί στην καταβολή για την αποφυγή αναγκαστικής εκτέλεσης κατ΄ αυτού».

3.

Ο Α συμφώνησε με τον Β να του πωλήσει ένα ακίνητο αντί τιμήματος 10.000.000 δρχ, του προκατέβαλλε δε το ποσό των 1.000.000 δρχ εν όψει της μελλοντικής σύναψης της αγοραπωλησίας, χωρίς τη σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου, απλώς με ένα ιδιωτικό έγγραφο που βεβαίωνε την καταβολή του ποσού αυτού. Ο Β με το ποσό αυτό προέβη σε διάφορες εργασίες σε ένα αγρό του [όργωμα, περίφραξη]. Ο ενάγοντας Α άργησε να προβεί στην κατάρτιση της αγοραπωλησίας, κατόπιν δε υπαναχώρησε και ζήτησε τα χρήματα του πίσω. Ο Β ισχυρίστηκε στο δικαστήριο ότι δεν σώζεται ο πλουτισμός του [ΑΚ 909] γιατί η περίφραξη του καταστράφηκε. Τι θα αποφασίσει το Δικαστήριο[44];

Απάντηση.

     Εν όψει των σημαντικών ζητημάτων που απασχόλησαν την νμλγ μας αυτή, παραθέτω αυτούσια την μείζονα πρόταση της, έχουσα ως εξής, «κατά την ορθή έννοια της ΑΚ 904, αναγνωρίζεται αξίωση προς απόδοση της ωφέλειας που αποκτήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου και όταν η παροχή έγινε σε εκτέλεση συμβάσεως για την οποία ο νόμος απαιτεί την τήρηση ορισμένου τύπου και αυτός δεν τηρήθηκε, διότι και στην περίπτωση αυτή η δικαιοπραξία, σύμφωνα με τις ΑΚ 158, 159 και 180 θεωρείται σαν να μην έγινε και επομένως, δεν υπάρχει νόμιμη αιτία που να δικαιολογεί τη διατήρηση της παροχής στο λήπτη, εφόσον η βούληση του δότη που εκδηλώθηκε άτυπα, δεν αναγνωρίζεται από το νόμο. Κατά συνέπεια, η προκαταβολή τιμήματος σε εκτέλεση προσυμβάσεως αγοράς ακινήτου, για την οποία δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο που απαιτείται κατά τις ΑΚ 166, 369, 513 και 1033, συνιστά πλουτισμό του πωλητή χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του αγοραστή … Από το συνδυασμό των ΑΚ 904, 908, 909 και 913 προκύπτει ότι η υποχρέωση του λήπτη προς απόδοση του ληφθέντος πράγματος ή του συναλλάγματος που τυχόν έλαβε από αυτό[45] αποσβήνεται εφόσον ο λήπτης πια δεν είναι πλουσιότερος κατά το χρόνο επιδόσεως της αγωγής. Τέτοια περίπτωση απώλειας του πλουτισμού υπάρχει και όταν ο λήπτης με τα χρήματα που έλαβε ενήργησε δαπάνες στις οποίες δεν θα προέβαινε με δικά του χρήματα, αν δεν είχε λάβει το χρηματικό ποσό που του καταβλήθηκε [ΑΠ 908/ 91 Δνη 33.1620]».
[1] αυτό το αποδέχεται σήμερα και η νμλγ του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου της χώρας [βλ· Α.Ε.Δ. 2/ 1993 Δνη 35 (1994).297], επίσης βλ· ΑΠ 786/ 1995 ΕΕΝ 63.677.
[2] Αλ. Λιτζερόπουλος, Στοιχεία ΕνοχΔ, ΙΙ, 1960, § 258 σελ· 381.
[3] Λιτζερόπουλος, § 260 σελ· 384.
[4] ενδεικτικά βλ· ΑΠ 1613/ 1999 Δνη 2000.440, ΑΠ 403/ 1991 Δνη 33 [1992].781, ΠολΠρωτΑθ 3592/ 04 ΝοΒ 2005.112 με παρατηρήσεις Χριστακάκου.
[5] κύρια συνέπεια της γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου είναι ότι θα δικαιούνταν ο αγοραστής να απαιτήσει από τον οικοπεδούχο το διαμέρισμα. Οι σχέσεις σε μια σύμβαση υπέρ τρίτου είναι οι εξής: α) αυτός που υπόσχεται την παροχή στον τρίτο [υποσχεθείς], εν προκειμένω ο οικοπεδούχος, β) αυτός που δέχεται την υπόσχεση [δέκτης της υπόσχεσης], εν προκειμένω ο εργολάβος και γ) ο τρίτος, δηλαδή αυτός στον οποίο θα δοθεί η παροχή, εν προκειμένω ο αγοραστής. Στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, ο τρίτος μπορεί να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα απευθείας [ΑΚ 411], δηλαδή ο αγοραστής θα μπορούσε να εναγάγει τον οικοπεδούχο αφού αυτός είναι ο υποσχεθείς, στη μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου όμως [ΑΚ 410] την παροχή μπορεί να την ζητήσει μόνο ο δέκτης της υπόσχεσης, εν προκειμένω, την παροχή [μεταβίβαση κυριότητας του διαμερίσματος] δικαιούται να την ζητήσει μόνο ο δέκτης της υπόσχεσης [εργολάβος], ο τρίτος μπορεί απλά να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εργολάβου.
[6] το οποίο τίμημα εισέπραξε ο εργολάβος [εταιρεία].
[7] βλ· και τη σπουδαιότατη μονογραφία του Αντιπροέδρου του ΑΠ Αθ. Κρητικού, Το προσύμφωνον, 19972, ένθετο, αριθμός περιθ· 9 σελ· 3.
[8] βλ· ΑΠ 180/ 2000 Δνη 2000.1005.
[9] Δεληγιάννης– Κορνηλάκης, Ειδικό ΕνοχΔ, ΙΙ, 1992, § 316 σελ· 39.
[10] ΕφΑθ 8584/ 89 Δνη 1994.488.
[11] από την νμλγ στο ζήτημα αυτό βλ· ενδεικτικά: ΑΠ 1616/ 99 Δνη 41.437, ΑΠ 1566/ 01 Δνη 43.454 [σπουδαία], ΑΠ 543/ 96 Δνη 39.1327.
[12] βλ· και τις ΑΠ 143-144/ 2000 Δνη 41.1034 που αποφάνθηκαν ότι «η κατά την ΚΠολΔ 691 προσωρινή διαταγή και η αναγκαστική προς αυτή συμμόρφωση, αναγόμενες στη σφαίρα του δικονομικού δικαίου και μάλιστα στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν αποτελούν νόμιμη αιτία πλουτισμού και επομένως δεν αποκλείουν την αξίωση του α.π., η θεμελίωση της οποίας και στις περιπτώσεις αυτές κρίνεται με βάση τους από το ουσιαστικό δίκαιο και δη την ΑΚ 904 τασσόμενους όρους». Το Ακυρωτικό μας αντιμετώπισε περίπτωση de facto συμβατική σχέση [άκυρη σύμβαση εργασίας]. Είχε συναφθεί σύμβαση εργασίας με το Δημόσιο που έληξε σε κάποια φάση. Οι εργαζόμενοι πέτυχαν τη συνέχιση παροχής εργασίας βάσει προσωρινής διαταγής [ΚΠολΔ 691] ωφελούμενου έτσι του Δημοσίου αφού τα ποσά που κατέβαλλε στους ενάγοντες θα κατέβαλλε σε άλλα πρόσωπα που θα προσλάμβανε. Οι ενάγοντες σωστά άσκησαν αγωγή α.π, κατά του Δημοσίου και δικαιώθηκαν ενώ το Δημόσιο επικαλέστηκε ακυρότητα της σύμβασης [μη έγκυρη ανανέωση] και ότι υποχρεώθηκε να τους απασχολεί κατόπιν της προσωρινής διαταγής. Εν τέλει, σωστά δικαιώθηκαν οι ενάγοντες εργαζόμενοι.
[13] για τα στοιχεία της αγωγής σε περίπτωση α.π. από αχρεώστητη παροχή βλ· ΑΠ 273/ 1993 Δνη 35.1358, ΑΠ 1440/ 2000 Δνη 2001.731.
[14] ΑΠ 1601/ 03 Δνη 45.800 [Χρ. Παπούλιας]. Με την απόφαση του αυτή ο ΑΠ ανήρεσε Εφετειακή απόφαση που δέχθηκε ότι αποκλείεται η αναζήτηση της παροχής  επειδή η ανηθικότητα αφορούσε αποκλειστικά το δότη. Κατ’  άλλη άποψη, “αν η ανηθικότητα αφορά αποκλειστικά το λήπτη τότε και μόνο επιτρέπεται η αναζήτηση (επιτυχέστερες διατυπώσεις στο άρθρο 522 Προσχεδίου Ενοχικού Δικαίου: “ό,τι εδόθη δι’  ανήθικον αιτίαν, αναζητείται μόνον εάν αύτη  αφορά αποκλειστικώς τον λήπτη“, και άρθρο 527 Σχεδίου Ενοχικού Δικαίου: «ό,τι εδόθη δι’  ανήθικον αιτίαν δεν αναζητείται, εάν αύτη αφορά ή μόνον τον δόντα ή τον τε δόντα και τον λήπτην»)” [Γεωργιάδης‒ Σταθόπουλος‒(Σταθόπουλος) ΑΚ 907, πλαγιάριθμο 5, σελ· 649]. Κατά τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Κ. Καυκά, παραδείγματα «1. όταν τις καταβάλλων χρηματικό ποσόν εις μικράς ηλικίας νεάνιδα, κατορθώνη να παραπλανήσει αυτήν εις σαρκικήν σχέσιν, δεν θα δύναται να το αναζητήσει, αφού η ανηθικότης πλήττει μόνον αυτόν, της νεάνιδος μη εχούσης συνείδησιν του ανηθίκου της πράξεως της, λόγω της μικράς ηλικίας της. 2. Κάποιος δίδει ποσόν εις άλλον ίνα τον προσηλυτίσει εις άλλην θρησκείαν, δε θα δύναται να το αναζητήσει διότι η ανηθικότης αφορά μόνον αυτόν, του λήπτου του ποσού δυναμένου να αλλάξει την θρησκείαν του, 3. Δεν θα δύναται να αναζητήσει τις το ποσόν το οποίον έδωκεν εις υπάλληλον τινα ίνα προς τον σκοπόν ούτος παραβή το καθήκον του, διότι η ανηθικότης πλήττει τόσον αυτόν όσον και τον υπάλληλον, 4. Όταν τις δίδει χρηματικόν ποσόν εις τινα ίνα διαπράξει φόνον ή κλοπήν, διότι και ενταύθα η ανηθικότης αφορά αμφοτέρους, 5. ο καταβάλλων ποσόν τι εις την σύζυγον του ίνα δεχθεί το διαζύγιον, διότι η ανηθικότης αφορά αμφοτέρους, 6. Όταν δίδει τις ποσόν τι εις τινα και αποσπά παρ’  αυτού την υπόσχεσιν ότι δεν θα αποκτήσει τέκνα ή δεν θα νυμφευθεί, 7. Κάποιος καταβάλλει ποσόν σε άλλον για να μη διαπράξει παράνομη πράξη (π..χ να μην ξυλοκοπήσει κάποιον ενώ ήταν διατεθειμένος να το πράξει για διάφορες αιτίες (μπράβος). Η ανηθικότητα εδώ βαρύνει αποκλειστικά τον λήπτη και επομένως ο δώσας δικαιούται να αναζητήσει την παροχή για ανήθικη αιτία που αφορά αποκλειστικά το λήπτη» [ΕιδΕνοχΔ, τόμος Β, 19755, σελίδες 666-667 υπό § 11.δ].
[15] από τον Αλ. Λιτζερόπουλο, Στοιχεία ΕνοχΔ, 1960, § 262 Γ 4, σελ· 390-391.
[16] ειλημμένο από τους Δεληγιάννη– Κορνηλάκη, ΕιδΕνοχΔ, ΙΙΙ, 1992, § 333, σελ· 92-93.
[17] Ενοχικόν Δίκαιον, Ειδικόν Μέρος, 19652, 29.VI, σελ· 716.
[18] Γενικαί Αρχαί Αστικού Δικαίου, 19618, § 65, σελίδες 186-187. Αδιαφιλονίκητος καθοδηγητής του Αρείου Πάγου!
[19] Ενοχικόν Δίκαιον, Ειδικό Μέρος, τόμος Β’, 19755, άρθρα 904‒907 § 11.ε, σελίδες 668-670.
[20] βλ· Απ. Γεωργιάδη, ΕνοχΔ, ΓενΜ, 1999, § 55, πλαγιάριθμο 43, σελ· 559, Γεωργιάδη‒Σταθόπουλο‒(Σταθόπουλο) ΑΚ, τόμο IV, 1982, άρθρο 907, πλαγιάριθμο 15, σελ· 652 [πλέον εκτεταμένα].
[21] θυμηθείτε αυτό που γράφαμε παραπάνω στις σημειώσεις μας ότι αναζητείται η παροχή μονάχα όταν η ανηθικότητα αφορά τον λήπτη, όχι όταν αφορά τον δότη ή τον δότη και τον λήπτη. Εξήγηση δική μου.
[22] Απ. Γεωργιάδης, ΕνοχΔ, ΓενΜ, 1999, § 56, πλαγιάριθμος 3, σελ· 560.
[23] κατά Απ. Γεωργιάδη, όπ.πάρ, [§ 56, πλαγιάριθμο 7, σελ· 562] τριγωνική σχέση.
[24] Δεληγιάννης‒ Κορνηλάκης, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, ΙΙΙ, 1992, § 320.4, σελ· 46.
[25] την έμμεση αντιπροσώπευση κατατάσσουν στις ευθύγραμμες ή γραμμικές σχέσης ο Απ. Γεωργιάδης § 56, πλαγιάριθμο 1, σελ· 560, απ’  όπου και το παράδειγμα..
[26] όπ.πάρ, σελίδες 46-47.
[27] Κατά τον Απ. Γεωργιάδη [Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, 20023, § 29, πλαγιάριθμους 73, 74, σελίδες 359-360], «Καταπιστευτική δικαιοπραξία καλείται η εκποιητική δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάζεται δικαίωμα [καταπίστευμα] με σκοπό όχι την πρόσκτηση του στην περιουσία του αποκτώντος [καταπιστευματούχου] αλλά είτε την εξασφάλιση απαίτησης του αποκτώντος κατά του μεταβιβάζοντος [fiducia cum creditore], είτε τη διαχείριση του μεταβιβαζόμενου δικαιώματος από τον αποκτώντα [καταπιστευματούχο, fiducia cum amico]. Στην καταπιστευτική δικαιοπραξία διακρίνουμε το εξωτερικό αποτέλεσμα από την εσωτερική σχέση. 1. Εξωτερική σχέση. Με αυτή συντελείται μια κανονική εκποιητική δικαιοπραξία (μεταβίβαση δικαιώματος) με όλες τις συνέπειες που επιφέρει το νομικό αυτό γεγονός. Αν π.χ. πρόκειται για μεταβίβαση κυριότητας πράγματος, κύριος καθίσταται ο καταπιστευματούχος [αποκτών] ο οποίος έχει έναντι των τρίτων, σε περίπτωση προσβολής της κυριότητας τους, τις εμπράγματες αξιώσεις των ΑΚ 1094 και 1108. Αν πρόκειται για μεταβίβαση απαιτήσεως, ο εκδοχέας καθίσταται δικαιούχος αυτής και μπορεί‒μετά από αναγγελία της εκχώρησης στον τρίτο οφειλέτη [ΑΚ 460]‒να την εισπράξει, ανεξάρτητα από το αν είναι χρηματική ή όχι. 2. Εσωτερική σχέση. Με τη σχέση αυτή ο καταπιστευματούχος αναλαμβάνει απέναντι στον καταπιστεύοντα [μεταβιβάζοντα] την ενοχική δέσμευση ότι θα ασκεί το δικαίωμα κατά τον συμφωνηθέντα τρόπο προς το συμφέρον του μεταβιβάζοντος [ή και τρίτου], και πάντως στο πλαίσιο του σκοπού της μεταβίβασης. Επομένως, ο καταπιστευματούχος υποχρεούται έναντι του καταπιστεύοντος να ασκήσει ένα μέρος μόνο των εξουσιών που παρέχει το δικαίωμα, δηλαδή το μέρος που δικαιολογείται από τον συμφωνηθέντα σκοπό της καταπιστευτικής δικαιοπραξίας. Η διάθεση π.χ του δικαιώματος περαιτέρω σε τρίτο δεν εμπίπτει στο σκοπό της εξασφάλισης απαιτήσεως ούτε στο σκοπό της διαχείρισης δικαιώματος. Αν ο καταπιστευματοδόχος προβεί πράγματι σε τέτοια διάθεση, η τελευταία θα είναι μεν έγκυρη [ΑΚ 177], αυτός όμως θα ευθύνεται έναντι του καταπιστεύοντος για αποζημίωση λόγω της παραβίασης της συμβατικής υποχρέωσης του». Παράδειγμα [από τον Απ. Γεωργιάδη, όπ.πάρ, πλαγιάριθμο 79, σελ· 362]: ο τυπογράφος Α ζήτησε και έλαβε δάνεια από την τράπεζα Τ ύψους 50.000 € για να επεκτείνει την επαγγελματική δραστηριότητα του. Επειδή δεν έχει ακίνητη περιουσία για παραχώρηση υποθήκης για κάλυψη της Τ, μεταβιβάζει σ’  αυτή την κυριότητα των μηχανημάτων του τυπογραφείου ενώ συμφωνείται να παραμείνει ο ίδιος στην κατοχή τους λόγω χρησιδανείου [αντιφώνηση νομής]. Επίσης συμφωνείται ότι η Τ δε θα μεταβιβάσει την κυριότητα των μηχανημάτων διαρκούσης της καταπιστευτικής δικαιοπραξίας, δηλαδή μέχρι την αποπληρωμή του δανείου από τον Α.
[28] βλ· ΑΠ Ολομ 1733/ 1981 ΝοΒ 30.1069.
[29] παράδειγμα από τον Αλ. Λιτζερόπουλο, Στοιχεία ΕνοχΔ, τόμος Β’, 1968, § 264.Β, σελ· 398.
[30] για τα επόμενα βλ· Απ. Γεωργιάδη, ΕνοχΔ, ΓενΜ, 1999, § 57, πλαγιάριθμους 32-35, σελ· 574.
[31] βλ· ΕιρΚοζάνης 71/ 1997 Αρμεν 1998.421.
[32] για το περιεχόμενο της αγωγής στην περίπτωση α.π. για αιτία μη επακολουθήσασα βλ· ΑΠ 1030/ 2000 Δνη 2001.434.
[33] Απ. Γεωργιάδης, ΕνοχΔ, ΓενΜ, 1999, § 57, πλαγιάριθμος 30, σελ· 573.
[34] Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 1999, § 58, πλαγιάριθμος 1, σελ· 575.
[35] σύγκρινε τις τυπικότητες της δωρεάς [ΑΚ 498], τη δυνατότητα ευκολότερης ανατροπής της [ΑΚ 942, 1835 επ], τη βαρύτερη φορολόγηση της κλπ [Γεωργιάδης, όπ.πάρ, υποσημείωση 2, σελ· 575].
[36] Γεωργιάδης‒ Σταθόπουλος‒(Σταθόπουλος) ΑΚ, τόμος IV, 1982, άρθρο 913, πλαγιάριθμος 1, σελίδες 673-674.
[37] ΑΠ 197/ 69 ΝοΒ 17.947.
[38] από τον Απ. Γεωργιάδη, όπ.πάρ, πλαγιάριθμο 7, σελίδες 576-577.
[39] Γεωργιάδης‒Σταθόπουλος‒(Σταθόπουλος) ΑΚ, άρθρο 913 πλαγιάριθμος 6, σελ· 675.Αξίωση in rem scripta [ή αλλιώς, πραγματοπαγής αξίωση] είναι η ενοχική αξίωση που δε στρέφεται κατά ενός συγκεκριμένου προσώπου αλλά κατά του προσώπου εκείνου που κατά τη χρονική στιγμή άσκησης της αξίωσης βρίσκεται σε ορισμένη εμπράγματη σχέση (κυριότητα, νομή, κατοχή) με ορισμένο πράγμα. Παραδείγματα αξιώσεων in rem scriptae: ΑΚ 1101, 1105 § 2 κλπ [Απ. Γεωργιάδης, Γενικές Αρχές Α.Δ., 20023, § 21, πλαγιάριθμος 6, σελ· 247].
[40] βλ· Π. Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, Ι, 2002, §75.4, σελίδες 450-451.
[41] ΑΠ Ολομ 1733/ 1981 ΝοΒ 30.1069.
[42] η άσκηση αυτή είναι παρμένη από την ελάσσονα πρόταση της υπ΄ αριθμό 29/ 2002 Ολομέλειας του ΑΠ [Δνη 2002.1024].
[43] βλ· τις νομολογιακές παραπομπές στην υποσημείωση 1.
[44] η άσκηση αυτή αποτελεί το ιστορικό της ελάσσονα πρότασης της ΕφΑθ 7425/ 1998 Δνη 1999.1187.
[45] εννοεί προφανέστατα το αντάλλαγμα.
Του Δικηγόρου Γιώργου Φραγκούλη, μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου.
=====================
ΟΡΙΣΜΕΝΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΒΑΣΗΣ ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΥ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΥ     Εκτύπωση     E-mail

Πάγια είναι πλέον η νομολογία ότι η επίκληση περιστατικών που θεμελιώνουν ακυρότητα της συμβάσεως αξιώνεται μόνο εάν πρόκειται για αγωγή με την οποία ζητείται ευθέως ο πλουτισμός του εναγομένου εξαιτίας ακυρότητας της συμβάσεως

(ΟλΑΠ 23/2003, ΝοΒ 2004.1179 = Δ 2004.492, με σημ. Κ.Ε.Μ., με σύμφωνη εισαγγελική αγόρευση Ε. Κρουσταλλάκη, Δ. 2004.802, ΑΠ 305/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 749/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4279/2007 ΔΙΚΗ 2008.393, ΑΠ 813/2002, ΕΕργΔ 2004.156, ΕφΑθ 6089/2000, ΕΕργΔ 2001.806, ΕλλΔνη 2001.1417, ΕφΠειρ 934/2003, ΕλλΔνη 2004.559). Αντίθετα, όταν η βάση της αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα στο ίδιο δικόγραφο με την κύρια από σύμβαση βάση, τότε είναι ορισμένη με μόνη την επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, αφού όπως εύστοχα επισημάνθηκε στην εισαγγελική αγόρευση ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου τ.ε., Ευάγγελο Κρουσταλάκη), δεν νοείται η εκ μέρους του ενάγοντος επίκληση περιστατικών που ο εναγόμενος επικαλέστηκε και το δικαστήριο δέχθηκε κατά την εξέταση της κύριας βάσεως της αγωγής. Απολύτως ορθή είναι, εξάλλου, η θέση του Ακυρωτικού ότι αρκεί έστω και έμμεση επίκληση της ακυρότητας, η οποία συνάγεται από την ίδια τη δικονομική επικουρικότητα της αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού η τελευταία ασκείται «πρόδηλα για την περίπτωση απόρριψης της κύριας βάσης λόγω ακυρότητας της σύμβασης εργασίας» (έτσι εύστοχα ΑΠ 1647/2002, ΕΕργΔ 2003.748), διότι σε καμία περίπτωση δεν αξιώνει ο δικονομικός νομοθέτης πανηγυρική επίκληση των αναγκαίων στοιχείων του αγωγικού δικογράφου (βλ. Καλλιόπη Μακρίδου, «Η αόριστη αγωγή και οι δυνατότητες θεραπείας της», Δ’ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2006, σελ. 28 – 29). Έτσι, έχει κριθεί από την νομολογία (βλ. την 33/2011 απόφαση του ΜονΠρΖακυνθ (ΕφΑΔ 2012/513 και Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ - και την απόφαση του ΜονΠρΘηβ 118/2012, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ), όπου κρίθηκε ότι αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής βάσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού να γίνει απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναγράφονται οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα και τούτο διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνο εάν στην κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί για συγκεκριμένο λόγο (βλ. ΟλΑΠ 22/2003 ΔΕΕ 2003.1358, ΑΠ 305/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 749/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4279/2007 ΔΙΚΗ 2008.393).Μαρία Τζαβέλα.Δικηγόρος, LL.M.
 
==============
Αδικαιολόγητος πλουτισμός - Νομολογία

... Κατά το άρθρο 904 εδ. α΄ του ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β΄ της ίδιας διάταξης περ. α΄ η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από τον λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΑΠ 16/2008). Επομένως, εάν η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικά βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη ως προς την αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γιατί αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι όμως να προσφύγει έστω και επικουρικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 2019/2007). Εν όψει όμως των οριζομένων από τις διατάξεις των άρθρων 219 και 106 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη γενική δικονομική αρχή «jura novit curia», από τα οποία προκύπτει ότι αρκεί στην αγωγή η πλήρης έκθεση των θεμελιούντων αυτήν πραγματικών γεγονότων όχι όμως και της νομικής βάσης του προβαλλόμενου αιτήματος, παραδεκτά η αγωγή μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά από την αρχή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν πρόκειται για παροχή αχρεωστήτου και δεν συντρέχουν τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της συμβατικής ευθύνης ή εκείνης από αδικοπραξία, γιατί ο πλουτισμός του εναγομένου επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση του ενάγοντος, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή του (ΑΠ 725/2004). ΑΠ 493/2010 ΧρΙΔ 2011,338, ΑΠ 1014/2010 ΝοΒ 2011,107 (περίλ.).

... Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 910 του ΑΚ από την επίδοση της αγωγής για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ο λήπτης ευθύνεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 346 και 348 του ΑΚ, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 911 περ. 1 του ΑΚ ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή επί απαίτησης αχρεωστήτου, εφόσον γνώριζε τη μη ύπαρξη του χρέους ή αφ’ ότου έλαβε γνώση της μη ύπαρξης τούτου. Προϋπόθεση της αυξημένης ευθύνης είναι η συνείδηση από το λήπτη της ανυπαρξίας του χρέους, δηλαδή ότι γνωρίζει αυτά τα περιστατικά, που καθιστούν αδικαιολόγητη την αχρεώστητη λήψη, έκτοτε δε αυτός οφείλει νόμιμους τόκους υπερημερίας. Η γνώση που συνιστά την προϋπόθεση εφαρμογής της ΑΚ 911 αριθ. 1 ως προς την παρεπόμενη αξίωση των τόκων, σημαίνει υπαιτιότητα του πλουτίσαντος ως προς το αδικαιολόγητο και επιστρεπτέο του πλουτισμού, η επίκληση όμως στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ασκείται μεμονωμένα, κατά τα προαναφερθέντα, αντίστοιχα η κύρια αίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω αχρεωστήτου της αντίστοιχης υπαίτιας συμπεριφοράς του λήπτη, ως προϋπόθεση έναρξης της υποχρέωσής του για τοκοδοσία, για το χρόνο πριν από την άσκηση της αγωγής, δεν μεταβάλλει στο σύνολό της το χαρακτήρα της ασκούμενης αξίωσης από εκείνο του αδικαιολόγητου πλουτισμού σε εκείνο της εξ αδικοπραξίας, αφού, υπό την αντίθετη εκδοχή, δεν θα συνυπήρχε ποτέ η βασική αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω αχρεώστητου, όταν η παρεπόμενη προς αυτήν αξίωση για καταβολή τόκων συνδυαζόταν με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 911 αριθ. 1, που προϋποθέτει όμως αναγκαία αξίωση αυτοτελή μόνο από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. ΑΠ 493/2010 ΧρΙΔ 2011,338.

... Εάν με την αγωγή ζητείται ευθέως ο πλουτισμός λόγω της ακυρότητας της σύμβασης, θα πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτήν, για να είναι ορισμένη, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης, εάν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (ΚΠολΔ 219), δηλαδή υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από την σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής αυτής βάσης η επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι της ακυρότητας. ΑΠ 1076/2010 ΝοΒ 2011,111 (περίλ.), ΑΠ 390/2011 ΝοΒ 2011,1905 (περίλ.), ΕφΘεσ 583/2011 Αρμ 2011,982, ΠΠρΘεσ 16764/2010 Αρμ 2011,589.

... Ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 1930/2008 ΝοΒ 37,741, ΑΠ 34/1998 ΕλλΔνη 29,1587, ΕφΑθ 2941/2008 ΕλλΔνη 2008,1106, ΕφΑθ 6063/2001 ΕλλΔνη 43,242). Έτσι, σε περίπτωση που με σύμβαση με το νομικό πρόσωπο Δήμου δεν τηρήθηκε ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 41 του ΝΔ 496/1974 «περί λογιστικού ΝΠΔΔ» έγγραφος τύπος ή τηρήθηκε μεν ο έγγραφος τύπος, χωρίς όμως να τηρηθούν οι από το νόμο προβλεπόμενες διατυπώσεις της προηγούμενης λήψης απόφασης από το Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο, η σύμβαση είναι άκυρη και το νομικό πρόσωπο του Δήμου υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια που απέκτησε από την άκυρη σύμβαση και συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών που δέχθηκε και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλόταν εάν προέβαινε στην αποδοχή των ίδιων υπηρεσιών με έγκυρη σύμβαση έργου. ΠΠρΘεσ 16764/2010 Αρμ 2011,589.
πηγή: nbonline.gr

========================
 Αδικαιολόγητος πλουτισμός.
- Αδικαιολόγητος πλουτισμός. Επικουρική φύση. Υπερημερία οφειλέτη. Δικαιώματα δανειστή. Μερική εκλπήρωση παροχής. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση.
- Αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού. Στοιχεία στα οποία θεμελιώνεται η αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αξίωση δε από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της νόμιμης αιτίας (ΟλΑΠ 22/2003). Έτσι, αυτό που δόθηκε προς εκπλήρωση υποχρεώσεως, η οποία έχει αναληφθεί με σύμβαση, δεν δόθηκε χωρίς αιτία, διότι η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία και άρα δεν μπορεί να αναζητηθεί κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού προς αναζήτηση των παροχών που τυχόν καταβλήθηκαν μπορεί να ασκηθεί αν η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο, όπως επί λύσεώς της ένεκα υπαναχωρήσεως ή πληρώσεως διαλυτικής αιρέσεως ή εκδόσεως δικαστικής απόφασης κατά το άρθρο 388 ΑΚ (ΑΠ 1457/2001).
- Δικαιώματα δανειστή σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη. Ο δανειστής έχει δικαίωμα να του τάξει εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδό της αποκρούει την παροχή, αν δε περάσει άπρακτη η προθεσμία, ο τελευταίος έχει δικαίωμα, πλην άλλων, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. Δεν απαιτείται να τάξει προηγουμένως εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση της παροχής, αν από την όλη στάση του οφειλέτη προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο, ή αν ο δανειστής εξαιτίας της υπερημερίας δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης. Περαιτέρω, αν ο δανειστής αποδέχτηκε μέρος της παροχής και όπως έχει δικαίωμα, κατά το άρθρο 316 ΑΚ, δεν το απέκρουσε, ενώ η εκπλήρωση του υπολοίπου καθυστερείται, υπάρχει μερική υπερημερία του οφειλέτη, η οποία, εφόσον υφίσταται πριν από τον ορισμό τής κατά το άρθρο 383 ΑΚ προθεσμίας, ρυθμίζεται, ελλείψει ειδικών διατάξεων, με την ανάλογη εφαρμογή των κανόνων περί ολικής υπερημερίας, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 384 και 486 ΑΚ.
- Μερική εκπλήρωση της παροχής. Διάκριση δικαιωμάτων του δανειστή ανάλογα με το αν έχει ή όχι συμφέρον στην γενόμενη ήδη μερική εκπλήρωση.
- Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ καθώς και από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή δε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/98). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Διατάξεις:
ΑΚ: 316, 383, 384, 486, 904,
ΚΠολΔ: 559 αριθ. 1, 560, 561, (ΦΑΝΙΑ)Αριθμός 922/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: XXX, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κουκοδήμο.

Του αναιρεσιβλήτου: XXX, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μάλλιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 34/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 26/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Μαΐου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαιτήσεις (άρθρα 904 επ. ΑΚ), ανεξάρτητα από την ειδικότερη μορφή τους και ανεξάρτητα αν πηγάζουν από ή χωρίς παροχή, θεμελιώνονται στα εξής στοιχεία: α) την περιουσιακή μετακίνηση, β) τη συγκεκριμένη αιτία για την οποία έγινε η μετακίνηση και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα της αιτίας αυτής, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΟλΑΠ 2/87, ΑΠ 673/99). Η αξίωση δε από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της νόμιμης αιτίας (ΟλΑΠ 22/2003). Έτσι, αυτό που δόθηκε προς εκπλήρωση υποχρεώσεως, η οποία έχει αναληφθεί με σύμβαση, δεν δόθηκε χωρίς αιτία, άρα δεν μπορεί να αναζητηθεί κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία, κατά το άρθρο 361 ΑΚ, και εφόσον αυτή είναι ισχυρή, κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να απαιτήσει τα από αυτή δικαιώματά του. Αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού προς αναζήτηση των παροχών που τυχόν καταβλήθηκαν μπορεί να ασκηθεί αν η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο, όπως επί λύσεώς της ένεκα υπαναχωρήσεως ή πληρώσεως διαλυτικής αιρέσεως ή εκδόσεως δικαστικής απόφασης κατά το άρθρο 388 ΑΚ (ΑΠ1457/2001). Εξάλλου, κατά τα άρθρα 383 και 385 ΑΚ, σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη, ο δανειστής έχει δικαίωμα να του τάξει εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδό της αποκρούει την παροχή, αν δε περάσει άπρακτη η προθεσμία, ο τελευταίος έχει δικαίωμα, πλην άλλων, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. Δεν απαιτείται να τάξει προηγουμένως εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση της παροχής, κατά την πρώτη των πιο πάνω διατάξεων, αν από την όλη στάση του οφειλέτη προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο, ή αν ο δανειστής εξαιτίας της υπερημερίας δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης. Περαιτέρω, αν ο δανειστής αποδέχτηκε μέρος της παροχής και όπως έχει δικαίωμα, κατά το άρθρο 316 ΑΚ, δεν το απέκρουσε, ενώ η εκπλήρωση του υπολοίπου καθυστερείται, υπάρχει μερική υπερημερία του οφειλέτη, η οποία, εφόσον υφίσταται πριν από τον ορισμό τής κατά το άρθρο 383 ΑΚ προθεσμίας, ρυθμίζεται, ελλείψει ειδικών διατάξεων, με την ανάλογη εφαρμογή των κανόνων περί ολικής υπερημερίας, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 384 και 486 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή γίνεται διάκριση, αν ο δανειστής έχει ή όχι συμφέρον στην γενόμενη ήδη μερική εκπλήρωση. Όταν έχει τέτοιο συμφέρον, αφενός οφείλει να καταβάλει ανάλογο τμήμα της αντιπαροχής και αφετέρου μπορεί να ασκήσει, ως προς το καθυστερούμενο μέρος της παροχής, τα ίδια δικαιώματα που έχει σε περίπτωση ολικής υπερημερίας, δηλαδή α) να ζητήσει την εκπλήρωση του υπόλοιπου μέρους και αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την καθυστέρηση ή β) να τάξει, σύμφωνα με το άρθρο 383, προθεσμία για την εκπλήρωση του υπόλοιπου μέρους και, εφόσον αυτή παρέλθει άπρακτη, να ζητήσει αποζημίωση για μερική μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει, ως προς το μέρος αυτό, από τη σύμβαση. Στην αντίθετη περίπτωση, που ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στη γενόμενη ήδη μερική εκπλήρωση, μπορεί ή α)να τάξει την κατά το άρθρο 383 πρόσθετη προθεσμία για την εκπλήρωση του υπόλοιπου μέρους, μαζί με την δήλωση ότι μετά την πάροδο αυτής θα αποκρούσει την όλη παροχή, οπότε, εφόσον παρέλθει η προθεσμία, δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση για ολική μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από την όλη σύμβαση ή β) να θεωρήσει τη μερική υπερημερία ως ολική και αποκρούοντας το μέρος της παροχής, που ήδη εκτελέστηκε, να απαιτήσει αποζημίωση για ολική μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από την όλη σύμβαση, χωρίς να τάξει προθεσμία για την εκπλήρωση του υπόλοιπου μέρους, εφόσον βέβαια συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 383 ΑΚ και όταν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι δεν θα εκπληρωθεί το υπολειπόμενο μέρος της παροχής, χωρίς το οποίο αυτό που ήδη εκτελέστηκε είναι άχρηστο (ΑΠ 1765/2005).
Τέλος, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ καθώς και από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή δε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/98). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, εκθέτει στην από 2-12-2003 αγωγή της, όπως το περιεχόμενό της επιτρεπτώς εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), α) ότι με προφορική συμφωνία που κατάρτισε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο την XXX του 2001, ανέθεσε σ' αυτόν και ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να επεκτείνει και διαπλατύνει υφιστάμενη σε ακίνητό της ιδιωτική οδό, μήκους 170 μέτρων και πλάτους τριών μέτρων, σε συνολικό μήκος 250 μέτρων και πλάτος 3,5 μέτρων, β) ότι η αμοιβή του εναγόμενου, για την περάτωση του έργου, συμφωνήθηκε στο ποσό των 7.336,75 ευρώ, η οποία έπρεπε να καταβληθεί τμηματικώς σε δύο δόσεις, από τις οποίες, η πρώτη, ύψους 2.934,70 ευρώ προκαταβολικά και η δεύτερη, ύψους 4.402,05 ευρώ με την παράδοση του έργου, γ) ότι με την έναρξη των εργασιών αυτή κατέβαλε στον εναγόμενο το πιο πάνω ποσό της προκαταβολής (2.934,70 ευρώ), αλλ' όμως, ύστερα από πέντε ημέρες και ενώ η διάνοιξη είχε προχωρήσει μόνο κατά 37 μέτρα, ο τελευταίος σταμάτησε τις εργασίες, απαιτώντας αύξηση της αμοιβής του, δ) ότι κατόπιν τούτου, αυτοί συνέταξαν το από XXX ιδιωτικό συμφωνητικό, τροποποιητικό της αρχικής συμφωνίας τους, με το οποίο αφενός επανακαθορίστηκε η αμοιβή του εναγομένου στο συνολικό ποσό των 10.858,39 ευρώ και αφετέρου συμφώνησαν ως δήλη ημέρα παράδοσης τού έργου την 30η Απριλίου 2002, ε) ότι αυτή στις XXX προκατέβαλε στον εναγόμενο άλλα 1.467,35 ευρώ και έτσι το συνολικό ποσό της προκαταβολής ανήλθε σε 4.402,65 ευρώ(2.934,70 + 1467,35), στ) ότι όμως ο εναγόμενος, αφού εκτέλεσε μέρος του έργου, όπως στη εξέλιξη τούτο επανασυνομολογήθηκε, συλλέγοντας μόνο τα 682 κυβικά μέτρα ωφέλιμων πλακών, τελικώς σταμάτησε τις εργασίες, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίησή της, ζ) ότι έτσι παρήλθε η συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης του έργου, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να καταστεί μερικά υπερήμερος, η) ότι κατόπιν τούτου, αυτή, στις XXX, δηλαδή μετά την επέλευση της μερικής υπερημερίας, προσκάλεσε τον εναγόμενο να συνεχίσει και αποπερατώσει το έργο, δηλώνοντάς του, ότι στην περίπτωση κατά την οποία αυτός δεν θα επιλαμβάνονταν αμέσως της αποπεράτωσης του έργου, αυτή θα υπαναχωρούσε από τη σύμβαση και θ) ότι παρά την κοινοποίηση αυτή και τις πολλές άλλες σχετικές προφορικές οχλήσεις της προς τον εναγόμενο, ο τελευταίος τίποτα δεν έπραξε. Με βάση το πιο πάνω ιστορικό, η ενάγουσα ζήτησε με την αγωγή της, δηλώνοντας με αυτήν ότι υπαναχωρεί από την σύμβαση, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να της καταβάλει, μεταξύ άλλων, το ποσό των 3.277,11 ευρώ, κατά το οποίο αυτός έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία της, ως διαφορά δηλαδή μεταξύ του πιο πάνω ποσού των 4.402,05 ευρώ που αυτή του είχε προκαταβάλει και της αξίας του έργου που αυτός εκτέλεσε, ανερχόμενης, όπως η ίδια την υπολογίζει, στο ποσό των 1.124,94 ευρώ (4.402,05 - 1.124,94). Με βάση το πιο πάνω περιεχόμενο, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις, αφού παρατίθενται σ' αυτήν, για τη θεμελίωσή της, τα από το νόμο, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαιτούμενα στοιχεία α) της περιουσιακής μετακίνησης από την ενάγουσα στον εναγόμενο, στα πλαίσια της μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης έργου, του πιο πάνω ποσού των 4.402,05 ευρώ και β) της λήξης πλέον της αιτίας, μετά την υπαναχώρηση της ενάγουσας από τη σύμβαση , που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη, αφού, περαιτέρω, αναφέρεται στην αγωγή, ότι η συναφθείσα και λυθείσα με την υπαναχώρηση εργολαβική σύμβαση καλύπτει την καταβολή μόνο του ποσού των 1.124,94 ευρώ, στο οποίο, κατά την ενάγουσα, ανέρχεται η αξία του εκτελεσθέντος έργου. Επομένως, το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που έκρινε αντιθέτως, απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη, κατά παραδοχή έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου, που είχε κρίνει νόμιμη την αγωγή και την είχε δεχθεί εν μέρει ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, παραβίασε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και έτσι ο μοναδικός από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, που ταυτίζεται με τον αντίστοιχο λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 26/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

=========================
 - Αδικαιολόγητος πλουτισμός.

 - Αδικαιολόγητος πλουτισμός. Εκχώρηση. Αναγγελία εκχώρησης. Εγγυητική επιστολή. Φύση εγγυητικής επιστολής.
- Κατά το άρθρο 904 εδ. α’ ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β’ της ίδιας διάταξης η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά την άνω διάταξη προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υποχρέου, β) επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου γ) αιτιώδεις συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) έλλειψη νόμιμης αιτίας. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπάρχει περίπτωση πλουτισμού και όταν η περιουσιακή ωφέλεια του λήπτη δεν προέρχεται μεν από την περιουσία του δότη, αλλά με τη λήψη επέρχεται (ο πλουτισμός) με ζημία τρίτου, με τη μορφή της δημιουργίας απαίτησης του δότη κατά του τρίτου προς αναζήτηση εκείνου που κατέβαλε ο δότης στον λήπτη και έτσι δημιουργείται παθητικό στην περιουσία του τρίτου, το οποίο συμβαίνει και όταν ο παρεμβληθείς δια της περιουσίας του δότης ενήργησε όχι για δικό του λογαριασμό, αλλά κατ’ εντολήν του τρίτου εντολέως του και κατά τα μεταξύ του δότη (εντολοδόχου) και του τρίτου (εντολέως) συμφωνηθέντα ο δότης δικαιούται να αναζητήσει τα στον λήπτη καταβληθέντα, κατά τη σύμβαση εντολής, από τον τρίτο. Επίσης, από το άρθρο 904 ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς), της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής, από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΑΠ 104/2003, ΑΠ 1773/2007).
- Από τις διατάξεις των άρθρων 448, 455, 458, 460, 462 και 463 ΑΚ, συνδυαζόμενες και προς εκείνες των άρθρων 200 και 288 του ίδιου Κώδικα, σαφώς συνάγεται, ότι ο εκδοχέας γίνεται, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη (ΑΠ 937/2005).
- Η δημιουργούμενη με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυητή και του δανειστή, αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις για την εγγύηση συμβιβάζονται με την εν λόγω σχέση. Με τη σύμβαση αυτή ο εγγυητής αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του δανειστή να του καταβάλει οφειλή τρίτου, λόγω δε του ενδοτικού χαρακτήρα των περί εγγυήσεως διατάξεων δεν αποκλείεται να περιληφθεί στη σύμβαση ρήτρα, κατά την οποία ο εγγυητής θα καταβάλει το ποσό της εγγυήσεως σε πρώτη ζήτηση ή με άλλη ειδοποίηση ή δήλωση, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να ελέγξει το υπαρκτό και το νόμιμο του χρέους και να προβάλει την ένσταση διζήσεως. Η εγγυητική επιστολή είναι εξασφαλιστική της βασικής σχέσεως που συνδέει τον οφειλέτη και τον δανειστή και, συνεπώς, όταν η κύρια οφειλή αποσβεσθεί, ελευθερώνεται και ο εγγυητής, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα (ΑΚ 864) ΑΠ 983/1999. Η δικαστική δε ή εξώδικη επιδίωξη του δανειστή (ή του προσώπου που υποκαθίσταται νομίμως στη θέση αυτού, όπως π.χ. κατόπιν εκχωρήσεως) να εισπράξει το ποσό της εγγυήσεως -εγγυητικής επιστολής έχει ενιαία ιστορική και νομική βάση με αντίστοιχη απαίτηση αυτού κατά του οφειλέτη από την μεταξύ τους έννομη σχέση (ΑΠ 1667/1995). Έτσι εξασφαλίζεται ο δανειστής εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η εγγυητική επιστολή, με ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση" ή "απλή ειδοποίηση" -που συνήθως εκδίδεται με την μεσολάβηση Τράπεζας- στην άμεση απόλαυση του ποσού αυτής, αφού η Τράπεζα που ανέλαβε πλέον την υποχρέωση να πληρώσει σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση ή δήλωση, δεν μπορεί να αρνηθεί την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής προς τον δανειστή, επικαλούμενη ανυπαρξία ή πλημμέλεια της βασικής σχέσης ή ακόμη και να αμφισβητήσει τον λόγο κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, πολύ δε περισσότερο να αντιτάξει από την σχέση καλύψεως ενστάσεις του εντολέα της πρωτοφειλέτη, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται η απόκρουση της πληρωμής από την εγγυήτρια Τράπεζα με την προβολή ένστασης από την ΑΚ 281, ούτε αποκλείεται η μεταγενέστερη εκ μέρους του υπέρ ου η επιστολή, πρωτοφειλέτη και εντολέως, αναζήτηση του καταβληθέντος ποσού από τον λαβόντα τούτο δανειστή ή τον διάδοχο του τελευταίου, εάν ήθελε κριθεί ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι της καταπτώσεως, κατά της περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ και αν δεν υπάρχει ή δεν αποδεικνύεται αδικοπραξία κατά τις διατάξεις ου αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ, σύμφωνα και με τις αναλυτικά αμέσως προεκτιθέμενες νομικές σκέψεις.

Διατάξεις:
ΑΚ: 281, 361, 448, 455, 458, 460, 462, 463, 847 επ., 864, 904,
ΚΠολΔ: 559 αριθ. 8, 559 αριθ. 19, Αριθμός 16/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιοτέρου του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΙΩΤΗΣ ΤΟURS-ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΓΕΝΙΚΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΑΕ" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ ΑΕ" με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κανέλλια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1857/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2851/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-8-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 4-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τον αρ. 1 της ΚΠολΔ 559 με τους οποίους η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του και ειδικότερα με τις εκτιθέμενες στο αναιρετήριο παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 458, 462 και 463 του ΑΚ και έτσι απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας εδραζομένη επί των περί αδικοπραξιών διατάξεων του ΑΚ, είναι αβάσιμοι, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη ως προς τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, ως στηριζόμενοι σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο, όπως σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές του απέρριψε την εν λόγω κύρια αγωγική βάση όχι ερμηνεύοντας ή εφαρμόζοντας τις ΑΚ 458, 462 και 463, αλλά γιατί έκρινε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα της εναγομένης, σύμφωνα με τις ΑΚ 914, 919 και 330, και συγκεκριμένα διότι δεν αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη δολίως και με συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, προέβη στην είσπραξη του ποσού της επίμαχης εγγυητικής επιστολής από την Εμπορική Τράπεζα και ακόμη πως δεν μπορούσε η εναγομένη να κρίνει εάν η εκχωρήτρια εταιρεία ΧΧΧ δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και ότι αντίθετα η ενάγουσα είχε εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις της προς την εν λόγω εκχωρήτρια και, επικείμενου του χρόνου λήξης ισχύος της εγγυητικής επιστολής, να απόσχει από το αίτημα καταπτώσεώς της, εκ της οποίας τελικά κατάπτωση δεν επιμαρτυρεί συμπεριφορά της εναγούσης αντίθετη με τα χρηστά ήθη, με το ενδεχόμενο πρόκλησης ζημίας στην ενάγουσα. Σύμφωνα μάλιστα με τις άνω παραδοχές, αλλά και τις λοιπές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι "ο λόγω εκχωρήσεως δικαιούχος των απαιτήσεων που απορρέουν από μια εγγυητική επιστολή δεν υποχρεούται, πριν ζητήσει την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, να ελέγξει την συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων καταπτώσεως της εγγυητικής επιστολής" ούτε ασχολήθηκε, αλλ’ ούτε έπρεπε να ασχοληθεί περί του "αν είναι νόμω δυνατή η κεχωρισμένη εκχώρηση των απαιτήσεων εκ της εγγυητικής επιστολής από τις απαιτήσεις εκ της βασικής σχέσεως" τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα στους άνω δύο πρώτους λόγους αναίρεσης είναι αβάσιμα (ως προς τον δεύτερο λόγο πάντοτε κατά την πλειοψηφήσασα στο Δικαστήριο τούτο γνώμη) ως στηριζόμενα σε αναληθείς προϋποθέσεις. Επίσης, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο τούτο γνώμη, και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 της ΚΠολΔ 559, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, διότι επί του κρίσιμου ζητήματος της συνδρομής ή όχι των τασσομένων από τα άρθρα 914 και 919 ΑΚ προϋποθέσεων για αποζημίωσή της (ενάγουσας) από την εναγομένη λόγω της αδικοπρακτικής της τελευταίας ευθύνης, συνισταμένης στην πρόκληση σ’ αυτήν (ενάγουσα) δολίως ζημίας κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη και συγκεκριμένα επί του ζητήματος εάν η εναγομένη γνώριζε ή όχι ότι η επίμαχη εγγυητική επιστολή εκδόθηκε από την Εμπορική Τράπεζα κατόπιν αιτήσεώς της (εναγούσης) προκειμένου να εκχωρηθεί από την αντισυμβαλλομένη (της ενάγουσας) στην αεροπορική εταιρεία AXON AIRLINES για την πώληση 5.000 αεροπορικών θέσεων, το Εφετείο έχει αντιφατικές παραδοχές, όπως εκτίθενται αυτές (παραδοχές), είναι αβάσιμος. Πράγματι, από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αναφερόμενες στο λόγο αυτό, προκύπτει σαφώς, ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις, ανυπαρξία σχετικώς υπαιτιότητας στο πρόσωπο της εναγομένης και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσίβλητη, κατά την είσπραξη του ποσού της επίμαχης εγγυητικής επιστολής, ούτε γνώριζε ούτε μπορούσε να γνωρίζει τους όρους της σύμβασης μεταξύ τρίτων, ήτοι μεταξύ ενάγουσας και της εταιρείας με την επωνυμία "ΧΧΧ Ο.Ε. Γραφείο Γενικού Τουρισμού -ΧΧΧ" και τον διακριτικό τίτλο "ΧΧΧ", ούτε εάν και ποιός των ανωτέρω συμβαλλομένων είχε παραβιάσει τις έναντι του άλλου συμβατικές του υποχρεώσει. Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 8 (όχι και 14) της ΚΠολΔ 559, με τον οποίο πλήττεται η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης περί του ότι "είναι συνήθης συναλλακτική πρακτική η δανειοδοτούσα Τράπεζα να απαιτεί και να δέχεται ασφάλειες για τη χορήγηση πιστώσεων και δεν συνιστά επιβαλλόμενη από τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, να αξιώνει να πληροφορηθεί από την εκχωρήτρια της εγγυητικής επιστολής την αιτία εκδόσεως αυτής και την υποκείμενη σχέση μεταξύ αυτής και της υπέρ εκδόθηκε αυτή εναγούσης", και συγκεκριμένα γιατί το Εφετείο δέχθηκε "πράγματα" μη προταθέντα, είναι απαράδεκτος, διότι η άνω παραδοχή δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του αρ. 8 της ΚΠολΔ 559, αλλά επιχείρημα που συνήγαγε το Εφετείο από τα διδάγματα της κοινής πείρας προς εκτίμηση των αποδείξεων. Ακόμη, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο τούτο, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 8 της ΚΠολΔ 559, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, γιατί δεν έλαβε υπόψη αγωγικό ισχυρισμό και συγκεκριμένα ότι μεταξύ ενάγουσας και της εταιρείας ΧΧΧ συμφωνήθηκε η εκχώρηση της απαιτήσεως από την επίμαχη εγγυητική επιστολή μόνον προς την AXON AIRLINES και ότι η εναγομένη γνώριζε άλλως υπαιτίως αγνοούσε τον συμβατικό αυτόν όρο, είναι αβάσιμος, αφού, όπως σαφώς συνάγεται από τις παραδοχές του Εφετείου, το Δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε στην ουσία του, διότι δέχθηκε ότι η εναγομένη και αναιρεσίβλητη ούτε γνώριζε ούτε μπορούσε να γνωρίζει τα μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας XXX συμφωνηθέντα, ήτοι ότι δεν αποδείχθηκε, εν προκειμένω, γνώση ή υπαίτια άγνοια της εναγομένης. Περαιτέρω, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για πλημμέλεια, από τον αριθμό 19 της ΚΠολΔ 559 (έλλειψη αιτιολογίας) όσον αφορά το μέρος της περί απόρριψης της επικουρικής αγωγικής βάσης εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού ως μη νόμιμης, είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο δεν ερεύνησε την ουσία της εν λόγω επικουρικής βάσης, αλλά την απέρριψε για τυπικό λόγο.
Κατά το άρθρο 904 εδ. α’ ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β’ της ίδιας διάταξης η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά την άνω διάταξη προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι : α) ο πλουτισμός του υποχρέου, β) επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου γ) αιτιώδεις συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) έλλειψη νόμιμης αιτίας. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπάρχει περίπτωση πλουτισμού και όταν η περιουσιακή ωφέλεια του λήπτη δεν προέρχεται μεν από την περιουσία του δότη, αλλά με τη λήψη επέρχεται (ο πλουτισμός) με ζημία τρίτου, με τη μορφή της δημιουργίας απαίτησης του δότη κατά του τρίτου προς αναζήτηση εκείνου που κατέβαλε ο δότης στον λήπτη και έτσι δημιουργείται παθητικό στην περιουσία του τρίτου, το οποίο συμβαίνει και όταν ο παρεμβληθείς δια της περιουσίας του δότης ενήργησε όχι για δικό του λογαριασμό, αλλά κατ’ εντολήν του τρίτου εντολέως του και κατά τα μεταξύ του δότη (εντολοδόχου) και του τρίτου (εντολέως) συμφωνηθέντα ο δότης δικαιούται να αναζητήσει τα στον λήπτη καταβληθέντα, κατά τη σύμβαση εντολής, από τον τρίτο. Επίσης, από το άρθρο 904 ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς), της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής, από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. (ΑΠ 104/2003, ΑΠ 1773/2007). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 448, 455, 458, 460, 462 και 463 ΑΚ, συνδυαζόμενες και προς εκείνες των άρθρων 200 και 288 του ίδιου Κώδικα, σαφώς συνάγεται, ότι ο εκδοχέας γίνεται, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη (ΑΠ 937/2005). Ακόμη, η δημιουργούμενη με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυητή και του δανειστή, αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις για την εγγύηση συμβιβάζονται με την εν λόγω σχέση. Με τη σύμβαση αυτή ο εγγυητής αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του δανειστή να του καταβάλει οφειλή τρίτου, λόγω δε του ενδοτικού χαρακτήρα των περί εγγυήσεως διατάξεων δεν αποκλείεται να περιληφθεί στη σύμβαση ρήτρα, κατά την οποία ο εγγυητής θα καταβάλει το ποσό της εγγυήσεως σε πρώτη ζήτηση ή με άλλη ειδοποίηση ή δήλωση, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να ελέγξει το υπαρκτό και το νόμιμο του χρέους και να προβάλει την ένσταση διζήσεως. Η εγγυητική επιστολή είναι εξασφαλιστική της βασικής σχέσεως που συνδέει τον οφειλέτη και τον δανειστή και, συνεπώς, όταν η κύρια οφειλή αποσβεσθεί, ελευθερώνεται και ο εγγυητής, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα (ΑΚ 864) ΑΠ 983/1999. Η δικαστική δε ή εξώδικη επιδίωξη του δανειστή (ή του προσώπου που υποκαθίσταται νομίμως στη θέση αυτού, όπως π.χ. κατόπιν εκχωρήσεως) να εισπράξει το ποσό της εγγυήσεως -εγγυητικής επιστολής έχει ενιαία ιστορική και νομική βάση με αντίστοιχη απαίτηση αυτού κατά του οφειλέτη από την μεταξύ τους έννομη σχέση (ΑΠ 1667/1995). Έτσι εξασφαλίζεται ο δανειστής εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η εγγυητική επιστολή, με ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση" ή "απλή ειδοποίηση" -που συνήθως εκδίδεται με την μεσολάβηση Τράπεζας- στην άμεση απόλαυση του ποσού αυτής, αφού η Τράπεζα που ανέλαβε πλέον την υποχρέωση να πληρώσει σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση ή δήλωση, δεν μπορεί να αρνηθεί την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής προς τον δανειστή, επικαλούμενη ανυπαρξία ή πλημμέλεια της βασικής σχέσης ή ακόμη και να αμφισβητήσει τον λόγο κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, πολύ δε περισσότερο να αντιτάξει από την σχέση καλύψεως ενστάσεις του εντολέα της πρωτοφειλέτη, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται η απόκρουση της πληρωμής από την εγγυήτρια Τράπεζα με την προβολή ένστασης από την ΑΚ 281, ούτε αποκλείεται η μεταγενέστερη εκ μέρους του υπέρ ου η επιστολή, πρωτοφειλέτη και εντολέως, αναζήτηση του καταβληθέντος ποσού από τον λαβόντα τούτο δανειστή ή τον διάδοχο του τελευταίου, εάν ήθελε κριθεί ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι της καταπτώσεως, κατά της περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ και αν δεν υπάρχει ή δεν αποδεικνύεται αδικοπραξία κατά τις διατάξεις ου αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ, σύμφωνα και με τις αναλυτικά αμέσως προεκτιθέμενες νομικές σκέψεις.
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα με την κρινόμενη αγωγή της εκθέτει τα ακόλουθα: Μεταξύ αυτής και της εταιρείας "ΧΧΧ ΟΕ Γραφείο Γενικού Τουρισμού ΧΧΧ" καταρτίσθηκαν το έτος 1999 τρεις έγγραφες συμβάσεις με τις οποίες συμφωνήθηκε ότι θα προμηθεύετο η ενάγουσα έναντι του αναφερομένου ως συμφωνημένου τιμήματος από την ως άνω εταιρεία αεροπορικές θέσεις και ξενοδοχειακές κλίνες, τις οποίες θα μεταπωλούσε κατόπιν (η ενάγουσα) σε μαθητές σχολείων, με σκοπό την πραγματοποίηση σχολικών εκδρομών κατά το μήνα Απρίλιο 2000. Η ενάγουσα για την εξασφάλιση της αντισυμβαλλομένης της, όσον αφορά την εξόφληση εκ μέρους της του οφειλομένου για τη ναύλωση των αεροπορικών θέσεων (αντίτιμο εισιτηρίων), χρηματικού ποσού, χορήγησε στην αντισυμβαλλομένη της, κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ τους, μια εγγυητική επιστολή από 3.9.1999, με τη ρήτρα σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση ή δήλωση, εκδόσεως της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 50.000.000 δραχμών. Επί του σώματος αυτής ρητά αναγράφηκε η ανωτέρω αιτία εκδόσεώς της, και η ισχύς της μέχρι την 30-5-2000. Ακολούθως, η ανωτέρω λήπτρια της εγγυητικής επιστολής μία ημέρα πριν από τη λήξη της συμφωνηθείσας για την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων προθεσμίας, προχώρησε στην ενεχυρίαση αυτής στην εναγόμενη Τράπεζας ALPHA BANK (την 10-9-1999(, εκχωρήσασα στην τελευταία κάθε δικαίωμα που θα απέρρεε από αυτή, προς εξασφάλιση οποιασδήποτε απαιτήσεως της εναγομένης Τράπεζας, η οποία τυχόν θα προέκυπτε από την μεταξύ τους (εκχωρήτρια κα εκδοχέως) υπ’ αριθμ. ΧΧΧ σύμβαση πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού. Η εναγομένη, όμως, παρότι γνώριζε από το ίδιο το σώμα της εγγυητικής επιστολής, άλλως υπαιτίως αγνοούσε, την αιτία εκδόσεως αυτής και επί πλέον ότι δεν συνέτρεχαν οι ουσιαστικοί λόγοι κατάπτωσής της, προεχόντως γιατί είχε αποσβεσθεί με καταβολή εγκαίρως εκ μέρους της ενάγουσας, κατά τα συμφωνημένα, η συμβατική απαίτηση της άνω εταιρείας "ΧΧΧ" κατά της ενάγουσας, προς εξασφάλιση της οποίας είχεν εκδοθεί (εγγυητικώς) η άνω εγγυητική επιστολή, αξίωσε με δήλωσή της και πέτυχε την είσπραξή της, ήτοι εισέπραξε το ποσό των δραχμών 50.000.000 από την εγγυήτρια και εκδότρια Εμπορική Τράπεζα την 2.6.2000, επιδιώκοντας, άλλως αποδεχόμενη, την πρόκληση ζημίας της ενάγουσας, ίσης με το ποσόν της εγγυητικής επιστολής (δρχ. 50.000.000). Ότι από την ανωτέρω αντίθετη στα χρηστά ήθη και με πρόθεση βλάβης άλλως υπαίτια εξ αμελείας συμπεριφορά της εναγομένης ζημιώθηκε κατά το ποσό των δραχμών 50.000.000 και υπέστη ηθική βλάβη, καθόσον μειώθηκε η εμπορική της πίστη. Ότι, άλλως, και αν κριθεί ότι η εναγομένη δεν υπέχει ευθύνη εξ αδικοπραξίας, λόγω ανυπαρξίας υπαιτιότητάς της, αυτή, στην προκειμένη περίπτωση, δια της κατά α άνω δηλώσεώς της πέτυχε να εισπράξει από την εγγυήτρια Τράπεζα το ποσό των 50.000.000 δραχμών για την ικανοποίηση (εγγυητικά) ανύπαρκτης απαίτησής της εναντίον της ενάγουσας, αφού, όπως προεκτίθεται παραπάνω στο ίδιο δικόγραφο, μηδεμία απαίτηση της εκχωρήτριας -και κατ’ επέκταση της εκδοχέως εναγομένης- υπήρχε κατά την εν λόγω είσπραξη της επίμαχης εγγυητικής επιστολής κατά της ενάγουσας, εξασφαλιζόμενη δια της αυτής εγγυητικής επιστολής. Η ικανοποίηση της ανύπαρκτης αυτής απαίτησης της εκχωρήτριας (και κατά συνέπεια και της εναγομένης) η αχρεώστητη, δηλαδή, είσπραξη από αυτήν του ποσού των 50.000.000 δραχμών, εγένετο επί ζημία της περιουσίας της ενάγουσας, αφού συνεπεία της αχρεώστητης αυτής είσπραξης η ενάγουσα, ως εντολέας, υποχρεούται να αποδώσει το ποσό αυτό προς την καταβαλούσα τούτο (για λογαριασμό της ενάγουσας) στην εναγομένη, "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που ενήργησε εν προκειμένω ως εντολοδόχος της ενάγουσας και κατά τη μεταξύ τους σύμβαση εντολής. Και ότι έτσι η εναγομένη έγινε αδικαιολογήτως πλουσιώτερη κατά το άνω ποσό των δραχμών 50.000.000 επί ζημία της ενάγουσας. Ακολούθως, η ενάγουσα διώκει να υποχρεωθεί η εναγομένη, ως εξ αδικοπραξίας ευθυνομένη, να καταβάλει στην "Εμπορική Τράπεζα Α.Ε." το ποσό των δρχ. 50.000.000 (στα πλαίσια μιας αυτούσιας αποκατάστασης της ζημίας) άλλως στην ίδια (ενάγουσα) το ποσόν αυτό, νομιμοτόκως από 2.6.2000 μέχρις εξοφλήσεως και επί πλέον το ποσό των δραχμών 100.000.000 για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Άλλως και επικουρικώς να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό των δραχμών 50.000.000, νομιμοτόκως από της 2.6.2000, κατ’ άρθρον 911 παρ. 1 ΑΚ, επειδή ήδη κατά τον χρόνο της εισπράξεως του άνω ποσού γνώριζε ότι το εισέπραττε αχρεωστήτως. (Με τις πρωτόδικες προτάσεις της η ενάγουσα περιόρισε το αίτημα της αγωγής της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό). Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με την 1857/2003 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την κύρια βάση της αγωγής (εξ αδικοπραξίας) και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 161.736 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την άνω εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής και τα συναφή αιτήματά της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την παραδοχή πως δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα της εναγομένης. Ακολούθως, το Εφετείο εξέτασε την εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής, η οποία πρωτοδίκως δεν ερευνήθηκε. Στη συνέχεια, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την επικουρική αυτή βάση της αγωγής με την αιτιολογία ότι "η ενάγουσα αξιώνει την καταβολή του ποσού των 50 εκατομμυρίων δραχμών, κατ’ επίκληση των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού με βάση τα ίδια περιστατικά στα οποία στηρίζει την αγωγή κατά την κύρια βάση". Σύμφωνα, όμως, με όσα προεκτίθενται, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο τούτο γνώμη, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα άνω κρίσιμα περιστατικά που εκτίθενται στην αγωγή προς στήριξη της επικουρικής βάσεώς της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και τα οποία, σαφώς εν μέρει διάφορα εκείνων επί των οποίων στηρίζεται η κύρια βάση της αγωγής, αφού δεν απαιτείται για τη νομιμότητα της βάσεως εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ελλείπον από την δεύτερη αυτή βάση στοιχείο της υπαιτιότητας της εναγομένης, καθιστούν αυτή παραδεκτή και νόμιμη, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στην παρούσα σκέψη (της πλειοψηφήσασας γνώμης) διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, εν όψει και του ότι ασκείται υπό την ενδοδιαδικαστική έρευνα της απόρριψης της κύριας αγωγικής βάσεως εξ αδικοπραξίας. Έτσι, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 8 της ΚΠολΔ 559, αφού δεν έλαβε υπόψη τα κατά νόμον θεμελιωτικά της επικουρικής βάσεως της αγωγής γεγονότα μολονότι αυτά διαλαμβάνονταν στο εισαγωγικό δικόγραφο και δεν ήσαν τα ίδια με εκείνα που θεμελιώνουν την κύρια βάση της αγωγής, και ο έβδομος αναιρετικός λόγος από τον αρ. 8 (όχι και 1) της ΚΠολΔ 559, κατά την εν λόγω πλειοψηφήσασα γνώμη, είναι βάσιμος. Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου (ο αεροπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος) είχε την ακόλουθη γνώμη: (Α) Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 και 8 ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω κατά το άρθρο 455 ΑΚ: "Ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση)". Κατά το άρθρο 462 ΑΚ: "Ο οφειλέτης έχει προς τον εκδοχέα τις ίδιες υποχρεώσεις που είχε προς τον εκχωρητή". Κατά το άρθρο 466 ΑΚ: "Δεν μπορεί να εκχωρηθεί απαίτηση, αν δανειστής και οφειλέτης συμφώνησαν το ανεκχώρητο. Αλλά απέναντι στον εκδοχέα ο οφειλέτης δεν μπορεί να επικαλεσθεί τέτοια συμφωνία, αν ο εκδοχέας απέκτησε την απαίτηση στηριζόμενος σε έγγραφο που δεν περιείχε όρο για το ανεκχώρητο". Εξάλλου, η δημιουργούμενη, με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτου, του εγγυητού και του δανειστού, αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις για την εγγύηση συμβιβάζονται με την εν λόγω σχέση. Με τη σύμβαση αυτή ο εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του δανειστού να του καταβάλει οφειλή τρίτου, λόγω δε του ενδοτικού χαρακτήρος των περί εγγυήσεως διατάξεων, δεν αποκλείεται να περιληφθεί στη σύμβαση ρήτρα, κατά την οποία ο εγγυητής θα καταβάλλει το ποσό της εγγυήσεως σε πρώτη ζήτηση ή με άλλη ειδοποίηση χωρίς να έχει τη δυνατότητα να ελέγχει το υπαρκτό και το νόμιμο του χρέους και να προβάλλει την ένσταση διζήσεως. Η εγγυητική επιστολή είναι εξασφαλιστική της βασικής σχέσεως που συνδέει τον οφειλέτη και τον δανειστή. Η δικαστική δε ή εξώδικη επιδίωξη του δανειστού (ή του προσώπου που υποκαθίσταται νομίμως στη θέση αυτού) να εισπράξει το ποσό της εγγυήσεως- εγγυητικής επιστολής έχει ενιαία ιστορική και νομική βάση με αντίστοιχη απαίτηση αυτού κατά του οφειλέτου από την μεταξύ τους έννομη σχέση. Εκ τούτων συνάγεται περαιτέρω: (α) Ότι, ανεξάρτητα από την υποχρέωση του εγγυητού (συνήθως Τράπεζας) να καταβάλει το ποσό της εγγυήσεως στον αξιούντα τούτο δανειστή για άμεση απόλαυση υπ’ αυτού της οικείας οικονομικής αξίας, η εγγυητική επιστολή δεν ενσωματώνει αυτοτελή και αυθύπαρκτη απαίτηση, αλλά τελεί σε συνάρτηση προς την κύρια απαίτηση, την οποία κατά τον προορισμό της διασφαλίζει (συνιστώσα ουσιαστικώς προείσπραξη αυτής) και την οποία (στον χρόνο της είσπραξης) προϋποθέτει υπαρκτή και ενεργό, δηλούμενη ως τοιαύτη προς τον εγγυητή από τον δανειστή με δική του ευθύνη. (β) Ότι δεν είναι νοητή η εκχώρηση ή η κατ’ άλλον νόμιμο τρόπο μεταβίβαση της εγγυήσεως - εγγυητικής επιστολής, από τον δανειστή προς άλλο πρόσωπο, αυτοτελώς, δηλαδή χωρίς ταυτόχρονη (ρητή ή σιωπηρώς δηλούμενη) συμμεταβίβαση αντίστοιχου μέρους της βασικής απαίτησης του δανειστού κατά του οφειλέτου. (γ) Ότι, όταν, ο δανειστής (ή το υποκατασταθέν στη θέση του πρόσωπο με βάση σύμβαση εκχωρήσεως) ζητεί και εισπράττει από τον εγγυητή το ποσό της εγγυήσεως- εγγυητικής επιστολής, (χωρίς δίκη και χωρίς διαδικασία εκτελέσεως) πρέπει να είναι σαφές και βέβαιο τουλάχιστον στον οφειλέτη ποια συμβατική παράβαση του αποδίδεται και αντιστοίχως, ποιες απαιτήσεις προβάλλει κατ’ αυτού ο δανειστής και ποια εξ αυτών θεωρεί εξοφλούμενη με το εισπραττόμενο ποσό, Γενική αναφορά σε "παραβίαση συμβατικών υποχρεώσεων" προφανώς δεν αρκεί, αφού δεν είναι δεδομένο και, αυτονόητο ότι κάθε συμβατική παράβαση του οφειλέτου δημιουργεί απαίτηση, ανώτερη ή ίση προς το ποσό της εγγυήσεως, υπέρ του δανειστού.
Στην προκειμένη περίπτωση, η ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε στην αγωγή της: (α) Ότι αυτή συμφώνησε να αγοράσει από την (μη διάδικο) εταιρία "ΧΧΧ" 5.000 αεροπορικά εισιτήρια αξίας 150.000.000 δραχμών, τα οποία η τελευταία θα προμηθευόταν από την (επίσης μη διάδικο) αεροπορική εταιρία "ΑΧΟΝ". (β) Ότι η εταιρία "ΧΧΧ" ζήτησε και η ενάγουσα τη ενεχείρισε εγγυητική επιστολή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 50.000.000 δραχμών, με σκοπό την διευκόλυνση της πρώτης στην κράτηση των εισιτηρίων και την εξασφάλιση της καταβολής (μέρους) του τιμήματος αυτών. (γ) Ότι η εταιρία "ΧΧΧ" δεν εκπλήρωσε δολίως την παροχή που την βάρυνε, ήτοι δεν προμήθευσε την ενάγουσα με τα συμφωνημένα εισιτήρια (και επομένως δεν είχε κατ’ αυτής απαίτηση εκ του τιμήματος), και, παρά ταύτα, εκχώρησε την εγγυητική επιστολή (που διασφάλιζε την καταβολή του τιμήματος) προς την εναγόμενη Τράπεζα (εδώ αναιρεσίβλητη) για διασφάλιση άλλης απαιτήσεως της τελευταίας εναντίον της από δανειστική σύμβαση. (δ) Ότι η εναγόμενη Τράπεζα συνέπραξε δολίως και παρανόμως στην ως άνω παράβαση της εταιρίας "ΧΧΧ" συμμετέχοντας "στην παράνομη και αντισυμβατική προς αυτήν εκχώρηση" της εγγυητικής επιστολής, την κατάπτωση της οποίας στη συνέχεια αξίωσε και πέτυχε. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν ερεύνησε τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η εταιρία "ΧΧΧ" παρέβη κατά τα ανωτέρω τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς την ενάγουσα (και άρα δεν είχε απαίτηση κατ’ αυτής), παρόλο που το στοιχείο αυτό -υπό τα εκτιθέμενα- είναι απαραίτητο στοιχείο για την θεμελίωσή της, επικαλούμενης με την πρώτη αγωγική βάση, αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγόμενης Τράπεζας. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα (κατά λέξιν): "Η ενάγουσα (σημ. ήδη αναιρεσείουσα), έχουσα ως αντικείμενο δραστηριότητας την οργάνωση και εκτέλεση, μεταξύ άλλων, των ετήσιων πενθήμερων σχολικών εκδρομών, κατήρτισε με την εταιρεία ΧΧΧ ΟΕ ΓΡΑΦΕΙΟ ΓΕΝΙΚΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΧΧΧ δύο ιδιωτικά συμφωνητικά με ημερομηνία ΧΧΧ και ένα με ημερομηνία ΧΧΧ
Με τα δύο πρώτα η αντισυμβαλλόμενη εταιρεία (εφεξής χάριν συντομίας ΧΧΧ) ανέλαβε την υποχρέωση να κρατήσει και να διαθέσει σ’ αυτήν ξενοδοχειακές κλίνες, ενόψει των κατά μήνα Απρίλιο του επόμενου έτους 2000 μαθητικών εκδρομών. Με το τρίτο συμφωνητικό η ΧΧΧ θα πωλούσε σ’ αυτήν, αντί του ποσού των 150.000.000 δραχμών, 5.000 αεροπορικές θέσεις σε πτήσεις tsarter που θα πραγματοποιούνταν από 10/4 έως 22/4/2000 και τις οποίες θα ναύλωνε από την αεροπορική εταιρεία ΑΧΟΝ AIRLINES. Τη σύμβαση μεταφοράς με την άνω αεροπορική εταιρεία, η ΧΧΧ έπρεπε να καταρτίσει μέχρι την ΧΧΧ, και προς τον σκοπό αυτό η ενάγουσα παρέδωσε σ’ αυτή, προκειμένου να εκχωρηθεί στην αεροπορική εταιρεία, την υπ’ αριθμόν ΧΧΧ εγγυητική επιστολή ποσού 50.000.000 δραχμών την οποία εξέδωσε υπέρ αυτής η Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος με χρόνο ισχύος μέχρι την 30-5-2000. Με την εγγυητική επιστολή, κατά το περιεχόμενο αυτής, η εκδότρια Τράπεζα παραιτήθηκε των ευεργετημάτων της διαίρεσης και διζήσεως και εγγυήθηκε προς την ΧΧΧ την καταβολή της οφειλής της εναγούσης, μέχρι του άνω ποσού των 150.000.000 δραχμών, σε πρώτη ζήτηση αυτής (ΧΧΧ), μετά την πάροδο τριών ημερών από την αίτηση, που θα συνοδευόταν από γραπτή δήλωση της ΧΧΧ περί μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων από την υπέρ ης εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή εναγούσης. Η ΧΧΧ δεν εκχώρησε την εγγυητική επιστολή στην άνω αεροπορική εταιρεία, αλλά την 10-9-1999, για την ασφάλεια οφειλής της από σύμβαση ανοικτού λογαριασμού και την αύξηση της προς αυτής πιστώσεως μέχρι του ποσού των 50 εκατ. δραχμών, την επιστολή τη μεταβίβασε λόγω ενεχύρου, της τοιαύτης ενεχυράσεως επαγομένης κατά το νόμο (άρθρο 39 ΝΔ 17-71923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών) αποτελέσματα εκχωρήσεως, αλλά και ρητώς την εκχώρησε με την από 10-9-1999 σύμβαση (άρθρο 2 παρ. 2) προς την εναγόμενη ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ. Η τελευταία, δεκαπέντε ημέρες πριν την κατά τα άνω λήξη ισχύος της εγγυτικής επιστολής (30-5-2000), απέστειλε στην εκδότρια αυτής Εμπορική Τράπεζα το από ΧΧΧ έγγραφο επιστολή συνυποβάλλοντας, για τη νομιμοποίησή της ως εκδοχέα, τη σύμβαση εκχωρήσεως και επικαλούμενη τη μη εκπλήρωση υπό της εναγούσης των υποχρεώσεων έναντι της ΧΧΧ που απέρρεαν από την εγγυητική επιστολή, ζήτησε την κατάπτωση αυτής η Εμπορική Τράπεζα με το από ΧΧΧ απαντητικό έγγραφο αρνήθηκε την καταβολή διότι με την από 25-4-2000 προσωρινή διαταγή του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε και καταχωρήθηκε παρά πόδας της από 25-4-2000 αιτήσεως της εναγούσης κατά της ΧΧΧ και της Εμπορικής Τράπεζας απαγορεύθηκε η καταβολή. Το Μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθμόν 4513/29-5-2000 απόφασή του (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) χωρίς να ερευνήσει κατ’ ουσίαν την αίτηση της εναγούσης, την απέρριψε ως νόμω αβάσιμη με την παραδοχή ότι η λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου άγει σε πλήρη ικανοποίηση του δικαιώματος (άρθρο 692 παρ. 4). Μετά την κατά τα άνω απόρριψη της αιτήσεως, η εναγομένη, την τελευταία ημέρα ισχύος της εγγυητικής επιστολής, με τη νέα από 30-5-2000 επιστολή - αίτηση προς την Εμπορική Τράπεζα, συνυποβάλλοντας και αντίγραφο της άνω αποφάσεως, ζήτησε την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής. Η εκδότρια Τράπεζα εξέδωσε εις διαταγή της εναγομένης την από 2-6-2000 τραπεζική επιταγή, την οποία, δεν αμφισβητείται, η εναγομένη εισέπραξε. Από τα αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα ουδόλως προκύπτει ότι η εναγομένη δολίως και με συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη προέβη στην είσπραξη του ποσού της εγγυητικής επιστολής. Η προς αυτήν εκχωρηθείσα εγγυητική επιστολή διαλαμβάνει υποχρέωση της ιδίας της εναγούσης να καταβάλλει προς την ΧΧΧ το ποσό των 150 εκατ. δραχμών και μάλιστα σε πρώτη ζήτηση της τελευταίας. Ο όρος αυτός διατυπώθηκε στην εγγυητική επιστολή υπό της εκδότριας Τραπέζης, κατ’ εντολή της εναγούσης, η οποία λόγω της ιδιότητας της ως ανωνύμου εταιρείας γνώριζε τη φύση, λειτουργία και τα αποτελέσματα της παρεχόμενης υπό τον άνω τύπο εγγυήσεως. Στην ίδια επιστολή ουδέν διαλαμβάνεται περί χρονικώς προγενέστερων υποχρεώσεων της εταιρείας ΧΧΧ και δεν διατυπώθηκε σχετικός όρος ότι η εις την τελευταία εταιρεία καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής τελούσε υπό την προϋπόθεση της υπ’ αυτής προεκπληρώσεως των συμβατικών της υποχρεώσεων. Η εναγομένη είχε πλήρη άγνοια των μεταξύ εναγούσης και της ΧΧΧ συμφωνιών και των υπογραφέντων ιδιωτικών συμφωνητικών. Είναι συνήθης συναλλακτική πρακτική η δανειοδοτούσα Τράπεζα να απαιτεί και να δέχεται ασφάλειες για τη χορήγηση πιστώσεων και δεν συνιστά επιβαλλόμενη από τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, να αξιώνει να πληροφορηθεί από την εκχωρήτρια της εγγυητικής επιστολής την αιτία εκδόσεως αυτής και την υποκείμενη σχέση μεταξύ αυτής και της υπέρ εκδόθηκε αυτή εναγούσης. Η εναγόμενη Τράπεζα μετά την εις αυτήν εκχώρηση της εγγυητικής επιστολής την 10-9-1999 θα μπορούσε πάραυτα, επικαλούμενη κατάπτωση της εγγυήσεως, να ζητήσει την καταβολή του ποσού αυτής, όμως, ενόψει του ότι, κατά το περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής, η εγγύηση παρασχέθηκε υπέρ της εναγούσης για την από την εταιρεία ΧΧΧ προμήθεια σ’ αυτήν αεροπορικών θέσεων για το χρονικό διάστημα από 10/4 έως 22/4/2000, η εναγομένη ανέμενε την παρέλευση του άνω χρόνου και μόνο την 15-52000, επικείμενης δε της λήξης της ισχύος της εγγυητικής επιστολής (30-5-2000), ζήτησε την κατάπτωση αυτής. Επικαλείται η ενάγουσα ότι όταν την πρώτη φορά η Εκδότρια της Εγγυητικής Επιστολής Εμπορική Τράπεζα αρνήθηκε την πληρωμή γιατί της είχε απαγορευθεί αυτή με προσωρινή διαταγή, η εναγομένη επανήλθε με την από 30-5-2000 νέα αίτηση, προσκόμισε δε αντίγραφο της άνω απορριπτικής αποφάσεως.
Συνεπώς, κατ’ αυτήν, έλαβε γνώση των εις την αίτηση και το σημείωμα ισχυρισμών της επί του ότι η εταιρεία ΧΧΧ δεν είχε εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και συνεπώς δεν συνέτρεχε περίπτωση καταπτώσεως. Όμως, η αίτηση δεν απευθυνόταν κατά της εναγομένης ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ αλλά κατά της άνω εταιρείας και της Εμπορικής Τράπεζας. Αλλά και με την υποθετική εκδοχή ότι έλαβε γνώση των ισχυρισμών της εναγούσης, κατά την λήψη αντιγράφου της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την ίδια εκδοχή θα πρέπει να έλαβε γνώση και των ισχυρισμών της εταιρείας ΧΧΧ, των διαλαμβανομένων στο από 21-4-2000 σημείωμά της, όπου και αυτή διατείνεται την μη υπό της εναγούσης εκπλήρωση των υποχρεώσεών της. Με τα δεδομένα αυτά, δεν μπορούσε υποκαθστάμενη στη θέση και τα καθήκοντα δικαστού να κρίνει εάν η εταιρεία ΧΧΧ δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και επικείμενου του χρόνου λήξης ισχύος της εγγυητικής επιστολής, να απόσχει από το αίτημα καταπτώσεως, η της οποίας τελικά κατάπτωση δεν επιμαρτυρεί συμπεριφορά της εναγούσης αντίθετη προς τα χρηστά ήθη με το ενδεχόμενο πρόκλησης ζημίας στην ενάγουσα. Το πρωτόδικο δικαστήριο που δέχθηκε και ως κατ’ ουσία βάσιμη την αγωγή, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, κατά παραδοχή του συναφούς λόγου εφέσεως, πρέπει να εξαφανισθεί, να κρατηθεί από το δικαστήριο αυτό η υπόθεση και να απορριφθεί κατά την κύρια και επί του άρθρου 919 ΑΚ ερειδόμενη βάση της η αγωγή. Εξαφανιζομένης της εκκαλουμένης πρέπει να εξετασθεί και η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής η οποία πρωτοδίκως δεν ερευνήθηκε. Η από το άρθρο 904 ΑΚ αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητική και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα τα οποία ο ενάγων επικαλείται για τη στήριξη της αγωγής του σε σύμβαση ή αδικοπραξία (ΑΠ 104/2003 ΕλλΔνη 44-983). Στην ένδικη αγωγή η ενάγουσα αξιώνει την καταβολή του ποσού των 50 εκατ. δραχμών κατ επίκληση των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού με βάση τα ίδια περιστατικά στα οποία στηρίζει την αγωγή κατά την κύρια βάση. Επομένως, και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και κατά την επικουρική βάση η αγωγή είναι απορριπτέα". Υπό τις παραδοχές όμως αυτές του Εφετείου: (α) Είναι ασαφή τα ουσιώδη στοιχεία (essentialia) της απαίτησης που η δανείστρια εταιρία είχε κατά της οφειλετρίας - ενάγουσας, από την μεταξύ τους σχέση. Ειδικότερα δεν είναι σαφές ποιες συμβατικές υποχρεώσεις της δεν είχε εκπληρώσει η ενάγουσα και, αντιστοίχως, ποιες απαιτήσεις εξ αυτού προέκυψαν υπέρ της αντισυμβαλλομένης της, τις οποίες αυτή (ενεxυρίασε και) εξεχώρησε προς την εναγομένη είτε ως γεγεννημένες ήδη κατά τον χρόνο της εκποιήσεώς των (10-9-1999), είτε ως τελούσες υπό αναβλητικές αιρέσεις, πληρωθείσες μεταγενεστέρως, ούτε αν οι συμβατικές παραβάσεις της ενάγουσας διαπιστώθηκαν από την (μη διάδικο) εκχωρήτρια και αρχική αντισυμβαλλόμενη και δανείστρια ε (κατά την παροχή του τιμήματος) εταιρία ή από την εναγομένη ως διάδοχο δανείστρια και εκδοχέα της απαιτήσεως. (β)
Δεν είναι σαφές τι δέχεται το Εφετείο σχετικώς με τον προβληθέντα δια της αγωγής και δια των προτάσεων στη δευτεροβάθμια δίκη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι, η γενομένη ενεχυρίαση και εκχώρηση της ένδικης εγγυητικής επιστολής ήταν άκυρη, επειδή είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτής και της αντισυμβαλλομένης της, ότι η εγγυητική επιστολή ήταν ανεκχώρητη προς τρίτα πρόσωπα και εκχωρητή μόνο (και ομού με ισόποση ουσιαστική απαίτηση) προς την αεροπορική εταιρία "AXON", από την οποία η αντισυμβαλλομένη επρόκειτο να προμηθευθεί τα αεροπορικά εισιτήρια, που θα μεταπωλούσε στην ενάγουσα, η δε εναγομένη γνώριζε την σχετική συμβατική ρήτρα. (γ) Η παραδοχή του ουσιαστικού δικαστηρίου ότι "η εναγομένη είχε πλήρη άγνοια των μεταξύ της εναγούσης και της ΧΧΧ συμφωνιών και των υπογραφέντων ιδιωτικών συμφωνητικών" τελεί σε αντίφαση προς την παραδοχή του ίδιου δικαστηρίου ότι η εναγομένη αφενός μεν γνώριζε το περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής, αφετέρου δε πληροφορήθηκε την διαμάχη μεταξύ της ενάγουσας και της αντισυμβαλλομένης της εκ της βασικής σχέσεως. Αυτή δε η αντιδικία δεν είναι νομικώς αδιάφορη για την εναγομένη, διότι αυτή δεν έχει την ιδιότητα της εκδότριας της εγγυητικής επιστολής τραπέζης, αλλά είναι απλή εκδοχεύς της απαιτήσεως, ουσιώδες στοιχείο της οποίας είναι αυτή αύτη η ύπαρξη της απαιτήσεως που της εκχωρήθηκε. Ενόψει τούτων έπρεπε -κατά την μειοψηφούσα γνώμη- να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος, τρίτος και πέμπτος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου τους, προβάλλονται οι ανωτέρω πλημμέλειες ως ερειδόμενες, αντιστοίχως, στα εδάφια 19, 29 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (Β) Απορριπτομένων υπό του Αρείου Πάγου των ανωτέρω λόγω αναιρέσεως, η αναπομπή της υποθέσεως στο ουσιαστικό δικαστήριο για έρευνα της επικουρικής βάσης της αγωγής, ήτοι εκείνης εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθίσταται αντιφατική. Τούτο δε: (1) Διότι δεν συντρέχει το στοιχείο της έλλειψης "νομίμου αιτίας" κατά την έννοια του άρθρου 904 ΑΚ, αφού, υπό τις αντίστοιχες παραδοχές του Εφετείου : η εναγόμενη εκδοχεύς "δεν μπορούσε υποκαθιστάμενη στη θέση και τα καθήκοντα δικαστού να κρίνει αν η εταιρία ΧΧΧ (σημ.: δηλαδή η εκχωρήτρια) δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της", ήτοι δεν είχε νομική υποχρέωση να ερευνήσει αν όντως είχε η εκχωρήτρια (ισόποση) ουσιαστική απαίτηση κατά της ενάγουσας από την μεταξύ τους έννομη σχέση και έτσι, η υπό της εκδοχέως είσπραξη του ποσού της εγγυήσεως ήταν σύννομη και δεν ετελέσθη δι’ αυτής αδίκημα (τουλάχιστον εκ δόλου). (2) Διότι υπό την παραδοχή του Εφετείου ότι "η ΧΧΧ δεν εκχώρησε την εγγυητική επιστολή στην άνω αεροπορική εταιρία αλλά ...... για την ασφάλεια οφειλής της από σύμβαση ανοικτού λογαριασμού ...... την εκχώρησε......προς την εναγομένη ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", το εισπραχθέν ποσό δεν θα συνιστούσε "πλουτισμό" της Τράπεζας, παρά μόνο στην περίπτωση που αυτή θα εισέπραττε το ίδιο ποσό και από την εκχωρήτρια και πιστούχο εταιρία "ΧΧΧ".
Κατ’ ακολουθίαν των παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι μόνον κατά το μέρος της που απέρριψε την επικουρική αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνον κατά την εν λόγω επικουρική βάση, προς έρευνα από το Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 παρ. 3 όπως ισχύει) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 179, 183, 191 αρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 2851/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς έρευνα, μόνον κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2008.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

======
Αδικαιολόγητος πλουτισμός
ΠΠρΘεσ 27490/2011

Κατά την έννοια της διάταξης 909 ΑΚ, απόσβεση της υποχρέωσης προς απόδοση του πλουτισμού, ο οποίος επήλθε με τη λήψη χρημάτων χωρίς νόμιμη αιτία ή για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε, επέρχεται και όταν ο λήπτης αναλίσκει το χρηματικό ποσό που έλαβε, πραγματοποιώντας δαπάνες για να αντιμετωπίσει ανάγκες, στις οποίες άλλως δεν θα προέβαινε. Έτσι ο πλουτισμός θεωρείται ότι σώζεται, όταν το ποσό που έλαβε ο λήπτης διέθεσε για την εξόφληση δικού του χρέους ή για δικές του ανάγκες, τις οποίες θα αντιμετώπιζε με δικές του δαπάνες. Δεκτή εν μέρει η αγωγή της ενάγουσας εταιρίας, που κατήγγειλε τη σύμβαση συνεργασίας με τον εναγόμενο και ζήτησε το ποσό, κατά το οποίο πλούτισε εις βάρος της ο εναγόμενος, πλην όμως αφαιρείται το ποσό που ο εναγόμενος κατέβαλε για τις ανάγκες της επίδικης συνεργασίας. (Περίληψη απόφασης)

[...] I. Οι από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαιτήσεις (άρθρα 904 επ. ΑΚ) θεμελιώνονται στα εξής στοιχεία: α) την περιουσιακή μετακίνηση, β) τη συγκεκριμένη αιτία για την οποία έγινε η μετακίνηση και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα της αιτίας αυτής, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη. Η αξίωση δε από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της νόμιμης αιτίας (ΑΠ Ολ 22/2003  ΝΟΜΟΣ). Αυτό που δόθηκε προς εκπλήρωση υποχρεώσεως, η οποία έχει αναληφθεί με σύμβαση, δεν δόθηκε χωρίς αιτία και άρα δεν μπορεί να αναζητηθεί κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία και εφόσον αυτή είναι ισχυρή, κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να απαιτήσει τα από αυτήν δικαιώματα του. Αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού προς αναζήτηση των παροχών που τυχόν καταβλήθησαν μπορεί να ασκηθεί αν η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο (αιτία λήξασα). Την ανατροπή δε της αιτίας και του χρέους μπορούν να επιφέρουν ειδικότερα η υπαναχώρηση από τη σύμβαση, η δικαστική λύση για το μέλλον της αμφοτεροβαρούς σύμβασης λόγω απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών κατ’ άρθρο 388 ΑΚ, η πλήρωση διαλυτικής αίρεσης, η καταγγελία της σύμβασης κλπ (ΑΠ 923/2007 ΧρΙΔ 2008,121, ΑΠ 1457/2001 ΕλλΔνη 2002,1690, ΕφΑθ 5617/2007, ΕφΑθ 9136/2005, ΕφΔωδ 19/2005 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η καταγγελία μίας σύμβασης είναι διαπλαστικό, αυτοτελές δικαίωμα και ασκείται με μονομερή δήλωση που απευθύνεται προς αντισυμβαλλόμενο, έχει δε ως σκοπό τη λύση μίας διαρκούς έννομης σχέσης για κάποιο νόμιμο λόγο. Γίνεται ρητά ή σιωπηρά, εφόσον συνάγεται σαφώς από την όλη συμπεριφορά του καταγγέλλοντος, καθώς και από τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης ότι αυτός επιθυμεί να εκληφθεί η όποια συμπεριφορά του ως καταγγελία. Δικαίωμα καταγγελίας μίας διαρκούς σύμβασης για σπουδαίο λόγο (δηλαδή όταν υφίστανται περιστατικά που καθιστούν τη συνέχιση της σύμβασης μη ανεκτή) και μάλιστα χωρίς προθεσμία, αναγνωρίζεται πλέον σε κάθε διαρκή σύμβαση, με βάση την καλή πίστη και με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπουν το δικαίωμα αυτό στις επιμέρους συμβάσεις (άρθρα 281, 288, 588, 672 και 766 ΑΚ – ΕφΘεσ 2408/2006 Αρμ 2007,1312, ΕφΑθ 1821/2003 , ΕλλΔνη 2004,893). Συνήθως τα περιστατικά που συγκροτούν την έννοια του σπουδαίου λόγου αφορούν τον αποδέκτη της καταγγελίας, ωστόσο η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δεν προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση ζημία του καταγγέλλοντος ή πταίσμα του αποδέκτη της καταγγελίας (ΑΠ 396/1993 ΔΕΝ 50,238, ΑΠ 340/1993 ΕλλΔνη 1994,401, Απ. Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό μέρος, έκδοση 1999, παρ. 53, αρ. 9 και 10).

Με την κρινόμενη αγωγή της, όπως το περιεχόμενο του δικογράφου της εκτιμάται από το Δικαστήριο και παραδεκτά διορθώθηκε με σχετική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία εκθέτει ότι δραστηριοποιείται κυρίως στον κλάδο των τροφίμων, διανέμοντας και αντιπροσωπεύοντας διάφορα προϊόντα ευρείας κατανάλωσης. Ότι δυνάμει συμβάσεως συνεργασίας που συνήψε με τον εναγόμενο, ο οποίος διατηρεί ενταύθα ατομική επιχείρηση παραγωγής και πωλήσεως άρτου, διαφόρων ειδών ζαχαροπλαστικής και νωπών ή κατεψυγμένων αρτοσκευασμάτων κάθε είδους, ανέλαβε ο τελευταίος την υποχρέωση να της πωλεί, κατόπιν παραγγελιών στις οποίες η ίδια θα προέβαινε, κατεψυγμένα κουλούρια Θεσσαλονίκης διαφόρων τύπων, συσκευασμένα σε ειδικά κουτιά και κιβώτια. Ότι η εν λόγω συνεργασία, οι επιμέρους όροι της οποίας αποτυπώθηκαν στο από 4.4.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφωνήθηκε να έχει διάρκεια τρία (3) έτη, ήτοι από 10.4.2005 έως 10.4.2008. Ότι ενόψει επικείμενων πωλήσεων που θα πραγματοποιούσε προς αυτήν ο εναγόμενος, στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης συνεργασίας, η ίδια του κατέβαλε έως την 20.12.2005, διάφορα χρηματικά ποσά, ως προκαταβολές του τιμήματος εμπορευμάτων που θα της παραδίδονταν, και συνολικά το ποσό των 340.000,00 ευρώ. Ότι παρά την επίμονη και πολυδάπανη προσπάθεια που κατέβαλε για την προώθηση των ως άνω προϊόντων στο καταναλωτικό κοινό, η πορεία τους στην αγορά δεν ήταν η αναμενόμενη, δεδομένου ότι οι πελάτες της (κυρίως επώνυμα μεγάλα σούπερ μάρκετ), βλέποντας πολύ νωρίς ότι το προϊόν δεν κέντρισε το ενδιαφέρον του καταναλωτικού κοινού, προέβησαν αρχικά σε μικρές μόνο παραγγελίες, ο αριθμός των οποίων σταδιακά σημείωσε πτώση, ενώ από τις αρχές Μαΐου του έτους 2006 και εφεξής δεν σημειώθηκαν νέες παραγγελίες από την πλευρά των πελατών της και αντίστοιχες δικές της προς τον εναγόμενο. Ότι τελικώς η αξία του συνόλου των προϊόντων που αγόρασε από τον εναγόμενο, στο πλαίσιο της συνεργασίας τους, ανερχόταν στο ποσό των 86.409,80 ευρώ, ενώ περαιτέρω η αξία των αγορασθέντων εμπορευμάτων που επιστράφηκαν από τα καταστήματα τροφίμων, στα οποία διατέθηκαν από την ίδια, ανερχόταν στο ποσό των 43.137,34 ευρώ. Ότι ενόψει των ανωτέρω, η ίδια κατήγγειλε τη μεταξύ τους συνεργασία περί το τέλος του έτους 2006, αξιώνοντας από τον εναγόμενο την επιστροφή των ποσών που αυτός εισέπραξε εν είδει προκαταβολών για το τίμημα των πωλήσεων που θα ακολουθούσαν, καθόσον η παροχή της αυτή, μετά τη λήξη της μεταξύ τους σύμβασης και τη μη πώληση προς την ίδια έτερων προϊόντων ήδη από το μήνα Μάιο του έτους 2006, δεν καλυπτόταν από τη μέχρι τότε αιτία. Με βάση το ιστορικό, το οποίο η ενάγουσα εκθέτει εκτενέστερα στην αγωγή, παραθέτοντας (με την ενσωμάτωση στην αγωγή των τιμολογίων πώλησης) κατ’ είδος, ποσότητα και αξία, τις αγορές στις οποίες προέβη, κατά το διάστημα της συνεργασίας της με τον εναγόμενο, ζητεί να υποχρεωθεί ο τελευταίος, με απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, να της καταβάλει το ποσό των 296.727,54 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και έως την ολοσχερή εξόφληση, εκθέτοντας ότι στον επιστρεπτέο πλουτισμό συγκαταλέγεται και το ποσό στο οποίο συμποσούται το τίμημα των επιστραφέντων εμπορευμάτων, ήτοι ότι τούτα δεν πρέπει να συνυπολογισθούν στις γενόμενες πωλήσεις για τις οποίες οφείλεται τίμημα από την ίδια (340.000 + 43.137,34 =383.137,34 – 86.409,80) και να καταδικασθεί αυτός στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της.

Με αυτό το περιεχόμενο, η κρινόμενη αγωγή, αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την τακτική διαδικασία, κατά την οποία εισήχθη (άρθρα 18 παρ. 1 και 22 ΚΠολΔ). Είναι νόμιμη μόνο καθ’ μέρος αφορά την επιστροφή του, ελάσσονος του αιτούμενου, ποσού που προκύπτει μετά την αφαίρεση από το δοθέν προκαταβολικώς, έναντι του τιμήματος των μελλοντικών πωλήσεων, ποσό των 340.000,00 ευρώ, του συνολικού τιμήματος των πωληθέντων στην ενάγουσα από τον εναγόμενο εμπορευμάτων, ποσού 86.409,80 ευρώ, δηλαδή για το ποσό των 253.590,20 ευρώ (340.000 – 86.409,80), χωρίς το συνυπολογισμό και του ποσού των 43.137,34 ευρώ που, κατά τα εκτιθέμενα, αντιστοιχεί στο τίμημα των επιστραφέντων από τρίτους προς την ενάγουσα πωληθέντων εμπορευμάτων, το οποίο η ενάγουσα εκλαμβάνει ότι βαρύνει τον εναγόμενο και έτσι το προσθέτει στο καταβληθέν από την ίδια ποσό των 340.000 ευρώ, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή η αιτία για την οποία, με βάση τους ειδικότερους όρους της μεταξύ τους σύμβασης ή για άλλο λόγο, υφίσταται η εν λόγω επιβάρυνση του αντιδίκου της. Η αγωγή κατά το παραπάνω αίτημα των 253.590,20 ευρώ, εφόσον εκτίθεται στο δικόγραφό της η, λόγω της καταγγελίας της σύμβασης, ανατροπή (λήξη) της συμβατικής αιτίας που αποτελούσε, μέχρι την καταγγελία, το δικαιολογητικό λόγο για την καταβολή του ποσού των 340.000 ευρώ, είναι νόμιμη κατά τα σχετικώς διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο (Ι) νομική σκέψη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 167, 904 ΑΚ, 907, 908, 176 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και από την άποψη της ουσιαστικής βασιμότητάς της, ενόψει του ότι για το παραδεκτό της συζητήσεώς της τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 214Α ΚΠολΔ διαδικασία της απόπειρας συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς (βλ. την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ενάγουσα δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατ’ άρθρο 214Α παρ. 7 και 8 ΚΠολΔ, με ημερομηνία 12.12.2008, δυνάμει της οποίας διαπιστώνεται η αποτυχία της συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς), ενώ επιπλέον για το καταψηφιστικό αίτημά της καταβλήθηκε και το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου.

II. Κατά το άρθρο 909 ΑΚ, η κατά το άρθρο 904 επ. ΑΚ υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού, αποσβέννυται εφόσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απόσβεση της υποχρέωσης προς απόδοση του πλουτισμού, ο οποίος επήλθε με τη λήψη χρημάτων χωρίς νόμιμη αιτία ή για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε, επέρχεται και όταν ο λήπτης αναλίσκει το χρηματικό ποσό που έλαβε, πραγματοποιώντας δαπάνες για να αντιμετωπίσει ανάγκες, στις οποίες άλλως δεν θα προέβαινε. Έτσι, ο πλουτισμός θεωρείται ότι σώζεται, όταν το ποσό που έλαβε ο λήπτης διέθεσε για την εξόφληση δικού του χρέους ή για δικές του ανάγκες, τις οποίες θα αντιμετώπιζε με δικές του δαπάνες (ΑΠ 682/2003 Νόμος).

[...]: Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία δραστηριοποιείται στον κλάδο τροφίμων, διανέμοντας και αντιπροσωπεύοντας διάφορα προϊόντα ευρείας κατανάλωσης, ενώ ο εναγόμενος διατηρεί ατομική επιχείρηση παραγωγής και πώλησης άρτου, διαφόρων ειδών ζαχαροπλαστικής και νωπών ή κατεψυγμένων αρτοσκευασμάτων κάθε είδους. Την άνοιξη του έτους 2005, η ενάγουσα, ενδιαφερόμενη να λανσάρει στην ελληνική αγορά το γνωστό κουλούρι Θεσσαλονίκης, σε προκατεψυγμένη όμως μορφή, δυνάμενο να διατεθεί στον καταναλωτή μέσω των καταστημάτων λιανικής πώλησης τροφίμων, διαπραγματεύθηκε με τον εναγόμενο το ενδεχόμενο μίας συνεργασίας τους. Οι διαπραγματεύσεις αυτές οδήγησαν εντέλει στην υπογραφή της από 4.4.2005 σύμβασης συνεργασίας, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί στην ενάγουσα αποκλειστικά, κατεψυγμένα αρτοσκευάσματα (συγκεκριμένα κουλούρι Θεσσαλονίκης κλασικό, με σταφίδα, με ελιά, με κεφαλοτύρι και με σοκολάτα), συσκευασμένα σε ειδικά κουτιά και κιβώτια, που θα έφεραν το λογότυπο της ενάγουσας, σε τιμές που συμφωνήθηκαν μεταξύ τους. Συμφωνήθηκε επίσης ότι ο εφοδιασμός της ενάγουσας με τα ανωτέρω προϊόντα εκ μέρους του εναγομένου θα λαμβάνει χώρα με βάση τις έγγραφες παραγγελίες που η ίδια θα του διαβιβάζει, με τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, και ότι η πληρωμή των εμπορευμάτων θα γίνεται στις αρχές του επόμενου μήνα της παραδόσεως των σχετικών εμπορευμάτων, με επιταγή ενενήντα (90) ημερών, κατά μέσο όρο. Προβλέφθηκε επίσης ότι κατά το χρόνο έκδοσης του πρώτου τιμολογίου πώλησης προϊόντων, η αγοράστρια (ήδη ενάγουσα) θα καταβάλει ταυτόχρονα με την παραλαβή των αντίστοιχων προϊόντων, ποσό 100.000,00 ευρώ, ως προκαταβολή τιμήματος ισόποσης αξίας εμπορευμάτων, που θα αγοράσει από τον πωλητή (ήδη εναγόμενο) εντός του πρώτου έτους της σύμβασης και ότι η προκαταβολή αυτή θα διανεμηθεί στην καθαρή αξία των εμπορευμάτων (και όχι του ΦΠΑ) κάθε επόμενου από την καταβολή τιμολογίου που θα εκδίδει ο πωλητής, με την αφαίρεση από την καθαρή αξία των εμπορευμάτων κάθε τιμολογίου, ποσού ίσου με ποσοστό 20% από αυτήν, οπότε στην περίπτωση αυτή θα πιστώνεται το υπόλοιπο 80% της αξίας των εμπορευμάτων, καθώς και ολόκληρη η αξία του ΦΠΑ, θεωρούμενου του 20% επί της καθαρής αξίας των εμπορευμάτων του τιμολογίου, ως καταβληθέντος τοις μετρητοίς. Προβλέφθηκε επίσης ότι ανάλογα με την εξέλιξη των πωλήσεων και αντίστοιχων αγορών προϊόντων από την αγοράστρια, μετά την ανάλωση του ως άνω ποσού προκαταβολής κατά τον προπεριγραφόμενο τρόπο, η τελευταία θα χορηγήσει στον πωλητή νέα προκαταβολή ίσου ποσού, ήτοι 100.000,00 ευρώ, για την οποία θα τηρηθεί πάλι η ίδια διαδικασία, ενώ το ίδιο θα επαναληφθεί ενδεχομένως και για τρίτη φορά. Η διάρκεια της προπεριγραφείσας συνεργασίας ορίσθηκε σε τρία (3) έτη (συγκεκριμένα από 10.4.2005 έως 10.4.2008). Οι διάδικοι, κατά την έναρξη της συνεργασίας τους ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξοι για την πορεία αυτής, αναμένοντας έντονο ενδιαφέρον του καταναλωτικού κοινού αναφορικά με το παραπάνω προϊόν, χωρίς ωστόσο να λάβει χώρα δέσμευση της ενάγουσας ως προς το ύψος των μελλουσών να πραγματοποιηθούν από την ίδια παραγγελιών, ενώ πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος ήδη από το έτος 2004, ήτοι πριν την επίμαχη συνεργασία, είχε δημιουργήσει στις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεώς του τμήμα παραγωγής των παραπάνω κατεψυγμένων αρτοσκευασμάτων. Πεπεισμένη η ενάγουσα για την επιτυχία του ως άνω επιχειρηματικού σχεδίου της, κατόπιν αντίστοιχων αιτημάτων του εναγομένου, κατέβαλε σε αυτόν, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, κατά το χρονικό διάστημα που η μεταξύ τους σύμβαση ήταν ενεργής, διάφορα χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 340.000,00 ευρώ, τα οποία συμφωνήθηκε να συμψηφισθούν με οφειλές της από τις παραγγελίες που η ίδια θα πραγματοποιούσε και ο εναγόμενος θα εκτελούσε και ειδικότερα, κατέβαλε τα κάτωθι ποσά, στις αναφερόμενες ακολούθως ημερομηνίες: 1) την 31.3.2005 κατέβαλε το ποσό των 50.000,00 ευρώ, 2) την 6.4.2005 το ποσό των 50.000,00 ευρώ, 3) την 30.5.2005 το ποσό των 50.000,00 ευρώ, 4) την 1.7.2005 το ποσό των 50.000,00 ευρώ, 5) την 1.8.2005 το ποσό των 50.000,00 ευρώ, 6) την 31.8.2005 το ποσό των 50.000,00 ευρώ, 7) την 5.10.2005 το ποσό των 10.000,00 ευρώ και 8) την 20.12.2005 το ποσό των 30.000,00 ευρώ. Για την προώθηση των ανωτέρω ειδών, που αποτέλεσε το αντικείμενο της επίμαχης συνεργασίας, η ενάγουσα, πιστή στην αναληφθείσα εκ μέρους της υποχρέωσή περί προώθησής τους, συμβλήθηκε με τις επιχειρήσεις «Μασούτης» και «Α-B Βασιλόπουλος», ήτοι δύο από τις μεγαλύτερες αλυσίδες σούπερ μάρκετ, με τις οποίες συμφώνησε την τοποθέτησή τους σε προνομιακή θέση, ώστε να είναι στην άμεση θέα του καταναλωτή. Μάλιστα, για το σκοπό αυτό κατέβαλε ως αμοιβή στις ανωτέρω επιχειρήσεις («εισιτήριο» κατά την επιχειρηματική ορολογία) το ποσό των 10.000,00 και 9.000,00 ευρώ αντίστοιχα, ενώ επιπλέον, σε συμφωνία με τους εκπροσώπους των παραπάνω επιχειρήσεων, τοποθετήθηκαν ειδικοί πάγκοι για γευστικές δοκιμές των προϊόντων και εκδόθηκαν εκπτωτικά κουπόνια, καθώς και διαφημιστικά φυλλάδια προώθησής τους, έναντι καταβολής αντιτίμου, το οποίο προσδιοριζόταν με ποσοστό επί των πωλήσεων, αναλόγως της φύσεως της εκάστοτε προωθητικής ενέργειας. Ωστόσο, το κατεψυγμένο κουλούρι Θεσσαλονίκης δεν είχε την αναμενόμενη απήχηση στο καταναλωτικό κοινό. Οι παραγγελίες που ήδη εξαρχής έλαβε η ενάγουσα, οι οποίες μάλιστα στην πορεία του χρόνου εμφάνισαν φθίνουσα εξέλιξη, κατέδειξαν ότι τα οικονομικά αποτελέσματα της από 4.4.2005 συνεργασίας των εδώ διαδίκων, διόλου δεν άγγιζαν τις προβλέψεις τους, αλλά και δεν υπήρχε πιθανότητα διαφοροποίησης της ήδη διαπιστωθείσας καταστάσεως. Ειδικότερα, από την έναρξη ισχύος της ανωτέρω συμβάσεως έως και τις 4.5.2006 (ημερομηνία κατά την οποία συντελέσθηκε η τελευταία παραγγελία από την πλευρά της ενάγουσας) έλαβαν χώρα παραγγελίες προϊόντων συνολικής αξίας 86.409,80 ευρώ (80.623,82 ευρώ αφορούσαν τις πραγματοποιηθείσες το έτος 2005 πωλήσεις και 5.785,98 ευρώ αφορούσαν τις πωλήσεις του έτους 2006). Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι μεγάλο ποσοστό των παραδοθέντων – πωληθέντων από τον εναγόμενο προς την ενάγουσα εμπορευμάτων, επιστράφηκε στην τελευταία από τα καταστήματα τροφίμων, στα οποία είχαν διατεθεί προς περαιτέρω πώληση απ’ αυτήν (προφανώς λόγω μη αγοράς τους από τους καταναλωτές – η αξία των συνολικώς επιστραφέντων εμπορευμάτων ανήλθε στο ποσό των 43.137,34 ευρώ).

Δεδομένων των παραπάνω εξελίξεων, σαφή γνώση περί των οποίων ασφαλώς και είχε ο εναγόμενος, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ίδιος παρασκεύαζε και διέθετε στην ενάγουσα τα ως άνω προϊόντα με βάση τις παραγγελίες της τελευταίας, οι οποίες διαμορφώνονταν αποκλειστικά με γνώμονα το αγοραστικό ενδιαφέρον των πελατών της (καταστημάτων τροφίμων) και του καταναλωτικού κοινού, ενώ επιπλέον μεταξύ αυτού και της αντιδίκου του έλαβαν χώρα συζητήσεις σχετικά με τη χαμηλή απήχηση του αντικειμένου της συνεργασίας τους, η ανωτέρω διάδικος-αγοράστρια την 17.1.2007 κατήγγειλε την επίμαχη σύμβαση συνεργασίας, δυνάμει της από 21.12.2006 εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησής της που του επέδωσε κατά την ημερομηνία αυτή, ζητώντας παράλληλα όπως της επιστραφεί το χρηματικό ποσό που ο αντίδικός της εισέπραξε προκαταβολικά, ενόψει επικείμενων- μελλοντικών πωλήσεων, στο μέτρο που η αξία των ήδη πραγματοποιηθεισών πωλήσεων υπολείπονταν των γενόμενων καταβολών. Ενόψει του ότι με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η εμμονή στη διατήρηση της σύμβασης συνεργασίας των διαδίκων σε ισχύ, θα ενείχε υπέρμετρη δέσμευση για την ενάγουσα, αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, λαμβανομένου υπόψη του ότι εκ μέρους της δεν υπήρχε δέσμευση ως προς τον όγκο των παραγγελιών στις οποίες θα προέβαινε κατά τη διάρκεια της ανωτέρω έννομης σχέσης, καθώς επίσης και του ότι αυτή (ενάγουσα) μερίμνησε δεόντως για την προώθηση των προϊόντων που αποτέλεσαν αντικείμενο της από 4.4.2005 συμβάσεως συνεργασίας, δικαιούταν η ως άνω διάδικος να προβεί στην προαναφερόμενη καταγγελία, η οποία και επέφερε τη λύση της συμβάσεως και ως εκ τούτου, μετά την ανατροπή της αιτίας για την οποία δόθηκε το ποσό των 340.000,00 ευρώ (σύμβαση), ο εναγόμενος, παρακρατώντας το μέρος αυτού που δεν αντιστοιχεί σε τίμημα παραδοθέντων- πωληθέντων εμπορευμάτων, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος από την περιουσία της αντιδίκου του, υποχρεούμενος σε απόδοση της ωφέλειας αυτής. Όπως, προαναφέρθηκε, κατά το χρονικό διάστημα της ισχύος της σύμβασης συνεργασίας των διαδίκων, πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις κατεψυγμένων κουλουριών ύψους 86.409,80 ευρώ. Ως εκ τούτου μετά τη λύση της σύμβασης συνεργασίας, ο εναγόμενος κατ’ αρχήν φαίνεται να κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος, σε βάρος της ενάγουσας κατά το ποσό των 253.590,20 ευρώ (340.000,00 – 86.409,80). Ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ωστόσο, κατ’ ορθήν εκτίμηση των διαλαμβανομένων στις νομότυπες και εμπρόθεσμες προτάσεις του, ότι έχοντας τη βέβαιη πεποίθηση ότι θα ακολουθούσαν παραγγελίες της τελευταίας για προϊόντα που το τίμημά τους θα κάλυπτε τουλάχιστον τα μέχρι τότε εισπραχθέντα χρηματικά ποσά, ανάλωσε αυτά, σε χρόνο μάλιστα προγενέστερο της καταγγελίας της σύμβασης και της επιδόσεως της κρινόμενης αγωγής, προβαίνοντας σε δαπάνες για την αντιμετώπιση αναγκών στις οποίες άλλως δεν θα προέβαινε και ως εκ τούτου υπάρχει αντίστοιχη (ισόποση) απόσβεση της υποχρέωσής του περί απόδοσης του πλουτισμού, κατ’ άρθρο 909 ΑΚ, αφού κατά τον κρίσιμο χρόνο της αγωγής δεν σώζεται ισόποσο ποσό του πλουτισμού. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος διατείνεται ότι πραγματοποίησε δαπάνες για αγορά ειδικών υλικών συσκευασίας, πέραν αυτών που πράγματι χρησιμοποιήθηκαν για την εκτέλεση των υλοποιηθέντων παραγγελιών – πωλήσεων, καθ’ υπόδειξη της ενάγουσας, καταβάλλοντας το συνολικό ποσό των 67.692,68 ευρώ, κατά το οποίο και υφίσταται απόσβεση της υποχρέωσής του περί απόδοσης του πλουτισμού, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του προσκομίζει με επίκληση δεκατρία (13) τιμολόγια των επιχειρήσεων από τα οποία προμηθεύθηκε τα επίμαχα υλικά. Εκ των επικαλούμενων από τον εναγόμενο τιμολογίων, τα υπ’ αριθ. 00162/14.2.2005 και 00209/24.2.2005 τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής της εταιρίας με την επωνυμία «… SA», έκαστο εκ των οποίων αφορά πωλήσεις εμπορευμάτων αξίας 4.123,39 ευρώ, τα υπ’ αριθ. 02ΤΔ02 709/11.2.2005, 02ΤΠΑ 392/22.2.2005 τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής της εταιρίας με την επωνυμία «… ΑΒΕΕ», που αφορούν πωλήσεις εμπορευμάτων αξίας 2.358,40 και 221,49 ευρώ αντίστοιχα, και τα υπ’ αριθ. 705/4.3.2005, 707/11.3.2005, 713/18.3.2005 και 718/22.3.2005 τιμολόγια πώληση-δελτία αποστολής της εταιρίας με την επωνυμία «… ΑΕ», που αφορούν πωλήσεις εμπορευμάτων αξίας 8.085,95, 3.478,64, 30.062,57 και 4.449,25 ευρώ αντίστοιχα, αποτελούν δαπάνες που διενεργήθηκαν πριν την έναρξη της μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας και τη λήψη εκ μέρους του εναγομένου των αναφερόμενων ανωτέρω χρηματικών ποσών (προκαταβολών) και ως εκ τούτου κρίνεται ότι δεν συνδέονται αιτιωδώς με την κτήση του πλουτισμού, ώστε να τίθεται ζήτημα ισόποσης απόσβεσης της υποχρέωσης του εν λόγω διαδίκου περί αποδόσεώς του.

Περαιτέρω, αναφορικά με τις δαπάνες που εμπεριέχονται στο υπ’ αριθ. 02ΥΔ02 4339/6.9.2005 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής της εταιρίας «… ΑΒΕΕ» και στα υπ’ αριθ. 672/11.4.2005 και 676/15.4.2005 τιμολόγια πώλησης- δελτία αποστολής της εταιρίας «.. ΑΕ» (αξίας 986,56, 508,73 και 2.085,77 ευρώ αντίστοιχα), δεν προκύπτει πρωτίστως το είδος των προϊόντων, για την αγορά των οποίων δαπανήθηκαν τα ανωτέρω χρηματικά ποσά (στα τιμολόγια αναφέρονται κωδικοί προϊόντων, ενώ ομοίως καμία διευκρίνιση ως προς το στοιχείο αυτό δεν γίνεται εκ μέρους του εναγομένου – η αόριστη κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως περί διενέργειας εκ μέρους του δαπανών για την αγορά υλικών συσκευασίας δεν μπορεί να καλύψει την ως άνω παράλειψη), προκειμένου το Δικαστήριο να εκτιμήσει εάν πράγματι οι εν λόγω δαπάνες εμπίπτουν στην έννοια των δαπανών, που μπορούν να επιφέρουν απόσβεση της υποχρέωσης του εναγομένου-λήπτη του πλουτισμού περί αποδόσεώς του. Αποδείχθηκε όμως ότι ενόψει επικείμενων παραγγελιών, που θα ελάμβαναν χώρα στο πλαίσιο της ως άνω συμβάσεως, ο εναγόμενος δαπάνησε το συνολικό ποσό των 7.208,54 ευρώ για την κατασκευή καλουπιού για τα ειδικά σκαφάκια στα οποία επρόκειτο να συσκευάσει προϊόντα που προορίζονταν για την ενάγουσα, καθώς επίσης και για την αγορά 160 τεμαχίων υλικών συσκευασίας (σκαφάκια), τα οποία μάλιστα έφεραν ως διακριτικό γνώρισμα την επωνυμία της ενάγουσας, μη δυνάμενα ως εκ τούτου να χρησιμοποιηθούν παρά μόνο για τη συσκευασία προϊόντων που προορίζονταν για αυτήν, τα οποία και δεν χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης συνεργασίας, δηλαδή μέχρι την καταγγελία της.

Το ανωτέρω καταβληθέν ποσό έχει το χαρακτήρα δαπάνης που πραγματοποιήθηκε για την αντιμετώπιση αναγκών στις οποίες άλλως δεν θα προέβαινε ο εναγόμενος, διενεργήθηκε δε σε χρόνο προγενέστερο της καταγγελίας της σύμβασης και της επιδόσεως της αγωγής και ως εκ τούτου πρέπει να εκπέσει από την επιστρεπτέα ωφέλεια, δεκτού γενομένου εν μέρει του ανωτέρω, στηριζόμενου όπως προαναφέρθηκε στο άρθρο 909 ΑΚ ισχυρισμού του. Επιπροσθέτως, ο εναγόμενος στο πλαίσιο του αυτού θεμελιούμενου στο άρθρο 909 ΑΚ ισχυρισμού του, διατείνεται ότι για τις ανάγκες που επρόκειτο να ανακύψουν από τη συνεργασία του με την ενάγουσα, τα αποτελέσματα της οποίας διαβλέπονταν ιδιαίτερα προσοδοφόρα, καθώς αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι είχαν την πεποίθηση ότι το ενδιαφέρον του καταναλωτικού κοινού θα ήταν ιδιαίτερα έντονο και ως εκ τούτου θα ελάμβανε χώρα μεγάλος αριθμός παραγγελιών, προέβη σε πρόσληψη δέκα ( 10) επιπλέον υπαλλήλων, για αμοιβές των οποίων κατέβαλε το συνολικό ποσό των 133.689,21 ευρώ, δαπάνη στην οποία άλλως δεν θα προέβαινε με δικά του χρήματα, εάν δεν είχε λάβει το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό των 340.000,00 ευρώ, ως προς το οποίο πίστεψε εύλογα ότι είχε περιέλθει οριστικά στην κυριότητά του, βέβαιος ότι θα πραγματοποιούνταν αντίστοιχες παραδόσεις εμπορευμάτων εκ μέρους του, σε εκτέλεση παραγγελιών της ενάγουσας. Πράγματι αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος για τις ανάγκες που θα ανέκυπταν στο πλαίσιο της ελπιδοφόρας συνεργασίας του με την εναγομένη, προσέλαβε τους ακόλουθους εργαζομένους, δαπανώντας για την απασχόλησή τους τα κάτωθι ποσά, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες εκ μέρους του με επίκληση μισθολογικές καταστάσεις: 1) Την Α. Δ., η οποία απασχολεί από το μήνα Απρίλιο έως το μήνα Οκτώβριο του έτους 2005. Ο εναγόμενος κατέβαλε ως μισθούς της αλλά και για τις σχετικές αναγκαίες εισφορές στο IKΑ, το συνολικό ποσό των 3.875,64 ευρώ. 2) Την Ε. Κ., η οποία απασχολήθηκε από το μήνα Απρίλιο έως το μήνα Αύγουστο του έτους 2005. Ο εναγόμενος κατέβαλε ως μισθούς της αλλά και για τις σχετικές αναγκαίες εισφορές στο IΚΑ, το συνολικό ποσό των 1.239,64 ευρώ. 3) Την Ε. Π., η οποία απασχολήθηκε από το μήνα Απρίλιο έως το μήνα Ιούνιο του έτους 2005. Ο εναγόμενος κατέβαλε ως μισθούς της αλλά και για τις σχετικές αναγκαίες εισφορές στο ΙΚΑ, το συνολικό ποσό των 1.237,27 ευρώ. 4) Τη Χ. Κ.-Λ., η οποία απασχολήθηκε από το μήνα Απρίλιο έως το μήνα Οκτώβριο του έτους 2005. Ο εναγόμενος κατέβαλε ως μισθούς της αλλά και για τις σχετικές αναγκαίες εισφορές στο ΙΚΑ, το συνολικό ποσό των 1.991,47 ευρώ. 5) Το Ν. Μ., ο οποίος απασχολήθηκε από το μήνα Απρίλιο έως το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005. Ο εναγόμενος κατέβαλε ως μισθούς του αλλά και για τις σχετικές αναγκαίες εισφορές στο IΚΑ, το συνολικό ποσό των 6.386,03 ευρώ. 6) Τον Ι. Π., ο οποίος απασχολήθηκε από το μήνα Απρίλιο έως το μήνα Μάιο του έτους 2005. Ο εναγόμενος κατέβαλε ως μισθούς του αλλά και για τις σχετικές αναγκαίες εισφορές στο ΙΚΑ, το συνολικό ποσό των 1.045,15 ευρώ. 7) Τη Μ. Γ., η οποία απασχολήθηκε από το μήνα Απρίλιο έως το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005. Ο εναγόμενος κατέβαλε ως μισθούς της αλλά και για τις σχετικές αναγκαίες εισφορές στο ΙΚΑ, το συνολικό ποσό των 4,230,44 ευρώ. 8) Το Β. Μ., ο οποίος απασχολήθηκε από το μήνα Απρίλιο του έτους 2005 έως το μήνα Απρίλιο του έτους 2006. Ο εναγόμενος κατέβαλε ως μισθούς του αλλά και για τις σχετικές αναγκαίες εισφορές στο ΙΚΑ, το συνολικό ποσό των 12.080,39 ευρώ. 9) Το Γ. Μ., ο οποίος απασχολήθηκε από το μήνα Απρίλιο του έτους 2005, έως το μήνα Απρίλιο του έτους 2006. Ο εναγόμενος κατέβαλε ως μισθούς του αλλά και για τις σχετικές αναγκαίες εισφορές στο ΙΚΑ, το συνολικό ποσό των 11.897,24 ευρώ. 10) Τη Μ. Ν., η οποία απασχολήθηκε από το μήνα (Απρίλιο του έτους 2005 έως το μήνα Απρίλιο του έτους 2006. Ο εναγόμενος κατέβαλε ως μισθούς του αλλά και για τις σχετικές αναγκαίες εισφορές στο ΙΚΑ, το συνολικό ποσό των 14.522,57 ευρώ. Συνολικά λοιπόν, για την απασχόληση των παραπάνω προσώπων, ο εναγόμενος κατέβαλε το ποσό των 58.505,84 ευρώ. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ήδη κατά την έναρξη της συνεργασίας του με την ενάγουσα απασχολούσε περί τους είκοσι (20) υπαλλήλους, η παρουσία των οποίων στην επιχείρησή του ήταν ικανή να στηρίξει τις εντέλει γενόμενες παραγγελίες της τελευταίας, για τις οποίες έγινε αναφορά ανωτέρω, είναι δε σαφές αφενός ότι σε πρόσληψη και απασχόληση των ανωτέρω επιπροσθέτως προσληφθέντων υπαλλήλων προέβη προκειμένου να ανταποκριθεί στον αναμενόμενο, κατά τις σχετικές αρχικές προβλέψεις των διαδίκων, μεγάλο όγκο παραγγελιών που να πραγματοποιηθούν από την πλέον αντίδικό του, και αφετέρου ότι δεν θα προέβαινε στην εν λόγω δαπάνη εάν δεν είχε λάβει την προαναφερόμενη επίμαχη προκαταβολή. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι το γεγονός πως οι ανωτέρω εργαζόμενοι έπαυσαν έως και το μήνα Απρίλιο του έτους 2006 σταδιακά να απασχολούνται στην επιχείρηση του εναγομένου, καταδεικνύει ότι κατέστη σαφές και σε αυτόν, πως η σύμβαση συνεργασίας που συνήψε με την ενάγουσα είχε φθίνουσα πορεία και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατόν να συνεχίσει να παραμένει σε ισχύ, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

Με βάση τα ανωτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το προαναφερόμενο ποσό των 58.505,84 ευρώ, συνιστά δαπάνη εμπίπτουσα στην έννοια του άρθρου 909 ΑΚ, εκπίπτουσα δηλαδή από τον επιστρεπτέο πλουτισμό και ως εκ τούτου ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός και κατά το ανωτέρω ποσό. Περαιτέρω, ο εναγόμενος, στο πλαίσιο της ίδιας στηριζόμενης στο άρθρο 909 ΑΚ ενστάσεώς του, ισχυρίσθηκε ότι κατά τη διάρκεια της τριετούς ισχύος συμβάσεώς τους, δαπάνησε το ποσό των 58.600,00 ευρώ για την αγορά καυσίμων, προκειμένου να παραδώσει τα παραγγελθέντα από την εναγομένη εμπορεύματα στους πελάτες της τελευταίας, δεδομένου ότι αυτή αδιαφορούσε για τη μεταφορά τους από τις εγκαταστάσεις της επιχείρησής του στα καταστήματα των πελατών της. Ωστόσο, τα επικαλούμενα από τον ως άνω διάδικο πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να θεμελιώσουν, καθ’ ο μέρος αφορούν την ανωτέρω διενεργηθείσα (κατά τους ισχυρισμούς του πάντα) δαπάνη, την εκ του άρθρου 909 ΑΚ ένσταση, καθόσον ακόμη και εάν πράγματι δόθηκε το προαναφερόμενο ποσό για την αιτία που αναφέρεται, η καταβολή του δεν συνιστά δαπάνη στην οποία άλλως, ήτοι σε περίπτωση μη κτήσεως του πλουτισμού, ο εναγόμενος δεν θα προέβαινε, με βάση και τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο (II) νομική σκέψη. Το εάν με βάση τα όσα επικαλείται ο εν λόγω διάδικος μπορεί να θεμελιωθεί ανταξίωσή του, στηριζόμενη στις διατάξεις περί εντολής (άρθρα 713 επ. ΑΚ) ή διοίκησης αλλότριων (άρθρα 730 επ. ΑΚ), δυνάμενη να προταθεί σε συμψηφισμό, δεν μπορεί να αποτελέσει ζήτημα προς διερεύνηση από το παρόν Δικαστήριο, καθόσον ο εναγόμενος δεν επικαλείται τα περιστατικά που μπορούν να στηρίξουν μία τέτοια αξίωσή του, πολλώ δε μάλλον δεν υποβάλλει σχετικό αίτημα περί συμψηφισμού μίας τέτοιας ανταξίωσής του. Τέλος, ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε επικουρικά, ήτοι για την περίπτωση που κριθεί ότι υφίσταται υποχρέωσή του για επιστροφή του πλουτισμού, λόγω καταγγελίας της σύμβασης συνεργασίας που συνήψε με την ενάγουσα, ότι διατηρεί ομοειδή και ληξιπρόθεσμη ανταπαίτηση σε βάρος της τελευταίας, την οποία προτείνει σε συμψηφισμό της ένδικης απαιτήσεώς της.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι με βάση την επιχειρηματική πρόβλεψη στην οποία ο ίδιος και η αντίδικός του προέβησαν, αναφορικά με την πορεία της συνεργασίας τους, και την οποία αποτύπωσαν σε έγγραφο που κατήρτισαν και φέρει τον τίτλο «business plan», τα κέρδη που αυτός θα αποκόμιζε κατά το χρονικό διάστημα από 10.4.2005 έως 10.4.2008 (χρόνος διάρκειας της σύμβασης) ανέρχονται στο ποσό των 2.408.421,00 ευρώ, το οποίο απώλεσε από υπαιτιότητα της ενάγουσας, συνιστάμενης σε αδιαφορία της για την προώθηση των προϊόντων του, ώστε να στραφεί το ενδιαφέρον του καταναλωτικού κοινού σε αυτά και να πραγματοποιηθούν οι αναμενόμενες παραγγελίες, η οποία και τελικώς οδήγησε μοιραία αυτήν στη λύση της καταγγελίας της σύμβασης. Ωστόσο, ο ισχυρισμός του αυτός, καθ’ ο μέρος αφορά τη φερόμενη ανταπαίτησή του από κέρδη που θα εσόδευε από την 18.1.2007 (επομένη της καταγγελίας της Σύμβασης συνεργασίας) και εφεξής (και δη έως τη συμβατική λύση της σύμβασης συνεργασίας που αν δεν είχε μεσολαβήσει η καταγγελία, θα επέρχονταν στις 10.4.2008) είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, μη δυνάμενος να στηρίξει την απορρέουσα από τα άρθρα 440 επ. ΑΚ ένσταση συμψηφισμού. Τούτο διότι αυτό που θα μπορούσε να αξιώσει ο εναγόμενος είναι, επικαλούμενος άκαιρη καταγγελία της ως άνω συμβάσεως συνεργασίας, ήτοι καταγγελία που έγινε σε χρονικό σημείο που η διατήρησή της είχε ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα των συμβαλλομένων και ως εκ τούτου η λύση της επέφερε για αυτούς την πρόκληση αποθετικής ζημίας, όχι τη ζημία που προκλήθηκε σε αυτόν από το γεγονός της λύσης της σύμβασης, αλλά εκείνη που συνάπτεται αιτιωδώς, κατά την έννοια του άρθρου 298 ΑΚ προς την άκαιρη λύση της, δηλαδή τη ζημία που προκλήθηκε από την αδικαιολόγητη επιλογή από την καταγγέλλουσα του προαναφερόμενου χρονικού σημείου, επικαλούμενος και αποδεικνύοντας ότι ενόψει υπάρχουσας ειδικής προσδοκίας ή άλλης ειδικής περίστασης, που επέβαλαν πάση θυσία την πρόσκαιρη συνέχιση της λειτουργίας της συμβάσεως, θα πραγματοποιούνταν άμεσα κέρδη, τα οποία απωλέσθηκαν, διότι ακριβώς πριν από την κρίσιμη χρονική αυτή στιγμή ή περίοδο καταγγέλθηκε η σύμβαση χωρίς σπουδαίο λόγο, τέτοια δε πραγματικά περιστατικά δεν επικαλείται ο εναγόμενος στο πλαίσιο του ως άνω ισχυρισμού του (πρβλ ΑΠ Ολ 31/1998 , ΕλλΔνη 1998,1261, ΕφΠατρ 110/2002 , ΔΕΕ 2003,450). Αναφορικά δε με τη φερόμενη ανταπαίτησή του από κέρδη που θα εσόδευε έως την 17.1.2007 (έως δηλαδή την καταγγελία της σύμβασης συνεργασίας του), ο σχετικός ισχυρισμός του (ένσταση) τυγχάνει αόριστος και απορριπτέος, καθόσον ο ενιστάμενος- εναγόμενος δεν προσδιορίζει με ακρίβεια το ύψος των διαφυγόντων αυτών κερδών. Σημειώνεται ότι ο εν λόγω προσδιορισμός δεν μπορεί να γίνει από το παρόν Δικαστήριο, με βάση και μόνο το ύψος των ετησίων κερδών που ο εναγόμενος θα αποκόμιζε από την επίμαχη συνεργασία (αναφορά στα οποία γίνεται), καθόσον ο εν λόγω διάδικος δεν προσδιορίζει τα κέρδη που εντέλει εισέπραξε πράγματι κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης (πριν δηλαδή την καταγγελία), στοιχείο απαραίτητο προκειμένου να κριθεί το ύψος της υποτιθέμενης ανταπαιτήσεώς του για το διάστημα αυτό, ενόψει του ότι σε κάθε περίπτωση έως και την καταγγελία της συμβάσεως πραγματοποιήθηκαν παραγγελίες και ως εκ τούτου κέρδη του ίδιου από αυτές. Ενόψει των ανωτέρω, δεδομένου ότι έως και την καταγγελία της επίμαχης συμβάσεως πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις εμπορευμάτων ύψους 86.409,80 ευρώ, ενώ επιπλέον ο εναγόμενος προέβη σε δαπάνες ύψους 67.714,38 (7.208,54 + 58.505,84) ευρώ, οι οποίες και πρέπει να εκπέσουν από τον επιστρεπτέο πλουτισμό, αφού κατά το ποσό αυτών, κατά ουσιαστική παραδοχή της σχετικής ένστασης του εναγόμενου, ο ίδιος δεν είναι πλουσιότερος κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής, πρέπει η τελευταία να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο ανωτέρω διάδικος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 187.875,82 ευρώ (340.000,00 – 86.409,80 – 7.208,54 – 58.505,84), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και έως την ολοσχερή εξόφληση. Το Δικαστήριο κρίνει επίσης ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω εξαιρετικοί λόγοι για την κήρυξη της παρούσας αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, ούτε πιθανολογείται ότι η ενάγουσα θα υποστεί ζημία από την καθυστέρηση εκτελέσεώς της και ως εκ τούτου πρέπει το σχετικό παρεπόμενο αγωγικό αίτημα να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, ενώ τέλος ο εναγόμενος που ηττήθηκε μερικά στην παρούσα δίκη, πρέπει να καταδικασθεί στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, όπως καθορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης (άρθρο 179 ΚΠολΔ). [...]

========
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
ΑΠΟΦΑΣΗ 360/2012

Περίληψη

Αδικαιολόγητος πλουτισμός επί αφανούς εταιρίας
-. Τέτοιο πλουτισμό συνιστά, στην περίπτωση αφανούς εταιρίας με σκοπό την απόκτηση περιουσιακού στοιχείου (ακινήτου), η χρηματική συνεισφορά του αφανούς εταίρου προς τον εμφανή διαχειριστή εταίρο, ο οποίος αποκτά, υπό την ιδιότητα αυτή, το ακίνητο στο όνομά του, χωρίς στη συνέχεια να μεταβιβάζει αυτό κατά κυριότητα στον αφανή εταίρο κατά το λόγο της εταιρικής του μερίδας, ώστε να καταστεί κι αυτός κοινωνός του κτηθέντος πράγματος, με αποτέλεσμα να επωφελείται χωρίς νόμιμη αιτία την συνεισφορά του αφανούς εταίρου, που δαπανήθηκε για την απόκτηση αυτού. Ο αφανής εταίρος στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει την μεταβίβαση του αναλογούντος στη μερίδα του ποσοστού επί του κτηθέντος ακινήτου (ΚΠολΔ 949) ή επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού την συνεισφορά του, η οποία δαπανήθηκε για την αγορά του ακινήτου (βλ. και ΑΠ 736/89, 598/86, 991/83, 502/82).

Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 360/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1.Λ. Ρ. Ά. (L. R. A.), 2. Α. Μ. - Ά. (A. B. - A.), κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο- Ευάγγελο Καλαβρό, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1.Μ. Β. του Δ. και 2.Σ. Κ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ζαραφέτα.

Β. Των αναιρεσειόντων: 1.Μ. Β. του Δ. και 2.Σ. Κ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ζαραφέτα.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Λ. Ρ. Ά. (L. R. A.), 2.Α. Μ. - Ά. (A. B. - A.), κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο-Ευάγγελο Καλαβρό, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε: με την με στοιχεία Α' υπόθεση, με την από 25 Ιουλίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων ως και την από 21 Οκτωβρίου 2000 όμοια των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και με την με στοιχεία Β' υπόθεση, με την από 21 Οκτωβρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων ως και την από 25 Ιουλίου 2000 των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο αυτό ως άνω Δικαστήριο και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2001, 35/2003, 59/2004, μη οριστικές και 12/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1212/2007 μη οριστική, 693/2010 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την με στοιχεία Α' από 20 Οκτωβρίου 2010 αίτησή τους και με στοιχεία Β' με την από 7 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή τους ως και τους από 29 Νοεμβρίου 2011 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε Α) την από 20 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί και Β) την από 20 Δεκεμβρίου 2011 όμοια, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου (09-01-2012), συζητήθηκαν η από 20-10-2010 αίτηση αναιρέσεως των 1) L. R. A., 2) A. B. A. και η από 07-12-2010 αίτηση αναιρέσεως και από 29-11-2011 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως των 1) Μ. Β. του Δ., 2) Κ. Σ. του Μ. στρεφόμενες αμφότερες κατά της υπ' αριθμ. 693/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Οι αιτήσεις αυτές, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Κατά το άρθρο 904 εδ. α' του Α.Κ. όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διάταξης περ. β' η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής που δεν επακολούθησε, ώστε να μη δικαιολογείται ο πλουτισμός του λήπτη και η παροχή προς αυτόν του δότη να μη συνιστά νόμιμη υποχρέωσή του. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Η διάταξη του άρθρου 904 εδ. α' ΑΚ, ορίζει ως έννομη συνέπεια της συνδρομής των πιο πάνω προϋποθέσεων, ότι ο πλουτίσας "έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", δηλαδή τον πλουτισμό του, και επομένως ο καθορισμός του πλουτισμού ως προϋποθέσεως της αξίωσης από τη διάταξη αυτή προσδιορίζει το αντικείμενό της, αφού αυτό ακριβώς είναι ο πλουτισμός που αποκτήθηκε. Ως πλουτισμός δε νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του εναγομένου, δηλαδή, είτε θετική επαύξηση της περιουσίας του, είτε αποθετική (αποφυγή ελαττώσεως της περιουσίας). Τέτοιο δε πλουτισμό συνιστά, στην περίπτωση αφανούς εταιρίας με σκοπό την απόκτηση περιουσιακού στοιχείου (ακινήτου), η χρηματική συνεισφορά του αφανούς εταίρου προς τον εμφανή διαχειριστή εταίρο, ο οποίος αποκτά, υπό την ιδιότητα αυτή, το ακίνητο στο όνομά του, χωρίς στη συνέχεια να μεταβιβάζει αυτό κατά κυριότητα στον αφανή εταίρο κατά το λόγο της εταιρικής του μερίδας, ώστε να καταστεί κι αυτός κοινωνός του κτηθέντος πράγματος, με αποτέλεσμα να επωφελείται χωρίς νόμιμη αιτία την συνεισφορά του αφανούς εταίρου, που δαπανήθηκε για την απόκτηση αυτού. Ειδικότερα, όπως συνάγεται από τα άρθρα 47-50 του ΕμπΝ, η αφανής εταιρία, η οποία δεν έχει δική της προσωπικότητα και δική της περιουσία, διαφορετική από την περιουσία των εταίρων, και αποσκοπεί πάντοτε στη διενέργεια εμπορικών πράξεων και επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 741 επ. του ΑΚ, περί εταιρίας, εφόσον δεν είναι αντίθετες προς τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της (ΑΠ 1629/2001, ΑΠ 823/2001), συνιστάται ατύπως, έστω και αν έχει σκοπό την επιχείρηση δικαιοπραξιών που υποβάλλονται σε ορισμένο τύπο (ΑΠ 736/1989), όπως είναι η αγορά και η κτήση της κυριότητας ακινήτου, για την οποία, κατά τα άρθρα 369 και 1033 του ΑΚ, απαιτείται συμφωνία, που γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, και μεταγραφή. Από τις ίδιες δε διατάξεις του ΕμπΝ και από το άρθρο 758 παρ. 2 του ΑΚ, που δεν είναι αντίθετο σ' αυτές, συνάγεται, ακόμη, ότι κάθε τι που αποκτά ο εμφανής εταίρος στο όνομά του, ανήκει σε όλους τους εταίρους, κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας του καθενός, ότι με τον τρόπο αυτό δημιουργείται από το νόμο δικαίωμα κοινωνίας μεταξύ τους, κατ' ιδανικά μέρη, και ότι, συνεπώς, ο εμφανής εταίρος είναι υποχρεωμένος, το πράγμα που απέκτησε κατά κυριότητα στο όνομά του, με την ιδιότητα αυτή, να το μεταβιβάσει, κατά κυριότητα, με άλλη δικαιοπραξία, και στους άλλους αφανείς εταίρους και να το καταστήσει κοινό και σ' αυτούς, κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας τους (ΑΠ 736/1989, ΑΠ 598/1986, ΑΠ 991/1983 ΑΠ 502/1982). Και ναι μεν η υποχρέωση αυτή του εμφανούς εταίρου εκβιάζεται με την αγωγή του άρθρου 949 του ΚΠολΔ, μπορεί όμως ο αφανής εταίρος, στην περίπτωση που ο εμφανής (διαχειριστής εταίρος) αρνείται να προβεί στην άνω μεταβίβαση προς αυτόν, η οποία μπορεί να συνίσταται, κατά τις ειδικότερες συμφωνίες των μερών (άρθρο 361 ΑΚ), και σε μία από τις περισσότερες αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες που αναλογεί στην εταιρική του μερίδα και όλες αποκτήθηκαν στο όνομα του εμφανούς διαχειριστού εταίρου, να ζητήσει επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού την συνεισφορά του, η οποία δαπανήθηκε για την αγορά του οικοπέδου και την ανέγερση σ' αυτό των οριζόντιων ιδιοκτησιών, αφού κατά το ποσόν αυτό καθίσταται πλουσιότερος για αιτία που δεν επακολούθησε, η δε παροχή προς αυτόν του αφανούς εταίρου δεν συνιστά νόμιμη υποχρέωσή του, καθόσον ο σκοπός για τον οποίο δόθηκε δεν πραγματοποιήθηκε. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο πρώτος ενάγων (πρώτος αναιρεσείων) Ελβετός υπήκοος, γνώρισε τον δεύτερο των εναγομένων (δεύτερο αναιρεσίβλητο) κατά τη διάρκεια των κοινών σπουδών τους στο Πανεπιστήμιο της Λωζάνης το 1980 και συνδέθηκαν με στενή φιλία, ώστε ο δεύτερος εναγόμενος να παραστεί ως μάρτυρας στο γάμο των εναγόντων το 1994 και ο πρώτος ενάγων στο γάμο του δεύτερου εναγομένου που τελέσθηκε το ίδιο έτος. Το 1990 στην Κεφαλλονιά ο πρώτος ενάγων συνέστησε με τους εναγόμενους αφανή εταιρία στα πλαίσια της οποίας συμφωνήθηκε η αγορά μιας έκτασης στην Κεφαλλονιά στην οποία θα κτίζονταν ανεξάρτητες κατοικίες τις οποίες θα τις εκμεταλλεύονταν νοικιάζοντας αυτές σε παραθεριστές, είτε θα έμεναν οι ίδιοι. Στη συμφωνία στην οποία ως αφανής εταίρος μετείχε και ο Ελβετός υπήκοος Ε. Τ. προβλεπόταν επίσης ότι θα συνέβαλε καθένας οικονομικά κατά το 1/4 στην αγορά του οικοπέδου και την ανέγερση των τεσσάρων κατοικιών ώστε κατά την εξόφληση των αναλογούντων στον καθένα εξόδων και δαπανών να μεταβιβάζεται η κυριότητα κάθε μεζονέτας. Μάλιστα επειδή κατά το χρόνο της συμφωνίας υπήρχε απαγόρευση για την απόκτηση ακινήτου από Ελβετούς υπηκόους σε παραμεθόρια περιοχή, όπως η Κεφαλληνία, αποφασίστηκε να αγοραστεί το οικόπεδο στο όνομα των εναγομένων. Έτσι οι τελευταίοι δυνάμει του υπ' αριθ. .../27-10-1990 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευρυδίκης Παντελοπούλου-Πουλάκου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου, στον τόμο ... με αριθμό 35, κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 70% ο πρώτος εξ αυτών και 30% ο δεύτερος, εξ αδιαιρέτου ενός αγροκτήματος έκτασης 11.760 τ.μ., κειμένου στα Μουσάτα Κεφαλληνίας, στη θέση "Κάτω Αγραπηδιές", όπως αυτό ειδικότερα οριοθετείται, στην προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθ. 342/1991 οικοδομικής άδειας προέβησαν στην ανέγερση τεσσάρων ισόγειων κατοικιών και μιας αποθήκης στο ανωτέρω ακίνητο, με στοιχεία Κ1, Κ2, Κ3 και Υ3, συνέστησαν δε οριζόντια ιδιοκτησία και υπήγαγαν σε αυτή το ως άνω ακίνητο και τις υπ' αυτού ανεγερθείσες κατοικίες, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1997 συμβολαίου της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου Αθηνών, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου στον τόμο ... με αριθμό 3. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι οι ενάγοντες για τη συμμετοχή τους στην αγορά οικοπέδου, η συνολική αξία του οποίου ανήλθε σε 220.000 ελβετικά φράγκα, απέστειλαν στις 8-8-1990 μέσω της ελβετικής τράπεζας Γκοντάρντο στο δεύτερο εναγόμενο το ποσό των 55.000 ελβετικών φράγκων. Ενόψει της ανωτέρω συμφωνίας οι εναγόμενοι μετά το πέρας των οικοδομικών εργασιών και κατά το έτος 1993 παραχώρησαν στους ενάγοντες τη χρήση μίας εκ των τεσσάρων οριζόντιων ιδιοκτησιών, ήτοι την υπό στοιχεία Κ1 ισόγεια κατοικία, εμβαδού 79,39 τ.μ., οριοθετούμενη βόρεια με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, νότια με ιδιόκτητο αυτής χώρο, ανατολικά εν μέρει με ημιϋπαίθριο κοινόχρηστο διάδρομο και πέραν αυτού με υπό στοιχ. Κ2 κατοικία, όπως αυτή εμφαίνεται στο από Μάιο 1997 υπ' αριθ. Α5 σχεδιάγραμμα κάτοψης ισογείου της αρχιτέκτονος Μ. Μ.. Οι ενάγοντες, αφού δεν υλοποιήθηκε η τουριστική εκμετάλλευση των ακινήτων διέμεναν στην μεζονέτα αυτή κατά τους θερινούς μήνες κάθε έτους από Ιούνιο μέχρι και Σεπτέμβριο, είχαν δικό τους κλειδί για να εισέρχονται εντός αυτής, διαμόρφωσαν τον κήπο της οικίας και φύτεψαν φυτά με δικά τους έξοδα, χρησιμοποιώντας τον κηπουρό Ν. Μ., ενώ οι παροχές (ΔΕΗ - ΟΤΕ) ήταν στο όνομα της δεύτερης ενάγουσας. Παράλληλα οι ενάγοντες επίπλωσαν την οικία τους αγοράζοντες έπιπλα από το Αργοστόλι, αλλά και μεταφέροντας είδη οικιακής χρήσης από την Ελβετία, ενώ στην είσοδο της οικίας και στις πόρτες των δωματίων του σπιτιού τοποθέτησαν εβραϊκά θρησκευτικά σύμβολα κατά την εβραϊκή συνήθεια. Ακόμη, περί το έτος 1997 μετέφεραν από την Ελβετία ένα αυτοκίνητο μάρκας Φοξ Βάγκεν το οποίο άφησαν μόνιμα στην Κεφαλλονιά, προκειμένου να το χρησιμοποιούν κατά τις καλοκαιρινές διακοπές τους. Η δαπάνη κατασκευής της υπό στοιχ. Κ1 μαιζονέτας ανήλθε στο συνολικό ποσό των 90.000 ελβετικών φράγκων αν ληφθεί υπόψη η ποιότητα της κατασκευής η οποία χαρακτηρίζεται κοινή αλλά και ο χρόνος που αυτή κατασκευάστηκε ήτοι τα έτη 1990 έως 1993. Το ποσό αυτό καλύφθηκε από τους ενάγοντες τα αντίστοιχα έτη με τμηματικές καταβολές προς τους εναγόμενους είτε κατά τις επισκέψεις του α' ενάγοντος για την παρακολούθηση της κατασκευής της μαιζονέτας στην Κεφαλλονιά, οι οποίες ήταν συχνές, είτε κατά τις επισκέψεις του δεύτερου εναγομένου στην Ελβετία, λόγω ανειλημμένων επαγγελματικών υποχρεώσεων. Ακόμη οι ενάγοντες απέστειλαν το ποσό των 1064 ελβετικών φράγκων που τους ζητήθηκε με την από 19-6-1997 επιστολή του πρώτου των εναγομένων για τα έξοδα που αναλογούσαν σ' αυτούς για την πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας. Όμως, παρά τις πιέσεις των εναγόντων προς τους εναγόμενους για τη μεταβίβαση της μαιζονέτας κατά κυριότητα σ' αυτούς, όπως είχαν συμφωνήσει, και την άρση της απαγόρευσης που προαναφέρθηκε, οι εναγόμενοι αρνούνται να προβούν σ' αυτήν ... Αντίθετα, ως προς τον Ε. Τ., τον προαναφερόμενο αφανή εταίρο, ... υλοποιήθηκε η συμφωνία ως προς αυτόν διά της μεταβιβάσεως μίας μαιζονέτας με στοιχεία Κ2, δυνάμει του υπ' αριθ. .../14-10-1997 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευρυδίκης Παντελοπούλου - Πουλάκου. Οι εναγόμενοι ουδέποτε αμφισβήτησαν την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου, το οποίο οι ενάγοντες χρησιμοποιούσαν ακώλυτα μέχρι και το 2004 συμπεριφερόμενοι ως κύριοι, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, ενώ όλοι στην περιοχή πίστευαν ότι το ακίνητο αυτό ανήκε στους ενάγοντες... Ακόμη, και ο αδελφός του πρώτου εναγομένου Γ. Β., δικηγόρος, σε σχετική επιστολή προς τον πρώτο των εναγόντων με ημερομηνία 23-3-1994 επιβεβαιώνει την εξόφληση από μέρους των εναγόντων της συμμετοχής τους για την απόκτηση της κυριότητας της μαιζονέτας αναφέροντας χαρακτηριστικά τα εξής: Αγαπητέ κύριε. Με αυτό το γράμμα θέλω να γνωστοποιήσω στον οποιονδήποτε ίσως αφορά ότι ο κύριος Λ. Ά. είναι κύριος του 25% μιας ιδιοκτησίας που βρίσκεται στο Τραπεζάκι στο νησί της Κεφαλλονιάς στη Ελλάδα, όπως επιβεβαιώθηκε από τους τωρινούς κυρίους αυτής της ιδιοκτησίας. Οι κύριοι επιβεβαίωσαν ότι ο κ. Λ. Ά. έχει ήδη πληρώσει τη συμμετοχή του και η μεταβίβαση των τίτλων εκκρεμεί μέχρι την τυπική νομική έγκριση ...". Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι ενάγοντες χρησιμοποίησαν την οικία επί σειρά 10 και πλέον ετών φιλοξενούμενοι και ουδέν κατέβαλαν για την κατασκευή της είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν. Άλλωστε από σειρά επιστολών που αντάλλαξαν οι διάδικοι από 17-6-1997 έως και τον Ιούνιο του 2000 μαρτυρεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι εναγόμενοι ουδέν ποσόν για τα έξοδα κατασκευής της οικίας αξίωσαν από τους ενάγοντες, αλλά όλες περιστρέφονται κατά περιεχόμενο γύρω από τα λειτουργικά έξοδα των διαδραμόντων ετών, τα οποία ήταν η αιτία της ρήξης των σχέσεών τους και της ματαίωσης της συμφωνίας για τη μεταβίβαση της κυριότητας. Σύμφωνα με τα ανωτέρω οι εναγόμενοι με τη μη μεταβίβαση της κυριότητας της μαιζονέτας με στοιχεία Κ1 στους ενάγοντες κατέστησαν πλουσιότεροι σε βάρος της περιουσίας τους, χωρίς νόμιμη αιτία κατά το συνολικό ποσό που εισέπραξαν απ' αυτούς ανερχόμενο σε 146.064 ελβετικά φράγκα (90.000 + 55.000 + 1064) και υποχρεούνται να τους καταβάλουν, το ισόποσο σε ευρώ του ποσού αυτού, ισομερώς, κατά το ποσοστό της συγκυριότητάς τους καθένας στην επίδικη μαιζονέτα (70% ο πρώτος και 30% ο δεύτερος), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένδικη αγωγή, ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία και μόνον είχε κριθεί νόμιμη και με την οποία επιδιώκετο η επιδίκαση στους ενάγοντες του ισόποσου σε ευρώ 460.000 ελβετικών φράγκων, κατά το οποίο οι εναγόμενοι κατέστησαν πλουσιότεροι, από μη νόμιμη αιτία, λόγω μη μεταβιβάσεως σ' αυτούς της ανωτέρω οριζόντιας ιδιοκτησίας, που αναλογούσε στην εταιρική τους μερίδα στη συσταθείσα μεταξύ τους αφανή εταιρία, στην οποία είχαν συνεισφέρει το πιο πάνω ποσό για την πραγματοποίηση του σκοπού της, συνισταμένου στην αγορά αγροκτήματος στην Κεφαλλονιά και την ανέγερση σ'αυτό τεσσάρων οριζόντιων ιδιοκτησιών με συμμετοχή στις δαπάνες προς τούτο κατά ποσοστό 1/4. Ακολούθως δε έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή, και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στους ενάγοντες και κατά ποσοστό 70% ο πρώτος και 30% ο δεύτερος το ισόποσο σε ευρώ του ποσού των 146.064 ελβετικών φράγκων με βάση την επίσημη ισοτιμία, όπως αυτή καθορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος κατά τον χρόνο της πληρωμής, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα το Εφετείο, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του πλουτισμού των εναγομένων εις βάρος της περιουσίας των εναγόντων εξαιτίας της μη μεταβίβασης σ' αυτούς της προρρηθείσης οριζόντιας ιδιοκτησίας που αναλογούσε στην εταιρική τους μερίδα στην αφανή εταιρία βάσει της συμμετοχής τους σ' αυτήν και της συνεισφοράς τους για την πραγματοποίηση του σκοπού της, και συγκεκριμένα, προσδιορίζεται σαφώς και χωρίς αντιφάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση ο πλουτισμός των εναγομένων από την πιο πάνω αιτία ως προς το ποσόν που κατέβαλαν οι ενάγοντες για την αγορά του άνω ακινήτου και την κατασκευή σ' αυτό των παραπάνω ανεξάρτητων κατοικιών, που αντιστοιχούσε στην κατά το 1/4 συνεισφορά τους στην εταιρία και ανήρχετο συνολικά σε 146.064 ελβετικά φράγκα, ποσό το οποίο συνιστούσε και τον πλουτισμό των εναγομένων για αιτία που δεν επακολούθησε, με αντίστοιχη δική τους ζημία. Συγκεκριμένα, με σαφήνεια και πληρότητα δέχεται το Εφετείο, ότι ο πλουτισμός αυτός συνίσταται στις καταβολές προς τους εναγόμενους των ποσών των 55.000 ελβετικών φράγκων που διατέθηκαν για την αγορά του αγροτεμαχίου επί του οποίου ανεγέρθηκαν οι μαιζονέτες, 90.000 ελβετικών φράγκων για την ανέγερση των μαιζονετών αυτών και 1064 ελβετικών φράγκων για τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας στις άνω αυτοτελείς κατοικίες και συνολικά 146.064 ελβετικών φράγκων, ποσόν που αντιστοιχούσε στο 1/4 της συμμετοχής τους στην αφανή εταιρία, υποχρέωση την οποία εκπλήρωσαν, χωρίς να προκύπτει καμιά επιπλέον καταβολή, κατά το ποσόν της οποίας οι εναγόμενοι κατέστησαν πλουσιότεροι με αντίστοιχη ζημία των εναγόντων για την μη επακολουθήσασα κατά τα άνω αιτία. Είναι δε σαφείς και πλήρεις οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την καταβολή του άνω ποσού των 90.000 ελβετικών φράγκων, η οποία έγινε τμηματικά, εντός του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο διήρκεσαν οι εργασίες της ανοικοδόμησης (1991-1993), ως και το νόμισμα (ελβετικά φράγκα) και ο τρόπος με τον οποίο έγιναν αυτές, και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της απόφασης, να προσδιοριστεί ο ακριβής χρόνος και τόπος εκάστης καταβολής, και το ποσό που καταβάλετο κάθε φορά, αφού κατά τις παραδοχές της, από τα αποδεικτικά στοιχεία που συνεκτίμησε, αποδείχθηκε, ότι ολόκληρο το ως άνω ποσόν κατεβλήθη στους εναγόμενους, για τον προαναφερόμενο σκοπό, είτε κατά τις συχνές επισκέψεις των εναγόντων, και ιδία του πρώτου εξ αυτών, στην Ελλάδα, είτε κατά τις επισκέψεις του δεύτερου εναγομένου στην Ελβετία. Δεν συνιστά δε αντίφαση της προσβαλλόμενης απόφασης η παραδοχή του Εφετείου ότι η ανοικοδόμηση άρχισε το 1991, ενώ δέχεται στη συνέχεια ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν στις 8-8-1990 το ποσό των 55.000 ελβετικών φράγκων, αφού κατά τα προεκτεθέντα, το οικόπεδο (αγροτεμάχιο), επί του οποίου ανεγέρθηκαν οι μαιζονέτες, αγοράσθηκε στις 27-10-1990 και ολόκληρο το ως άνω ποσό διατέθηκε για την αγορά του οικοπέδου. Επομένως, ο πρώτος λόγος της πρώτης αναίρεσης και ο δεύτερος λόγος, του δικογράφου των προσθέτων λόγων, της δεύτερης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Τέλος, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως κατά τις περιλαμβανόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορά το ίδιο πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα του πλουτισμού των εναγομένων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ο από το αρθρ. 20 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε. Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της πρώτης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 23-3-1994 επιστολής του αδελφού του πρώτου εναγομένου Γ. Β., που απευθύνεται στον πρώτο των εναγόντων, στην οποία επιβεβαιώνεται ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε ολοσχερή εξόφληση της συμμετοχής τους (1/4) στα έξοδα του των αναφερομένων στην προηγούμενη σκέψη οικοπέδου και της κατασκευής των τεσσάρων μαιζονετών, με το να δεχθεί ότι αυτοί κατέβαλαν μικρότερο ποσόν των 460.000 ελβετικών φράγκων που αναλογούσε στην εταιρική τους μερίδα στην αφανή εταιρία, το οποίο επιδιώκουν με την αγωγή τους κατά της περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως αλλά και από τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, το Δικαστήριο δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση και δεν απέδωσε στο φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, αλλά, συνεκτιμώντας αυτό ως αποδεικτικό μέσο, προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, πέραν του ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το ποσόν του πλουτισμού των εναγομένων, συνεκτίμησε το έγγραφο αυτό, στο οποίο δεν γίνεται αναφορά ως προς το ύψος των προαναφερόμενων εξόδων, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα κλπ). Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, Α.Π. 1933/2006). Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της πρώτης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι κατά την ως άνω ένδικη συμφωνία μεταξύ αυτών και των αναιρεσίβλητων, το προϋπολογισθέν κόστος κατασκευής των τεσσάρων μαιζονετών, συμπεριλαμβανομένου και του τιμήματος αγοράς του αγροκτήματος, επί του οποίου ανεγέρθηκαν οι μαιζονέτες αυτές, ανέρχεται στο ποσό των 2.000.000 ελβετικών φράγκων, με δική τους συμμετοχή το 1/4 επί του ως άνω ποσού, ειδικότερα δε η δαπάνη για την κατασκευή των μαιζονετών ανήλθε σε 1.780.000 ελβετικά φράγκα και το τίμημα του αγροκτήματος σε 220.000 ελβετικά φράγκα, προς εξόφληση δε των ποσών αυτών με βάση την άνω συμμετοχής τους, κατέβαλαν στους εναγόμενους, για την κατασκευή των μαιζονετών 404.937 ελβ. φράγκα, για την αγορά του αγροκτήματος 55.000 ελβ. φράγκα και για έξοδα συστάσεως της οριζόντιας ιδιοκτησίας 1064 ελβετικά φράγκα και συνολικά 460.000 ελβετικά φράγκα. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, έλαβε υπόψη τον παραπάνω αγωγικό ισχυρισμό, αφενός μεν με το να δεχθεί ως καταβληθέντα από τους ενάγοντες, τα ίδια ως άνω ποσά ως προς την δαπάνη για την αγορά του αγροκτήματος και τα έξοδα για την πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, αφετέρου δε με την παραδοχή ότι οι δαπάνες κατασκευής της μαιζονέτας που προοριζόταν για τους ενάγοντες ανήλθαν στο ποσό των 90.000 ελβετικών φράγκων, κατά τα ποσά δε αυτά δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή, απορρίπτοντας την τελευταία εκ των πραγμάτων για το πέραν αυτών, επιδιωκόμενο ποσό.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (Ολομ.ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 εδ. α' του Α.Κ. όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διάταξης περ. β' η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής που δεν επακολούθησε, ώστε να μη δικαιολογείται ο πλουτισμός του λήπτη και η παροχή προς αυτόν του δότη να μη συνιστά νόμιμη υποχρέωσή του. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Η διάταξη του άρθρου 904 εδ. α' ΑΚ, ορίζει ως έννομη συνέπεια της συνδρομής των πιο πάνω προϋποθέσεων, ότι ο πλουτίσας "έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", δηλαδή τον πλουτισμό του, και επομένως ο καθορισμός του πλουτισμού ως προϋποθέσεως της αξίωσης από τη διάταξη αυτή προσδιορίζει το αντικείμενό της, αφού αυτό ακριβώς είναι ο πλουτισμός που αποκτήθηκε. Ως πλουτισμός δε νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του εναγομένου, δηλαδή, είτε θετική επαύξηση της περιουσίας του, είτε αποθετική (αποφυγή ελαττώσεως της περιουσίας). Τέτοιο δε πλουτισμό συνιστά, στην περίπτωση αφανούς εταιρίας με σκοπό την απόκτηση περιουσιακού στοιχείου (ακινήτου), η χρηματική συνεισφορά του αφανούς εταίρου προς τον εμφανή διαχειριστή εταίρο, ο οποίος αποκτά, υπό την ιδιότητα αυτή, το ακίνητο στο όνομά του, χωρίς στη συνέχεια να μεταβιβάζει αυτό κατά κυριότητα στον αφανή εταίρο κατά το λόγο της εταιρικής του μερίδας, ώστε να καταστεί κι αυτός κοινωνός του κτηθέντος πράγματος, με αποτέλεσμα να επωφελείται χωρίς νόμιμη αιτία την συνεισφορά του αφανούς εταίρου, που δαπανήθηκε για την απόκτηση αυτού, αφού κατά το ποσόν αυτό καθίσταται πλουσιότερος για αιτία που δεν επακολούθησε, η δε παροχή προς αυτόν του αφανούς εταίρου δεν συνιστά νόμιμη υποχρέωσή του, καθόσον ο σκοπός για τον οποίο δόθηκε δεν πραγματοποιήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 21-10-2000 αγωγής των αναιρεσιβλήτων, κατ' εκτίμηση αυτού, προκύπτει ότι με αυτήν οι τελευταίοι ιστορούσαν τα ακόλουθα: Ότι κατά το έτος 1988 ο πρώτος των εναγόντων, ελβετός υπήκοος και κάτοικος Λωζάνης, συνέλαβε την ιδέα με το δεύτερο εναγόμενο, που είχαν γνωρισθεί στην Ελβετία κατά τη διάρκεια των σπουδών τους και είχαν συνδεθεί με στενή φιλία, να αποκτήσουν συναιτερικά ακίνητο στην νήσο Κεφαλλονιά και να οικοδομήσουν σ' αυτό τέσσερις ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες (μαιζονέτες) για τουριστική εκμετάλλευση κατά τους θερινούς μήνες και παράλληλα να χρησιμοποιούν αυτές για τις θερινές τους διακοπές. Ότι για την υλοποίηση της ιδέας τους αυτής και προς επίτευξη του σκοπού τους με επαρκή χρηματοδότηση, συμφώνησαν να συμμετάσχουν στην εν λόγω συνεργασία τους, ως τρίτος συνεταίρος, ο πρώτος εναγόμενος, που προτάθηκε από την πλευρά του δεύτερου εναγομένου, καθώς και ο Ε. Τ. του Μ., ελβετός υπήκοος και κάτοικος Λωζάνης (δεν είναι διάδικος), που προτάθηκε από τον πρώτο των εναγόντων. Ότι στα πλαίσια αυτά κατά το έτος 1990 στην Κεφαλλονιά μεταξύ των εναγομένων, των εναγόντων και του Ε. Τ. του Μ. συνεστήθη αφανής εταιρία, με σκοπό την αγορά οικοπέδου και την κατασκευή σ' αυτό τεσσάρων οριζόντιων ιδιοκτησιών, με χρήματα που θα κατέβαλαν οι ενάγοντες κατά ποσοστό 1/4 και κατά το ίδιο ποσοστό (1/4) καθένας των λοιπών τριών συναιτέρων, σε τρόπον ώστε μετά την κατασκευή των μαιζονετών να περιέλθει στους ενάγοντες μια μαιζονέτα, η οποία θα αντιστοιχούσε στην εταιρική τους μερίδα. Ότι επειδή η νήσος Κεφαλλονιά κατά την περίοδο εκείνη θεωρείτο παραμεθώριος περιοχή και απαγορευόταν η απόκτηση ακινήτων από τους αλλοδαπούς, συμφωνήθηκε το ακίνητο που θα ανοικοδομούντο οι οριζόντιες ιδιοκτησίες να αγορασθεί στο όνομα των εναγομένων Ελλήνων υπηκόων, για λογαριασμό της συσταθείσης αφανούς εταιρίας. Ότι, κατόπιν αυτών, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../27-10-1990 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευριδίκης Παντελοπούλου-Πουλάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι εναγόμενοι απέκτησαν, ο πρώτος κατά ποσοστό 70% και ο δεύτερος κατά ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου, ένα αγρόκτημα εκτάσεως 10.000 τ.μ. και κατά νεώτερη καταμέτρηση 11.760,92 τ.μ., κείμενο στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας Μουσάτων Κεφαλλονιάς, στη θέση "Κάτω Αγραπηδιές", όπως αυτό ειδικότερα περιγράφεται στην αγωγή, αντί τιμήματος 25.000.000 δραχμών, αντιστοιχούντος στο ισάξιο των 220.000 ελβετικών φράγκων. Ότι εν συνεχεία οι εναγόμενοι, ενεργούντες για λογαριασμό της αφανούς εταιρίας, εξέδωσαν στο όνομά τους την υπ' αριθμ. 342/2-10-1991 άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Κεφαλλονιάς και περί τα τέλη τους έτους 1992 ολοκληρώθηκε η οικοδόμηση στο αγροτικό ακίνητο των τεσσάρων μαιζονετών, για τις οποίες δαπανήθηκε, συμπεριλαμβανομένης και της αξίας του οικοπέδου, το συνολικό ποσό των 2.000.000 ελβετικών φράγκων, από το οποίο οι ενάγοντες κατέβαλαν διαδοχικά, από της αγοράς του ακινήτου μέχρι την ολοκλήρωση των οικοδομών, το ποσό των 460.000 ελβετικών φράγκων, το οποία συνιστούσε την εκ ποσοστού 1/4 συνεισφορά τους στην αφανή εταιρία που είχαν συστήσει για τον πιο πάνω σκοπό. Ότι οι εναγόμενοι από του έτους 1993 παραχωρούσαν στους ενάγοντες την χρήση της προσδιοριζόμενης στην αγωγή μαιζονέτας, σε τρόπον όλοι να γνωρίζουν ότι ανήκει στην ιδιοκτησία τους, πλην όμως, παρά το γεγονός ότι ήρθησαν οι περιορισμοί για την κτήση ακινήτων από αλλοδαπούς στη νήσο Κεφαλλονιά, και ήδη μεταβίβασαν, αφού προηγουμένως κατήρτισαν πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας, με συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα, στον έτερο αλλοδαπό αφανή εταίρο, την μαιζονέτα που αναλογούσε στην εταιρική του μερίδα, αρνούνται, παρά την υποχρέωσή τους προς τούτο και τις οχλήσεις προς αυτούς να μεταβιβάσουν στους ενάγοντες την μαιζονέτα που αναλογεί στη δική τους μερίδα ως αφανών εταίρων, καταστάντες έτσι πλουσιότεροι κατά το ποσόν των 460.000 ελβετικών φράγκων που δαπάνησαν για την αγορά του ακινήτου και την κατασκευή σ' αυτό των τεσσάρων μαιζονετών, ποσό που επωφελήθηκαν χωρίς νόμιμη αιτία, αφού η μαιζονέτα που αναλογεί στην εταιρική τους μερίδα, παραμένει στην ιδιοκτησία των εναγομένων, κατά τα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου. Με βάση το παραπάνω ιστορικό ζητούν: α) Να καταδικασθούν οι εναγόμενοι με την ιδιότητά τους των συνιδιοκτητών του επίδικου ακινήτου (μαιζονέτας), σε δήλωση βουλήσεως και συγκεκριμένα να υποχρεωθούν να υπογράψουν συμβολαιογραφική πράξη μεταβίβασης της περιγραφόμενης στην αγωγή μαιζονέτας, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε καθένα εξ αυτών (εναγόντων) και β) επικουρικώς, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο πρώτος κατά ποσοστό 70% και ο δεύτερος κατά ποσοστό 30% να τους καταβάλουν νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 460.000 ελβετικών φράγκων, άλλως το ισόποσο σε ευρώ του ποσού αυτού κατά την ημέρα της πληρωμής, κατά το οποίο κατέστησαν πλουσιότεροι, χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος της δικής τους περιουσίας. Με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή αναφορικά με την επικουρική βάση αυτής που στηρίζει το αίτημά της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία μόνο ερευνάται εν προκειμένω (η κύρια βάση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δεν ασκήθηκε έφεση και ως προς αυτήν), είναι επαρκώς ορισμένη, αφού με πληρότητα προσδιορίζονται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία, που απαιτεί ο νόμος, για το ορισμένο της αξίωσης αποζημίωσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό, δηλαδή τον πλουτισμό των εναγομένων, την επέλευση του πλουτισμού αυτού εις βάρος των εναγόντων ως συμμετεχόντων κατά ποσοστό 1/4 στην επικαλούμενη αφανή εταιρία και την έλλειψη νόμιμης αιτίας του πλουτισμού, η οποία συνίσταται στην μη μεταβίβαση σ' αυτούς της άνω μαιζονέτας από τις τέσσερις που κατασκευάσθηκαν και αναλογούσε στο ποσό της συνεισφοράς τους στην αφανή εταιρία, το οποίο επωφελήθηκαν οι εναγόμενοι κατά το ποσοστό της εξ αδιαιρέτου κυριότητάς τους στην ιδιοκτησία αυτή. Δεν ήταν δεν αναγκαίος ο προσδιορισμός του ακριβούς χρόνου κάθε επί μέρους διαδοχικής καταβολής του συνολικού ποσού των 460.000 ελβετικών φράγκων, αλλά αρκούσε προς τούτο ότι το τελευταίο καταβλήθηκε διαδοχικά αρχής γενομένης από 27-10-1990, ενώ σαφώς προκύπτει από τα εκτιθέμενα στην αγωγή ότι οι εν λόγω καταβολές γίνονταν και από τους δύο ενάγοντες προς κάλυψη της εταιρικής τους μερίδας (1/4) στην αφανή εταιρία, που και οι δύο μετείχαν. Είναι δε σαφής και ο προσδιορισμός του τόπου και του χρόνου κατάρτισης της αφανούς εταιρίας, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το τελευταίο συνέβη, ως υλοποίηση των από τα προηγούμενα έτη συζητήσεων των διαδίκων, κατά τον χρόνο και στον τόπο της κατάρτισης του συμβολαίου αγοράς του άνω οικοπέδου. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υιοθετώντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ως προς την ως άνω επικουρική βάση της που στήριζε το αίτημα αυτής από αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν απέφυγε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής ως προς την παραπάνω βάση της, και επομένως, ο μοναδικός λόγος της δεύτερης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η αντίστοιχη πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 8 β ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο παρέλειψε να ερευνήσει τον προταθέντα νομίμως με τις προτάσεις των εναγομένων ισχυρισμό τους περί ποιοτικής και ποσοτικής αοριστίας της ένδικης αγωγής, ως προς την προρρηθείσα επικουρική βάση αυτής, τον οποίο επανέφεραν και ενώπιόν του, συνιστάμενο στα όσα ανωτέρω αναφέρονται, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραλείπει να ερευνήσει απαράδεκτο και νομικά αβάσιμο ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006), αλλά και όταν αντιμετωπίζει και απορρίπτει αυτόν εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996), όπως, κατά τα προεκτεθέντα, συμβαίνει εν προκειμένω.

Κατά το άρθρο 254 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 524 του ΚΠολΔ και στην κατ' έφεση δίκη, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 2915/2001, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί κερατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η συζήτηση που επαναλαμβάνεται με τον τρόπο αυτόν θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης. Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της συζήτησης. Εκ του λόγου ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση θεωρείται ως συνέχεια της προηγούμενης, σε συνδυασμό και με το ότι κατ' άρθρ. 529 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται στο Εφετείο η εξέταση νέων μαρτύρων και η προσκόμιση εγγράφων, παρέπεται, πλην άλλων, ότι κατά τη συζήτηση αυτή κάθε διάδικος μπορεί να επικαλεστεί και προσκομίσει αποδεικτικά μέσα που δεν είχε προσκομίσει και επικαλεστεί κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση με την οποία το δικαστήριο διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης (Ολ.ΑΠ 30/1997, ΑΠ 1336/2002). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 454 ΚΠολΔ, αν προσαγόμενο έγγραφο έχει συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, αρκεί για το παραδεκτό της προσκομιδής του να υποβάλλεται και επικυρωμένη μετάφρασή αυτού. Επομένως, ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της δεύτερης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., ότι, μολονότι με την προηγηθείσα υπ' αριθ. 1212/2007 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου είχε διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης, συνεκτίμησε και το προσκομιζόμενο σε επίσημη επικυρωμένη μετάφραση, από 08-08-1990 αποδεικτικό εμβάσματος της ελβετικής τράπεζας GOTTARDO, προς απόδειξη του ισχυρισμού των εναγόντων ότι κατά την άνω ημερομηνία κατέβαλαν στον πρώτο εναγόμενο το ποσό των 55.000 ελβετικών φράγκων μέσω της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος, αν και το έγγραφο αυτό δεν είχε προσκομισθεί κατά την προηγούμενη συζήτηση και εκείνες που προηγήθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε προσκομίζεται σχετική βεβαίωση περί της γνησιότητας του εν λόγω εγγράφου από τα αρμόδια όργανα της ελβετικής τράπεζας, κρίνεται αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις και πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθούν εξολοκλήρου μεταξύ των διαδίκων, λόγω της κατά την αυτή έκταση νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 20-10-2010 αίτηση αναιρέσεως των 1) L. R. A., 2) A. B. A. και την από 07-12-2010 αίτηση αναιρέσεως και τους από 29-11-2011 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως των 1) Μ. Β. του Δ., 2) Κ. Σ. του Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 693/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Απορρίπτει τις αιτήσεις αυτές και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
================
 Νομική αοριστία-Χρησιδάνειο-Αδικοπραξία-Αδικαιολόγητος πλουτισμός

Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου-Α1' Πολιτικό Τμήμα-Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ......., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Καλαβρό, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ...... που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουκούλα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 απρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Φεβρουαρίου 2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5873/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4057/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 19 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο εκ του του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2006). H νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ. Α.Π. 18/1998).

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο αντί να κηρύξει ακυρότητα λόγω της αοριστίας του δικογράφου θεώρησε τα περιλαμβανόμενα περιστατικά στην αγωγή ότι δεν εκτίθενται ή κήρυξε άκυρο το δικόγραφο της αγωγής λόγω αοριστίας καίτοι στο δικόγραφο περιλαμβάνονται όλα τα αναγκαία στοιχεία.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Πράγματα αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, εφόσον περιέχουν αυτοτελή ισχυρισμό. Ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την κυριαρχική από εκείνο εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής δεν έλαβε υπόψη αγωγικούς ισχυρισμούς, θεμελιωτικούς της φερόμενης προς διάγνωση αξιώσεως. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος ή μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1α του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλόμενης προδικασίας, η οποία, ως αναγόμενη στη δημόσια τάξη, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Η διάταξη του άρθρου 224 εδ. β'του Κ.Πολ.Δ. παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, όχι όμως και να αναπληρώσει τους ελλείποντες και μάλιστα εκείνους που αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος. Μπορεί, δηλαδή, ο ενάγων, βάσει της πιο πάνω διατάξεως (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 236 Κ.Πολ.Δ), να συμπληρώσει με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που αναφέρεται στην εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων, δεν μπορεί όμως να αναπληρώσει τη νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση αυτού τούτου του περιστατικού που απαιτείται κατά το νόμο για την παραγωγή του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 1764/2006, ΑΠ 1122/2005, ΑΠ 263/2005).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 904 εδ. α' του Α.Κ. όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διάταξης περ. α' η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης, και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Α.Π. 16/2008). Επομένως, εάν η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικά βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη ως προς την αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γιατί αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι όμως να προσφύγει έστω και επικουρικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (Α.Π. 2019/2007).

Εν όψει όμως των οριζομένων από τις διατάξεις των άρθρ. 219 και 106 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη γενική δικονομική αρχή "jura novit curia", από τα οποία προκύπτει ότι αρκεί στην αγωγή η πλήρης έκθεση των θεμελιούντων αυτήν πραγματικών γεγονότων όχι όμως και της νομικής βάσης του προβαλλόμενου αιτήματος, παραδεκτά η αγωγή μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά από την αρχή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πρόκειται για παροχή αχρεωστήτου και δεν συντρέχουν ούτε εκτίθενται στην αγωγή τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της συμβατικής ευθύνης ή εκείνης από αδικοπραξία, με την έννοια της διάταξης του αρθρ.914 ΑΚ γιατί ο πλουτισμός του εναγομένου επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορεί κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση του ενάγοντος, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή του είτε με την έννοια της συμβατικής ενοχής είτε της εξ αδικοπραξίας (ΑΠ 493/2010, ΑΠ 725/2004). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 810, 816 και 817 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση χρησιδανείου έχει ως περιεχόμενο την εκ μέρους του χρήστη παραχώρηση της χρήσεως του κινητού ή ακινήτου πράγματος χωρίς αντάλλαγμα στον χρησάμενο, ο οποίος υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα στο χρήστη μετά τη λήξη της συμβάσεως, που μπορεί να συναφθεί είτε για αόριστο είτε για ορισμένο χρόνο ( ΑΠ 1913/2008).

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 1094 και 1095 του ΑΚ για τη διεκδικητική αγωγή, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 810 μέχρι 819 του ίδιου Κώδικα για το χρησιδάνειο, προκύπτει ότι ο κύριος πράγματος (κινητού ή ακινήτου) και χρήστης, σε περίπτωση που έχει αυτό δοθεί ως χρησιδάνειο δικαιούται μετά την λήξη του χρησιδανείου να ασκήσει προς απόδοση του πράγματος, τόσο τη διεκδικητική αγωγή, όσο και την ενοχική αγωγή εκ του χρησιδανείου.

Σε περίπτωση δε επιλογής ασκήσεως της αγωγής από τη σύμβαση χρησιδανείου, στο δικόγραφο αυτής πρέπει να αναφέρεται, η σύμβαση χρησιδανείου και η λήξη αυτής κατά νόμιμο τρόπο, τέτοιος δε είναι επί χρησιδανείου αόριστου χρόνου και η καταγγελία της συμβάσεως, επιδιδόμενη στον αντισυμβαλλόμενο-χρησάμενο (ΟλΑΠ 170/2003, ΑΠ 958/2004, ΑΠ 757/2008). Εξάλλου, σε περίπτωση μη επιστροφής του πράγματος κατά την ορισθείσα ημέρα λήξης του χρησιδανείου ή επιστροφής αυτού καθυστερημένα, ο χρησάμενος καθίσταται υπερήμερος και ο χρήστης δικαιούται να ζητήσει εκτός από την παροχή, δηλαδή την επιστροφή του πράγματος, και αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την καθυστέρηση κατά τα άρθρα 341 παρ. 1 και 343 παρ. 1 ΑΚ. Η αποζημίωση δε αυτή είναι δυνατό να συνίσταται σε αποκατάσταση τόσο της θετικής ζημίας, όσο και του διαφυγόντος κέρδους του χρήστη.

Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 298 του ΑΚ, η αποζημίωση που οφείλεται, είτε από αδικοπραξία είτε από τη σύμβαση, περιλαμβάνει τόσο τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δικαιούχου (θετική ζημία) όσο και το διαφυγόν κέρδος (αποθετική ζημία).Στην περίπτωση δε της θετικής ζημίας η αντιστοιχούσα αποζημίωση υπολογίζεται με βάση την αξία του πράγματος ως παλαιού και όχι αναλόγως της δαπάνης η οποία απαιτείται για την απόκτηση καινούργιου πράγματος, διότι άλλως ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε ωφέλεια, πράγμα το οποίο θα ήταν αντίθετο προς την έννοια της αποζημιώσεως και την διέπουσαν αυτήν γενική αρχή της αποκαταστάσεως του ζημιωθέντος στην προ του ζημιογόνου γεγονότος περιουσιακή κατάσταση (ΑΠ 1006/1977). Έτσι, αν μεν το πράγμα έχει υποστεί ολική καταστροφή, ώστε να μην έχει καμία χρησιμότητα, η ζημία συνίσταται στην αξία αυτού κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής, εφόσον όμως αυτή είναι μερική, λόγω των φθορών και βλαβών που υπέστη, η ζημία ισούται με την προκύπτουσα διαφορά, μεταξύ της πριν από τις φθορές και βλάβες αξία του και αυτή την οποία έχει μετά τις τελευταίες, εφόσον η αποζημίωση ζητείται να παρασχεθεί σε χρήμα, κατά τα οριζόμενα στο εδ. α'του άρθρου 297 ΑΚ. Σύμφωνα, όμως, με τις ως άνω διατάξεις, τα περιστατικά που προσδιορίζουν τη ζημία αυτή, πρέπει, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299,330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από αδικοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ήτοι την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την παρούσα κοινωνική αντίληψη. Παράνομη πράξη συνιστά και η αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης που προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 375 του ΠΚ. Τέλος, η αθέτηση της συμβάσεως καθ' εαυτήν δεν συνιστά άνευ εταίρου αδικοπραξία. Βέβαια, αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής ή την αθέτηση ενοχής εν γένει. Μερικές φορές, όμως, είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις, τόσο της αθετήσεως της συμβάσεως, όσο και της αδικοπραξίας.

Αυτό συμβαίνει όταν το βιοτικό γεγονός και χωρίς τη συμβατική σχέση που προϋπάρχει θα ήταν παράνομο ως αντίθετο προς το γενικό καθήκον που επιβάλει το άρθρο 914 ΑΚ να μην προκαλεί κανένας σε άλλον υπαίτια ζημία (βλ. ΑΠ 214/2006), ή εφόσον θα ήταν καθαυτό αντίθετο στα χρηστά ήθη κατ' αρ. 919 ΑΚ ( ΟλΑΠ 967/1973). Για τη θεμελίωση όμως και της πρωτογενούς αδικοπρακτικής ευθύνης, ο ενάγων θα πρέπει στο δικόγραφο της αγωγής να περιλαμβάνει, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, όλα εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τις προϋποθέσεις της αποζημιώσεως και κυρίως την παράνομη ενέργεια του υπόχρεου, την υπαιτιότητα αυτού, τη ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς (νομίμου λόγου ευθύνης) και της ζημίας. Κατά συνέπεια, όταν το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο προς την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία της παρανομίας δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας (ΑΠ 212/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 11-2-2009 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η εδρεύουσα στη ΒΙ.ΠΕ Κομοτηνής ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ....., που δραστηριοποιείται στο χώρο της παραγωγής και εμπορίας βιομηχανικών αερίων, εξέθετε, κατά τη δέουσα εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής της, ότι δυνάμει συμβάσεως πωλήσεως που καταρτίσθηκε στην Αθήνα την 13-10-1986 μεταξύ αυτής και της εδρεύουσας στον Ασπρόπυργο Αττικής Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ...... (ήδη αναιρεσίβλητη) συμφώνησε την πώληση στην τελευταία πρωτοξειδίου του αζώτου και Δ. ασετυλίνης.

Ότι με την ίδια σύμβαση, προκειμένου να λειτουργήσει και ευοδωθεί η συνεργασία τους και για τις ανάγκες εκτέλεσης της συμβάσεως πωλήσεως, καταρτίσθηκε μεταξύ τους σύμβαση χρησιδανείου με την παραχώρηση από την ενάγουσα χωρίς αντάλλαγμα και λόγω χρησιδανείου στην εναγομένη καθ' όλο το χρονικό διάστημα της συνεργασίας τους, το σύνολο των φιαλών αποκλειστικής κυριότητας και νομής της, μετά τη διενέργεια απογραφής αυτών και συνολικά τις αναφερόμενες λεπτομερώς στην αγωγή, κατά μέγεθος και χρήση 5.675 φιάλες και ένα εμφιαλωτήριο μάρκας "ATAL" ιδιοκτησίας της, τις οποίες η εναγομένη, σύμφωνα με σχετικό συμβατικό όρο, έπρεπε να της αποδώσει κατά τη λήξη της σύμβασης, μέσα σε εύλογο χρόνο 8 έως 12 μηνών από την ημέρα λύσης αυτής. Ότι η λύση της συνεργασίας τους επήλθε στις 20-12-2002, οπότε και έληξε αντίστοιχα και η σύμβαση χρησιδανείου, όταν με την από 20-11-2002 επιστολή της προς την εναγομένη κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση και κάλεσε αυτήν να της επιστρέψει τις άνω φιάλες και το εμφιαλωτήριο, τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή της, η τελευταία όμως της επέστρεψε μόνο 574 φιάλες.

Ότι, παρά την επίδοση σ' αυτήν σχετικής από 8-11-2004, εξώδικης οχλήσεως με την οποία κάλεσε εκ νέου αυτήν να της επιστρέψει τις υπόλοιπες 5.101 φιάλες συνολικής αξίας 1.090.450 ευρώ, καθώς και το άνω εμφιαλωτήριο, αξίας 44.000 ευρώ, αυτή ουδεμία έδωσε απάντηση στις οχλήσεις της και δεν παρέδωσε τα ως άνω κινητά πράγματα, όπως αυτά μνημονεύονται στην αγωγή. Ότι, "επειδή δεν έχει πλέον συμφέρον στην αυτούσια παράδοση σ' αυτήν των ανωτέρω κινητών πραγμάτων (φιαλών-εμφιαλωτηρίου), λόγω της πολυετούς χρήσεως αυτών από την εναγομένη και της φθοράς που έχουν αυτά τα κινητά πράγματα υποστεί, αλλά και της απώλειας της πελατείας της εκ των ενεργειών της εναγομένης και της πολυετούς αδράνειας των μηχανημάτων της παραγωγής οξυγόνου, ασετυλίνης και πρωτοξειδίου του αζώτου, που καθιστά αυτά άχρηστα για παραγωγή, αλλά και επειδή εκ της παρανόμου και αδίκου συμπεριφοράς της εναγομένης εκ της όλης, ως άνω, αντισυμβατικής συμπεριφοράς αυτής ζημιώθηκε κατά το συνολικό ποσό των 1.134.450 ευρώ (1.090.450+44.000 ευρώ), ποσό κατά το οποίο η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία, άλλως από αιτία παράνομη, εις βάρος της περιουσίας της και επί ζημία της, έχει κατ' άρθρο 904 επ. ΑΚ την υποχρέωση να της αποδώσει την ωφέλεια". Ζήτησε δε ακολούθως, μετά τον παραδεκτό, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, περιορισμό του αιτήματός της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει το άνω συνολικό ποσό για την παραπάνω αιτία με το νόμιμο τόκο.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του κρίνοντας επί της ως άνω αγωγής δέχθηκε, "ότι με βάση το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημά της, ρητώς ζητείται, η αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης προς απόδοση στην ενάγουσα του αναφερόμενου στην αγωγή χρηματικού ποσού, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το οποίο αποτελεί ωφέλεια αυτής στα πλαίσια αθέτησης από την εναγομένη της προϋπάρχουσας μεταξύ τους σύμβασης χρησιδανείου. Η βάση όμως αυτή της αγωγής είναι μη νόμιμη και απορριπτέα λόγω της επιβοηθητικής φύσεως της αγωγικής αξίωσης εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με το άνω δε περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, δεν σωρεύει και βάση α) αξίωσης από τη σύμβαση του χρησιδανείου ή β) από αδικοπραξία, λόγω υπεξαίρεσης των κινητών από την χρησαμένη εναγομένη, καθόσον δεν γίνεται αναφορά στο σχετικό δικόγραφο, ότι η επικαλούμενη σύμβαση χρησιδανείου μεταξύ των διαδίκων είναι άκυρη ή ανίσχυρη για οποιοδήποτε λόγο, ούτε και τα περιστατικά τα οποία συνεπάγονται την ακυρότητα ή το ανίσχυρο αυτής, ή τα περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία έχει αυτή καταστεί ανίσχυρη, ή έχουν ανατραπεί τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα για οποιοδήποτε λόγο, ούτε αν το αναφερόμενο ποσό αποτελεί το ισάξιο των κινητών κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως ή κατά το χρόνο καταγγελίας αυτής ή της συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε τα συγκροτούντα αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης περιστατικά, ενώ δεν αρκεί, για το ορισμένο αυτής, μόνο η αναφορά ότι η ενάγουσα δεν έχει πλέον συμφέρον στην απόδοση των κινητών ή ότι η εναγομένη δεν απέδωσε αυτά μετά την καταγγελία της συμβάσεως χρησιδανείου, χωρίς την κατά τα άνω αναγκαία αναφορά των συγκροτούντων τις βάσεις αυτές πραγματικών περιστατικών και την υποβολή συγκεκριμένου αιτήματος με βάση αυτές ασκούμενο, τυχόν, διαζευκτικώς ή επικουρικώς μεταξύ τους.... Κατά το μέρος δε που με τους ασκηθέντες πρόσθετους λόγους επιχειρείται, κατ' εκτίμηση, συμπλήρωση των ελλειπόντων ουσιωδών αγωγικών ισχυρισμών, και μάλιστα εκείνων που συνιστούν θεμελιώδη στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος και του αιτήματος της αγωγής με τον ισχυρισμό ότι αυτή εμπεριέχει και τις ως άνω κύριες βάσεις (χρησιδάνειο, αδικοπραξία) και τα σ' αυτές σχετικά αιτήματα, η συμπλήρωση αυτή πρέπει, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και οι πρόσθετοι λόγοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι". Ακολούθως δε απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και τους πρόσθετους λόγους αυτής, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Με τους πρώτο, και τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας, λόγους εφέσεως, με τους οποίους είχε υποστηρίξει ότι η φερόμενη προς διάγνωση αξίωσή της (αναιρεσείουσας) κατά της αναιρεσίβλητης, θεμελιώνεται, αφενός μεν στη σύμβαση χρησιδανείου και αφετέρου σε αδικοπραξία, συνισταμένη στην αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης, επικουρικώς δε στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Από το ιστορούμενο όμως πιο πάνω περιεχόμενο της αγωγής αβίαστα προκύπτει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμησή του, ότι και κατά τις σύμφωνες παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά αξίωσης από σύμβαση χρησιδανείου ή αδικοπραξία, συνισταμένη σε υπεξαίρεση, στηρίζοντας από τις αξιώσεις αυτές συγκεκριμένο αίτημα, αλλ' αντιθέτως, ρητώς επιδιώκει την επιστροφή της ωφέλειας που απέκτησε η εναγομένη από την περιουσία της ή επί ζημία της, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, υπό την έννοια δε αυτή, οι σχετικοί λόγοι εφέσεως, του δικογράφου των προσθέτων λόγων δεν ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε κάθε δε περίπτωση οι πιο πάνω λόγοι εφέσεως ερευνήθηκαν και ευθέως απορρίφθηκαν από το Εφετείο, ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Αλλά και υπό την εκδοχή, ότι με τους παραπάνω λόγους αναιρέσεως επιχειρείται να θεμελιωθεί πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, στηρίζοντας σωρευτικά βάσεις και αντίστοιχα αιτήματα από σύμβαση χρησιδανείου και αδικοπραξία (υπεξαίρεση), οι λόγοι αυτοί είναι και πάλι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα δεν ασκεί την πρωτογενή ενδοσυμβατική αξίωσή της, ως χρήστης, για αυτούσια απόδοση των προαναφερόμενων κινητών πραγμάτων, ούτε όμως και την δευτερογενή ενοχική αξίωση του άρθρου 343 παρ. 2 ΑΚ για αποζημίωση μη εκπλήρωσης, με αναφορά των θεμελιούντων την αγωγή αυτή στοιχείων, και αντίστοιχο προς τις αξιώσεις αυτές αίτημα, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αρχή της παρούσης, αλλ' αντιθέτως ρητώς επιδιώκει την επιστροφή της ωφέλειας που απέκτησε η εναγομένη από την περιουσία της ή επί ζημία της, επικαλούμενη πλουτισμό της εναγομένης από την μη επιστροφή των προρρηθέντων πραγμάτων, τον οποίο επιδιώκει κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως προερχόμενο από μη νόμιμη αιτία ή αιτία παράνομη. Ούτε, όμως, και βάση από αδικοπραξία (υπεξαίρεση) θα μπορούσε να στηρίξει το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, αφού σύμφωνα με το τελευταίο, η μοναδική επίκληση που γίνεται προς τούτο, είναι η αθέτηση της συμβατικής υποχρεώσεως της εναγομένης να επιστρέψει στην ενάγουσα, μετά την λήξη του χρησιδανείου τα ως άνω κινητά πράγματα, όπως όμως αναφέρεται στην αρχή της παρούσης σκέψεως, μόνη η αθέτηση προϋφισταμένης ενοχής δεν συνιστά αφ' εαυτή αδικοπραξία. Όμως, η αγωγή, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημά της ως προς την μοναδική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, θεμελίωνε την νομική βασιμότητα της αξίωσης της ενάγουσας στην διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, αφού με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται σ' αυτήν, η ύπαρξη του πλουτισμού της αναιρεσίβλητης εναγομένης, η επέλευση αυτού σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσείουσας ενάγουσας, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του πλουτισμού και της ζημίας της και η έλλειψη νόμιμης αιτίας, ειδικότερα δε αναφέρεται ότι η ωφέλεια που απέκτησε η εναγομένη από τη μη απόδοση στην ενάγουσα των άνω κινητών πραγμάτων, συνεπεία της οποίας κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία, συνίστατο στην αξία των πραγμάτων αυτών που δεν της αποδόθηκαν, την οποία ζήτησε να της επιδικασθεί αναγνωριστικά.

Δεν αποτελούσαν δε στοιχεία της ένδικης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αγωγής, η επίκληση της ακυρότητας ή του ανίσχυρου της επικαλούμενης σύμβασης χρησιδανείου, ούτε απέκλειαν την άσκησή της τα επικαλούμενα στην αγωγή περιστατικά που δεν μπορούσαν να στηρίξουν βάση από αδικοπραξία, αλλά αρκούσε η αναφορά των παραπάνω στοιχείων για την θεμελίωσή της, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επικουρικού χαρακτήρα, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, παραδεκτά μπορούσε να στηριχθεί αποκλειστικά από την αρχή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν η επιδιωκόμενη αξίωση συνιστούσε παροχή αχρεωστήτη και δεν συντρέχαν ούτε εξετίθεντο σ'αυτήν τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της συμβατικής ευθύνης της εναγομένης από τη σύμβαση χρησιδανείου ή εκείνης από την αδικοπραξία, και ο πλουτισμός της εναγομένης επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορούσε να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση της ενάγουσας, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή της. Επομένως, τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται, στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατ' ορθή εκτίμηση, κρίνονται βάσιμα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μετά την παραδοχή των παραπάνω λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. υπ' αριθ. 4057/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 680 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013), να διαταχθεί δε η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. υπ' αριθ. 4057/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
=========================
Αδικαιολόγητος πλουτισμός - Τόκος υπερημερίας Δημοσίου

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ, Β2 Πολιτικό Τμήμα-Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
Κατηγορία Γενικού Ενδιαφέροντος
Διαβάστε περισσότερα...
Ads by SaveClickerAd Options
Ελεύθερη συμβίωση-Αδικαιολόγητος πλουτισμός-Αποκτήματα γάμου

Ελεύθερη συμβίωση-αδικαιολόγητος πλουτισμός-αποκτήματα γάμου-τεκμήριο- προϋποθέσεις - Αποφ. Α.Π. 1926/2013 (Α2΄ Πολιτικό Τμήμα)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Κ. του Σ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άρη Γεωργιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Γ. του Θ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Ευθυμιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2973/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 3585/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-1-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Χαραλαμπία Σίμου, ανέγνωσε την από 2-11-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης, ως προς τουςδεύτερο, τρίτο ένατο, ενδέκατο και δωδέκατο λόγους και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Στο πλαίσιο της δικαστικής διαγνώσεως μιας διαφοράς η χρησιμοποίηση της μεθόδου της αναλογίας νόμου προϋποθέτει, αφενός μεν την ύπαρξη ακούσιου κενού ως προς τη νομοθετική ρύθμιση μιας συγκεκριμένης βιοτικής σχέσεως, δηλαδή την κατάληψη αυτής αρρύθμιστης, αφετέρου δε, την ομοιότητα της εν λόγω βιοτικής σχέσεως, κατά τα ουσιώδη της σημεία, με άλλη νομοθετικώς ρυθμισμένη. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει κενό που να απαιτεί συμπλήρωση με αναλογία, ήτοι με προσφυγή σε άλλον κανόνα δικαίου, όταν ο νομοθέτης άφησε μια περίπτωση αρρύθμιστη είτε διότι δεν τον ενδιέφερε η ρύθμισή της είτε, κατά μείζονα λόγο, διότι δεν επιθυμούσε να τη ρυθμίσει.

Εξάλλου, το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, το οποίο έχει ενταχθεί στο -αναφερόμενο στις σχέσεις των συζύγων από το γάμο- τέταρτο κεφάλαιο του ίδιου Κώδικα, ορίζει ότι "αν ο γάμος λυθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.." Από τη διάταξη αυτή, αποσκοπούσα στην προστασία του συζύγου με τη μικρότερη αύξηση της περιουσίας (δηλ. κατά κανόνα του οικονομικώς ασθενέστερου) και περιέχουσα, ως εκ τούτου κανόνα αναγκαστικού δικαίου, συνάγεται ότι η εφαρμογή της προϋποθέτει τέλεση γάμου και άρα στο ρυθμιστικό της πεδίο εμπίπτει μόνο η αξίωση του ενός συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου. Αναλογική εφαρμογή αυτής της ρυθμίσεως στη λεγόμενη ελεύθερη (εκτός γάμου) ένωση δύο ετερόφυλων προσώπων δεν είναι δυνατή, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναλογίας.

Ειδικότερα, κατά τη θέσπιση της κρίσιμης ρυθμίσεως, ο νομοθέτης, επιθυμώντας την υπαγωγή σ' αυτή μόνο της έγγαμης σχέσεως, απέφυγε ηθελημένως όμοια ή ανάλογη ρύθμιση και της ελεύθερης ενώσεως, μολονότι τη γνώριζε ως υπάρχουσα de facto κατάσταση. Μεταξύ των δύο περιπτώσεων άλλωστε υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές, ως προς τη σύσταση, τη λειτουργία, τη λύση, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, τις δεσμεύσεις κλπ, και ως εκ τούτου η ελεύθερη ένωση, μη υπαγόμενη στο νομικό καθεστώς του γάμου, δεν επιφέρει τις έννομες συνέπειές του, ενόψει μάλιστα και του ότι οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι, αρνούμενοι να τελέσουν γάμο, δεν θέλησαν να υπαχθούν γενικώς στις διατάξεις που ρυθμίζουν τον γάμο. Είναι όμως δυνατή η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αν σε συγκεκριμένη περίπτωση ελεύθερης συμβιώσεως συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των. Περαιτέρω κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο λήπτης υπηρεσιών που παρασχέθηκαν σ' αυτόν από τρίτον χωρίς συμβατική υποχρέωση με συνέπεια να αποφύγει δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν, προσλαμβάνοντας με σύμβαση εργασίας άλλον μισθωτό για την παροχή της ίδιας εργασίας, κάτω από τις ίδιες εν γένει συνθήκες, ωφελείται χωρίς νόμιμη αιτία κατά το ποσό της δαπάνης αυτής που απέφυγε και έχει υποχρέωση να το αποδώσει. Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή, αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Στην προκειμένη περίπτωση με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η ενάγουσα - αναιρεσείουσα, ιστορούσε : Ότι από τον Αύγουστο του έτους 1971 έως την 17-11-1978 συμβίωσε με τον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο σε "μόνιμη ελεύθερη ένωση" οπότε κατά την τελευταία αυτή χρονολογία τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο γάμο. Ότι από τις αρχές του έτους 2001 βρίσκεται σε διάσταση με τον εναγόμενο. Ότι κατά τον χρόνο της ελεύθερης - χωρίς γάμο συμβίωσής της με τον εναγόμενο η περιουσία αυτού αυξήθηκε κατά τα περιγραφόμενα ακίνητα τα οποία υπήρχαν κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής συνολικής αξίας κατά τον ίδιο χρόνο 720.000 ευρώ και ότι στην επαύξηση αυτή της περιουσίας του εναγομένου, αυτή - αναιρεσείουσα συνέβαλε, με την παροχή εκ μέρους της α) εργασίας στην κοινή κατοικία, β) εργασίας στις επιχειρήσεις του εναγομένου χωρίς αμοιβή και γ) με την παραχώρηση στον εναγόμενο εισοδημάτων της από μισθώματα ακινήτων της, αποτιμωμένων συνολικά στο ποσό των 435.880 ευρώ. Επίσης ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους η περιουσία του αυξήθηκε κατά τα περιγραφόμενα περιουσιακά στοιχεία (μετοχές ανώνυμης εταιρείας, διαμέρισμα) συνολικής αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 1.924.366,59 ευρώ.

Ότι στην επαύξηση αυτή της μετά το γάμο τους περιουσίας του συνέβαλε και η ίδια με την παροχή εκ μέρους της α) εργασίας στη συζυγικές κατοικίες (κύρια και εξοχική), β) εργασίας στις επιχειρήσεις του εναγομένου χωρίς αμοιβή και γ) με την παραχώρηση στον εναγόμενο εισοδημάτων της από μισθώματα ακινήτων της, αποτιμωμένων στο ποσό των 1.613.724,55 ευρώ συνολικά. Ζητούσε δε: Α) όσον αφορά τα αποκτήματα του χρονικού διαστήματος της χωρίς γάμο συμβίωσής της με τον εναγόμενο, υπό την επίκληση αναλογικής εφαρμογής κυρίως της διατάξεως του άρθρου 1400 ΑΚ και επικουρικώς των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, (μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός της) να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 435.880 ευρώ. Β) Όσον αφορά τα αποκτήματα του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου τους (μετά παραδεκτό περιορισμό κατά ένα μέρος του αιτήματός της) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 700.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι αυτός οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 913.724,55 ευρώ. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, κατά μεν το πρώτο κεφάλαιό της ως μη νόμιμη κατά δε το δεύτερο ως αόριστη.

Κατά της πρωτόδικης απόφασης άσκησε έφεση η αναιρεσείουσα. Το Εφετείο, κατά μερική παραδοχή της έφεσης εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε τα μετά τον γάμο των διαδίκων αποκτήματα, ενώ την επικύρωσε κατά τα λοιπά, κρίνοντας όπως και το πρωτοδικείο, την αγωγή κατά το πρώτο κεφάλαιο της, που αφορούσε αποκτήματα πριν από το γάμο των διαδίκων, νομικά αβάσιμη και κατά τις δύο βάσεις της. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, όσον αφορά την κύρια εκ του άρθρου 1400 Α.Κ. βάση της αγωγής, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την άνω διάταξη του ουσιαστικού δικαίου καθώς και εκείνες των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ. 1, 5 παρ.1 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος, 8, 12, 14 της ΕΣΔΑ και 9 του "Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης".

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Αντιθέτως όσον αφορά την επικουρική, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, η αγωγή είχε νομικό έρεισμα την προαναφερθείσα διάταξη (άρθρ. 904 ΑΚ). Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε την αγωγή ως προς την βάση της αυτή, δεχθέν μάλιστα άνευ ετέρου και ως γενικό δεδομένο ότι "στα πλαίσια της ελεύθερης συμβίωσης ατόμων ετερόφυλων οι εκατέρωθεν παροχές γίνονται από ελευθεριότητα και στη συγκεκριμένη περίπτωση και των διαδίκων χωρίς πρόθεση ανταλλάγματος", παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ κατά το βάσιμο περί τούτου, δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης .

2. Κατά το άρθρο 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983: Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή... Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διαθήκη των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες".

Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983 (άρθρο 12 ν. 21649/1986), συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση, του δικαιούχου. Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου άσκησης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας θεωρείται, στην περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης η συμπλήρωση τριετούς διάστασης. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, με την έννοια ότι περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα (περιουσιακής φύσεως) όπως είναι και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις γεννημένες, εφόσον υπάρχει προσδοκία ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.

Περαιτέρω αν το περιουσιακό αντικείμενο στην απόκτηση του οποίου συνέβαλε και ο άλλος σύζυγος έχει εκποιηθεί στη θέση του υποκαθίσταται το προϊόν της εκποίησης. Η συμμετοχή του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου, μπορεί να γίνει είτε με παροχή υπηρεσιών είτε με παροχή κεφαλαίων, όταν οι παροχές αυτές δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ. Υπό την προϋπόθεση ότι επήλθε περιουσιακή επαύξηση της περιουσίας του συζύγου γεννάται η αξίωση του άλλου συζύγου για την συμμετοχή του σε αυτή. Ενόψει δε της δυσχέρειας αποδείξεως της υπάρξεως και της εκτάσεως της άνω συμβολής η διάταξη του άρθρου 1400§1 εδ. β' ΑΚ θεσπίζει τεκμήριο μαχητό υπέρ του ασκούντος το σχετικό δικαίωμα συζύγου περί της υπάρξεως και του μεγέθους της συμβολής, σύμφωνα με το οποίο αυτή ανέρχεται στο 1/3 της επαυξήσεως. Εφόσον ο ενάγων σύζυγος στηρίζει την αξίωση του προς συμμετοχή στα αποκτήματα στην τεκμαρτή και όχι στην πραγματική συμμετοχή του σε αυτά, αρκεί μόνο να επικαλεσθεί και να αποδείξει την γενομένη αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου μεταξύ των προαναφερθέντων ως άνω χρονικών σημείων. Ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.

Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξιώσεως συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση. Εξάλλου κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, σε σχέση με το κεφάλαιο της αγωγής, που αφορά στα αποκτήματα κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, τα ακόλουθα: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο .... στις 27 Οκτωβρίου 1978 , χωρίς να αποκτήσουν από το γάμο τους τέκνα. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε από το Νοέμβριο του έτους 1995... Μετά την τέλεση του γάμου των διαδίκων ο εναγόμενος ήταν κύριος μέτοχος της συσταθείσης δυνάμει του .../22.12.1998 συμβολαίου... ανωνύμου - εταιρείας με την επωνυμία " ... με έδρα στην ... Επίσης κατά το έτος 1992 στον εναγόμενο περιήλθε ως τελευταίο υπερθεματιστή κατόπιν της .../24-6-1992 εκθέσεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένη Ραννοπούλου σε συνδυασμό με την υπ' αριθμό .../9-12-1992 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως.... κατά κυριότητα νομή και κατοχή αναφερόμενη αυτοτελής και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία ήτοι το Γ-1 διαμέρισμα ...και αποκτήθηκε κατά τον πλειστηριασμό από τον εναγόμενο αντί τιμήματος 12.000.000 δρχ. ενώ η αντικειμενική του αξία ανερχόταν σε 9.877.013 δρχ. Εντός του διαστήματος τριετίας από την έναρξη της διαστάσεως των διαδίκων συζύγων και συγκεκριμένα στις 27/3/1997 με το υπ' αριθμό .../1997 συμβόλαιο... ο εναγόμενος προήλθε στην πώληση του πιο πάνω διαμερίσματος στα Άνω Πατήσια Αθηνών... αντί συνολικού τιμήματος από δραχμές 14.146.763, από το οποίο κατά τα συμφωνηθέντα από τους συμβαλλόμενους ποσό 4.146.763 δρχ. κατέβαλε η αγοράστρια στον εναγόμενο πωλητή σε μετρητά πριν από την υπογραφή του εν λόγω συμβολαίου αγοραπωλησίας και ποσό 10.000.000 δραχμών συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε είκοσι (20) εξαμηνιαίες άτοκες (και σε υπερημερία έντοκες) δόσεις από δραχμές 500.000 κάθε μία, από τις οποίες η πρώτη ορίσθηκε ότι θα καταβαλλόταν την 30-9-1997 και οι επόμενες θα καταβάλλονταν την αντίστοιχη ημερομηνία των επομένων κατά σειρά εξαμήνων, με ημερομηνία καταβολής της τελευταίας δόσεως στις 30-3-2007 παρεσχέθη δε στον άνω πωλητή από την αγοράστρια δικαίωμα εγγραφής υποθήκης για όλο το οφειλόμενο ποσό ή μέρος τούτου επί του άνω διαμερίσματος με δαπάνες της αγοράστριας.

Εκτιμάται ότι ενόψει αυτού του τρόπου πληρωμής του τιμήματος για την πώληση αυτού του διαμερίσματος στην περιουσία του εναγομένου κατά την συμπλήρωση τριετίας από την έναρξη της χωριστής διαβίωσης των διαδίκων λόγω διασπάσεως της έγγαμης συμβίωσης των είχε περιέλθει και εξακολουθούσε να υπάρχει ποσό 5.646.000 δραχμών από την πώληση αυτού του περιουσιακού του στοιχείου. Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται : "Από το ποσό των 5.646.000δρχ, που περιήλθε στον αντίδικο της από την εκποίηση του (σημ. διαμερίσματος) μέχρι τη συμπλήρωση τριετίας από τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης του διαδίκου εδικαιούτο αυτή τότε αναλογία ίση με τα 2/3 του εισπραχθέντος και ευρισκομένου στην περιουσία του εναγόμενου άνω ποσού ήτοι ποσό 3.764.000 δραχμών ....Το ποσό που εδικαιούτο η ενάγουσα ως αποδοτέα από τον σύζυγό της συμβολή από το μέρος του τμήματος που αυτός εισέπραξε από την πώληση του διαμερίσματος Γ-1 της πολυκατοικίας στην οδό ... και διετηρείτο στην περιουσία του κατά την συμπλήρωση τριετίας από τη διακοπή έγγαμης συμβίωσης των είχε διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο παροχής της έννομης προστασίας εν όψει και των ετών που παρήλθαν και των οικονομικών και νομισματικών μεταβολών που μεσολάβησαν, στο ποσό των 12.000 ευρώ. Έτσι , όμως, όπως έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή, στην επαύξηση ίσης περιουσίας του εναγόμενου, δεν πρέπει να συμπεριληφθεί και η απαίτηση αυτού, ως προς το υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα, από την πώληση του πιο πάνω αναφερόμενου διαμερίσματος, το οποίο μάλιστα (υπόλοιπο) είχε εξασφαλιστεί με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, παραβίασε, με βάση τι προεκτεθέντα, ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ. Επομένως ο, από το αρθ. 559 αριθ 1 ΚΠολΔ, όγδοος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος.

Το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω, σε σχέση με τη συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου (βλ. σελίδες 28,30,31,32,35,42,και 45), μεταξύ άλλων, τα εξής: "Επίσης η ενάγουσα μετά την τέλεση του γάμου της με τον εναγόμενο μετέβαινε ορισμένες μέχρι τέσσερις ώρες κάθε εργάσιμη ημέρα αρχικά μέχρι το έτος 1980 σε κατάστημα επιχειρήσεως εμπορίας ανταλλακτικών αυτοκινήτων συμφερόντων του εναγομένου συζύγου της στην οδό ... και στη συνέχεια στο κατάστημα της ομορρύθμου εταιρείας ...στην οδό ... στον ...μέχρι τα τέλη του έτους 1981 που μετασχηματίσθηκε σε ανώνυμη εταιρεία αλλά και αργότερα... Αραιότερα εμφανιζόταν η ενάγουσα μετά το έτος 1986 και μέχρι το έτος 1991 στα άνω καταστήματα των εταιριών στις οποίες κύριος μέτοχος ήταν ο εναγόμενος όπου παρέμεινε για μερικές ώρες. Κατά τις ώρες παραμονής της σε αυτά τα καταστήματα...η ενάγουσα παρακολουθούσε την εργασία του προσωπικού που απασχολείτο σε αυτά και υποβοηθούσε στην προώθηση των εργασιών αυτών των εταιρειών ενώ κάποιες ημέρες καθόταν και κρατούσε κατά τις συναλλαγές το ταμείο. Σημειώνεται ότι στις άνω εταιρείες ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου κατά διαστήματα η ενάγουσα αφότου μετετράπησαν σε ανώνυμες.

Επίσης κατά το διάστημα που ανεγείρετο η κατοικία στον ... η ενάγουσα παρέμενε και παρακολουθούσε την εργασία των διαφόρων συνεργείων εκεί και συνεννοείτο με τον επιβλέποντα μηχανικό για την κατά τις απόψεις της εκτέλεση των διαφόρων κατασκευών. Όσον αφορά την εκτέλεση των πιο κουραστικών από τις οικιακές εργασίες περιστασιακώς υποβοηθείτο η ενάγουσα από κάποια γυναίκα που πήγαινε για να την βοηθήσει σε εργασίες καθαριότητας ενώ κάποιος εργάτης σε αραιά διαστήματα πήγαινε και έκανε εργασίες στο ακίνητο στη περιοχή ...στους εξωτερικούς χώρους και στον κήπο. Υπό τις άνω συνθήκες και ενόψει του ότι δεν βαρυνόταν η ενάγουσα με την φροντίδα και περιποίηση ετέρων ατόμων που να ήταν μέλη της οικογένειας των διαδίκων η απασχόληση της με τις οικογενειακές εργασίες που περιοριζόταν στην φροντίδα της συζυγικής κατοικίας και στην περιποίηση του συζύγου της καθώς και των ζώων (σκυλιών) που είχαν στο ακίνητο στον ... περιοχής ...δεν υπερέβαινε, αποτιμωμένη σε χρήμα το ποσό των ευρώ 600 ανά μήνα κατά μέσο όρο όλο το διάστημα που διήρκεσε η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων, το μέτρο που επιβαλλόταν από την υποχρέωση συμβολής της στις οικογενειακές ανάγκες.

Αντίθετα, η ανωτέρω προσφορά υπηρεσιών εκ μέρους της ενάγουσας σε καταστήματα οικογενειακών επιχειρήσεων και για την παρακολούθηση των εργασιών ανεγέρσεως οικοδομής σε ακίνητο της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας στα ...υπερέβαινε το μέτρο συνεισφοράς της στις οικογενειακές ανάγκες και η εργασία αυτή της ενάγουσας συνέβαλε αμέσως στην αύξηση της περιουσίας των άνω εταιρειών εμμέσως δε στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου ως κυρίου εταίρου και στη συνέχεια κυρίου μετόχου αυτών. Η παροχή αυτών των υπηρεσιών από την ενάγουσα είναι αποτιμητή σε χρήμα και συνέβαλε σε επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τον άνω τρόπο κατά το ποσό των ευρώ 60.000 για το διάστημα από Νοέμβριο 1978 μέχρι και το έτος 1986 και κατά το ποσό των ευρώ 30.000 για το διάστημα από το έτος 1987 μέχρι και το έτος 1991. Πέραν αυτών στο όνομα της ενάγουσας είχαν αγορασθεί προ του γάμου της με τον εναγόμενο, δυνάμει του υπ' αριθμό .../23.12.1976 συμβολαίου... κατ' επικαρπία εφόρου ζωής της το ....κατάστημα (ακολουθεί περιγραφή ακινήτων )...Την διαχείριση των πιο πάνω οριζοντίων ιδιοκτησιών που ανήκαν κατ' επικαρπία στην ενάγουσα και αγοράσθηκαν υπό κατασκευή είχε αναθέσει αυτή στον εναγόμενο και από αυτόν, εκτός από το διαμέρισμα του 6ου ορόφου που εχρησιμοποιείτο ως συζυγική κατοικία μέχρι τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των στα μέσα του Νοεμβρίου 1995. Είχαν εκμισθωθεί οι λοιποί χώροι του άνω ακινήτου που ανήκαν κατ' επικαρπία στην ενάγουσα....Επί πλέον για το διάστημα από 25-9-2003 μέχρι 31-3-2006 μισθώθηκε το δικαίωμα χρήσης της ταράτσας του κτιρίου στην οδό ... στην εταιρεία κινητής τηλεφωνίας ....αντί ετησίου μισθώματος από 14.000 ευρώ, προσαυξανόμενου ανά έτος κατά το κόστος τιμαρίθμου πλέον μίας ποσοστιαίας μονάδος. Κατά τα αναφερόμενα στις προσκομιζόμενες δηλώσεις φόρου εισοδήματος που υποβάλλονταν από τους διαδίκους με ευθύνη και επιμέλεια του εναγομένου ως προς την κατάρτιση και υποβολή των για τα έτη από το 1978 και μέχρι και το έτος 2004, το ετήσιο μίσθωμα από την εκμίσθωση των άνω πλην του διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου λοιπών χώρων της οικοδομής στην οδό ...στις προαναφερθείσες εταιρείες ανήλθε...(ακολουθεί αναφορά των μισθωμάτων κατ' έτος ) Τα ποσά αυτά των μισθωμάτων τα εισέπραξε ο εναγόμενος ...

Μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης του με την ενάγουσα κατέβαλλε σ' αυτήν ο εναγόμενος κάθε μήνα σε λογαριασμό καταθέσεων της στην Εμπορική Τράπεζα ποσό 500.000 δραχμών και το ισόποσο αυτών σε ευρώ από την καθιέρωση του τελευταίου ως εθνικού νομίσματος στις συναλλαγές... Η ενάγουσα αποδέχθηκε την καταβολή του εν λόγω ποσού κάθε μήνα από 16-11-1995 και μετά και δεν αντέδρασε στην εξακολούθηση χρήσης των χώρων της πολυκατοικίας επί της οδού ... αριθμός ... από την εταιρεία ......και την είσπραξη των μισθωμάτων από τον εναγόμενο εν όψει και της παραχωρήσεως σ' αυτήν της χρήσεως της κατοικίας στο αγροτεμάχιο στην περιοχή ... στα .., κυριότητος της εταιρείας ΑΛΦΑ Α. Ε. Κατ' ακολουθίαν τα ποσά των μισθωμάτων που εισέπραξε ο εναγόμενος κατά'το διάστημα από την τέλεση των γάμων των μέχρι την 15-11-1995 ως διαχειριζόμενος τους χώρους και τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που ανήκαν κατ' επικαρπία στην ενάγουσα και από την εκμίσθωση αυτών ανήλθαν σε 9.753.000 δρχ... Με βάση τα παραπάνω η πραγματική αξία της μετοχής της εταιρείας .....κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής ήταν 2,5 ευ ρω για κάθε μια ...

Κατ' ακολουθία των προαναφερόμενων και μετ' αφαίρεση από την ανωτέρω περιουσία που απέκτησε ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής του με την ενάγουσα, της αξίας της περιουσίας που είχε αποκτήσει πριν από το γάμο τους ήτο ....(ακολουθεί περιγραφή των ακινήτων)....συνολικής αξίας όλων αυτών των κατά ψιλή κυριότητα ανηκόντων στον εναγόμενο οριζοντίων ιδιοκτησιών επί της πολυόροφου οικοδομής στην οδό ... αριθμ... κατά την άσκηση της αγωγής 700.000 ευρώ, ο εναγόμενος που αμφισβητεί την έκταση της συμμετοχής της αντιδίκου του στην απόκτηση εκ μέρους του περιουσιακών στοιχείων διαρκούσης της εγγάμου συμβιώσεως των θεωρώντας αυτήν μηδενική και ότι σε κάθε περίπτωση η συμβολή της ήταν μικρότερη του από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμαιρόμενου ποσοστού συμβολής της, οφείλει μετά παραδοχή του τελευταίου αυτού ισχυρισμού του ως ουσιαστικά βάσιμου, στην ενάγουσα για την συμβολή της στην κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των απόκτηση εκ μέρους του 500 από τις μετοχές της ανωνύμου εταιρείας ΑΛΦΑ.... το ποσό των ευρώ 1250 (500 Χ 2,5) και από το αποτελούν επαύξηση της περιουσίας του εξακολουθούν να περιλαμβάνεται σ' αυτήν ποσό από το μέρος του τιμήματος που έλαβε αυτός από την πώληση και μεταβίβαση του επί της οδού ... αριθμ. ...στα ...διαμερίσματος τρίτου ορόφου πριν τη συμπλήρωση τριετίας από τη διακοπή της εγγάμου συμβιώσεως των διαδίκων και μέχρι την 15-11-1998, ποσό 12.000ευρώ, ήτοι συνολικά ποσό 13.250 ευρώ.

Κατά το ποσό αυτό που είναι μικρότερο από το καταψηφιστικώς ζητούμενο από την ενάγουσα πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή βάσιμη και κατ' ουσία..." Με τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το δικαστήριο τούτο ως προς το αν εφαρμόσθηκε ορθά η διάταξη αυτή, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η συμβολή της ενάγουσας στα μετά το γάμο αποκτήματα του εναγομένου από τη χωρίς αμοιβή εργασία της στις επιχειρήσεις του ενάγοντος, ανέρχεται στο ποσό των 90.000 ευρώ και από την παραχώρηση στον εναγόμενο των μισθωμάτων των ακινήτων της στο ποσό των 28.622,16 ευρώ, δηλαδή συνολικά στο ποσό των 118.622,16 ευρώ, τελικά επιδικάζει στην ενάγουσα το ποσό των 13.250 ευρώ, χωρίς να διευκρινίζει και να δικαιολογεί πως τελικά η συμβολή που δέχτηκε πιο πάνω μειώθηκε σε επιδικαζόμενη οφειλή 13.250 ευρώ. Επομένως όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους σχετικούς από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19, ένατο και δέκατο τρίτο λόγους της αναίρεσης αντίστοιχα είναι βάσιμα. Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι εσφαλμένα κατέληξε στην κρίση το Εφετείο " ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διεκόπη από το Νοέμβριο του έτους 1995, διότι εάν είχε εκτιμήσει ορθά τις αποδείξεις θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η διάστασή τους επήλθε το 2001 γεγονός που θα είχε ουσιώδη επίδραση ως προς την επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου καθώς και στην συμβολή της επί της περιουσίας αυτής. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση παραβάσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.

Περαιτέρω, επί εταιρειών που έχουν νομική προσωπικότητα, σε αντίθεση με εκείνες που στερούνται νομικής προσωπικότητας (άρθρα 758 παρ. 1, 759, 761 ΑΚ), η εταιρική περιουσία ανήκει στο νομικό πρόσωπο και διακρίνεται από τις ατομικές περιουσίες των εταίρων. Η ιδιότητα εταίρου σε εταιρεία με νομική προσωπικότητα δεν παρέχει σε αυτόν κανένα δικαίωμα περιουσιακής φύσεως επί των επί μέρους στοιχείων που απαρτίζουν την εταιρική περιουσία αλλά ποσοστό οικονομικής συμμετοχής επί της εταιρικής περιουσίας ως χωριστής (αυτοτελούς) ομάδας. Από αυτό παρέπεται ότι ο υπόχρεος σύζυγος που έχει αποκτήσει κατά τον κρίσιμο χρόνο της έγγαμης συμβίωσης, με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου, την ιδιότητα εταίρου προσωπικής εταιρείας με νομική προσωπικότητα, απόκτημα δεν αποτελούν τα κατ' ιδίαν στοιχεία, τα οποία συνθέτουν το ενεργητικό της εταιρικής περιουσίας, αλλά η ατομική περιουσία του ως μετόχου ή εταίρου, δηλαδή η οικονομική συμμετοχή του και συγκεκριμένα οι μετοχές ή η μερίδα συμμετοχής, καθώς και τα αναλογούντα στο ποσοστό συμμετοχής του καθαρά κέρδη και μόνον επ' αυτών των ατομικών περιουσιακών στοιχείων δύναται να έχει αξίωση συμμετοχής ο δικαιούχος σύζυγος. Τέτοια αξίωση συμμετοχής υπάρχει και επί συμβολής στην απόκτηση μετοχών, οπότε δύναται να ζητηθεί μέρος αυτών, ή μέρος της αξίας τους. Επομένως ο έβδομος λόγος, με τον οποίον η αναιρεσείουσα αποδίδει στην απόφαση πλημμέλεια επειδή έλαβε υπόψη την ονομαστική αξία της μετοχής και όχι την πραγματική, στην οποία συμπεριλαμβάνονται και τα κατ' ιδίαν περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας (κτήρια κλπ) που συνθέτουν το ενεργητικό της εταιρείας είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή των παραπάνω ως βασίμων κριθέντων λόγων της αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη κατά τις διατάξεις της που αφορούν την επικουρική βάση του Α κεφαλαίου της αγωγής που αφορά τις πριν από το γάμο των διαδίκων αξιώσεις της ενάγουσας καθώς και κατά τις διατάξεις της που αφορούν τον καθορισμό της συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου τους ενώ, κατόπιν τούτων, παρέλκει η έρευνα των μη ερευνηθέντων αναιρετικών λόγων. Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3585/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2013 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Οκτωβρίου 2013

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
===========================..
Μίσθωση - Έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας ή ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος - Αδικαιολόγητος πλουτισμός - H επίκληση εξωδίκου συμψηφισμού, που έλαβε χώρα πριν την έναρξη της δίκης, αποτελεί ένσταση εξόφλησης - Αποφ. Α.Π. 325/2013 (Δ΄ Πολιτικό Τμήμα)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία .... που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευάγγελο Παπαλάμπρο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία......., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αθανάσιο Τσίτσο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1615/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5270/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-3-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 16-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον πρώτο λόγο της και την απόρριψη ως προς τους λοιπούς λόγους της.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των όρθρων 574, 575 και 576 του Α.Κ. προκύπτει, ότι με τη σύμβαση της μίσθωσης ο εκμισθωτής υποχρεούται να παραχωρήσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να διατηρεί αυτό κατάλληλο για τη χρήση αυτή καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης. Ο μισθωτής υποχρεούται, σε αντάλλαγμα, να καταβάλει στον εκμισθωτή το μίσθωμα που συμφωνήθηκε. Αν κατά το χρόνο παράδοσης του μισθίου στο μισθωτή αυτό έχει ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε μια τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση.

Επομένως, αν υπό την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος ή την έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του μισθίου εμποδίσθηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση αυτού, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ' ένσταση, να μη καταβάλει το μίσθωμα και αν το προκατέβαλε, δικαιούται να αναζητήσει αυτό ως αχρεώστητο κατά το άρθρο 904 του ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή ο ενάγων εκμισθωτής μπορεί, ενόψει του ενδοτικού χαρακτήρα των διατάξεων των άρθρων 576 επ. ΑΚ, να επικαλεσθεί με αντένσταση ότι η ευθύνη του για πραγματικά ελαττώματα ή για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του μισθίου έχει αποκλειστεί με συμφωνία των μερών (άρθρο 361 ΑΚ), ο δε μισθωτής εναγόμενος, αντιτάσσοντας επαντένσταση, να ισχυριστεί ότι η συμφωνία αυτή είναι άκυρη, διότι ο εκμισθωτής αποσιώπησε με δόλο ή από βαριά του αμέλεια το ελάττωμα ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας (άρθρο 332 παρ.1 ΑΚ). Επίσης ο εκμισθωτής μπορεί κατ' ένσταση να προβάλλει τον ισχυρισμό, ότι ο μισθωτής κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης μισθώσεως γνώριζε το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας ή ότι παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο γνωρίζοντας το ελάττωμα ή την έλλειψη, γεγονός που αποκλείει την ευθύνη του για την ύπαρξη του ελαττώματος ή την έλλειψη της ιδιότητας (άρθρα 579 και 581 ΑΚ) και επομένως ο μισθωτής δεν έχει τα δικαιώματα που απονέμονται σ' αυτόν από τα άρθρα 576 έως 578 ΑΚ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη δε η ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (Ολ. ΑΠ 26/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα περιστατικά: Με το από 9 Ιουνίου 2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα εκμίσθωσε στην εναγομένη δύο ισόγειες αίθουσες, συνολικής επιφάνειας 1.600 τ.μ. (ήτοι 800 τ.μ. η καθεμία), κείμενες επί της οδού ...αρ..., στην ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από τη μισθώτρια για την εμπορία, διάθεση και αποθήκευση πλαστικών ειδών, μουσαμάδων, ειδών τεντοποιίας και συναφών ειδών. Το ακίνητο αυτό ανήκει κατά κυριότητα στους Ι. Κ., Ε. Κ. και Κ. Κ., εκ τρίτου συμβαλλομένων στην ανωτέρω μίσθωση, και δυνάμει ιδιωτικών συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και της ενάγουσας, η τελευταία είχε αναλάβει κατ' αποκλειστικότητα τη διαχείριση μισθώσεων που είχαν ήδη συνάψει εκείνοι, αλλά και κάθε μελλοντικής μίσθωσης.

Η διάρκεια της ανωτέρω μίσθωσης συμφωνήθηκε για δώδεκα (12) έτη, αρχομένη από 9-9-2003 και λήγουσα στις 8-9-2015, το δε μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 4.400 € για τα δύο πρώτα έτη της μίσθωσης, στο ποσό των 4.840 € για το τρίτο έτος της μίσθωσης, πλέον του ημίσεως του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου ποσοστού 1,8%, αναπροσαρμοζόμενο για καθένα από τα τρία επόμενα έτη κατά το ποσοστό της αύξησης του δείκτη τιμών του καταναλωτή, όπως θα καθορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος για τους προηγούμενους δώδεκα μήνες, και για τα επόμενα τρία έτη κατά δυο (2) μονάδες πάνω από την αύξηση του δείκτη τιμών του καταναλωτή, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβάλλεται εντός των τριών πρώτων, ημερών κάθε μισθωτικού μήνα. .......... Η εναγομένη εγκαταστάθηκε στο μίσθιο και άρχισε να το χρησιμοποιεί για το σκοπό που το μίσθωσε, το δε μηνιαίο μίσθωμα, με βάση τον προαναφερόμενο συμβατικό όρο, διαμορφώθηκε από 9-9-2008 στο ποσό των 5.360 €, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου ποσού 96,48 €, δηλαδή συνολικά 5.456,48 €. Κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του μηνός Οκτωβρίου 2006, έλαβε χώρα πτώση τεμαχίων σκυροδέματος από την οροφή της μίας αίθουσας του μισθίου, η δε πτώση συνεχίστηκε, με αποτέλεσμα την αποφλοίωση της οροφής και την εμφάνιση του οπλισμού με έντονα σημάδια οξείδωσης.

Κατόπιν αυτών η μισθώτρια, αφού ενημέρωσε σχετικά την ενάγουσα, με την από 19-10-2006 αίτησή της προς το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, ζήτησε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και ορίστηκε πραγματογνώμονας ο Α. Φ., πολιτικός μηχανικός, ο οποίος, μετά από σχετική αυτοψία, συνέταξε την από 6-12-2006 τεχνική έκθεσή του, το περιεχόμενο της οποίας έχει ως ακολούθως: "Από την επιτόπου αυτοψία που έγινε, παρουσία και των δύο πλευρών, διαπιστώθηκε ότι το ένα από τα δύο κτίρια είναι σε καλή κατάσταση, ενώ στο δεύτερο κτίριο παρατηρήθηκαν τα εξής:

Α. Λόγω μη τοποθέτησης αποστατών στο σιδηρού οπλισμό των πλακών και των δοκών κατά την κατασκευή του κτιρίου, δεν υπάρχει επαρκής επικάλυψη του οπλισμού. Έτσι σε μερικά σημεία έχουμε μηδενική επικάλυψη (φωτ.1 - τα σίδερα είναι ορατά και υπάρχουν σημάδια οξείδωσης-σκουριά).

Β. Σε άλλα σημεία η μη ύπαρξη αποστατών έχει προξενήσει έντονη οξείδωση του οπλισμού, με αποτέλεσμα αποκόλληση τμημάτων σκυροδέματος (φωτ.2).

Γ. Στον αντισεισμικό αρμό μεταξύ των δύο κτιρίων παρατηρήθηκαν, εκτός από την οξείδωση του κύριου οπλισμού και οπλισμού διάτμησης (τσέρκια) στα δοκάρια, και αποκόλληση του σοβά των υποστυλωμάτων (φωτ.3), λόγω πιθανής διείσδυσης υγρασίας.

Δ. Οι πλάκες του κτιρίου έχουν υγρασίες, λόγω μη ύπαρξης υγρομόνωσης στις ταράτσες των κτιρίων (φωτ.1 και 4) και έλλειψης κλίσεως για την απορροή των ομβρίων". Ο ανωτέρω μηχανικός καταλήγει στο πόρισμα ότι πρέπει να γίνουν εργασίες υγρομόνωσης και αποκατάστασης των αποφλοιωμένων περιοχών καθώς και των περιοχών με μικρή επικάλυψη οπλισμού, οι οποίες είναι απαραίτητες, γιατί η οξείδωση και η διάβρωση του οπλισμού προκαλεί αύξηση του όγκου του, με αποτέλεσμα τη δημιουργία εσωτερικών τάσεων και ρηγματώσεων στο σκυρόδεμα, που. οδηγούν στην αποφλοίωσή του με κίνδυνο της στατικής επάρκειας των πλακών και δοκών, το δε κόστος της επισκευής εκτίμησε στο συνολικό ποσό των 77.349 €.

Η ως άνω έκθεση διαβιβάστηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο της μισθώτριας με το υπ' αριθμό πρωτ. .../19-1-2007 έγγραφο του ΤΕΕ. Στις 8-3-2007, η μισθώτρια επέδωσε στους ιδιοκτήτες του μισθίου ακινήτου και στην εκμισθώτρια την από 6-3-2007 εξώδικη διαμαρτυρία- πρόσκληση, με την οποία, επικαλούμενη ότι το μίσθιο εμφάνισε από αρκετό χρόνο σημαντικές ζημίες και βλάβες στον φέροντα οργανισμό και ότι τους ενημέρωσε κατ' επανάληψη, πλην όμως αδιαφόρησαν, τους κάλεσε να αρχίσουν τις εργασίες αποκατάστασης των ελαττωμάτων, σύμφωνα με την τεχνική έκθεση του ως άνω μηχανικού, εντός προθεσμίας 10 ημερών από την επίδοση αυτής, τις οποίες οφείλουν να αποπερατώσουν εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, διαφορετικά θα προβεί σε κάθε νόμιμη ενέργεια για την προστασία των δικαιωμάτων της. Η εκμισθώτρια και οι ιδιοκτήτες του μισθίου, σε απάντηση της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης, επέδωσαν στις 3-4-2007 στη μισθώτρια την από 29-3-2007 εξώδικη δήλωση τους, με την οποία αρνήθηκαν να προβούν σε εργασίες επισκευής, επικαλούμενοι ότι υπέχει η ίδια σχετική συμβατική- υποχρέωση.

Ακολούθως, την 1-4-2009, η μισθώτρια επέδωσε στην εκμισθώτρια την από 30-3-2009 εξώδικη δήλωση της, την οποία κοινοποίησε και στους ιδιοκτήτες του μισθίου, με την οποία διαμαρτυρόμενη για την μη αποκατάσταση των ελαττωμάτων του μισθίου, της γνωστοποίησε ότι από τον Ιανουάριο του έτους 2007 εμποδίζεται στη χρήση του μισθίου κατά το ήμισυ και ότι εφεξής θα καταβάλει μειωμένο το μίσθωμα κατά το ήμισυ. Επίσης δήλωσε ότι, επειδή κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του 2007 έως και Φεβρουάριο του 2009 έχει καταβάλει ολόκληρο το συμφωνηθέν μίσθωμα, εκ του οποίου το ήμισυ συνολικού ύψους 66.314 έχει καταβληθεί αχρεωστήτως, πρότεινε σε συμψηφισμό την απαίτηση της αυτή με τα από το μήνα Μάρτιο του 2009 και εφεξής οφειλόμενα μισθώματα μέχρι την κάλυψη του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, στις 15-7-2009, ο πολιτικός μηχανικός Β. Ά. της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου ... διενήργησε αυτοψία στο μίσθιο ακίνητο και συνέταξε την από 17-7-2009 έκθεση του, με την οποία αποφαίνεται ότι η οικοδομή είναι επικίνδυνη από άποψη στατική, δομική και δημόσιας ασφάλειας και ότι είναι επιβεβλημένη η άμεση λήψη από τους ιδιοκτήτες αυτής των αναφερομένων στην έκθεση μέτρων ασφαλείας. Ειδικότερα, για την άρση του κινδύνου, έκρινε αναγκαία την ανάθεση σε διπλωματούχο πολιτικό μηχανικό της μελέτης στεγανοποίησης της οροφής και επισκευής των βλαβών και την υποβολή φακέλου στο αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο προς έκδοση οικοδομικής άδειας, που έπρεπε να γίνουν εντός προθεσμίας 60 ημερών από την κοινοποίηση της εν λόγω έκθεσης στους ιδιοκτήτες, οι δε εργασίες επισκευής έπρεπε να γίνουν εντός 60 ημερών από την έκδοση της οικοδομικής άδειας.

Αποτέλεσμα των ανωτέρω πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου ήταν να παρακωλυθεί μερικά η ελεύθερη και ανενόχλητη χρήση του μισθίου από την εναγομένη, η οποία από τον Ιανουάριο του 2007 αναγκάστηκε να μη χρησιμοποιεί τη μία από τις δύο, ίσες σε επιφάνεια, αίθουσες του μισθίου, διότι ο χώρος αυτός, λόγω της αποκόλλησης τμημάτων σκυροδέματος, ήταν επικίνδυνος και εντελώς ακατάλληλος για τη συμφωνηθείσα χρήση. Για τα ελαττώματα αυτά η εναγομένη, όπως προαναφέρθηκε, ενημέρωσε προφορικά και με εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία της τόσο την εκμισθώτρια όσο και, τους ιδιοκτήτες, ζητώντας την αποκατάσταση των ελαττωμάτων, πλην όμως δεν προέβησαν σε καμία ενέργεια προς τούτο. Έτσι η ενάγουσα κατέστη υπερήμερη ως προς την υποχρέωση που είχε ως εκμισθώτρια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 ΑΚ, να διατηρεί το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση του σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης.

Συνεπώς, αφού η μισθώτρια εξαιτίας των πραγματικών ελαττωμάτων εμποδίστηκε ολικά να κάνει χρήση του μισού μισθίου, δηλαδή της μίας εκ των δυο ίσων σε επιφάνεια αιθουσών, δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 576 ΑΚ και τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, να μην καταβάλει το ήμισυ του συμφωνημένου μισθώματος, που αντιστοιχεί στη μία αίθουσα, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης της. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η εναγομένη γνώριζε την ύπαρξη των ελαττωμάτων κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης και παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο, δεν αποδεικνύεται βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί και τούτο διότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι η εναγομένη, κατά την παραλαβή του μισθίου, γνώριζε τις κατασκευαστικές πλημμέλειες του κτιρίου. Έτσι, και αν ακόμη παρέλαβε το μίσθιο ανεπιφύλακτα, δεν αίρεται η ευθύνη της ενάγουσας εκμισθώτριας για τα ελαττώματα (άρθρο 581 ΑΚ).

Η επικαλούμενη από την ενάγουσα συμφωνία περί αποκλεισμού της ευθύνης της για κάθε είδους ελαττώματα, είναι μη νόμιμη, διότι αφορά σε εκ των προτέρων συμφωνία για πλήρη απαλλαγή της εκμισθώτριας για την ευθύνη της από δόλο ή βαριά αμέλεια και επομένως σε συμφωνία άκυρη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 παρ.1 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται και στη σύμβαση μίσθωσης, μετά την κατάργηση του άρθρου 582 ΑΚ (από 21-8-2002) με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν.3043/2002 (η ένδικη σύμβαση 1 καταρτίσθηκε μεταγενέστερα της 9-6-2003). Μετά την παραδοχή της ένστασης περί μείωσης του μισθώματος κατά 50% λόγω πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου, η εναγομένη δεν οφείλει τις διαφορές των μισθωμάτων, ποσού 244,12 € μηνιαίως, που ζητεί η ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του 2008 έως και Φεβρουάριο του 2009, αφού, όπως η ίδια ομολογεί, κατά το διάστημα αυτό η εναγομένη κατέβαλε μηνιαίως το ποσό των 5.139,68 €, δηλαδή ποσό μεγαλύτερο από το ήμισυ του συμφωνημένου μισθώματος.

Αναφορικά με τα μισθώματα των μηνών Μαρτίου και Απριλίου 2009 (ήτοι από 9-3-2009 έως 8-5-2009), για τα οποία η ενάγουσα ζητεί με την αγωγή της το συνολικό ποσό των 10.913 € και ενόψει του ότι, μετά τη μείωση του μισθώματος κατά ποσοστό 50%, οφείλεται το ήμισυ αυτού, η εναγομένη πρότεινε ένσταση εξόφλησης κατόπιν εξώδικου συμψηφισμού αυτού με την δική της ληξιπρόθεσμη απαίτηση, κατά το μέρος που καλύπτονται, ύψους 66.093,60 €, το οποίο αχρεωστήτως κατέβαλε, πλέον των οφειλομένων, για μισθώματα του χρονικού διαστήματος που εμποδίστηκε μερικά στη χρήση του μισθίου, η οποία (ένσταση) αποδεικνύεται κατ' ουσία βάσιμη, δεδομένου ότι η επίκληση εξωδίκου συμψηφισμού, που" έλαβε χώρα πριν την έναρξη της δίκης, αποτελεί ένσταση εξόφλησης. Με βάση τα ανωτέρω, η γενόμενη με την ένδικη αγωγή καταγγελία της σύμβασης-μίσθωσης, λόγω καθυστέρησης καταβολής των μισθωμάτων, είναι άκυρη και δεν επέφερε τα αποτελέσματα της, δηλαδή τη λύση της μίσθωσης.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης μισθώτριας εταιρείας και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ως αβάσιμη την από 20-4-2009 αγωγή της εκμισθώτριας αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε την απόδοση του μισθίου ακινήτου λόγω καθυστερήσεως καταβολής οφειλομένων μισθωμάτων, την καταβολή αυτών ύψους 12.238,72 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι κατέπεσε η εγγύηση που είχε δοθεί από την εναγομένη υπέρ αυτής ως ποινική ρήτρα λόγω παράβασης συμβατικών όρων. Έτσι που έκρινε παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 332 παρ.1 ΑΚ, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι διέλαβε ασαφή αιτιολογία ως προς το δόλο της αναιρεσείουσας εκμισθώτριας εταιρείας αναφορικά με την αποσιώπηση των ανωτέρω πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου κατά τη σύναψη της μισθώσεως.

Ειδικότερα, δεν διευκρινίζει αν η εκμισθώτρια εταιρεία δια του νομίμου εκπροσώπου της κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως με δόλο αποσιώπησε τα ανωτέρω ελαττώματα, ενώ αρκείται μόνο να επαναλάβει τα στοιχεία του νόμου (δηλαδή δόλος ή βαρειά αμέλεια), χωρίς όμως να εξειδικεύσει ειδικότερα την αόριστη νομική έννοια του δόλου, στην οποία στηρίζεται η επαντένσταση της αναιρεσίβλητης, ότι ο όρος της επίδικης σύμβασης, με τον οποίο έχει αποκλειστεί η ευθύνη της εκμισθώτριας για τυχόν ελλείψεις ή πραγματικά ελαττώματα του μισθίου, είναι άκυρος, καθόσον η εκμισθώτρια επέδειξε δόλο κατά τη σύναψη της συμβάσεως αποσιωπώντας το πραγματικό ελάττωμα.

Με αυτήν την αιτιολογία καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της ως άνω διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε για το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, που εκτιμάται ως αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, διότι χρειάζεται διευκρίνιση, στο ίδιο Εφετείο, ήτοι στο Εφετείο Αθηνών, κατά διορθωτική, με συμπλήρωση, ερμηνεία του άρθρου 580 παρ.3 εδ.2 περ.β' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως παρέλκει. Ακολούθως πρέπει η αναιρεσίβλητη να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρ. 178 και 183 ΚΠολΔ), η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5270/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
======================
Αδικαιολόγητος πλουτισμός - Παροχή υπηρεσιών διδασκαλίας - Αποφ. Α.Π. 796/2013 (Β2΄ Πολιτικό Τμήμα)

Συγκροτήθηκε  από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Ζερβομπεάκου και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία.... που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Χριστογεώργη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/2/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1816/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 755/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/10/2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 8/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 1816/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, καθώς και την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αυτής, κατά το μέρος της που στρέφεται και κατά της άνω απόφασης και κατά της 755/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 553 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση υποθέσεως που διήλθε αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η επί της ουσίας οριστική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη (ΟλΑΠ 16/90). Επομένως η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καθόσον απευθύνεται και κατά της υπ' αριθ. 1816/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επί της κατ' αυτής εφέσεως, μετ' εξέταση της ουσίας, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 755/2009 οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Επειδή, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση της πλημμέλειας του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στη συμπροσβαλλομένη με την υπ' αριθμ. 755/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, υπ' αριθμ. 1816/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την αιτίαση ότι απέρριψε την ένδικη αγωγή της ως προς το κεφάλαιό της, που αφορούσε τις απαιτήσεις της από τη παροχή υπηρεσιών (διδασκαλία στους φοιτητές του 4ου εξαμήνου του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του αναιρεσιβλήτου στα εαρινά εξάμηνα των ακαδημαϊκών ετών 2001-2002 και 2002-2003), ιδίως ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, όχι για λόγους τυπικούς, αλλά ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή δήθεν η αμοιβή της για την διδασκαλία στα ανωτέρω εξάμηνα των εκτεθέντων ετών συμπεριλαμβανόταν στην αμοιβή που έλαβε για τη διδασκαλία της στα ίδια εξάμηνα δυνάμει άλλων εγγράφων συμβάσεων στους φοιτητές του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με αντιφατική αιτιολογία, στερώντας έτσι την ανωτέρω απόφαση από νόμιμη βάση.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, εφόσον με αυτόν πλήττεται η προεκτεθείσα οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία επικυρώθηκε από την προδιαληφθείσα συμπροσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος για τον ίδιο λόγο που προεκτέθηκε στην αμέσως ως άνω σκέψη.

Επειδή, με δεύτερο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την ανωτέρω συμπροσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, για το ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι η αμοιβή για τη διδασκαλία στους φοιτητές του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του αναιρεσιβλήτου στα εαρινά εξάμηνα των ακαδημαϊκών ετών 2001-2002 και 2002-2003, δήθεν συμπεριλαμβάνονταν στην αμοιβή της για τη διδασκαλία κατά τα ίδια εξάμηνα στους φοιτητές του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών αυτού άλλων μαθημάτων και γι' αυτό απέρριψε τη κύρια βάση της αγωγής της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης κατά το μέρος του που στρέφεται κατά της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν υπάγεται σε κάποιον από αυτούς (λόγους αναίρεσης), που περιλαμβάνονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, αλλά και με την εκδοχή ότι υπάγονταν σε κάποιο λόγο αναίρεσης, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί πλήττει ευθέως την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα, του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος. Μεταξύ άλλων ως πράγματα νοούνται η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των διαφόρων αιτημάτων περιστατικά. Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθμ.10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε αποδείξεις.

Στη προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το μέρος του από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στη ανωτέρω προσβαλλομένη οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς η πλημμέλεια του ότι το ως άνω δικαστήριο (Εφετείο) παρά τις προσκομισθείσες, ύστερα από επίκληση, αποδείξεις δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που περιείχοντο στην ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσα, οι οποίοι ασκού σαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι από την συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων του αναιρεσιβλήτου, που συνίστατο στη προσβολή της επαγγελματικής τιμής και υπόληψής της με το να μη κατάβάλουν σ' αυτή τη προσήκουσα νόμιμη αμοιβή της για τις ανελλιπώς παρεχόμενες από εκείνη διδακτικές υπηρεσίες κατά τα εαρινά εξάμηνα 2001-2002 και 2002-2003,οπότε και δίδαξε στους φοιτητές του 4ου εξαμήνου του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων το μάθημα "Επιχειρησιακή Έρευνα", το οποίο τα όργανα αυτού (αναιρεσιβλήτου) θεώρησαν ότι το δίδαξε η αναιρεσείουσα, αμισθί, χωρίς όμως να της το γνωστοποιήσουν, και ότι η συμπεριφορά αυτή κορυφώθηκε με την παράνομη, υπαίτια και εκδικητική εκδίωξή της από το διδακτικό προσωπικό μετά από 5 1/2 συνεχή έτη επιμελούς και συστηματικής διδασκαλίας, με αποτέλεσμα να προσβληθεί η επαγγελματική τιμή και υπόληψή της, και να υποστεί εκείνη επαγγελματικό διασυρμό, ταπείνωση και ανεπανόρθωτη προσβολή της επαγγελματικής της αξιοπρέπειας, και κατά το μέρος του από τον αριθμό 10 του ίδιου ως άνω άρθρου, ότι δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, και ως προς τα δύο μέρη του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και ως προς μεν το πρώτο μέρος, ενόψει του ότι οι αγωγικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, που συγκροτούνταν από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, απερρίφθησαν εκ του πράγματος, αφού η ένδικη αγωγή της και ως προς το αίτημα αυτό περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δεν έγινε δεκτή. Ως προς δε το δεύτερο μέρος του, καθόσον, όπως προκύπτει από την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο πόρισμα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα ότι δεν υπήρξε υπόσχεση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου προς αυτή για μόνιμη απασχόληση σ' εκείνο, ότι η μη επαναπρόσληψη της κατά το ακαδημαϊκό έτος 2005-2006 δεν έγινε από λόγους εκδίκησης στο πρόσωπό της και συνακόλουθα ότι υπήρξε αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ μέρους των οργάνων του εξ αιτίας της οποίας προσβλήθηκε η επαγγελματική τιμή και υπόληψη της αναιρεσείουσας, από την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκη κατάθεση της μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου, από τις υπ' αρ. .../2007 και .../2007 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών, Ανατολής Φυραρίδου, και από όλα τα προσκομισθέντα, ύστερα από επίκληση, έγγραφα είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και συνεπώς δεν δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας. Ακολούθως πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-10-2012 αίτηση για αναίρεση της 755/ 2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς καθώς και της συμπροσβαλλομένης 1816/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
====================
Νομικό ελάττωμα ακινήτου - Αναγκαστικός πλειστηριασμός - Προϋποθέσεις ευθύνης επισπεύδοντα - Υποχρέωση αποζημίωσης - Αδικαιολόγητος πλουτισμός - Αποφ. Α.Π. 470/2013 (Α1΄ Πολιτικό Τμήμα)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία ....... και τον διακριτικό τίτλο ....., που εδρεύει στην …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα (πρώην ......), ως καθολικής διαδόχου της πρώην .., λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την Τράπεζα με την επωνυμία ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κατηφόρη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Γκέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Νοεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3682/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6032/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Ιουλίου 2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά της υπ' αριθ. 6032/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να γίνει εν μέρει δεκτός ο δεύτερος λόγος της κατά την αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την αναιρεσείουσα.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην της πέμπτης των εφεσιβλήτων, αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 6032/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την από 13.4.2009 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε ως προς όλους τους διαδίκους την υπ' αριθ. 3682/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 19.11.2004 αγωγή του, δέχθηκε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) την αγωγή αυτή και υποχρέωσε εις ολόκληρο τους εφεσιβλήτους να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 34.214,58 ευρώ, ως αποζημίωση για την ύπαρξη νομικού ελαττώματος στο ακίνητο, που αυτός απέκτησε με αναγκαστικό πλειστηριασμό ύστερα από διαδικασία κατά την οποία, εκτός των άλλων, αδικοπρακτική συμπεριφορά επέδειξε και η ήδη αναιρεσείουσα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 1017§2 ΚΠολΔ ναι μεν για τα νομικά ελαττώματα του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), που αναγκαστικά εκπλειστηριάσθηκε, υπάρχει ευθύνη μόνον εκείνου που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και μόνον αν αυτός γνώριζε κατά το χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος, ενώ δεν αποκλείεται και η ευθύνη από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 453/2006? 580/2006? 1523/2006? 1036/2009? 1313/2009), όμως πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν αποκλείεται και η αδικοπρακτική ευθύνη του επισπεύδοντος ή τρίτου, εφόσον συντρέχουν σχετικά οι όροι των άρθρ. 914 ή 919 ΑΚ (πρβλ. και ΑΠ 1022/2009).

Συνεπώς ο υπερθεματιστής, ο οποίος μολονότι κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν απέκτησε εντούτοις το πράγμα και μάλιστα ελεύθερο από δικαιώματα τρίτων, όπως συμβαίνει όταν το πράγμα δεν ανήκει στον καθ' ου η εκτέλεση ή βαρύνεται με προσωπικές δουλείες (άρθρ. 1005 ΚΠολΔ), δικαιούται να αξιώσει από αυτόν που επέσπευσε τον πλειστηριασμό, εφόσον αυτός θετικά γνώριζε και όχι απλώς αγνοούσε, έστω και από υπαιτιότητά του, κατά το χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος, αποζημίωση κατά τις συρρέουσες ενδεχομένως διατάξεις αφενός μεν των άρθρ. 1017§2εδ.β ΚΠολΔ, 514 - 516, 382, 297 - 298 ΑΚ, αφετέρου δε των άρθρ. 914 ή 919 ΑΚ. Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005? 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Περαιτέρω η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται επίσης με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης. Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης. Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.

Έτσι η αγωγή, με την οποία ο υπερθεματιστής ζητεί αποζημίωση από εκείνον που επέσπευσε τον πλειστηριασμό του πράγματος, επικαλούμενος την ύπαρξη νομικού ελαττώματος στο πράγμα που κατακυρώθηκε σ' αυτόν και για το οποίο κατέβαλε το πλειστηρίασμα, είναι ορισμένη, όταν προσδιορίζεται σ' αυτή το νομικό ελάττωμα του πράγματος κατά τον πλειστηριασμό του και παράλληλα αναφέρεται ότι το νομικό ελάττωμα, που παρακωλύει την ελεύθερη μεταβίβαση του πράγματος, το γνώριζε κατά τον πλειστηριασμό αυτός που τον επέσπευσε. Ο τρόπος που αυτός έλαβε γνώση του νομικού ελαττώματος δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην αγωγή, πρέπει όμως να προσδιορίζεται σ' αυτή ο τρίτος, στον οποίο ανήκει το δικαίωμα που συνιστά το νομικό ελάττωμα του πράγματος και μάλιστα να καθορίζεται και ο τρόπος που αυτός απέκτησε το δικαίωμά του (ΑΠ 872/1973). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι σ' αυτή, μεταξύ άλλων, εκτίθεται ότι το ακίνητο (αγροτεμάχιο), που εκπλειστηριάσθηκε στις 12.3.2003 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταματίνας Γιαννακοπούλου και κατακυρώθηκε αντί του ποσού των 32.284,73 ευρώ στον αναιρεσίβλητο, δεν ανήκε στην καθ' ης η εκτέλεση Ε. συζ. Χ. Κ. (πέμπτη εναγομένη), αλλά ήταν απαλλοτριωμένο και η οφειλόμενη για την απαλλοτρίωσή του αποζημίωση είχε ήδη καταβληθεί στους μέχρι τότε ιδιοκτήτες του, που ήταν, κατά τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης, η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία .... και ο Π. Π., γεγονός το οποίο γνώριζε τόσο η αναιρεσείουσα, που επέσπευσε τον πλειστηριασμό του ακινήτου, όσο και οι λοιποί εναγόμενοι με την ένδικη αγωγή, οι οποίοι έτσι παράνομα και υπαίτια ζημίωσαν τον αναιρεσίβλητο κατά το παραπάνω ποσό, πλέον 1.629,85 ευρώ, που κατέβαλε αυτός στη Δ.Ο.Υ…. για φόρο μεταβίβασης του ακινήτου.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος το ως άνω νομικό ελάττωμα του ακινήτου σε συνδυασμό με την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης των εναγομένων, ζήτησε με την ένδικη αγωγή του να υποχρεωθούν αυτοί να τον αποζημιώσουν με το συνολικό ποσό των 34.214,58 ευρώ, το οποίο η αναιρεσείουσα και η πέμπτη των εναγομένων οφείλουν να του καταβάλουν και κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού χωρίς νόμιμη τελικά αιτία έγιναν πλουσιότερες σε βάρος της περιουσίας του. Στην ένδικη αγωγή δεν καθορίζεται ο τρόπος με τον οποίο η ομόρρυθμη εταιρεία ..... και ο Π. Π., που φέρονται ως ιδιοκτήτες του παραπάνω ακινήτου κατά τα κτηματολογικά στοιχεία της απαλλοτρίωσής του, απέκτησαν την κυριότητα του ακινήτου. Η έλλειψη όμως αυτή δεν καθιστά αόριστη την ένδικη αγωγή, αφού κατά τον πλειστηριασμό του ίδιου ακινήτου, που αναλυτικά περιγράφεται κατά θέση, έκταση και όρια στην ένδικη αγωγή, είχε ήδη συντελεσθεί, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή, η απαλλοτρίωσή του με την καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης στους ως άνω φερόμενους ως ιδιοκτήτες του, οπότε η κυριότητα του ακινήτου περιήλθε σε κάθε περίπτωση στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση (άρθρ. 7§3 και 9§4 του ν. 2882/2001) και δεν ανήκε υπό οποιαδήποτε εκδοχή στην καθ' ης η εκτέλεση.

Συνεπώς ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή και είναι συνακόλουθα αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

3. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθ…/5.7.2001 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών … επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση επί ακινήτου φερόμενου να ανήκει στην ιδιοκτησία της οφειλέτιδας της πρώτης εναγομένης (αναιρεσείουσας) τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ...... Ε. συζ. Χ. Κ., πέμπτης εναγομένης, για την ικανοποίηση απαιτήσεως της πρώτης εναντίον της τελευταίας, συνολικού ποσού 8.302.820 δραχμών, δυνάμει αντιγράφου εξ απογράφου της υπ' αριθ…/2001 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών... Στη συνέχεια δυνάμει της …/2002 Γ' επαναληπτικής περιλήψεως της ως άνω κατασχετήριας εκθέσεως της αυτής δικαστικής επιμελήτριας εκπλειστηριάσθηκε την 2.10.2002 το ανωτέρω ακίνητο δυνάμει της …/2.10.2002 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Βαραβάρας Σγούρου και κατακυρώθηκε στον υπερθεματιστή Ι. Ν.. Επειδή όμως ο τελευταίος δεν κατέβαλε, ως όφειλε, εμπροθέσμως το οφειλόμενο ποσό του πλειστηριάσματος, η προαναφερόμενη συμβολαιογράφος συνέταξε την …/12.3.2003 πράξη, με την οποία ορίστηκε ημέρα αναπλειστηριασμού η 12.3.2003... Δυνάμει της …/12.3.2003 εκθέσεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταματίνας Γιαννακοπούλου, ως νόμιμης αναπληρώτριας της Βαρβάρας Σγούρου, διενεργήθηκε τελικά ο (ανα)πλειστηριασμός του ως άνω ακινήτου, που κατακυρώθηκε στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) για το ποσό των 32.284,73 ευρώ.

Παράλληλα συντάχθηκε η …/2003 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως ακινήτου της ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε από τον ενάγοντα στο βιβλίο μεταγραφών του Δήμου .. Όπως αποδεικνύεται από την ως άνω …/5.7.2001 έκθεση της δεύτερης εναγομένης δικαστικής επιμελήτριας ..., αυτή προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση με τη σύμπραξη ως μαρτύρων των Κ. Α. και Α. Μ., τρίτου και τέταρτου των εναγομένων αντιστοίχως, ενός αγροτεμαχίου της πέμπτης εναγομένης, στη θέση … του Δήμου …, εκτός σχεδίου πόλεως, άρτιου και οικοδομήσιμου κατά παρέκκλιση, το οποίο έχει έκταση... 1620 τμ., εμφαινόμενο με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από 6.2.1982 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. Μ...., προσαρτημένο στο …/10.3.1982 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χριστίνας Μουστάκη... Το αγροτεμάχιο αυτό αναφέρεται ότι περιήλθε στην πέμπτη εναγομένη δυνάμει του ως άνω πωλητηρίου συμβολαίου και της …/1998 πράξεως δωρεάς εν ζωή της ίδιας συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένων στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Μεγάρων την 28.5.2003, σύμφωνα με το υπ' αριθ…/13.2.2006 πιστοποιητικό του μεταγραφοφύλακα Μεγάρων. Όμως το ανωτέρω ακίνητο είχε κατά τη διάρκεια του πλειστηριασμού και της κατακυρώσεως νομικό ελάττωμα που εμπόδιζε τη διάθεσή του, ήτοι είχε έλλειψη κυριότητας επ' αυτού της οφειλέτιδας πέμπτης εναγομένης, το οποίο, εκτός από την ίδια, γνώριζε και η πρώτη εναγομένη (δανείστρια), που επέσπευσε ωστόσο τη διάθεσή του με πλειστηριασμό. Ειδικότερα το ακίνητο αυτό είχε απαλλοτριωθεί από το Ελληνικό Δημόσιο με την κοινή υπουργική απόφαση 1023181/1135/001/339/02/03/1993 για την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου και της νέας σιδηροδρομικής γραμμής Αθηνών - Κορίνθου πολύ πριν από την κατάσχεση και τον πλειστηριασμό του, ενώ από τους κτηματολογικούς πίνακες, που είχαν συνταχθεί για την απαλλοτρίωση αυτή, αποδεικνύεται ότι με αύξοντα αριθμό … και με στοιχεία … κύριοι του ακινήτου αυτού, εκτάσεως 1440,5 τμ., ήταν πριν από την απαλλοτρίωσή του η εταιρεία ........ με έδρα την … και ο Π. Π., κάτοικος ..., οι οποίοι και αποζημιώθηκαν...

Η ταυτοποίηση του ακινήτου που εκπλειστηριάσθηκε έγινε από τον ενάγοντα με τον τοπογράφο-μηχανικό Ε. Ν...., χωρίς επιτόπια μετάβαση, διότι η απαλλοτρίωση είχε συντελεσθεί από το έτος 1993 και... οι εργασίες άρχισαν από το έτος 1996... Ο ίδιος τοπογράφος-μηχανικός συνέταξε την από Μαρτίου 2004 τεχνική έκθεση, σύμφωνα με την οποία το ακίνητο κατά το βόρειο τμήμα του, εμβαδού 591,05 τμ., βρίσκεται εκτός της απαλλοτριώσεως του ΟΣΕ και συνορεύει βορείως με ....., δυτικώς με ρέμα και ανατολικώς με ιδιοκτησία αγνώστου, κατά το νοτιοδυτικό τμήμα του, εμβαδού 760,50 τμ., το ακίνητο είναι περιφραγμένο και εντός αυτού έχει κατασκευασθεί αυθαίρετη λυόμενη ισόγεια οικία, εμβαδού 83 τμ., συνορεύει δε βορείως με το προαναφερόμενο τμήμα, νοτίως με παλαιό συρματόπλεγμα όμορης ιδιοκτησίας, δυτικώς με ρέμα και ανατολικώς με το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου, ενώ κατά το νοτιοανατολικό τμήμα, εμβαδού 268,50 τμ., το ακίνητο παραμένει αδιαμόρφωτο και συνορεύει νοτίως με παλαιά συρματοπλέγματα... Το ακίνητο που εκπλειστηριάσθηκε βρίσκεται ειδικότερα μεταξύ των χιλιομετρικών θέσεων … και …της .... και όπως προαναφέρθηκε είχε και έχει μέσα αυθαίρετη λυόμενη οικία, η οποία όμως δεν περιγράφεται στην παραπάνω έκθεση κατασχέσεώς του..., διότι δεν έλαβε χώρα επιτόπια μετάβαση σ' αυτό της δικαστικής επιμελήτριας, καθόσον θα την έβλεπε. Επίσης στην αυτή έκθεση κατασχέσεως η δικαστική επιμελήτρια (δεύτερη εναγομένη) αναφέρει ότι από το …έως το … χιλιόμετρο της .... γίνονται έργα... και ότι πήγε με τους μάρτυρες, τρίτο και τέταρτο των εναγομένων, στο … χιλιόμετρο περίπου. Το ακίνητο αυτό ο ενάγων, που δεν γνώριζε τα ανωτέρω, το μετέγραψε στο Υποθηκοφυλακείο Μεγάρων και γι' αυτό κατέβαλε για φόρο 1.629,85 ευρώ... και για δικαιώματα του Υποθηκοφυλακείου 300 ευρώ.

Από όλα τα προαναφερόμενα συμπεραίνεται: α) η εντολή της πρώτης εναγομένης δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Αθανάσιου Κοντόπουλου προς αναγκαστική κατάσχεση του ακινήτου, β) ότι η δεύτερη εναγομένη ουδέποτε προσήλθε στο ακίνητο που κατέσχεσε, όπως είχε υποχρέωση από το άρθρ. 993§2εδ.β ΚΠολΔ..., και συνεπώς βεβαιώνει ψευδώς ότι "ήρθαμε στο … χιλιόμετρο της ......, όπου βρίσκεται η ακίνητη περιουσία...", μάλιστα συμπληρώνει χειρογράφως τη λέξη περίπου μετά τη χιλιομετρική απόσταση .., καθόσον δεν μπορεί να είχε μεταβεί στο …χιλιόμετρο, ενώ, όπως αναφέρει στην έκθεσή της, γίνονταν έργα από το …έως το …χιλιόμετρο. Επομένως, αφού η πρώτη εναγομένη (επισπεύδουσα την εκτέλεση δανείστρια τράπεζα)... γνώριζε την ύπαρξη των νομικών ως άνω ελαττωμάτων στο ακίνητο που κατασχέθηκε, όλοι δε οι εναγόμενοι παρανόμως και υπαιτίως τον ζημίωσαν (δηλαδή τον αναιρεσίβλητο) κατά τα προαναφερόμενα ποσά, καθόσον η δεύτερη, ο τρίτος και ο τέταρτος συνέταξαν και συνέπραξαν στη σύνταξη της ../2001 εκθέσεως κατασχέσεως που είναι ανακριβής και ψευδής, ενώ η πρώτη έδωσε την εντολή στη δεύτερη (των εναγομένων) και βρισκόταν σε συνεννόηση μαζί της για τη νομική και πραγματική κατάσταση του ακινήτου, επιδιώκοντας να λάβει τα χρήματα, τα οποία είχε δαπανήσει προς την πιστούχο εταιρεία "Χ. Κ. και Σια Ε.Ε.", με βάση την υπ' αριθ…/14.5.1998 σύμβαση πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό και την αυξητική αυτής από 19.6.1998 σύμβαση, συνολικού ποσού 14.400.000 δραχμών, για το οποίο ποσό εγγυήθηκε η πέμπτη των εναγομένων, προχώρησε δε στην εκτέλεση παρά την ύπαρξη των ανωτέρω παρανομιών..., πρέπει λόγω της υπάρξεως του νομικού ελαττώματος και της αδικοπραξίας να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρο να καταβάλλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 34.214,58 ευρώ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, δέχθηκε ακολούθως την αγωγή αυτή και υποχρέωσε τους εναγομένους, επομένως και την αναιρεσείουσα, να καταβάλουν το παραπάνω ποσό στον αναιρεσίβλητο, έναντι του οποίου έκρινε ότι η αναιρεσείουσα υπέχει αδικοπρακτική ευθύνη, συρρέουσα με την ευθύνη της από τις διατάξεις των άρθρ. 1017§2εδ.β ΚΠολΔ, 514, 515, 516, 382 και 297 - 298 ΑΚ, ενώ ως προς την επικουρική αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό έκρινε ότι παρέλκει η έρευνα. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται, εκτός άλλων, την προσβαλλόμενη απόφαση και για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή των διατάξεων των άρθρ. 1017§2εδ.β ΚΠολΔ, 514 - 516, 382, 914 και 297 - 298 ΑΚ που εφάρμοσε, ισχυριζόμενη ότι η απόφαση αυτή δεν έχει νόμιμη βάση, αλλιώς έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη γνώση που δέχθηκε το Εφετείο από τις αποδείξεις ότι υπήρχε στο πρόσωπό της σχετικά με την έλλειψη κυριότητας της καθ' ης η εκτέλεση στο ακίνητο που με επίσπευσή της (δηλαδή της αναιρεσείουσας) εκπλειστηριάσθηκε και κατακυρώθηκε στον αναιρεσίβλητο. Πράγματι αν και έγινε δεκτή με την απόφαση του Εφετείου η ύπαρξη τέτοιας γνώσης της, δεν αιτιολογείται, ούτε στοιχειωδώς, η σχετική κρίση του Εφετείου, δηλαδή κατά ποιο τρόπο προέκυψε η γνώση της αυτή, αφού για την κατάφασή της δεν αρκεί το γεγονός και μόνο ότι έδωσε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της την εντολή στη δικαστική επιμελήτρια (δεύτερη εναγομένη) για την κατάσχεση του παραπάνω ακινήτου, όταν μάλιστα το ακίνητο αυτό ήταν εξακολουθητικά μεταγεγραμμένο στο όνομα της καθ' ης η εκτέλεση στο Υποθηκοφυλακείο Μεγάρων και σ' αυτό δεν βεβαιώνεται με την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε η ύπαρξη έργων απαλλοτρίωσης κατά τον κρίσιμο χρόνο. Έτσι η δικαστική επιμελήτρια, είτε μετέβη στο ακίνητο για να το κατασχέσει, όπως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, είτε δεν μετέβη, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν μπορούσε με μόνη τη μετάβασή της στο ακίνητο αυτό να αντιληφθεί το διαφορετικό ιδιοκτησιακό καθεστώς του και να ενημερώσει αναλόγως την αναιρεσείουσα.

Συνεπώς κατά την παραπάνω αιτίαση, που εκτιμάται ως ενιαία αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, πρέπει ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατά το αντίστοιχο μέρος του, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του ίδιου λόγου κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, με τις οποίες προσάπτονται σωρευτικά την προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8β, 10, 11β&γ και 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ειδικότερα η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο (α) παρέλειψε να λάβει υπόψη τους κρίσιμους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς της, με τους οποίους αμφισβήτησε τόσο την έλλειψη κυριότητας της πέμπτης εναγομένης στο ακίνητο που με επίσπευσή της (δηλαδή της αναιρεσείουσας) εκπλειστηριάσθηκε στις 12.3.2003 και κατακυρώθηκε στον αναιρεσίβλητο, όσο και την ύπαρξη γνώσης της ως προς την τυχόν έλλειψη κυριότητας της πέμπτης εναγομένης (καθ' ης η εκτέλεση) στο ακίνητο αυτό, (β) δέχθηκε (το Εφετείο) την ύπαρξη ευθύνης της χωρίς απόδειξη, αφού δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η ίδια προσκόμισε με επίκληση, ενώ αντίθετα έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν και έτσι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Πρέπει έτσι κατά μερική παραδοχή του δεύτερου λόγου της αίτηση αναίρεσης κατά την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ να αναιρεθεί η απόφαση αυτή ως προς την αναιρεσείουσα, ως προς την οποία πρέπει ακολούθως να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή διορθωτικά ερμηνεύεται μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 12§4 του ν. 4055/2012 [ΟλΑΠ(σε συμβούλιο) 4/2012]. Ο αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημα του αναιρεσείουσας, να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί ως προς την αναιρεσείουσα την υπ' αριθ. 6032/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει ως προς την αναιρεσείουσα την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
=======================
Νομικό ελάττωμα ακινήτου - Αναγκαστικός πλειστηριασμός - Προυποθέσεις ευθύνης επισπεύδοντα - Υποχρέωση αποζημίωσης - Αδικαιολόγητος πλουτισμός - Αποφ. Α.Π. 469/2013 (Α1΄ Πολιτικό Τμήμα)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Β. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Μπατουδάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ζ. του Κ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Γκέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Νοεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3682/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6032/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν ο πρώτος και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της κατά της υπ' αριθ. 6032/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην της πέμπτης των εφεσιβλήτων, αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 6032/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την από 13.4.2009 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε ως προς όλους τους διαδίκους την υπ' αριθ. 3682/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 19.11.2004 αγωγή του, δέχθηκε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) την αγωγή αυτή και υποχρέωσε εις ολόκληρο τους εφεσιβλήτους να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 34.214,58 ευρώ, ως αποζημίωση για την ύπαρξη νομικού ελαττώματος στο ακίνητο, που αυτός απέκτησε με αναγκαστικό πλειστηριασμό ύστερα από διαδικασία κατά την οποία, εκτός των άλλων, αδικοπρακτική συμπεριφορά επέδειξε και ο ήδη αναιρεσείων.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 1017§2 ΚΠολΔ ναι μεν για τα νομικά ελαττώματα του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), που αναγκαστικά εκπλειστηριάσθηκε, υπάρχει ευθύνη μόνον εκείνου που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και μόνον αν αυτός γνώριζε κατά το χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος, ενώ δεν αποκλείεται και η ευθύνη από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 453/2006? 580/2006? 1523/2006? 1036/2009? 1313/2009), όμως πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν αποκλείεται και η αδικοπρακτική ευθύνη του επισπεύδοντος ή τρίτου, εφόσον συντρέχουν σχετικά οι όροι των άρθρ. 914 ή 919 ΑΚ (πρβλ. και ΑΠ 1022/2009).

Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005? 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του ουσιαστικού δικαίου ( ΟλΑΠ 20/2005).

Περαιτέρω κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθ…/5.7.2001 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μαρίας Παπατρέχα - Αρσλανίδη επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση επί ακινήτου φερόμενου να ανήκει στην ιδιοκτησία της οφειλέτιδας της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ....... Ε. συζ. Χ. Κ. , πέμπτης εναγομένης, για την ικανοποίηση απαιτήσεως της πρώτης εναντίον της τελευταίας, συνολικού ποσού 8.302.820 δραχμών, δυνάμει αντιγράφου εξ απογράφου της υπ' αριθ…/2001 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών...

Στη συνέχεια δυνάμει της …/2002 Γ' επαναληπτικής περιλήψεως της ως άνω κατασχετήριας εκθέσεως της αυτής δικαστικής επιμελήτριας εκπλειστηριάσθηκε την 2.10.2002 το ανωτέρω ακίνητο δυνάμει της …/2.10.2002 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Βαραβάρας Σγούρου και κατακυρώθηκε στον υπερθεματιστή Ι. Ν. . Επειδή όμως ο τελευταίος δεν κατέβαλε, ως όφειλε, εμπροθέσμως το οφειλόμενο ποσό του πλειστηριάσματος, η προαναφερόμενη συμβολαιογράφος συνέταξε την …/12.3.2003 πράξη, με την οποία ορίστηκε ημέρα αναπλειστηριασμού η 12.3.2003... Δυνάμει της …/12.3.2003 εκθέσεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταματίνας Γιαννακοπούλου, ως νόμιμης αναπληρώτριας της Βαρβάρας Σγούρου, διενεργήθηκε τελικά ο (ανα)πλειστηριασμός του ως άνω ακινήτου, που κατακυρώθηκε στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) για το ποσό των 32.284,73 ευρώ. Παράλληλα συντάχθηκε η 29904/2003 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως ακινήτου της ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε από τον ενάγοντα στο βιβλίο μεταγραφών του Δήμου... Όπως αποδεικνύεται από την ως άνω …/5.7.2001 έκθεση της δεύτερης εναγομένης δικαστικής επιμελήτριας ..., αυτή προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση με τη σύμπραξη ως μαρτύρων των Κ. Α. (αναιρεσείοντος) και Α. Μ. , τρίτου και τέταρτου των εναγομένων αντιστοίχως, ενός αγροτεμαχίου της πέμπτης εναγομένης, στη θέση … του Δήμου …, εκτός σχεδίου πόλεως, άρτιου και οικοδομήσιμου κατά παρέκκλιση, το οποίο έχει έκταση... 1620 τμ., εμφαινόμενο με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από 6.2.1982 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. Μ. ..., προσαρτημένο στο …/10.3.1982 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χριστίνας Μουστάκη...

Το αγροτεμάχιο αυτό αναφέρεται ότι περιήλθε στην πέμπτη εναγομένη δυνάμει του ως άνω πωλητηρίου συμβολαίου και της …/1998 πράξεως δωρεάς εν ζωή της ίδιας συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένων στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Μεγάρων την 28.5.2003, σύμφωνα με το υπ' αριθ…/13.2.2006 πιστοποιητικό του μεταγραφοφύλακα Μεγάρων. Όμως το ανωτέρω ακίνητο είχε κατά τη διάρκεια του πλειστηριασμού και της κατακυρώσεως νομικό ελάττωμα που εμπόδιζε τη διάθεσή του, ήτοι είχε έλλειψη κυριότητας επ' αυτού της οφειλέτιδας πέμπτης εναγομένης, το οποίο, εκτός από την ίδια, γνώριζε και η πρώτη εναγομένη (δανείστρια), που επέσπευσε ωστόσο τη διάθεσή του με πλειστηριασμό. Ειδικότερα το ακίνητο αυτό είχε απαλλοτριωθεί από το Ελληνικό Δημόσιο με την κοινή υπουργική απόφαση 1023181/1135/001/339/02/03/1993 για την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου και της νέας σιδηροδρομικής γραμμής Αθηνών - Κορίνθου πολύ πριν από την κατάσχεση και τον πλειστηριασμό του, ενώ από τους κτηματολογικούς πίνακες, που είχαν συνταχθεί για την απαλλοτρίωση αυτή, αποδεικνύεται ότι με αύξοντα αριθμό … και με στοιχεία … κύριοι του ακινήτου αυτού, εκτάσεως 1440,5 τμ., ήταν πριν από την απαλλοτρίωσή του η εταιρεία ...... με έδρα την … και ο Π. Π. , κάτοικος ... , οι οποίοι και αποζημιώθηκαν...

Η ταυτοποίηση του ακινήτου που εκπλειστηριάσθηκε έγινε από τον ενάγοντα με τον τοπογράφο-μηχανικό Ε. Ν. ..., χωρίς επιτόπια μετάβαση, διότι η απαλλοτρίωση είχε συντελεσθεί από το έτος 1993 και... οι εργασίες άρχισαν από το έτος 1996... Ο ίδιος τοπογράφος-μηχανικός συνέταξε την από Μαρτίου 2004 τεχνική έκθεση, σύμφωνα με την οποία το ακίνητο κατά το βόρειο τμήμα του, εμβαδού 591,05 τμ., βρίσκεται εκτός της απαλλοτριώσεως του ΟΣΕ και συνορεύει βορείως με ....., δυτικώς με ρέμα και ανατολικώς με ιδιοκτησία αγνώστου, κατά το νοτιοδυτικό τμήμα του, εμβαδού 760,50 τμ., το ακίνητο είναι περιφραγμένο και εντός αυτού έχει κατασκευασθεί αυθαίρετη λυόμενη ισόγεια οικία, εμβαδού 83 τμ., συνορεύει δε βορείως με το προαναφερόμενο τμήμα, νοτίως με παλαιό συρματόπλεγμα όμορης ιδιοκτησίας, δυτικώς με ρέμα και ανατολικώς με το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου, ενώ κατά το νοτιοανατολικό τμήμα, εμβαδού 268,50 τμ., το ακίνητο παραμένει αδιαμόρφωτο και συνορεύει νοτίως με παλαιά συρματοπλέγματα... Το ακίνητο που εκπλειστηριάσθηκε βρίσκεται ειδικότερα μεταξύ των χιλιομετρικών θέσεων 53.800 και 53.900 της ΝΕΟΑΚ και όπως προαναφέρθηκε είχε και έχει μέσα αυθαίρετη λυόμενη οικία, η οποία όμως δεν περιγράφεται στην παραπάνω έκθεση κατασχέσεώς του..., διότι δεν έλαβε χώρα επιτόπια μετάβαση σ' αυτό της δικαστικής επιμελήτριας, καθόσον θα την έβλεπε. Επίσης στην αυτή έκθεση κατασχέσεως η δικαστική επιμελήτρια (δεύτερη εναγομένη) αναφέρει ότι από το 52ο έως το 56ο χιλιόμετρο της ..... γίνονται έργα... και ότι πήγε με τους μάρτυρες, τρίτο και τέταρτο των εναγομένων, στο 54,5 χιλιόμετρο περίπου.

Το ακίνητο αυτό ο ενάγων, που δεν γνώριζε τα ανωτέρω, το μετέγραψε στο Υποθηκοφυλακείο Μεγάρων και γι' αυτό κατέβαλε για φόρο 1.629,85 ευρώ... και για δικαιώματα του Υποθηκοφυλακείου 300 ευρώ. Από όλα τα προαναφερόμενα συμπεραίνεται: α)... β) ότι η δεύτερη εναγομένη ουδέποτε προσήλθε στο ακίνητο που κατέσχεσε, όπως είχε υποχρέωση από το άρθρ. 993§2εδ.β ΚΠολΔ..., και συνεπώς βεβαιώνει ψευδώς ότι "ήρθαμε στο …χιλιόμετρο της ΝΕΟΑΚ, όπου βρίσκεται η ακίνητη περιουσία...", μάλιστα συμπληρώνει χειρογράφως τη λέξη περίπου μετά τη χιλιομετρική απόσταση ..., καθόσον δεν μπορεί να είχε μεταβεί στο … χιλιόμετρο, ενώ, όπως αναφέρει στην έκθεσή της, γίνονταν έργα από το … έως το …χιλιόμετρο. Επομένως, αφού η πρώτη εναγομένη (επισπεύδουσα την εκτέλεση δανείστρια τράπεζα)... γνώριζε την ύπαρξη των νομικών ως άνω ελαττωμάτων στο ακίνητο που κατασχέθηκε, όλοι δε οι εναγόμενοι παρανόμως και υπαιτίως τον ζημίωσαν (δηλαδή τον αναιρεσίβλητο) κατά τα προαναφερόμενα ποσά, καθόσον η δεύτερη, ο τρίτος και ο τέταρτος συνέταξαν και συνέπραξαν στη σύνταξη της …/2001 εκθέσεως κατασχέσεως που είναι ανακριβής και ψευδής..., πρέπει λόγω της υπάρξεως του νομικού ελαττώματος και της αδικοπραξίας να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρο να καταβάλλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 34.214,58 ευρώ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, δέχθηκε ακολούθως την αγωγή αυτή και υποχρέωσε τους εναγομένους, επομένως και τον αναιρεσείοντα, να καταβάλλουν το παραπάνω ποσό στον αναιρεσίβλητο, έναντι του οποίου έκρινε ότι ο αναιρεσείων υπέχει αδικοπρακτική ευθύνη. Η ευθύνη αυτή συρρέει με την ευθύνη της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ......., που επέσπευσε τον πλειστηριασμό του ως άνω ακινήτου και ευθύνεται κατά τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρ. 1017§2εδ.β ΚΠολΔ, 514 - 516, 382 και 297 - 298 ΑΚ.

Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι η ύπαρξη ευθύνης της πρώτης εναγομένης κατά τις παραπάνω διατάξεις αποκλείει τη συρροή αδικοπρακτικής ευθύνης του, την οποία εσφαλμένα έτσι, κατά την άποψή του, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τον υποχρέωσε σε καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης στον αντίδικό του. Αντίθετα βάσιμος είναι ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι αναιτιολόγητα δέχθηκε ότι η παράλειψη του αναιρεσείοντος να μεταβεί επιτοπίως στο ακίνητο που κατασχέθηκε με την ως άνω έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας …, συνδέεται με τη ζημία του αναιρεσιβλήτου από την έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο αυτό της πέμπτης εναγομένης και καθ' ης η εκτέλεση Ε. συζ. Χ. Κ. και συνεπώς ανακύπτει αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος, αφού δεν αναφέρεται, έστω στοιχειωδώς, στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ως άνω παράλειψη του αναιρεσείοντος συνετέλεσε στη ζημία του αναιρεσιβλήτου και ούτε πολύ περισσότερο εξηγείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράλειψης του αναιρεσείοντος και της ζημίας του αντιδίκου του, αν ληφθεί υπόψη ότι η μετάβαση του αναιρεσείοντος στον τόπο της κατάσχεσης δεν θα ήταν από μόνη της ικανή να καταστήσει εμφανή σ' αυτόν την έλλειψη κυριότητας της Ε. συζ. Χ. Κ. στο ακίνητο, όταν μάλιστα το ακίνητο αυτό ήταν στο όνομά της μεταγεγραμμένο στο Υποθηκοφυλακείο Μεγάρων, ενώ εξ άλλου δεν γίνεται δεκτό με την απόφαση του Εφετείου ότι ο αναιρεσείων γνώριζε σε κάθε περίπτωση την έλλειψη της κυριότητάς της ως νομικό τελικά ελάττωμα του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, στο οποίο επίσης ούτε η ύπαρξη έργων απαλλοτρίωσης κατά τον κρίσιμο χρόνο βεβαιώνεται με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Πρέπει έτσι ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του τρίτου λόγου της ίδιας αίτησης από τον αυτό αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, που συνέπραξε ως μάρτυρας στην κατάσχεση του ως άνω ακινήτου και συνυπέγραψε τη σχετική υπ' αριθ. …/5.7.2001 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, δεν μετέβη στον τόπο της κατάσχεσης και επομένως ψευδώς βεβαιώνεται στην έκθεση αυτή ότι η κατάσχεση του ακινήτου έγινε ύστερα από επιτόπια μετάβαση στο ακίνητο τόσο της δικαστικής επιμελήτριας όσο και των λοιπών συμπραττόντων προσώπων. Πρέπει έτσι κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα, ως προς τον οποίο πρέπει ακολούθως να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή διορθωτικά ερμηνεύεται μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 12§4 του ν. 4055/2012 [ΟλΑΠ(σε συμβούλιο) 4/2012]. Ο αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος, να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί ως προς τον αναιρεσείοντα την υπ' αριθ. 6032/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει ως προς τον αναιρεσείοντα την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Iανουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κατηγορία Επαγγελματικά
Διαβάστε περισσότερα...
Σύμβαση έργου - Υποχρεώσεις εργολάβου για την καταβολή Φ.Π.Α - Αδικαιολόγητος πλουτισμός - Αιτιολογία απόφασης - Αποφ. Α.Π. 152/2013 (Α1΄ Πολιτικό Τμήμα)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ......, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής, εκ μετατροπής, από Ε.Π.Ε. σε Α.Ε., διαδόχου της αρχικής διαδίκου ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοτζαμανίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Της αναιρεσίβλητης: Δημόσιας Επιχείρησης με την επωνυμία ....., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου και Χαρίκλεια Τζέλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Μαρτίου 1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8524/1996 αναβλητική, 945/2001 εν μέρει οριστική και εν μέρει προδικαστική και 3257/2007 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Αθηνών και 7123/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Νοεμβρίου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 10 Δεκεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 927/16-11-2011 αιτήσεως για αναίρεση της 7123/29-12-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου τους στην δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 927/16-11-2011 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 7123/29-12-2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 3603/10-4-1995 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της ενάγουσας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ....., η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ....., απορρέουσα από τις συνομολογηθείσες μετά της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας ....διαδοχικές συμβάσεις έργου, με αντικείμενο την διάθεση από την ενάγουσα, για λογαριασμό της εναγομένης, στο επιβατικό κοινό, με αμοιβή, εισιτηρίων για τα διεθνή δρομολόγια που εκείνη πραγματοποιούσε από την …, και ειδικότερα η απαίτησή της από την βαρύνουσα την τελευταία κατά νόμο και τις συμβάσεις υποχρέωσή της καταβολής του αναλογούντος επί της αμοιβής της ΦΠΑ, με επικουρική θεμελίωσή της στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 8524/1996 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως μέχρι εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της 1308/24-11-1993 εφέσεως της ενάγουσας κατά της απορριπτικής επί προσφυγής της 1547/1993 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και στη συνέχεια, μετά την απορριπτική ομοίως επί της εφέσεως της ενάγουσας 504/1996 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, η 945/2001 μη οριστική αυτού απόφαση, με την οποία αξιολογήθηκε η αγωγή νόμιμη κατ' αμφότερες τις βάσεις της, κύρια και επικουρική, και τάχθηκε το οικείο σε βάρος της ενάγουσας θέμα αποδείξεως για τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά.

Μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων επακολούθησε η έκδοση της 3257/2007 οριστικής αυτού αποφάσεως, με την οποία αξιολογήθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη κατά την επικουρική της βάση και ανακλήθηκε κατά τούτο η αντιθέτως αποφανθείσα 945/2001 μη οριστική απόφαση και παράλληλα απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά την κύρια αυτής βάση. Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλε η ενάγουσα με την 10311/10-12-2007 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η απορριπτική αυτής, με βάση τις αυτές αιτιολογίες, 7123/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, περί πραγμάτων κρίση της επί του κεφαλαίου της πρωτοβάθμιας οριστικής αποφάσεως για την κύρια βάση της αγωγής στήριξε τις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Ο εναγόμενος Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος παραχώρησε στην ενάγουσα (η οποία δυνάμει του …21-2-2003 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνας Τσακάλου, νομίμως δημοσιευμένου στο ΦΕΚ μετετράπη από ΕΠΕ σε ΑΕ με την επωνυμία BUS & ATLANTIC ΔΟΜΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Ανώνυμη Εταιρεία), δυνάμει των από 11-2-1985, 20-5-1987, 28-7-1989, 12-7-1991 διαδοχικών συμβάσεων, το δικαίωμα για το χρονικό διάστημα από 1-1-1985 έως και 31-5-1994 να διαθέτει για λογαριασμό του στο επιβατικό κοινό, με αμοιβή (προμήθεια), εισιτήρια των Διεθνών Λεωφορειακών δρομολογίων, που αυτός εκτελούσε προς Μ., Φ., Κ., Π., Κ., Σ., Β., Λ., Π. και αντιστρόφως.

Στις ανωτέρω συμβάσεις δεν υπήρχε καμία μνεία σχετικά με υποχρέωση του εναγομένου να αποδίδει στην ενάγουσα τον Φ.Π.Α., που αντιστοιχούσε στα έσοδά της που προέκυπταν από τα ποσοστά της από την προμήθεια επί των πωληθέντων εισιτηρίων στο τμήμα της διαδρομής του ελληνικού εδάφους. Όμως, όπως προκύπτει από ικανό αριθμό προσκομιζόμενων τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, που αφορούσαν τις διαδρομές αυτές, αλλά και από τις καταθέσεις του Διευθυντή του Πρακτορείου Γενικού Τουρισμού της ενάγουσας Ν. Μ. και του Υπευθύνου Προσωπικού της, Ε. Α., αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος κατέβαλε στην ενάγουσα τον Φ.Π.Α. που αντιστοιχούσε στα έσοδά της που προέκυπταν από τα ποσοστά της από την προμήθεια επί των πωληθέντων εισιτηρίων στο τμήμα της διαδρομής, που αντιστοιχούσε στη μεταφορά επιβατών μέχρι τα σύνορα της Ελλάδας, δηλαδή μόνο στην ελληνική διαδρομή και ακολούθως η ενάγουσα απέδιδε το ως άνω ποσό στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Στη συνέχεια και μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε στην ενάγουσα από την Δ' Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία … για τα οικονομικά έτη 1987-1991, διαπιστώθηκε ότι από την έκδοση εισιτηρίων του εναγομένου, είχαν εκδοθεί τιμολόγια παροχής υπηρεσιών με επιμερισμό του Φ.Π.Α. κατά το μέρος της διαδρομής που αντιστοιχεί στο διανυόμενο εντός Ελλάδος τμήμα αυτής (όπως προκύπτει από την από 18-10-1993 και την 7-6-1994 έκθεση ελέγχου της άνω Δ.Ο.Υ.), ενώ αντίθετα επειδή η προμήθεια από την έκδοση εισιτηρίων οδικών διαδρομών μεταφοράς προσώπων από την Ελλάδα προς το εξωτερικό και αντίστροφα, που λαμβάνουν επιχειρήσεις, που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα, επιβαρύνονται εξ ολοκλήρου με Φ.Π.Α., χωρίς να γίνεται επιμερισμός κατά το μέρος της διαδρομής που αντιστοιχεί στο διανυόμενο εντός Ελλάδος τμήμα αυτής, γιατί οι υπηρεσίες αυτές θεωρείται ότι πραγματοποιούνται στην Ελλάδα, επομένως και φορολογούνται στην Ελλάδα, όπως δέχθηκε και η 1547/1993 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ήδη τελεσίδικη, δυνάμει της υπ' αρ. 504/1996 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο εναγόμενος υποχρεούται βάσει συμφωνίας να αποδίδει στην ενάγουσα, την οποία σε κάθε περίπτωση βαρύνει η απόδοση του Φ.Π.Α. στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και το ποσό του Φ.Π.Α. που αντιστοιχούσε στα έσοδα της που προέκυπταν από τα ποσοστά της από την προμήθεια επί των πωληθέντων εισιτηρίων στο τμήμα της διαδρομής, που αντιστοιχούσε στη μεταφορά επιβατών εκτός των συνόρων της Ελλάδος. Οι μάρτυρες της ενάγουσας κατέθεσαν ότι η υποχρέωση αυτή του εναγόμενου πηγάζει από συμβατικό όρο. Όμως από κανένα σαφή και συγκεκριμένο όρο της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης προκύπτει τούτο (βλ. κατάθεση μάρτυρος Ν. Μ. "Υπάρχει ρητός όρος στη σύμβαση που ορίζει τα παραπάνω και αφορούσε την έκδοση εισιτηρίων", αλλά και του μάρτυρα Ε. Α. "Υπάρχει όρος στις έγγραφες συμβάσεις σύμφωνα με τον οποίο υπόχρεος για την καταβολή του Φ.Π.Α. ήταν ο Ο.Σ.Ε. και η επίδικη απαίτηση στηρίζεται σ' αυτόν ακριβώς τον όρο που αναγράφεται σ' αυτές τις συμβάσεις"). Αντίθετα, σε όλες τις υπογραφείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις, οι οποίες μετ' επικλήσεως προσάγονται, υπάρχει στα άρθρα 9 και 13 πρόβλεψη περί αναλήψεως της υποχρέωσης καταβολής φόρων από τον "ΕΡΓΟΛΑΒΟ" δηλαδή από την ενάγουσα. Συγκεκριμένα αναφέρεται επί λέξει στο άρθρο 9: "Τον εργολάβο βαρύνουν επίσης οι φόροι στην Ελλάδα...", ενώ στο άρθρο 13 αναφέρεται ότι: "Το εκάστοτε τιμολογιακό χαρτόσημο βαρύνει τον εργολάβο σύμφωνα με τον Κ.Φ.Σ.". Επίσης, στο άρθρο 6 παρ. 13 της συνημμένης στη σύμβαση συγγραφής υποχρεώσεων αναφέρεται ρητώς ότι: "Ο εκάστοτε Φ.Π.Α. βαρύνει τον εργολάβο σύμφωνα με τον Κ.Φ.Σ.".

Η ενάγουσα δεν διατύπωσε ουδεμία σχετική επιφύλαξη κατά την υπογραφή των ανωτέρω συμβάσεων πρακτόρευσης-πώλησης εισιτηρίων με τον εναγόμενο. Εξάλλου, συνέχισε να υπογράφει συμβάσεις με αυτόν με το ίδιο περιεχόμενο και μετά τον καταλογισμό της Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης κατά το έτος 1989, ήτοι 1991 και 1993. Περί τούτων, με σαφήνεια κατέθεσαν οι εξετασθέντες μάρτυρες του εναγόμενου. Ειδικότερα ο μάρτυρας Θ. Π. κατέθεσε: "Στις συμβάσεις υπάρχει ρητός όρος που αναφέρει ότι οι φόροι βαρύνουν τον αντισυμβαλλόμενο, εν προκειμένω την ενάγουσα" και ο μάρτυρας Κ. Χ.: "Από τα συμβατικά κείμενα, σύμβαση και συγγραφή υποχρεώσεων, υποχρέωση πληρωμής φόρου και τέλους χαρτοσήμου είχαν οι αντισυμβαλλόμενοι του Ο.Σ.Ε.". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα:

(ι). Κεφάλαιο επικουρικής βάσεως της αγωγής.

Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 904 εδ.α' ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, κατά το δεύτερο δε εδάφιο της αυτής διατάξεως η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής από απόψεως ουσιαστικού δικαίου φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν ελλείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και την υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της αγωγής από την κύρια βάση της από τη σύμβαση ή από την αδικοπραξία. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές ορθώς αιτιολογήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή ως μη νόμιμη κατά την επικουρικώς διατυπούμενη βάση της, η οποία θεμελιώνεται, κατά την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου αυτής, στα αυτά πραγματικά περιστατικά με εκείνα της κυρίας βάσεως αυτής από τη σύμβαση, χωρίς επικουρική επίκληση ακυρότητάς της, με άμεση δικονομική συνέπεια υποστηρίζουσα τα αντίθετα η προσβαλλόμενη με τον τέταρτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της παραβάσεως του άρθρου 904 ΑΚ, αρνητικά να αξιολογείται, ως αβάσιμη.

(ιι) Κεφάλαιο κύριας βάσεως της αγωγής.

Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για την στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με την επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' Ολ. ΑΠ 2/2008). Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.

Τέλος, στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο τη ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (Κ.Πολ.Δ. 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτικά δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Με τον τρίτο κατά σειρά λόγο προβάλλονται κατά σειρά οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11, 12 και 8 ΚΠολΔ, με την έννοια (α) ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη (αα) την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Χ. Κ., στην οποία διέλαβε, πλην άλλων, "Οι αντιδικίες για τον Φ.Π.Α. ξεκίνησαν, αν θυμάμαι καλά, το 1992, οι οποίες μέχρι να πεισθεί ο Ο.Σ.Ε. ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα, έφθασε στο σημείο το 1995, να εκδώσει εγκύκλιο, ότι πρέπει, να καταβάλλεται φόρος Φ.Π.Α. για όλη την διαδρομή, και στους μεταφορείς και στους πράκτορες. Η εγκύκλιος άρχισε να ισχύει το 1995 και δεν είχε αναδρομική ισχύ" και (ββ) την εγκύκλιο της αναιρεσίβλητης, στην οποία αναφέρεται ο εν λόγω μάρτυρας (β) κατ' εκτίμηση, ότι δεν προσέδωσε στα εν λόγω αποδεικτικά μέσα την προσήκουσα αποδεικτική τους δύναμη και (γ) δεν έλαβε υπόψη τον αντίστοιχο με το περιεχόμενο της εγκυκλίου ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.

Οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις αξιολογούνται προεχόντως ως αλυσιτελείς και άρα απαράδεκτες, με την έννοια ότι αναφέρονται σε ισχυρισμό και αποδεικτικά αυτού μέσα, τα οποία δεν ακούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δοθέντος οι αξιώσεις της αναιρεσείουσας αναφέρονται στο από1-1-1987 μέχρι 31-12-1993 χρονικό διάστημα και θεμελιώνονται, κατά την μη προσβαλλόμενη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του δικογράφου της αγωγής, στην διατύπωση του αγωγικού ισχυρισμού ότι η αναιρεσίβλητη βαρύνεται με την καταβολή του αναλογούντος επί της αμοιβής της Φ.Π.Α. κατά σχετικό όρο των συνομολογηθεισών μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων έργου, για τον οποίο και τάχθηκε σε βάρος της ενάγουσας θέμα αποδείξεως με την 945/2001 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, θέμα για το οποίο δέχθηκε αντίθετη περί τούτου συμφωνία των διαδίκων, χωρίς παράλληλα να επικαλείται αντίθετου περιεχομένου τροποποίηση αυτών. Επιπρόσθετα το περιεχόμενο της εγκυκλίου δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, απαραδέκτως προτάθηκε, ως αυτοτελής ισχυρισμός, τον πρώτον από την αναιρεσείουσα, ως εκκαλούσα, με το δικόγραφο της εφέσεως (ΚΠολΔ 527), χωρίς παράλληλα να επικαλείται ότι συνέτρεχαν οι εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 527 περ.2 και 269§2 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 27 του ν. 3994/2011, αλλά πραγματικό επιχείρημα, προς επιβεβαίωση του θεμελιωτικού των αξιώσεων της αγωγικού ισχυρισμού. Τέλος η με στοιχ. (β) αναιρετική αιτίαση αναφέρεται σε αποδεικτικά μέσα τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, ελεγχόμενη εντεύθεν σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμη.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Περαιτέρω, κατά τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνδέονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Εξάλλου, κατά τις αμέσως παρακάτω σημειούμενες κατά περίπτωση διατάξεις του νόμου 1642/1986, που επέβαλε τον φόρο προστιθέμενης αξίας και ισχύει από 1-1-1987 α. "επιβάλλεται φόρος κύκλου εργασιών με την ονομασία "φόρος προστιθέμενης αξίας", σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου" (άρθρο 1§1), β. "αντικείμενο του φόρου είναι η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στην ελληνική επικράτεια από υποκείμενο στο φόρο που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα" (άρθρο 2 εδ.α'), γ. "στο φόρο υπόκειται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ημεδαπό ή αλλοδαπό ή ένωση προσώπων εφόσον ασκεί, κατά τρόπο ανεξάρτητο, οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασης, τον επιδιωκόμενο σκοπό ή το αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής" (άρθρο 3§1), και δ. "ως οικονομική δραστηριότητα "θεωρείται οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες του παραγωγού, του εμπόρου ή αυτού που παρέχει τις υπηρεσίες" (άρθρο 4). Τέλος, με την Π 8499/4941 Π 01369 της 28-12-1987/3-12-1988 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 11§4 του ν. 1839/1989 και έχει ισχύ νόμου από τότε που εκδόθηκε, ορίστηκε ότι από 1-1-1988 ο φόρος προστιθέμενης αξίας επιρρίπτεται υποχρεωτικά από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλόμενου.

Από τις διατάξεις αυτές και ιδία εκείνη της έχουσας ισχύ νόμου υπουργικής αποφάσεως προκύπτει ότι με την απόδοση του ΦΠΑ βαρύνεται, σε περίπτωση παροχής υπηρεσιών, εκείνος που παρέχει τις υπηρεσίες, τον οποίο από 1-1-1988 επιρρίπτει και μετακυλύει υποχρεωτικά κατά νόμο στον αντισυμβαλλόμενό του, χωρίς να αποκλείεται αντίθετη περί τούτου συμφωνία των συμβαλλομένων με βάση την παρεχόμενη από το άρθρο 361 ΑΚ δυνατότητα, με την έννοια συνυπολογισμού του στη συνομολογηθείσα αμοιβή σε περίπτωση συμβάσεως έργου. Όπως προαναφέρθηκε, οι αξιώσεις της αναιρεσείουσας αναφέρονται στο από 1-1-1987 έως 31-12-1993 χρονικό διάστημα και θεμελιώνονται, κατά την μη προσβαλλόμενη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του δικογράφου της αγωγής, στην διατύπωση του αγωγικού ισχυρισμού ότι με τον ΦΠΑ βαρύνεται η αναιρεσίβλητη κατά τον σχετικό όρο των συνδεουσών τις διαδίκους συμβάσεων έργου, για τον οποίο τάχθηκε και το οικείο σε βάρος αυτής θέμα αποδείξεως, εκ περισσού για το από 1-1-1988 χρονικό διάστημα, με βάση τη νομοθετική ρύθμιση με την υπουργική απόφαση για υποχρεωτική επίρριψη του ΦΠΑ στον αντισυμβαλλόμενο του παρέχοντος τις υπηρεσίες, αγωγικό ισχυρισμό αναφορικά με τον οποίο διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση με πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ότι κατά τον σχετικό όρο του άρθρου 6§13 της συνημμένης στις συμβάσεις συγγραφής υποχρεώσεων "Ο εκάστοτε ΦΠΑ βαρύνει τον εργολάβο σύμφωνα με τον ΚΦΣ", παραδοχή η οποία παράλληλα επιτρεπτώς αναιρεί την κατά νόμο υποχρέωση της αναιρεσίβλητης από 1-1-1988 για καταβολή του ΦΠΑ.

Τα πραγματικά αυτά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειουμένων διατάξεων κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής κατά την κύρια διατυπούμενη βάση της, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες με τους απομένοντες προς έρευνα πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 19 και 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της εκ πλαγίου και ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, να ελέγχονται ως αβάσιμες. Η κρίση αυτή δεν διαφοροποιεί τα από την παράλληλη παραδοχή της ότι η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στην αναιρεσείουσα, προφανώς αντίθετα προς τα προβλεπόμενα από τον σχετικό όρο της συμβάσεως, τον ΦΠΑ που αναλογούσε στην αμοιβή της τελευταίας επί του τιμήματος των πωληθέντων από εκείνη εισιτηρίων, το οποίο αντιστοιχούσε στην διαδρομή του δρομολογίου μέχρι τα σύνορα της Ελληνικής Επικράτειας. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 927/16-11-2011 αίτηση για αναίρεση της 7123/29-12-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
====================
Υπερωρία - Yπερεργασία - Συμβατικο ωράριο - Αδικαιολόγητος πλουτισμός Αποφ. Α.Π. 1318/2012 (Β2΄ Πολιτικό Τμήμα)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας ......, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καρούζο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Β. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μαρκέτο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/11/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την από 8/12/2006 ανακοίνωση δίκης -προσεπίκληση της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 510/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 739/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 19/5/2010 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 944/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 23/6/2011 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 5/5/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αντωνίου Αθηναίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 §§ 1 και 2 του Ν. 435/1976 οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέραν από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια διάρκειας της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως, που είναι ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα πέραν των απαιτήσεών τους από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου τους. Επί παροχής παράνομης υπερωριακής απασχόλησης οφείλεται στο μισθωτό, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή εργασία του απασχοληθέντος μισθωτού Όταν δεν αναφέρεται στην αγωγή το περιστατικό του αδικαιολόγητου πλουτισμού ο εργαζόμενος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου (πέραν των απαιτήσεών του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) την προσαύξηση του 100% λόγω της παράνομης υπερωριακής απασχόλησης (ΑΠ 1204/2009).

Εξάλλου, στο άρθρο 4 του ν. 2874/2000 προβλέπονται τα εξής: 1. Από 1.4.2001 σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται το συμβατικό ωράριο εργασίας σαράντα (40) ωρών την εβδομάδα καταργείται η, κατά την κρίση του εργοδότη, υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε(5) ωρών την εβδομάδα . 2.Στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για τρεις (3)ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα (ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση). 3. Από 1.4.2001 η πέραν των σαράντα τριών (43) ωρών την εβδομάδα επιπλέον απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. 4. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των 120 ωρών υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 435/1976. 5. Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησής του δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας (προσαύξηση 150% επί του καταβαλλομένου ωρομισθίου). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο αναίρεσης και κατ' εκτίμηση αυτού, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως υπολόγισε τα ποσά που επιδίκασε υπέρ του αναιρεσίβλητου για μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-1999 έως 30-5-2002 με βάση τις καταβαλλόμενες αποδοχές που ήταν υπέρτερες των νομίμων, με βάση τις οποίες έπρεπε να γίνει ο σχετικός υπολογισμός, χωρίς να ληφθούν υπόψη και να αθροισθούν και τα τυχόν επιδόματα που αναφέρονται στις προσωπικές του ιδιότητες και δεν συνέτρεχαν απαραίτητα στο πρόσωπο άλλου εργαζομένου. Το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις 1-8-1999, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως οδηγός-χειριστής μπετονιέρας με πενθήμερη εργασία, ωράριο από 07.00 έως 15.00 και αποδοχές, σύμφωνα με τις οικείες ΣΣΕ των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων-χειριστών αντλιών σκυροδέματος περιοχής Αττικής, ανερχόμενες μηνιαίως από 1-8-1999 σε 387.197 δρχ., από 1-1-2000 σε δρχ. 396.877, από 1-7-2000 σε δρχ. 404.815, από 1-8-2001 σε δρχ. 445.667, από 1-1-2002 σε 1.347,54 ευρώ. Ότι με την ανωτέρω ιδιότητα ο αναιρεσίβλητος εργάσθηκε μέχρι τις 30-5-2002 οπότε απολύθηκε από την εργασία του, η δε απόλυσή του αυτή ήταν άκυρη ως καταχρηστική, κατά το διάστημα δε αυτό προσέφερε και μη νόμιμη υπερωριακή εργασία μιας ώρας την ημέρα πέραν των 45 ωρών, για την οποία δικαιούνταν αποζημίωση ίση με το 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου.

Ακολούθως το Εφετείο με τα δεδομένα αυτά μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά για τις επίσης αναφερόμενες σ' αυτή ώρες παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, υπολογίζοντας την αποζημίωση με βάση το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο το οποίο όμως συνέπιπτε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης με τα κατώτατα όρια των αποδοχών της ειδικότητας αυτού σύμφωνα με τις προεκτεθείσες ΣΣΕ. Με την κρίση του δε αυτή προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και συγκεκριμένα της διάταξης της του άρθρου 1 παρ.1, 2 του ν. 435/1976, την οποία έτσι δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι, και ανεξάρτητα από το γεγονός της σύμπτωσης του καταβαλλόμενου μισθού με το νόμιμο, δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι συνυπολογίσθηκαν σ' αυτόν και κάποια επιδόματα, και όλα αυτά ανεξάρτητα από το ότι από 1-4-2001 η αποζημίωση της παράνομης υπερωρίας υπολογίζονταν με προσαύξηση στο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο 150% και όχι 100% όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, σφάλμα όμως για το οποίο δεν υπάρχει σχετικό παράπονο από τον έχοντα έννομο συμφέρον αναιρεσίβλητο. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος, όπως και η αίτηση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-5-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας ...... για αναίρεση της 739/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κατηγορία Εργατικά - Ασφαλιστικά
Διαβάστε περισσότερα...
Απαιτείται Έγγραφος Τύπος για την κατάρτιση έγκυρης σύμβασης με το Δημόσιο -Έννοια Διοικητικής Σύμβασης - Αδικαιολόγητος Πλουτισμός - Αρμοδιότητα πολιτικών δικαστηρίων Αποφ. Α.Π. 990/2012 (Α1΄ Πολιτικό Τμήμα)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Χαλανδρίου" (Ν.Π.Δ.Δ.) που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παπασταθόπουλο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΟΥΜΕΝΩΝ ΥΛΙΚΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Δεμερούκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Δεκεμβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8468/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3291/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γιαννούλης, ανέγνωσε την από 9 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην§1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην§3, ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρ. 1 και 9 του ν. 1.406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας από 11.6.1985 υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρ. 1 ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί από το νόμο δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση ακόμη και για αξιώσεις εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, ΟλΑΠ 138/1966).

Αντιθέτως, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, όταν υφίσταται σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993, ΟλΑΠ 5/1995). Με το άρθρο δε 1§2 του ίδιου νόμου 1.406/1983 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μεταξύ άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε, παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή, αξίωση. Είναι δε η σύμβαση διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάρη του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό. Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/1999, ΟλΑΠ 7/2001, ΟλΑΠ 8/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της, που κρίθηκε από το Εφετείο, ότι αυτή, που δραστηριοποιείτο στον τομέα της καθαριότητας και είχε ως αντικείμενο την αποκομιδή απορριμμάτων και την ανακύκλωση υλικών, κατόπιν απευθείας προφορικής ανάθεσης του εκπροσωπούντος τον εναγόμενο δήμο δημάρχου, χωρίς να συνταχθεί και να υπογραφεί έγγραφη συμφωνία, ανέλαβε την αποκομιδή και την μεταφορά απορριμμάτων από διάφορες περιοχές του Δήμου Χαλανδρίου στη χωματερή των Άνω Λιοσίων με τη χρήση κοντέινερς χωρητικότητας 30, 10 και 45 κυβικών μέτρων και με αλυσιδάκι για τα έτη 2000 και 2001 έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής 60.000 δραχμών ή 176,08 ευρώ ανά δρομολόγιο με χρήση κοντέινερ 30 κ.μ., 30.000 δραχμών ή 88,04 ευρώ ανά δρομολόγιο με χρήση κοντέινερ 10 κ.μ., 90.000 ή 264,12 ευρώ ανά δρομολόγιο με χρήση κοντέινερ 45 κ.μ., 30.000 δραχμών ή 88,04 ευρώ με αλυσιδάκι, πλέον Φ.Π.Α. 18%, η δε αμοιβή θα ήταν καταβλητέα με την εκ μέρους της ενάγουσας έκδοση του σχετικού τιμολογίου για εκάστη εργασία. Ότι το έτος 2002 συμφωνήθηκε η αποκομιδή και μεταφορά των απορριμμάτων του εναγομένου στη χωματερή των Άνω Λιοσίων έναντι 109.400 δραχμών ή 320 ευρώ ανά δρομολόγιο. Επιπλέον, ισχυρίστηκε, ότι το έτος 2000 πραγματοποιήθηκαν από την ενάγουσα για λογαριασμό του εναγόμενου δήμου αποκομιδές απορριμμάτων και συγκεκριμένα 127 δρομολόγια με κοντέινερς 10 κ.μ., 50 δρομολόγια με κοντέινερς 30 κ.μ., 28 δρομολόγια με κοντέινερς 45 κ.μ. Ότι το έτος 2000 η συνολική καθαρή αξία όλων των εργασιών που εκτέλεσε η ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των 10.545.000 δραχμών ή 30.946,44 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18%, και συνολικά στο ποσό των 12.443.100 δραχμών ή 36.516,80 ευρώ, για τις οποίες εργασίες εκδόθηκε το υπ' αριθ. Α357/31.12.2000 τιμολόγιο.

Επίσης, ισχυρίστηκε ότι το έτος 2001 πραγματοποιήθηκαν από την ίδια 686 δρομολόγια αποκομιδής απορριμμάτων με κοντέινερς 30 κ.μ., συνολικής αξίας 48.568.800 δραχμών ή 142.535 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 18%. Επιπρόσθετα, ότι το έτος 2002 πραγματοποίησε δια των προστηθέντων της αποκομιδές απορριμμάτων και συγκεκριμένα 361 δρομολόγια με κοντέινερς 30 κ.μ., συνολικής αξίας 21.660.000 δραχμών ή 63.565.66 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18%, 119 δρομολόγια με απορριμματοφόρα αξίας 109.040 δραχμών ή 320 ευρώ έκαστο, συνολικής αξίας 12.975.760 δραχμών ή 38.080 ευρώ, πλέον ΦΠΑ. 18%, και συνολικής αξίας για όλο το έτος 2002 40.870.197 δραχμών ή 119.941,88 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 18%. Με βάση το ιστορικό αυτό η αναιρεσίβλητη ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος δήμος να της καταβάλει, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού οι προφορικές συμβάσεις μισθώσεως έργου που συνήφθησαν ήταν άκυρες, λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου που επιβαλλόταν από το νόμο, δεδομένου ότι ο εναγόμενος κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία με ζημία της, κατά το ποσό των 298.993,68 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστη υπερήμερος για κάθε επί μέρους ποσό κατά τα εκτιθέμενα σε αυτή, άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής.

Κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή η επικαλούμενη σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, δεν έφερε το χαρακτήρα της διοικητικής συμβάσεως διεπομένης από τα εκτεθέντα στην παραπάνω μείζονα σκέψη στοιχεία, αλλά αντιθέτως αποτελούσε σχέση ιδιωτικού δικαίου, γιατί ναι μεν σε αυτή φερόταν να συμβάλλεται ο Δήμος Χαλανδρίου, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, και να επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό (καθαριότητα και διαχείριση απορριμμάτων, άρθρο 24 παρ. 1 περ. γ του π.δ.410/1995), ωστόσο ο εναγόμενος δήμος δε βρισκόταν, χάρη του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβληθέν μέρος (ενάγουσα), αφού η επίδικη σύμβαση δεν διεπόταν από κανονιστικό καθεστώς, ούτε είχαν συνομολογηθεί ρήτρες που αποκλίναν από το κοινό δίκαιο, εφόσον ο εναγόμενος δήμος συνήψε την επίδικη σύμβαση έργου στα πλαίσια της λειτουργίας του ως fiscus. Ενόψει τούτων, το Εφετείο, που δέχθηκε, ότι η επίδικη έννομη σχέση αποτελούσε διαφορά ιδιωτικού δικαίου και συννόμως είχε εισαχθεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο είχε δικαιοδοσία για την εκδίκασή της, και απέρριψε τον περί του αντιθέτου λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος δήμου ως αβάσιμο, ορθά έκρινε και σωστά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρ. 94§3 του Συντάγματος, 1§2 ΚΠολΔ και 1 και 9 του ν. 1.406/1983. Επομένως, δεν έχει υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, γι' αυτό και ο από το άρθρ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς την νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρ. 118 ή 117, πρέπει να περιέχει και σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, διαφορετικά είναι αόριστη. Η αοριστία αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, του οποίου η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 80 του ν. 2.362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", που επανέλαβε παρόμοια διάταξη του άρθρ. 84 του ν.δ. 321/1969 "Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", εφαρμόζεται δε αναλογικά και για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όπως οι δήμοι και οι κοινότητες, κάθε σύμβαση για λογαριασμό του δημοσίου, που έχει αντικείμενο άνω των 400.000 δραχμών, όπως αυτό ίσχυε πριν την αναπροσαρμογή του ποσού σε 2.500 ευρώ από την 1.1.2002 με την Υ.Α.2/56949/0026/2001 (ΦΕΚ Β/I427/22.10.2001) ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη διάταξη, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου. Κατά τα εδαφ. γ και δ του ιδίου άρθρου η πρόταση για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, η δε ακυρότητα από την μη τήρηση του τύπου της έγγραφης αποδοχής αίρεται σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης. Η τελευταία περίπτωση, όμως, εφαρμόζεται μόνο, όταν υπήρχε έγγραφη πρόταση κατάρτισης της σύμβασης, όχι δε όταν δεν τηρήθηκε καθόλου τύπος για την κατάρτιση και την αποδοχή. Η ακυρότητα της σύμβασης από την έλλειψη του απαιτούμενου τύπου, ο οποίος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, τόσο για την αρχική σύμβαση, όσο και για την τροποποίηση αυτής, είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον προκύπτει από τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρ. 3 και 7 του ν.δ. 31/1968, οι αναγνωριζόμενες στο δημόσιο προνομίες κλπ. εφαρμόζονται και επί των Ο.Τ.Α., εφόσον τυχόν υφιστάμενες αντίστοιχες για τους οργανισμούς αυτούς προνομίες εν γένει δεν είναι ευρύτερες ή ευνοϊκότερες από εκείνες που ισχύουν για το Δημόσιο. Εξάλλου, κατά το άρθρ. 304§1 εδαφ β του π.δ. 410/1995 "Περί κωδικοποίησης του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα", οι δήμοι και οι κοινότητες έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο δημόσιο. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 114§1 εδαφ. στ, 266, 267 και 268 του άνω π.δ. 410/1995 συνάγεται, ότι οι προμήθειες και εργασίες των δήμων και κοινοτήτων εκτελούνται με σύμβαση, που συνάπτεται ύστερα από διαγωνισμό. Κατ' εξαίρεση, ο δήμαρχος ή ο πρόεδρος της κοινότητας μπορεί χωρίς διαγωνισμό να συνάπτει σύμβαση για την απευθείας ανάθεση εργασίας ή τη διενέργεια προμήθειας, αν η αξία τους δεν υπερβαίνει το ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, ήδη δε το ποσό 5.869,41 ευρώ, για τους δήμους και το ποσό του ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) δραχμών, ήδη 4.402,05 ευρώ, για τις κοινότητες.

Η σύμβαση, που συνάπτει ένας δήμος για την ανάθεση ή εκτέλεση εργασίας ή μεταφοράς ή για προμήθεια είτε κατόπιν διαγωνισμού (και ύστερα από απόφαση του ΔΣ) είτε απευθείας (δια του δημάρχου της), μετά από πρόχειρο διαγωνισμό ή και χωρίς διαγωνισμό, όταν η αξία δεν είναι ανώτερη των 2.000.000 δραχμών ή 5.869,41 ευρώ, πρέπει να περιβληθεί τον συστατικό τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η μη τήρηση του δε επιφέρει την ακυρότητα της σύμβασης σύμφωνα με τα άρθρ. 158 και 159 ΑΚ (ΟλΑΠ 862/84, ΑΠ 250/2006, ΑΠ 181/2004). Στην περίπτωση αυτή τα συμβληθέντα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις στηριζόμενες στη σύμβαση, αλλά μόνον στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρ. 904 επ. ΑΚ (ΑΠ 1225/2008). Εξάλλου, από το άρθρο 904 ΑΚ προκύπτει, ότι η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνο, όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς), της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής, από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. (ΑΠ 16/2008).

Από τη διάταξη αυτή του άρθρ. 904 ΑΚ συνάγεται, ότι αδικαιολόγητος και συνεπώς επιστρεπτέος πλουτισμός υπάρχει και όταν στο πλαίσιο σύμβασης μισθώσεως έργου, που είναι άκυρη λόγω μη τηρήσεως των απαιτούμενων από το νόμο για τη σύναψή της διατυπώσεων, ο εργολάβος εκτέλεσε και παρέδωσε στον εργοδότη το συμφωνημένο έργο χωρίς να του καταβληθεί η αμοιβή. Ο πλουτισμός αυτός συνίσταται στη δαπάνη που εξοικονόμησε ο εργοδότης, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ιδίου έργου ανέθετε με έγκυρη σύμβαση έργου σε άλλο πρόσωπο, που θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες. Όλες δε οι απαιτήσεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ανεξάρτητα από την ειδικότερη μορφή τους και ανεξάρτητα αν πηγάζουν από παροχή ή μη, θεμελιώνονται σε τρία στοιχεία α) σε περιουσιακή μετακίνηση από μία περιουσία σε άλλη, β) σε συγκεκριμένη αιτία για την οποία έγινε η μετακίνηση αυτή και γ) σε ανυπαρξία ή ελάττωμα της αιτίας αυτής, το οποίο καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη. Τα δύο πρώτα από τα στοιχεία αυτά είναι κοινά σε κάθε αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το τρίτο παραλλάσσει ανάλογα με τη μορφή της απαίτησης. Σε κάθε περίπτωση, ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και τα τρία αυτά στοιχεία.

Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγόμενου, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως, για να είναι ορισμένη η αγωγή θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216§1 ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εναγομένου δεν είναι νόμιμη. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη ενάγουσα εκθέτει στην ένδικη αγωγή, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της, όσα αναλυτικώς αναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο σε σχέση με το περιεχόμενο και την ακυρότητα των συμβάσεων μισθώσεως έργου αποκομιδής και μεταφοράς των απορριμμάτων από διάφορες περιοχές του αναιρεσείοντος εναγόμενου δήμου, όλες τις γενόμενες με βάση άκυρες συμβάσεις μεταφορές και αποκομιδές απορριμμάτων και την οφειλόμενη κατά περίπτωση αμοιβή για την μεταφορά και αποκομιδή και εν γένει όλα τα στοιχεία τα οποία ήταν αναγκαία για τη θεμελίωση της απαίτησης της στον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Τουναντίον, δεν αποτελούσαν αναγκαία στοιχεία της βάσεως της αγωγής α) το πότε και για κάθε χρονική περίοδο έγινε η συμφωνία μεταφοράς και αποκομιδής των απορριμμάτων, ούτε ο προσδιορισμός του φυσικού προσώπου, που εκπροσωπούσε την αναιρεσίβλητη, εφόσον για τον αναιρεσείοντα τούτο αναφέρεται ρητώς (δήμαρχος), ούτε ο τρόπος αποδείξεως των συμφωνιών μεταφοράς και αποκομιδής των απορριμμάτων, και β) η από την αναιρεσίβλητη έκδοση τιμολογίων για τις παρασχεθείσες στον αναιρεσείοντα υπηρεσίες. Άρα, το Εφετείο, που δέχθηκε ότι ήταν ορισμένη και νόμιμη η αγωγή και απέρριψε τον περί αοριστίας αυτής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που είχε προταθεί πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα και απαράδεκτο του δικογράφου της αγωγής, ούτε παρά το νόμο έλαβε υπόψη προς θεμελίωση της αγωγής πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 14 και 8 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρ. 281 του ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησε στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν και πρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρ. 281 του ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων εναγόμενος με τις υποβληθείσες στο πρωτόδικο δικαστήριο προτάσεις του ισχυρίστηκε, ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα ουδέποτε της απέστειλε κάποια επιστολή, τηλεομοιοτυπία ή τιμολόγιο, από την οποία να προκύπτει ότι αυτή είχε οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του, ούτε ήλθε σε επαφή με τη νέα δημοτική αρχή, που εξελέγη το έτος 2002, για να την ενημερώσει για τις υφιστάμενες συμφωνίες και τις υποχρεώσεις που είχε ο αναιρεσείων εναγόμενος δήμος απέναντί της και ότι για τους λόγους αυτούς η απροειδοποίητη άσκηση της ένδικης αξιώσεως έξι χρόνια μετά την έναρξη της συνεργασίας τους είναι καταχρηστική. Όμως, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά από μόνα τους, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν συμπεριφορά της δικαιούχου αναιρεσίβλητης ενάγουσας που να δικαιολογεί την δημιουργία στον οφειλέτη αναιρεσείοντα εναγόμενο δήμο εύλογης πεποιθήσεως, ότι δεν θα ασκηθεί κατ' αυτού το αγωγικό δικαίωμα, ούτε ιστορείται πως κατά το διάστημα που μεσολάβησε διαμορφώθηκε πραγματική κατάσταση που να δικαιολογεί κάτι τέτοιο, ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας να μην δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα τασσόμενα από το άρθρ. 281 ΑΚ όρια. Κατά συνέπεια, το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος δήμου για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης ενάγουσας ως μη νόμιμη, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον περί του αντιθέτου λόγο της εφέσεως και επικυρώνοντας την ομοίως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή της την αναφερθείσα διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή, ακολούθως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος, που νικήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως μέχρι το ήμισυ των κατωτάτων ορίων διατιμήσεως της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατ' επιταγή των άρθρ. 22§1 ν. 3.693/1957, 276§1, 281§2 ν. 3.463/2006 περί Κώδικος Δήμων και Κοινοτήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του ΟΤΑ με την επωνυμία Δήμος Χαλανδρίου περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3.291/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 
===============

ΑΠ 152/2013 – Επικουρικότητα της αγωγής αδικαιολογήτου πλουτισμού


ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ JUDEX 1Περίληψη: Επικουρικότητα αγωγής αδικαιολογήτου πλουτισμού -. Η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής από απόψεως ουσιαστικού δικαίου φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν ελλείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και την υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της αγωγής από την κύρια βάση της από τη σύμβαση ή από την αδικοπραξία. Συνεπώς ορθώς απορρίφτηκε ως μη νόμιμη η αγωγή κατά την επικουρικώς διατυπούμενη βάση της, η οποία θεμελιώνεται στα αυτά πραγματικά περιστατικά με εκείνα της κυρίας βάσεως από τη σύμβαση, χωρίς επικουρική επίκληση ακυρότητάς της.

Αριθμός 152/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «BUS και ATLANTIC – ΔΟΜΙΚΗ και ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.», που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής, εκ μετατροπής, από Ε.Π.Ε. σε Α.Ε., διαδόχου της αρχικής διαδίκου «BUS και ATLANTIC TOURS Ε.Π.Ε.», η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοτζαμανίδη, με δήλωση κατ” άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Της αναιρεσίβλητης: Δημόσιας Επιχείρησης με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Σ.Ε.) Α.Ε.», που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου και Χαρίκλεια Τζέλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Μαρτίου 1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8524/1996 αναβλητική, 945/2001 εν μέρει οριστική και εν μέρει προδικαστική και 3257/2007 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Αθηνών και 7123/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Νοεμβρίου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 10 Δεκεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 927/16-11-2011 αιτήσεως για αναίρεση της 7123/29-12-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου τους στην δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 927/16-11-2011 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 7123/29-12-2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ” επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 3603/10-4-1995 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της ενάγουσας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «BUS KAI ATLANTIC TOURS ΕΠΕ», η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «BUS KAI ATLANTIC – ΔΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ», απορρέουσα από τις συνομολογηθείσες μετά της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας «ΟΣΕ ΑΕ» διαδοχικές συμβάσεις έργου, με αντικείμενο την διάθεση από την ενάγουσα, για λογαριασμό της εναγομένης, στο επιβατικό κοινό, με αμοιβή, εισιτηρίων για τα διεθνή δρομολόγια που εκείνη πραγματοποιούσε από την …, και ειδικότερα η απαίτησή της από την βαρύνουσα την τελευταία κατά νόμο και τις συμβάσεις υποχρέωσή της καταβολής του αναλογούντος επί της αμοιβής της ΦΠΑ, με επικουρική θεμελίωσή της στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 8524/1996 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως μέχρι εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της 1308/24-11-1993 εφέσεως της ενάγουσας κατά της απορριπτικής επί προσφυγής της 1547/1993 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και στη συνέχεια, μετά την απορριπτική ομοίως επί της εφέσεως της ενάγουσας 504/1996 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, η 945/2001 μη οριστική αυτού απόφαση, με την οποία αξιολογήθηκε η αγωγή νόμιμη κατ” αμφότερες τις βάσεις της, κύρια και επικουρική, και τάχθηκε το οικείο σε βάρος της ενάγουσας θέμα αποδείξεως για τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά. Μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων επακολούθησε η έκδοση της 3257/2007 οριστικής αυτού αποφάσεως, με την οποία αξιολογήθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη κατά την επικουρική της βάση και ανακλήθηκε κατά τούτο η αντιθέτως αποφανθείσα 945/2001 μη οριστική απόφαση και παράλληλα απορρίφθηκε ως κατ” ουσίαν αβάσιμη κατά την κύρια αυτής βάση. Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλε η ενάγουσα με την 10311/10-12-2007 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η απορριπτική αυτής, με βάση τις αυτές αιτιολογίες, 7123/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, περί πραγμάτων κρίση της επί του κεφαλαίου της πρωτοβάθμιας οριστικής αποφάσεως για την κύρια βάση της αγωγής στήριξε τις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ” ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, «Ο εναγόμενος Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος παραχώρησε στην ενάγουσα (η οποία δυνάμει του …21-2-2003 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνας Τσακάλου, νομίμως δημοσιευμένου στο ΦΕΚ μετετράπη από ΕΠΕ σε ΑΕ με την επωνυμία BUS & ATLANTIC ΔΟΜΙΚΗ – ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Ανώνυμη Εταιρεία), δυνάμει των από 11-2-1985, 20-5-1987, 28-7-1989, 12-7-1991 διαδοχικών συμβάσεων, το δικαίωμα για το χρονικό διάστημα από 1-1-1985 έως και 31-5-1994 να διαθέτει για λογαριασμό του στο επιβατικό κοινό, με αμοιβή (προμήθεια), εισιτήρια των Διεθνών Λεωφορειακών δρομολογίων, που αυτός εκτελούσε προς Μ., Φ., Κ., Π., Κ., Σ., Β., Λ., Π. και αντιστρόφως. Στις ανωτέρω συμβάσεις δεν υπήρχε καμία μνεία σχετικά με υποχρέωση του εναγομένου να αποδίδει στην ενάγουσα τον Φ.Π.Α., που αντιστοιχούσε στα έσοδά της που προέκυπταν από τα ποσοστά της από την προμήθεια επί των πωληθέντων εισιτηρίων στο τμήμα της διαδρομής του ελληνικού εδάφους. Όμως, όπως προκύπτει από ικανό αριθμό προσκομιζόμενων τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, που αφορούσαν τις διαδρομές αυτές, αλλά και από τις καταθέσεις του Διευθυντή του Πρακτορείου Γενικού Τουρισμού της ενάγουσας Ν. Μ. και του Υπευθύνου Προσωπικού της, Ε. Α., αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος κατέβαλε στην ενάγουσα τον Φ.Π.Α. που αντιστοιχούσε στα έσοδά της που προέκυπταν από τα ποσοστά της από την προμήθεια επί των πωληθέντων εισιτηρίων στο τμήμα της διαδρομής, που αντιστοιχούσε στη μεταφορά επιβατών μέχρι τα σύνορα της Ελλάδας, δηλαδή μόνο στην ελληνική διαδρομή και ακολούθως η ενάγουσα απέδιδε το ως άνω ποσό στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Στη συνέχεια και μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε στην ενάγουσα από την Δ” Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία … για τα οικονομικά έτη 1987-1991, διαπιστώθηκε ότι από την έκδοση εισιτηρίων του εναγομένου, είχαν εκδοθεί τιμολόγια παροχής υπηρεσιών με επιμερισμό του Φ.Π.Α. κατά το μέρος της διαδρομής που αντιστοιχεί στο διανυόμενο εντός Ελλάδος τμήμα αυτής (όπως προκύπτει από την από 18-10-1993 και την 7-6-1994 έκθεση ελέγχου της άνω Δ.Ο.Υ.), ενώ αντίθετα επειδή η προμήθεια από την έκδοση εισιτηρίων οδικών διαδρομών μεταφοράς προσώπων από την Ελλάδα προς το εξωτερικό και αντίστροφα, που λαμβάνουν επιχειρήσεις, που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα, επιβαρύνονται εξ ολοκλήρου με Φ.Π.Α., χωρίς να γίνεται επιμερισμός κατά το μέρος της διαδρομής που αντιστοιχεί στο διανυόμενο εντός Ελλάδος τμήμα αυτής, γιατί οι υπηρεσίες αυτές θεωρείται ότι πραγματοποιούνται στην Ελλάδα, επομένως και φορολογούνται στην Ελλάδα, όπως δέχθηκε και η 1547/1993 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ήδη τελεσίδικη, δυνάμει της υπ” αρ. 504/1996 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο εναγόμενος υποχρεούται βάσει συμφωνίας να αποδίδει στην ενάγουσα, την οποία σε κάθε περίπτωση βαρύνει η απόδοση του Φ.Π.Α. στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και το ποσό του Φ.Π.Α. που αντιστοιχούσε στα έσοδα της που προέκυπταν από τα ποσοστά της από την προμήθεια επί των πωληθέντων εισιτηρίων στο τμήμα της διαδρομής, που αντιστοιχούσε στη μεταφορά επιβατών εκτός των συνόρων της Ελλάδος. Οι μάρτυρες της ενάγουσας κατέθεσαν ότι η υποχρέωση αυτή του εναγόμενου πηγάζει από συμβατικό όρο. Όμως από κανένα σαφή και συγκεκριμένο όρο της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης προκύπτει τούτο (βλ. κατάθεση μάρτυρος Ν. Μ. «Υπάρχει ρητός όρος στη σύμβαση που ορίζει τα παραπάνω και αφορούσε την έκδοση εισιτηρίων», αλλά και του μάρτυρα Ε. Α. «Υπάρχει όρος στις έγγραφες συμβάσεις σύμφωνα με τον οποίο υπόχρεος για την καταβολή του Φ.Π.Α. ήταν ο Ο.Σ.Ε. και η επίδικη απαίτηση στηρίζεται σ” αυτόν ακριβώς τον όρο που αναγράφεται σ” αυτές τις συμβάσεις»). Αντίθετα, σε όλες τις υπογραφείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις, οι οποίες μετ” επικλήσεως προσάγονται, υπάρχει στα άρθρα 9 και 13 πρόβλεψη περί αναλήψεως της υποχρέωσης καταβολής φόρων από τον «ΕΡΓΟΛΑΒΟ» δηλαδή από την ενάγουσα. Συγκεκριμένα αναφέρεται επί λέξει στο άρθρο 9: «Τον εργολάβο βαρύνουν επίσης οι φόροι στην Ελλάδα…», ενώ στο άρθρο 13 αναφέρεται ότι: «Το εκάστοτε τιμολογιακό χαρτόσημο βαρύνει τον εργολάβο σύμφωνα με τον Κ.Φ.Σ.». Επίσης, στο άρθρο 6 παρ. 13 της συνημμένης στη σύμβαση συγγραφής υποχρεώσεων αναφέρεται ρητώς ότι: «Ο εκάστοτε Φ.Π.Α. βαρύνει τον εργολάβο σύμφωνα με τον Κ.Φ.Σ.». Η ενάγουσα δεν διατύπωσε ουδεμία σχετική επιφύλαξη κατά την υπογραφή των ανωτέρω συμβάσεων πρακτόρευσης-πώλησης εισιτηρίων με τον εναγόμενο. Εξάλλου, συνέχισε να υπογράφει συμβάσεις με αυτόν με το ίδιο περιεχόμενο και μετά τον καταλογισμό της Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης κατά το έτος 1989, ήτοι 1991 και 1993. Περί τούτων, με σαφήνεια κατέθεσαν οι εξετασθέντες μάρτυρες του εναγόμενου. Ειδικότερα ο μάρτυρας Θ. Π. κατέθεσε: «Στις συμβάσεις υπάρχει ρητός όρος που αναφέρει ότι οι φόροι βαρύνουν τον αντισυμβαλλόμενο, εν προκειμένω την ενάγουσα» και ο μάρτυρας Κ. Χ.: «Από τα συμβατικά κείμενα, σύμβαση και συγγραφή υποχρεώσεων, υποχρέωση πληρωμής φόρου και τέλους χαρτοσήμου είχαν οι αντισυμβαλλόμενοι του Ο.Σ.Ε.». Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ” αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι” αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα:

(ι). Κεφάλαιο επικουρικής βάσεως της αγωγής.

Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 904 εδ.α” ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, κατά το δεύτερο δε εδάφιο της αυτής διατάξεως η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής από απόψεως ουσιαστικού δικαίου φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν ελλείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και την υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της αγωγής από την κύρια βάση της από τη σύμβαση ή από την αδικοπραξία. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές ορθώς αιτιολογήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή ως μη νόμιμη κατά την επικουρικώς διατυπούμενη βάση της, η οποία θεμελιώνεται, κατά την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου αυτής, στα αυτά πραγματικά περιστατικά με εκείνα της κυρίας βάσεως αυτής από τη σύμβαση, χωρίς επικουρική επίκληση ακυρότητάς της, με άμεση δικονομική συνέπεια υποστηρίζουσα τα αντίθετα η προσβαλλόμενη με τον τέταρτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της παραβάσεως του άρθρου 904 ΑΚ, αρνητικά να αξιολογείται, ως αβάσιμη.

(ιι) Κεφάλαιο κύριας βάσεως της αγωγής.

Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για την στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με την επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β” Ολ. ΑΠ 2/2008). Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, κατ” εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα» νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν όμως «πράγματα» και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές. Τέλος, στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο τη ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (Κ.Πολ.Δ. 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτικά δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Με τον τρίτο κατά σειρά λόγο προβάλλονται κατά σειρά οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11, 12 και 8 ΚΠολΔ, με την έννοια (α) ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη (αα) την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Χ. Κ., στην οποία διέλαβε, πλην άλλων, «Οι αντιδικίες για τον Φ.Π.Α. ξεκίνησαν, αν θυμάμαι καλά, το 1992, οι οποίες μέχρι να πεισθεί ο Ο.Σ.Ε. ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα, έφθασε στο σημείο το 1995, να εκδώσει εγκύκλιο, ότι πρέπει, να καταβάλλεται φόρος Φ.Π.Α. για όλη την διαδρομή, και στους μεταφορείς και στους πράκτορες. Η εγκύκλιος άρχισε να ισχύει το 1995 και δεν είχε αναδρομική ισχύ» και (ββ) την εγκύκλιο της αναιρεσίβλητης, στην οποία αναφέρεται ο εν λόγω μάρτυρας (β) κατ” εκτίμηση, ότι δεν προσέδωσε στα εν λόγω αποδεικτικά μέσα την προσήκουσα αποδεικτική τους δύναμη και (γ) δεν έλαβε υπόψη τον αντίστοιχο με το περιεχόμενο της εγκυκλίου ισχυρισμό της αναιρεσείουσας. Οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις αξιολογούνται προεχόντως ως αλυσιτελείς και άρα απαράδεκτες, με την έννοια ότι αναφέρονται σε ισχυρισμό και αποδεικτικά αυτού μέσα, τα οποία δεν ακούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δοθέντος οι αξιώσεις της αναιρεσείουσας αναφέρονται στο από1-1-1987 μέχρι 31-12-1993 χρονικό διάστημα και θεμελιώνονται, κατά την μη προσβαλλόμενη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του δικογράφου της αγωγής, στην διατύπωση του αγωγικού ισχυρισμού ότι η αναιρεσίβλητη βαρύνεται με την καταβολή του αναλογούντος επί της αμοιβής της Φ.Π.Α. κατά σχετικό όρο των συνομολογηθεισών μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων έργου, για τον οποίο και τάχθηκε σε βάρος της ενάγουσας θέμα αποδείξεως με την 945/2001 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, θέμα για το οποίο δέχθηκε αντίθετη περί τούτου συμφωνία των διαδίκων, χωρίς παράλληλα να επικαλείται αντίθετου περιεχομένου τροποποίηση αυτών. Επιπρόσθετα το περιεχόμενο της εγκυκλίου δεν αποτελεί «πράγμα» κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, απαραδέκτως προτάθηκε, ως αυτοτελής ισχυρισμός, τον πρώτον από την αναιρεσείουσα, ως εκκαλούσα, με το δικόγραφο της εφέσεως (ΚΠολΔ 527), χωρίς παράλληλα να επικαλείται ότι συνέτρεχαν οι εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 527 περ.2 και 269§2 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 27 του ν. 3994/2011, αλλά πραγματικό επιχείρημα, προς επιβεβαίωση του θεμελιωτικού των αξιώσεων της αγωγικού ισχυρισμού. Τέλος η με στοιχ. (β) αναιρετική αιτίαση αναφέρεται σε αποδεικτικά μέσα τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, ελεγχόμενη εντεύθεν σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμη.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Περαιτέρω, κατά τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ως «ζητήματα» των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνδέονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά τις αμέσως παρακάτω σημειούμενες κατά περίπτωση διατάξεις του νόμου 1642/1986, που επέβαλε τον φόρο προστιθέμενης αξίας και ισχύει από 1-1-1987 α. «επιβάλλεται φόρος κύκλου εργασιών με την ονομασία «φόρος προστιθέμενης αξίας», σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου» (άρθρο 1§1), β. «αντικείμενο του φόρου είναι η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στην ελληνική επικράτεια από υποκείμενο στο φόρο που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα» (άρθρο 2 εδ.α”), γ. «στο φόρο υπόκειται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ημεδαπό ή αλλοδαπό ή ένωση προσώπων εφόσον ασκεί, κατά τρόπο ανεξάρτητο, οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασης, τον επιδιωκόμενο σκοπό ή το αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής» (άρθρο 3§1), και δ. «ως οικονομική δραστηριότητα «θεωρείται οποιαδήποτε

Σχόλια

Ο χρήστης ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΥΡΟΜΑΤΗΣ είπε…
υπόδειγμα δεν είδα
πουθενά