ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ. Κτήση κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Προϋποθέσεις. Πράξεις «διανοία κυρίου». Αν λείπει το πνευματικό στοιχείο, υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία όμως μόνη δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία.622/2014 ΑΠ

https://docs.google.com/file/d/0BwUnM0UiSQf0TUR2NkdneEkxTVk/edit 
622/2014 ΑΠ (Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ). Κτήση κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Προϋποθέσεις. Πράξεις «διανοία κυρίου». Αν λείπει το πνευματικό ..
στοιχείο, υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία όμως μόνη δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία. Περιπτώσεις κατοχής. Κατοχή στο όνομα του άλλου. Θεμελίωση του τεκμηρίου ότι, όσο ο κάτοχος διατηρεί την κατοχή, αυτός ασκεί τη νομή του πράγματος όχι για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό του νομέα και δεν μπορεί να αποκτήσει την κυριότητα του πράγματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, παρά μόνον εφόσον αντιποιηθεί του πράγματος και συντρέξουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 1045 ΑΚ. Μη απώλεια της νομής από τον νομέα επί ακινήτου, προτού αυτός λάβει γνώση της αντιποιήσεως της νομής από τον κάτοχο που νεμόταν για λογαριασμό του. Εφαρμογή του τεκμηρίου της νομής του άρθρου 980 παρ. 2 ΑΚ, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της έννομης σχέσης που συνδέει τον κάτοχο με το νομέα, αλλά και μετά τη λήξη αυτής, εφόσον ο κάτοχος εξακολουθεί να κατέχει το πράγμα. Μη κτήση της κυριότητας του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από τον ενάγοντα, ο οποίος συνδεόταν με την κυρία του επίδικου με σχέση χρησιδανείου, κατείχε δε το επίδικο ως αντιπρόσωπός της, χωρίς ποτέ να της γνωστοποιήσει τυχόν πρόθεσή του για αντιποίηση της νομής του, ώστε να αρχίσει να χρησιδεσπόζει αυτό. Το δικαστήριο απορρίπτει την αναίρεση της υπ` αριθμ. 55/2012 αποφάσεως του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

 

Αριθμός 622/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Ι. , κατοίκου .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέπαν Βακιρτζιάν, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Α. , κατοίκου ... 2) Α. Ξ. του Σ. συζ. Μ. Δ., 3) Α. Ξ. του Σ., συζ. Ι. Κ., 4) Σ. Ξ. του Σ. συζ. Ι. Σ., 5) Γ. Ξ. του Σ. συζ. Ι. Κ., κατοίκων ... 6) Ά. Ξ. του Β. συζ. Ν. Κ. , κατοίκου ... 7) Α. Ξ. του Β. συζ. Ε. Ν., κατοίκου .... και 8) Σ. Ξ. του Σ. , κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βρέλλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/2/2008 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7ης αναιρεσιβλήτων και της Κ. Ξ. , που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή και την 27/2/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 252/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 55/2012 του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/12/2012 αίτησή του και τους από 29/10/2013 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 26/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων και τους λόγους της εφέσεως. Οι τελευταίοι πρέπει να εκθέτουν σαφώς τις πλημμέλειες που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η νομική και ουσιαστική τους βασιμότητα. Οι παραδρομές του δικαστηρίου είναι δυνατό να ανάγονται είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται όταν αναφέρεται στο εφετήριο ότι εξαιτίας αυτής οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού. Επομένως, αν δεν υπάρχει ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος εφέσεως, η έφεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Αν παρά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίνει παραδεκτή και την δεχθεί κατ`ουσίαν, θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαραδέκτους, λόγω αοριστίας, τους τρίτο και τέταρτο από τους λόγους της εφέσεως, μολονότι αυτοί περιείχαν αντιφατικούς ισχυρισμούς και δή άλλοτε επιλήψιμης νομής, άλλοτε χρησιδανείου και άλλοτε μη άσκησης από τον αναιρεσείοντα νομής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), με τους λόγους αυτούς, που αφορούν το αναιρεσιβαλλόμενο μέρος της προσβαλλομένης αποφάσεως, αποδίδεται στην εκκαλουμένη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων (τρίτος λόγος και υπό τα δύο σκέλη του) και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (τέταρτος λόγος), με επακριβή παράθεση των επικαλουμένων πλημμελειών. Επομένως η έφεση, ως προς τους λόγους αυτούς ήταν ορισμένη και δεν συνέτρεχε περίπτωση κηρύξεως απαραδέκτου του δικογράφου της, μη στοιχειοθετουμένου του ερευνώμενου από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου, αλλά ούτε και του επικαλουμένου από τη διάταξη του αριθμού 8 εδ.α του ίδιου άρθρου λόγου, περί λήψεως υπόψη απαραδέκτων, όπως είναι οι λόγοι εφέσεως, "πραγμάτων".

Επειδή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 1046 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του ακίνητο για μια εικοσαετία, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, εκείνος δε του έχει στη νομή του το πράγμα κατά την έναρξη και τη λήξη ορισμένης χρονικής περιόδου τεκμαίρεται ότι το νέμεται και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο. Σύμφωνα επίσης με τη διάταξη του άρθρου 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κάτοχος), είναι νομέας αυτού, αν ασκεί τη φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντας, δηλαδή η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus). Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinion domini). Εκείνος όμως που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως, όπως ειπώθηκε, αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα. Αν λείπει το πνευματικό στοιχείο, υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία όμως μόνη δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία. Μόνο κατοχή υπάρχει, όταν η σωματική εξουσία, ολική ή μερική, ασκείται κατά κανόνα, στο όνομα άλλου με βάση κάποια νόμιμη ή υποτιθέμενη ενοχική σχέση, όπως μίσθωση, παρακαταθήκη, χρησιδάνειο, μεσεγγύηση, εκούσια ή νόμιμη αντιπροσώπευση κ.α. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση. Ο διάδικος που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 980 και 982 ΑΚ σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προκύπτει, ότι όποιος άρχισε να κατέχει στο όνομα άλλου, όπως είναι π.χ. ο χρησάμενος ή ο κατά παράκληση λαβών, τεκμαίρεται ότι, όσο διατηρεί την κατοχή κατέχει στο όνομα άλλου, δηλαδή ασκεί τη νομή του πράγματος όχι για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό του νομέα (χρήστη κ.λπ.), δεν μπορεί δε να αποκτήσει την κυριότητα του πράγματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, παρά μόνον εφόσον αντιποιηθεί του πράγματος και συντρέξουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 1045 ΑΚ, μάλιστα δε στην περίπτωση ακινήτου η νομή δεν χάνεται για τον νομέα, προτού λάβει γνώση της αντιποιήσεως της νομής από τον κάτοχο που νεμόταν για λογαριασμό του, το δε τεκμήριο της νομής του άρθρου 980 παρ.2 ΑΚ έχει εφαρμογή όχι μόνο κατά τη διάρκεια της έννομης σχέσης (π.χ.χρησιδανείου), που συνδέει τον κάτοχο με το νομέα, αλλά και μετά τη λήξη αυτής, εφόσον ο κάτοχος εξακολουθεί να κατέχει το πράγμα. Με βάση τα προεκτεθέντα, εκείνος που αντιποιείται για τον εαυτό του πλέον τη νομή, εφόσον είναι ενάγων, προκειμένου να ευδοκιμήσει η αγωγή του και εφόσον είναι εναγόμενος, προκειμένου να αναστρέψει την αγωγή, έχει το βάρος να αποδείξει όχι μόνο ότι μετέβαλε στο μεταξύ βούληση, γιατί άρχισε να νέμεται για τον εαυτό του ή και για τρίτο, αλλά επί πλέον, εφόσον πρόκειται για ακίνητο ότι ο νομέας ή ο κληρονόμος του, αφού, κατά το άρθρο 983 ΑΚ, η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, έλαβαν γνώση της μεταβολής αυτής και δεν εναντιώθηκαν αποτελεσματικώς και ότι συνεπώς έτσι χάθηκε η νομή για το νομέα ή τους κληρονόμους του. Άρα στην περίπτωση αντιποιήσεως της νομής π.χ. από τον χρησάμενο ή τον κατά παράκληση λαβόντα δεν χάνουν τη νομή, ούτε ο αντιπροσωπευόμενος χρήστης, ούτε ο κληρονόμος του, προτού ο χρησάμενος ή ο κληρονόμος του εκδηλώσουν πρόθεση να νέμονται το ακίνητο με διάνοια κυρίου και λάβουν γνώση του γεγονότος αυτού ο αντιπροσωπευόμενος χρήστης ή εφόσον αυτός, στο μεταξύ, απεβίωσε ο κληρονόμος του. Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ`ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ`αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ`ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας, ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του αναιρεσείοντος, κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του ... /1-10-1957 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου ........ ...... ... , νόμιμα μεταγραφέντος περιήλθε στην κυριότητα της Α. Γ. Ξ. σύζυγο Γ. Σ. , θείας των εναγομένων, ένα οικόπεδο εκτάσεως 203,58 τ.μ, που βρίσκεται επί της οδού … αρ,…της πόλης του … συνορευόμενο βόρεια με ιδιοκτησία Σ. Μ. -Κ. Π., νότια με οδό ... , ανατολικά με ιδιοκτησία Ρ. και δυτικά με ιδιοκτησία Σ. Μ. - Π. Το έτος 1958 η αγοράστρια ήλθε σε γάμο κοινωνία με τον Γ. Σ. , θείο του ενάγοντος. Οικοδόμησαν στο οικόπεδο οικία, αποτελούμενη από ισόγειο και υπόγειο εκτάσεως περίπου 70 τετραγωνικών μέτρων το ισόγειο, με αντίστοιχο υπόγειο. Το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά Το έτος 1967, ο ενάγων ηλικίας 12 ετών μετά την αποφοίτηση του από το δημοτικό, ήρθε στην πόλη του Ηρακλείου για να παρακολουθήσει μαθήματα στην τεχνική σχολή ... , από την οποία απεφοίτησε το έτος 1971 (βλ προσκομιζόμενο πτυχίο). Διέμενε δε λόγω της συγγενικής σχέσης στην οικία των θείων του, οι οποίοι τον φρόντιζαν. Το έτος 1973 η Α. Ξ. προέβη στην επέκταση κτίσματος 20 τ.μ στο υπάρχον ισόγειο κτίσμα (βλ. την από 13-7-1973 έκθεση προσθήκης). Τα έτη 1975 -1976 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και απολυθείς από τις τάξεις του στρατού επανήλθε στην πόλη του Ηρακλείου και συνέχισε να διαμένει στην οικία της θείας του, η οποία του παρεχώρησε το υπόγειο, ώστε να έχει σχετική ανεξαρτησία. Ο ενάγων εργαζόταν και με τα χρήματα που κέρδιζε προέβη σε μικρής έκτασης επισκευές στο υπόγειο για καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Το έτος 1979 ήλθε σε γάμου κοινωνία με την Ε. Α. και με τη συναίνεση της θείας του στα πλαίσια της παραχώρησης του υπογείου αποφάσισαν να κατοικήσουν σε αυτό, αφού θα προέβαιναν στις σχετικές μεταρρυθμίσεις και μικροεπισκευές. Πράγματι με τη συναίνεση της θείας του προέβη ο ενάγων σε μικροεπισκευές στο υπόγειο, ήτοι διάνοιξε εξωτερική πόρτα, αλλά και εσωτερική, ώστε να έχει επικοινωνία με το ισόγειο που διέμεναν οι θείοι του. Μάλιστα, ως και ο ίδιος εκθέτει στην αγωγή του μετά το γάμο και κατά τη διάρκεια των επισκευών μίσθωσαν άλλο ακίνητο. Οι σχέσεις του ενάγοντος με τους θείους του ήταν πολύ καλές και πολλές φορές ο ίδιος και η σύζυγος του τους βοηθούσαν είτε στις αγροτικές εργασίες του θείου, είτε τους συμπαραστεκόταν σε περίπτωση ασθενείας. Η οικογένεια των θείων του διατηρούσε συγχρόνως καλές σχέσεις και με τους ενάγοντες, ανιψιούς της Α. Μάλιστα η Σ. Ξ. , πέμπτη των εναγομένων, διατηρούσε φαρμακείο σε απόσταση τριακοσίων περίπου μέτρων από την οικία τους και πολλές φορές την επισκεπτόταν οι θείοι της για την προμήθεια φαρμάκων, αλλά και οι ίδια τους απέστελλε διάφορα τρόφιμα. Ο ενάγων απέκτησε δυο τέκνα τον Ι. , γεννηθέντα το έτος 1980 και το Γ. , γεννηθέντα το έτος 1984, στον οποίο έδωσε το όνομα του θείου του σε ένδειξη ευγνωμοσύνης και εκτίμησης στο πρόσωπο του (θείου του). Το έτος 1984 η Α. Ξ. , προς τακτοποίηση του οικοπέδου της αγόρασε από του όμορους ιδιοκτήτες Ι. Σ. και Μ. Ζ. 13,23 τ.μ, αντί του ποσού των 195.000 δραχμών. Ο ενάγων σε συνεννόηση με τη θεία του προέβησαν από κοινού και με τη δική του συμβολή στην κατασκευή πρόχειρου κτίσματος στο οικόπεδο, εκτάσεως 17 τ.μ, το οποίο χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες τους. Το έτος 1995 απεβίωσε ο Γ. Σ. και το 1997 απεβίωσε και η σύζυγος του Α. Ξ. -Σ. , η οποία ετάφη στον οικογενειακό τάφο της οικογενείας Ξ. και ο ενάγων κατέβαλε τα έξοδα κηδείας. Με την από 29-7-1997 αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου η εβδόμη των εναγομένων Ά. Ξ. , με την ιδιότητα της κληρονόμου, ζήτησε τη σφράγιση της οικίας για προστασία των εντός αυτής κινητών. Η αίτηση έγινε δεκτή κατά ένα μέρος και διατάχθηκε η σφράγιση του ισογείου, στο οποίο κατοικούσε η θανούσα. Ο ενάγων αργότερα προέβη στην αποσφράγιση και χρησιμοποιούσε το όλο ακίνητο για τις ανάγκες της οικογενείας του. Το έτος 1999 προέβη στη δήλωση του οικοπέδου στο κτηματολόγιο με το επ` αυτού κτίσμα των 64 τ.μ, ως αποκτήσας αυτό με έκτακτη χρησικτησία. Όμως μετά από ένσταση των εναγομένων και μετά την αποδοχή της κληρονομιάς της θανούσας στο κτηματολόγιο φέρονται εγγεγραμμένοι οι εναγόμενοι, ως συγκύριοι αυτού. Το έτος 2003 ο ενάγων δήλωσε το ακίνητο στην ΔΟΥ στο σχετικό έντυπο (βλ. προσκομιζόμενο έντυπο της ΔΟΥ). Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η θεία του το έτος 1973 και σε ηλικία 18 ετών, ήτοι πριν την ενηλικίωσή του, του δώρισε ατύπως το όλο ακίνητο, αφού τον θεωρούσε ως δικό της παιδί και από τότε το νεμόταν και το κατείχε με διάνοια κυρίου και έγινε κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας δια της υπερεικοσαετούς συνεχούς νομής σε αυτό, προβαίνοντας σε όλες τις πράξεις νομής που ταιριάζουν στο νομέα, ήτοι διαμονή σε αυτό από τον ίδιο και την οικογένειά του, επισκευές, πληρωμή βαρών ακινήτου. Ο ισχυρισμός αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος για τους παρακάτω λόγους. Το έτος 1972 όταν η ίδια ήταν ηλικίας 65 ετών και ο σύζυγος της 50, απεβίωσε ο αδελφός της Σ. και άφησε ανήλικα τέκνα ήτοι τους τρίτη, τετάρτη, πέμπτη, έκτη και ένατο των εναγομένων. Διορίστηκε δε ως επίτροπος των ανηλίκων, μέχρι και το έτος 1983, όταν ενηλικιώθηκε και το τελευταίο. Ολα τα χρόνια αυτά ήταν σε στενή επαφή με αυτά και παρακολουθούσε τα της ανατροφής τους. Θα ήταν δε παράλογο να δωρίσει το επίδικο στον ενάγοντα, ανιψιό της από το σύζυγο της, ο οποίος ήταν το 1973 ηλικίας 18 ετών, ενώ ήταν επίτροπος στα ανήλικα ανίψια της, τα οποία έχρηζαν βοηθείας. Μάλιστα το έτος 1996, ήτοι ένα έτος προ του θανάτου της προέβη στη σύναψη προσυμφώνου δωρεάς, στη ζωή, αγροτικού ακινήτου στον ενάγοντα, ήτοι ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 1500 τ.μ με 20 ελαιόδεντρα, που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του χωριού Άγιος Σύλλας Ηρακλείου, το οποίο είχε περιέλθει στην κυριότητα της από άτυπη δωρεά του αποθανόντος συζύγου της στο οποίο τέθηκε ο όρος και ο ενάγων τον αποδέχθηκε ότι "ο δωρεοδόχος (ενάγων) θα υποχρεούται να φροντίζει και να περιποιείται τη δωρήτρια μέχρι να ζει, ανάλογα με τις προσωπικές του δυνάμεις και ανάλογα με τις οικονομικές του δυνατότητες και εφόσον θα κατοικεί στο σπίτι, όπου κάθεται σήμερα (οδός ... αρ. 25).. Αν η δωρήτρια για οποιανδήποτε λόγο διώξει τον δωρεοδόχο από το σπίτι, όπου κατοικεί σήμερα ή γενικά φύγει ο δωρεοδόχος από το σπίτι όπου κατοικεί σήμερα για οποιαδήποτε λόγο και αιτία ο όρος αυτός δεν θα δεσμεύει τον δωρεοδόχο ....". Ο όρος αυτός, τον οποίο αποδέχθηκε ο ενάγων για να αποκτήσει το παραπάνω ακίνητο μικρής αξίας (500.000 δραχμών) με τέτοιους όρους εμμέσως δείχνει ότι ο ενάγων, ο ίδιος αρχικά και στη συνέχεια με την οικογένεια του διέμενε στην παραχωρηθείσα οικία στο ακίνητο αυτό, όχι με τη βούληση να νέμεται το ακίνητο για δικό του λογαριασμό, αλλά στα πλαίσια της σύμβασης παραχώρησης της χρήσης χωρίς τίμημα και για λογαριασμό της θανούσας. Οι εξετασθέντες μάρτυρες των διαδίκων καταθέτουν ανάλογα με τις ανάγκες των διαδίκων υπέρ των οποίων καταθέτουν. Οι μεν μάρτυρες του ενάγοντος καταθέτουν ότι γνωρίζουν από την ίδια τη θανούσα ότι είχε δωρίσει ατύπως το επίδικο στον ενάγοντα, τον οποίο με το σύζυγο της είχαν πάρει ως "ψυχοπαίδι" για να τους συμπαρασταθεί στις ανάγκες τους και οι μάρτυρες των εναγομένων καταθέτουν ότι ο ενάγων ζητούσε από τη θανούσα να του μεταβιβάσει την κυριότητα του ακινήτου, του οποίου τη χρήση τμήματος (υπογείου) του είχε παραχωρήσει για να διαμένει ο ίδιος και στη συνέχεια με την οικογένεια του. Από τον προαναφερόμενο όμως τεθέντα όρο στο συνταχθέν προσύμφωνο συνάγεται ότι και οι δυο συμβληθέντες αποδέχοντο την παραχώρηση της χρήσης στον ενάγοντα στα πλαίσια της σύμβασης παραχώρησης χωρίς αντάλλαγμα από τη θανούσα. Αν πράγματι του είχε δωρίσει ατύπως το ακίνητο με σύμβαση δωρεάς δεν θα παρίστατο ανάγκη να γραφτεί ο όρος αυτός, ενδεικτικός της σχέσης των συμβαλλομένων. Αλλά και ο ίδιος ο ενάγων δήλωσε το ακίνητο στην αρμόδια ΔΟΥ ως δικό του για πρώτη φορά το έτος 2003, ενώ αν το είχε αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία θα το δήλωνε νωρίτερα και όχι μετά τη διεκδίκηση του από μέρος ορισμένων εναγομένων. Εξ άλλου όλες οι ενέργειες στο επίδικο, εμβαδομέτρηση, πληρωμή τελών, επισκευές σε αυτό έγιναν μετά το θάνατο της Α. Ξ. , το έτος 1997. Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων από το έτος 1976 διέμενε στο υπόγειο της οικίας και βρισκόταν στο επίδικο ακίνητο με σχέση χρησιδανείου και κατείχε αυτό ως αντιπρόσωπος της θανούσας, στο όνομα και για λογαριασμό της οποίας ασκούσε πράξεις νομής. Ουδέποτε δε γνωστοποίησε σε αυτή τη μεταβολή της πρόθεσης του να κατέχει το επίδικο για δικό του λογαριασμό, για να μπορεί έτσι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 982 ΑΚ να αρχίσει να χρησιδεσπόζει σε αυτό (ΟλΑΠ805/1979). Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων ασκούσε αυτοτελώς πράξεις νομής, ότι δηλαδή χρησιμοποιούσε το επίδικο με διάνοια κυρίου, με την πρόθεση δηλαδή να αποκτήσει αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τη θανούσα την κυριότητα σε αυτό. Τούτο μάλιστα έρχεται να επιβεβαιωθεί με το προαναφερθέν προσύμφωνο, δηλωτικό της βούλησης των συμβαλλομένων. Περαιτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων καθόλο το χρονικό διάστημα που διαμένει στο επίδικο, προέβη σε δαπάνες για την διαρρύθμιση και επισκευή της οικίας, με τη διάνοιξη εξωτερικής και εσωτερικής πόρτας , κατασκευή κτίσματος στο οικόπεδο με τη θανούσα. Το ύψος των δαπανών, που δεν προσδιορίστηκε αλλά και δεν αμφισβητήθηκε, υπήρξε περιορισμένο σε σχέση με την αξία της όλης οικίας και δεν απέβλεπε σε άλλο σκοπό, από του να την καταστήσει περισσότερη άνετη και λειτουργική για τη διαβίωση του ιδίου και της οικογενείας του, οι οποίοι ωφελούντο με σοβαρά χρηματικά ποσά, από την αποφυγή πληρωμής μισθωμάτων για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Με βάση τα παραπάνω δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού διέμενε σε αυτό στα πλαίσια της σύμβασης παραχώρησης του ακινήτου χωρίς αντάλλαγμα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος περί αποκτήσεως, με έκτακτη χρησικτησία, της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου και στη συνέχεια αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει αντιθέτως και αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 980, 1045, 1046 και 810 επ. ΑΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των, ανελέγκτως, γενομένων δεκτών ως αποδεικνυομένων πραγματικών περιστατικών και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού. Επομένως ο από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, έτσι όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ`αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της μη αποκτήσεως από τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω μνημονευθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι ο ενάγων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι τούτο του παραδόθηκε το 1973 από τη θεία του Α. Ξ. με άτυπη δωρεά και ότι αυτός το κατείχε με διάνοια κυρίου για περισσότερο από είκοσι χρόνια και ότι αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτός διέμενε από το 1973 ως χρησάμενος στο υπόγειο του επιδίκου αρχικά μόνος και στη συνέχεια από το 1979 με τη σύζυγό του και τα δύο παιδιά που απέκτησε μαζί της το 1980 και 1984 και ότι λόγω της σχέσεως του χρησιδανείου που τον συνέδεε με την προαναφερθείσα ιδιοκτήτρια του ακινήτου, κατείχε τούτο ως αντιπρόσωπός της, χωρίς ποτέ να της γνωστοποιήσει τυχόν πρόθεσή του για αντιποίηση της νομής του, ώστε να αρχίσει, κατά το άρθρο 982 ΑΚ, να χρησιδεσπόζει σ`αυτό, ενώ οι δαπάνες στις οποίες προέβη για τη διαρρύθμιση και επισκευή του επιδίκου απέβλεπαν στο να καταστεί τούτο λειτουργικό για την άνετη διαβίωση του ίδιου και της οικογένειάς του και δεν έγιναν με διάνοια κυρίου.

Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου κατά τις οποίες εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι αν η θεία του ενάγοντος του είχε δωρήσει άτυπα το επίδικο, δεν θα έθετε τον περί φροντίδας και περιποιήσεώς της όρο στο αναφερόμενο στην απόφαση προσύμφωνο δωρεάς ακινήτου του 1996 καθώς και ότι αν ήδη από το 1993 είχε αποκτήσει το επίδικο με έκτακτη χρησικτησία δεν θα το δήλωνε στην αρμόδια ΔΟΥ το 2003 είναι απαράδεκτες, καθόσον υπό την επίφαση της παραβιάσεως των επικαλουμένων διατάξεων, πλήττουν την περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ.1, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ανεξάρτητα από το ότι οι παραδοχές αυτές αφορούν σε επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστούν "αιτιολογίες" με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να επιδέχονται στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 ΚΠολΔ μομφή για ανεπάρκεια.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή κάθε περιστατικό, το οποίο αφηρημένα λαμβανόμενο οδηγεί κατά νόμο, στη γέννηση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού. Ενόψει τούτων δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις, καθώς και τα επιχειρήματα των διαδίκων, νομικά ή πραγματικά, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ή αν έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν ελέγχεται μεταβολή της, ούτε αν εκθέτει περιστατικά εκ περισσού και όχι προς στήριξη του διατακτικού του. Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος, όταν αυτή υπερβαίνει τα στη διάταξη αυτή αναφερόμενα όρια, έχει εφαρμογή, όταν πρόκειται περί ασκήσεως του δικαιώματος από το δικαιούχο του με αγωγή ή ένσταση. Δηλαδή αρνητικοί ισχυρισμοί του διαδίκου προς αντίκρουση του καταχθέντος σε δίκη δικαιώματος του αντιδίκου του, δεν αντικρούονται με την ένσταση καταχρήσεως, αφού ελλείπει η προϋπόθεση της ασκήσεως από αυτόν ιδίου δικαιώματος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και κατ` εκτίμηση των όσων σ` αυτόν (λόγο) εκτίθενται, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, περί καταχρηστικής προβολής από τους εναγομένους της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του επιδίκου, καθόσον την τελευταία αυτή ένσταση, που ομοίως δεν έλαβε υπόψη, την εξετίμησε εσφαλμένα ως άρνηση της αγωγής. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε γιατί δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι στην ουσία τους, οι αγωγικοί ισχυρισμοί του για κτήση κυριότητας στο επίδικο με πρωτότυπο τρόπο (άτακτη χρησικτησία), με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε η άσκηση πράξεων νομής από αυτόν επί του επιδίκου, κατά το κρίσιμο, κατά τα ανωτέρω χρονικό διάστημα.

Συνεπώς ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, που πλήττει την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το εάν οι διαλαμβανόμενοι στον λόγο αναιρέσεως, που ερευνάται, ισχυρισμοί των εναγομένων αποτελούν ένσταση ιδίας κυριότητας, προς απόκρουση της οποίας είχε υποβληθεί η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι πλήττει αιτιολογία, η οποία διατυπώθηκε χωρίς να είναι αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης στηρίζεται επαρκώς στην κυρία ως άνω αιτιολογία, που δεν θίγεται επιτυχώς με κάποιο λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως και με την επίκληση της ίδιας διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ`εκτίμηση των εκτιθεμένων, ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό του ενάγοντος - αναιρεσείοντος περί αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου με άτυπη δωρεά και άσκηση υπερεικοσαετούς διανοία κυρίου νομής, ενώ έλαβε υπόψη, χωρίς τούτο να προταθεί ότι αυτός ουδέποτε γνωστοποίησε στη θεία του ότι είναι επιλήψιμος νομέας και ότι αντιποιείται για λογαριασμό του τη νομή του επιδίκου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του, καθόσον κατά το μέρος του αφορά την άτυπη δωρεά, ο οικείος ισχυρισμός εξετάστηκε και απορρίφθηκε ως αναπόδεικτος, ενώ κατά το μέρος που αφορά την αντιποίηση της νομής, πρόκειται για περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και δεν μεταβάλουν την ιστορική βάση της αγωγής. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (2ος πρόσθετος) πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ.α και γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή δεν έλαβε υπόψη του, αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθησαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να μη λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει, όπως είναι οι πέραν των τριών ένορκες βεβαιώσεις (αρθρ.270 παρ.2 ΚΠολΔ), ενώ οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του, ενώ δεν απαιτείται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (έγγραφα, μάρτυρες, πραγ/νη, αυτοψία, ένορκες βεβαιώσεις κ.λπ.). Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ή κατ`άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και με τον αφορώντα στα ίδια αποδεικτικά μέσα πέμπτο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων νόμιμα, μεταξύ άλλων, επικαλέσθηκε και προσκόμισε, από τα οποία προέκυπτε το ουσία βάσιμο της αγωγής του και ότι ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη α)την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρος αποδείξεως Ι. Ζ. , β)την υπ`αριθμ…./2010 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Μ. Ζ. στη συμβ/φο Ηρακλείου ........ γ)την υπ`αριθμ.76/2010 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Ε. Μ. στην Ειρηνοδίκη Ηρακλείου δ)την από 16.2.2006 εξώδικη δήλωση προς τον αναιρεσείοντα του πρώτου αναιρεσιβλήτου ε)την από 1.11.2006 εξώδικη πρόσκληση των αναιρεσιβλήτων περί καταγγελίας της επικαλουμένης από αυτούς συμβάσεως χρησιδανείου, στ)την από 29.7.1997 αίτηση σφράγισης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ζ)την υπ`αριθμ.126/1997 έκθεση σφράγισης του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, η)την από 23.10.1997 έκθεση αυτοψίας ισόγειας οικοδομής με υπόγειο, ιδιοκτησίας Α. Σ. της τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Μ. Γ. , θ)την από 27-6-2002 δελτίο πρώτης ταχείας αυτοψίας της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου (ΔΤΥΝΑ), ι) το από Ιουλίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλωματούχου αγρονόμου τοπογράφου Γ. Κ. ια)την υπ`αριθμ.2554/28-1-2003 απόδειξη εισπράξεως της Δ/νσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου Ηρακλείου περί καταβολής ΤΑΠ, τελών καθαριότητας και φωτισμού, ιβ)την υπ`αριθμ.3540/7-5- 1991 απόδειξη πληρωμής Δήμου Ηρακλείου για δικαίωμα ταφής και δικαίωμα φιλοξενίας του Σ. Ξ. ιγ)την υπ`αριθμ.77/2010 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Α. χας Α. Μ. στην Ειρηνοδίκη Ηρακλείου (το αποδεικτικό αυτό μέσο αναφέρεται μόνο στο πρόσθετο λόγο). Οι λόγοι αυτοί, που αλληλοσυμπληρώνονται πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχόμενη σ`αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθώς και οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και οι αναφερόμενες παραπάνω (στοιχ.β, γ και ιγ) τρείς ένορκες βεβαιώσεις, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, όπου γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στα αποδεικτικά αυτά στοιχεία, δεν γεννιέται καμμιά απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος ότι ο ενάγων δεν απέκτησε, με έκτακτη χρησικτησία, την κυριότητα του επιδίκου. Οι αιτιάσεις των ερευνώμενων λόγων ότι από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττουν την, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω με τον τέταρτο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 11α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι έλαβε υπόψη τις υπ`αριθμ.10.068/23.4.2012 και 12001/5-3-2011 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων Μ. Σ., Σ. Κ. και Α. Κ., που λήφθηκαν νόμιμα ενώπιον των συμβολαιογράφων Ηρακλείου ...... και ...... , οι οποίες είναι απαράδεκτες γιατί αναφέρονται σε ισχυρισμούς που είναι νέοι και δεν προβλήθηκαν πρωτόδικα από τους εναγομένους. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε ισχυρισμούς που δεν έχουν, τυχόν, νόμιμα υποβληθεί είναι από την αιτία αυτή ανυπόστατα, ενώ τούτο έπεται του παραδεκτού της προβολής των αρνητικών ισχυρισμών, που στην προκειμένη περίπτωση, δεν πλήττονται με αναιρετικό λόγο και συνακόλουθα, έχουν κριθεί παραδεκτοί και τα αφορώντα σ`αυτούς αποδεικτικά μέσα λαμβάνονται νομίμως υπόψη. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αποφάσεως, λήφθηκαν υπόψη τρείς νόμιμα ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις των εναγομένων και δη κατά χρονική προτεραιότητα, ήτοι η υπ`αριθμ.12001/5-3-2011 που περιλαμβάνει τις καταθέσεις δύο μαρτύρων (Σ. Κ. και Α. Κ. ) και η υπ`αριθμ.10068/23.4.2012 ένορκη βεβαίωση της Μ. Σ., ενώ οι πέραν του αριθμού αυτού ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των εναγομένων Ν. Κ. και Ε. Μ. δεν λήφθηκαν υπόψη. Επομένως η αιτίαση του ίδιου τέταρτου πρόσθετου λόγου, ότι η υπ`αριθμ.12001/5.3.2011 ένορκη είναι πέραν των τριών είναι αβάσιμη.

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός ως προς όλες τις αιτιάσεις του, καθώς και η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι, στο σύνολό τους, πρέπει να απορριφθούν. Ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (αρθρ.176 και 183 ΚΠολΔ) και όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.12.2012 αίτηση και τους από 29.10.2013 προσθέτους λόγους του Α. Σ. του Ι. , για αναίρεση της υπ`αριθμ.55/2012 αποφάσεως του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Ρ.Κ.

 

Σχόλια