ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ - ΜΠΕΗΣ



 
Γενική ελληνική βιβλιογραφία του δικαίου της αναγκαστικής εκτέλεσης
I. ΠολΔικ 1835
Λ. Γιδόπουλος
- Το δίκαιον της αναγκαστικής εκτελέσεως, 1933
Α. Κιτσικόπουλος

- Πολιτική δικονομία, τόμοι VIII, IX και Χ, 1953 - 1962
Β. Οικονομίδης
- Εγχειρίδιον της πολιτικής δικονομίας. III 7η εκδ. από το Λ. Γιδόπουλο. 1926
Κ. Παπαδόπουλος
- Εκτέλεσις, 2η εκδ. 1931
Γ. Ράμμος
- Στοιχεία ελληνικής πολιτικής δικονομίας, II 4η εκδ. 1961
- Μετάφραση και προσαρμογή της γ’ γαλλικής έκδοσης του συ­στήματος πολιτικής δικονομίας των Glasson - Tissier - Morel, V και VI, 1935 - 1940.
- Συμβολαί εις την ερμηνείαν της πολιτικής δικονομίας (έξι τό­μοι), 1948 - 1968.
Χ. Φραγκίστας
- Δίκαιον αναγκαστικής εκτελέσεως (παραδόσεις, με την επιμέ­λεια Π. Γέσιου - Φαλτσή), 1961
II. ΚΠολΔ 1968
Κ. Μπέης
- Αι διαδικασίαι ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, IΙ 1969
Τ. Οικονομόπουλος
- Εγχειρίδιον πολιτικής δικονομίας, II β'
Γ. Ράμμος
- Εισηγήσεις αστικού δικονομικού δικαίου, II 1969
Σ. Σταυρόπουλος
- Ερμηνεία του κωδικός πολιτικής δικονομίας (κατ' άρθρον), V 1969.
- Σχέδιον πολιτι πρακτικά των συζητ
- Σχέδιον πολιτικής δικονομίας, VIII (διάγραμμα του εισηγητή Ε. Μιχελάκη και πρακτικά των συζητήσεων της συντακτικής επι­τροπής), 1959
- Πρακτικά της
- Πρακτικά της αναθεωρητικής επιτροπής, 1967
- Δίκη (περιοδικό)
- Δίκη (περιοδική επιθεώρησις δικονομικού δικαίου)
ΙΙΙ. ΠολΔ 1971
Α. Βερνάρδος
- Πολιτική δικονομία, 2η εκδ. 1972
Π. Γέσιου - Φαλτσή
- Αναγκαστική εκτέλεση, II ειδικό μέρος (με αναφορά στο Χ. Φραγκίστα), 1983
- Η δικονομική έννομη τάξη (μελέτες πολιτικής και διοικητικής δικονομίας), 1981
Αστ. Γεωργιάδης
- Εισηγήσεις αστικού δικαίου και πολιτικής δικονομίας, II (εισα­γωγή και θεμελιώδεις έννοιες αστικού δικονομικού δικαίου), 1979
- Μελέται αστικού δικαίου και πολιτικής δικονομίας, 1973
Παν. Θεοδωρόπουλος
- Κώδιξ πολιτικής δικονομίας, 2η εκδ. 1976
Κ. Κεραμεύς
- Νομικές μελέτες, 1980
Κ. Κεραμεύς - Π. Γέσιου- Φάλτση - Ε. Καμπουράκη
- Πρακτικά θέματα πολιτικής δικονομίας, 1980
Γ. Μητσόπουλος
- Μελέται γενικής θεωρίας δικαίου και αστικού δικονομικού δικαίου, 1983
Κ. Μπέης
- Μαθήματα πολιτικής δικονομίας - αναγκαστική εκτέλεση, 1η εκδ. 1977
- Εισαγωγή στη δικονομική σκέψη (γενικές αρχές της πολιτικής δικονομίας), 3η εκδ. 1981
- Συμβολές στην ερμηνεία του δικονομικού δικαίου, II 1980
Ι. Μπρίνιας
- Αναγκαστική εκτέλεσις, 2η εκδ. (πέντε τόμοι), 1978 - 1982
Γ. Νικολόπουλος
- Στοιχεία πολιτικής δικονομίας, II.
Γ. Ράμμος
- Εγχειρίδιον αστικού δικονομικού δικαίου, III 1982
- Επιτομή αστικού δικονομικού δικαίου, 1975
Γ. Σταθέας
- Εκτέλεσις (τρεις τόμοι) 1977 - 1980
Σ. Σταυρόπουλος
- Ερμηνεία του κωδικός πολιτικής δικονομίας (κατ' άρθρον), 2η εκδ. II 1979
Χ. Φραγκίστας
- Δίκαιον αναγκαστικής εκτελέσεως, Ι (2η εκδ. από την Π. Γέσιου - Φαλτσή), 1978
- Γνωμοδοτήσεις, 1980
Μ. Χατζηπροκοπίου
- Πολιτική δικονομία, II 1978
- Πολιτική δικονομία με βάση τα ετήσια Μπέης), 1981
- Πολιτική δικονομία (συστηματική συλλογή και ταξινόμηση της νομολογίας, με βάση τα ετήσια ευρετήρια της Δίκης. Επιμέλεια Ν. Κατσιρούμπα, εποπτεία Κ. Μπέης), 1981
- Δίκη (περιοδικό)
- Δίκη (περιοδική επιθεώρηση του δικονομικού δικαίου)
Συντομογραφίες
ΑΙΔ
Αρχείον Ιδιωτικού Δικαίου (περιοδικό)
AK
αστικός κώδικας
α.ν.
αναγκαστικός νομός
ΑΠ
Άρειος Πάγος
Αρμ
Αρμενόπουλος (περιοδικό)
ΑρχΝ
Αρχείο Νομολογίας (περιοδικό)
BGH
Bundesgerichtshof (πολιτικό τμήμα)
BGHSt
Bundesgerichtshof (ποινικό τμήμα)
ΓενΑ
γενικές αρχές του αστικού δικαίου
γνωμ.
γνωμοδότηση
Δ
Δίκη (περιοδικό)
ΔελΣυμΣ
Δελτίο Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Αθηνών κλπ (περιοδικό)
ea
ενθ’ ανωτέρω
ΕΕΑΝ
Εφημερίς ελληνικής και αλλοδαπής νομολογίας (περιοδικό)
ΕΕμπΔ
Επιθεώρησις εμπορικού δικαίου (περιοδικό)
ΕΕΝ
Εφημερίς Ελλήνων Νομικών (περιοδικό)
ΕΕργΔ
Επιθεώρηση εργατικού δικαίου (περιοδικό)
Ειρ
ειρηνοδικείο
ΕλΔ
Ελληνική Δικαιοσύνη (περιοδικό)
ΕμπΝ
εμπορικός νόμος
ΕμπρΔ
εμπράγματο δίκαιο
ΕνΑΚ
εισαγωγικός νόμος αστικού κώδικα
ενημ. σημ.
ενημερωτικό σημείωμα
ΕνοχΔ
ενοχικό δίκαιο
ΕνΠολΔ
εισαγωγικός νόμος κώδικα πολιτικής δικονομίας
ΕρμΑΚ
ερμηνεία αστικού κώδικα
ΕρμΚΠολΔ
ερμηνεία κώδικα πολιτικής δικονομίας
ΕΣυγκΔ
Επιθεώρησις συγκοινωνιακού δικαίου (περιοδικό)
Εφ
Εφετείο
θεμ.
Θέμις (περιοδικό)
ΚΕΔΕ
κώδικας για την είσπραξη των δημόσιων εσόδων
ΚληρΔ
κληρονομικό δίκαιο
ΚΠολΔ
κώδικας πολιτικής δικονομίας του 1968
ΚωΔ
κώδικας δικηγόρων (v.δ. 3026/1954)
ΚωΔικΕ
κώδικας δικαστικών επιμελητών (ν.δ. 1210/1972)
ΚωΣ
κώδικας συμβολαιογράφων (ν. 670/1977 και ν. 834/1978)
ΜΠρ
μονομελές πρωτοδικείο
ν.
νόμος
ν.δ.
νομοθετικό διάταγμα
ΝΔικ
Νέον Δίκαιον (περιοδικό)
ΝΕΔΕ
νόμος εισπράξεως δημοσίων εσόδων
ΝοΒ
Νομικό Βήμα (περιοδικό)
ΝοΔεΤραπΕλ
Νομικό Δελτίο Τραπέζης Ελλάδος (περιοδικό)
ΟικΔ
οικογενειακό δίκαιο
ο.π.
όπου πιο πάνω
παρατ.
παρατηρήσεις
ΟργΔ
οργανισμός των δικαστηρίων
ΠΚ
ποινικός κώδικας
ΠοιΧ
Ποινικά Χρονικά (περιοδικό)
ΠολΔ
πολιτική δικονομία του 1971
ΠολΔικ
πολιτική δικονομία του 1835
ΠΠρ
πολυμελές πρωτοδικείο
Πρ
πρωτοδικείο
ΠτωχΔ
πτωχευτικό δίκαιο
Σ
Σύνταγμα
ΣχεδΠολΔ
πρακτικά συντακτικής επιτροπής σχεδίου του κώδικα πολιτικής δικονομίας ‘68
ΤΔΣΑ
ταυτότητα δικηγορικού συλλόγου Αθηνών
τιμ.τομ.
τιμητικός τόμος
ΤΝ
Ταμείο Νομικών
ΤΠΔΑ
Ταμείο προνοίας δικηγόρων Αθηνών









1. Η αναγκαστική Εκτέλεση ως μορφή νομικής προστασίας
1.1. Εισαγωγικές σκέψεις
Το ιδιωτικό δίκαιο καθορίζει τις προϋποθέσεις, με τις οποίες δημιουργούνται, ασκούνται και καταργούνται οι περιουσιακές αξιώσεις. Αλλά ο οφειλέτης συχνά δεν εκπληρώνει την υποχρέωση που έχει στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου απέναντι στο δανειστή-του. Στην περίπτωση αυτή ο δανειστής δεν έχει δικαίωμα να αυτοδικήσει (πρβλ ΑΚ 282). Αν επιχειρήσει να ικανοποιήσει την αξίωσή-του βίαια, με τις δικές-του δυνάμεις, δίχως τη βοήθεια των αρμόδιων κρατικών οργάνων, τιμωρείται ποινι­κώς (ΠΚ 331) και έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τον οφειλέτη-του (ΑΚ 283).
Η απαγόρευση της αυτοδικίας δεν αφήνει το δανειστή απροστάτευτο. Και τούτο, επειδή η πολιτεία έχει αναθέσει σε ορισμένα κρατικά όργανα τη λήψη των κατάλληλων βίαιων μέτρων προς ικανοποίηση των νόμιμων αξιώσεων των δανειστών.
Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, τα αρμόδια κρατικά όργανα έχουν εξουσία απέναντι στον οφειλέτη να λάβουν τα κατάλληλα βίαια μέτρα και, αντίστοιχα, έχουν δημόσια υποχρέωση απέναντι στο δανειστή να μην αδρανήσουν. Ο δανειστής λοιπόν εμποδίζεται να αυτοδικήσει, αλλά αντίστοιχα, έχει δημόσια αξίωση απέναντι στο κράτος να λάβει αυτό, με τα αρμόδια όργανά-του, τα κατάλληλα μέτρα προς ικανοποίηση της αξίωσης που έχει με το ιδιωτικό δίκαιο απέναντι στον οφειλέτη-του. Με άλλα λόγια, η αναγκαστική εκτέλεση είναι μορφή νομικής προστασίας, για την παροχή της οποίας ο δανειστής έχει αξίωση απέναντι στο κράτος.
Η νομική προστασία με τη μορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να δοθεί με έναν από τους ακόλουθους τρεις τρόπους: είτε άμεσα (941-944 και 950), λχ με την έξωση του μισθωτή από το μίσθιο, είτε έμμεσα (951), δηλαδή με την κατάσχεση κάποιου περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, τον πλειστηριασμό-του και την ικανο­ποίηση της χρηματικής αξίωσης του δανειστή από το πλειστηριασμό, είτε με αναπλη­ρωματικό τρόπο (946, 947), δηλαδή με την απειλή χρηματικής ποινής υπέρ του δανειστή.
Οι πράξεις του δανειστή και των αρμόδιων κρατικών οργάνων, με τις οποίες αμέσως ή εμμέσως, προκαλείται η αναγκαστική ικανοποίηση της εκτελούμενης αξίω­σης, είναι διαδικαστικές πράξεις, ρυθμίζονται αποκλειστικά από το δικονομικό δίκαιο και συνθέτουν τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Οι κανόνες του δημόσιου δικαίου που ρυθμίζουν τα όργανα, τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία της βίαιης ικανοποίησης των αξιώσεων συνθέτουν το δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης. Οι περισσότεροι από τους κανόνες αυτούς υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. Γιαυτό είναι υποχρεωτική η τήρησή-τους. Και επειδή η τήρηση όλων των περίπλοκων κανόνων της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν είναι εύκολη, σχε­δόν κάθε εκτελεστή διαδικασία συνοδεύεται από δίκες προς ακύρωσή-της.
1.2. Ορισμοί και διακρίσεις
Αναγκαστική εκτέλεση είναι η μορφή έννομης προστασίας, με την οποία ο οφει­λέτης εξαναγκάζεται από τα αρμόδια κρατικά όργανα σε ικανοποίηση της υποχρέω­σης που έχει απέναντι στο δανειστή-του.
Είδη της αναγκαστικής εκτέλεσης:
- αστική και διοικητική,
- ατομική και συλλογική,
- άμεση, έμμεση και αναπληρωματική.
Αστική εκτέλεση είναι «κείνη που έχει ως αντικείμενο την ικανοποίηση απαιτή­σεων του ιδιωτικού δικαίου και ενεργείται σύμφωνα με τους κανόνες της πολιτικής οικονομίας.
Διοικητική εκτέλεση είναι εκείνη που έχει ως αντικείμενο κυρίως την είσπραξη των δημόσιων εσόδων και ενεργείται σύμφωνα με τους κανόνες του ΚΕΔΕ (= κώδικα για την είσπραξη των δημόσιων εσόδων).
Ατομική εκτέλεση είναι εκείνη που επισπεύδεται με την πρωτοβουλία ενός δανειστή.
Συλλογική εκτέλεση είναι εκείνη που επισπεύδεται συλλογικά από τους δανειστάς, κυρίως με τη μεσολάβηση του συνδίκου της πτώχευσης.
1.3. Νομοθετική ρύθμιση
Απαγόρευση αυτοδύναμης ικανοποίησης του δανειστή
ΑΚ 282.- Αυτοδικία
Η δια της ι οίας δυνάμεως του δικαιούχου και άνευ της βοηθείας της αρχής ικανοποίησης της αξιώσεως (αυτοδικία) επιτρέπεται, τότε μόνον, όταν η βοήθεια της αρχής δεν δύναται να φθάσει εγκαίρως, εκ δε της αναβολής κινδυνεύει να ματαιωθή ή καταστή ουσιωδώς δυσχερής η πραγμάτωσις της αξιώσεως.
ΑΚ 283
Εάν η αυτοδικία έλαβε χωράν χωρίς να υφίστανται οι προϋποθέσεις του νόμου, ή αν αύτη υπερβαίνη το προς αποτροπήν του κινδύνου απαιτουμενον μέτρον, ο ενεργήσας υποχρεούται εις αποζημίωσιν. Την αυτήν υποχρέωσιν φέρει ο ενεργήσας, και αν εκ πλάνης εφρόνει ότι υφίστανται αι προϋποθέσεις του νόμου.
ΑΚ 1239.- Συμφωνίαι απηγορευμέναι
Είναι άκυρος συμφωνία γενομένη πριν ή καταστή απαιτητόν το ασφαλιζόμενον χρέος, καθ’ ην, αν ο δανειστής δεν ικανοποιηθή εμπροθέσμως, η κυριότης του ενεχυρασθέντος περιέρχεται ή δέον να μεταβιβασθή εις τούτον. Το αυτό ισχύει και περί της συμφωνίας, δι' ης ο δανειστής απαλλάσσεται εν όλω ή εν μέρει των προς εκποίησιν του πράγματος διατυπώσεων.
ΠΚ 331.- Αυτοδικία
Όστις ενεργεί αυτογνωμόνως αξίωσιν περί δικαιώματος, το οποίον ή έχει τω όντι ή εκ πεποιθήσεως οικειοποιείται, τιμωρείται δια φυλακίσεως μέχρις εξ μηνών ή δια χρηματικής ποινής. Η ποινική δίωξις χωρεί μόνον επί εγκλήσει.
ΚΕΔΕ 1.- Είσπραξις δημοσίων εσόδων
1. Η είσπραξις των εκ πάσης αιτίας δημοσίων εσόδων ενεργείται κατά τας διατάξεις του παρόντος ν. διατάγματος.
2. Ως δημόσια έσοδα θεωρούνται και αι απαιτήσεις ων κατέστη δικαιούχον το Δημόσιον εκ καθολικής ή ειδικής διαδοχής.
1.4. Ασκήσεις και ερωτήσεις από τις εξετάσεις
1.4.1. Ποιες είναι οι κυρώσεις, αν δεν τηρηθεί ένας κανόνας της αναγκαστικής εκτέ­λεσης, που ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη, και ποιες, αν παραβιαστεί ένας κανόνας που ενδιαφέρει μόνο το ιδιωτικό συμφέρον του δανειστή ή του οφειλέτη;
1.4.2 Ο οφειλέτης, όταν κατάρτισε τη σύμβαση του δανείου, παρέδωσε στο δανειστή το δαχτυλίδι-του, με τη συμφωνία να το κρατήσει ως κύριος, αν τυχόν δεν «ξοφλήσει εμπρόθεσμα το χρέος-του. Είναι έγκυρη η συμφωνία αυτή;
1.4.3. Οι διατάξεις της πολιτικής δικονομίας που συνθέτουν το δίκαιο της αναγκα­στικής εκτέλεσης εφαρμόζονται και για την αναγκαστική είσπραξη των φόρων;
1.4.4. Τι διαφέρει η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης από την πτωχευτική διαδικασία;
1.5. Απαντήσεις
1.5.1. Στην πρώτη περίπτωση η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητα, η οποία δε λειτουργεί αυτοδικαίως, αλλά πρέπει να κηρυχτεί δικαστικώς (159 αρ. 1). Στη δεύ­τερη περίπτωση δημιουργείται διαπλαστικό δικαίωμα του διαδίκου εκείνου, προς το συμφέρον του οποίου έχει καθιερωθεί ο κανόνας που παραβιάστηκε, να ζητήσει τη δικαστική ακύρωση της διαδικαστικής πράξης, αν η παράβαση του προκάλεσε ανεπα­νόρθωτη βλάβη (159 αρ. 3). Η δικονομική ακυρότητα και η ακυρωσία των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης μοιάζουν αρκετά, επειδή και οι δυο πρέπει να απαγγέλουν με δικαστική απόφαση, η έκδοση της οποίας ζητείται με ανακοπή (933), που πρέπει να ασκηθεί μέσα σε σύντομη προθεσμία (934), διαφορετικά η ελαττωματική πράξη ισχυροποιείται. Εξάλλου, η πρακτική σημασία της διάκρισης ανάμεσα στη δικο­νομική ακυρότητα και στην ακυρωσία εκδηλώνεται κυρίως προς τις ακόλουθες δυο κατευθύνσεις: α) ότι η ακυρωσία προϋποθέτει ανεπανόρθωτη βλάβη του ανακό­πτοντα, ενώ η ακυρότητα απαγγέλλεται, δίχως να εξεταστεί η συνδρομή συγκεκριμέ­νης βλάβης. Και β) ότι την ακυρότητα μπορεί να επικαλεστεί κάθε δανειστής που Εχει έννομο συμφέρον (πρβλ. 933 § 1 ), ενώ την ακυρωσία νομιμοποιείται να επικαλε­στεί μονό εκείνος, προς το συμφέρον του οποίου έχει καθιερωθεί η διάταξη που δεν τηρήθηκε.
1.5.2. Η συμφωνία αυτή είναι αυτοδικαίως άκυρη (ΑΚ 1239).
1.5.3 Οι διατάξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης που περιέχονται στην πολιτική δικο­νομία ισχύουν για τις αξιώσεις του ιδιωτικού δικαίου. Τα δημόσια έσοδα εισπράττον­ται αναγκαστικά με τους κανόνες της διοικητικής εκτέλεσης (ν.δ. 356/1974 «περί κώδικος εισπράξεως δημοσίων εσόδων = ΚΕΔΕ). Για την αναγκαστική είσπραξη των φόρων, οι διατάξεις του αστικού δικονομικού δικαίου εφαρμόζονται μόνο συμπληρω­ματικά, προς κάλυψη των νομοθετικών κενών του δικαίου της διοικητικής εκτέλεσης (ΚΕΔΕ 89).
1.5.4. Και οι δυο διαδικασίες αποβλέπουν στην ικανοποίηση των δανειστών. Όμως η πτώχευση του οφειλέτη είναι μορφή συλλογικής εκτέλεσης, της οποίας η διαδικασία εξελίσσεται με την πρωτοβουλία του συνδίκου που ασκεί δημόσιο λειτούργημα, κάτω από την εποπτεία ενός δικαστή (του εισηγητή των πτωχεύσεων). Αντίθετα, η πολιτική δικονομία καθιερώνει την ατομική εκτέλεση, της οποίας η διαδικασία εξελίσσεται με την πρωτοβουλία του δανειστή. Εξάλλου, σε πτώχευση κηρύσσονται μόνο έμποροι (ΕμπΝ 525) για την αδυναμία πληρωμής περισσότερων εμπορικών (Ρόκας, ΠτωχΔ 12η εκδ. 1978 § 12 II 1 δ' σελ. 54), χρεών-τους. Η ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη, και μάλιστα του συνόλου-της, γίνεται στην πτώχευση με άτυπη πρόκληση προσφορών και με ιδιωτικές πωλήσεις, ενώ στην αναγκαστική εκτέλεση το κατασχε­μένο περιουσιακό αντικείμενο του οφειλέτη ρευστοποιείται μόνο με την αυστηρή διαδικασία του δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού. Η πτωχευτική διαδικασία είναι νομικώς επικρατέστερη από τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, δηλαδή από την ημέρα που δημοσιεύεται η απόφαση, η οποία κηρύσσει την πτώ­χευση του οφειλέτη, αναστέλλονται τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των δανειστών (ΕμπΝ 534),
1.6. Προβλήματα
1.6.1. Είναι έγκυρη η συμφωνία, με την οποία ο δανειστής παραιτείται από το δικαί­ωμα να ζητήσει την αναγκαστική εκτέλεση της αξίωσης-του;
Η αξίωση παροχής νομικής προστασίας με τη μορφή της αναγκαστικής εκτέλε­σης καθιερώνεται από το δημόσιο δίκαιο. Γιαυτό ο δανειστής δεν έχει την εξουσία να τη διαθέσει. Η ενδεχόμενη λοιπόν παραίτησή-του είναι άκυρη (Δεληκωστόπουλος, Η αυτονομία της ιδιωτικής βουλήσεως εν τη πολιτική δικονομία, 1965 § 18 σελ. 342). Είναι όμως έγκυρη η παραίτηση από συγκεκριμένες πράξεις της εκτέλεσης, που έχουν ήδη ασκηθεί, λχ από την κατάσχεση (πρβλ. 299), δίχως η παραίτηση αυτή να εμποδίζει το δανειστή να επαναλάβει την πράξη που είχε ανακαλέσει. Ακόμη είναι έγκυρη η παραίτηση του δανειστή από την εκτελούμενη αξίωση (πρβλ, ΑΚ 454), εφόσον τηρηθούν οι διατυπώσεις που ενδεχομένως απαιτεί το ουσιαστικό (ιδιωτικό) δίκαιο. Με την έννοια αυτή είναι δυνατή ακόμη και η συμβατική φαλκίδευση της ενοχής από απαιτητή σε ατελή ή φυσική, κάτι που είναι γνωστό ως παραίτηση από το αγώγιμο ή την εκτελεστότητα της κρίσιμης αξίωσης του δανειστή (βλ. Μπέη, Εισα­γωγή στη δικονομική σκέψη §2, 1.8 σελ. 51).
1.6.2. Ο νομοθέτης είναι αποδεσμευμένος από το Σύνταγμα, ώστε να μπορεί να απαγορέψει σε ορισμένες περιπτώσεις την αναγκαστική εκτέλεση;
Η αναγκαστική εκτέλεση ορισμένων εξωστικών αποφάσεων έχει απαγορευτεί τα τελευταία χρόνια με διάφορους νόμους (λχ 10 §1 ν.δ. 225/1969, ν.δ. 516/1970, 22 §1 ν.δ. 1230/1972). Η άρχουσα αντίληψη δέχεται ότι το άρθρο 20 §1 Σ, που εγγυάται το δικαίωμα κάθε θιγόμενου προσώπου για δικαστική ακρόαση και προ­στασία, δεν περιορίζεται μόνο στη διάγνωση του προσβαλλόμενου δικαιώματος, αλλά εκτείνεται και στην αναγκαστική-του εκτέλεση. Και τούτο, γιατί, διαφορετικά, η παρεχόμενη δικαστική προστασία χάνει την πρακτική-της αξία και μένει μόνο στα χαρτιά (Κοντιάδης, ΕΕΝ 36, 394. Μητσόπουλος, ΠολΔ σελ. 79' ο ίδιος, στο συλλο­γικό έργο «Η επίδρασις του Συντάγματος του 1975 επί του ιδιωτικού και επί του δημοσίου δικαίου, 1976 σελ. 61. Μπρίνιας, ΝοΒ 21,1055. Γ. Οικονομόπουλος, Δ 9, 94. Ψωμάς. Δ 3, 629 και 13, 561.
Υποστηρίζεται και η αντίθετη άποψη (Μπέης, ΠολΔ 110 III 2 σελ. 561 επ.), με τη σκέψη ότι, αφού ο νομοθέτης έχει εξουσία να κάνει κάτι πολύ περισσότερο, δηλαδή να αποσβέσει την ίδια την αξίωση του δανειστή, θα πρέπει να έχει εξουσία να κάνει κάτι σημαντικά λιγότερο, δηλαδή να αποψιλώσει την κρίσιμη αξίωση από την εκτελεστότητα-της. Βέβαια υποστηρίζεται και η εκδοχή ότι το άρθρο 17 Σ, που εγγυάται πως «ουδείς στερείται της ιδιοκτησίας αυτού», αναφέρεται σε κάθε περιου­σιακό δικαίωμα, έτσι που να μην επιτρέπει τη νομοθετική κατάργηση ενοχικών αξιώ­σεων (Γαζής, στο συλλογικό έργο «Η επίδρασις του Συντάγματος του 1975 επί του ιδιωτικού και επί του δημοσίου δικαίου», σελ. 25' ο ίδιος, ΓενΑ β’ σελ. 101 σημ. 51. Αποστ. Γεωργιάδης, ΕμπρΔ σελ. 12. Γεωργ. Κασιμάτης, Τα συνταγματικά όρια της ιδιοκτησίας, σελ. 45 σημ. 14. Λίποβατς, ΝοΒ 10,1140. Σβώλος, ΑΙΔ9,25. Κ. Τριανταφυλλόπουλος, θεμ. 46,449) Όμως στη νομολογία κυριαρχεί η αντίθετη γνώμη, δηλαδή ότι το άρθρο 17 Σ κατοχυρώνει μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα. Το πρό­βλημα τούτο είναι, σε τελική ανάλυση πολιτικό. Η φιλελεύθερη καπιταλιστική αντί­ληψη μπορεί να σταθεί στο άρθρο 5 § 1 Σ και να δεχτεί ότι ως «ιδιοκτησία», στο άρθρο 17 Σ, νοείται κάθε περιουσιακό δικαίωμα. Το αντίθετο μπορεί να δεχτεί η σοσιαλιστική πολιτική σκέψη, με στήριγμα στο άρθρο 106 Σ (βλ. Μπέη, Εισαγωγή στη δικονομική σκέψη §2, 1.6.2.3 σελ. 48 επ.).
Σε αρκετές περιπτώσεις, όταν ο νόμος ορίζει ότι δεν επιτρέπεται η αναγκαστική εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων που δεν έχουν ακόμη εκτελεστεί, στην πραγ­ματικότητα εννοεί ότι καταργεί την εκτελούμενη ιδιωτική αξίωση του δανειστή. Και με το πνεύμα αυτό θα πρέπει να ερμηνεύεται. Έτσι λχ ο νόμος που απαγορεύει την αναγκαστική εκτέλεση της εξωστικής απόφασης δε θίγει το δικαίωμα δικαστικής ακρόασης και προστασίας, αλλά, στο πλαίσιο των άρθρων 106 §§1 και 2 Σ, παρα­τείνει αναγκαστικά την ενοχική σχέση της μίσθωσης και, αντίστοιχα, καταργεί την αξίωση του εκμισθωτή να του αποδοθεί το μίσθιο (Μπέης, Δ 13, 649).
1.7. Διαδικαστικά έγγραφα
Σχέδιο εντολής για άμεση εκτέλεση
Προς το δικαστικό επιμελητή του πρωτοδικείου Ροδόπης Μηνά Σκληρό και. σε περί­πτωση κωλύματος-του, προς το νόμιμο αναπληρωτή-του.
Ζητώ να εκτελέσετε αναγκαστικά την αξίωση που έχω εναντίον του οφειλέτη-μου Φρίξου Κακομοίρη, που κατοικεί στον Πειραιά (οδός Λαχαναγοράς 239) νομού αποδώσει την κατοχή και τη χρήση ενός καταστήματος, το οποίο βρίσκεται στην Κομοτηνή (οδός Ξενίας αρ. 33).
Η αίτησή-μου αυτή είναι νόμιμη, επειδή η αξίωσή-μου έχει αναγνωριστεί με εκτελε­στό τίτλο, δηλαδή το προκείμενο απόγραφο της 5862 τελεσίδικης καταψηφιστικής από­φασης του μονομελούς πρωτοδικείου Ροδόπης, αντίγραφο του οποίου, μαζί με επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση, έχει επιδοθεί στον οφειλέτη ήδη πριν τρεις μέρες, καθώς βεβαιώνει η 1827 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών Αγγέλου Χτυποπόρτη.
30 του Οχτώβρη 1975
ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δανειστή Πλούταρχου Αρπαχτίδη,
κάτοικου Αθηνών (οδός Τοκοφόρου αριθ. 103)
Θεμιστοκλής Αβοκάτος
1.8. Από τη νομολογία
ΜΠρΑΘ 2046/1971 Δ 4,190 με ενημ. σημ.:
«Η συμφωνία μεταξύ δανειστού και οφειλέτου περί ικανοποιήσεως του πρώτου δι' άλλης οδού, παρακαμπτομένης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, είναι άκυ­ρος, ατέ των διατάξεων ταύτης ουσών δημοσίας τάξεως, ουχ ήττον όμως η συμφωνία περί μη εκτελέσεως υπό του δανειστού οριστικής αποφάσεως, κηρυχθείσης προσωρινώς εκτε­λεστής κατ’ αρθρ. 907 ΠολΔ, μέχρις εκδικάσεως της κατ' αυτής εφέσεως του οφειλέτου, αποτελούσα δικονομικήν σύμβασιν, καταρτιζόμενη ν προς το συμφέρον του οφειλέτου, είναι έγκυρος, η δ’ εκτέλεσις της αποφάσεως ταύτης διαρκούσης της ανωτέρω συμφωνίας είναι άκυρος κατ’ αρθρ. 159 ΠολΔ, αφού αύτη δεν δύναται να εκτελεσθή και ως εκ τούτου δεν υφίσταται τίτλος εκτελεστός, εκ της τοιαύτης δ' εκτελέσεως επέρχεται βλάβη εις τον καθ' ου η εκτέλεσις, μη δυναμένη να επανορθωθή άλλως ή κηρυσσομένης της ακυρότητος».
1.9. Ειδική ελληνική βιβλιογραφία
Δεληκωστόπουλος, Η αυτονομία της ιδιωτικής βουλήσεως εν τη πολιτική οικονομία, 1965 § 18 σελ. 325 - 371.
«Το δικαίωμα δικαστικής ακρόασης και προστασίας», εισηγήσεις και συζητήσεις στο 10ο πανελλήνιο συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, Δ 13,561 επ.









2. Όργανα της αναγκαστικής εκτέλεσης
2.1. εισαγωγικές σκέψεις
Η παροχή νομικής προστασίας, με τη μορφή της δεσμευτικής διάγνωσης των εννόμων σχέσεων των διαδίκων, έχει ανατεθεί στα δικαστήρια (Σ 20 § 1, 26 § 3 και 87 § 1 ) Αντίθετα, η παροχή νομικής προστασίας, με τη μορφή της αναγκαστικής εκτέ­λεσης, έχει ανατεθεί σε άλλα κρατικά όργανα. Στο δικό-μας δίκαιο, τα δικαστήρια δεν είναι όργανα της εκτέλεσης, αλλά είτε διατάζουν ορισμένα ρυθμιστικά μέτρα για την καλύτερη διεξαγωγή της εκτελεστικής διαδικασίας, λχ διατάζουν την αντικατάσταση του μεσεγγυούχου (956 § 5) ή αναστέλλουν την ενέργεια του πλειστηριασμού (1000), είτε δικάζουν τις αντιρρήσεις που προβάλλονται εναντίον της εκτελεστικής διαδικασίας (933).
Η άμεση εκτέλεση γίνεται από το δικαστικό επιμελητή (941 έως 944 και 950). Η κατάσχεση των κινητών στα χέρια του οφειλέτη, καθώς και η κατάσχεση ακινήτων, και η προετοιμασία του πλειστηριασμού γίνονται επίσης από το δικαστικό επιμελητή (954 §1, 960 §1 και 999 §1). Ο πλειστηριασμός κινητών και ακινήτων ή άλλων ειδικών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, καθώς και η διανομή του πλειστηριάσματος γίνονται από το συμβολαιογράφο (959 §1, 974, 998 §1, 1006, 1026). Η ικανοποίηση των απαιτήσεων, όταν έχουν κατασχεθεί ειδικά περιουσιακά στοιχεία, καθώς και σε περίπτωση αναγκαστικής διαχείρισης, γίνεται από το διαχειριστή (1027 και 1037). Η σύλληψη του οφειλέτη, του οποίου έχει διαταχτεί η προσωπική κράτηση, γίνεται από το δικαστικό επιμελητή (1040 §2).
Τα όργανα αυτά της εκτέλεσης χαρακτηρίζονται από τους συγγραφείς ως άμεσα όργανα και αντιδιαστέλλονται από τα έμμεσα όργανα, στα οποία ορισμένοι συγγραφείς κατατάσσουν τους αστυνομικούς (929 § 2 και 930 § 1), καθώς και τους μάρτυρες που συμπράττουν, σύμφωνα με το άρθρο 930 § 2. Όμως τα πρόσωπα αυτά δεv είναι όργανα της εκτέλεσης. Οι αστυνομικοί συμπράττουν για να αποτρέψουν, με την παρουσία-τους, βιαιοπραγίες ή για να συλλάβουν εκείνους που διαπράττουν αυτόφωρα αδικήματα, στο πλαίσιο της εκτέλεσης, ενώ οι μάρτυρες περιορίζονται να βεβαιώσουν την ακρίβεια της έκθεσης που συντάσσεται για την εκτέλεση. Αντίθετα, μπορεί να χαρακτηριστεί ως έμμεσο όργανο της αναγκαστικής εκτέλεσης ο εισαγγε­λέας, στην έκταση που ασκεί ιεραρχικό έλεγχο στους δικαστικούς επιμελητές (ΟργΔ 104 §1, ΚωΔικΕ 27).
Ο δικαστικός επιμελητής, καθώς και ο συμβολαιογράφος, διορίζονται από τον επισπεύδοντα δανειστή (927). Με δικαστική απόφαση διορίζονται ο διαχειριστής (1027 § 1 και 1036 § 1), καθώς και ο συμβολαιογράφος προς πλειστηρίαση των ειδι­κών περιουσιακών στοιχείων (1026).
Η εντολή προς εκτέλεση (927), ακριβολογώντας, δεν είναι εντολή, αλλά αίτηση νομικής προστασίας. Το όργανο της εκτέλεσης δεν έχει εξουσία να αρνηθεί (πρβλ ΕνΠολΔ 73 § 4), εκτός αν δε συντρέχουν οι τυπικές προϋποθέσεις της αναγκαστικής εκτέλεσης (πρβλ. 50 §2 εδ. θ' ν.δ. 1210/1972) ή αν επισπεύδεται εκτέλεση εναν­τίον συγγενικού προσώπου-τους (πρβλ. 9 ν.δ. 1333/1973). Στη διάρκεια που εκτελεί τα καθήκοντά-του, το όργανο της εκτέλεσης ενεργεί ως δημόσιο όργανο, σύμφωνα με τις επιταγές του νόμου (29 ν.δ. 1210/1972 και 1 § 1 ν.δ. 1333/1973).
Τα όργανα της εκτέλεσης έχουν δικαίωμα να εισπράξουν αμοιβή, η οποία προ­καταβάλλεται από το δανειστή που επισπεύδει την εκτέλεση, αλλά τελικά βαρύνει τo πλειστηριασμό (932).
Υπάρχουν εξαιρετικές μορφές της εκτέλεσης, όπου δε συμπράττουν κρατικά όργανα. Τούτο συμβαίνει στην κατάσχεση κινητού ή αξίωσης (που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή) στα χέρια τρίτου (983). Εδώ ο δικαστικός επιμελητής δεν ενεργεί ως όργανο της εκτέλεσης, αλλά ως όργανο επιδόσεων.
2.2. Ορισμοί και διακρίσεις
Όργανα της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι τα πρόσωπα που έχουν Εξουσία και υπηρεσιακό καθήκον να χορηγήσουν τη ζητούμενη νομική προστασία με τη μορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Είδη οργάνων της αναγκαστικής εκτέλεσης:
- δικαστικά (ο δικαστικός επιμελητής, ο συμβολαιογράφος και εξαιρετικά το δικα­στήριο) και εξωδικαστικά (ο διαχειριστής).
- άμεσα (ο δικαστικός επιμελητής, ο συμβολαιογράφος, ο διαχειριστής) και έμμεσα (ο εισαγγελέας, στο πλαίσιο του ιεραρχικού ελέγχου που ασκεί).
2.3. Νομοθετική ρύθμιση
2.3.1. Ο δικαστικός επιμελητής ως όργανο της αναγκαστικής εκτέλεσης
ΚωΔικΕ (v.δ. 1210/1972) 1 § 2
Ο δικαστικός επιμελητής είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος έργον έχων(...) β) την εκτέλεοιν των αποφάσεων και εν γένει των εκτελεστών εγγράφων (...) ΚωΔικΕ 29
Η παρεχομένη προς τον δικαστικόν επιμελητήν εντολή προς ενέργειαν εκτελέ­σεως ή ετέρας πράξεως δημιουργεί σχέσιν δημοσίου δικαίου, ο δε δικαστικός επι­μελητής ενεργεί ως δημόσιον όργανον της πολιτείας και κατά τας επιταγάς του νόμου.
ΚωΔικΕ 22
Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει να συμμορφούται προς τας εντολάς και οδη­γίας του οικείου Συλλόγου.
ΚωΔικΕ 27
Ο δικαστικός επιμελητής κατά την εκτέλεσιν της υπηρεσίας-του υπάγεται εις τον έλεγχαν του παρά τω πρωτοδικείω, παρ’ ώ τυγχάνει διορισμένος, εισαγγελέως. Η νομιμότης των πράξεων του δικαστικού επιμελητού κρίνεται υπό των αρμοδίων δικαστηρίων.
ΟργΔ 104 §1
(...) οι κλητήρες είναι υπό τας διαταγάς των εισαγγελέων, δύναται δε να προσκληθή απ' ευθείας παρ' αυτών και η άλλη ένοπλος δύναμις.
ΠολΔ 927
Η αναγκαστική εκτέλεσις γίνεται επιμέλεια του δικαιουμένου να προβή εις αυτήν, ο οποίος επί του απογράφου παρέχει την προς τούτο εντολήν προς ωρισμένον δικαστικόν επιμελητήν, ορίζει τον τρόπον καθ' όν και εί δυνατόν τα αντικείμενα εφ ων θα γίνει αύτη, επί δε κατασχέσεως, συμβολαιογράφοι της περιφερείας του τόπου ταύτης, ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλον. Η εντολή πρέπει να χρονο­λογείται και να υπογράφεται υπό του δικαιούχου ή του πληρεξουσίου αυτού. Η εντολή παρέχει την εξουσίαν προς ενέργειαν πασών των πράξεων της πλην αν άλλως ορίζεται εις αυτήν.
ΠολΔ 928
Ο δικαστικός επιμελητής εις τον οποίον παρεδόθη το απόγραφαν μετά της εντολής προς εκτέλεσιν έχει την εξουσίαν να δέχεται καταβολήν και να χορηγή έγγραφον εξοφλητικήν απόδειξιν, παραδίδων άμα το απόγραφαν, εφ’ όσον πλή­ρως εξεπληρώθη η παροχή. Δύναται να δεχθή και μερικήν καταβολήν περί της οποίας χορηγεί απόδειξιν και ποιείται μνείαν επί του απογράφου. Η μερική κατα­βολή δεν εμποδίζει την πρόοδον της εκτελέσεως. ΠολΔ 929
1. Ο δικαστικός επιμελητής έχει την εξουσίαν, εφ' όσον ο σκοπός της αναγκαστικής εκτελέσεως απαιτεί τούτο, να εισέρχεται εις την οικίαν ή και εις πάντα έτερον χώρον ευρισκόμενον εν τη κατοχή του καθ' ου η εκτέλεσις., να ανοίγη τας θύρας και να προβαίνη εις ερευνάς, ως και να ανοίγη κεκλεισμένα έπιπλα, σκεύη ή δοχεία.
2. Ο δικαστικός επιμελητής δύναται να ζητή την συνδρομήν της αρμοδίας δια την τήρησιν της τάξεως αρχής η οποία υποχρεούται να παρέχη την συνδρομήν ταύτην.
3. Κατά την διάρκειαν της νυκτός, τας Κυριακάς και τας νόμω εξαιρετέας ημέρας δεν δύναται να γίνη πράξις της αναγκαστικής εκτελέσεως, πλην αν ο ειρη­νοδίκης του τόπου της εκτελέσεως ήθελε χορηγήσει την προς τούτο άδειαν κατά την διαδικασίαν των άρθρων 686 επ.
ΠολΔ 930
1. Προβαλλόμενης αντιστάσεως κατά την αναγκαστικήν εκτέλεσιν, ο δικαστι­κός επιμελητής δύναται να μετέλθη βίαν προς απόκρουσιν της αντιστάσεως, καλών άμα προς τούτο την αρμοδίαν δια την τήρησιν της τάξεως αρχήν.
2. Εάν προβάλλεται ή απειλείται αντίστασις ή εάν εις τον τόπον όπου πρόκειται να γίνη πράξις εκτελέσεως δεν ευρίσκεται ο καθ’ ου η εκτέλεσις ή ενήλικον πρόσω­πον εκ των εν άρθροις 128 § 1 και 1 29 § 1 αναφερομένων, οι δικαστικός επιμελη­τής προσλαμβάνει δύο ενηλίκους μάρτυρας ή έτερον δικαστικόν επιμελητήν.
ΠολΔ 931
1. Ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει περί πάσης πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας έκθεσιν.
2. Περί πάσης αξιοποίνου πράξεως γενομένης κατά την αναγκαστικήν εκτέλε­σιν ο δικαστικός επιμελητής υποχρεούται να σύνταξη και να υποβολή εις τον αρμόδιον εισαγγελέα έκθεσιν.
ΚωΔικΕ 26
Ο δικαστικός επιμελητής υποχρεούται να σύνταξη και υποβολή εις τον αρμόδιον εισαγγελέα πρωτοδικών έκθεσιν περί πάσης αξιοποίνου πράξεως γενομένης κατά την διάρκειαν εκτελέσεως των καθηκόντων-του.
ΠολΔ 932
Τα έξοδα της αναγκαστικής εκτελέσεως φέρει ο καθ’ oυ ενεργείται αύτη, προ­καταβάλλονται δε ταύτα υπό του επισπεύδοντος την εκτέλεσιν.
ΚωΔικΕ 46
1. Ο δικαστικός επιμελητής δικαιούται δια πάσαν υπ' αυτού ενεργουμένην πράξιν να λαβή παρά του εντολέως-του την απαιτουμένην δαπάνην και την νόμιμον αμοιβήν.
2. Επί πλειόνων εντολέων έκαστος ευθύνεται εις ολόκληρον.
3. Ο Δικαστικός επιμελητής δικαιούται ν' αξίωση προ πάσης ενεργείας αυτού προκαταβολήν ολοκλήρου ή μέρους της αμοιβής-του μετά της απαιτουμένης δαπάνης
ΚωΔικΕ 47
Αι αμοιβαί των δικαστικών επιμελητών καθορίζονται εκάστοτε δια κοινών απο­φάσεων των υπουργών εθνικής οικονομίας και Δικαιοσύνης, δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως (...).
2.3.2. Ο συμβολαιογράφος ως όργανο της αναγκαστικής εκτέλεσης
ΚωΣ (ν. 670/1977 και 834/1978) 1
Ο συμβολαιογράφος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός (...).
ΠολΔ 927
Η αναγκαστική εκτέλεσις γίνεται επιμέλεια του δικαιουμένου να προβή εις αυτήν, ο οποίος επί του απογράφου (...) ορίζει (...) επί (...) κατασχέσεως, συμβολαιογράφον της περιφερείας του τόπου ταύτης, ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλον (...).
ΚωΣ 95 § 1
Ο συμβολαιογράφος δια την υπ' αυτού κατάρτισιν οιασδήποτε συμβολαιο­γραφικής πράξεως, ως και πόσον παροχήν υπηρεσίας σχετιζόμενης με την πράξιν ή επιβαλλομένης εκ του νόμου (...), δικαιούται (...) αμοιβής (...) Αι (...) αμοιβαί καθορίζονται εκάστοτε δια κοινών αποφάσεων των υπουργών συντονισμού. Δικαι­οσύνης και οικονομικών (...)
ΚΕΔΕ 2 § 1.- Όργανα εισπράξεως
Η είσπραξις των δημοσίων εσόδων ανατίθεται εις τα δημόσια ταμεία, τα λοιπά επί της εισπράξεως όργανα και τους ειδικούς ταμίας, εις ους έχει ανατεθεί η είσπραξις ειδικών εσόδων, ενεργείται δε δυνάμει νομίμου τίτλου(...)
2.4. Ασκήσεις και ερωτήσεις από τις εξετάσεις
2.4.1. Τι διαφέρει η εντολή προς εκτέλεση, στο πλαίσιο του άρθρου 927 από την εντολή του άρθρου 713 ΑΚ;
2.4.2. Πώς ενεργούν τα όργανα της εκτέλεσης, αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου δανειστή;
2.4.3. Αν ο δικαστικός επιμελητής γνωρίζει ότι η εκτελούμενη αξίωση έχει εξοφλη­θεί, δεσμεύεται από την εντολή του δανειστή να επιβάλει κατάσχεση;
2.4.4. Αν το όργανο της εκτέλεσης δε συμμορφώνεται με τις οδηγίες του δανειστή, μπορεί ο τελευταίος να τον αντικαταστήσει μονομερώς;
2.4.5. Αν ο οφειλέτης δηλώσει στο δικαστικό επιμελητή ότι το κατασχόμενο κινητό ανήκει στην κυριότητα τρίτου, τι θα κάνει ο επιμελητής;
2.5. Απαντήσεις
2.5.1. Η εντολή προς εκτέλεση είναι θεσμός του δημόσιου δικαίου. Αντίθετα, η εντολή του άρθρου 713 ΑΚ είναι θεσμός του ιδιωτικού δικαίου. Παλιότερα υπήρχε η αντίληψη ότι ο δικαστικός επιμελητής ήταν εντολοδόχος του δανειστή. Στην αντί­ληψη αυτή έχει τις ρίζες-του ο (ήδη παραπλανητικός) όρος του νόμου «εντολή» (προς εκτέλεση). Στο θετικό-μας δίκαιο, συμφωνά με τις σύγχρονες επιστημονικές αντιλήψεις, η «παρεχομένη προς τον δικαστικον επιμελητήν εντολή προς ενέργειαν εκτελέσεως ή ετέρας πράξεως δημιουργεί σχέσιν δημοσίου δικαίου» (ΚωΔικΕ 29).
Εξάλλου η εντολή προς εκτέλεση διαφέρει από την εντολή του άρθρου 713 ΑΚ στα ακόλουθα σημεία:
- Είναι μόνο γραφτή και καταχωριζειαι στο απόγραφο (927) ενώ η εντολή του άρθρου 713 ΑΚ είναι άτυπη.
- Έχει ως αντικείμενο την άσκηση μονό διαδικαστικών πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης (927), ενώ η εντολή του άρθρου 713 ΑΚ έχει ως αντικείμενο την άσκηση δικαιοπραξιών, δικανικών πράξεων με στενή έννοια και υλικών πράξεων του ιδιωτικού δικαίου.
- Δημιουργεί υποχρέωση καταβολής αμοιβής (932 καθώς και ΚωΔικΕ 4Ε, ΚωΣ 95 § 1), εντολή του άρθρου 813 ΑΚ δε δημιουργεί τέτοια υποχρέωση.
- Το όργανο της εκτέλεσης ευθύνεται μονό για δόλο και βαριά αμέλεια (ΕνΠολΔ 73 § 4), ενώ ο εντολοδόχος ευθύνεται «δια παν πταίσμα» (ΑΚ 714).
2.5.2 Και στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ισχύει η θεμελιακή δικονομική αρχή του άρθρου 108, σύμφωνα με την οποία «αι διαδικαστικαί πράξεις ενεργούνται πρωτοβουλία και επιμέλεια των διαδίκων, πλην αν άλλως ο νομός ορίζη».
2.5.3. Ο δικαστικός επιμελητής ασκεί δημόσιο λειτούργημα και είναι υποχρεωμένος να «ενεργή ως δημόσιον όργανον της πολιτείας και κατά τας επιταγάς του νόμου» (ΚωΔικΕ 29). Γιαυτό δεν επιτρέπεται να ασκεί διαδικαστικές πράξεις, όταν γνωρίζει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις-του. Πρωταρχική προϋπόθεση της εκτέλεσης είναι η ισχύς της εκτελούμενης αξίωσης. Εξάλλου, για να ισχύσει η αξίωση αυτή αρκεί να είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο. Αν η αξίωση έχει ενδεχόμενα παρεμποδιστεί να γεννηθεί ή έχει αποσβεστεί μεταγενέστερα, δεν εξετάζεται από τα όργανα της εκτέλεσης, αλλά από τα δικαστήρια. Τα όργανα της εκτέλεσης δεν έχουν την εξουσία να ελέγχουν μήπως η εκτελούμενη αξίωση έχει εξοφληθεί, παρά μόνο όταν η καταβολή έγινε από τον οφειλέτη προς αυτά τα ίδια (928).
2.5.4. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφος) μπορεί να αντικατασταθεί με μονομερή πρωτοβουλία του δανειτή, όταν δίνει εντολή στον επιμελητή για να εκδώσει το πρόγραμμα πλειστηριασμού (960 § 1), δίχως να χρειάζεται να εξηγηθούν οι λόγοι της αντικατάστασης. Και ο δικαστικός επιμελητής αντικαθίσταται με μονομερή πρωτοβουλία του δανειστή, ανεξάρτητα από το αν συμμορφώνεται ή όχι με τις οδηγίες-του. Αλλά η αντικατάσταση του επιμελητή δεν είναι έγκυρη, αν δε δοθεί στο καινούριο εντολή να ενεργήσει την ημιτελή διαδικαστική πράξη εξαρχής. Γι’ αυτό, αν η αφαίρεση του κινητού έγινε από τον αρχικό επιμελητή να γίνει η παράδοσή-του στο μεσεγγυούχο από τον καινούριο.
2.5.5. Ο επιμελητής δεν έχει δικαιοδοτική εξουσία να εξετάσει ποια δικαιώματα ισχύουν ή δεν ισχύουν. Εφόσον «υπέρ του νομέως κινητού ισχύει το τεκμήριον ότι ούτος είναι κύριος αυτού» (ΑΚ 1110), ο επιμελητής πρέπει να κατάσχει κάθε κινητό που βρίσκεται στην κατοχή του οφειλέτη (953 § 1, καταντιδιαστολή προς 992 § 1). Αλλά ο τρίτος, του οποίου θίγονται τα συμφέροντα, έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή προς ακύρωση της εκτέλεσης (936 συνδ. με 951 §1).
2.6. Προβλήματα
2.6.1. Αν το πρόγραμμα του πλειστηριασμού εκδοθεί από το συμβολαιογράφο, αντί από το δικαστικό επιμελητή, ποιες είναι οι κυρώσεις;
Σχετικά έχουν υποστηριχθεί οι ακόλουθες δυο εκδοχές: από τη μια μεριά, ότι το πρόγραμμα αυτό του πλειστηριασμού είναι άκυρο, ανεξάρτητα από βλάβη του ανα­κόπτοντα (Δεληκωστόπουλος - Σινανιώτης, Δ 4, 74. ΜΠρΡοδ 412/1 972 Δ 3, 741), και, από την άλλη, ότι το πρόγραμμα αυτό υπόκειται σε ακύρωση μόνο αν ο ανακό­πτων έχει υποστεί από την αντικανονική-του έκδοση ανεπανόρθωτη βλάβη (Μητσόπουλος, Δ 4, 163. Μπέης, Δ 3, 418. Ράμμος, Δ 4, 154. ΑΠ 827/1974 ΝοΒ 23, 341).
2.6.2. Αν ο δανειστής δώσει εντολή προς εκτέλεση ae κατονομαζόμενο επιμελητή, ο τελευταίος έχει ευχέρεια να υποκαταστήσει στη θέση-του άλλο συνάδελφό-του;
Το άρθρο 927 αξιώνει να δοθεί εντολή προς εκτέλεση «προς ωρισμένον δικαστικόν επιμελητήν». Αλλά η παράβαση της διάταξης αυτής δικαιολογεί την ακύρωση της εκτέλεσης μόνο αν προκάλεσε στον ανακόπτοντα ανεπανόρθωτη βλάβη (159 αρ. 3), όπως λχ όταν ο οφειλέτης παρεμποδίστηκε να εξοφλήσει το χρέος-του και να αποφύγει την αναγκαστική εκτέλεση, επειδή αγνοούσε τον αντικαταστάτη του αρχι­κού επιμελητή, καθώς και τη διεύθυνση του δανειστή-του.
2.7. Διαδικαστικά έγγραφα
Σχέδιο εντολής προς κατάσχεση
Προς το δικαστικό επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών Μηνά Σκληρό και, σε περί­πτωση κωλύματός-του, προς το νόμιμο αναπληρωτή-του.
Ζητώ να κατάσχετε αναγκαστικώς το ακόλουθο ακίνητο του οφειλέτη-μου Φρίξου Κακομοίρη, κατοίκου Πειραιά (οδός Λαχαναγοράς 239): ένα διαμέρισμα με τα στοιχεία Γ 3, που έχει έκταση ογδόντα (80) τετραγωνικά μέτρα και αποτελείται από τρία (3) κύρια δωμάτια, μαγειρείο και λουτρά συνορεύει γύρω με το διαμέρισμα Γ 2, κοινόχρηστο διάδρομο, φωταγωγό, το διαμέρισμα Γ 1 και την οδό Καροδρόμων, βρίσκεται στον τρίτο όροφο πολυκατοικίας και έχει αναλογία ποσοστών συνιδιοκτησίας στο οικόπεδό-της είκοσι πέντε χιλιοστά (25 %J. Η πολυκατοικία αυτή βρίσκεται στην περιφέρεια του δήμου Αθηναίων, στη θέση Λυκαβηττός, οδός Προδρόμου αρ. 17. Ο πλειστηριασμός να γίνει από το συμβολαιογράφο Αθηνών Αριστομένη Πρωτονοτάριο και από το πλειστηριασμό ζητώ να ικανοποιηθεί χρηματική-μου αξίωση εναντίον του οφειλέτη ποσού εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών, με τους νόμιμους τόκους έως την εξόφλησή-της. Ο οφειλέτης έχει γίνει κύριος του διαμερίσματος αυτού με αγορά από το Φιλοκτήτη Μιστριώτη, που βεβαιώνεται στο συμβόλαιο 2869/1972 του συμβολαιογράφου Αθηνών Λογοθέτη Γραμματίδη, το οποίο έχει μεταγραφτεί στον τόμο 1010 με αριθμό 99 των βιβλίων μεταγρα­φών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών. Η αίτησή-μου αυτή είναι νόμιμη, επειδή η αξίωσή-μου έχει αναγνωριστεί με εκτελεστό τίτλο, δηλαδή το προκείμενο απόγραφο της 5862 διαταγής του δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, αντίγραφο της οποίας, μαζί με επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση, έχει επιδοθεί στον οφειλέτη πριν τρεις μέρες, καθώς βεβαιώνει η 1827 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Πειραιά Αγγέλου Χτυποπόρτη.
3 Νοέμβρη 1975
ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δανειστή Πλούταρχου Αρπαχτίδη,
κάτοικου Αθηνών (οδός Τοκοφόρου αριθ. 103),
Θεμιστολής Αβοκάτος

2.8. Από τη νομολογία
ΕφΑθ 1066/1932 Θεμ. 44,429:
«Επειδή εκ των σχετικών διατάξεων της πολ. δικ. και του οργ. δικαστ. εξάγεται σαφώς ότι η εκ της παραγγελίας του πελάτου προς τον δικαστικόν κλητήρα προς ενέργειαν πράξεως σχετικής με τα καθήκοντα του δευτέρου παρεχομένη σχέσις είναι η της εντολής και κατά τας διεπούσας την εντολήν διατάξεις κανονισθήσονται αι μεταξύ των συμβληθέντων εις ταύτην υποχρεώσεις (Οικ.-Λιβ. 120 σημ. 10). Εν ταις υποχρεώσεσι του εντολοδόχου έγκειται η επιμελής και ακριβής εκτέλεσις της εντολής, εν τοις δικαιώμασι δε τούτου η εκ μέρους του εντολέως αποζημίωσις δια την εκτέλεσιν και δια τας αναγκαίας δαπανάς, εις ας υπεβλήθη χάριν της εντολής (ν. 23 πανδ. [50.17], ν. 27 § 4πανδ. 117.11 Windscheid, ΕνοχΔ §410). Εις την προκειμένην μεταξύ πελάτου και δικαστικού κλητήρας εντολήν προς εκτέλεσιν τίτλου εκτελεστού υπάγονται, κατά τας συνδεδυασμένας διατάξεις της πολ. δικ. και του οργαν. δικ. (αρθρ. 870, 957 πολ. δικ. και 162 οργ. δικ.), κάπαι αι κοινοποιήσεις και εν γένει αι πράξεις της διαδικασίας της εκτελέσεως, τας οποίας οφείλει ο κλητήρ να εκτέλεση, δυνάμει της δοθείσης αυτώ εντολής, ως ρητώς το αρθρ. 870 εν τελευταίω εδαφίω αυτού ορίζει».
2.9. Ειδική ελληνική βιβλιογραφία
Δεληκωστόπουλος - Σινανιώτης, γνωμοδ. Δ 4, 74. Μητσόπουλος, γνωμοδ. Δ 4, 163. Μηίης. Μονομερής ματαίωση προγραμματισμένου πλειστηριασμού, Δ 8, 643 επ. ο ίδιος, ννωμοδ. Δ 3, 418. Νικολόπουλος, Οι ερμηνευτικοί περιορισμοί της πρωτοβουλίας του «πκιικύόοντος δανειστού στο ισχύον σύστημα αναγκαστικής εκτελέσεως, Δ 1 2, 590 επ. Ράμμος, γνωμοδ. Δ 4, 154. Σαρρηγιαννίδης, Η προς τον δικαστικόν επιμελητην εντολή, Αρμ 27,561.







3. Οι εκτελεστοί τίτλοι
3.1. Εισαγωγικές σκέψεις
Καθώς ήδη σημειώθηκε (πιο πάνω, 1.1), ο δανειστής δεν έχει εξουσία να εξα­ναγκάσει με τις προσωπικές δυνάμεις-του τον οφειλέτη να συμμορφωθεί με την υποχρέωσή-του. θα πρέπει να απευθυνθεί προς το αρμόδιο όργανο της αναγκαστι­κής εκτέλεσης (βασικά το δικαστικό επιμελητή) και να του ζητήσει να προκαλέσει αυτό τη βίαιη ικανοποίηση της αξίωσής-του.
Για να ανταποκριθεί στο αίτημα τούτο το αρμόδιο όργανο της αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν αρκεί ότι ο δανειστής έχει αξίωση εναντίον του οφειλέτη-του για παροχή. Ακόμη και αν η οφειλή αποδείχνεται με ιδιόχειρη και ενυπόγραφη απόδειξη του οφειλέτη, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν μπορεί να μπει σε κίνηση.
Θα πρέπει να έχει συντελεστεί εκείνο το νομικό γεγονός, το οποίο γεννάει την αξίωση του δανειστή εναντίον της πολιτείας για παροχή έννομης προστασίας, με τη μορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης. Αυτό το γεγονός είναι η πιστοποίηση της εκτε­λεστέας αξίωσης του δανειστή εναντίον του οφειλέτη με δημόσιο έγγραφο, και μάλιστα με ένα από εκείνα τα δημόσια έγγραφα που απαριθμεί η δικονομία περιορι­στικά στον κατάλογο των εκτελεστών τίτλων.
Δίχως εκτελεστό τίτλο λοιπόν, που να βεβαιώνει την εκτελεστέα αξίωση, δεν μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση.
Οι διάδικοι δεν έχουν την εξουσία να δημιουργήσουν συμβατικώς και άλλους εκτελεστούς τίτλους, ούτε να αποδυναμώσουν εκείνους που αναφέρει ο νόμος.
Η δημόσια υποχρέωση του οφειλέτη, ως έννομη συνέπεια του εκτελεστού τίτ­λου, ισχύει μόνον εφόσον ισχύει και η αντίστοιχη υποχρέωσή-του με το ιδιωτικό δίκαιο. Γιαυτό δεν επιτρέπεται να γίνει αναγκαστική εκτέλεση, μολονότι ο δανειστής έχει στα χέρια-του έναν εκτελεστό τίτλο, αν η υποχρέωση του οφειλέτη με το ιδιωτικό δίκαιο είναι ακόμη αόριστη (πρβλ. 915,916) ή αν η υποχρέωση αυτή έχει ήδη αποσβεστεί (πρβλ. 933 §§1 και 4, καθώς και 934 §1 εδ. β').
3.2. Ορισμοί και διακρίσεις
Εκτελεστοί τίτλοι είναι τα δημόσια έγγραφα, τα οποία απαριθμεί ο νόμος περιο­ριστικά, και τα οποία πιστοποιούν την εκτελεστέα αξίωση και δημιουργούν την έννομη σχέση της εκτελεστότητας.
Εκτελεστότητα είναι η έννομη σχέση που δημιουργείται από τον εκτελεστό τίτλο και συνίσταται, αφενός, στη δημόσια αξίωση του δανειστή εναντίον της πολιτείας, να εξαναγκάσει τον οφειλέτη-του στην εκπλήρωση της υποχρέωσης που έχει με το ιδιωτικό δίκαιο, και, αφετέρου, στη δημόσια υποχρέωση του οφειλέτη απέναντι στην πολιτεία να ανεχθεί τα βίαια μέτρα εξαναγκασμού-του.
Είδη εκτελεστών τίτλων:
α) εκείνοι που περιέχουν δήλωση της κρατικής βούλησης, η οποία καταδικάζει πανηγυρικά τον οφειλέτη να συμμορφωθεί (λχ η διαταγή πληρωμής), και β) εκείνοι που απλώς βεβαιώνουν το κρίσιμο χρέος (λχ το συμβολαιογραφικό έγγραφο που βεβαιώνει την πίστωση του τιμήματος).
Μια άλλη διάκριση των εκτελεστών τίτλων είναι:
α) σ' εκείνους που ισχύουν για την κοινή εκτέλεση, και
β) σ’ εκείνους που ισχύουν για τη διοικητική εκτέλεση.
3.3. Νομοθετική ρύθμιση
3.3.1. Οι εκτελεστοί τίτλοι για την κοινή εκτέλεση
ΠολΔ 904
1. Αναγκαστική εκτέλεσις δύναται να γίνη μόνον επί τη βάσει τίτλου εκτελεστού.
2. Εκτελεστοί τίτλοι είναι
α) αι τελεσίδικοι, ως και αι κηρυχθείσαι προσωρινώς εκτελεστοί αποφάσεις παντός ημεδαπού δικαστηρίου,
β) αι διαιτητικαί αποφάσεις,
γ) τα περιέχοντα συμβιβασμόν ή προσδιορισμόν δικαστικών εξόδων πρακτικά ημεδαπών δικαστηρίων,
δ) τα συμβολαιογραφικά έγγραφα,
ε) αι παρ' ημεδαπών δικαστών εκδιδόμενοι διαταγαί πληρωμής,
ς) οι αλλοδαποί τίτλοι οι κηρυχθέντες εκτελεστοί,
ζ) αι διαταγαί και πράξεις αι αναγωριζόμεναι υπό του νόμου ως τίτλοι εκτελεστοί.
ΠολΔ 631
Η διαταγή πληρωμής αποτελεί τίτλον εκτελεστόν.
ΠολΔ 965 §6
Εάν κατά τον αναπλειστηριασμόν δεν επιτευχθεί το αυτό πλειστηριασμό, ο μη καταβολών πρώτος υπερθεματιστής ευθύνεται εις συμπλήρωσιν. Η έκθεσις του αναπλειστηριασμού αποτελεί κατ' αυτού τίτλον εκτελεστόν δια την συμπλήρωσιν
3.3.2. Οι εκτελεστοί τίτλοι για τη διοικητική εκτέλεση
ΚΕΔΕ 2 § 2.- Νόμιμος τίτλος
2. Νόμιμος τίτλος είναι:
α) Η κατά τους κείμενους νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων διοικητικών ή ετέρων αρμοδίων κατά νόμον αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου, ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι' ην οφείλεται.
β) Η εξ εγγράφων δημοσίων ή ιδιωτικών αποδεικνυομένη οφειλή.
γ) Η εξ εγγράφων δημοσίων ή ιδιωτικών πιθανολογούμενη κατά την έννοιαν του άρθρου 347 Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ως προς την ϋπαρξιν και το ποσόν αυτής οφειλή.
3.4. Ασκήσεις και ερωτήσεις από τις εξετάσεις
3.4.1. Τι διαφέρει η διαταγή πληρωμής από την τελεσίδικη καταψηφιστική απόφαση;
3.4.2. Ο δανειστής έχει αξίωση να του καταβληθεί το υπόλοιπο του τιμήματος ενός ακινήτου. Έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει σχετική αγωγή εναντίον του οφειλέτη-του;
3.4.3. Τι διαφέρει το μισθωτήριο που έγινε με ιδιωτικό έγγραφο από το μισθωτήριο που έγινε συμβολαιογραφικούς;
3.4.4. Τα πρακτικά του δικαστηρίου, τα οποία περιέχουν ομολογία του εναγομένου, είναι εκτελεστός τίτλος;
3.4.5. Η απόφαση που διατάζει την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων, σύμ­φωνα με το άρθρο 245 §1, είναι εκτελεστός τίτλος;
5.5. Απαντήσεις
3.5.1. Η διαταγή πληρωμής είναι απλώς ένας εκτελεστός τίτλος (904 §2 εδ. ε’ και 631), ενώ η τελεσίδικη καταψηφιστική απόφαση περιέχει όχι μόνο καταδίκη του οφειλέτη, αλλά και δεσμευτική διάγνωση του χρέους-του, η οποία καλύπτεται από το δεδικασμένο (321, πρβλ. όμως και 633 §2).
3.5.2. Η αξίωση καταβολής του υπόλοιπου τιμήματος από την πώληση ακινήτου βεβαιώνεται με το πωλητήριο συμβολαιογραφικό έγγραφο (πρβλ. ΑΚ 369 και 1033), το οποίο είναι εκτελεστός τίτλος (904 §2 εδ. β'). Με την πρώτη ματιά λοιπόν, θα νόμιζε κανείς ότι ο δανειστής δεν έχει έννομο συμφέρον να επιδιώξει τον εξοπλισμό της αξίωσής-του και με δεύτερο εκτελεστό τίτλο, όπως είναι η τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Όμως ο δανειστής έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή, προκειμένου να εξοπλίσει την αξίωσή-του με δεδικασμένο.
3.5.3. Το συμβολαιογραφικό μισθωτήριο έγγραφο είναι εκτελεστός τίτλος, ενώ το ιδιωτικό δεν είναι.
3.5.4. Η ομολογία είναι αποδεικτικό μέσο (339 και 352) και έχει ως αντικείμενο μόνο πραγματικά γεγονότα (335). Αλλά η παραδοχή των παραγωγικών γεγονότων της κρίσιμης αξίωσης δε σημαίνει αναγκαία και αντίστοιχη παραδοχή της αξίωσης αυτής, η οποία ενδεχομένως έχει αποσβεστεί με εξόφληση (ΑΚ 416) ή εμποδίζεται να ασκηθεί επειδή έχει παραγραφτεί (ΑΚ 272 § 1 ). Γιαυτό, τα πρακτικά που βεβαιώνουν την ομολογία του οφειλέτη δεν είναι εκτελεστός τίτλος.
3.5.5. Η απόφαση αυτή καθορίζει ένα ρυθμιστικό μέτρο για την εξέλιξη της διαγνω­στικής διαδικασίας. Οι διάδικοι έχουν βάρος, και όχι υποχρέωση, προς εμφάνιση. Και ακριβώς επειδή δεν έχουν υποχρέωση, δεν επιτρέπεται ο εξαναγκασμός-τους με εκτελεστά μέτρα. Άρα η απόφαση που διατάζει την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων δεν είναι εκτελεστός τίτλος.
3.6. Προβλήματα
3.6.1. Οι νόμιμοι τίτλοι προς είσπραξη, σύμφωνα με το άρθρο 2 §2 ΚΕΔΕ, είναι εκτελεστοί τίτλοι και με το άρθρο 904 § 2 ΠολΔ;
Σύμφωνα με το άρθρο 2 §2 ΚΕΔΕ, νόμιμοι τίτλοι προς αναγκαστική είσπραξη των δημόσιων εσόδων είναι:
α) η γραφτή φορολογική βεβαίωση του χρηματικού ποσού που οφείλει ο φορο­λογούμενος στο Δημόσιο,
β) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, τα οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 441 και 445 ΠολΔ, αποδείχνουν πλήρως το γενεσιουργό λόγο της αξίωσης του Δημοσίου, και
γ) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, τα οποία μόνα-τους ή σε συσχετισμό-τους, πιθανολογούν, σύμφωνα με το άρθρο 347 ΠολΔ, το γενεσιουργό λόγο της αξίωσης του Δημοσίου. Από τους τίτλους αυτούς μόνο η γραφτή φορολογική βεβαίωση είναι εκτελεστός τίτλος και με το άρθρο 904 § 2 εδ. ζ’ ΠολΔ, επειδή είναι διαταγή, η οποία αναγνωρίζεται από το νόμο (δηλαδή τον ΚΕΔΕ) ως εκτελεστός τίτλος
3.6.2. Ο δικαστικός προσδιορισμός των εξόδων τα οποία πρέπει vα προκαταβλη­θούν, σύμφωνα με το άρθρο 174, είναι εκτελεστός τίτλος;
Σχετικά έχουν υποστηριχθεί οι ακόλουθες εκδοχές:
α) Ότι ο δικαστικός καθορισμός του ποσού των εξόδων, τα οποία πρέπει να προκαταβληθούν, έχει καταψηφιστικό χαρακτήρα, με τη δυνατότητα μάλιστα του δικαστή να κηρύξει τη σχετική πράξη-του προσωρινώς εκτελεστή (Σταυρόπουλος, Ερμηνεία ΚΠολΔ, 1η εκδ. 176 §2 σελ. 314. ΜΠρφλ 71/1969 ΑρχΝ 20, 394).
β) Ότι ο καθορισμός αυτός έχει χαρακτήρα προσωρινής διαταγής, η οποία είναι αμέσως εκτελεστή με το άρθρο 700 §3.
γ) Ότι η προκαταβολή των εξόδων, με το άρθρο 173 §§3 και 4, δεν είναι μια ενοχή του ουσιαστικού δικαίου. Γιαυτό δεν είναι δεκτική άμεσου εξαναγκασμού, αλλά έχει το χαρακτήρα δικονομικού βάρους ως προς την εξέλιξη της διαδικασίας, με την έννοια ότι, αν ο υπόχρεος δεν προκαταβάλει τα έξοδα, δικάζεται ερήμην (Μπέης, ΠολΔ 174 III 1 σελ. 877).
3.6.3. Με ποιο εκτελεστό τίτλο ο δανειστής εισπράττει τα έξοδα που προκατέβαλε σύμφωνα με το άρθρο 932 για την ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης;
Έχει υποστηριχθεί ότι η τελεσίδικη καταψηφιστική απόφαση επέχει θέση εκτελε­στού .τίτλου και ως προς τα έξοδα της επιταγής, επειδή η απόδοση των εξόδων αυτών είναι παρεπόμενη απαίτηση εκείνης που επιδικάστηκε, καθώς επίσης επειδή τα έξοδα αυτά προσδιορίζονται από το νόμο (ΜΠρΑΘ. 853/1970 ΣυλΝ 1, 33 με σημ. Βόμβα). Αλλά το πλάσμα της εκδοχής αυτής δεν έχει στήριγμα στο νόμο. Αν ο οφειλέτης καταβάλει ένα μέρος της οφειλής-του, τότε η παροχή αυτή καταλογίζεται πρώτα προς απόδοση των εξόδων (ΑΚ 432). Αν η απόδοσή-τους ζητείται από το πλειστηριασμό, τότε, εφόσον είναι έξοδα της εκτέλεσης, ο συμβολαιογράφος τα αφαιρεί από το ποσό του πλειστηριάσματος (975) και τα αποδίδει στο δανειστή. Όταν η εκτέλεση είναι άμεση, τα έξοδά-της πρέπει να επιδικαστούν δικαστικώς με απόφαση ή, ενδεχομένως, με διαταγή πληρωμής.
3.6.4. Τα πρακτικά που περιέχουν δήλωση του εναγομένου ότι αποδέχεται το αίτημα της αγωγής (298) είναι εκτελεστός τίτλος;
Με αφετηρτία το ερμηνευτικό επιχείρημα της αντιδιαστολής υποστηρίζεται η αρνητική εκδοχή (βλ. Μπρίνια, Αναγκ. εκτέλεσις, 2η εκδ. 904 §22 σελ. 75. Φραγκίστα - Φαλτσή, Ι § 18 σελ. 112). Όμως αντιπαρατηρείται ότι επιβάλλεται η ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 904 § 2 εδ. γ', επειδή, τόσο με το δικαστικό συμβιβασμό όσο και με την αποδοχή του αιτήματος, ο οφειλέτης έχει αναγνωρίσει πανηγυρικά (= με το δημόσιο έγγραφο των πρακτικών) την ήδη εκτελούμενη αξίωση (Μπέης, Μαθήματα πολ. δικονομίας - αναγκαστική εκτέλεση, 1η εκδ. 1977 §3 σελ. 16). Και είναι βέβαια αλήθεια ότι, μετά την αποδοχή, εκδίδεται δικαστική απόφαση με το ίδιο περιεχόμενο που έχει και η αποδοχή (298), έτσι που ο δανειστής να έχει εκτελεστό τίτλο. Όμως, με την αντίθετη εκδοχή, ο δανειστής χάνει, δίχως πειστικό λόγο, έναν εκτελεστό τίτλο, προτού μπορέσει να πάρει απόγραφο της δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί, κάτι που διαρκεί οπωσδήποτε τουλάχιστον τέσσερις μήνες, αλλά και πολύ περισσότερο, αν ο οφειλέτης ασκήσει παραδεκτή έφεση, η οποία αυτόματα έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα (521).
3.7. Διαδικαστικά έγγραφα
Σχεόιο εκτελεστού τίτλου (διαταγής πληρωμής)
Διαταγή πληρωμής αριθ. 32140/1975
Ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών πρωτοδίκης Αριστείδης Κατής, με τη σύμπραξη του γραμματέα Μελέτη Παλαμά, ορίστηκε από τον προϊστάμενο του δικα­στηρίου να εξετάσει το παραδεκτό και τη βασιμότητα της αίτησης του Αργύρη Στρεψοδίκη, κατοίκου Αθηνών (οδός Προδρόμου αρ. 5), προς έκδοση διαταγής πληρωμής εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) δραχμών εναντίον του Φρίξου Κακομοίρη, κατοίκου Πειραιά (οδός Λαχαναγοράς αρ. 38) που του οφείλει, όπως ισχυρίζεται, από την αποδοχή μιας συναλλαγματικής, τους τόκους υπερημερίας και τα έξοδα της διαμαρτύρησης-της.
1. Η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή, επειδή:
α) η αξίωση του δανειστή υπάγεται στην υλική αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτο­δικείου (ΠολΔ 636) και στην τοπική αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, επειδή εδώ έχει συμφωνηθεί ο τόπος προς εκπλήρωση της παροχής (ΠολΔ 33),
β) το δικόγραφο της αίτησης δεν έχει τυπικές ελλείψεις, στο πλαίσιο των άρθρων 118, 119 και 626 ΠολΔ. και
γ) έχουν καταβληθεί τα τέλη για την έκδοση της διαταγής.
2. Η αίτηση είναι νομικώς βάσιμη, επειδή:
α) η κύρια απαίτηση του αιτούντα και το οφειλόμενο χρηματικό ποσό του κεφαλαίου αποδείχνονται με ιδιωτικό έγγραφο (ΠολΔ 623), δηλαδή την επισυναπτόμενη συναλλα­γματική για εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) δραχμές. Τη συναλλαγματική έχει εκδώσει ο αιτών και έχει αποδεχτεί ο καθού,
β) η συναλλαγματική έληξε στις 20 Ιανουαρίου 1974 (ΠολΔ 624 § 1),
γ) από την επομένη της λήξης της συναλλαγματικής ο αποδέκτης οφείλει τόκους υπερημερίας (ΑΚ 341 §7 και 345),
δ) τα έξοδα προς διαμαρτύρηση της συναλλαγματικής βαρύνουν τον πληρωτή (ΑΚ 343. 345).
3. Η αίτηση είναι ουσιαστικώς βάσιμη, επειδή αποδείχνεται από: α) την επισυναπτόμενη συναλλαγματική, η οποία έχει εκδοθεί από τον αιτούντα στην Αθήνα, στις 10 Δεκέμβρη 1973. έχει γίνει αποδεκτή από τον καθού αυθημερόν, και έχει χαρτοσημανθεί νομίμως, και
β) το προσκομιζόμενο διαμαρτυρικό 3842/23.1.1974 του συμβολαιογράφου Αθη­νών Αριστομένη Πρωτονοτάριου.
4. Επειδή η κρίσιμη αίτηση είναι παραδεκτή και βάσιμη, διατάζεται ο καθού να καταβάλει στον αιτούντα:
α) Εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) δραχμές που οφείλει από την αποδοχή της συναλλαγματικής.
β) τους νόμιμους τόκους υπερημερίας, από τη λήξη της συναλλαγματικής.
γ) πεντακόσιες είκοσι (520) δραχμές, ως έξοδα της διαμαρτύρησης, και
δ) τρεις χιλιάδες διακόσιες (3.200) δραχμές, ως δικαστικά έξοδα.
5. Ο καθού έχει δικαίωμα να ζητήσει μέσα σε δεκαπέντε (15) μέρες από την επίδοση της διαταγής τούτης την ακύρωσή-της, με την άσκηση ανακοπής.
Αθήνα, 6 Νοέμβρη 1975
Ο δικαστής ο γραμματέας
Αριστείδης Κατής Μελέτης Παλαμάς
3.8. Από τη νομολογία
ΜΠρΛαρ 926/1982 Δ 14, 164 με παρατ. Κ. Μπέη:
«Επειδή, κατά την διάταξιν του άρθρου 166 ΑΚ, προσύμφωνον είναι η σύμβασις δι' ης τα μέρη υποχρεούνται να συνάψουν ωρισμένην σύμβασιν. Εκ του ορισμού τούτου του προσυμφώνου παρέπεται ότι η παροχή των εκατέρωθεν συμβαλλομένων μερών συνίστα­ται εις δήλωσιν βουλήσεως προς κατάρτισιν της οριστικής συμβάσεως, περιεχόμενον δε του αντιστοίχου δικαιώματος είναι ακριβώς η δήλωσις της βουλήσεως αυτής. Εφ' όσον όμως δια της αναγκαστικής εκτελέσεως σκοπείται η πραγματοποίησις της εξωτερικής εκείνης μεταβολής, ήτις συμπορεύεται προς το περιεχόμενον του δικαιώματος, έπεται ότι η εκτέλεσις του προσυμφώνου, όπερ ανήκει και τούτο εις τους εκτελεστούς τίτλους, εφ όσον ο νόμος δεν διακρίνει άλλως (ΠολΔ 904/2 δ'. Μπρίνιας §24, ΕφΑΘ 191/76 Αρμ Ι, 578) είναι δυνατή, πλην όμως η εκτέλεσις τούτου εις ουδέν έτερον δύναται να αποβλέπη παρά μόνον εις την σύμπραξιν του αντισυμβαλλομένου προς κατάρτισιν της οριστικής συμβάσεως. Το τελευταίον όμως τούτο αποτελεί, κατά την διάταξιν του άρθρου 949 ΠολΔ, το περιεχόμενον πλάσματος, καθιερουμένου υπό του νόμου, η δημιουργία του οποίου συναρτάται προς την τελεσίδικον καταδίκην τινός εις δήλωσιν της αντιστοίχου βουλή­σεως, η τελεσιδικία δε αύτη αποτελεί το μεν συνέπειαν της δικαστικής αποφάσεως, το δι’ ιδιόρρυθμον εκτέλεσιν της εν τη αποφάσει περικλειομένης δικονομικής επιταγής (AΠ 1089/73). Εάν δε δια του προσυμφώνου συνεφωνήθη ποινική ρήτρα, τότε δέον όπως γίνη διάκρισις εάν η ποινική ρήτρα συνεφωνήθη δια την μη έγκαιρον παράδοσιν του μέλλον­τος να πωληθή πράγματος, ήτοι δια την μη εμπρόθεσμον εκπλήρωσιν υποχρεώσεως του πωλητού εκ της μελλούσης να καταρτισθή οριστικής συμβάσεως πωλήσεως (άρθρα 404 και 513 ΑΚ, Καυκάς, ΕνοχΔ 513 § 3α, Σόντης, ΕρμΑΚ εισαγ. 402-409 αριθ. 5, και 18,404 αριθ. 17), ότε το προσύμφωνον δεν αποτελεί ως προς την ρήτραν ταύτην τίτλον εκτελεστόν, διότι η τοιαύτη περί ποινής συμφωνία ουδέν έτερον είναι ειμή προσυμφωνούμενον ουσιώδες στοιχείον της οριστικής συμβάσεως πωλήσεως, από της καταρτίσεως της οποίας και μόνον ισχύει ή, εάν ή ποινική ρήτρα συνεφωνήθη δια την περίπτωσιν της μη συμπράξεως τινός των συμβαλλομένων εις την κατάρτισιν της δια του προσυμφώνου διαλαμβανομένης οριστικής συμβάσεως, ότε το συμβολαιογραφικόν προσύμφωνον ως προς την ποινικήν ταύτην ρήτραν αποτελεί τίτλον εκτελεστόν. Εν προκειμένω, δια της υπό κρίσιν αιτήσεως, ιστορείται ότι δια του υπ' αριθ. 20516/24.3.1979 προσυμφώνου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Δ.Κ., ανέλαβε την υποχρέωσιν η εν Λαρίση εδρεύουσα ομόρρυθμος εμπορική - τεχνική οικοδομική εταιρία υπό την επωνυμίαν A.N. και Σια Ο.E. να μεταβίβαση να παραδώση αιτία πωλήσεως κατά πλήρη κυριότητα νομήν και κατοχήν εις τους αιτούντος εν διαμέρισμα - γραφείον της υπ' αυτής ανεγερθείαης ενταύθα και επί της οδού Ρ. 20 πολυορόφου οικοδομής, συμφωνηθέντος περαιτέρω μη πραγματοποιήσεως της ως άνω συμβάσεως, ο υπαίτιος ταύτης θα καταβάλη εις τον αναίτιον ως ποινικήν ρήτραν και προσυμφωνήμένην αποζημίωσιν το ποσόν των 300.000 δραχμών. Ότι, καίτοι οι αιτούντες εξεπλήρωσαν πλήρως τας δι' αυτού (προσυμφώνου) υποχρεώσεις-των, η κατάρτισις της ουσιαστικής συμβάσεως δεν εγένετο εξ υπαιτιότητος της εν λόγω εταιρίας, ήτις εκηρύχθη έκπτωτος την 28.9.1981 ένεκα υπερβάσεως του συμπεφωνημένου χρόνου αποπερατώσεως και παραδόσεως της οικοδομής, δι' όν λόγον ούτοι, προτιθέμενοι να ασκήσουν τα εκ του προσυμφώνου παρεχόμενα αυτοίς δικαιώ­ματα, καθ' όσον αφορούν την είσπραξιν του ποσού της ποινικής ρήτρας, αιτούνται όπιος υποχρεωθή ο καθ' ου συμβολαιογράφος, όστις αρνείται προς τούτο, να χορήγηση εις αυτούς α' απόγραφαν εκτελεστόν του ρηθέντος συμβολαιογραφικού προσυμφώνου. Ούτως έχουσα η υπό κρίσιν αίτησις είναι νόμιμος, ερειδομένη επί των διατάξεων των άρθρων 918 και 686 επ. ΠολΔ, αφού η δια του εν λόγω προσυμφώνου συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα αφορά την περίπτωσιν της εξ υπαιτιότητος μη συμπράξεως της αντισυμβαλλομένης εταιρίας εις την κατάρτισιν της οριστικής συμβάσεως και ούτω, κατά τ' ανωτέρω διαλαμβανόμενα, το προσύμφωνον τούτο, ως προς την ποινικήν ταύτην ρήτραν, αποτελεί τίτλον εκτελεστόν. Κατόπιν δε τούτων δέον όπως ερευνηθή κατ' ουσίαν η εν λόγω αίτησις.
Επειδή εκ των προσκομιζομένων και επικαλουμένων εγγράφων, των κατά την συζή­τησιν προφορικώς και εγγράφως αναπτυχθέντων και της εν γένει διαδικασίας εβεβαιώθησαν τα κάτωθι: δια του υπ’ αριθ. 2516/24.3.1979 προσυμφώνου αγοραπωλησίας διαμερίσματος (γραφείου) του συμβολαιογράφου Λαρίσης Δ.Κ., η εν Λαρίση εδρεύουσα ομόρρυθμος εμπορική τεχνική οικοδομική εταιρία υπό την επωνυμίαν A.N. και Σια O.E., ανέλαβε την υποχρέωσιν να μεταβίβαση και παραδώση αιτία πωλήσεως, κατά πλήρη κυριότητα, νομήν και κατοχήν, εις τους αιτούντος, κοινώς και αδιαιρέτως και έτοιμον προς χρήσιν και ενοίκησιν, το βραδύτερον την 30ήν Ιουνίου 1980, το εν αυτώ περιγραφόμενον διαμέρισμα (γραφείον) της υπό της εν λόγω εταιρίας ανεγειρόμενης εν Λαρίση και επί της οδού Ρ. 20 πολυορόφου οικοδομής. Συνωμολογήθη περαιτέρω, δια του προσυμφώ­νου τούτου, μεταξύ των εν λόγω συμβαλλομένων και υπέρ του αναίτιου και κατά του υπαιτίου της μη τυχόν πραγματοποιήσεως της προκειμένης συμβάσεως πρόσθετος ποι­νική ρήτρα και προσυμπεφωνημένη αποζήμίωσις εκ δραχμών τριακοσίων χιλιάδων (300.000). Περαιτέρω, εβεβαιώθη ότι η ρηθείσα αντισυμβαλλομένη εταιρία εκηρύχθη έκπτωτος την 28.9.81 υπό των οικοπεδούχων, ένεκα της υπερβάσεως του συμπεφωνημένου χρόνου αποπερατώσεως και παραδόσεως της οικοδομής, και ως εκ τούτου δεν συνέπραξεν εις την κατάρτισιν της οριστικής συμβάσεως, καίτοι οι αιτούντες εξεπλήρωσαν πλήρως (βλ. προσκομιζόμενος αποδείξεις) τας εκ του εν λόγω προσυμφώνου υποχρεώσεις-των. Κατ' ακολουθίαν τούτων βεβαιούται η ανωτέρω, εκ της ποινικής ρήτρας, απαίτησις των αιτούντων κατά της εργοληπτρίας εταιρίας ή των μελών αυτής δια το προσυμφωνηθέν ποσόν των 300.000 δραχμών και ως εκ τούτου επάναγκες καθίσταται ίνα, προς εκτέλεσιν του ρηθέντος προσυμφώνου, δια την είσπραξιν του εν λόγω ποσού της ποινικής ρήτρας, χορηγηθή εις τους αιτούντος πρώτον απόγραφαν εκτελεστόν του ως άνω προσυμφώνου, καθισταμένης ούτω δεκτής της υπό κρίσιν αιτήσεως.
Παρατηρήσεις
Κάθε συμβολαιογραφικό έγγραφο, εφόσον βεβαιώνει (με πλήρη αποδεικτική δύναμη απέναντι στον οφειλέτη) μια εκτελεστή υποχρέωση, είναι εκτελεστός τίτλος. Με τη διευκρίνιση αυτή, κάθε συμβολαιογραφικό έγγραφο είναι εκτελεστός τίτλος (ΠολΔ 904 §2 εδ. δ'), ακόμη και αν δεν περιέχει τη συνηθισμένη ρήτρα, δηλαδή ότι «κηρύσσεται τίτλος εκτελεστός» από τους συμβαλλομένους.
Η ιδιότητα του συμβολαιογραφικού εγγράφου ως εκτελεστού τίτλου αρκεί για να γεννήσει το υπηρεσιακό καθήκον του συμβολαιογράφου να δώσει το ζητούμενο απόγραφο;
Στο ερώτημα αυτό δίνει απάντηση το άρθρο 918 § 4: «Απόγραφον δεν δίδεται εάν δεν δύναται να γίνη εκτέλεσις κατά τα άρθρα 915 έως 917», δηλαδή αν η εκτελεστέα αξίωση δεν είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη».
Η υποχρέωση από ποινική ρήτρα δεν είναι βέβαιη, με την έννοια του άρθρου 915 ΠολΔ, αν έχει συνομολογηθεί για την περίπτωση που ο οφειλέτης «δεν ήθελε προσηκόν­τως εκπληρώσει την παροχήν» (ΑΚ 404) ή για την περίπτωση της υπαίτιας αδυναμίας του οφειλέτη να εκπληρώσει την παροχή (ΑΚ 405 § 1, πρώτη περίπτωση). Εδώ λοιπόν θα πρέπει να γίνει η ακόλουθη διάκριση:
Αν η ποινική ρήτρα έχει συνομολογηθεί για μη προσήκουσα εκπλήρωση της παρο­χής, τότε η υποχρέωση για καταβολή της ποινής δεν είναι βέβαιη, πριν αποδειχτεί ο όρος τούτος, όμως το σχετικό βάρος της απόδειξης έχει ο οφειλέτης, και όχι ο δανειστής που επισπεύδει την εκτέλεση. Στην περίπτωση λοιπόν τούτη, ο συμβολαιογράφος έχει υπηρεσιακό καθήκον να δώσει το ζητούμενο απόγραφο από το συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο βεβαιώνεται η υποχρέωση από ποινική ρήτρα.
Αν η ποινική ρήτρα αφορά την υπαίτια αδυναμία του οφειλέτη προς παροχή, τότε, και πάλι, η εκτελεστέα υποχρέωση δεν είναι βέβαιη, προτού αποδειχτούν τα γεγονότα που συνιστούν την υπαιτιότητα του οφειλέτη. Εδώ το βάρος της απόδειξης έχει ο δανειστής. Και θα πρέπει να ανταποκριθεί στο βάρος-του αυτό, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο που έχει δεσμευτική αποδεικτική δύναμη απέναντι στον οφειλέτη, σύμφωνα με το άρθρο 915 ΠολΔ. Ο συμβολαιογράφος λοιπόν δεν πρέπει να δώσει το ζητούμενο απόγραφο (ΠολΔ 918 §4), προτού του επιδειχτεί το δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο που αξιώνει το άρθρο 915.
Αν η ποινική ρήτρα έχει συνομολογηθεί για την περίπτωση υπερημερίας του οφει­λέτη (ΑΚ 405 § 1, δεύτερη περίπτωση), τότε, και πάλι, θα πρέπει να επιδειχτεί το δημόσιο έγγραφο (αποδεικτικό επίδοσης), με το οποίο έγινε η όχληση που προκάλεσε την υπερη­μερία (ΑΚ 340).
Εξαίρεση θα πρέπει να δεχτούμε, σε περίπτωση δήλης ημέρας, οπότε μόνη η άπρα­κτη παρέλευση της συμφωνημένης συγκεκριμένης ημέρας αρκεί για να γίνει ο οφειλέτης υπερήμερος (ΑΚ 341). Στην τελευταία τούτη περίπτωση ο συμβολαιογράφος, με μόνη την πάροδο της κρίσιμης δήλης ημέρας, έχει υπηρεσιακό καθήκον να δώσει το ζητούμενο απόγραφο από το συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο βεβαιώνεται η υποχρέωση από ποινική ρήτρα.
Για να δώσει ο συμβολαιογράφος απόγραφο, δεν αρκεί να πρόκειται για συμβολαιο­γραφικό έγγραφο που αποδείχνει δεσμευτικά για τον οφειλέτη μια υποχρέωσή-του, βέβαιη, με την έννοια του άρθρου 915 ΠολΔ. Θα πρέπει, επιπλέον, η υποχρέωση αυτή vα είναι και εκκαθαρισμένη, δηλαδή θα πρέπει, με τον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο, να προσδιο­ρίζεται η ποιότητα και η ποσότητα της παροχής (ΠολΔ 916).
Αν το ποσό της ποινής είναι προκαθορισμένο, όπως στην περίπτωση της σχολιαζόμενης απόφασης, που είχαν συμφωνηθεί ακριβώς 300.000 δρχ., τότε δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο από το άρθρο 916 ΠολΔ.
Τι θα γίνει όμως στη συνηθισμένη περίπτωση που συνομολογείται ένα ποσό για κάθε μέρα καθυστέρησης, έτσι που το συνολικό ποσό, για όλες τις μέρες καθυστέρησης, να μην προκύπτει από τον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο;
Σύμφωνα με μια εκδοχή, δεν επιτρέπεται εδώ να γίνει αναγκαστική εκτέλεση, ακρι­βώς επειδή το συνολικό ποσό της εκτελεστέας αξίωσης δεν προκύπτει από τον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο (ΠολΔ 916, καταντιδιαστολή προς 915. ΑΠ 104/1972 Δ 3, 410 με παρατ. Γ. Οικονομόπουλου).
Όμως η αντίληψη αυτή αποκρούεται ως υπερβολικά φορμαλιστική (βλ. Μπέη, Μαθή­ματα πολιτικής δικονομίας - αναγκ. εκτέλεση, 1977 §6 σελ. 31)».
ΜΠρΑΘ 2469/1971 ΑρχΝ 22,552 με σημ. ΠΙΘ:
«Επειδή, κατά το άρθρον 979 § 5 ΚΠολΔ, εάν ο αρμόδιος δια την έκδοσιν απογράφου αρνηθή να δώση αυτό, η έκδοσις δύναται να ζητηθή παρά του μονομελούς πρωτοδικείου, εις την περιφέρειαν του οποίου εδρεύει ο αρμόδιος δια την έκδοσιν του απογράφου, εφαρμοζόμενης της διαδικασίας των άρθρων 786 επ. Εν τη περιπτώσει ταύτη αντικείμενον της επιδιωκόμενης αποφάσεως θα είναι η έκδοσις διαταγής προς τον αρμόδιον όπως χορήγηση το αιτηθέν απόγραφον υπάλληλον, εντεύθεν δε η εν λόγω διαταγή, ως ρυθμιστικόν μέτρον της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, αποτελεί γνησίαν μορφήν υποθέσεως της εκούσιας δικαιοδοσίας (Μπέη, Αι διαδικασίαι ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, III σελ. 619). Εξ άλλου, κατά τα άρθρα 965 § 2 στοιχ. δ' και 979 § 2 στοιχ, γ’ ΚΠολΔ, τα συμβολαιογραφικά έγγραφα είναι εκτελεστοί τίτλοι, ο δε επ' αυτών εκτελεστήριος τύπος περιάπτεται υπό του συμβολαιογράφου. Τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, εφ’ όσον αποδεικνύουν απαίτησιν επιδεκτικήν εκτελέσεως (αρθρ. 191 οργαν. δικαστη­ρίου) είναι εκτελεστοί τίτλοι κατά νόμον και συνεπώς δεν είναι ανάγκη δια την τοιαύτην εκτελεστότητα αυτών να συνομολογήται τούτο ρητώς υπό των συμβαλλομένων, παρά τα εις την πράξιν συνήθως κρατούντα (Τ. Οικονομοπούλου, Εγχειρ. ΠολΔ, II β’ σελ. 182. Μπκης, ΝοΒ 14, 275. Πρ. Καλαβρύτων 137/1960 ΕΕΝ 28, 688. Εφ. Αθηνών 910/38 ΕΕΝ 5, 461· ίδε αντίθετον πρότασιν Ράμμου εν πρακτ. Σχ. τόμ. Η' 103). Αλλ' ως συνάγεται περαιτέρω εκ των διατάξεων των άρθρων 976, 977 και 979 § 4 ΚΠολΔ, τα συμβολαιογρα­φικά έγγραφα τότε μόνον αποτελούν εκτελεστούς τίτλους, όταν η εξ αυτών πηγάζουσα απαϊτησις του επισπεύδοντος είναι αναμφίβολος και προσδιωρισμένη κατά ποσόν (Γιδοπούλου, Εκτέλεσις σελ. 12 και 82. Εφ. Αθηνών 265/69, Αρμ. 23, 745. ΜΠρθεσ 281/69 Αρμ. 23, 712). Όθεν, εάν η εκτελουμένη απαίτησις ήρτηται εξ αιρέσεως ή προθεσμίας, η πλήρωσις αυτών δέον όπως κείται χρονικώς προ της ενάρξεως της εκτελέσεως και να αποδεικνύηται δια δημοσίου ή ιδιωτικού εγγράφου έχοντος αποδεικτικήν δύναμιν, εκτός εάν η απαίτησις ήρτηται εκ προθεσμίας, η λήξις της οποίας εξευρίσκεται ημερολογιακώς, ότε δεν δημιουργείται δυσχέρεια, διότι η πάροδος της προθεσμίας προκύπτει εκ του ημερολογίου, εξ ου συνάγεται δίδαγμα της κοινής πείρας (αρθρ. 976 εδ. β' ΚΠολΔ, Μπέης, ΝοΒ 14, 276)».
3.9. Ειδική ελληνική βιβλιογραφία
Μπέης, Η εκτελστότης και η διαπλαστική ενέργεια των δικαστικών αποφάσεων, Δ 2, 567 επ. ο ίδιος. Το συμβολαιογραφικόν έγγραφον ως εκτελεστός τίτλος εις τας σχέσεις εκμισθωτού και μισθωτού ακινήτου, ΝοΒ 14,273.










Εκτύπωση
4. Οι αλλοδαποί τίτλοι
4.1. Εισαγωγικές σκέψεις
Άραγε αν ο δανειστής έχει ήδη εξοπλισμένη την αξίωσή-του με αλλοδαπό εκτε­λεστό τίτλο, λχ με τελεσίδικη απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, μπορεί να εκτελέσει τov τίτλο τούτο στην ημεδαπή, ή θα πρέπει να κάνει νέα δίκη για να εξοπλίσει την αξίωσή-του και με ελληνικό εκτελεστό τίτλο;
Στο ερώτημα αυτό δίνει απάντηση η πολιτική δικονομία, εφόσον το ζήτημα δεν έχει ρυθμιστεί απλούστερα με διεθνείς συμβάσεις.
Βασική αρχή της ρύθμισης, τόσο με τη δικονομία, όσο και με τις (διμερείς ή πολυμερείς) διεθνείς συμβάσεις είναι ότι δε χρειάζεται να ξανακαταδικαστεί ο οφει­λέτης από ελληνικό δικαστήριο. Τα αλλοδαπά δημόσια έγγραφα, που αναγνωρίζονται από το δίκαιο της χώρας-τους ως εκτελεστοί τίτλοι, ισχύουν και στην Ελλάδα, αν το αρμόδιο δικαστήριο κηρύξει τον αλλοδαπό τίτλο εκτελεστό και στην ημεδαπή.
Η αίτηση για να κηρυχτεί ο αλλοδαπός τίτλος εκτελεστός στην ημεδαπή δεν υπόκειται σε καμιά προθεσμία. Την αίτηση νομιμοποιείται να υποβάλει εκείνος ο οποίος, στο πλαίσιο του ελληνικού δικαίου (919 και 920), έχει δικαίωμα να επισπεύσει εκτέλεση με τον αλλοδαπό τίτλο, καθώς και οι δανειστές-του, οι οποίοι ασκούν πλαγιαστικώς τα δικαιώματά-του (72).
Το μονομελές πρωτοδικείο, ως αρμόδιο δικαστήριο σε κάθε περίπτωση, ανεξάρ­τητα από το ύψος της χρηματικής αξίωσης, έχει εξουσία μόνο να κηρύξει ή να μην κηρύξει τον αλλοδαπό τίτλο εκτελεστό. Με κανένα τρόπο όμως δεν επιτρέπεται να τον μεταρρυθμίσει. Η απόφαση αυτή δεν αντικαθιστά τον αλλοδαπό τίτλο και δεν έχει καταψηφιστικό διατακτικό, παρά μόνο ως προς τα δικαστικά έξοδα της σχετικής δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 746. Η απόφαση αυτή δε δημιουργεί δεδικασμένο ως προς την εκτελουμένη αξίωση. Απλώς έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, δηλαδή δίνει τη δύναμη της εκτελεστότητας στον αλλοδαπό τίτλο. Η διάπλαση αυτή προκαλείται με μόνη την έκδοση της απόφασης. Η προθεσμία και η άσκηση της έφεσης της απόφασης αυτής δεν αναστέλλουν την ισχύ της διαπλαστικής-της ενέργειας, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει την αναστολή (763).
Η αίτηση για την κήρυξη του αλλοδαπού τίτλου εκτελεστού στην ημεδαπή δεν απευθύνεται εναντίον κανενός αντιδίκου, ούτε καν του οφειλέτη. Απλώς ο δικαστής έχει την εξουσία να διατάξει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον, και ιδίως του οφειλέτη (748 §3). Τα πρόσωπα αυτά έχουν την ευχέρεια να ασκήσουν παρέμβαση (πρβλ. 752), είτε αυθορμήτως, είτε ύστερα από προσεπίκληση (753) ή ανακοίνωση της δίκης (91, 92).
Οι περισσότερες από τις προϋποθέσεις για την παραδοχή της αίτησης είναι αξιολογικές κρίσεις και δε διατάζεται σχετικώς απόδειξη. Μόνο ως προς τα γεγο­νότα που στηρίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία του αλλοδαπού δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 3 της ελληνικής δικονομίας (323 αρ. 2) υπάρχει περιθώριο διεξαγωγής αποδείξεων.
4.2. Ορισμοί και διακρίσεις
Αλλοδαπός εκτελεστός τίτλος είναι κάθε αλλοδαπό δημόσιο έγγραφο το οποίο, σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εκδόθηκε, είναι εκτελεστός τίτλος.
Είδη κανόνων mm ρυθμίζουν την εκτελεστότητα των αλλοδαπών τίτλων στην ημεδαπή:
- οι σχετικοί κανόνες της πολιτικής δικονομίας
- αντίστοιχες διεθνείς συμβάσεις.
4.3. Νομοθετική ρύθμιση
ΠολΔ 905
1. Επιφυλασσομένων των υπό διεθνών συμβάσεων οριζομένων, αναγκαστική εκτέλεσις εν Ελλάδι δύναται να γίνη επί τη βάσει αλλοδαπού τίτλου αφ' ης ούτος κηρυχθή εκτελεστός δι' αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφε­ρείας όπου η κατοικία και εν ελλείψει αυτής η διαμονή του οφειλέτου, εν ελλείψει δε και ταύτης, του μονομελούς πρωτοδικείου της πρωτευούσης του κράτους. Το μονομελές πρωτοδικείον δικάζει κατά την διαδικασίαν των άρθρων 740 έως 781.
2. Το μονομελές πρωτοδικείον κηρύσσει εκτελεστόν τον αλλοδαπόν τίτλον εφ' όσον είναι ούτος εκτελεστός κατά το δίκαιον του τόπου της εκδόσεως αυτού και δεν αντίκειται εις τα χρηστά ήθη ή την δημόσιον τάξιν.
3. Εάν ο αλλοδαπός τίτλος είναι δικαστική απόφασις, δια την κήρυξιν αυτού εκτελεστού πρέπει να συντρέχουν και οι εν άρθρω 323 αρ. 2 έως 5 όροι.
4. Αι διατάξεις των § § 7 έως 3 εφαρμόζονται και δια την αναννώρισιν δεδικα­σμένου εξ αποφάσεως αλλοδαπού δικαστηρίου αφορώσης την προσωπικήν κατάστααιν.
ΠολΔ 906
Αι αλλοδαποί διαιτητικοί αποφάσεις κηρύσσονται εκτελεστοί κατά την § 1 του άρθρου 905 εάν συντρέχουν αι προϋποθέσεις του άρθρου 903.
ΠολΔ 323
Επιφυλασσομένων των υπό διεθνών συμβάσεων οριζομένων, απόφασις αλλο­δαπού πολιτικού δικαστηρίου ισχύει και αποτελεί δεδικασμένον εν τη ημεδαπή άνευ άλλης διαδικασίας, εφ' όσον
1) αποτελεί δεδικασμένον κατά το δίκαιον του τόπου της εκδόσεώς-της,
2) η υπόθεσις υπήγετο κατά τας διατάξεις του ελληνικού δικαίου εις την δικαιοδοσίαν των δικαστηρίων του κράτους εις το οποίον ανήκει το εκδόν την απόφασιν δικαστήριον,
3) ο ηττηθείς διάδικος δεν εστερήθη του δικαιώματος της υπερασπίσεως και της εν γένει συμμετοχής εις την δίκην, πλην αν η στέρησις εγένετο κατ’ εφαρμογήν διατάξεως ισχυούσης και δια τους υπηκόους του κράτους εις το οποίον ανήκει το εκδόν την απόφασιν δικαστήριον,
4) δεν αντίκειται εις απόφασιν ημεδαπού δικαστηρίου εκδοθείσαν επί της αυτής υποθέσεως και αποτελούσαν δεδικασμένον έναντι των διαδίκων μεταξύ των οποίων εξεδόθη η απόφασις του αλλοδαπού δικαστηρίου και
5) δεν αντίκειται εις τα χρηστά ήθη ή την δημόσιον τάξιν.
ΕνΠολΔ 2
Δια της εισαγωγής του κωδικός πολιτικής δικονομίας δεν επηρεάζεται η ισχύς δικονομικών διατάξεων αι οποίοι στηρίζονται εις διεθνείς συμβάσεις.
Διεθνής σύμβαση (Ενδεικτικά) ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Ομοσπον­διακή Δημοκρατία της Γερμανίας
Τμήμα πρώτον.- Αναγνώρισις δικαστικών αποφάσεων.
Αρθρ. 1
1. Αι επί αστικών ή εμπορικών υποθέσεων εκδοθείσαι αποφάσεις των δικαστη­ρίων του ενός κράτους, δια των οποίων ταύτα αποφαίνονται οριστικώς επί δικαιω­μάτων των διαδίκων εν διαδικασία της αμφισβητούμενης ή της εκούσιας δικαιοδοσίας, αναγνωρίζονται εις το έτερον κράτος και αν έτι δεν είναι τελεσίδικοι. Ως αποφάσεις επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων θα θεωρούνται επίσης αι αποφάσεις, αίτινες εκδίδονται εν ποινική διαδικασία επί δικαιωμάτων εξ εννόμου σχέσεως του αστικού ή του εμπορικού δικαίου. - 2. Δια την αναγνώρισιν είναι άνευ σημασίας εάν η απόφασις ονομάζεται απόφασις, πράξις, διαταγή εκτελέσεως ή άλλως.
Αρθρ. 2
Αι επί γαμικών ή οικογενειακών υποθέσεων εκδιδόμενοι αποφάσεις των δικα­στηρίων του ενός κράτους αναγνωρίζονται εις το έτερον κράτος, εάν οι διάδικοι είναι υπήκοοι των συμβαλλομένων μερών και είχον την συνήθη διαμονήν-των εις το κράτος εις το οποίον εξεδόθη η απόφασις.
Αρθρ. 3
Άρνησις αναγνωρίσεως επιτρέπεται μόνον:
1. Εάν αύτη αντίκειται εις την δημόσιον τάξιν του κράτους εν τω οποίω γίνεται επίκλησις της αποφάσεως. Τοιαύτη αντίθεσις υφίσταται και όταν η απόφασις αφορά δικαίωμα το οποίον καθ’ ον χρόνον εξεδόθη η απόφασις ήτο, εις το κράτος εις το οποίον γίνεται επίκλησις της αποφάσεως και μεταξύ των αυτών διαδίκων, το αντικείμενου αποφάσεως, ήτις κατά το δίκαιον του κράτους τούτου θεωρείται ορι­στική ή
2. Εάν ο εναγόμενος δεν μετέσχε της διαδικασίας (δίκης): α) εφ’ όσον η κλήσις ή η εισαγωγική της διαδικασίας (δίκης) δικαστική πράξις δεν επεδόθη εις αυτόν, κατά το δίκαιον του κράτους εις το οποίον εξεδόθη η απόφασις ή β) εφ' όσον ούτος απόδειξη ότι δεν ηδυνήθη να λαβή εγκαίρως γνώσιν της κλήσεως ή της δικαστικής πράξεως ώστε να δυνηθή να μετάσχη της διαδικασίας (δίκης)· ή
3. Εάν κατά το δίκαιον του κράτους, εις το οποίον γίνεται επίκλησις της αποφά­σεως, τα δικαστήρια τούτου ήσαν δυνάμει νόμου αποκλειστικώς αρμόδια· ή
4. Εάν το εκδόσαν την απόφασιν δικαστήριον ήτο αρμόδιον μόνον εκ της δωσιδικίας της περιουσίας (εκ της υπάρξεως περιουσίας του εναγομένου εν τη περιφέρεια-του) και ο εναγόμενος είτε: α) δεν μετέσχε της διαδικασίας (δίκης) είτε β) πριν απάντηση επί της ουσίας εδήλωσεν ότι μετέσχε της διαδικασίας (δίκης) μόνον ως προς την περιουσίαν την ευρισκομένην εντός του κράτους του εις ο εγένετο η προσφυγή δικαστηρίου.
Αρθρ. 4
1. Δεν επιτρέπεται άρνησις αναγνωρίσεως εκ μόνου του λόγου ότι το εκδόσαν την απόφασιν δικαστήριον εφήρμοσε, κατά τους κανόνες του ιδίου αυτού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, νόμους διαφόρους εκείνων, οίτινες θα ήσαν εφαρμοστέοι κατά το ιδιωτικόν διεθνές δίκαιον του κράτους εις το οποίον γίνεται επίκλησις της αποφάσεως. - 2. Επιτρέπεται εν τούτοις άρνησις, αναγνωρίσεως δια τον εν τη παρα­γράφω 1 αναφερόμενον λόγον εάν η απόφασις αφορά σχέσιν οικογενειακού ή κληρονομικού δικαίου, την ικανότητα δικαίου ή δικαιοπραξίας, την νόμιμον εκπροσώπησιν ή την αφάνειαν ή την κήρυξιν του θανάτου υπηκόου του κράτους ως το οποίον γίνεται επίκλησις της αποφάσεως εκτός εάv αύτη θα εδικαιoλoγείτο και κατ’ εφαρμογήν του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του κράτους εις το οποίον γίνεται επίκλησις της αποφάσεως.
Αρθρ. 5
1. Η εις το εν κράτος εκδοθείσα απόφασις της οποίας γίνεται επίκλησις εις το έτερον κράτος, δέον να ερευνάται μόνον ως προς το εάν υφίσταται λόγος αρνήσεως εκ των αναφερομένων εις το άρθρον 3 ή εις το άρθρον 4 §2. Κατ' ουδεμίαν περίπτωσιν θα ερευνάται από απόψεως νομιμότητας {ως προς την ουσίαν).-2. Το δικαστήριον του κράτους εις το οποίον γίνεται επίκλησις της αποφάσεως κατά το άρθρον 2 δεσμεύεται κατά την έρευναν της αρμοδιότητος του δικαστηρίου, το οποίον εξέδωκε την απόφασιν εκ των πραγματικών και νομικών διαπιστώσεων του δικαστηρίου τούτου
Τμήμα δεύτερον.- Εκτέλεσις δικαστικών αποφάσεων
Αρθρ. 6
Τελεσίδικοι ή προσωρινώς εκτελεστοί δικαστικοί αποφάσεις, των οποίων επι­τρέπεται η εκτέλεσις εις το κράτος εις το οποίον αύται εξεδόθησαν και αίτινες κατά τους όρους της παρούσης συμβάσεως δέον να αναγνωρισθώσιν εις το έτερον κράτος, θα εκτελώνται εις το κράτος τούτο αφού προηγουμένως κηρυχθούν εκτελεσταί.
Αρθρ. 7
Η κήρυξις της εκτελεστότητος και η εκτέλεσις ρυθμίζονται υπό του δικαίου του κράτους εις το οποίον θα γίνη η εκτέλεσις.
Αρθρ. 8
Την κήρυξιν της εκτελεστότητος δύναται να ζήτηση από το αρμόδιον δικαστήριον πάς όστις εις το κράτος εις το οποίον εξεδόθη η απόφασις δύναται να άντληση εξ αυτής δικαιώματα.
Αρθρ. 9
Ο διάδικος όστις ζητεί την κήρυξιν της εκτελεστότητος οφείλει να προσαγάγη: 1) Κεκυρωμένον και δι’ επισήμου σφραγίδας εσφραγισμένον αντίγραφαν του πλή­ρους κειμένου της αποφάσεως. 2) Το πρωτότυπον ή κεκυρωμένον αντίγραφαν του εγγράφου εξ ου προκύπτει ότι εις τον μη μετάσχοντα της διαδικασίας (δίκης) διάδικον η κλήσις ή το εισαγωγικόν της διαδικασίας (δίκης) έγγραφον ή δικαστική πράξις επεόόθη κατά το άρθρον 3 αριθμός 2, στοιχείον α. 3) Το πρωτότυπον ή κεκυρωμέ­νον αντίγραφαν του αποδεικτικού επιδόσεως ή άλλου εγγράφου, εξ ou προκύπτει ότι η απόφασις εκοινοποιήθη εις τον διάδικον κατά του οποίου επιδιώκεται η εκτέ­λεσις. 4) Το έγγραφον δι’ ou πιστοποιείται ή εξ ου προκύπτει ότι η απόφασις είναι εκτελεστή κατά το δίκαιον του κράτους εις το οποίον αύτη εξεδόθη. 5) Την απόφασιν ότι ούτος παρέσχεν επιβληθείσαν εις αυτόν εγγύησιν. 6) Μετάφρασιν των προαναφερθέντων εγγράφων εις την γλώσσαν του εις ο εγένετο η προσφυγή δικαστηρίου, ήτις να πιστοποιήται ως ακριβής υπό διπλωματικού ή προξενικού εκπροσώπου ή υπό επισήμως διωρισμένου ή ωρκισμένου μεταφραστού ενός των δύο κρατών.
Αρθρ. 10
1. Εν τη αποφάσει επί της αιτήσεως προς κήρυξιν της εκτελεστότητος το εις ο η προσφυγή δικαστήριον οφείλει να περιορίζεται εις την έρευναν εάν προσήχθησαν το κατά το άρθρον 9 απαιτούμενα έγγραφα και υφίσταταί-τις εκ των &ς το άρθρον 3 της συμβάσεως κατονομαζομένων λόγων αρνήσεως. Κατ' ουδεμίαν περίπτωσιν η απόφασις, της οποίας ζητείται η εκτελεστότης, θα εξετάζεται από απόψεως νομι­μότητας (ως προς την ουσίαν). - 2) Εάν η απόφασις η οποία ζητείται να κηρυχθή εκτελεστή δύναται εισέτι να προσβληθή εις το κράτος εις το οποίον εξεδόθη δι’ ανακοπής ή δια του τακτικού ενδίκου μέσου δύναται η διαδικασία της κηρύξεως της εκτελεστότητος να αναβληθή εάν ο αντίδικος αποδεικνύη ότι ήσκησε τοιούτο ένδικον μέσον. Εάν δεν ησκήθη εισέτι κατά της αποφάσεως τοιούτον ένδικον μέσον και δεν παρήλθεν εισέτι, κατά το δίκαιον του κράτους εις το οποίον αύτη εξεδόθη, η προς άσκησιν αυτού τασσομένη προθεσμία, τότε το εις ο η επίκλησις δικαστήριον δύναται να αναστείλη την επί της αιτήσεως προς κήρυξιν της εκτελεστότητος απόφασίν-του και να τάξη εις τον διάδικον, εναντίον του οποίου θα πρέπει να εκτελεσθή η απόφασις, προθεσμίαν δια την άσκησιν του ενδίκου μέσου. - 3) Η επί της αιτήσεως προς κήρυξιν της εκτελεστότητος απόφασις δέον να αναβάλληται εάν ο οφειλέτης αποδεικνύη ότι η κατ’ αυτού εκτέλεσις δέον να αναστολή και ότι ούτος (ξεπλήρωσε τας προϋποθέσεις από τας οποίας εξαρτάται η αναστολή.
Αρθρ. 11
Απόφασίς-τις δύναται να κηρυχθή και εν μέρει εκτελεστή: 1) Όταν αύτη αφορά μίαν ή πλείονας αξιώσεις και ο επισπεύδων διάδικος ζητή την κήρυξιν της εκτελεστότητος μόνον ως προς το μέρος της αξιώσεως ή ως προς μίαν ή τινός εκ των αξιώσεων. 2) Όταν αύτη αφορά πλείονας αξιώσεις και η αίτησις του επισπεύ­δοντος διαδίκου όπως κηρυχθή αύτη εκτελεστή κριθή βάσιμος μόνον ως προς μίαν ή τινάς αξιώσεις.
Αρθρ. 12
Εάν η απόφασις κηρυχθή εκτελεστή, το δικαστήριον καθορίζει ταυτοχρόνως, εάν υπάρχη περίπτωσις, τα μέτρα άτινα απαιτούνται όπως προσδοθούν εις την αλλοδαπήν απόφασιν τα αυτά αποτελέσματα τα οποία αύτη θα είχεν εάν εξεδίδετο υπο των δικαστηρίων του κράτους εις το οποίον κηρύσσεται εκτελεστή.
Τμήμα τρίτον.- Δικαστικοί συμβιβασμοί, διαιτητικαί αποφάσεις και δημόσια έγγραφα
Αρθρ. 13
1. Οι δικαστικοί συμβιβασμοί εξομοιούνται προς τας τελεσιδίκους δικαστικός αποφάσεις.- 2. Ο επισπεύδων διάδικος οφείλει να επισύναψη εις την αίτησιν προς κήρυξιν της εκτελεστότητος κεκυρωμένον αντίγραφαν φέρον την επίσημον σφρα­γίδα και τον τύπον της εκτελέσεως, ως καιμετάφρασιν, ανταποκρινομενην εις τας απαιτήσεις του άρθρου 9 αριθ. 6.
Αρθρ. 14
1. Η αναγνώρισις και εκτέλεσις διαιτητικών αποφάσεων διέπεται υπό των μεταξύ των δύο συμβαλλομένων κρατών εκάστοτε εν ισχύι πολυμερών ή διμερών συμφωνιών.- 2. Συμβιβασμοί συναπτόμενοι ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου εξομοιούνται προς διαιτητικός αποφάσεις.
Αρθρ. 15
1. Δημόσια έγγραφα άτινα συνετάγησαν εις το εν κράτος και είναι εις αυτό εκτελεστά, εκτελούνται εις το έτερον κράτος ως τελεσίδικοι δικαστικοί αποφάσεις. Εις τα έγγραφα ταύτα ανήκουν ιδία δικαστικά ή συμβολαιογραφικά έγγραφα και επί υποθέσεων διατροφής υπό διοικητικής αρχής (Jugendamt), καταχωριζόμεναι δηλώσεις αναλήψεως υποχρεώσεων και συμβιβασμοί. - 2. Ο επισπεύδων διάδικος οφείλει να επισυνάψη εις την αίτησιν προς κήρυξιν της εκτελεστότητος κεκυρωμένον αντίγραφαν του δημοσίου εγγράφου φέρον την επίσημον σφραγίδα και τον τύπον της εκτελέσεως, ως και μετάφρασιν ανταποκρινομένην εις τας απαιτήσεις του άρθρου 9 αριθ. 6.- 3. Το δικαστήριον του κράτους εις το οποίον ζητείται η κήρυξις της εκτελεστότητος οφείλει να περιορίζηται εις την έρευναν, εάv το κεκυρωμένον αντίγραφαν του δημοσίου εγγράφου εχορηγήθη κανονικώς κατά το δίκαιον του κράτους εις το οποίον τούτο εξεδόθη και εάv η κήρυξις της εκτελεστότητος δεν αντίκειται εις την δημόσιον τάξιν του κράτους εις το οποίον αύτη ζητείται.
Αρθρ. 16
Η κήρυξις της εκτελεστότητος των εις το τμήμα τούτο αναφερομένων χρεωστι­κών τίτλων και ο τρόπος της εκτελέσεως ρυθμίζονται υπό του δικαίου του κράτους εις το οποίον θα γίνη η εκτέλεσις.
Τμήμα τέταρτον.- Ειδικαί διατάξεις
Αρθρ. 17
1. Η παρούσα σύμβασις δεν εφαρμόζεται: 1) Επί αποφάσεων εκδιδομένων εν διαδικασία πτωχεύσεως και πτωχευτικού συμβιβασμού. 2) Επί συντηρητικών κατασχέσεων. -
2. Η παρούσα σύμβασις δεν εφαρμόζεται περαιτέρω επί αποφάσεων περί προσωρινών ή ασφαλιστικών μέτρων. Εφαρμόζεται εν τούτοις επί τοιούτων απο­φάσεων περί προσωρινών ή ασφαλιστικών μέτρων αίτινες αφορούν την παροχήν διατροφής ή άλλην χρηματικήν παροχήν. Τοιούτου είδους τίτλοι εκτελούνται ως τελεσίδικοι δικαστικοί αποφάσεις.
Αρθρ. 18
1. Εάν υπόθεσίς-τις είναι εκκρεμής ενώπιον δικαστηρίου του ενός κράτους και η απόφασις επί της υποθέσεως ταύτης είναι αναγνωριστέα εις το έτερον κράτος, τότε το δικαστήριον του κράτους τούτου ενώπιον του οποίου εισάγεται βραδύτερον διαδικασία (δίκη) επί του αυτού αντικειμένου και μεταξύ των αυτών διαδίκων οφεί­λει να αρνηθή να εκδώση απόφασιν. - 2. Εν τούτοις δύνανται τα αρμόδια δικαστή­ρια εκάστου των δύο συμβαλλομένων μερών εις κατεπείγουσας περιπτώσεις να διατάξουν τα κατά το εσωτερικόν αυτών δίκαιον προβλεπόμενα προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα, ανεξαρτήτως του ποίον δικαστήριον επελήφθη της κυρίας δίκης.
Αρθρ. 19
1. Η παρούσα σύμβασις δεν θίγει τας διατάξεις άλλων διμερών ή πολυμερών συμβάσεων αίτινες ισχύουν ή θα ισχύσουν μεταξύ των δύο συμβαλλομένων μερών και αίτινες ρυθμίζουν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν δικαστικών αποφάσεων, διαι­τητικών αποφάσεων ή δημοσίων εγγράφων επί ειδικών κλάδων του δικαίου. -2. Η παρούσα σύμβασις εφαρμόζεται ανεξαρτήτως της υπηκοότητας των διαδίκων, μη θιγομένων εν τούτοις του άρθρου 2 και του άρθρου 4 §2.
Αρθρ. 21
Η παρούσα σύμβασις εφαρμόζεται μόνον επί δικαστικών αποφάσεων συμβι­βασμών ή δημοσίων εγγράφων εκδιδομένων ή συνομολογουμένων μετά την έναρξιν της ισχύος-της.
Αρθρ. 22
Δια της παρούσης συμβάσεως δεν αποκλείεται όπως μία απόφασις δικαστη­ρίου του ενός κράτους, δια την οποίαν η παρούσα Σύμβασις δεν ισχύει ή η οποία δύναται να αναγνωρισθή ή εκτελεσθή βάσει της παρούσης Συμβάσεως, αναγνωρισθή και εκτελεσθή εν τω ετέρω Κράτει βάσει του εσωτερικού δικαίου τούτου.
4.4. Ασκήσεις και ερωτήσεις από τις εξετάσεις
4.4.1. Τί διαφέρει η κήρυξη εκτελεστής μιας αλλοδαπής απόφασης από την αναγνώριση του δεδικασμένου-τής;
4.4.2. ΤΙ διαφέρει το ημεδαπό από το αλλοδαπό συμβολαιογραφικό έγγραφο;
4.4.3. Είναι έγκυρη η συμφωνία του δανειστή και του οφειλέτη να γίνει αναγκαστική εκτέλεσή του αλλοδαπού εκτελεστού τίτλου, δίχως να κηρυχτεί προηγουμένως εκτε­λεστός από το ελληνικό δικαστήριο;
4.4.4. Πώς ισχύει στην Ελλάδα η διαπλαστική ενέργεια της τελεσίδικης αλλοδαπής απόφασης που ακύρωσε τη σύμβαση των διαδίκων εξαιτίας πλάνης;
4.5. Απαντήσεις
4.5.1. Το δεδικασμένο και η διαπλαστική ενέργεια των αλλοδαπών αποφάσεων ισχύ­ουν στην Ελλάδα αυτοδικαίως, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 323. Η απόφαση του ελληνικού δικαστηρίου που ενδεχόμενα εκδίδεται σχετικώς έχει απλώς αναγνωριστικό χαρακτήρα. Αντίθετα, η απόφαση που κηρύσσει τον αλλοδαπό τίτλο εκτελεστό στην ημεδαπή είναι διαπλαστική. Στο χώρο του ελληνικού δικαίου, η αλλοδαπή απόφαση δε δημιουργεί αυτοδικαίως εκτελεστότητα, αλλά πρέπει να της δοθεί η έννομη αυτή συνέπεια με απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου.
4.5.2. Το ελληνικό συμβολαιογραφικό έγγραφο είναι οπωσδήποτε εκτελεστός τίτ­λος. Το αλλοδαπό συμβολαιογραφικό έγγραφο δημιουργεί εκτελεστότητα στην ημε­δαπή αν συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις:
α) είναι εκτελεστός τίτλος με το δίκαιο της χώρας που εκδόθηκε, β) η αξίωση που βεβαιώνει δεν αντίκειται στην ημεδαπή δημόσια τάξη, και ιδίως στα χρηστά ήθη, και
γ) έχει κηρυχτεί εκτελεστό από το μονομελές πρωτοδικείο.
4.5.3. Η συμφωνία αυτή είναι άκυρη, επειδή η εκτελεστότητα είναι σχέση του δημόσιου δικαίου και οι διάδικοι δεν έχουν την εξουσία να τη διαθέσουν.
4.5.4. Η αλλοδαπή διαπλαστική απόφαση ισχύει στην ημεδαπή αυτοδικίως, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 323.
6. Προβλήματα
6.1. Στη δίκη, για την κήρυξη της αλλοδαπής απόφασης εκτελεστής, ο οφειλέτης πρότεινε την ένσταση ότι έχει ήδη εξοφλήσει. ΤΙ θα αποφασίσει το δικαστήριο;
Στις συζητήσεις της αναθεωρητικής επιτροπής είχε υποστηριχθεί από τους θ Λιβαθηνό, Γ. Μητσόπουλο και Ε. Μιχελάκη ότι η κήρυξη της εκτελεστότητας των αλλοδαπών τίτλων έπρεπε να γίνεται με την τακτική διαδικασία (πρακτικά αναθεω­ρητικής επιτροπής, σελ. 404). Αν ή πρόταση αυτή είχε γίνει δεκτή από την επί τροπή, τότε ή σχετική διαδικασία θα είχε διαγνωστικό χαρακτήρα και θα ήταν παραδεκτή η προβολή ουσιαστικών ενστάσεων. Όμως δεν έγινε δεκτή. Για το λόγο τούτο, στο ισχύον δίκαιο, ή κήρυξη της εκτελεστότητας δεν προϋποθέτει την προη­γούμενη διάγνωση της αξίωσης που βεβαιώνεται με τον αλλοδαπό τίτλο (πρβλ. Μαριδάκη. Η εκτέλεσις αλλοδαπών αποφάσεων, 3η εκδ. σελ. 70). Γιαυτό είναι απα­ράδεκτη η προβολή ενστάσεων εναντίον της αξίωσης. Οι ενστάσεις αυτές μπορούν να προταθούν από τον οφειλέτη μόνο με ανακοπή προς ακύρωση της εκτέλεσης (933). Εξάλλου η ένσταση της εξόφλησης δε θίγει το έννομο συμφέρον του δανειστή να ζητήσει την κήρυξη εκτελεστού του αλλοδαπού τίτλου, επειδή το συμφέρον αυτό υπάρχει στην ίδια τη φύση της αίτησης (Μαριδάκης, ο.π. σελ. 80. Μπέης, Αι διαδικασίαι ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου. III § 6 X11 σελ. 621. Μπρίνιας, Αναγκ. εκτέλεσις, 2η εκδ. Ι 905 §38 σελ. 101).
6.2. Αν στο ελληνικό δικαστήριο που δικάζει αγωγή διατροφής της γυναίκας χρεια­στεί να εξεταστεί παρεμπιπτόντως η λύση του γάμου-της με τον εναγόμενο, το ελλη­νικό δικαστήριο δεσμεύεται από το δεδικασμένο και τη διαπλαστική ενεργεία της αμετάκλητης αλλοδαπής απόφασης που έλυσε το γάμο των διαδίκων, δίχως να έχει κηρυχτεί ακόμη εκτελεστή στην Ελλάδα;
Η αλλοδαπή απόφαση διαζυγίου δημιουργεί δεδικασμένο και διαπλαστική ενέργεια στην ημεδαπή αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 323. Όμως το ν.δ. 958/1971 πρόσθεσε στο άρθρο 905 την §4, η οποία ορίζει ότι «αι διατάξεις των §§1 έως 3 εφαρμόζονται και δια την αναγνώρισιν δεδικασμένου εξ αποφάσεως αλλοδαπού δικαστηρίου αφορώσης την προσωπικήν κατάστασιν». Για το νόημα της προσθήκης αυτής έχουν υποστηριχθεί οι ακόλουθες εκδοχές:
α) ότι η τήρηση της διαδικασίας αυτής είναι υποχρεωτική για να ισχύσει στην ημεδαπή η διαπλαστική ενέργεια της αλλοδαπής απόφασης που έλυσε το γάμο (ΑΠ 569/1972 ΝοΒ 20, 1427)
β) ότι η διαδικασία αυτή τηρείται μόνο στην περίπτωση που ο επίσκοπος αμφι­βάλλει ως προς τη δεσμευτικότητα της αλλοδαπής απόφασης, ενώ είναι περιττή όταν δεν υπάρχει δισταγμός ως προς την ισχύ της αλλοδαπής απόφασης (Φραγκίστας, Δ 5, 448. Φραγκίστας - Φαλτσή, Ι §22 III 4 σελ. 143). Η δεύτερη αυτή ερμηνεία είναι πιο πειστική. Και τούτο, γιατί μόνο έτσι η ρύθμιση του άρθρου 905 §4 εναρμονίζε­ται με εκείνη του άρθρου 323.
4.7. Διαδικαστικά έγγραφα
Σχέδιο αίτησης για την κήρυξη εκτελεστής στην ημεδαπή αλλοδαπής απόφασης.
Αίτηση στο μονομελές πρωτοδικείο της Αθήνας
της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης Άλπενλαντκαουφχαους, με έδρα το Μόναχο της Δυτικής Γερμανίας (οδός Αμαλίας αρ. 69), εκπροσωπούμενης σύμφωνα με το καταστατικό-της από το διαχειριστή-της Έκεχαρτ Χαίντλερ
προς κήρυξη εκτελεστής
της τελεσίδικης απόφασης με τα στοιχεία FM της 26 Αυγούστου Τ975 του πρωτοδικείου Μονάχου.
Ύστερα από αγωγή-μας εναντίον του οφειλέτη-μας Φρίξου Κακομοίρη, πολίτη της ελληνικής δημοκρατίας, που κατοικούσε στο Μόναχο και ήδη είναι άγνωστης διαμονής, και αφού κλητεύθηκε νόμιμα, το πρωτοδικείο του Μονάχου τον καταδίκασε ερήμην να μας καταβάλει πέντε χιλιάδες (5.000) γερμανικά μάρκα, τα οποία μας όφειλε από την αγορά ενός αυτοκινήτου μάρκας φόλξβάγκεν. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε νομίμως στον οφειλέτη, πλην όμως εκείνος δεν άσκησε ένδικα μέσα και άφησε να παρέλθουν οι σχετικές προθεσμίες άπραχτες.
Για την έκδοση της απόφασης αυτής το πρωτοδικείο του Μονάχου είχε διεθνή δικαιο­δοσία, συμφωνά με το ελληνικό δικονομικό δίκαιο (ΠολΔ 3), επειδή ο εναγόμενος είχε την κατοικία- του στο Μόναχο (ΠολΔ 22) και πάντως εκεί είχε συμφωνηθεί να γίνει η πληρωμή του πιστωμένου τιμήματος (ΠολΔ 33).
Η απόφαση, μετά την τελεσιδικία-της, είναι ήδη, σύμφωνα με την § 704 Ι γερμαν. ΠολΔ εκτελεστός τίτλος.
Επειδή η προκείμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς και είναι βάσιμη νομικώς και ουσιαστικώς, ζητούμε η τελεσίδικη απόφαση της 26 Αυγούστου 1975 του πρωτοδικείου Μονάχου, η οποία καταδίκασε το Φρίξο Κακομοίρη να μας πληρώσει πέντε χιλιάδες (5000) γερμανικά μάρκα, να κηρυχτεί εκτελεστή στην ημεδαπή και να καταδικαστεί ο οφειλέτης να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα, ως υπαίτιος της νέας δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 746 ΠολΔ.
10 Νοέμβρη 1975
ο πληρεξούσιος δικηγόρος
Θεμιστοκλής Αβοκάτος
4.8. Από τη νομολογία
ΕφΑθ 1390/1972 Αρμ 26, 764:
«Επειδή μετά λοιπόν την εκ της τοιαύτης παρεμπιπτούσης ερεύνης αποδεικνυομένην συνδρομήν των ρηθεισών ουσιαστικών προϋποθέσεων και υπό του δικαστηρίου τούτου, ενώπιον του οποίου ως προδικαστικόν ζήτημα ανακύπτει το δια της ως είρηται αλλοδα­πής αποφάσεως κριθέν έννομον δικαίωμα, δηλονότι η δι' αυτής επιδικαζομένη μηνιαία οριστική διατροφή, επί δε τη αποδεικνυομενη επίσης συνδρομή και πασών των εν άρθροις 323 και 905 ΠολΔ οριζομένων τοιούτων, εξ ης αιτίας η ως είρηται απόφασις του αλλοδαπού δικαστηρίου ισχύει και αποτελεί δεδικασμένον εν τη ημεδαπή, άνευ λόγου τινός, δεσμεύον τους διαδίκους, ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων σχετικός λόγος εφέσεως, βάλλων κατά της επιχειρούμενης ν’ αναγνωρισθή εκτελεστότητος της ρηθείσης αλλοδα­πής αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (βλ. Μαριδάκη, Η εκτέλεσις αλλοδαπών αποφάσεων, 3η εκδ. σελ. 71. Τ. Οικονομοπουλου, ΠολΔ, Ιβ' σελ. 205. Μπρίνια, Εκτέλεσις 5 32. Μπέη, Διαδικασίαι μονομελούς, τόμ. Γ' σελ. 620).
Επειδή ορθώς υπό της εκκαλουμένης απερρίφθη σιγή η υπό του εκκαλούντος πρωτοδίκως, ασκηθείσα ανταγωγή, δι' ης ούτος, επικαλούμενος μεταβολήν των οικονομικών συνθηκών, υφ’ ας εξεδόθη η ως άνω αλλοδαπή απόφασις από του χρόνου εκδόσεως-της μέχρι της υπό κρίσιν αιτήσεως, δι’ ης διώκεται να κηρυχθή αύτη εκτελεστή, ητήσατο δι’ αυτής (ανταγωγής) αναθεώρησιν εκ τούτου του εκ της ως είρηται αλλοδαπής αποφάσεως δεδικασμένου. Προεχόντως, διότι ανταγωγή κατά την παρούσαν διαδικασίαν δεν συγχωρείται (Γιδοπούλου, Δίκαιον αναγκ. εκτελέσεως § 68 σημ. 2. Σταυροπούλου, ΠολΔ 966 § 22 δ), έτι δ’ όμως διότι ο νόμος (334 §5 ΠολΔ) δεν επιτρέπει να ζητηθή τοιαύτη αναθεώρησις του δεδικασμένου λόγω μεταβολής των συνθηκών δια παρελθόντα χρόνον, αλλά μόνον δια μέλλοντα τοιούτον, και τούτο διότι θα επήρχετο οικονομική εξουθένωσις του υπό­χρεου είτε προς επιστροφήν είτε προς επαύξησιν των παροχών. Απορριπτέος όθεν ο τ' αντίθετα υποστηρίζων σχετικός λόγος εφέσεως.
Επειδή και κατά την κρίσιν του δικαστηρίου τούτου, ηώς άνω απόφασις του αλλοδα­πού δικαστηρίου, υπό το προεκτεθέν ουσιαστικόν περιεχόμενόν-της, περιλαμβανόμενον και υπό τον ελληνικόν δικονομικόν νόμον εις τας γαμικάς διαφοράς (αρθρ. 592 επ. ΠολΔ), αποτελούσα δεδικασμένον και κατά το δίκαιον του τόπου της εκδόσεώς-της, εκδοθείσα, ως εκ του διατακτικού-της προκύπτει, αντιμωλία των διαδίκων, μη αντικειμένου εις προγενεστέραν απόφασιν ημεδαπού δικαστηρίου, εκδοθείσαν επί της αυτής υποθέσεως και αποτελούσαν δεδικασμένον έναντι των ιδίων διαδίκων, ούτε εις τα χρηστά ήθη ή την δημοσίαν τάξιν, ορθώς εκηρύχθη υπό της ως άνω εκκαλουμενης εκτελεστή, μη υποκειμένη δια την αναγνώρισιν της τοιαύτης εκτελεστότητός-της εις προθεσμίαν τινά (Μαριδάκης, αυτόθι ως άνω σελ. 73), ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων σχετικός λόγος εφέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή η άσκησις του ενδίκου δικαιώματος, κατευθυνόμενη εις την κήρυξιν ως εκτε­λεστής εν τη ημεδαπή της ρηθείσης αλλοδαπής αποφάσεως, δεν δύναται να εξουδετερωθή ως καταχρηστική εκ της μη εκτελέσεώς-της από του χρόνου εκδόσεως-της (1955) μέχρι σήμερον, εφ' όσον η εν τω παρόντι καθ’ ύλην αρμοδιότης του δικαστηρίου τούτου περιορίζεται εις τα υπό των ρηθεισών διατάξεων των αρθρ. 905 και 323 ΠολΔ αναγνωριζό­μενα πλαίσια, εντός των οποίων δεν περιλαμβάνεται και η έρευνα του μνησθέντος περί καταχρηστικής ασκήσεως ισχυρισμού. Απορριπτέος όθεν ο τ' αντίθετα υποστηρίζων σχετικός λόγος εφέσεως ως αβάσιμος».
4.9. Ειδική ελληνική βιβλιογραφία
Π. Γέσιου - Φαλτσή. Αστικοί οικονομικοί διατάξεις των διεθνών συμβάσεων της Ελλάδος, 1964. Aστ. Γεωργιάδης, Εκτέλεσις και αναγνώρισις αλλοδαπών αποφάσεων, Αρμ 28, 599. Κ. Ιωάννου, Σχέση συμβατικών και κοινών διαδικασιών στην εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων, Αρμ 31, 783 = ΕλΔ 1978, 168. Ε. Κρίσπη - Νικολετοπούλου, Αναγνώρισις δεδικασμένου εξ αποφάσεως αλλοδαπού δικαστηρίου, αφορώσης εις την προσωπικήν κατάστασιν, ΝοΒ 20, 1 επ. Γ. Μαριδάκης, Η εκτέλεσις αλλοδαπών αποφά­σεων κατά το ισχύον εις την Ελλάδα δίκαιον, 3η εκδ. 1970. Κ. Μπέης, Ανεφάρμοστον άρθρον 966 ΚΠολΔ ‘68 δια την αναννώρισιν της διαπλαστικής ενεργείας αλλοδαπής αποφάσεως, Δ 2, 585 επ. Αιμ. Μπέντερμαχερ - Γερούαης, Όροι εκτελεστότητος εν Ελλάδι αλλοδαπής αποφάσεως αφορώσης την προσωπικήν κατάστασιν, ΝοΒ 21, 150 επ. Γ. Παπακωνσταντίνου, Κήρυξις εκτελεστής εν Ελλάδι αποφάσεως αλλοδαπής αφορώσης την προσωπικήν κατάστασιν, Δ 3, 308. Χ. Φραγκίστας - Π. Γέσιου - Φαλτσή, Αι διεθνείς συμβάσεις της Ελλάδος εις το αστικόν δικονομικόν δίκαιον (συμβατικά κείμενα και ερμη­νευτικαί συμβολαί), 1976.


Συγγραφικό έργο
Πολιτική δικονομία > Μαθήματα Πολιτικής Δικονομίας - Αναγκαστική Εκτέλεση > 5. Αποφάσεις προσωρινώς εκτελεστές


Εκτύπωση
5. Αποφάσεις προσωρινώς
5.1. Εισαγωγικές σκέψεις
Η δεσμευτικότητα, και ιδίως η εκτελεστότητα της δικαστικής απόφασης δεν είναι σκόπιμο να αρχίσει, προτού δοθεί η δυνατότητα στον ηττημένο διάδικο να κριθεί η υπόθεσή-του σε δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Και τούτο, γιατί δεν είναι μικρή η πιθανότητα, η πρωτόβαθμη καταδικαστική απόφαση να είναι λαθεμένη και να εξα­φανιστεί ή να μεταρρυθμιστεί από το δευτερόβαθμο δικαστήριο. Έτσι υπάρχει ο συχνός κίνδυνος να εκτελεστεί μια απόφαση που, στη συνέχεια, αποδυναμώνεται από το ιεραρχικώς ανώτερο δικαστήριο.
Με την έννοια αυτή, η εκτελεστότητα προϋποθέτει, βασικά, την τελεσιδικία της κρίσιμης απόφασης. Από τα νομοθετικά κείμενα δε φαίνεται καθαρά αν η εκτελεστό­τητα είναι έννομη συνέπεια της τελεσίδικης απόφασης (έτσι 904 §2 εδ. α') ή, αντίθετα, αν είναι έννομη συνέπεια ήδη της οριστικής απόφασης, και απλώς ανα­στέλλεται όσο τρέχει η προθεσμία των τακτικών ενδίκων μέσων, καθώς και με την άσκησή-τους (έτσι 504, 506, 519 και 521). Πιο πειστική δογματικά είναι η δεύτερη εκδοχή.
Όμως υπάρχουν εξαιρετικές περιπτώσεις, που η οριστική απόφαση πρέπει να εκτελεστεί αμέσως. Και τούτο, γιατί πρόκειται για την εκτέλεση αξιώσεων, οι οποίες, από τη φύση-τους, είναι ανεπίδεκτες αναβολής, όπως λχ η αξίωση διατροφής.
Στις περιπτώσεις αυτές η άμεση εκτελεστότητα της απόφασης δεν ισχύει αυτο­δικαίως, αλλά απαγγέλλεται δικαστικώς. Και επειδή η άμεση αυτή εκτελεστότητα ενδέχεται να συμπαρασυρθεί από την εξαφάνιση της κρίσιμης απόφασης, ύστερα από πετυχημένη άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή έφεσης, έχει καθιερωθεί η άμεση αυτή εκτελεστότητα να χαρακτηρίζεται ως προσωρινή.
Πάντως οι κανόνες για την κήρυξη της οριστικής απόφασης προσωρινώς εκτε­λεστής δεν εφαρμόζονται σ' εκείνες τις περιπτώσεις, όπου είτε η οριστική απόφαση είναι εξαρχής εκτελεστή, επειδή δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα (λχ στα ασφαλι­στικά μέτρα, 699), είτε ειδική διάταξη νόμου ορίζει ότι η προθεσμία και η άσκηση τακτικών ένδικων μέσων δεν αναστέλλει την ισχύ (προδήλως τη διαπλαστική ενερ­γεία) της προσβαλλόμενης απόφασης (λχ στις δίκες της αναγκαστικής εκτέλεσης, 937 αρ. 3).
5.2. Ορισμοί και διακρίσεις
Προσωρινώς εκτελεστή είναι η οριστική απόφαση, ως προς την οποία υπάρχει δικαστική διαταγή ότι θα είναι αμέσως (προσωρινώς) εκτελεστή και στο διάστημα που τρέχει η προθεσμία ή διαρκεί η εκκρεμότητα τακτικού ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί εναντίον-της.
Είδη αποφάσεων προσωρινώς εκτελεστών: εκείνες που το δικαστήριο δεσμεύεται να τις κηρύξει, αν ζητηθεί, και εκείνες όπου το δικαστήριο έχει σχετικά απλή διακριτική ευχέρεια.
5.3. Νομοθετική ρύθμιση
ΠολΔ 904 § 2 εδ.α’
Εκτελεστοί τίτλοι είναι:
α) αι τελεσίδικοι, ως και αι κηρυχθείσαι προσωρινώς εκτελεστοί αποφάσεις παντός ημεδαπού δικαστηρίου.
ΠολΔ 504
1. Διαρκούσης της προθεσμίας της ανακοπής κατ' αποφάσεων εκδοθεισών κατά την πρώτην συζήτησιν, δεν δύναται να εκτελεσθή η ερήμην εκδοθείσα ορι­στική ή μη οριστική απόφασις. Πάσα πράξις ενεργούμενη κατά την διάρκειαν της προθεσμίας της ανακοπής είναι άκυρος, επιτρέπεται όμως η λήψις ασφαλιστικών μέτρων.
2. Επί οριστικών αποφάσεων προσωρινώς εκτελεστών δεν αναστέλλεται η εκτέλεσις, πλην αν πρόκειται να γίνη κατά τρίτου.
ΠολΔ 506
1. Η εμπροθέσμως και προσηκόντως κατ' αποφάσεων εκδοθεισών κατά την πρώτην συζήτησιν ασκηθείσα ανακοπή επάγεται
α) αναστολήν της εκτελέσεως της αποφάσεως και
β) νέαν συζήτησιν της υποθέσεως ενώπιον του εκδόντος την ερήμην απόφααιν δικαστηρίου.
Πάσα πράξις ενεργούμενη μετά την άσκησιν της ανακοπής είναι άκυρος, επι­τρέπεται όμως η λήψις ασφαλιστικών μέτρων.
2. Επί αποφάσεων προσωρινώς εκτελεστών δεν αναστέλλετε! η εκτέλεσις, πλην αν πρόκειται να γίνη κατά τρίτου.
3. Η κατ' αποφάσεων εκόοθεισών μετά την πρώτην συζήτησιν ασκούμενη ανακοπή δεν αναστέλλει τας προθεσμίας ούτε εμποδίζει την πρόοδον της δίκης, πλην αν το δικαστήριον κατά την εκδίκασιν της ανακοπής ορίση άλλως.
4. Το ανασταλτικόν αποτέλεσμα διαρκεί μέχρι της εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως επί της ανακοπής ή της κατ' άλλον τρόπον καταργήσεως της επ' ανακοπής δίκης.
ΠολΔ 519
1. Διαρκούσης της προθεσμίας της εφέσεως δεν δύναται να εκτελεσθή η από­φασις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Πάσα πράξις ενεργούμενη κατά την διάρ­κειαν της προθεσμίας της εφέσεως είναι άκυρος, επιτρέπεται όμως η λήψις ασφαλιστικών μέτρων.
2. Επί οριστικών αποφάσεων προσωρινώς εκτελεστών δεν αναστέλλεται η εκτέλεσις πλην αν πρόκειται να γίνη κατά τρίτου.
ΠολΔ 734 § 4 (στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση της νομής ή κατοχής)
Η προθεσμία της εφέσεως και η άακησις ταύτης δεν αναστέλλουν την εκτέλε­σιν της αποφάσεως του ειρηνοδικείου, εκτός αν η αναστολή όιαταχθή κατά το άρθρον 912.
ΠολΔ 763 §§ 1 και 2 (στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας)
1. Η προθεσμία της εφέσεως και η άσκησις αυτής δεν αναστέλλουν την ισχύν και εκτέλεσιν της αποφάσεως.
2. Το δικάζον την υπόθεσιν δικαστήριον δύναται και αυτεπαγγέλτως κατά την έκδοσιν της αποφάσεως- του να αναστείλη την ισχύν και εκτέλεσιν μέχρις ου καταστή απρόσβλητος δι’ εφέσεως.
3. Εάν αακηθή έφεσις, το εκδόν την απόφαοσιν δικαστήριον ή επί πολυμελών δικαστηρίων ο πρόεδρος αυτού, ως και το δικάζον την έφεσιν δικαστήριον ή ο πρόεδρος αυτού δύνανται κατά την κρίσιν-των, τη αιτήσει τινός των μετασχόντων της πρωτοδίκου δίκης, να αναστείλουν την ισχύν και εκτέλεσιν αυτής μέχρις εκδό­σεως της επί της εφέσεως αποφάσεως. Η διατάσσουσα αναοτολήν απόφασις σημειούται αμελλητί εις το κατά το άρθρον 776 βιβλίον και εις το περιθώριον της αποφάσεως της οποίας αναστέλλεται η ισχύς και η εκτέλεσις.
ΠολΔ 824 § 1 (στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας για την έκδοση κληρονομητηρίου).
(...) Η προθεσμία της εφέσεως και η άσκησις αυτής αναστέλλουν την ισχύν της αποφάσεως και την έκδοσιν του πιστοποιητικού(...).
ΠολΔ 937 αρ. 3
Εις τας περί την εκτέλεσιν δίκας (...) 3) η προθεσμία και η άσκησις ενδίκων μέσων δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν της αποφάσεως
ΠολΔ 1054 (στις διαφορές για την εκτέλεση της προσωπικής κράτησης)
Η προθεσμία της (...) εφέσεως κατά της κατά την προηγουμένην παράγραφαν εκδιδομένης αποφάσεως είναι πέντε ημερών, αύτη όμως, ως και η άσκησις των ενδίκων τούτων μέσων, δεν αναστέλλουν την εκτέλεσιν.
ΠολΔ 521
1. Η εμπροθέσμως και προσηκόντως ασκηθείσα έφεσις επάγεται αναστολήν της εκτελέσεως της αποφάσεως. Πάσα πράξις ενεργούμενη μετά την άσκησιν της εφέσεως είναι άκυρος, επιτρέπεται όμως η λήψις ασφαλιστικών μέτρων.
2. Επί αποφάσεων προσωρινώς εκτελεστών δεν αναστέλλεται η εκτέλεσις πλην αν πρόκειται να γίνη κατά τρίτου.
3. Το ανασταλτικόν αποτέλεσμα διαρκεί μέχρι της εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως επί της εφέσεως ή της κατ' άλλον τρόπον καταργήσεως της κατ' έφεσιν δίκης.
ΠολΔ 907
Η προσωρινή εκτέλεσις οριστικής αποφάσεως διατάσσεται υπό του δικαστη­ρίου τη αιτήσει του νικώντας διαδίκου.
ΠολΔ 908
1. Το δικαστήριον δύναται να κήρυξη την απόφασιν προσωρινώς εκτελεστήν εν όλω ή εν μέρει κατά πάσαν περίπτωσιν καθ’ ην κατά την κρίσιν αυτού συντρέ­χουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι ή η επιβράδυναις της εκτελέσεως δύναται να επιφέρη σημαντικήν ζημίαν εις τον νικώντα διάδικον. Ιδία δύναται να διαταχθή προσωρινή εκτέλεσις
α) εάν η απόφασις εατηρίχθη επί αναγνωρίσεως της απαιτήσεως ή επί δικαστι­κής ομολογίας ή επί δημοσίου ή ανεγνωρισμένου ιδιωτικού εγγράφου,
β) εάν πρόκειται περί διατροφής εξ οιασδήποτε αιτίας.
γ) εάν πρόκειται περί απαιτήσεων εκ δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας,
ο) εάν πρόκειται περί αποζημιώσεως εξ αδίκου πράξεως,
ε} επί απαιτήσεων απορρεουσών εκ των εν άρθροις 663 ή 728 σχέσεων,
ς) επί εμπορικών διαφορών,
ζ) επί διαφορών περί νομής.
η) επί απαιτήσεων εξ ανωνύμων τίτλων.
2. Εάν πιθανολογείται ότι η εκτέλεσις θα προξενήση ανεπανόρθωτον βλάβην εις τον ηττώμενον διάδικον, το δικαστήριον δύναται να μη κηρύξει την απόφασιν προσωρινώς εκτελεστήν.
ΠολΔ 909
Προσωρινή εκτέλεσις δεν δύναται να διαταχθή
1) κατά του Δημοσίου, των δήμων και των κοινοτήτων,
2) καθ’ οιουδήποτε διαδίκου ως προς τα δικαστικά έξοδα,
3) όταν κατά το ουσιαστικόν δίκαιον, δια να επέλθουν αι έννομοι συνέπειαι της αποφάσεως, απαιτείται να καταστή αύτη τελεσίδικος ή αμετάκλητος,
4) επί των εν άρθρω 618 διαφορών.
ΠολΔ 910
Το δικαστήριον υποχρεούται να κήρυξη την απόφασιν προσωρινώς εκτελε­στήν
1) επί αποδόσεως μισθίου,
2) επί καθυστερήσεως μισθωμάτων,
3) επί απαιτήσεως εκ συναλλαγματικής, γραμματίου εις διαταγήν ή τραπεζικής επιταγής,
4) επί απαιτήσεως διατροφής εξ οιασδήποτε αιτίας και επί απαιτήσεως εκ καθυστερουμένων μισθών, κατ’ αμφοτέρας δε τας περιπτώσεις μόνον δια τον μετά την άσκησιν της αγωγής χρόνον και τρεις μήνας προ αυτής.
ΠολΔ 911
Εις τας περιπτώσεις του άρθρου 908 το δικαστήριον δύναται, τη αιτήσει του ηττωμένου διαδίκου, να εξάρτηση την προσωρινήν εκτέλεσιν της αποφάσεως εκ της υπό του νικώντας διαδίκου παροχής αναλόγου εγγυήσεως καθοριζομένης δια της αυτής αποφάσεως, εάν συντρέχουν προς τούτο σπουδαίοι λόγοι και ιδία εάν η οικονομική κατάστασις του νικώντας διαδίκου ή άλλοι λόγοι δημιουργούν τον κίνδυνον να μη είναι δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων εις την προτέραν κατάστασιν εν περιπτώσει μεταρρυθμίσεως ή εξαφανίσεως της αποφάσεως. Το δικαστή­ριον δύναται αντί της εγγυήσεως να διάταξη όπως το δια της εκτελέσεως ληφθησόμενον χρηματικόν ποσόν ή πράγμα δεκτικόν καταθέσεως κατατεθή δημο­σίως μέχρις εκδόσεως της τελεσιδίκου αποφάσεως.
ΠολΔ 912
1. Ασκηθείσης εμπροθέσμως ανακοπής ή εφέσεως κατά της κηρυχθείσης κατά το άρθρον 908 ή 910 προσωρινώς εκτελεστής αποφάσεως, δύναται μέχρι της πρώτης επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της ανακοπής ή της εφέσεως, τη αιτήσει του ηττηθέντος διαδίκου, να διαταχθή η αναστολή της εκτελέσεως εν όλω ή εν μέρει μέχρι της εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως είτε υπό τον όρον της παροχής εγγυήσεως καθοριζομένης δια της αποφαινομένης την αναστολήν αποφάσεως είτε άνευ παροχής εγγυήσεως.
2. Η κατά την § 7 αναστολή διατάσσεται υπό του εκδώσαντος την προσβαλλομένην απόφασιν δικαστηρίου. Η αίτησις συζητείται κατά την διαδικασίαν των άρθρων 686 επ. Κατά την συζήτησιν κλητευεται υποχρεωτικώς ο αντίδικος του αιτούντος.
ΠολΔ 913
Το δικάζον την ανακοπήν ή την έφεσιν δικαστήριον δύναται κατά πάσαν στάσιν της δίκης, αιτήσει του διαδίκου υποβαλλομένη μόνον δια του δικογράφου της ανακοπής ή της εφέσεως ή δια των προτάσεων, να κήρυξη κατά τας περιπτώσεις των άρθρων 908 και 910 την προσβαλλομένην απόφασιν προσωρινώς εκτελεστήν, να διάταξη τα εν άρθρω 911 οριζόμενα μέτρα, να αναστείλη την εκτέλεσιν κατά το άρθρον 912 ή να μεταρρύθμιση την κατά το αυτό άρθρον απόφασιν. Αι διατάξεις του άρθρου 909 εφαρμόζονται και εν προκειμένω.
2. Aι κατά την § 1 αποφάσεις δύνανται να ανακαλώνται υπό του δικαστηρίου κατά πάσαν στάσιν της δίκης μέχρι της εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως αυτε­παγγέλτως ή τη αιτήσει τινός των διαδίκων υποβαλλομένη δια των προτάσεων και ουχί αυτοτελώς και, οσάκις δεν κατατίθενται τοιούτοι, και δια προφορικής αιτή­σεως καταχωριζομένης εις τα πρακτικά.
ΠολΔ 914
Αποδεικνυομένης της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικα­στήριον, δεχόμενον οριστικώς και κατ’ ουσίαν την ανακοπήν ή την έφεσιν και απόρριπταν εν όλω ή εν μέρει την αγωγήν, την ανταγωγήν ή την κυρίαν παρέμβασιν, διατάσσει τη αιτήσει του καθ' ου η εκτέλεσις την επαναφοράν των πραγμάτων εις την προ της εκτελέσεως της εξαφανισθείσης ή μεταρρυθμισθείσης αποφάσεως κατάστασιν. Η αίτησις υποβάλλεται είτε δια των δικογράφων της ανακοπής ή της εφέσεως και των προσθέτων λόγων είτε δια των προτάσεων ή δι’ ιδίου δικογρά­φου κοινοποιουμένου εις τον αντίδικον. Η εκτέλεσις της αποφάσεως πρέπει να προαποδεικνύεται.
5.4. Ασκήσεις και ερωτήσεις από τις εξετάσεις
5.4.1. Ο ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί δικαστικώς η κυριότητά-του στο ακίνητο που κατέχει ο εναγόμενος και να κηρυχτεί η αναμενόμενη οριστική απόφαση προσω­ρινώς εκτελεστή. Είναι το αίτημα αυτό βάσιμο;
5.4.2. Τι διαφέρει η αναστολή της εκτελεστότητας μιας απόφασης που έχει κηρυχτεί προσωρινώς εκτελεστή από την αναστολή της εκτελεστότητας μιας απόφασης που είναι οριστικώς εκτελεστή;
5.4.3. Υπάρχει περίπτωση αυτοδίκαιης αναστολής της εκτελεστότητας μιας απόφα­σης που έχει κηρυχτεί προσωρινώς εκτελεστή;
5.4.4. Υπάρχουν άλλες περιπτώσεις δικαστικής αναστολής της εκτελεστότητας ενός εκτελεστού τίτλου;
5.4.5. Υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στην αναστολή της εκτελεστότητας μιας προ­σωρινώς εκτελεστής απόφασης, η οποία έχει διαταχθεί από το δικαστήριο που εξέ­δωσε την απόφαση, και στην αναστολή που διατάζεται από το δικαστήριο, το οποίο δικάζει την ανακοπή ή την έφεση για την εξαφάνιση της απόφασης αυτής;
5.5. Απαντήσεις
5.5.1. Το αίτημα είναι νομικώς αβάσιμο, επειδή πρόκειται για αναγνωριστική απόφαση με την οποία δεν αναγνωρίζεται μια αξίωση αλλά ένα απόλυτο δικαίωμα. Η άρχουσα αντίληψη δέχεται ότι η αναγνωριστική απόφαση δεν εξοπλίζεται ποτέ με εκτελεστότητα. Σύμφωνα με μια άλλη γνώμη, και η αναγνωριστική απόφαση είναι εκτελεστός τίτλος, όταν αναγνωρίζει μια εκτελεστή αξίωση του ενάγοντα. Και με την κυρίαρχη γνώμη, η αναγνωριστική απόφαση, όταν γίνει τελεσίδικη, θα είναι εκτελεστός τίτλος ως προς τα δικαστικά έξοδα. Αλλά η καταδίκη στα δικαστικά έξοδα δεν επιτρέπεται να κηρυχτεί προσωρινώς εκτελεστή (909 αρ. 2).
5.5.2. Η πρώτη διατάζεται μόνο με δικαστική απόφαση (912 και 913), ενώ η δεύτερη ισχύει αυτοδίκαια, όσο διαρκεί η προθεσμία των τακτικών ένδικων μέσων (504 § 1 και 519 §1), καθώς και μετά την άσκηση τους, ώσπου να εκδικαστούν (506 § 1 εδ. α και 521 §1).
5.5.3 Nαι, αν η εκτέλεση πρόκειται να γίνει εναντίον τρίτων (504 § 2, 506 § 2, 519 § 2 και 521 § 2).
5.5.4. Ναι, η αναστολή της εκτελεστότητας των τελεσίδικων αποφάσεων, αν ασκηθεί εναντίον-τους έκτακτο ένδικο μέσο (546 και 565) ή τριατανακοπή (589), και η ανα­στολή της εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής, αν ασκηθεί εναντίον-της ανα­κοπή (632 § 2).
5.5.5. Αν η αναστολή ζητείται από το δικαστήριο που έχει εκδώσει την προσωρινώς εκτελεστή απόφαση, τότε:
α) η αίτηση υποβάλλεται με χωριστό δικόγραφο, και
β) δικάζεται με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ύστερα από υποχρεω­τική κλήτευση του αντιδίκου (912 § 2).
Αν η αναστολή ζητείται από το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας ή την έφεση, τότε:
α) η αίτηση υποβάλλεται είτε με το ίδιο δικόγραφο, με το οποίο ασκείται το ένδικο μέσο, είτε με τις προτάσεις, και
β) δικάζεται μαζί με το ένδικο μέσο (913 § 1).
5.6. Προβλήματα
5.6.1. Μια οριστική διαπλαστική απόφαση μπορεί να κηρυχτεί προσωρινώς εκτελεστή;
Κυρίαρχη είναι η αρνητική απάντηση (πρβλ. Γιδόπουλο, Το δίκαιον της αναγκ. εκτελέσεως § 6 σελ. 12. Κιτσικόπουλο, ΠολΔικ 736-784 § 869 σημ. 2 σελ. 6611. Μαριδάκη, Η εκτέλεσις αλλοδαπών αποφάσεων, 3η εκό. § 6 Ι σημ. 7 σελ. 89. Ράμμο, Εγχειρίδιον αστικού δικονομικού δικαίου, III § 350 II σελ. 1345. ΠΠρΗρ 531/1969 Δ 1,59.209/1971 Αρμ 25, 738. ΠΠρθεσ 931/1970 ΑρχΝ 22,562. 992/1972 Αρμ 26, 773. ΕιρΑΘ 403/1971 ΝοΒ 19, 147).
Όμως αντιπαρατηρείται ότι η διαπλαστική ενέργεια της διαπλαστικής απόφασης δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια μορφή της εκτελεστικής-της ενεργείας (σύμφωνος και Μαριδάκης, ο.π. σημ. 8), με μόνη τη διαφορά ότι η διαπλαστική ενέργεια πραγματώ­νεται αυτοδίκαια, δίχως να χρειάζεται ο εξαναγκασμός του οφειλέτη. Με αυτή την αφετηρία γίνεται φανερό πως οι διατάξεις για την προσωρινή εκτελεστότητα μπο­ρούν να εφαρμοστούν ανάλογα και για την άμεση ισχύ της διαπλαστικής ενέργειας της κρίσιμης διαπλαστικής απόφασης (Μπέης, Δ 1, 59. Mπρίνιας, ο.π. 2η εκδ. Ι 905 § 38 σελ. 101).
5.6.2. Η απόφαση που διατάζει την προσωρινή εκτελεστότητα της οριστικής απόφασης ή την αναστολή-της ή απορρίπτει τις αιτήσεις αυτές, μπορεί να προσβληθεί με έφεση;
Στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση για τους ακόλουθους λόγους:
α) Αν η πρωτόβαθμη οριστική απόφαση περιέχει ρήτρα για την κήρυξή-της προσωρινώς εκτελεστής, τότε ένα από τα δύο θα συμβεί: ίσως ο οφειλέτης δε θα ασκήσει έφεση για την ίδια την οφειλή-του, οπότε η πρωτόβαθμη απόφαση θα γίνει τελεσίδικη και θα είναι εκτελεστή, ανεξάρτητα από τη ρήτρα της προσωρινής εκτελεστότητας-της. Στην περίπτωση αυτή λοιπόν η άσκηση έφεσης για λαθεμένη κήρυξη της απόφασης ως προσωρινώς εκτελεστής είναι άσκοπη. Ίσως πάλι ο οφειλέτης θα ασκήσει έφεση για την ίδια την οφειλή-του. Στην περίπτωση αυτή το δευτερόβαθμο δικαστήριο έχει εξουσία, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, να ανα­στείλει την προσωρινή εκτελεστότητα ώσπου να εκδικαστεί η έφεση (913 § 1). Και σε τούτη την περίπτωση είναι φανερό ότι είναι άσκοπη η άσκηση έφεσης για λαθε­μένη κήρυξη της πρωτόβαθμης απόφασης ως προσωρινώς εκτελεστής.
β) Αν η πρωτόβαθμη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή με απόφαση του δευτερόβαθμου δικαστηρίου, πριν εκδοθεί απόφαση για την έφεση, το δικαστήριο έχει ευχέρεια να ανακαλέσει τη διαταγή για προσωρινή εκτελεστότητα (913 § 2)
γ) Εξάλλου οι αποφάσεις που διατάζουν την αναστολή της προσωρινής εκτελε­στότητας μπορούν να ανακληθούν(912§2 σεσυνδ. με 696 και 697, καθώς και 913 § 2).
5.6.3. Η αίτηση να κηρυχτεί η αναμενόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή είναι παραδεκτή αν υποβληθεί με τις προτάσεις στη συζήτηση;
Στο πλαίσιο της ΠολΔικ είχε υποστηριχθεί η καταφατική απάντηση στο ερώ­τημα τούτο (Αποστολόπουλος, Ο πρόεδρος πρωτοδικών, 6η εκδ. § 495 σελ. 681).
Στο πλαίσιο του ΚΠολΔ 1968 είχε υποστηριχθεί τόσο η αρνητική εκδοχή, με επίκληση της θεμελιακής δικονομικής αρχής για την ανάγκη τήρησης προδικασίας (Μπρίνιας, Αναγκ. εκτέλεσις 1η εκδ. Ι 968 §49 σελ. 99 σημ. 30. Τ. Οικονομόπουλος, ΠολΔ II β" σελ. 193), όσο και η καταφατική, με αναφορά στο άρθρο 227 αρ. 2 ΚΠολΔ ’68 που επέτρεπε την επέκταση του αρχικού αιτήματος, δίχως να χρειάζεται η τήρηση προδικασίας (Μπέης, Αι διαδικασίαι ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, Ι § 1 XIX 3 σελ. 164).
Με το ν.δ. 958/1971 καταργήθηκε η ευχέρεια αυτή του άρθρου 227 αρ. 2 ΚΠολΔ ‘68 (= βλ. ήδη άρθρο 224 ΠολΔ 1971). Έτσι το πρόβλημα έγινε οξύτερο.
Σύμφωνα με το άρθρο 913 §2 ΠολΔ 1971, επιτρέπεται να υποβληθεί το αίτημα της προσωρινής εκτελεστότητας, για πρώτη φορά, με τις προτάσεις, όταν συζητείται η εκκρεμής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση. Έτσι εύλογα αναρωτιέται κανείς, ποια κεντρική σκέψη στηρίζει άραγε τη ρύθμιση αυτή, σε αντιπαραβολή με την αντίστοιχη αίτηση που υποβάλλεται στο πρωτόβαθμο δικαστήριο. Και, συνακόλουθα, τι πρέπει να δεχτούμε για την τελευταία τούτη αίτηση, το επιχείρημα της αντιδιαστολής ή την ανάλογη εφαρμογή;
Για να δοθεί ικανοποιητική απάντηση στα ερωτήματα αυτά, θα πρέπει προηγου­μένως να έχουμε καθαρή εικόνα πάνω στη φύση της αίτησης για την κήρυξη της οριστικής απόφασης ως προσωρινώς εκτελεστής.
Η αρχή για την ανάγκη να τηρηθεί προδικασία αναφέρεται στις αιτήσεις δικα­στικής προστασίας (111 §2), ενώ δεν ισχύει ούτε για τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΣχεδΠολΔ, II σελ. 178. Μπέης, ΠολΔ 111 III 1 σελ. 579), ούτε για τα αιτήματα, αναφορικά με ενδοδιαδικαστικά μέτρα, όπως λχ για την αναβολή της συζήτησης (241).
Με αφετηρία τις διακρίσεις αυτές, έχει σημασία να εξεταστεί αν το αίτημα για την κήρυξη της οριστικής απόφασης προσωρινώς εκτελεστής είναι αίτηση δικαστι­κής προστασίας, με την έννοια του άρθρου 111 §2, ή αίτημα για τη λήψη κάποιου δικονομικού μέτρου, που μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις.
Ως αίτηση δικαστικής προστασίας θεωρείται εκείνη που έχει για αντικείμενο τη διάγνωση μιας αυτοτελούς έννομης σχέσης. Αυτό δε συμβαίνει με την αίτηση για την κήρυξη της πρωτόβαθμης οριστικής απόφασης προσωρινώς εκτελεστής.
Για το λόγο τούτο είναι παραδεκτή η υποβολή του σχετικού αιτήματος με τις προτάσεις, ακόμη και στο πρωτόβαθμο δικαστήριο (Μπέης, Δ 5,65. Μπρίνιας, 2η εκδ. Ι 907 §49 σελ. 139. ΜΠρθεσ 359/1973 Δ 5,64. Αντίθετα Φραγκίστας -Φαλτσή. Ι §16 IV σελ. 75).
5.7. Διαδικαστικά έγγραφα
Σχέδιο αίτησης για την αναστολή της προσωρινής εκτελεστότητας
Αίτηση
στο ειρηνοδικείο Αθηνών Φρίξου Κακομοίρη, κατοίκου Αθηνών (οδός Καροδρόμων αρ. 4)
με αντίδικο τον Αργύρη Στρεψοδίκη, κάτοικο Καβάλας (οδός Λαχαναγοράς αρ. 35)
για την αναστολή της εκτελεστότητας
της 5839/1975 οριστικής απόφασης του δικαστηρίου τούτου που έχει κηρυχτεί προσωρινώς εκτελεστή.
Στις 25 Οκτώβρη 1975 ο αντίδικός-μου κοινοποίησε αντίγραφο απογράφου της 5839/1975 προσωρινώς εκτελεστής απόφαση του δικαστηρίου-σας. Με έφεση που άσκησα σήμερα, ζήτησα να εξαφανιστεί η απόφαση αυτή, επειδή έχει τα ακόλουθα σφάλματα:
α) Δέχτηκε ότι είναι ουσιαστικώς βάσιμοι οι ισχυρισμοί του ενάγοντα πως τάχα κάνω κακή χρήση του μισθίου, μολονότι ο μάρτυρας-μου που εξετάστηκε βεβαίωσε τα αντίθετα και είναι προδήλως πιο αξιόπιστος από τους μάρτυρες του αντιδίκου.
β) Δέχτηκε το αίτημα της αγωγής, δίχως να εξετάσει τη βάσιμη ένσταση της επίσχε­σης που πρότεινα παραδεκτώς στη συζήτηση της αγωγής, σχετικά με συναφή και ληξι­πρόθεσμη ανταπαίτηση που έχω εναντίον του αντιδίκου-μου προς απόδοση είκοσι χιλιάδων (20.000) δραχμών, που δαπάνησα για τη συντήρηση του μισθίου.
Επειδή πιθανολογείται η βασιμότητα της έφεσης-μου, ενώ εξάλλου η εκτέλεση της απόφασης, δηλαδή η αποβολή-μου από το μίσθιο, θα μου προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη. Και τούτο γιατί ο αντίδικος έχει πρόθεση να μετατρέψει το ισόγειο μίσθιο διαμέρι­σμα σε κατάστημα, στο οποίο δε θα μπορέσω να ξανακατοικήσω με την οικογένειά-μου,
ζητώ
να διαταχθεί η αναστολή της προσωρινής εκτελεστότητας, με την οποία έχει εξοπλιστεί η 5839/1975 απόφαση του δικαστηρίου-σας, η οποία έχει διατάξει την αποβολή-μου από το μίσθιο.
12 Νοέμβρη 1975
ο πληρεξούσιος δικηγόρος
Χρυσόστομος Λογαράς
5.8. Από τη νομολογία
ΠΠρΘεσ 2/1971 Δ 3, 75 με ενημ. σημ. της σύνταξης του περιοδικού:
«Επειδή έκτης διατάξεως του αρθρ. 912§ 1 ΠολΔ, οριζούσης ότι, ασκηθείσης εμπρο­θέσμως ανακοπής ή εφέσεως κατά της κηρυχθείσης κατά το αρθρ. 908 ή 910 προσωρινώς εκτελεστής αποφάσεως, δύναται μέχρι της πρώτης επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της ανακοπής ή της εφέσεως, τη αιτήσει του ηττηθέντος διαδίκου, να διαταχθή η αναστολή εν όλω ή εν μέρει, μέχρι της εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως, είτε υπό τον όρον της παροχής εγγυήσεως, καθοριζομένης δια της αποφαινομένης την αναστολήν αποφάσεως, είτε άνευ παροχής εγγυήσεως, προκύπτει ότι ως μόνην ρητήν, θετικήν προϋπόθεσιν δια την χορήγησιν της ειρημένης αναστολής ο νόμος άξιοι την εμπρόθεσμον άσκησιν ανακοπής ή εφέσεως, χωρίς να επεκτείνεται εις ετέρας τυπικάς ή πολλώ μάλλον ουσιαστικώς προϋποθέσεις, ως λχ τον προσδιορισμόν δικασίμου προς συζήτησιν του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ή την κοινοποίησιν τούτου προς τον καθ' ου η ανακοπή ή τον εφεσίβλητον (βλ. Μπρίνια. Αναγκ. εκτέλεσις, 973 σελ. 125. Τ. Οικονομοπούλου, Εγχεψίδιον ΠολΔ, II β' σελ. 197). Τούτο όμως δεν έχει την έννοιαν ότι το δικαστήριον θέλει χορηγήσει την αναστολήν με μόνην την άσκησιν της ανακοπής ή της εφέσεως. Το ουσία βάσιμον του ασκηθέντος ενδίκου μέσου, αν και δεν αποτελή ευθέως προϋπόθεσιν της ειρημένης ανα­στολής, θα ληφθή εν τούτοις υπ' όψιν υπό του δικαστηρίου εν τη κυριαρχική εξουσία αυτού προς χορήγησιν της αναστολής. Τούτ’ αυτό λεκτέον και περί αφερεγγυότητας του καθ' ου η αίτησις νικήσαντος εν τη οριστική αποφάσει διαδίκου, τούθ' όπερ συνάγεται αβιάστως εκ του σκοπού της θεσπίσεως της κατ' αρθρ. 912 ΠολΔαναστολής, εγκειμένου εις την αποτροπήν του κινδύνου αναπότρεπτου άλλως ζημίας, όν διατρέχει ο αιτών την αναστολήν, ηττηθείς εν τη οριστική αποφάσει διάδικος, εν περιπτώσει παραδοχής του ασκηθέντος ενδίκου μέσου, εφ' όσον δεν θα δυνηθή να επιτυχή την κατ' εφαρμογήν του αρθρ. 940 § 1 αποζημίωσιν παρά του νικήσαντος εν τη ανατραπείση ύστερον οριστική αποφάσει, διαδίκου, λόγω της αφερεγγυότητας αυτού (βλ. Σταυροπούλου, ΕρμΚΠολΔ 973 §2α σελ. 1179·. Μπρίνιαν, έ.α.).
Ενημερωτικόν σημείωμα
Εις την δικαστικήν πρακτικήν απαντά ενίοτε δισταγμός του δικαστηρίου να διάταξη την αναπτολήν εκτελέσεως αποφάσεως κηρυχθείσης προσωρινώς εκτελεστής, εάν δεν έχη επισπεύσει εν τω μεταξύ ο αιτών τον προσδιορισμόν δικασίμου περί του υπ' αυτού ασκηθέντος τακτικού ενδίκου μέσου. Ο νόμος, ως δέχεται και η ανωτέρω απόφασις, δεν τάσσει τοιαύτην προϋπόθεσιν. Λαμβανομένου όμως υπ' όψιν ότι το αρθρ. 912 § 1 καθ ιεροί διακριτικήν εξουσίαν του δικαστηρίου προκειμένου να δεχθή ή μη την περί αναστολής αίτησιν, δύναται το δικαστήριον να διάταξη την αναστολήν υπό τον όρον του εντός (ορισμένης προθεσμίας προσδιορισμού δικασίμου προς συζήτησιν του ασκηθέντος ενδί­κου μέσου».
5.9. Ειδική ελληνική βιβλιογραφία
Βλάσσης, Η προσωρινή εκτέλεσις των δικαστικών αποφάσεων και η αναστολή εκτε­λέσεως αυτών κατά τον ΚΠολΔ, ΝοΒ 19, 243. Εμ. Βροντάκης, Η προσωρινή εκτέλεσις των αποφάσεων, ΕλΔ 1,13. Δεληκωστόπουλος - Σινανιώτης. Αναστολή της προσωρινής εκτελεστότητας ωσότου εκδοθεί απόφαση για την έφεση, υπό τον όρο ότι η έφεση θα συζητηθεί μέσα σε ορισμένο χρόνο (γνωμ.). Δ 10, 56. Μπέης, Προϋποθέσεις εκτελέσεως αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, της οποίας η εκτελεσις έχει αναστολή μέχρις εκδό­σεως αποφάσεως κατ' έφεσιν, ΕΕΝ 37,16 επ. Ράμμος, Ζητήματα εκ της εκτελέσεως προσωρινώς εκτελεστής αποφάσεως, ΝΔικ 1966, 397 επ. Ρήγος, Αναστολή εκτελέσεως και ευδοκίμηση της ανακοπής ή της εφέσεως, Δ 10, 786. Χιονίδης, Η αίτηση αναστολής σε περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας εναντίον αποφάσεως που εκδόθηκε στην πρώτη συζήτηση, Δ 11, 68. Ψαρράκης, Η αναστολή εκτελέσεως κατά τα άρθρα 912 και 938 ΠολΔ, ΕλΔ 1972, 214 = Αρμ 26,557. ο ίδιος, Αναστολή εκτελέσεως της προσωρι­νώς εκτελεστής αποφάσεως, Δ 5,521.

















Συγγραφικό έργο
Πολιτική δικονομία > Μαθήματα Πολιτικής Δικονομίας - Αναγκαστική Εκτέλεση > 6. Η εκτελούμενη αξίωση


Εκτύπωση
6. Η εκτελούμενη αξίωση
6.1. Εισαγωγικές σκέψεις
Ο εκτελεστός τίτλος βεβαιώνει την εκτελούμενη αξίωση που έχει ο δανειστής, στο χώρο του ιδιωτικού δίκαιου, εναντίον του οφειλέτη,
Η εκτελούμενη αξίωση εξατομικεύεται, όχι μονό από το διατακτικό της δικαστι­κής απόφασης, αλλά από το συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό. Έτσι λχ, αν ο μισθωτής έμπορος καταδικαστεί να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή, επειδή έληξε ο μισθωτικός χρόνος, και η απόφαση αυτή δεν εκτελεστεί, επειδή παρατάθηκε η μίσθωση αναγκαστικά με νόμο για την προστασία της επαγγελματικής στέγης, η εξωστική αυτή απόφαση δεν μπορεί πια να εκτελεστεί σε περίπτωση που ο μισθωτής καθυστερήσει το μίσθωμα και ο εκμισθωτής καταγγείλει τη μισθωτική σχέση για το λόγο αυτό. Και τούτο, γιατί η πρώτη αξίωση προς απόδοση του μίσθιου, η οποία είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο, δεν ταυτίζεται με τη δεύτερη αξίωση προς από­δοση του ίδιου μισθίου.
Η εκτελούμενη αξίωση δεν πρέπει να εξαρτάται από προθεσμία. Αν υπάρχει τέτοια εξάρτηση, είτε με την αρχική συμφωνία είτε με μεταγενέστερη, θα πρέπει να προκύπτει από το ημερολόγιο η παροδος-της (915). Ακόμη η εκτελούμενη αξίωση δεν πρέπει να εξαρτάται από αναβλητική αίρεση. Διαφορετικά ο δανειστής έχει το βάρος να αποδείξει, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, την πλήρωση της αίρεσης. Αν δεν έχει τέτοια αποδεικτικά μέσα, τότε θα πρέπει να ασκήσει αγωγή για να διαγνω­στεί η άμεση υποχρέωση του οφειλέτη προς καταβολή.
Τέλος η εκτελούμενη αξίωση θα πρέπει να προσδιορίζεται στον ίδιο τον εκτελε­στό τίτλο με απόλυτη ακρίβεια ως προς το είδος και την ποσότητα του αντικείμενου της παροχής (916).
Τα εκτελεστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να ελέγξουν αν η εκτελούμενη αξίωση είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη, συμφωνά με τα άρθρα 915 και 916. Τον έλεγχο αυτό κάνει ο αρμόδιος για την έκδοση του απογράφου του εκτελεστού τίτλου (918 §4).
Αν τυχόν υπάρχουν διακωλυτικες ή καταλυτικές ενστάσεις της εκτελούμενης αξίωσης ή παρεμποδιστικές για την άσκησή-της, τότε οι ενστάσεις αυτές προτείνον­ται από τον οφειλέτη με ανακοπή προς δικαστική ακύρωση συγκεκριμένων εκτελε­στικών πράξεων, συμφωνά με τα άρθρα 933 και 934.
6.2. Ορισμοί και διακρίσεις
Προϋποθέσεις της εκτελούμενης αξίωσης, για να προχωρήσει η εκτελεστική διαδικασία: να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη.
Βέβαιη είναι η εκτελούμενη αξίωση όταν δεν εξαρτάται από αίρεση, όρο ή προθεσμία.
Εκκαθαρισμένη είναι όταν το αντικείμενό-της προσδιορίζεται, ήδη στον εκτελε­στό τίτλο, ως προς το είδος και την ποσότητά-του.

6.3. Νομοθετική ρύθμιση
6.3.1. Βέβαιη αξίωση
ΠολΔ 915
Αναγκαστική εκτέλεσις αφορώσα απαίτησιν υπό αναβλητικήν αίρεσιν ή προθεσμίαν δεν δύναται να γίνη προ της πληρώσεως της αιρέσεως ή της παρόδου της προθεσμίας. Η πλήρωσις της αφέσεως, ως και η πάροδος της προθεσμίας εφ' όσον η λήξις αυτής δεν ευρίσκεται ημερολογιακώς, πρέπει να αποδεικνύεται δια δημοσίου ή ιδιωτικού εγγράφου έχοντος αποδεικτικήν δύναμιν. Οσάκις δια της αποφάσεως ορίζεται ότι η εκτέλεσις εξαρτάται εκ της επελεύσεως γεγονότος, το γεγονός τούτο πρέπει να αποδεικνύεται δια δημοσίου ή ιδιωτικού εγγράφου έχον­τος αποδεικτικήν δύναμιν.
6.3.2. Εκκαθαρισμένη αξίωση
ΠολΔ 916
Αναγκαστική εκτελεσις δεν δύναται να γίνη εάν εκ του εκτελεστού τίτλου δεν προκύπτη το ποσόν και το ποιόν της παροχής.
ΠολΔ 917
Οσάκις αντικείμενον της παροχής είναι αντικαταστατά πράγματα, δια την αναγκαστικήν δε εκτέλεσιν πρέπει να ορισθή η αξία αυτών εις χρήμα, ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου της παροχής γίνεται δι’ αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου δικάζοντος κατά την διαδικασίαν των άρθρων 670 έως 676. Εάν η παροχή επεδικάσθη δι’ αποφάσεως του ειρηνοδικείου, ο προσδιορισμός αξίας γίνεται υπό τούτου κατά την αυτήν διαδικασίαν.
6.4. Ασκήσεις και ερωτήσεις από τις εξετάσεις
6.4.1. Ο οφειλέτης άσκησε ανακοπή και ζήτησε να ακυρωθεί η κατάσχεση του ακινήτου-του, επειδή η αξίωση του δανειστή για την καταβολή του τιμήματος ενός αυτοκινήτου πηγάζει από αμφοτεροβαρή σύμβαση, η οποία του δίνει το δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή αν ο δανειστής δεν προσφέρει την αντιπαροχή (ΑΚ 374 = ένσταση του «μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος»). Και ακριβώς επειδή έχει την ένσταση αυτή, ισχυρίζεται ότι η εκτελούμενη αξίωση δεν είναι βέβαιη, όπως αξιώνει το άρθρο 915.
Είναι βάσιμη η ανακοπή;
6.4.2. Η αξίωση του δανειστή προς είσπραξη του τιμήματος έχει εξαρτηθεί με το πωλητήριο συμβόλαιο από τη διαλυτική αίρεση της εμφάνισης αξιόλογων («ουσιω­δών») ελαττωμάτων του αυτοκινήτου που πουλήθηκε. Ο δανειστής μπορεί να επι­σπεύσει αναγκαστική εκτέλεση ή μήπως πρέπει να αποδείξει προηγουμένως με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο τη μη πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης;
6.5. Απαντήσεις
6.5.1. Η εκπλήρωση ή η προσφορά της αντιπαροχής δεν είναι αυτοδικαίως όρος για την καταβολή της παροχής, παρά μόνο αν ο οφειλέτης κάνει χρήση του διαπλαστικού δικαιώματος που του δίνει το άρθρο 374 ΑΚ. Στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέ­λεσης ο οφειλέτης προτείνει τις αντιρρήσεις-του μόνο με ανακοπή (933 § 1 ). Γιαυτό η ενδεχόμενη προφορική πρόταση της ένστασης του άρθρου 374 ΑΚ δεν εμποδίζει το δικαστικό επιμελητή, ως εκτελεστικό όργανο, να ενεργήσει την αναγκαστική εκτέλεση.
6.5.2. Το άρθρο 915 εμποδίζει την αναγκαστική εκτέλεση μιας αξίωσης που εξαρτά­ται από διαλυτική αίρεση μόνο μετά την πλήρωσή-της. Και το βάρος της απόδειξης, ότι πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση, δεν έχει ο δανειστής, αλλά ο οφειλέτης. Γιαυτό ο δανειστής μπορεί να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση, μολονότι η αξίωσή-του εξαρτάται από διαλυτική αίρεση.
6.6. Προβλήματα
6.6.1. Ο δανειστής και ο οφειλέτης e/'χαν συμφωνήσει με συμβολαιογραφικό έγγραφο ποινική ρήτρα 50.000 δρχ. για την περίπτωση που ένας από τους δυο θα αρνιόταν να υπογράψει το οριστικό πωλητήριο συμβόλαιο έως τις 5 Νοέμβρη 1975. Ο οφειλέτης δεν υπέγραψε το οριστικό συμβόλαιο στη συμφωνημένη προθεσμία. Ο δανειστής μπορεί να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη της αξίωσης-του, χρησιμοποιώντας ως εκτελεστό τίτλο το συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, με το οποίο είχε συμφωνηθεί η ποινική ρήτρα, αν το συμβόλαιο αυτό περιέχει την ακό­λουθη ρήτρα: «η είσπραξη της ποινής θα γίνεται αναγκαστικώς με το προκείμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο κηρύσσεται από τώρα τίτλος εκτελεστός και εκκαθαρισμένος»;
Με αφετηρία την αντιδιαστολή της γραμματικής διατύπωσης των άρθρων 916 και 915 έχει υποστηριχθεί η αρνητική απάντηση (πρβλ. ΑΠ 104/1972 Δ 3, 410 με παρατηρήσεις Γ. Οικονομόπουλου). Αν όμως ληφθεί υπόψη ότι το βάρος της από­δειξης ως προς τη διάρκεια της καθυστέρησης της παροχής (για την οποία ζητείται η συμφωνημένη ποινή) δεν έχει ο δανειστής αλλά ο οφειλέτης, δικαιολογείται η κατα­φατική απάντηση, ανεξάρτητα από τη ρήτρα του συμβολαίου για την κήρυξή-του ως τίτλου «εκτελεστού και εκκαθαρισμένου».
6.6.2. Το άρθρο 915 εφαρμόζεται όταν από συμβατική προθεσμία ή αίρεση εξαρτά­ται όχι η εκτελούμενη αξίωση αλλά η εκτέλεση του εκτελεστού τίτλου;
Η γραμματική διατύπωση του άρθρου 915 δικαιολογεί την αρνητική απάντηση. Και τούτο για τους ακόλουθους δυο λόγους; ότι προβλέπεται εξάρτηση α) από οποιοδήποτε όρο μόνο της εκτελούμενης αξίωσης και β) της ίδιας της εκτέλεσης μόνο από όρο που έχει τάξει δικαστική απόφαση (και άρα καταντιδιαστολή, όχι από όρο που έχουν συμφωνήσει οι διάδικοι). Όμως ο σκοπός του νόμου, δηλαδή η αποφυγή του αιφνιδιασμού του οφειλέτη, δικαιολογεί την ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 915 και στην περίπτωση που η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης εξαρτάται από συμβατικό όρο (βλ. εγγύτερα Μπέη, ΕΕΝ 37, 16 επ. Μπρίνια, Αναγκ. εκτέλεσις, 2η εκδ. Ι 915 §69 IV σελ. 196).
6.6.3. "Αν η αξίωση του δανειστή εξαρτάται από την αναβλητική αίρεση ότι ο οφει­λέτης θα λάβει στεγαστικό δάνειο από την κτηματική τράπεζα, η πλήρωση της αίρε­σης αυτής μπορεί να αποδειχτεί με βεβαίωση της τράπεζας ότι χορηγήθηκε το στεγαστικό δάνειο;
Το άρθρο 915 ορίζει ότι η πλήρωση της αίρεσης πρέπει να αποδείχνεται «δια δημοσίου ή ιδιωτικού εγγράφου έχοντος αποδεικτικήν δύναμιν».
Με αφετηρία τη ρύθμιση αυτή υποστηρίζεται ότι το αποδεικτικό έγγραφο πρέ­πει να έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα και δεν αρκεί να είναι έγγραφο μαρτυρίας. Γιαυτό η χορήγηση του στεγαστικού δανείου μπορεί να αποδειχτεί μόνο με το δανει­στικό συμβόλαιο, και όχι με βεβαίωση του αρμόδιου υπαλλήλου της τράπεζας (Μπρίνιας, Αναγκ. εκτέλεσις, 1 η εκό. 976 §72 σελ. 148 και με κάποιες επιφυλάξεις στη 2η εκδ. 91 5 §72 σελ. 206). Στο σημείο αυτό ο Ι. Μπρίνιας (ό.π.) κάνει επιφύλαξη ως προς τα έγγραφα μαρτυρίας του οφειλέτη, τα οποία μπορούν να είναι αποδει­κτικά έγγραφα με την έννοια του άρθρου 91 5. Η θέση αυτή ήταν, δίχως αμφιβολία, σωστή στο πλαίσιο της δικονομίας του 1835. Πραγματικά το άρθρο 412 §1 της δικονομίας εκείνης όριζε ότι τα ιδιωτικά έγγραφα είχαν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη σε βάρος του εκδότη-τους (βλ. Ράμμο, Στοιχεία ελληνικής ΠολΔ, 5η εκδ. 1962 Ι §182 σελ. 596). Αλλά στην ισχύουσα δικονομία το ιδιωτικό έγγραφο έχει δεσμευτική αποδεικτική δύναμη μόνο ως προς το «ότι η εις αυτά περιεχόμενη δήλωσις προέρχεται εκ του εκδότου του εγγράφου επιτρεπομένης ανταποδείξεως» (445). Τα ιδιωτικά έγγραφα λοιπόν αποδείχνουν πλήρως μια εξώδικη ομολογία του εκδότη-τους, η οποία όμως «εκτιμάται ελευθέρως υπό του δικαστηρίου» (352 §2) Γιαυτό ένα έγγραφο μαρτυρίας του οφειλέτη ή τρίτου που βεβαιώνει την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης δεν έχει μικρότερη αποδεικτική αξία από ένα δικαιοπρακτικό ιδιωτικό έγγραφο. Άρα είναι αποδεικτικό έγγραφο με την έννοια του άρθρου 915.
6.7. Διαδικαστικά έγγραφα
Σχέόιο αίτησης
για τον προσδιορισμό της αξίας αντικαταστατών πραγμάτων
Αίτηση
στο ειρηνοδικείο Αθηνών
Πλούταρχου Αρπαχτίδη, κάτοικου Ρόδου (οδός αρχαίας αγοράς αρ. 93)
με αντίδικο
τον Αργύρη Στρεψοδίκη, κάτοικο Αθηνών, οδός Καροδρόμων αρ. 29
για τον προσδιορισμό της αξίας μιας μοτοσικλέτας
Με την 338671/1974 τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου-σας καταδικάστηκε α αντίδικος να μου παραδώσει μια μοτοσυκλέτα μάρκας φλωρέτ που μου είχε πουλήσει. Ο δικαστικός επιμελητής του πρωτοδικείου Αθηνών Μηνάς Σκληρός προσπάθησε vα ενεργήσει άμεση εκτέλεση της απόφασης αυτής, αλλά ματαίως, επειδή δε βρήκε στην κατοχή του αντιδίκου καμιά τέτοια μοτοσυκλέτα. Έτσι συνέταξε την 28261/1975 έκθεση, με την οποία βεβαίωσε τη ματαίωση της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Όμως το άρθρο 942 ΠολΔ ορίζει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις εφαρμόζεται το άρθρο 917 ΠολΔ, δηλαδή αποτιμάται η αξία του αντικειμένου που έπρεπε να παραδοθεί και η αξίωση του δανειστή μετατρέπεται σε ισόποση χρηματική. Η ίδια διάταξη ορίζει ότι r) αποτίμηση αυτή γίνεται δικαστικώς.
Επειδή η αίτησή-μου ασκείται παραδεκτώς και είναι νομικώς και ουσιαστικώς βάσιμη,
ζητώ
να προσδιοριστεί ότι στις 20 Οκτώβρη 1975, ημέρα που ματαιώθηκε η αναγκαστική εκτέλεση, η χρηματική αξία της μοτοσυκλέτας, την οποία είχε υποχρεωθεί ο αντίδικος vα μου παραδώσει με την 38671/1974 απόφαση του δικαστηρίου-σας. ήταν δεκαοχτώ χιλιάδες (18.000) δραχμές και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
14 Νοέμβρη 1975
ο πληρεξούσιος δικηγόρος
Θεμιστοκλής Αβοκάτος
6.8. Από τη νομολογία
ΜΠρΑθ 9118/1971 Α 2,589
«Εκ του συνδυασμού των διατάξεων των αρθρ. 976, 986 και 988 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά γενικόν και απαραβατον κανόνα δεν δύναται να γίνη εκτέλεσις, αφορώσα απαίτησιν - υπό την έννοιαν της αξιώσεως του αρθρ. 247 ΑΚ, ήτοι του δικαιώματος όπως απαίτηση τις παρ’ άλλου πράξιν ή παράλειψιν - υπό αναβλητικήν αίρεσιν ή προθεσμίαν ή όρον, δυνάμενον να στηρίζεται είτε εις τον νόμον είτε εις την βούλησιν των ενδιαφερο­μένων. Εν τη περιπτώσει ταύτη, προς τη επιδόσει της επιταγής, ίνα άρξηται η διαδικασία της εκτελέσεως, δέον όπως επιδοθή τω καθ' ου και το εν τη πρώτη διατάξει αποδεικτικόν έγγραφον, εξ ου αποδεικνύεται η πλήρωσις της αιρέσεως ή του όρου. Άνευ της επιδό­σεως και ίου εγγράφου τούτου, συμπληρούντος τον εκτελεστήριον τίτλον, δεν άρχεται η εκτέλεσις, ουδέ η τριήμερος προθεσμία του αρθρ. 988 § 1. Η έλλειψις αύτη δύναται να είναι είτε αρχική, οσάκις εξ αρχής εξηρτάτο η εκτέλεσις του εκτελεστού τίτλου εκ της πληρώσεως του όρου, είτε και οψιγενής, οσάκις μετά την έκδοσιν του εκτελεστού τίτλου και την κοίνοποίησιν αυτού μετ’ επιταγής επακολούθηση η δι’ αποφάσεως (βλ. αρθρ. 973 επ. ΚΠολΔ) ή συμφωνίας των διαδίκων εξάρτησις της εκτελέσεως εκ της επελεύσεως μέλλοντος γεγονότος. Εν τη πρώτη περιπτώσει απαιτείται όπως το βέβαιον της απαιτή­σεως υπάρχη κατά τον χρόνον της επιδόσεως της επιταγής, αφ’ ης άρχεται ήδη και κατά ρητήν διάταξιν ή διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, ώστε κατά τον χρόνον τού­τον δέον όπως κοινοποιήται μετά της επιταγής το συμπληρούν τον τίτλον έγγραφον, εξ ου αποδεικνύεται η πλήρωσις της αιρέσεως ή του όρου. Εν παραλείψει του επισπεύδοντος να προβή εις την τοιαύτην κοινοποίησιν, ομού μετά της επιταγής, επέρχεται ακυρότης της εκτελέσεως ανεξαρτήτως βλάβης του καθ' ου, κατά την διάταξιν του άρθρου 161 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ (βλ. περί τούτων Μπρίνια, Αναγκαστική εκτέλεσις, σελ. 139-140, 149, 238. Σταυρόπουλον, 986 § 10 σελ. 1194. Μπκη. Η ανίσχυρος διαδικαστική πράξις § 5 σελ. 204· τον ίδιον, ΕΕΝ 37, 17 και 18. Γνωμ. Ράμμον, Δ 2, 221 επ. και τας εν αυτή. Πρακτικά αναθεωρη­τικής επιτροπής, σελ. 409 επ., 426). Εν προκειμένω εκ της προδιαληφθείσης υπ' αριθ. 493/1971 αποφάσεως αποδεικνύεται ότι η δι’ αυτής απόδοσις του μισθίου ακινήτου διετά­χθη υπό τον όρον καταβολής της εν αυτή αποζημιώσεως. Καθ' όν δε χρόνον οι αιτούντες επέδωκαν την επιταγήν προς εκτέλεσιν αυτής (10 Ιουλίου 1971), δεν επέδώκαντω καθ’ ου και το έγγραφον προσφοράς της αποζημιώσεως μετά ταύτης, αλλά τούτο έπραξαν βραδύτερον, ήτοι την 14ην Ιουλίου 1971, ώστε καθ' όν χρόνον επεδόθη η επιταγή, η απαίτησις αυτών προς παράδοσιν του μισθίου δεν ήτο βεβαία και η δι’ αυτής αρξαμένη εκτέλεσις πάσχει ακυρότητα. Εκ του επιβαλόντος την καταβολήν της αποζημιώσεως ν.δ. 225/1969 ουδέν το διάφορον προκύπτει, τούτου μη περιέχοντος διατάξεις περί αναγκαστικής εκτελέσεως, ώστε και εν τη περιπτώσει ταύτη τυγχάνουσιν εφαρμοστέαι αι προδιαληφθείσαι τοιαύται του ΚΠολΔ. Τουναντίον εκ της διατάξεως 7 αυτού, καθ’ ην ή αποζημίωσις καταβάλλεται προ της αποδόσεως του μισθίου, ενισχύει την εκτεθείσαν άποψιν, διότι εάν πρόκειται να μη αποδοθή εκουσίως τούτο, αλλά να χωρήση αναγκαστική εκτέλεσις, θα τύχωσιν εφαρμογής αι προδιαληφθείσαι δικονομικοί διατάξεις (βλ. και την του αρθρ. 983 § 4, αφορώσαν τρόπον εκτελέσεως υπό όροv ταυτοχρόνου εκ μέρους του δανειστού εκπληρώσεως). Εκ πάντων των ανωτέρω σφόδρα πιθανόν καθίσταται ότι θέλει ευδοκιμήσει ο τρίτος λόγος της ανακοπής και ο όμοιος της αναστολής εκτελέσεως, ώστε δεν κρίνεται ότι συντρέχει περίπτωσις ανακλήσεως του χορηγηθέντος ως άνω σημειώματος, ίνα μη συντελεσθή η εκτέλεσις και εν συνεχεία ανακύψωσι δίκαι περί επανεγκαταστάσεως, εν τυχόν απαγγελθησομένη ακυρότητι ταύτης. Ο πρώτος λόγος τούτων θέλει απορριφθή, εφ’ όσον καλώς εξεδόθη και περιήφθη ο εκτελεστήριος τύπος εις την απόφασιν υπό του προϊσταμένου της γραμματείας πρωτοδίκου, κατ' εντολή ν του τοιούτου του προέδρου (βλ. Μπρίνιαν. ε.α. σελ. 164. Σταυρόπουλον, 979 §2α), ως και ο δεύτερος, διότι η τυχόν ακυρότης της επιταγής, καθ’ όσον αφορά την πληρωμήν της δικαστικής δαπάνης, επί τω λόγω ότι δεν κατέστη τελεσίδικος ως προς αυτήν η ως άνω απόφασις, δεν συνεπάγεται ακυρότητα και καθ’ όσον αφορά την απόδοσιν του μισθίου (βλ. Εφ. Αθηνών 2127/1966 ΕΕΝ 35, 730. Πρ. Αθηνών 6038/1959 ΕΕΝ 24, 56. ΠρΠρ Καβάλας 149/1959 ΝοΒ 7, 1182 και τας εν αυταίς)».
ΜΠρΑθ 3639/1972 Δ 33. 501 με παρατ. Κ. Μπέη:
«Επειδή κατ’ αρθρ. 917 ΠολΔ, οσάκις αντικείμενον της παροχής είναι αντικατα­στατά πράγματα, δια την αναγκαστικήν δι’ εκτέλεσιν πρέπει να ορισθή η αξία αυτών εις χρήμα, ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου της παροχής γίνεται δι’ αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου, δικάζοντος κατά την διαδικασίαν των αρθρ. 670-676 ΠολΔ (εργατικήν). Σαφώς εκ της διατάξεως ταύτης συνάγεται ότι ο δανειστής, ευρισκόμενος προ αδυναμίας εκτελέσεως κατά του οφειλέτου-του αποφάσεως, καταδικαζούσης αυτόν εις παροχήν αντικαταστατών πραγμάτων, οία νοείται και η έχουσα αντικείμενον ωρισμένην ποσότητα ξένων νομισμάτων, οπότε και δεν πρόκειται χρηματικόν χρέος (Εφ. Αθη­νών 332/67 ΝοΒ 16, 191. Σταυρόπουλος, 978 §4), δικαιούται κατ’ αρθρ. 942 ΠολΔ ν' απαίτηση το αντίτιμον της αγοραίας αξίας αυτών, προσδιοριζόμενον υπό του δικαστη­ρίου κατά την άνω διαδικασίαν, ως κρισίμου δε χρόνου λαμβανομένου εκείνου της επε­λεύσεως της αδυναμίας, ήτοι του ανέφικτου της εκτελέσεως (βλ. σχετικώς ΜΠρΗρακλείου 114/70 Δ 1, 308 με σχόλιον Κ. Μπέη). Προφανές κατά ταύτα καθίσταται ότι το επιλαμβανόμενον του προδιορισμού της αξίας του τοιούτου αντικειμένου δικαστήριον εξουσίαν και μοναδικόν έργον έχει μόνον τούτο, δοθέντος ότι υφίσταται τίτλος εκτελέ­σεως (βλ. Μπέην, ε.α. πρβλ. ΑΠ 51/66 ΝοΒ 14, 788) και δεν προβαίνει εις επιδίκασιν τίνα, εις τρόπον ώστε η σχετική μεν αγωγή, ως μη καταψηφιστική, δεν υπόκειται εις καταβο­λήν δικαστικού ενσήμου, η δι’ επί ταύτης δικαστική απόφασις, ως μη τοιαύτη (καταψηφι­στική) αλλ’ αναγνωριστική (Μπρίνιας. αρθρ. 978 §76), δεν είναι δεκτική προσ(ορινής εκτελέσεως (πρβλ. Μπρίνιαν ε.α. §78 σελ. 157(...).
(...) δέον επί πλέον να ορισθούν παράβολον και προκαταβλητέα έξοδα και τέλη δια την περίπτωσιν ασκήσεως ανακοπής κατά της παρούσης, ήτις χωρεί, καίτοι πρόκειται δίκη περί την εκτέλεσιν (αρθρ. 937 εδ. β' ΠολΔ), καθ' όσον ρητώς παραπέμπει το αρθρ. 917 εις το προβλέπον ταύτην αρθρ. 673 ΠολΔ. Παρατηρήσεις
Κατ’ αρθρ. 917 ΠολΔ, οσάκις αντικείμενον της παροχής είναι αντικαταστατά πράγ­ματα, δια την αναγκαστικήν δι’ εκτέλεσιν πρέπει να ορισθή η αξία αυτών εις χρήμα, ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου της παροχής γίνεται δι’ αποφάσεως του μονο­μελούς πρωτοδικείου.
Κατά τας προπαρασκευαστικός εργασίας του κωδικός ελέχθη ότι η εν λόγω ρύθμισις αφορά κατ' εξοχήν την περίπτωσιν της εκτελέσεως απαιτήσεων εις ξένον νόμισμα ή χρυσόν (πρακτικά αναθεωρητικής επιτροπής, σελ. 414). Την θέσιν δε ταύτην λαμβάνει και η σχολιάζόμενη απόφασις.
Το ζήτημα, ποίαι περιπτώσεις υπάγονται εις την ρύθμισιν του αρθρ. 917 ΠολΔ, έχει αξιόλογον σημασίαν δια την διερεύνησιν της φύσεως της υπό της διατάξεως ταύτης προβλεπομένης αποφάσεως, εξ ης εξαρτάται η λύσις των προβλημάτων με τα οποία αχολείται η σχολιάζόμενη απόφασις.
Το αρθρ. 4 του προσχεδίου του εισηγητού Ε. Μιχελάκη ώριζεν οτί οσάκις αντικείμενον της απαιτήσεως δεν είναι χρηματικόν ποσόν, η δε ικανοποίησις αυτής δια της εκτελέ­σεως θα γίνη εις χρήμα, ο προσδιορισμός της εις χρήμα αξίας του αντικειμένου της απαιτήσεως γίνεται δι’ αποφάσεως του δικαστηρίου. Διευκρινίζετο δε εις το διάγραμμα του εισηγητού ότι «ως διατυπούται το εν λόγω άρθρον θα καταλαμβάνη πάσιιν περίπτωσιν καθ' ην κατά τους κανόνας του ουσιαστικού δικαίου υ δανειστής δικαιούται vα ζήτηση την εις χρήμα ικανοποίησιν της απαιτήσεως αυτού, καίτοι αύτη δεν έχει χρηματικόν ποσόν ως αντικείμενον» (ΣχεδΠολΔ, VIII σελ. 10). Κατά την επεξεργασίαν υπό της αναθεωρητικής επιτροπής επεσημάνθη το μεν ασάφεια εν τη διατυπώσει της ως άνω ρυθμίσεως, το δε διαφωνία ως προς το περιεχόμενον αυτής (πρακτικά αναθεωρητικής επιτροπής, σελ. 416). Τα ερωτήματα δηλ. τα οποία απησχόλησαν την αναθεωρητικήν επιτροπήν ήσαν τα εξής: προϋποθέτει η διάταξις ότι κατά το ουσιαστικόν δίκαιον χωρεί μετατροπή της μη χρηματικής παροχής εις χρηματικήν τοιαύτην ή αφορά αύτη τας περιπτώσεις καθ’ ας δεν είναι δυνατή η εκτέλεσις προς παράδοσιν ή απόδοσιν κινητών ή ακινήτων (ήδη ΠολΔ 941-943); Υπό την δευτέραν δε εκδοχήν, καλύπτει η ρύθμισις πάσαν περίπτωσιν αδυναμίας αυτούσιας εκτελέσεως ή μόνον τινός εξ αυτών;
Εν σχέσει προς το πρώτον ερώτημα η αναθεωρητική επιτροπή εδέχθη κατ" αρχήν και τας δύο εκδοχάς, δηλ. ότι ο δικαστικός προσδιορισμός της χρηματικής αξίας του παραδοτέου ή αποδοτέου πράγματος χωρεί το μεν οσάκις προβλέπεται τούτο υπό του ουσιαστικού δικαίου (ούτως ήδη ΠολΔ 917), το δε οσάκις η άμεσος εκτέλεσις της απαιτή­σεως προς παράδοσιν ή απόδοσιν πράγματος είναι αδύνατος (ούτως ήδη ΠολΔ 942). Δι’ αμφοτέρας όμως τας περιπτώσεις ετέθη ο περιορισμός ότι πάντως θα πρέπει να πρόκειται περί αντικαταστατών πραγμάτων (ή - προκειμένου περί αδυναμίας εκτελέσεως - ανωνύ­μων χρεογράφων).
Το ουσιαστικόν δίκαιον προβλέπει την εις εγχώριον νόμισμα εκπλήρωσιν της παρο­χής, οσάκις το αντικείμενον αυτής συνίσταται εις αλλοδαπόν νόμισμα (ΑΚ 291, ιδία δε 6 § 1 ν. 5422/1932). Γεννάται όμως το ερώτημα αν η ρύθμισις του αρθρ. 917 ΠολΔ αφορά και τας περιπτώσεις της προς αποζημίωσιν ευθύνης του οφειλέτου λόγω αδυναμίας προς εκπλήρωσιν (ΑΚ 335, 339, 362, 382). Η απάντησις εις το ερώτημα τούτο εξαρτάται εν πρώτοις εκ της φύσεως της προς αποζημίωσιν ευθύνης λόγω αδυναμίας εκπληρώσεως, και δη αν αύτη συνιστά ενοχήν νεαν έναντι της αδυνάτου κατάστασης. Κατά τίνα αποψιν η εν προκειμένω «ενοχική σχέσις δεν μεταβάλλεται καθ' εαυτήν και δεν αποσβέννυται ίνα δώση την θέσιν-της εις νέαν τοιαύτην», απλώς δε «η παροχή του οφειλέτου τρέπεται», και κατ' ακολουθίαν δεν πρόκειται περί τροπής της αξιώσεως, αλλά τροπής «της αδυνάτου κατάστασης παροχής» (Ζτ.πυν. ΕνοχΔ Ι, 2α έκδ. 1955 σελ. 534). Κατ' άλλην αντιθέτως αποψιν «δια της υπαιτίου αδυναμίας η αρχική αξίωσις του δανειστού επί την παροχήν μεταβάλλεται εις αξίωσιν αποζημιώσεως» (1(ΐζής εν ΕρμΑΚ, 335 αριθ. 6).
Εάν η αδυναμία παροχής δεν αποσβένει την αρχικήν αξίωσιν, αλλ' απλώς το αντι­κείμενον της παροχής τρέπει εις χρήμα (πρβλ. την αρχήν του ΑΚ 297), ως δέχεται η πρώτη των ανωτέρω απόψεων, τότε και αι περιπτώσεις της αδυναμίας παροχής εμπίπτει εις τον κύκλον της αμέσου εφαρμογής του αρθρ. 917 ΠολΔ. Εάν τουναντίον επί αδυναμίας εκπληρώσεως δεν απαντά μετατροπή απλώς του αντικειμένου της παροχής, αλλ' αυτής ταύτης της ουσιαστικής αξιώσεως του δανειστού κατά του οφειλέτου, ως δέχεται η δευ­τέρα των ως άνω απόψεων, τότε αι περιπτώσεις των αρθρ. 335, 339, 362 και 382 ΑΚ δεν εμπίπτουν εις την ρύθμισιν του αρθρ. 917 ΠολΔ, αλλά κατ αυτάς ασκείται αγωγή αποζη­μιώσεως, και δη είτε αυτοτελώς, είτε δι’ επικουρικής σωρεύσεως (πρβλ. ΠολΔ 69 § 1 εδ. γ') μετά της αγωγής παραδόσεως ή αποδόσεως του πράγματος.
Το ισχύον δίκαιον φαίνεται να τάσσεται υπέρ της δευτέρας εκδοχής. Τούτο προκύ­πτει εκ του αρθρ. 948 ΠολΔ, καθ' ο δια των διατάξεων των αρθρ. 941 έως 947 (άρα και του 917 εις ο παραπέμπει το αρθρ. 942) δεν θίγεται το δικαίωμα του δανειστού ν' απαίτηση την κατά τας διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου αποζημίωσιν. Όθεν η επιδίωξις της κατά το ουσιαστικόν δίκαιον αξιώσεως αποζημιώσεως λόγω αδυναμίας εκπληρώσεως είναι άσχετος με την κατ’ αρθρ. 917 ΠολΔ αποτίμησιν της χρηματικής αξίας του αντικα­ταστατού πράγματος, εφ' ου επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεσις. Η θέσις δε αύτη φαίνεται να είναι και η κρατούσα (βλ. Γαζήν, ε.α. αριθ. 8. Μητσόπουλον, πρακτικά αναθεωρητικής επιτροπής, σελ. 416. Μπέη, Αι διαδικασίαι ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, Π §5 II σελ. 424. Μπρίνιαν, ε.α. §75 σελ. 152).
Ως ελέχθη, εφαρμόζεται το αρθρ. 917 ΠολΔ το μεν οσάκις κατά το ουσιαστικόν δίκαιον προβλέπεται η τροπή του αντικειμένου της παροχής αντικαταστατών πραγμάτων εις παροχήν χρημάτων, άνευ αντιστοίχου τροπής της μη χρηματικής αξιώσεως εις νέαν (χρηματικήν) τοιαύτην, το δ' επί αδυναμίας αυτούσιας αναγκαστικής εκτελέσεως προς παράδοσιν ή απόδοσιν αντικαταστατών πραγμάτων ή χρεογράφων (ΠολΔ 942). Εις την πρώτη ν περίπτωσιν συνιστά το αρθρ. 917 ΠολΔ την δικονομικήν ρύθμισιν της υπό του ουσιαστικού δικαίου (ΑΚ 291) προβλεπομένης εις δραχμάς αποτιμήσεως των οφειλομένων αλλοδαπών χρημάτων. Εις την δευτέραν περίπτωσιν συνιστά η ρύθμισις του αρθρ. 917 ΠολΔ μορφήν αναγκαστικής εκτελέσεως προς (έμμεσον) ικανοποίησιν της απαιτήσεως παραδόσεως ή αποδόσεως αντικαταστατών πραγμάτων. Η διάφορος αύτη λειτουργία την οποίαν επιτελεί η ρύθμισις του αρθρ. 917 κατά τας ως άνω δύο περιπτώσεις θα πρέπει να ληφθή υπ' όψιν κατά την διερεύνησιν των κατ’ ιδίαν προβλημάτων τα οποία ανακύ­πτουν εν τη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως.
Τα σπουδαιότερα εκ των προβλημάτων τούτων είναι τα εξής:
1) Βάσει ποίου τίτλου θα γίνη η εν τω πλαισίω του αρθρ. 917 ΠολΔ εκτέλεσις; Εις τα πρακτικά της συντακτικής επιτροπής απαντά η σκέψις, υποστηριχθείσα υπό του Ι. Οικονομοπούλου και δεκτή γενομένη υπό της επιτροπής, ότι «προ του προσδιορισμού της παροχής κατά ποσόν δεν πρέπει να χωρή εκτέλεσις, ως μη υπάρχοντος τίτλου δυναμένου να εκτελεσθή» (ΣχεδΠολΔ VIII σελ. 105). Εν τούτοις εις την επομένην σελίδα των αυτών πρακτικών η επιτροπή διευκρινίζει ότι «η διάταξις εφαρμόζεται επί παντός εκτελεστοί τίτλου, συνεπώς και επί συμβολαιογραφικών εγγράφων», τούθ’ όπερ σημαίνει ότι η ρύθμισις του αρθρ. 917 προϋποθέτει την ύπαρξιν εκτελεστού τίτλου περί της αξιώσειως του δανειστού (ούτω Μπέη, Αι διαδικασίαι ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, II § 5 σελ. 425. Μπρίνιας, ε.α. §76 σελ. 153 και 154).
Εφ’ όσον υφίσταται εκτελεστός τίτλος, διερωτάται κανείς, τι χρειάζεται η και αρθρ. 917 ΠολΔ απόφασις. Την απάντησιν δίδει το αρθρ. 916 ΠολΔ, καθ’ ο (καίτοι υπάρχοντος εκτελεστού τίτλου) δεν δύναται να γίνη αναγκαστική εκτέλεσις εάν εκ του εκτελεστού τίτλου δεν προκύπτη το ποσόν και το ποιόν της παροχής. Εν προκείμενο) η εκ του εκτελεστού τίτλου προκύπτουσα ποιότης της παροχής είναι τα αντικαταστατά πρά­γματα, ενώ η εκτέλεσις θα γίνη δια χρηματικήν παροχήν, της οποίας η ποιότης (εγχώρια νομίσματα) και η ποσότης δεν προκύπτουν εκ του εκτελεστού τίτλου. Ακριβώς δε λόγω του ότι κατ' αρθρ. 916 ΠολΔ) άλλως η κατ’ αρθρ. 854 αρ. 2 της δικονομίας του 1834) δέον το εκκαθαρισμένον της παροχής να προκύπτη εξ αυτού του εκτελεστού τίτλου (βλ. σχετι­κώς ΑΠ 104/1972, Ε. Γιοτσαλίτης, Δ 3, 410 με σύμφωνους παρατηρήσεις Ι. Οικονομοπούλον), δεν είναι δυνατόν να προκύπτη το ελλείπον τούτο στοιχείον εξ άλλων εγγράφων (οίον το δελτίον τιμών συναλλάγματος της τραπέζης της Ελλάδος ή η επιταγή του δανει­στού προς πληρωμήν, ως εγενετο δεκτόν υπό το κράτος της δικονομίας του 1834), ειμή μόνον εκ δικαστικής αποφάσεως. Η απόφασις όμως αύτη καθ' εαυτήν ούτε διάγνωσιν της αξιώσεως του δανειστού ενέχει, ούτε αποτελεί εκτελεστόν τίτλον περί αυτής, αλλά «πρό­κειται περί απλού προσδιορισμού του αντιτίμου του αποδοτέου πράγματος (Κιτσικόπουλος, 855 § 11 σελ. 7362), γινομένου «δια παρεμβάσεως δικαστού» (Σακκέτας, ΣχεδΠολΔ VIII σελ. 105 ), και συνιστώντας ρυθμιστικόν μέτρον της εκτελέσεως (Μπέης, ε.α. σελ. 424).
Η σχολιαζομένη απόφασις δέχεται, παραπέμπουσα και εις τον Ι. Μπρίνιαν (ε.α. § 76 σελ. 154 και § 78 σελ. 157), ότι η κατ’ αρθρ. 917 ΠολΔ δικαστική απόφασις είναι αναγνω­ριστική. Εν τούτοις ακριβέστερον θα ήτο να εγίνετο λόγος περί διαπιστωτικής αποφά­σεως, δοθέντος ότι δι’ αυτής δεν αναγνωρίζεται μία έννομος σχέσις, αλλ’ απλώς διαπιστούται η χρηματική αξία των οφειλομένων αντικαταστατών πραγμάτων. Πράγματι, ως ορθώς δέχεται η σχολιαζομενη απόφασις, «το επιλαμβανόμενον του προσδιορισμού της αξίας του τοιούτου αντικειμένου δικαστήριον εξουσίαν και μοναδικόν έργον έχει μόνον τούτο, δοθέντος ότι υφίσταται τίτλος εκτελεστός(...) και δεν προβαίνει εις επιδίκασίν-τινα». Η απόφασις, ως ελέχθη, απλώς συμπληροί το ελλείπον στοιχείον του εκκαθαρισμένου της παροχής και συνεπώς συμπληροί αύτη κατά το στοιχείον τούτο τον υπάρχοντα εκτελεστόν τίτλον (Μπέης, έ.α. σελ. 425. Μπρίνιας, ε.α. §78 σελ. 157).
2) Το δεύτερον πρόβλημα το οποίον αντιμετωπίζει η σχολιαζομένη απόφασις είναι αν η κατ' αρθρ. 917 ΠολΔ απόφασις είναι δεκτική κηρύξεως προσωρινώς εκτελεστής. Και εις το ερώτημα τούτο έδοσεν η σχολιαζομένη απόφασις την ορθήν απάντησιν, δεχθείσα ότι δεν παρίσταται τοιαύτη ανάγκη, αφού το διατακτικόν στερείται καταψηφιστικού χαρακτήρος. Εις το αυτό συμπέρασμα καταλήγει και ο Ι. Μπρίνιας (έ.α. σελ. 157) με το πρόσθετον επιχείρημα ότι η σχετική δίκη είναι τοιαύτη περί την εκτέλεσιν, εντεύ­θεν δ’ εφαρμόζεται το αρθρ. 937 ΠολΔ, καθ’ ο η προθεσμία και η άσκησις ενδίκων μέσων δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν της αποφάσεως (ούτω και Μπέης, ε.α. σελ. 425). Κατ' ακολουθίαν ευθύς άμα τη εκδόσει της αποφάσεως περί της εις δραχμάς αποτιμήσεως των οφειλομένων αντικαταστατών πραγμάτων δύναται να επακολούθηση η αναγκαστική κατάσχεσις, χωρίς να χρειάζεται να γίνη προηγουμένως τελεσίδικος η σχετική απόφασις. Θα πρέπει όμως να διευκρινισθή ότι η εν τω πλαισίω του αρθρ. 917 ΠολΔ ανοιγομένη δίκη είναι τοιαύτη περί την εκτέλεσιν μόνον εις την περίπτωσιν της αδυναμίας αυτούσιας εκτελέσεως (ΠολΔ 492), όχι δε και εις την περίπτωσιν, καθ' ην το ουσιαστικόν δίκαιον προβλέπει την (ανεξαρτήτως αναγκαστικής εκτελέσεως) αποτίμησιν εις εγχώριον νόμι­σμα των οφειλομένων αντικαταστατών πραγμάτων, ήτοι εις την περίπτωσιν της εις δραχμάς αποτιμήσεως των οφειλομένων αλλοδαπών χρημάτων (ΑΚ 291). Η αντιδιαστολή όμως αύτη δεν έχει αξιόλογον πρακτικήν σημασίαν. Πράγματι, οσάκις ζητείται η υπό του ουσιαστικού δικαίου προβλεπομένη εις δραχμάς αποτίμησις των οφειλομένων αντικατα­στατών πραγμάτων, δεν ανοίγει μεν δίκη περί την εκτέλεσιν και δεν εφαρμόζεται το αρθρ. 933 § 4 ΠολΔ περί προαποδείξεως των αποσβεστικών ενστάσεων, ουδέ το αρθρ. 937 ΠολΔ περί των διεπόντων τας δίκας περί την εκτέλεσιν ειδικών κανόνων, πλην όμως εις τας αυτάς λύσεις καταλήγομεν το μεν κατ’ εφαρμογήν του αρθρ. 670 ΠολΔ, εις ο παραπέμπει το αρθρ. 917, το δε λόγω του απλώς διαπιστωτικού χαρακτήρος της σχετικής αποφάσεως.
3) Ο προσδιορισμός της χρηματικής αξίας των οφειλομένων αντικαταστατών πρα­γμάτων γίνεται κατ' απλή ν και σύντομον διαδικασίαν, ως τοιαύτη δ' επελέγη υπό του συγχρόνου νομοθέτου εκείνη των εργατικών διαφορών, εφαρμοζομένων όμως συμπληρω­ματικώς και των διεπόντων τας περί την εκτέλεσιν δίκας ειδικών κανόνων των αρθρ. 933 §§3 και 4 και 937 ΠολΔ (Μπέης, ε.α. σελ. 424 και 425. Μπρίνιας, ε.α. §78 σελ. 155). Η σχολιαζομένη απόφασις αντιμετωπίζει σχετικώς το πρόβλημα αν συγχωρείται εν τω πλαι­σίω του αρθρ. 917 ΠολΔ η άσκησις ανακοπής ερημοδικίας. Προ των τροποποιήσεων του κωδικός είχεν υποστηριχθή η αποφατική λύσις, ακριβώς λόγω της εν προκειμένω εφαρμογής του αρθρ. 999 (ήδη 937) αρ. 2 (Μπέης, ε.α. σελ. 425). Ήδη μετά το ν.δ. 958/1971 δέχεται η σχολιαζομένη απόφασις ότι η ανακοπή ερημοδικίας «χωρεί, καίτοι πρόκειται δίκη περί την εκτέλεσιν (αρθρ. 937 εδ. β’ ΠολΔ), καθ’ όσον ρητώς παραπέμπει το αρθρ. 917 εις το προβλέπον ταύτην αρθρ. 773 ΠολΔ». Η τελευταία αύτη διάταξις επιτρέπει την ανακοπήν ερημοδικίας μόνον δια την περίπτωσιν καθ' ην ο ερήμην δικασθείς δεν εκλητεύθη παντάπασιν ή προσηκόντως ή εμπροθέσμως. Εν όψει του περιορισμού τούτου δύναται να λεχθή ότι η θεσις της σχολιαζομένης αποφάσεως δεν θα συνάντηση δυσκο­λίας δια να κράτηση εις την δικαστικήν πρακτικήν.
4) Εν τω πλαισίω της εφαρμογής του αρθρ. 917 ΠολΔ ανακύπτει περαιτέρω το πρό­βλημα αν η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει την έναρξιν της αναγκαστικής εκτελέσεως. Το ερώτημα δε τούτο δύναται να τεθή και υπό την εξής παραλλαγήν: αν η εφαρμογή του άρθρ. 917 ΠολΔ προϋποθέτει την προηγουμένην απρόσφορον έναρξιν αμέσου εκτελέσεως προς παράδοσιν ή απόδοσιν των οφειλομένων αντικαταστατών πρα­γμάτων ή χρεογράφων.
Οσάκις ζητείται η αποτίμησις λόγω αδυναμίας αμέσου εκτελέσεως προς παράδοσιν ή απόδοσιν των οφειλομένων αντικαταστατών πραγμάτων ή χρεογράφων (ΠολΔ 942), προϋποτίθεται όντως ότι κατέστη αδύνατος η αφαίρεσις των εν λόγω κινητών (ούτω 1 ΙολΔ 942: «εάν τούτο δεν επιτευχθή, εφαρμόζονται αι διατάξεις του αρθρ. 917». Ούτω και Μπέης, έ.α. σελ. 423 και 425. Μπρίνιας, ε.α. § 76 σελ. 152). Τουναντίον δεν αξιούται η εν λόγω προϋπόθεσις οσάκις η ζητούμενη αποτίμησις προβλέπεται (ανεξαρτήτως αναγκαστικής εκτελέ­σεως) υπό του ουσιαστικού δικαίου, ως προκειμένου περί οφειλής αλλοδαπών χρημάτων (ΑΚ 291).
5) Διαφωνία απαντά ως προς το ζήτημα αν, μετά την έναρξιν της εκτελέσεως προς παράδοσιν ή απόδοσιν των οφειλομένων αντικαταστατών πραγμάτων ή χρεογράφων, απαιτείται νέα κοινοποίησις επιταγής μετά του αρχικού εκτελεστού τίτλου, ως συμπληρούται ούτος υπό της αποφάσεως, της προσδιοριζούσης την χρηματικήν αξίαν των οφει­λομένων πραγμάτων (υπέρ της καταφατικής λύσεως Μπρίνιας, ε.α. σελ. 153· υπέρ της αποφατικής λύσεως Μπέης, ε.α. σελ. 425). Παρατηρείται σχετικώς ότι είναι αναγκαία η κοινοποίησις νέας επιταγής, διότι αύτη «πρέπει να περιέχη ακριβή καθορισμόν της απαι­τήσεως», τούθ’ όπερ δεν συμβαίνει με την αρχικήν επιταγήν (Μπρίνιας ε.α.). Η άποψις αύτη φαίνεται να έχη ως αφετηρίαν την εκδοχήν, καθ' ην εν τω πλαισίω του αρθρ. 917 ΠολΔ «η οφειλή δια το πράγμα (θα) μετετρέπετο εις οφειλήν δια το αντίτιμον τούτου« (Μπρίνιας, έ.α.). Ως όμως εσημειώθη ανωτέρω, η κατ' αρθρ. 917 ΠολΔ αποτίμησις της χρηματικής αξίας των οφειλομένων αντικαταστατών πραγμάτων δεν ενέχει μετατροπήν της αρχικής ενοχής εις τοιαύτην νεαν, χρηματικήν, αλλά παραμένει η αυτή. Και εις μεν την περίπτωσιν του αρθρ. 291 ΑΚ τρέπεται απλώς και μόνον το αντικείμενον της παροχής - όχι δε και η αξίωσις του δανειστού (Γαζής εν ΕρμΑΚ, 291 αρ. 4 και 10), ενώ εις την περίπτωσιν του αρθρ. 942 ΠολΔ ενέχει η είσπραξις του ισαξίου απλώς μορφήν αναγκα­στικής εκτελέσεως προς ικανοποίησιν της αρχικής αξιώσεως περί παραδόσεως ή αποδό­σεως αντικαταστατών πραγμάτων ή χρεογράφων. Ακριβώς δ’ επειδή δεν μετατρέπεται η αρχική αξίωσις του δανειστού, περί ης ο αρχικός τίτλος και η αρχική επιταγή, επισπεύδε­ται η κατάσχεσις, ως δέχεται και αυτός ο Ι. Μπρίνιας (έ.α. § 76 σελ. 154), βάσει του αρχικού εκτελεστού τίτλου.
Αλλά και τελολογικώς παρίσταται περιττή η κοινοποίησις δευτέρας επιταγής. Πρά­γματι σκοπός του αρθρ. 924 ΠολΔ είναι η αποφυγή του αιφνιδιασμού του οφειλέτου δια της απ" ευθείας αναγκαστικής εκτελέσεως, άνευ προηγουμένης οχλήσεως όπως εκουσίως ικανοποίηση την αξίωσιν του δανειστού-του. Η προϋπόθεσις όμως αύτη πληρούται δια της αρχικής επιταγής, αφού, ως ελέχθη, η κατ’ αρθρ. 917 ΠολΔ αποτίμησις δεν μετατρέ­πει την αρχικήν αξίωσιν του δανειστού, περί ης είχεν οχλήθή ο οφειλέτης δια της αρχικής επιταγής. Δια της ρυθμίσεως του αρθρ. 917 δεν μετατρέπεται η αρχική αξίωσις του δανειστού, αλλ’ απλώς καθορίζεται ένας άλλος τρόπος ικανοποιήσεως αυτής. Κατ' ουδεμίαν όμως διάταξιν δεν επιτάσσεται η κοινοποίησις νέας επιταγής δια την εκάστοτε επίσπευσιν ενός νέου είδους αναγκαστικής εκτελέσεως προς ικανοποίησιν της αυτής αξιώσεως.
Πάντα ταύτα επιβεβαιούνταί και ιστορικώς. Υπό το κράτος της δικονομίας του 1834 δεν έχρειάζετο καν να έχη γίνει η αποτίμησις προ της επιβολής της κατασχέσεως, τούθ' όπερ επηκολούθει δια της υπό του καθ' ου η εκτέλέσις προβολής αντιρρήσεων (Κιτσικόπουλος, 855 §§3 και 4 και αυτόθι περαιτέρω παραπομπαί). Υπό το πνεύμα δε τούτο προέ­βλεπε το αρθρ. 4 του προσχεδίου του εισηγητού Ε. Μιχελάκη την δυνατότητα υποβολής της αιτήσεως αποτιμήσεως και μετά την κατάσχεσιν. Και ναι μεν η συντακτική επιτροπή προέκρινεν όπως η αποτίμησις προηγείται της κατασχέσεως «προς το συμφέρον και των μετεχόντων της εκτελέσεως και προς το δημόσιον συμφέρον». (ΣχεδΠολΔ, VIII σελ. 105) πλην όμως τα προστατευτέα ταύτα συμφέροντα δεν φαίνονται να θίγωνται αν δεν κοινοποιηθή εις τον οφειλέτην και νέα επιταγή προς εκπλήρωσιν της αυτής ενοχής-του, περί ης η αρχήθεν κοινοποιηθείσα.
6) Διαφωνία απαντά εις την δικαστικήν πρακτικήν και ως προς τον χρόνον, ο οποίος είναι κρίσιμος δια την χρηματικήν αποτίμησιν των οφειλομένων αντικαταστατών πρα­γμάτων. Κατά τίνα άποψιν λαμβάνεται υπ' όψιν ο χρόνος της κατ' αρθρ. 942 ΠολΔ αδυναμίας επισπεύσεως αμέσου εκτελέσεως (ούτως η σχολιαζομένη απόφασις, ως και η ΜΠρΗρακλείου 114/1970, Η. Βλάσσης, Δ 1, 308 με σύμφωνους παρατηρήσεις Κ. Μπέη), ενώ δια την υπό του ουσιαστικού δικαίου προβλεπομένην εις δραχμάς αποτίμησιν των οφειλομένων αλλοδαπών χρημάτων είναι κρίσιμος ο χρόνος πληρωμής (6 § 1 ν. 5422/1932), δηλ. ο χρόνος της κατατάξεως εις τον πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος, εις τρόπον ώστε να συγχωρείται η προβολή νέας αιτήσεως αποτιμήσεως, εάν μετε­βλήθη η ισοτιμία των νομισμάτων. Κατ' άλλην άποψιν είναι κρίσιμος ο χρόνος πληρωμής, ως τοιούτου θεωρουμένου κατά τίνα μεν γνώμην του χρόνου της τελευταίας συζητήσεως, εφ' ης η κατ' αρθρ. 917 ΠολΔ απόφασις (ούτω Μπριγιάν, έ.α. §78 σελ. 156), κατ' άλλην δε θέσιν του χρόνου της κατασχέσεως (ούτω Γαζής εν ΕρμΑΚ, 291 αρ. 9)».
6.9. Ειδική ελληνική βιβλιογραφία
Δεληκωοτόπουλος - Σινανιώτης, Αναστολή της προσωρινής εκτελεστότητας ωσότου εκδοθεί απόφαση για την έφεση, υπό τον όρο ότι η έφεση θα συζητηθεί μέσα σε ορισμένο χρόνο (γνωμ.), Δ 10, 56. Κεραμεύς, Αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτου απαιτή­σεως υπό αίρεση. Αναλογισμός απαιτήσεων και κύρος της κατασχέσεως (γνωμ.), Αρμ 36, 278. Μπέης Προϋποθέσεις εκτελέσεως αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, της οποίας η εκτέλεσις έχει ανασταλεί μέχρις εκδόσεως αποφάσεως κατ' έφεσιν, ΕΕΝ 37,16 επ. Παπαχρήστου, Ληξιπρόθεσμον των βεβαιωθέντων χρεών, Δ 5, 709. Φραγκίστας -Μητσόπουλος, Απόδειξις πληρώσεως αναβλητικής αιρέσεως εκτελεστέας απαιτήσεως (γνωμ.), ΝοΒ 20,441.










7. Το απόγραφο
7.1. Εισαγωγικές σκέψεις
Οι εκτελεστοί τίτλοι δημιουργούν την έννομη σχέση της εκτελεστότητας, η οποία συνδέει με την πολιτεία, από τη μια μεριά, τον οφειλέτη και, από την άλλη, το δανειστή.
Η σχέση αυτή δε συνδέει ακόμη το δανειστή με τα εκτελεστικά όργανα. Και τούτο, γιατί τα όργανα αυτά δεν έχουν εξουσία να ελέγξουν το κύρος των εκτελε­στών τίτλων, τις προϋποθέσεις, καθώς και την έκταση της εκτελεστότητάς-τους. Γιαυτό, το δίκαιο προβλέπει την έκδοση διαταγής προς τα εκτελεστικά όργανα να εκτελέσουν το συγκεκριμένο εκτελεστό τίτλο. Η διαταγή αυτή, για να μην προκαλεί­ται σύγχυση, γράφεται στο ίδιο το σώμα του εκτελεστού τίτλου. Το αντίγραφο λοιπόν του εκτελεστού τίτλου που περιέχει αυτή τη διαταγή είναι γνωστό ως απόγραφο.
7.2. Ορισμοί και διακρίσεις
Απόγραφο είναι το αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου που περιέχει πολιτειακή διαταγή προς τα όργανα της αναγκαστικής εκτέλεσης να εκτελέσουν την αξίωση που βεβαιώνεται στον εκτελεστό τίτλο.
Στον εκτελεστό τίτλο πρέπει να ξεχωρίζουμε με σαφήνεια:
α) το αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου,
β) το απόγραφο
γ) το αντίγραφο του απογράφου.
7.3. Νομοθετική ρύθμιση
Σ 26 § 3
Η δικαστική λειτουργία ασκείται υπό των δικαστηρίων, αι αποφάσεις δε αυτών εκτελούνται εν ονόματι του ελληνικού λαού.
ΠολΔ 918
1. Αναγκαστική εκτέλεσις δύναται να γίνη μόνον επί τη βάσει αντιγράφου του εκτελεστού τίτλου φέροντος τον εκτελεστήριον τύπον (απόγραφαν). Ο εκτελεστήριος τύπος συνίσταται εις την εν ονόματι του ελληνικού λαού έκδοσιν αυτού και την διαταγήν προς άπαντα τα αρμόδια όργανα όπως προβούν εις εκτέλεσιν του τίτλου.
2. Ο εκτελεστήριος τύπος περιάπτεται
α) επί αποφάσεων, διαταγών πληρωμής ή άλλων διαταγών ημεδαπών δικα­στηρίων υπό του εκδόσαντος την απόφασιν ή την διαταγήν δικαστού και, επί αποφάσεως πολυμελούς δικαστηρίου, υπό του προέδρου, β) επί πρακτικών ημεδαπών δικαστηρίων, υπό του δικάσαντος και, επί πολυμε­λούς δικαστηρίου, υπό του προέδρου,
γ) επί συμβολαιογραφικών εγγράφων, υπό του συμβολαιογράφου,
δ) επί διαιτητικών αποφάσεων, υπό του δικαστού του μονομελούς πρωτοδι­κείου εις την γραμματείαν του οποίου αύται κατετέθησαν,
ε) επί αλλοδαπών τίτλων, περιλαμβανομένων και των αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, υπό του δικαστού του μονομελούς πρωτοδικείου του κηρύξαντος αυτούς εκτελεστούς.
3. Εν μόνον υπόγραφον δίδεται εις έκαστον των εχόντων έννομον συμφέρον. Ετερον απόγραφαν δύναται να δοθή εv περιπτώσει απώλειας του δοθέντος ή δι’ άλλον σοβαρόν λόγον.
4. Απόγραφαν δεν δίδεται εάν δεν δύναται να γίνη εκτέλεσις κατά τα άρθρα - 915 έως 917.
5. Εάν ο αρμόδιος δια την έκδοσιν απογράφου αρνηθή να δώση αυτό, η έκδοσις δύναται να ζητηθή παρά του μονομελούς πρωτοδικείου εις την περιφέρειαν του οποίου εδρεύει ο αρμόδιος δια την έκδοσιν του απογράφου, εφαρμοζό­μενης της διαδικασίας των άρθρων 686 επ.
6. Ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος οφείλει να χορηγή εις τον επισπεύ­δοντα επίσημα αντίγραφα του εκτελουμένου δικαιογράφου και των επιδοτηρίων της επιταγής, δι’ ων ούτος δύναται να ενεργήση νέαν εκτέλεσιν κατά του οφειλέ­του και κατά παντός άλλου υπόχρεου, δια κατασχέσεως άλλης περιουσίας ή δια προσωπικής κρατήσεως, αν τοιαύτη έχη απαγγελθή.
ΠολΔ 700 §2 (στα ασφαλιστικά μέτρα)
Η εκτέλκαις του διαταχθέντος μέτρου γίνεται άνευ εκδόσεως απογράφου επί τη βάσει αντιγράφου ή αποσπάσματος της διατασσούσης αυτό απoφάσεως (…)
ΠολΔ 928
Ο δικαστικός επιμελητής, εις τον οποίον παρεδόθη το απόγραφον μετά της εντολής προς εκτέλεσιν, έχει την εξουσίαν να δέχεται καταβολήν και να χορηγή έγγραφον εξοφλητικήν απόδειξιν, παραδίδων άμα και το απόγραφον, εφ' όσον πλήρως εξεπληρώθη η παροχή(...).
7.4. Ασκήσεις και ερωτήσεις από τις εξετάσεις
7.4.1. Ο συμβολαιογράφος αρνήθηκε να χορηγήσει απόγραφο, επειδή η εκτελού­μενη αξίωση πηγάζει από αμφοτεροβαρή σύμβαση και εξαρτάται από την ταυτό­χρονη εκπλήρωση της αντιπαροχής. Είναι νόμιμη η άρνησή-του;
7.4.2. Τι θα γίνει αν το μονομελές πρωτοδικείο διατάξει το συμβολαιογράφο να εκδώσει απόγραφο και αυτός αρνηθεί να συμμορφωθεί;
7.4.3. Η κατοχή του απογράφου από τον οφειλέτη σημαίνει άραγε ότι έχει εξοφλή­σει την εκτελούμενη αξίωση;
7.4.4. Είναι βάσιμη η αίτηση προς το μονομελές πρωτοδικείο να διαταχθεί ο συμβολαιογράφος να δώσει απόγραφο, όταν δεν έχει προηγηθεί άρνηση προς έκδοσή-του;
7.4.5. Ασκεί δικαιοδοτικά καθήκοντα ο συμβολαιογράφος όταν αρνείται να εκδώσει απόγραφο, επειδή η εκτελούμενη αξίωση εξαρτάται από αίρεση;
7.5. Απαντήσεις
7.5.1. Η άρνηση του συμβολαιογράφου δε στηρίζεται στο νόμο. Το άρθρο 918 § 4 του δίνει εξουσία να εξετάσει μόνο αν η εκτελούμενη αξίωση είναι βέβαιη και εκκαθαρι­σμένη, σύμφωνα με τα άρθρα 915-917. Η εκτελούμενη αξίωση που πηγάζει από αμφοτεροβαρή σύμβαση δεν εξαρτάται αυτοδικαίως από την ταυτόχρονη εκπλήρωση της αντιπαροχής, παρά μόνο αν ο οφειλέτης προτείνει την ένσταση «του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος» (ΑΚ 374, 378). Η εξάρτηση λοιπόν αυτή της παροχής από την ταυτόχρονη εκπλήρωση της αντιπαροχής δεν είναι αίρεση, με την έννοια του άρθρου 915 ΠολΔ. Γιαυτό η περίπτωση αυτή ρυθμίζεται από το άρθρο 921 §4, στο οποίο όμως δεν παραπέμπει στο άρθρο 918 §4.
7.5.2. Για την περίπτωση αυτή πρέπει να έχει σημειωθεί στο εισαγωγικό δικόγραφο δίκης και αίτημα να απειληθεί προσωπική κράτηση έως ένα χρόνο ή (και) χρηματική ποινή έως 100.000 δρχ., αν τυχόν ο συμβολαιογράφος δε συμμορφωθεί με τη δικα­στική διαταγή προς χορήγηση του απογράφου.
7.5.3. Δεν υπάρχει νόμιμο τεκμήριο πως η κατοχή του απογράφου από τον οφειλέτη σημαίνει ότι έχει ήδη εξοφλήσει. Το τεκμήριο του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 424 ΑΚ θα ίσχυε εδώ μόνο με την ουσιαστική θεωρία για τη νομική φύση του δεδικα­σμένου. Διαφορετικά το απόγραφο δεν είναι το χρεωστικό έγγραφο (βλ. Καποδί­στριας στην ΕρμΑΚ 424 αρ. 29). Όμως η κατοχή του απογράφου από τον οφειλέτη θα μπορούσε ίσως να στηρίξει δικαστικό τεκμήριο, αν γίνει δεκτό ότι η καταβολή μπορεί να αποδειχτεί με μάρτυρες (393 § 1 καταντιδιαστολή) και άρα και με δικαστικά τεκμήρια (395).
7.5.4. Η αίτηση είναι νομικώς αβάσιμη, επειδή το άρθρο 918 § 5 ρητώς προϋποθέτει ότι έχει προηγηθεί άρνηση προς έκδοση του απογράφου.
7.5.5. Η δικαιοδοτική εξουσία ασκείται μόνο από τα δικαστήρια (Σ 20 § 1, 26 § 3 και 87 § 1). Ο συμβολαιογράφος δεν ασκεί δικαιοδοτικά καθήκοντα. Γιαυτό η άρνησή-του να εκδώσει απόγραφο δεν είναι δεσμευτική, αλλά υπόκειται στο δικαστικό έλεγχο της νομιμότητάς-της, στο πλαίσιο του άρθρου 918 §5 ΠολΔ.
7.6. Προβλήματα
7.6.1. Το απόγραφο δεν αναφέρει ότι έχει εκδοθεί στο όνομα του ελληνικού λαού. Είναι έγκυρο;
Σύμφωνα με μια εκδοχή, υπάρχει ακυρότητα (πλειοψ. ΕφΘεσ 996/1973 Αρμ 28,45. ΠΠρΑΘ 1116/1968 ΑρχΝ 19,734. Ειρθηβ 94/1971 ΑρχΝ 22, 587 ΜΠρΘεσ 1 14/1972 Δ 4, 146). Πιο πειστική είναι η γνώμη ότι η παράλειψη αυτή δικαιολογεί την ακύρωση μόνο αν συντρέχει βλάβη του οφειλέτη, σύμφωνα με το άρθρο 159 αρ. 3 (Κεραμέας, Δ 4, 141. Μπρίνιας, Αρμ. 28, 46).
7.6.2. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου έχει εξουσία να αρνηθεί την έκδοση απογράφου στην περίπτωση που ο δανειστής δεν του προσκομίσει τα έγγραφα που βεβαιώνουν την τελεσιδικία της απόφασης;
Στην ΠολΔικ 1835 υποστηριζόταν η αρνητική εκδοχή (Γιδόπουλος, Το δίκαιον της αναγκ. εκτελέσεως §49 σελ. 94), με τις ακόλουθες δυο σκέψεις: πρώτο, ότι το αρμόδιο όργανο που εκδίδει το απόγραφο δεν είχε εξουσία να εξετάσει την εκτελεστότητα του τίτλου, με βάση στοιχεία που βρίσκονται έξω από αυτόν. Και, δεύτερο, ότι επιτρεπόταν να περιαφθεί η απόφαση τον εκτελεστήριο τύπο και προτού περά­σουν οι προθεσμίες των (τακτικών) ένδικων μέσων.
Στο σύγχρονο δίκαιο, ο Ι. Mπρίνιας (1η εκδ. Ι 979 § 84 σελ. 168) είχε υποστηρί­ξει αρχικά την καταφατική εκδοχή, αν και παραδεχόταν ότι η λύση αυτή θα προκα­λούσε δυσχέρεια στη δικαστική πρακτική. Στη δεύτερη έκδοσή-του (Ι 918 § 80 σελ. 229-230) προσχώρησε στην αρνητική εκδοχή, με τη σκέψη ότι το όργανο που εκδίδει το απόγραφο δεν έχει εξουσία να εξετάσει την εκτελεστότητά-του, με βάση στοιχεία που βρίσκονται έξω από αυτό.
Η αρνητική εκδοχή είναι πιο πειστική, με αφετηρία τη θέση ότι η εκτελεστότητα είναι έννομη συνέπεια της οριστικής απόφασης και απλώς αναστέλλεται, όσο τρέχει η προθεσμία των τακτικών ένδικων μέσων, καθώς και στη διάρκεια που εκκρεμεί η εκδίκασή-τους (βλ. πιο πάνω § 5.1).
7.7. Διαδικαστικά έγγραφα
Σχέδιο αίτησης για την καταδίκη προς χορήγηση απογράφου
Αίτηση
στο μονομελές πρωτοδικείο της Αθήνας
Πλούταρχου Αρπαχτίδη, κατοίκου Θήβας (οδός Λαχαναγοράς αρ. 65)
με αντίδικο τον
Λογοθέτη Νοτάριο, συμβολαιογράφο Αθηνών (οδός Αρχείων αρ. 23)
προς καταδίκη- του να χορηγήσει απόγραφο
Με το Φρίξο Κακομοίρη είχα καταρτίσει σύμβαση δανείου 800.000 δρχ. και είχε συνταχθεί σχετικά το 16423/20.5.1974 δανειστικό συμβόλαιο του αντιδίκου. Όταν, ύστερα από ένα έτος, έληξε το χρέος, ζήτησα από τον αντίδικο να μου χορηγήσει από­γραφο του δανειστικού συμβολαίου. Αυτός όμως, με διάφορες προφάσεις (πότε πως τάχα θέλει να μελετήσει το ζήτημα, πότε πως τάχα είχε μεγάλο φόρτο εργασίας και πότε με άλλες παρόμοιες υπεκφυγές), αρνείται να μου δώσει το απόγραφο που του ζήτησα.
Επειδή η αίτησή-μου ασκείται παραδεκτά με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΠολΔ 918 % 5) και είναι νομικώς βάσιμη (ΠολΔ 918 § 2 εδ. γ').
ζητώ
να καταδικαστεί ο αντίδικος να μου χορηγήσει απόγραφο του 16423/1974 δανειστι­κού συμβολαίου-του, να απειληθεί ότι, αν δε συμμορφωθεί θα καταδικαστεί να μου πληρώσει χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών, καθώς και σε προσωπική κράτησή-του για ένα έτος (ΠολΔ 946 § 1 ), και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
20 Νοέμβρη 1975
ο πληρεξούσιος δικηγόρος
Θεμιστοκλής Αβοκάτος
7.8. Από τη νομολογία
ΜΠρΑθ 2144/1975 Δ 6, 654 με παρατ. Κ. Μπέη:
«Επειδή κατ' άρθρον 904 § 2 εδ. δ’ ΠολΔ τίτλος εκτελεστός είναι και τα συμβολαιο­γραφικά έγγραφα, δια την ενέργειαν δε της εκτελέσεως απαιτείται όπως περιβληθώσι ταύτα τον της εκτελέσεως τύπον, όστις διαγράφεται μεν ειδικώτερον δια της από 16 Απριλίου 1835 εγκυκλίου του υπουργείου δικαιοσύνης, πλην όμως, μη εχούσης της εγκυ­κλίου ταύτης ισχύν νόμου, είναι ισχυρός και αν δεν περιέχη πάντα τα εν τη εγκυκλίω ταύτη διαλαμβανόμενα, αρκεί να πληροί κατ' ουσίαν και δι' άλλων εκφράσεων τας απαιτήσεις του άρθρου 918 ΠολΔ, καθ' ό ο εκτελεστήριος τύπος συνίσταται εις την εν ονόματι του έκδοσιν αυτού και την διαταγήν προς άπαντα τα αρμόδια όργανα όπως προβούν εις εκτέλεσιν του τίτλου. Εξ άλλου εκ των διατάξεων των άρθρων 126 § 2, 192, 193, 196, 198, 244, 245 και 246 του οργανισμού δικαστηρίων εν συνδυασμώ προς τα άρθρα 918 και 924 ΠολΔ σαφώς συνάγεται ότι ο εκτελεστήριος τύπος τίθεται επί του πρωτοτύ­που του εκτελεστού τίτλου, η δε εκτέλεσις ενεργείται δι’ αντιγράφου αυτού, όπερ εκδιδόμενον, προκειμένου περί συμβολαιογραφικών εγγράφων, υπό του συμβολαιογράφου και φέρον αναγεγραμμένον τον εκτελεστήριον τύπον, απόγραφον αποκαλείται. Περαιτέρω ο επισπεύδων την εκτέλεσιν ενεργεί ταύτην βάσει επιδιδομένου εις τον καθ' ου αντιγράφου του απογράφου, όπερ αντίγραφαν προσλαμβάνει υπόστασιν και κύρος, ως και τον χαρα­κτήρα του αντιπεφωνημένου αντιγράφου, εκ της υπογραφής του συμβολαιογράφου μετά της βεβαιώσεως αυτού ότι είναι ακριβές αντίγραφαν του υπάρχοντος παρ’ αυτώ και εκτελουμένου εγγράφου. Αν εις το απόγραφον δεν βεβαιούται ότι είναι αντίγραφαν του εκτελουμένου συμβολαιογραφικού εγγράφου και δεν περιέχη, κατά τα αναγκαία στοιχεία, τον εκτελεστήριον τύκον, ως λχ την διαταγήν προς πάντα τα αρμόδια όργανα όπως προβούν εις εκτέλεσιν του τίτλου, το τοιούτο απόγραφον πάσχει ακυρότητα, απαγγελλαμένην, άνευ ανάγκης επικλήσεως ανεπανόρθωτου βλάβης του προβάλλοντος αυτήν (πρβλ. ΑΠ 906/1973 ΝοΒ 22, 471. Μπρίνια, Αναγκ. εκτέλεσις, Ι σελ. 164). Εν προκειμένω η νομίμως και εμπροθέσμως ασκηθείσα υπό κρίσιν ανακοπή, δι' ης και δια τους εν αυτή λόγους διώκεται όπως κηρυχθή άκυρος η από 1.7.1974 επιδοθείσα εις την ανακόπτουσαν επιταγή προς πληρωμήν εις τον καθ' ου ποσού εκ δραχμών 79.690, η τεθείσα παρά πόδας του μετ’ αυτής επιδοθέντος απογράφου εκτελεστού τίτλου, ήτοι του υπ αριθ. 4573/29.5.1973 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.Μ., αρμοδίως φερομένη προς συζήτησιν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά τα άρθρα 933 και 934 ΠολΔ, τύποις δεκτή καθίσταται και ερευνητέα περαιτέρω ουσία.
Επειδή εξ απάντων των μετ' επίκλησιν των διαδίκων νομίμως προσαγομένων εγγρά­φων και της εν γένει διαδικασίας προκύπτουσι τα κατωτέρω πραγματικά γεγονότα: Την 1ην Ιουλίου 1974 ο καθ' ου επέδωκεν εις την ανακόπτουσαν προς πληρωμήν εκ δραχμών 79.600, γεγραμμένην παρά πόδας του μετ’ αυτής επιδοθέντος νομίμως υπ' αριθ. 4573/29.6.1973 δανειστικού συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.Μ. Εν αρχή του εν κεκυρωμένη φωτοτυπία προσαγομένου ανωτέρω συμβολαίου έχει επισημειωθή η δια κεφαλαίων στοιχείων φράσις «εν ονόματι του (...)». Εις την άνω αριστεράν γωνίαν του ειρημένου συμβολαίου φέρεται υπογράφων ο εκδόσας τον εκτελούμενον τίτλον ειρημένος συμβολαιογράφος, άνευ θεωρήσεως αυτού και πάντως άνευ τινός παρ’ αυτώ κατατεθειμέ­νου εγγράφου, ήτοι του εκτελουμένου υπό του καθ' ου η ανακοπή ανωτέρω δανειστικού συμβολαίου. Επομένως το προσαγόμενον φωτοτυπικόν αντίγραφαν, ένεκα των ανωτέρω διαπιστωθεισών ουσιωδών ελλείψεων, αντιτιθεμένων προς τα κατ' άρθρον 916 § 1 ΠολΔ αξιούμενα στοιχεία, δεν προσλαμβάνει υπόστασιν και κύρος άμα δε και τον χαρακτήρα αντιπεφωνημένου αντιγράφου, όπερ καθίσταται δυσεξακρίβωτον αν όντως είναι τοιούτο εκ του προσθέτου λόγου ότι ο καθ' ου δεν προσάγει το εκτελεστόν απόγραφόν-του, η έκδοσις του οποίου ήδη είναι αμφισβητούμενη. Δέον, όθεν, όπως, δεκτής γινομένης της ανακοπής, ως και ουσία βάσιμου, κηρυχθή άκυρος, η ανωτέρω επιταγή και καταδικασθή ο καθ’ ου εις την εν τω διατακτικώ δικαστικήν δαπάνην της ανακοπτούσης (άρθρον 177 ΠολΔ).
Παρατηρήσεις
1. Στον πρώτο τόμο της «αναγκαστικής εκτελέσεως» (Ι 1970, 979 § 79 σελ. 159) ο Ι. Μπρίνιας γράφει τα ακόλουθα:
«Η έννοια του απόγραφαν δίδεται υπό του αρθρ. 979 § /, είναι or. τούτο πλήρες αντίγραφαν του φέροντος τον εκτελεστήριον τύπον εκτελεστού τίτλου. Κατ’ αρχήν υπάρχει το πρωτότυπον του εκτελεστού τίτλου εις το αρχείον της οικείας αρχής (δικαστηρίου κλπ). Επί του πρωτοτύπου τούτου τίθεται ο κατά τα κατωτέρω εκτκλεστήριος τύπος, το δε ούτω διαμορφούμενον έγγραφον (πρωτότυπον μετά του εκτελεστηρίου τύπου) παραμένει εις το αρχείον και εξ αυτού εξάγεται εν συνεχεία το απόγραφον, ήτοι (εν πλήρες) αντίγραφαν του (πρωτοτύπου του) εκτελεστού τίτλου, όπερ πλέον περιέχει εv αντιγράφω και τον εκτελεστήριον τύπον. Το αντίγραφαν τούτο, εφ’ ου ρητώς σημειούται ότι αποτελεί, απόγραφον εκτελεστόν, ως αυτοτελές έγγραφον, παραδίδεται εις τον νομιμοποιούμενον και έχοντα έννομον συμφέρον προς αναγκαστικήν εκτέλεσιν».
Στην, «εισαγωγή εις την δικονομικήν σκέψιν» (1η έκδ. § 161 σελ. 107, 2η έκδ. § 17 1 2 σελ. 152) είχα υποστηρίξει ότι το απόγραφο είναι, ένα αντίγραφον του εκτελεστού τίτλου, κάτω από το οποίον αναγράφεται η διαταγή (= εκτελεστήριος τύπος) της πολιτείας προς τα αρμόδια όργανα να εκτελέσουν τον τίτλον.
Στη βιβλιοκρισία που μου έκανε ο Ι. Μπρίνιας (ΝοΒ 21, 1270) παρατήρησε σχετικώς τα ακόλουθα:
« Ας μας επιτραπή όμως να διαφωνήσωμεν εν σχέση με την έννοιαν του απογράφου, το οποίον ορίζεται ως, το αντίγραφαν του εκτελεστού τίτλου κάτω από το οποίον (αντίγραφον) αναγράφεται η διαταγή ( εκτελεστήριος τύπος) της πολιτείας προς τα αρμόδια όργανα, να εκτελέσουν τον τίτλον (ούτω και Παπαντωνίου, Η δημοσία, διαθήκη ως τίτλος εκτελεστός, αναμν. τόμος Ε. Μιχελάκη, σι:λ. 144). Ως αλλαχού (Μπρίνια Αναγκ. εκτέλεσις, σελ. 144) εσημειώσαμεν, ως απόγραφαν νοείται το αντίγραφαν τον φέροντος τον εκτελεστήριον τύπον πρωτοτύπου του τίτλου (αρθρ. 918 § 1 εδ. 2). Ο εκτελκστήριος τύπος τίθεται κάτωθι του πρωτοτύπου του εκτελεστού τίτλου, όστις παραμένει εις το αρχείον, ως άλλωστε ακολουθείται και εις την πράξιν. Τοιουτοτρόπως καθίσταται εφικτός ο ανά πάσαν στιγμήν έλεγχος της περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου και αποφεύγεται η εκ νέου περιαφή εν περιπτώσει εκδόσεως δευτέρου κλπ απογράφου».
Μέχρι τώρα δεν είχα δώσει συνέχεια στη διαφωνία-μου αυτή με το διαλεχτό συγγρα­φέα και φίλο, επειδή πίστευα ότι οι διαφορετικές-μας αντιλήψεις περιορίζονταν στον εννοιολογικό προσδιορισμό του απογράφου, χωρίς να έχουν αντίκτυπο στο κύρος της εκτελεστικής διαδικασίας. Αυτό άλλωστε υποστηρίζει και εκείνος: «εv πάση περιπτώσει ο τρόπος της συντάξεως του εκτελεστηρίου τύπου δεν επάγεται ακυρότητα. Αλλ’ η έλλειψις του εκτκλεστηρίου τύπου συνεπάγεται ακυρότητα της εκτελέσεως ανεξαρτήτως βλάβης» (Μπρίνια, Αναγκ. εκτέλεσις, 979 § 82 σελ. 164).
Ατυχώς η θεωρητική αυτή διαφωνία πήρε στη δικαστική πρακτική άλλες διαστάσεις. Κάποιος συμβολαιογράφος έγραψε τον τύπο της εκτελέσεως κατευθείαν σε αντίγραφο δανειστικού συμβολαίου-του. Ο καθ' ου η εκτέλεση ζήτησε με ανακοπή την ακύρωση της σχετικής επιταγής, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς-του, ήταν άκυρο το απόγραφο αυτό. Παραλλήλως ζήτησε και αναστολή της εκτελέσεως, έως ότου εκδικαστεί η ανακοπή. Το μονομελές πρωτοδικείο, με την πρώτη από τις δημοσιευόμενες πιο πάνω αποφάσεις, έκρινε (επί της αιτήσεως αναστολής) ότι το απόγραφο αυτό είναι έγκυρο. Αντιθέτως το ίδιο δικαστήριο, με τη δεύτερη από τις σχολιαζόμενες αποφάσεις, έκρινε (επί της ανακο­πής) ότι το ίδιο απόγραφο είναι άκυρο.
Έτσι επιβάλλεται να ξαναεξεταστεί το πρόβλημα στις καινούριες-του διαστάσεις.
2. Η τυπικότητα και η πανηγυρικότητα των εκφράσεων χαρακτηρίζει την πρώτη περίοδο του ρωμαϊκού δικονομικού δικαίου, όταν η διαδικασία διεξαγόταν κατά τις legis actiones. Αν γινόταν χρήση μιας άλλης από τις καθιερωμένες λέξεις, η κύρωση ήταν αμείλικτη: απώλεια της δίκης. Κλασσικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του διαδίκου εκείνου που έχασε τη δίκη, επειδή είχε μιλήσει στους δικαστές για vites αντί για arbores (βλ. Kaser, Das romische Zivilprozessrecht, 1966 § 4 σημ. 4 σελ. 24. Πετροπούλου, Ιστορία και εισηγήσεις του ρωμαϊκού δικαίου, 2η έκδ. 1963 § 172 Ι Ι σελ. 1529). Από τα μέσα του 2ου π.Χ. αιώνα εγκαταλείφθηκε η διαδικασία των legis actiones (Πετρόπουλος, ο.π. § 168 V σελ. 1519). Αλλά η ακαμψία της νοοτροπίας εκείνης εξακολουθεί μέχρι σήμερα να βαρύ­νει την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου με την εννοιοκρατική ερμηνεία-τους.
3. Το άρθρο 904 § 1 ΠολΔ ορίζει ότι «αναγκαστική εκτέλεσις δύναται να γίνη μόνον επί τη βάσει τίτλου εκτελεστού». Το νόημα της διατάξεως αυτής είναι ότι η απαίτηση που έχει ο δανειστής έναντι του οφειλέτη κατά το ιδιωτικό δίκαιο, λχ να του πληρώσει 50.000 δρχ. που του οφείλει από δάνειο, δε δίνει στο δικαιούχο την εξουσία να εξαναγκάσει ο ίδιος τον οφειλέτη-του προς πληρωμή. Εάν ο δανειστής επιχειρήσει να ικανοποιήσει την αξίωσή-του βιαίως, με τις δικές-του δυνάμεις, χωρίς τη βοήθεια των αρμόδιων κρατικών οργάνων, διαπράττει αθέμιτη αυτοδικία (ΑΚ 282) και τιμωρείται ποινικώς (ΠΚ 331). Η βίαιη ικανοποίηση της αξιώσεως του δανειστή επιτρέπεται να γίνει μόνο με τη βοήθεια των αρμόδιων κρατικών οργάνων. Ο δανειστής λοιπόν εμποδίζεται να αυτοδικήσει, αλλά αντιστοίχως έχει αξίωση κατά της πολιτείας να τον βοηθήσει προς εξαναγκασμό του οφειλέτη. Και ο τελευταίος προστατεύεται από τις αυθαίρετες ενέργειες του δανειστή, αλλά αντίστοιχα έχει δημόσια υποχρέωση έναντι της πολιτείας να ανεχτεί τα βίαια μέτρα που θα λάβουν εναντίον του τα κρατικά όργανα για να τον εξαναγκάσουν στην εκπλή­ρωση της παροχής.

H αξίωση αυτή του δανειστή έναντι της πολιτείας και η αντίστοιχη δημόσια υποχρέωση του οφειλέτη είναι έννομες συνέπειες των εκτελεστών τίτλων, δηλαδή εκείνων των δημόσιων εγγράφων, τα οποία αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 904 § 2 και βεβαιώ­νουν το ιδιωτικό χρέος του οφειλέτη.
4. Άμεσα κρατικά όργανα της εκτελέσεως, τουλάχιστον στο πρώτο στάδιο της διαδικασίας, είναι οι δικαστικοί επιμελητές, οι οποίοι συνήθως δεν έχουν νομική παιδεία. Το δίκαιο έκρινε ότι δεν έπρεπε να αφίσει τον έλεγχο, αν υπάρχει εκτελεστός τίτλος, σε πρόσωπα που δεν έχουν νομική παιδεία. Εξάλλου, ενδέχεται να υπάρχει εκτελεστός τίτ­λος, λχ ένα συμβολαιογραφικό έγγραφο, αλλά να απαγορεύεται η εκτέλεση, λχ αν η απαίτηση που πρόκειται να εκτελεστεί εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία (915) ή αν δεν προσδιορίζει ο τίτλος την έκτασή-της (916). Ο έλεγχος της συνδρομής και αυτών των εμποδίων δεν έχει αφεθεί στους δικαστικούς επιμελητές (918 § 4), ακριβώς επειδή δεν έχουν νομική παιδεία.
Με αφετηρία τις σκέψεις αυτές το δίκαιο ορίζει ότι για να γίνει αναγκαστική εκτέ­λεση δεν αρκεί να υπάρχει εκτελεστός τίτλος κατά το αρθρ. 904 § 2, αλλά πρέπει ο τίτλος αυτός να συνοδεύεται από κρατική διαταγή προς τα όργανα της εκτελέσεως να προχωρή­σουν στη λήψη των εκτελεστικών μέτρων. Η διαταγή αυτή είναι ο λεγόμενος τύπος της εκτελέσεως, τον οποίο ορίζει το άρθρο 918 § 1. Στο σημείο αυτό το δίκαιο αξιώνει και κάτι ακόμη: η κρατική διαταγή προς τα όργανα της εκτελέσεως δεν επιτρέπεται να συντα­χθεί σε αυτοτελές έγγραφο. Και τούτο για να υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα ότι η διαταγή εκτελέσεως αφορά ετούτο τον εκτελεστό τίτλο και όχι κάποιον άλλο. Γιαυτό η κρατική διαταγή προς τα όργανα της εκτελέσεως πρέπει να γράφεται στο σώμα του αντιγράφου του εκτελεστού τίτλου που τους παραδίνει ο δανειστής προς εκτέλεση. Λοιπόν, αυτό το αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου, που συνοδεύεται από την κρατική διαταγή εκτελέσεως είναι το απόγραφο κατά την έννοια του άρθρου 918 § 1.
Το ζήτημα, αν η διαταγή εκτελέσεως θα σημειωθεί και στο πρωτότυπο του εκτελε­στού τίτλου ή όχι δεν ενδιαφέρει το δίκαιο, αλλά τον εσωτερικό κανονισμό της λειτουρ­γίας της υπηρεσίας, στο αρχείο της οποίας βρίσκεται ο τίτλος. Άλλωστε πρωτότυπο του εκτελεστού τίτλου δεν υπάρχει πάντοτε, όπως είναι οι αλλοδαπές καταψηφιστικές αποφά­σεις (904 § 2 εδ. ς').
Δικονομική ακυρότητα θα υπήρχε μόνο αν γινόταν αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, δηλαδή, κατά το άρθρο 918 § 1, χωρίς να παραδο­θεί στο δικαστικό επιμελητή αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου, στο σώμα του οποίου να είναι γραμμένη η κρατική διαταγή εκτελέσεως.
5. Η δεύτερη από τις σχολιαζόμενες αποφάσεις, περιέχει τη σκέψη ότι ο συμβολαιο­γράφος κατεχώρισε τον τύπο της εκτελέσεως, «άνευ τινός βεβαιώσεως ότι το εκδιδόμενον παρ' αυτού αντίγραφαν αποτελεί ακριβές τοιούτο εκ του παρ' αυτώ κατατεθειμένου εγγράφου». Ο συμβολαιογράφος βεβαιώνει κάτω από το δανειστικό συμβόλαιο κατά λέξη, «ότι α' απόγραφαν εκτελεστόν (...)». Και λέγοντας απόγραφο εννοεί, σύμφωνα με το άρθρο 918 § 1, το αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου. Η βεβαίωση αυτή του συμβολαιο­γράφου, δηλαδή ότι το έγγραφο που υπογράφει είναι αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου, δημιουργεί κατά το άρθρο 438, «πλήρη απόδειξιν έναντι πάντων» (και έναντι του δικα­στή), χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο προσβολή για πλαστότητα. Και τη δεσμευτική αυτή αποδεικτική δύναμη έχει η βεβαίωση του συμβολαιογράφου ότι το έγγραφο που υπογράφει είναι απόγραφο του εκτελεστού τίτλου, χωρίς να χρειάζεται να βεβαιώσει πανηγυρικά ότι πρόκειται για «ακριβές» ή «αντιπεφωνημένον» αντίγραφο .
7.9. Ειδική Ελληνική βιβλιογραφία
Τσιτσικλής, Απόγραφα διαταγών πληρωμής επί συναλλαγματικών, Αρμ 29, 387.













8. Υποκειμενικά όρια της εκτελεστότητας
8.1. Εισαγωγικές σκέψεις
Η αναγκαστική εκτέλεση δεν επιτρέπεται, βασικά, να γίνει εναντίον οποιουδή­ποτε. Η έννομη σχέση της εκτελεστότητας συνδέει με την πολιτεία, από τη μια μεριά (ενεργητικά), το δανειστή και, από την άλλη (παθητικά) τον οφειλέτη. Γιαυτό, η αναγκαστική εκτέλεση είναι θεμιτή μόνο εναντίον του οφειλέτη και μόνον εφόσον του είχε δοθεί η προηγούμενη δυνατότητα να ακουστεί (πρβλ. Σ 20).
Βέβαια, με τη ρύθμιση αυτή, ο οφειλέτης θα είχε τη δυνατότητα να αποφεύγει την αναγκαστική εκτέλεση, προσποιούμενος ότι τάχα του έκλεψε κάποιος τρίτος το αντικείμενο της αναγκαστικής εκτέλεσης, εναντίον του οποίου ο δανειστής δεν έχει εκτελεστό τίτλο. Ώσπου να ασκηθεί εναντίον του τρίτου νέα αγωγή και να εκδοθεί νέα καταδικαστική απόφαση, θα μπορούσε να μηχανευτεί η δήθεν κλοπή του αντικει­μένου της αναγκαστικής εκτέλεσης από κάποιον τέταρτο, έτσι που συνεχώς να ματαιώνεται η εκτέλεση του τίτλου που θα αποκτούσε ο δανειστής κάθε φορά, ύστερα από κοπιαστικούς και μακρόχρονους δικαστικούς αγώνες. Για το λόγο τούτο η έννομη τάξη ανέχεται κάποια επέκταση της εκτελεστότητας εναντίον και τρίτων προσώπων.
8.2. Ορισμοί και διακρίσεις
Δανειστής, στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι εκείνος που έχει δημόσια αξίωση εναντίον της πολιτείας να του χορηγήσει έννομη προστασία με τη μορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Με την έννοια αυτή δανειστής είναι:
- ο δικαιούχος της εκτελούμενης ιδιωτικής αξίωσης,
- οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί-του, εφόσον η διαδοχή έγινε μετά την έκδοση του εκτελεστού τίτλου ή στη διάρκεια της δίκης, στην οποία εκδόθηκε η απόφαση που πρόκειται να εκτελεστεί (919 και 325),
- ο καταπιστευματοδόχος (326 και 919 αρ. 2), ως προς τον εκτελεστό τίτλο που υπάρχει υπέρ του υπόχρεου να του αποκαταστήσει την κληρονομιά ή το κληροδότημα,
- ο κληρονόμος (327 § 1 και 919 αρ. 2), ως προς τον εκτελεστό τίτλο που υπάρχει υπέρ του κηδεμόνα της σχολιάζουσας κληρονομιάς ή του εκτελεστή της διαθήκης,
- ο εκτελεστής της διαθήκης (327 §2 και 919 αρ. 2), ως προς τον εκτελεστό τίτλο που υπάρχει υπέρ του κληρονόμου.
Οφειλέτης θεωρείται εκείνος που έχει δημόσια υποχρέωση απέναντι στο δανει­στή για την εκπλήρωση της κρίσιμης ενοχής.
Με την έννοια αυτή οφειλέτης είναι:
- ο υπόχρεος της εκτελούμενης ιδιωτικής αξίωσης,
- οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί-του, καθώς και εκείνοι που απέκτησαν τη νομή ή την κατοχή του παραδοτέου αντικειμένου, εφόσον η διαδοχή ή η κτήση της νομής ή κατοχής έγινε μετά την έκδοση του εκτελεστού τίτλου ή στη διάρκεια της δίκης, στην οποία εκδόθηκε η απόφαση που πρόκειται να εκτελεστεί (91 9 και 325),

- ο καταπιστευματοδόχος, ως προς τον εκτελεστό τίτλο που υπάρχει εναντίον·» του υπόχρεου να αποκαταστήσει την κληρονομιά, εφόσον ο τελευταίος είχε εξουσία προς διάθεσή-της (326 §2 και 919 αρ. 2).
_ο κληρονόμος, ως προς τον εκτελεστό τίτλο που υπάρχει εναντίον του κηδε­μόνα της σχολάζουσας κληρονομιάς ή του εκτελεστή διαθήκης (327 § 1 και 919 αρ.
2),
- ο εκτελεστής διαθήκης, ως προς τον εκτελεστό τίτλο που υπάρχει εναντίον του κληρονόμου (327 § 2 και 919 αρ. 2), με τη διευκρίνιση βέβαια ότι η εκτέλεση θα γίνει σε βάρος των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομιάς, της οποίας έχει τη διαχείριση,
- τα ομόρρυθμα μέλη των ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμων εταιριών (920).
8.3. Νομοθετική ρύθμιση
ΠολΔ 919
Η αναγκαστική εκτέλεσις γίνεται,
1) επί των δικαστικών και των διαιτητικών αποφάσεων, υπέρ και κατά των προσώπων έναντι των οποίων ισχύει το δεδικασμένον και κατά των κτησαμένων την νομήν ή κατοχήν του επιδίκου πράγματος κατά την διάρκειαν της δίκης ή μετά το πέρας αυτής,
2) επί των λοιπών εκτελεστών τίτλων, υπέρ των εν αυτοίς αναφερομένων δικαιούχων και κατά των εις αυτούς αναφερομένων υπόχρεων υπέρ και κατά των εν άρθροις 325 έως 327 αναφερομένων προσώπων, ως και κατά των κτησαμένων την νομήν ή κατοχήν του πράγματος μετά την σύνταξιν του εγγράφου ή την έκδοσιν του τίτλου.
ΠολΔ 920
Eπί τη βάσει του κατά της ομορρύθμου ή ετερορρύθμου εταιρίας εκτελεστού τίτλου δύναται να γίνη αναγκαστική εκτέλεσις και κατά των ομορρύθμων εταίρων.
ΠολΔ 921
1. Η αρξαμένη κατά του οφειλέτου αναγκαστική εκτέλεσις, θανόντος τούτου, συνεχίζεται αφ' ης ο κληρονόμος αποδεχθή την κληρονομίαν ή αφ' ης παρέλθη η προς αποποίησιν προθεσμία ή διορισθή κηδεμών της σχολαζούσης κληρονομιάς.
2. Εν όσω ο κληρονόμος έχει το δικαίωμα της αποποιήσεως της κληρονομιάς, δεν δύναται να γίνη αναγκαστική εκτέλεσις προς ικανοποίησιν απαιτήσεως κατά της κληρονομιάς, πλην αν έχη γίνει διορισμός κηδεμόνας της σχολαζούσης κληρονομιάς.
3. Αναγκαστική εκτέλεσις προς ικανοποίησιν απαιτήσεων κατά οφειλέτου γενομένου κληρονόμου δεν δύναται να γίνη επί της κληρονομιάς πριν ούτος αποδεχθή την κληρονομίαν ή παρέλθη η προς αποποίησιν αυτής προθεσμία.
4. Οσάκις επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων ο οφειλέτης υποχρεούται εις παροχήν υπό τον όρον ταυτοχρόνου εκ μέρους του δανειστού εκπληρώσεως της βαρύ νούσης αυτόν αντιπαροχής, η αναγκαστική εκτέλεσις δεν δύναται να χωρήση προ της προσφοράς της αντιπαροχής προς τον οφειλέτην, πλην αν αποδεικνύεται δια δημοσίου εγγράφου ή ιδιωτικού έχοντος αποδεικτικήν δύναμιν ότι εξεπληρώθη ήδη η αντιπαροχή ή ότι ο οφειλέτης περιήλθεν εις υπερημερίαν αποδοχής.
ΠολΔ 922
Ο δικαιούμενος εις αναγκαστικήν εκτέλεσιv προκειμένου να προβή εις ταύτην δύναται να ζήτηση την παροχήν κληρονομητηρίου περί του δικαιώματος του καθ oυ η εκτέλεσις.
ΠολΔ 923
Αναγκαστική εκτέλεσις κατ' αλλοδαπού δημοσίου δεν δύναται να γίνη άνευ προηγουμένης αδείας του υπουργού της δικαιοσύνης.
22 § 3 v.δ. 503/1970 «περί κυρώσεως της υπογραφείσης εv Βιέννη την 18ην Απριλίου 1961 υπό την αιγίδα του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών συμβά­σεως περί των διπλωματικών σχέσεων»
Οι χώροι της (διπλωματικής) αποστολής, η επίπλωσίς-των και τα λοιπά εις τούτους ευρισκόμενα είδη, ως και τα μεταφορικά μέσα της αποστολής, δεν δύναν­ται να καταστώσιν αντικείμενον ερεύνης, επιτάξεως, κατασχέσεως ή εκτελεστικού μέτρου.
30 v.δ. 503/1970
1. Η ιδιωτική κατοικία του διπλωματικού πράκτορος απολαύει του αυτού απα­ραβίαστου και της αυτής προστασίας, ως οι χώροι της αποστολής.
2. Ωσαύτως απολαύουσι του απαραβίαστου τα έγγραφα, η αλληλογραφία, ως και τα έγγραφα αυτού, υπό την επιφύλαξιν της §3 του αρθρ. 31.
ΠολΔ 659
Αποφάσεις αφορώσαι την απόδοσιν της χρήσεως μισθίου ακινήτου εκτελούν­ται και κατά των υπομισθωτών, ως και κατά παντός έλκοντας τα δικαιώματα αυτού εκ του μισθωτού ή κατέχοντος το μίσθιον δι’ αυτόν.
ΑΚ 612Α'
Στην περίπτωση όπου το μίσθιο χρησιμεύει ως οικογενειακή στέγη και η χρήση αυτή έχει γνωστοποιηθεί στον μισθωτή, η καταγγελία της μίσθωσης, στην οποία αυτός προβαίνει, είναι άκυρη, εφόσον δεν την κοινοποιεί και στον σύζυγο του μισθωτή, τηρώντας την ίδια προθεσμία που τυχόν απαιτείται για την καταγγελία. 8 ν. 2059/1952
Κατά του Δημοσίου δεν συγχωρείται εκτέλεσις δικαστικών αποφάσεων (πολι­τικών, ποινικών δικαστηρίων, Συμβουλίου της Επικρατείας και Ελεγκτικού Συνεδρίου) επιδικαζουσών χρηματικάς οφειλάς ή δικαστικήν δαπάνην εις βάρος αυτού και εν γένει παντός εκτελεστικού δικογράφου αναγνωριστικού τοιούτων οφειλών. Eπί των ως άνω οφειλών του Δημοσίου δεν συγχωρείται επίδοσις επιταγής προς πληρωμήν τούτων, πάσα δε τοιαύτη γενομένη και μη πληρωθείσαμέχρι της ισχύος του παρόντος ή τυχόν γεννησομένη ουδόλως υπόχρεοι το Δημόσιον. Ο δικαιούχος χρηματικής απαιτήσεως κατά του Δημοσίου προς αποτροπήν επικείμενης παρα­γραφής δικαιούται να επιδώση εντός του τελευταίου μηνός του δια ταύτην τασσο­μένου κατά τας κείμενος διατάξεις χρόνου, τον εφ’ ου ερείδεται η απαίτησίς-του τίτλον μετ’ επιταγής προς πληρωμήν του οφειλομένου αυτώ ποσού, της δαπάνης προς έκδοσιν αντιγράφου του οικείου τίτλου, της δαπάνης προς επίόοσιν και 30.000 δραχμάς δι' αμοιβήν του δικηγόρου. Σ 20
1. Έκαστος δικαιούται εις παροχήν εννόμου προστασίας υπό των δικαστη­ρίων και δύναται να ανάπτυξη ενώπιον τούτων τας απόψεις του περί των δικαιω­μάτων ή συμφερόντων-του, ως νόμος ορίζει.
2. Το δικαίωμα της προηγουμένης ακροάσεως του ενδιαφερομένου ισχύει και δια πάσαν διοικητικήν ενέργειαν ή μέτρον λαμβανόμενον εις βάρος των δικαιωμά­των ή συμφερόντων αυτού.

8.4. Ασκήσεις και ερωτήσις από τις εξετάσεις
8.4.1. Η τελεσίδικη καταψηφιστική απόφαση που καταδίκασε κάποια ανώνυμη εταιρία να πληρώσει στον ενάγοντα 1.000.000 δρχ. εκτελείται εναντίον ενός από τους μετόχους-της;
8.4.2. Η εξωστική απόφαση εναντίον του μισθωτή εκτελείται εναντίον της γυναίκας -του;
8.4.3. Αν η οφειλέτρια ομόρρυθμη εταιρία «Αλεπούδης-Κόρακας, O.E.» διαλυθεί και στη θέση της ιδρυθεί από τους ίδιους εταίρους, προς εξακολούθηση της επιχεί­ρησης, η ομόρρυθμη εταιρία «Βλάμης Αλεπούδης και Ευφημίας Κόρακας, γενικές επιχειρήσεις, Ο.Ε.», εναντίον ποιας εταιρίας θα γίνει η αναγκαστική εκτέλεση;
8.5. Απαντήσεις
8.5.1. Το άρθρο 919 αρ. 1 ορίζει ότι η τελεσίδικη απόφαση εκτελείται εναντίον εκείνων που δεσμεύονται από το δεδικασμένο-της, ενώ εξάλλου το άρθρο 329 επεκτείνει τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου που υπάρχει εναντίον κάποιου νομικού προσώπου σε βάρος και των μελών-του. Όμως η ρύθμιση αυτή δε δικαιολο­γεί την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον των μετόχων της ανώνυμης εταιρίας, επειδή, στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου, οι μέτοχοι δεν ευθύνονται για τα χρέη της εταιρίας αυτής.
8.5.2. Η εξωστική απόφαση εκτελείται εναντίον και του υπομισθωτή, όπως επίσης εναντίον καθενός που αντλεί τα δικαιώματά-του από το μισθωτή ή κατέχει το μίσθιο για λογαριασμό-του (ΠολΔ 659). Όμως, ειδικά για τη σύζυγο, μετά το ν. 1329/1983 που καθιέρωσε το θεσμό της οικογενειακής στέγης (ΑΚ 612 Α' ), η εξωστική αγωγή πρέπει να ασκηθεί εναντίον και των δύο συζύγων και, αντίστοιχα, η εξωστική από­φαση πρέπει να εκδοθεί εναντίον και των δύο.
8.5.3. Η νέα εταιρία δεν είναι διάδοχος της πρώτης ως προς τα χρέη-της, αλλά απλώς ευθύνεται μαζί-της, σύμφωνα με το άρθρο 749 AK. H πρώτη εταιρία, μολονότι έχει διαλυθεί, θεωρείται ότι εξακολουθεί να υπάρχει, ώσπου να εκκαθαριστεί (ΑΚ 777), δηλαδή ώσπου να εισπραχθούν όλες οι αξιώσεις-της και πληρωθούν όλες οι υποχρεώσεις-της. Άρα ο υφιστάμενος εκτελεστός τίτλος θα εκτελεστεί μόνο εναν­τίον της αρχικής (οφειλέτριας) εταιρίας.
8.6. Προβλήματα
8.6.1. Αν καταδικάστηκε τελεσίδικα κάποια ένωση προσώπων που δεν έχει νομική προσωπικότητα (ΠολΔ 62) να πληρώσει το ενοίκιο των γραφείων- της, εναντίον τίνος θα γίνει η αναγκαστική εκτέλεση;
Πριν από το v.δ. 958/1971 είχαν υποστηριχθεί οι ακόλουθες εκδοχές: α) Ότι η απόφαση αυτή θα εκτελεστεί μόνο εναντίον της κοινής περιουσίας της ένωσης, και όχι της ατομικής περιουσίας των μελών (Δεληκωστόπουλος - Σινανιώτης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, 63 V σελ. 161). Όμως αντιτασσόταν ότι, στο πλαίσιο του ουσιαστικού δικαίου, η ένωση προσώπων που δεν έχει νομική προσωπικότητα, δεν έχει, ούτε μπορεί να έχει, δική-της περιουσία.
β) Ότι θα γίνει κατάσχεση στα χέρια του διαχειριστή της ένωσης, ως τρίτου, των περιουσιακών στοιχείων τα οποία ανήκουν εξαδιαιρέτου στα μέλη-της, προς τα οποία δε θα κοινοποιηθεί το καταοχίτήριο έγγραφο (πρβλ. 983 § 1 ) επειδή η επίδοση προς τα μέλη της ένωσης γίνεται έγκυρα στο διαχειριστή-της, σύμφωνα με το άρθρο 126§1 εδ. δ’, δίχως να αποκλείεται και η ατομική εκτέλεση εναντίον των μελών της ένωσης, ανάλογα με το μερίδιο της συμμετοχής-τους στα κέρδη και στις ζημιές-της (Μητσόπουλος, Δ 1, 450· πρβλ. και Μπέη, Δ 2, 745).
γ) Ότι η νομοθετική ρύθμιση του προβλήματος ήταν ατελής και, γιαυτό, ήταν η προβληματική η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης (πρβλ. Γρύλη, Δ 2, 741-743).
Επακολούθησε το ν.δ. 958/1971 που όρισε ότι «επί ενώσεως προσώπων του άρθρου 62 § 2, η αναγκαστική εκτέλεσις γίνεται επί της κοινής αυτών περιουσίας» (ήδη 951 §1 εδ. β' ΠολΔ 1971). Έτσι το ζήτημα λύθηκε νομοθετικά υπέρ της πρώτης εκδοχής.
8.6.2. Είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα ο νόμος που απαγορεύει την αναγκαστική κατάσχεση εναντίον του ελληνικού Δημοσίου για τα χρηματικά-του χρέη (8 ν. 2059/1952);
Η απάντηση στο ερώτημα τούτο θα πρέπει να ξεκινήσει από τον αστικό κώδικα. Το άρθρο 966 ΑΚ ορίζει ότι «πράγματα εκτός συναλλαγής είναι (...) και τα προωρισμένα εις εξυπηρέτησιν δημοσίων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών». Εξάλλου από το συνδυασμό των άρθρων 951 §1 και 1022 ΠολΔ γίνεται φανερό ότι αντικείμενο της (αναγκαστικής) κατάσχεσης μπορούν να είναι μόνον τα περιουσιακά δικαιώματα, «εφ' όσον κατά τας διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται η μεταβίβασις των δικαιωμάτων τούτων». Πράγματα λοιπόν που έχουν αφαιρεθεί από to κύκλωμα των συναλλαγών είναι, ως αμεταβίβαστα, και ακατάσχετα. Γιαυτό, τα πράγματα που έχουν αφιερωθεί στην εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών ή κοινοτι­κών σκοπών είναι ακατάσχετα. Για παράδειγμα είναι ακατάσχετο το κτίριο της Βου­λής ή του Αρείου Πάγου. Ακόμη τα έπιπλα και σκεύη, λχ οι γραφομηχανές, που έχουν ενταχθεί στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, κλπ. Όμως πράγματα που ανήκουν στην κυριότητα του ελληνικού Δημοσίου (ή κάποιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης), δίχως να έχουν αφιερωθεί στην εξυπηρέτηση δημόσιου, δημοτικού ή κοινοτικού σκοπού, για παράδειγμα ένα δημόσιο κτήμα που δεν είναι αντικείμενο καμιάς εκμετάλλευσης (και μάλιστα για την εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού), δεν μπορούν να είναι ακατάσχετα, στο πλαίσιο των άρθρων 966 ΑΚ και 951 §1, 1022 ΠολΔ. Βέβαια αυτά τα πράγματα που δεν είναι έξω από το κύκλωμα της συναλλα­γής, γιατί δεν έχουν αφιερωθεί στην εξυπηρέτηση κάποιου δημόσιου, δημοτικού ή κοινοτικού σκοπού, είναι ακατάσχετα, με βάση το άρθρο 8 ν. 2059/1952. Όμως ο νόμος αυτός, στην έκταση που αφορά πράγματα, τα οποία δεν έχουν αφιερωθεί στην εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών ή κοινοτικών σκοπών, είναι αντίθετος με το άρθρο 20 §1 Σ, αν μείνουμε σταθεροί στην αφετηρία ότι η διάταξη αυτή εγγυάται την παροχή δραστικής δικαστικής προστασίας.
8.6.3. Είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η ρύθμιση του άρθρου 919 αρ. 1 που επιτρέ­πει την αναγκαστική εκτέλεση εναντίον «των κτησαμένων την νομήν ή κατοχήν του επιδίκου πράγματος κατά την διάρκειαν της δίκης ή μετά το πέρας αυτής»;
Βασικά, σύμφωνα με το άρθρο 20 Σ, δεν επιτρέπεται να ληφθεί κανένα μέτρο σε βάρος κάποιου προσώπου, αν δεν του δοθεί προηγουμένως η δυνατότητα να ακουστεί δικαστικώς.
Στην περίπτωση του ερωτήματος, πρόκειται για τρίτα πρόσωπα που απέκτησαν το αντικείμενο της αναγκαστικής εκτέλεσης δίχως διαδοχή του οφειλέτη. Αυτό σημαίνει ότι, συνήθως, δεν έχουν κανένα δικαίωμα στο αντικείμενο της αναγκαστικής εκτέλεσης που το οικειοποιήθηκαν παράνομα. Άρα δεν υπάρχει περιθώριο για δικαστική ακρόαση και προστασία-τους. 'Αν πάλι έχουν αποκτήσει δικό-τους δικαί­ωμα στο αντικείμενο της αναγκαστικής εκτέλεσης, τότε έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν δικαστική ακρόαση και προστασία, με την ανακοπή του άρθρου 936. Για τους λόγους αυτούς δεν είναι αντισυνταγματική η κρίσιμη ρύθμιση του άρθρου 919 αρ. 1.
8.7. Διαδικαστικά έγγραφα
Σχέδιο αίτησης του δανειστή
για την έκδοση κληρονομητηρίου
Αίτηση
στο μονομελές πρωτοδικείο Κορίνθου
Πλούταρχου Αρπαχτίδη, κατοίκου Αθηνών (οδός Προδρόμου 56)
για την έκδοση κληρονομητηρίου
Με την 5829/1974 διαταγή πληρωμής του αρμόδιου πρωτοδίκη Κορίνθου ο οφειλέτης-μου Φρίξος Κακομοίρης είχε διαταχθεί να μου πληρώσει εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) δραχμές. Ο οφειλέτης-μου αυτός πέθανε στην Κόρινθο στις 20 Μαρτίου 1975 και κληρονομήθηκε εξαδιαθέτου από το μοναδικό γιο-του Ευτύχιο Κακομοίρη, κάτοικο Αθηνών, καθώς και τη νόμιμη γυναίκα-του Καλλιόπη Κακομοίρη, κάτοικο Κορίνθου, οι οποίοι έχουν αποδεχθεί την κληρονομιά. Ήδη, προκειμένου να επισπεύσω αναγκαστική εκτέλεση εναντίον των αναφερθέντων κληρονόμων του οφειλέτη-μου, ζητώ να διαταχθεί ο προϊστάμενος της γραμματείας του δικαστηρίου-σ ας να μου χορηγήσει πιστοποιητικό που να βεβαιώνει το κληρονομικό δικαίωμα του Ευτύχιου Κακομοίρη στα τρία τέταρτα (3/4) της κληρονομικής περιουσίας και της Καλλιόπης Κακομοίρη στο ένα τρίτο (1 /3) της περιουσίας αυτής.
21 Νοέμβρη 1975
ο πληρεξούσιος δικηγόρος
Θεόφραστος Στρεψοδίκης
8.8. Από τη νομολογία
ΜΠρΑΘ 6820/1973 Δ 4,579 με ενημ. σημ. Σ. Βλαστού:
«Επειδή εκτίθησιν η ανακόπτουσα εις την κρινομένην ανακοπήν-της ότι ο κατά την 4.12.1972 αποβιώσας και υπό των καθ’ ων κληρονομηθείς Γ.Π. της υπ' αριθ. 6451/1972 διαταγής πληρωμής εδικαιούτο λαμβάνειν παρά της ανακοπτούσης το ποσόν των 80.000 δρχ. Εις εκτέλεσιν της διαταγής ταύτης, κοινοποιηθείσης μετ' επιταγής προς πληρωμήν εις την ανακόπτουσαν, προέβη δια της υπ’ αριθ. 543/1.8.1972 εκθέσεως του δικαστικού κλητήρας Η.Ν. εις αναγκαστικήν κατάσχεσιν του αναφερομένου ακινήτου-της και κ ν συνεχεία εξεδόθη το υπ" αριθ. 544 πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού του ακινή­του του αυτού δικαστικού κλητήρας. Ήδη οι καθ’ ων εκοινοποίησαν αυτή το υπ’ αριθ. 561/5.3.1973 Β’ επαναληπτικόν πρόγραμμα, δια του οποίου ωρίσθη ως ημέρα πλειστηρια­σμού η 8.4.1973 προς ικανοποίησιν του υπολοίπου εκ δρχ. 57.500 της αξιώσεώς-των. Διώκεται δε δια της ανακοπής η ακύρωσις του εν λόγω υπ" αριθ. 561 επαναληπτικού προγράμματος δια τους αναφερομένους λόγους. Ούτως έχουσα η ανακοπή, θεμελιουμένη νόμω εις τας διατάξεις του άρθρου 933 ΠολΔ, δέον όπως εξετασθή περαιτέρω.
Επειδή κατά την διάταξιν του άρθρου 47 § 1 ν. 1641/1919 περί φορολογίας των κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείων, οφείλεται χρημάτων, αξιών ή άλλων κινητών πραγμάτων ανηκόντων εις την κληρονομίαν δεν δύνανται να αποδώσωσι ταύτα ή να καταβάλωσι τα οφειλόμενα ποσά ή τόκους επί τούτων, αν μη προσαχθώσιν αυτοίς πιστοποιητικά του αρμοδίου οικον, εφόρου και ταμίου, εμφαίνοντα ότι ενεχειρίσθη η κατά τον νόμον δήλωσις περί του φόρου κληρονομιάς ή εξεδόθη πραξις και κατεβλήθη ο απαιτητός φόρος ή ότι δεν οφείλεται τοιούτος. Δια της διατάξεως ταύτης, προς τον σκοπόν διασφαλίσεως της εισπράξεως του φόρου επί των κληρονομιών, θεσπίζε­ται απαγόρευσις εις τον οφειλέτην χρημάτων, ανηκόντων εις την κληρονομίαν, όπως καταβάλη ταύτα εις τον κληρονόμον αν μη προσαχθώσιν υπ' αυτού τα αναφερόμενα πιστοποιητικά, την προσαγωγήν των οποίων δέον όπως αξίωση προ πάσης καταβολής των οφειλομένων, από της προσαγωγής δε των οποίων καθίσταται ενεργός η υποχρέωσις του οφειλέτου προς καταβολήν των οφειλομένων εις τον κληρονόμον (σχετική ΑΠ 695/1955 ΝοΒ 4, 458). Ο οφειλέτης μέχρι της τοιαύτης προσαγωγής, ως έκτης διατάξεως συνάγεται, έχει αναβλητικήν της περί την εκπλήρωσιν της υποχρεώσεώς-του ένστασιν, δι' ης εμποδίζεται προσκαίρως η ενέργεια του αξιουμένου δικαιώματος. Και εν προκει­μένω, ως και υπό των καθ" ων συνομολογείται, ούτοι επισπεύδουν την εκτέλεσιν προς ικανοποίησιν της αναφερομένης απαιτήσεως των, ανηκούσης εις την κληρονομίαν του αποβιώσαντος και υπ’ αυτών κληρονομηθέντος Γ.Π., ως και εν τω προσβαλλόμενα) προ-γράμματι, προσαγομένω, αναφέρεται, χωρίς άμα να έχωσι προσαγάγει εις την ανακόπτουσαν οφειλέτιδα τα αναφερθέντα πιστοποιητικά, ίνα αύτη δυνηθή και καταβάλη το δι' ό η εκτέλεσις ποσόν. Εν όψει των ανωτέρω και του γεγονότος, ότι η ανακόπτουσα οφειλέτις δικαιούται κατά το άρθρον 1002 §2 ΠολΔ μέχρι της κατακυρώσεως να εξόφληση την απαίτησιν των υπέρ ης η εκτέλεσις, αύτη μέχρι της προσαγωγής των εν λόγω πιστοποιη­τικών έχει υποχρέωσιν να αρνηθή την καταβολήν του οφειλομένου ποσού. Ούτως αι καθ' ων ουχί νομίμως επισπεύδουν την εκτέλεσιν προς ικανοποίησιν της εν λόγω απαιτήσεώς-των και δι' ην, τη παραγγελία-των, εξεδόθη το προσβαλλόμενον πρόγραμμα, και δέον όπως, κατά παραδοχήν του πρώτου της ανακοπής λόγου, θεμελιουμένου εις την εκτεθείσαν παράλειψιν των καθ’ ων, εξ ης απορρέει η αναβλητική περί την εκπλήρωσιν της υποχρεώσεως της ανακοπτούσης ένστασις ταύτης, εμπίπτουσα εις τας υπό του άρθρου 933 προβλεπόμενος αντιρρήσεις, αίτινες ανάγονται γενικώς εις την απαίτησιν (βλ. περί τού­των Μπρίνια, Αναγκαστική εκτέλεσις, Ι 995 §§152 και 161. Μπέη, Αι διαδικασίαι ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, II σελ. 436), και κατόπιν της παραδοχής του οποίου - παρέλκει η έρευνα των λοιπών της ανακοπής λόγων, ακυρωθή το προσβαλλόμενον πρό­γραμμα. Οι καθ' ων, ως ηττώμενοι, δέον όπως καταδικασθώσιν εις την της ανακοπτούσης δικαστικήν δαπάνην.
Ενημερωτικόν σημείωμα
Είναι κατά πρώτον προβληματικόν αν η ρύθμισις του αρθρ. 57 § 1 ν. 1641/1919 αναστέλλει την εκτέλεσιν εκ μέρους των κληρονόμων του δανειστού ή μόνον την ικανοποίησίν-των από το πλειστηρίασμα.
Αλλά και υπό την πρώτην εκδοχήν είναι περαιτέρω προβληματικόν αν η ρύθμισις αύτη εναρμονίζεται με το Σύνταγμα.
Υπενθυμίζεται σχετικώς ότι κατά το Σύνταγμα έχει έκαστος απεριόριστον αξίωσιν παροχής εννόμου προστασίας, οι δε περιορισμοί, οι οποίοι τίθενται δια καθαρώς φορολο­γικούς σκοπούς, είναι συνταγματικώς αθέμιτοι (Μητσοπούλου, ΠολΔ, Ι σελ. 81). Ούτως έχει χαρακτηρισθή ως αντισυνταγματική η διάταξις του άρθρου 3 §4 ν. 4045/1960, καθ' ην είναι τάχα απαράδεκτος η συζήτησις αγωγής εξώσεως αν δεν προσαχθή βεβαίωσις του αρμοδίου οικονομικού εφόρου ότι τα μισθώματα του επιδίκου ακινήτου είχαν περιληφθή εις την δήλωσιν του φόρου εισοδήματος του προηγουμένου οικονομικού έτους (Μπέη, ΠολΔ εισαγωγή §3 σελ. 18).
Είναι όμως προβληματικόν κατά πόσον η συνταγματική κατοχύρωσις της αξιώσεως παροχής εννόμου προστασίας καταλαμβάνει και την αναγκαστικήν εκτέλεσιν ή περιορί­ζεται μόνον εις την διαγνωστικήν δίκην(...)».
8.9. Ειδική ελληνική βιβλιογραφία
Γέσιου - Φαλτσή, Υποκειμενικά όρια της εκτελεστότητος του εκ δικαστικού συμβιβα­σμού εκτελεστού τίτλου, Αρμ 26,6. Μαρινάκης, Το πρόβλημα του επιτρεπτού της αναγ­καστικής εκτέλεσης εναντίον του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των δημοσίων επιχειρήσεων, Δ 12, 733 επ. Σαμαρτζής, Περί χορηγήσεως ή μη κληρονομητηρϊου τη αιτήσει δανειστού του κληρονό­μου κατά τον ΚΠολΔ, ΝοΒ 17, 356.










 

================
==========

Σχόλια