Απόφαση 16 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 16/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ - ΑΜΟΙΒΗ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ

Απόφαση 16 / 2013    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 16/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια ....
συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Α. Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Διονύσου, που εδρεύει στον Άγιο Στέφανο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ζηκίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5700/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-5-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 27-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), σε περίπτωση έλλειψης ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων άρθρων. Το ελάχιστο αυτό όριο αυξάνεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υπόθεσης, που διεκπεραιώθηκε, τον αναλωθέντα χρόνο και τη σπουδαιότητα της υπόθεσης, τις ιδιάζουσες σ' αυτή περιστάσεις και γενικώς τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, που καταβλήθηκαν από μέρους του δικηγόρου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 100 παρ. 1, 2 του αυτού Κώδικα, το ελάχιστο όριο της αμοιβής για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής. Εάν το αίτημα αυτής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, το ελάχιστο όριο αμοιβής καθορίζεται κατά τα άνω με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 100 παρ. 1, 102 και 107 του αυτού ως άνω ν.δ. 3026/1934 "περί του κώδικος των δικηγόρων" σαφώς προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει και επιδικάσει στο δικηγόρο αμοιβή για σύνταξη αγωγής και προτάσεων οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής, που συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί από τον εναγόμενο ένσταση από το άρθρο 102 του κώδικα δικηγόρων, ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο, κάτι που μπορούσε να αντιληφθεί ο δικηγόρος, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, οπότε ο κανονισμός της αμοιβής δεν θα γίνει με βάση το αίτημα της αγωγής, αλλά με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί ύστερα από επιμελημένη εξακρίβωση των πραγμάτων, εκτός και αν για τον καθορισμό του αιτήματος της αγωγής συμμορφώθηκε σε έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική αξία, την οποία έχει το αντικείμενο της αγωγής κατά το χρόνο της άσκησής της ή, εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, κατά το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησής της και όχι κατά το χρόνο της παροχής της σχετικής υπηρεσίας από το δικηγόρο. Και τούτο, διότι κατά το χρόνο αυτό διαμορφώνεται τελικά, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της αγωγής και συνεπώς, οι προϋποθέσεις του προσδιορισμού της αξίας αυτού. Περαιτέρω, προκειμένου περί συντάξεως προτάσεων κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοδικείου συζήτηση της υποθέσεως, ρητώς ορίζεται από το άρθρο 107 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα, ότι το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου του μεν εναγομένου είναι ίσο με εκείνο που ορίζεται στα άρθρα 100 και επόμ. για τη σύνταξη της αγωγής, του δε δικηγόρου του ενάγοντος το ήμισυ αυτής, το οποίο είναι καταβλητέο, επίσης, κατά το άρθρο 107 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, ως αμοιβή των δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων για τη σύνταξη προτάσεων των επομένων συζητήσεων ενώπιον του αυτού δικαστηρίου. Προκειμένου δε περί σύνταξης προτάσεων ενώπιον του εφετείου, το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου αμφοτέρων των διαδίκων ορίζεται από το άρθρο 110 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα επί μεν της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης στο διπλάσιο εκείνου που ορίζεται στο άρθρο 107 παρ. 1 αυτού για το δικηγόρο του ενάγοντος, επί μεν των επομένων συζητήσεων στο διπλάσιο του οριζόμενου στο άρθρο 107 παρ. 2 αυτού ορίου. Από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 107 και 110, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 100 του ως άνω Κώδικα, προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη προτάσεων επί αγωγής, το αίτημα της οποίας δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, καθορίζεται επίσης με βάση την πραγματική αξία, που είχε το αντικείμενο αυτής κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Συνεπώς, η τυχόν μετά το χρόνο αυτό επερχόμενη αύξηση ή μείωση της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της διαφοράς δεν λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της ποσοστιαίας αμοιβής του δικηγόρου για μεταγενέστερες πράξεις του κατά τη διάρκεια της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Από το έτος 1980 ο ενάγων υπήρξε δικηγόρος της τότε Κοινότητας Διονύσου, η οποία του ανέθεσε τη διεκπεραίωση διαφόρων υποθέσεων. Μεταξύ αυτών ήταν και η διεκδίκηση εδαφικής έκτασης που κατείχετο από το Ταμείο Υγείας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης (Τ.Υ.Π.Ε.Τ.). Με την 47/10.5.1988 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου της τότε Κοινότητας, δόθηκε εντολή στον ενάγοντα να ασκήσει σχετική αγωγή. Ο ενάγων άσκησε την, από 18.7.1988, αγωγή του, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδώσει στην ενάγουσα Κοινότητα έκταση 43.022,65 τ.μ. που ανήκε στην ιδιωτική της περιουσία και 2.383,80 τ.μ. κοινοχρήστων χώρων και συνολικά 45.406,45 τ.μ. και να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 154.800.000 δραχμών, ως αποζημίωση για τη στέρηση προσόδων που θα της απέφερε η επίδικη έκταση, κατά τα έτη 1979 έως και 1988. Στην από 18.7.1988 διεκδικητική αγωγή, που συνέταξε ο ενάγων Δικηγόρος, υπολογίζει την αξία των επιδίκων ακινήτων σε 15.000.000 δρχ. ανά στρέμμα, ήτοι 15.000 δρχ. ανά τ.μ., όπως υπολογίζεται και από το Κοινοτικό Συμβούλιο στην προαναφερθείσα απόφασή του. Στην ένδικη αγωγή του, ο ενάγων υπολογίζει την, κατά τ.μ., αξία των οικοπέδων της περιοχής σε 25.000 δρχ., κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, η εξετασθείσα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυς του ενάγοντος Δικηγόρου, Κ. Β. αναφέρει ότι η αξία της έκτασης ανά τ.μ., κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανερχόταν σε 35.000 έως 36.000 δρχ., ενώ ο μάρτυς του εναγομένου Δήμου καταθέτει ότι δεν μπορεί να προσδιορισθεί η αξία της επίδικης έκτασης, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, γιατί δεν υπήρχαν αντικειμενικές αξίες. Από το έγγραφο 9450/18.5.2007 της Δ.Ο.Υ. Αγίου Στέφανου, προκύπτει ότι η αξία της επίδικης έκτασης ανέρχεται σε 25 ευρώ το τ.μ. (8.519 δρχ.), κατά το χρόνο αυτό (18.5.2007). Ενόψει αυτών και του γεγονότος ότι πρόκειται για ενιαία οικοδομική έκταση μη οικοδομήσιμη, κατάλληλη μόνο για κατασκηνώσεις, camping και παρεμφερείς χρήσεις, η αξία του τ.μ., κατά το χρόνο άσκησης της διεκδικητικής αγωγής, ανερχόταν σε 4 ευρώ (1.363 δρχ.), κατά την κρίση του Δικαστηρίου και συνολικά για ολόκληρη την επίδικη έκταση σε 181.625,80 ευρώ ή 61.888.991 δρχ. Περαιτέρω, ο ενάγων στη διεκδικητική αγωγή σωρεύει και αίτηµα αποζημίωσης για την στέρηση προσόδων που θα απέφερε η επίδικη έκταση, κατά τα έτη 1979 έως και 1988, την οποία υπολογίζει συνολικά σε 154.800.000 δρχ. και ειδικότερα για τα έτη 1979, 1980 και 1981 συνολικά σε 30.960.000 δρχ., για τα έτη 1982, 1983, 1984, 1985 συνολικά 61.920.000 δρχ. και για τα έτη 1986, 1987 και 1888 συνολικά 61.920.00 δρχ. Ενόψει του χαρακτήρα της εδαφικής έκτασης, που είναι κατάλληλη µόνο για κατασκηνώσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ετήσιες πρόσοδοι που θα απέφερε η εκμετάλλευση της έκτασης στην Κοινότητα, ανέρχονταν σε 100.000 δρχ. για το 1979, 130.000 δρχ. για το 1980, 150.000 δρχ. για το 1981, 170.000 δρχ. για το 1982, 200.000 δρχ. για το έτος 1983, 220.000 δρχ. για το έτος 1984, 230.000 δρχ. για το έτος 1985, 240.000 δρχ. για το έτος 1986, 250.000 δρχ. για το έτος 1987, και 260.000 δρχ. για το έτος 1988 και συνολικά 1.950.000 δρχ. ή 5.722,67 ευρώ. Ήτοι, συνολικά κατ' άρθρο 101 Κωδ. Δ., το αντικείμενο της δίκης ανερχόταν σε 61.888.991 + 1.950.000 δρχ.= 63.838.991 δρχ. ή 187.348,47 ευρώ. Σημειωτέον, ότι για τον υπολογισµό της ποσοστιαίας αµοιβής του Δικηγόρου επί του αντικειμένου της αγωγής, λαµβάνεται υπ' όψιν ο χρόνος της πρώτης συζήτησης αυτής. Η αµοιβή του ενάγοντος για τη σύνταξη της αγωγής ανέρχεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής (άρθρο 100 παρ. 1 Κωδ. Δ.) ήτοι: 63.838.991 δρχ. Χ 2% = 1.276.779,80 δρχ. ή 3.746,96 ευρώ. Στις 12.5.1989 συζητήθηκε η αγωγή στο Πολυµελές Πρωτοδικείο Αθηνών και η αµοιβή του ενάγοντος για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων ανέρχεται στο ήµισυ της αµοιβής για τη σύνταξη της αγωγής (άρθρο 107 παρ. 1 Κωδ. Δ.), ήτοι 63.838.991 δρχ. ή 1.873,48 ευρώ (63.838,991 δρχ. Χ 1%), ενώ η αµοιβή του για την παράσταση στο ακροατήριο, σύµφωνα µε το άρθρο 109 του Κωδ. Δ. : 40 δρχ. Χ 140 µονάδες (συντελεστής υπολογισµού των δικηγορικών αµοιβών, βάσει της ΥΑ 12398/9.2.1989, Φ.Ε.Κ. 131/Β/ 21.2.1989) = 5.600 δρχ. ή 16,43 ευρώ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, µε την υπ' αριθ. 5569/1989 οριστική του απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη. Κατά της απόφασης αυτής, ο ενάγων άσκησε την από 16.11.1990 έφεση. Η αµοιβή του για τη σύνταξη της έφεσης ανέρχεται, κατ' άρθρο 125 παρ. 2 Κωδ. Δ. σε 40 δρχ. Χ 140 = 5.600 δρχ. ή 16,43 ευρώ. Η έφεση συζητήθηκε στις 5.3.1991 και εκδόθηκε η απόφαση 8136/1991 του Εφετείου Αθηνών, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση, προκειμένου να προσκομισθεί έγκριση του Κοινοτικού Συμβουλίου για την άσκηση της έφεσης. Με κλήση του ενάγοντος προσδιορίσθηκε η συζήτηση για τις 10.3.1992 και εκδόθηκε η απόφαση 3254/1992 του Εφετείου, η οποία έκρινε ορισμένη την αγωγή και την παρέπεμψε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για κατ' ουσίαν κρίση. Η αμοιβή του ενάγοντος για δύο παραστάσεις στο Εφετείο (άρθρο 111 Κωδ. Δ.), ανέρχεται σε 50 δρχ. Χ 2 Χ 140 = 14.000 δρχ. ή 41,08 ευρώ. Για τη σύνταξη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου (άρθρο 110 Κωδ. Δ.) η αμοιβή του ανέρχεται σε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της δίκης, ήτοι 63.838.991 δρχ. Χ 2% = 1.276.779 δρχ. ή 3.746,96 ευρώ. Με κλήση του ενάγοντος συζητήθηκε η υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στις 4.6.1993, το οποίο εξέδωσε την 5287/1993 προδικαστική του απόφαση. Η αμοιβή του για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ανέρχεται σε 1% επί του αντικειμένου της αγωγής (άρθρο 107 παρ. 1 Κωδ. Δ.) ήτοι 63.838.991 δρχ. Χ 1% = 638.389 δρχ. ή 1.873,48 ευρώ. Μετά το πέρας της διεξαγωγής των αποδείξεων, η υπόθεση συζητήθηκε, μετ' απόδειξιν, στις 3.3.1995. Για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, κατά τη συζήτηση αυτή, η αµοιβή του ενάγοντος ανέρχεται σε 1% επί του αντικειμένου της αγωγής (άρθρο 107 παρ. 2 Κωδ. Δ.), ήτοι 1.873,48 ευρώ, ως ανωτέρω. Εν τέλει, εκδόθηκε η υπ' αριθµόν 7454/1995 οριστική απόφαση του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, µε την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, ως προς τα αιτήµατα περί αναγνώρισης κυριότητας και περί απόδοσης στην ενάγουσα των επίδικων εδαφικών τµηµάτων, ενώ απορρίφθηκε ως αβάσιµο κατ' ουσίαν το αίτηµα περί αποζηµιώσεως. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις το εναγόµενο Τ.Υ.Π.Ε.Τ. και η Α.Ε. ΔΙΟΝΥΣΟΣ που είχε ασκήσει πρόσθετη παρέµβαση υπέρ του εναγοµένου. Οι εφέσεις συζητήθηκαν στο Εφετείο Αθηνών στις 13.1.1998. Για τη σύνταξη προτάσεων επί της έφεσης του Τ.Υ.Π.Ε.Τ., ο ενάγων δικαιούται αµοιβής, κατ' άρθρο 110 παρ. 1 Κωδ. Δ., ίσης µε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της δίκης, ήτοι 61.888.991 δρχ. Χ 2% = 1.237.779 δρχ. ή 3.632,51 ευρώ. Σημειωτέον ότι αντικείμενο της δίκης στο Εφετείο ήταν µόνο η διεκδικητική αγωγή και όχι και η αποζημίωση. Για τη σύνταξη προτάσεων επί της έφεσης της Α.Ε. ΔΙΟΝΥΣΟΣ, η αµοιβή του ενάγοντος ανέρχεται σε 80 δρχ. Χ 140 = 11.200 δρχ. ή 32,86 ευρώ (άρθρο 110 παρ. 1 Κωδ. Δ.). Επίσης, για την παράστασή του στις δύο εφέσεις δικαιούται το ποσό των 14.000 δρχ. ή 41,08 ευρώ (50 δρχ. Χ 2 Χ 140, άρθρο 111 Κωδ. Δ.). Επί των άνω εφέσεων εκδόθηκε η 1370/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε αυτές. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αναιρέσεις τόσο το Τ.Υ.Π.Ε.Τ. όσο και η Α.Ε. ΔΙΟΝΥΣΟΣ, οι οποίες συζητήθηκαν στις 19.3.2003 ενώπιον του Αρείου Πάγου. Για τη σύνταξη προτάσεων επί των άνω αναιρέσεων, ο ενάγων δικαιούται αμοιβής, σύμφωνα με το άρθρο 112 του Κωδ. Δ.: 2 Χ 250 δρχ. Χ 140= 70.000 δρχ. ή 205,42 ευρώ, ενώ για δύο παραστάσεις ενώπιον του Αρείου Πάγου δικαιούται, κατ' άρθρο 113 Κωδ. Δ., το ποσό των 28.000 δρχ. ή 82,17 ευρώ (2 Χ 100 δρχ. Χ 140, άρθρο 113 Κωδ. Δ). Επί της αναίρεσης του Τ.Υ.Π.Ε.Τ. εκδόθηκε η απόφαση 790/2003 του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση 1370/1998 του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, ενώ επί της αναίρεσης της Α.Ε. ΔΙΟΝΥΣΟΣ, εκδόθηκε η απόφαση 937/2003 που απέρριψε την αναίρεση. Ο ενάγων με την από 14.7.2003 κλήση του, επανέφερε προς συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών την από 15.4.1997 έφεση του Τ.Υ.Π.Ε.Τ. κατά της οριστικής απόφασης 7454/1995 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η έφεση συζητήθηκε στις 16.9.2003 και εκδόθηκε η 8421/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, ο ενάγων δικαιούται κατ' άρθρο 110 παρ. 1 Κωδ. Δ. αμοιβής ίσης προς το 2% επί του αντικειμένου της δίκης, ήτοι 61.888.991 δρχ. Χ 2% = 1.237.779 δρχ. ή 3.632,51 ευρώ, ενώ για την παράστασή του ενώπιον του Εφετείου (άρθρο 111 Κωδ. Δ.) δικαιούται 50 δρχ. Χ 140 = 7.000 δρχ. ή 20,54 ευρώ. Κατά της απόφασης 8421/2003 του Εφετείου Αθηνών, το Τ.Υ.Π.Ε.Τ. άσκησε αναίρεση, η οποία συζητήθηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου στις 5.10.2005. Για τη σύνταξη προτάσεων επί της αναίρεσης, ο ενάγων δικαιούται αμοιβής, σύμφωνα με το άρθρο 112 Κωδ. Δ.: 250 δρχ. Χ 140 = 35.000 δρχ. ή 102,71 ευρώ, ενώ για την παράστασή του, σύμφωνα με το άρθρο 113 Κωδ. Δ., 14.000 δρχ. ή 41,08 ευρώ (δρχ. 100 Χ 140). Επί της αναίρεσης εκδόθηκε η 69/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα αναίρεση και περατώθηκε πλέον αμετάκλητα η υπόθεση. Για όλες τις προαναφερθείσες ενέργειες του ενάγοντος εκδόθηκαν σχετικές αποφάσεις του κοινοτικού συμβουλίου της τότε Κοινότητας Διονύσου, που έδιδαν σ' αυτόν την αντίστοιχη εντολή, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις του 47/10.5.1988, 98/11.9.1991, 140/25.5.1997, 133/14.9.2005. Σύνολο αμοιβής του ενάγοντος: 20.979,18 ευρώ (3.746, 96 + 1.873,48 + 16,43 + 16,43 + 41,08 + 3.746,96 + 1.873,48 + 1.873,48 + 3.632,51 + 32,86 + 41,08 + 205,42 + 82,17 + 3.632,51 + 20,54 + 102,71 + 41,08). Για τη σύνταξη προτάσεων και τις παραστάσεις του ενάγοντος ενώπιον του Εφετείου και του Αρείου Πάγου, κατά τις δικασίμους της 19.3.2003, 16.9.2003 και 5.10.2005, για τις οποίες ζητεί εύλογη αμοιβή, κατ' άρθρο 98 Κωδ.Δ., το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού, που να δικαιολογεί την αύξηση των ελαχίστων ορίων αμοιβής του ενάγοντος, δεδομένου ότι ο τελευταίος ήταν άριστος γνώστης της υπόθεσης, την οποία χειριζόταν επί πολλά έτη και δεν συνέτρεξαν ιδιάζουσες περιστάσεις που να δυσχεράνουν την επιστημονική του εργασία. Με βάση τα παραπάνω, δεχθέν τον προβληθέντα παραδεκτά ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου, ότι το αίτημα της αγωγής ήταν εξογκωμένο, έκρινε, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 300.000 ευρώ, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, όπως βάσιμα υποστηρίζει με τους σχετικούς λόγους της έφεσής του ο Δήμος Διονύσου. Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την 6/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το παραπάνω ποσό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι όφειλε το Εφετείο να εφαρμόσει τη διάταξη της δεύτερης περιόδου του άρθρου 102, που εισάγει εξαίρεση από τη διάταξη που αναφέρεται στο προφανώς εξογκωμένο αίτημα, είναι απαράδεκτη, ελλείψει νομίμου προϋποθέσεως, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι, ενώπιον του Εφετείου, πρότεινε, παραδεκτά, τον αυτοτελή και καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό, ότι δια τον καθορισμό του αιτήματος της αγωγής, συνεμορφώθη προς έγγραφον εντολήν του εντολέως του ή του αντιπροσώπου του. Κατά συνέπεια, οι πρώτος, έβδομος και όγδοος (κατά το πρώτο μέρος του) λόγοι της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ακόμη, το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο, διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προεκτιθεμένων διατάξεων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής του αναιρεσείοντος, για τη σύνταξη της αγωγής, έφεσης, προτάσεων κ.λπ. επί της άνω αγωγής, με βάση την πραγματική αξία, που είχε το αντικείμενο αυτής κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησής της, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όχι το προφανώς εξογκωμένο αίτημα, που αναφέρεται στην αγωγή. Επομένως και ο ένατος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν προέβη στην ερμηνεία του περιεχομένου του ή το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, έγγραφο νοείται το αποδεικτικό έγγραφο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 442 ΚΠολΔ. Τέτοιο είναι και το διαδικαστικό έγγραφο της αγωγής, επί άλλης δίκης, κατά το μέτρο που προσκομίζεται, προς απόδειξη γεγονότων, περί των οποίων έχει κατά το νόμο, δεσμευτική αποδεικτική δύναμη.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τους δεύτερο, πέμπτο και όγδοο (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγους της αναίρεσής του, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην παραδοχή ότι το αίτημα της ένδικης αγωγής ήταν προφανώς εξογκωμένο και στην πραγματική αξία του ακινήτου, παραμόρφωσε, αντίστοιχα, 1) το περιεχόμενο της, από 18-7-1988, αγωγής του αναιρεσίβλητου, την οποία ο ίδιος είχε συντάξει, με το να δεχθεί, μεταξύ των άλλων, ότι ο ίδιος, με αυτήν, υπολογίζει την αξία των επιδίκων ακινήτων σε 15.000.000. δρχ. και 2) της 9450/18-5-2007 βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ. Αγίου Στεφάνου, με το να δεχθεί ότι το έγγραφο αυτό καθορίζει την αντικειμενική αξία του επιδίκου ακινήτου στο ποσό των 25 ευρώ ανά τ.μ. Όμως οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην παραπάνω κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα παραπάνω έγγραφα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, δίχως απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Με τον τρίτο, από τους αρ. 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, ότι το επίδικο ακίνητο είχε μειωμένη αξία, έλαβε υπόψη του "απλή προβολή αντίστοιχου επιχειρήματος, που δεν στηριζόταν σε κανένα πραγματικό στοιχείο, ούτε σε διατάξεις νόμων, ότι δήθεν το επίδικο ακίνητο έχει μειωμένη αξία διότι δήθεν σε αυτό δεν κτίζονται κατοικίες", δίχως, δηλαδή, τη νομότυπη προβολή σχετικού ισχυρισμού και την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων. Όμως τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλείται, δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό αλλά, όπως και ο ίδιος συνομολογεί, επιχείρημα. Περαιτέρω, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ως προς την πραγματική αξία του επιδίκου, κατά το χρόνο άσκησης της διεκδικητικής αγωγής, από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και τα έγγραφα που αναφέρονται σ' αυτήν. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 8 είναι απαράδεκτος και από τον αρ. 10 είναι αβάσιμος. Εξάλλου, για τον ίδιο λόγο, είναι απαράδεκτος και ο, από τον αρ. 8, όγδοος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος αναίρεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι διάδικοι με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε σε αυτό με επίκληση για απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του, για την αξία του επιδίκου ακινήτου και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τις 1) από 25-9-2006 (αρ. κατ. 1477/2006) και 24-9-2008 (αρ. κατ. 1163/2008) αιτήσεις του Δήμου Διονύσου κατά του Τ.Υ.Π.Ε.Τ. στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος του προσκυρωτέου ακινήτου, το οποίο απετέλεσε το αντικείμενο της δίκης για το οποίο ζητείται η αμοιβή του και 2) αντίγραφα περιοδικών και εφημερίδων. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματός του, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και συνεπώς, από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι τούτο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα του, και τα παραπάνω έγγραφα, μη προκύπτοντος του αντιθέτου από την αποδεικτική αξία, την οποία, κατά την, ανέλεγκτη, επί της ουσίας κρίση του, προσέδωσε σ' αυτά. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 9 α, β ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, κατά παράβαση της καθιερούμενης με το άρθρο 106 KΠολΔ αρχής της διάθεσης, επιδίκασε αξίωση που δεν ζητήθηκε ή περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, με την έννοια, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση καθορίστηκε η αξία του επιδίκου στα 25 ευρώ το τ.μ. την 18-5-2007 και κατά το χρόνο άσκησης της διεκδικητικής αγωγής στο ποσό των 4 ευρώ, αν και 1) το αίτημα του αναιρεσίβλητου ήταν να μην οριστεί τιμή μεγαλύτερη της αντικειμενικής των 466 ευρώ και 2) δεν ισχυρίστηκε ότι το ποσό της χρηματικής απαιτήσεως είναι υπερβολικό. Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος διότι, από τις, με χρονολογία 29-5-2007, προτάσεις της εναγομένης, (στη θέση της οποίας υπεισήλθε ο αναιρεσίβλητος), που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι αυτή προέβαλε, παραδεκτά, τον ισχυρισμό, ότι το αίτημα της αγωγής είναι υπερβολικά εξογκωμένο και ζήτησε να προσδιοριστεί η αξία του στην πραγματική, με τη διεξαγωγή μάλιστα έγγραφης πραγματογνωμοσύνης, τον ισχυρισμό δε αυτό και το αντίστοιχο αίτημα, επανέφερε και ενώπιον του εφετείου, με την έφεσή της, με την οποία και πάλι ζήτησε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, την οποία, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο δεν διέταξε, διότι καθόρισε την πραγματική αξία του επιδίκου αντικειμένου στα πλαίσια της ελεύθερης εκτίμησης του αντικειμένου της διαφοράς (άρθ. 8 του ΚΠολΔ).
Όπως προκύπτει από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 98 του Κώδικος δικηγόρων η επιδίκαση από το δικαστήριο στο δικηγόρο αυξημένης αμοιβής σε σχέση προς την οριζόμενη στα άρθρα 100 και επ. του ίδιου κώδικα αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της υπόθεσης που διεκπεραιώθηκε, του χρόνου που καταναλώθηκε, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και εν γένει των δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών που έλαβαν χώρα, απόκειται στη ρητώς στη διάταξη αυτή αναφερόμενη κρίση τούτου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα προς το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι απορρέει από τη συνδρομή και εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που προσδιορίζουν το βαθμό σπουδαιότητας της επιστημονικής εργασίας που παρασχέθηκε, την αξία και το είδος της υπόθεσης και τις λοιπές με αυτήν σχετιζόμενες εν γένει περιστάσεις και ενέργειες. Κατά την ανέλεγκτη δε εκτίμηση των ανωτέρω όρων και προϋποθέσεων μπορεί το δικαστήριο να επιδικάσει και τα για κάθε περίπτωση καθοριζόμενα κατώτατα όρια δικηγορικής αμοιβής, εφόσον ήθελε κρίνει ότι δεν δικαιολογείται ο προσδιορισμός τέτοιας αυξημένης αμοιβής.
Εν προκειμένω, όπως ρητώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία επιδικάστηκαν στον αναιρεσείοντα για τις αναφερόμενες σ' αυτήν δικηγορικές ενέργειες τούτου τα κατώτατα όρια της νόμιμης αμοιβής του, για τη σύνταξη προτάσεων και τις παραστάσεις του, ενώπιον του Εφετείου και του Αρείου Πάγου, κατά τις δικάσιμους της 19.3.2003, 16.9.2003 και 5.10.2005, για τις οποίες ζητεί εύλογη αμοιβή, κατ' άρθρο 98 Κωδ. Δ., το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού που να δικαιολογεί την αύξηση των ελαχίστων ορίων αμοιβής του ενάγοντος, δεδομένου ότι ο τελευταίος ήταν άριστος γνώστης της υπόθεσης, την οποία χειριζόταν επί πολλά έτη και δεν συνέτρεξαν ιδιάζουσες περιστάσεις που να δυσχεράνουν την επιστημονική του εργασία. Επομένως προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη για το γενόμενο κατά τον ως άνω τρόπο προσδιορισμό της αμοιβής οι διαλαμβανόμενοι στο άρθρο 98 του δικηγορικό κώδικα προσδιοριστικοί όροι. Ενόψει τούτων ο δέκατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, κατά μεν το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 98 του Κωδ. Δικηγόρων και του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 2753/99, είναι αβάσιμος και κατά το δεύτερο, δηλαδή, της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών (άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), σε σχέση με τη μη επιδίκαση περαιτέρω αυξημένης αμοιβής για τις γενόμενες ενέργειές του, είναι απαράδεκτος, αφού η κρίση αυτή είναι ανέλεγκτη. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, μειωμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ και 281 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 4-5-2011 αίτηση του αναιρεσείοντος για την αναίρεση της 5700/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια