ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΟΑΕΔ - STAGE ΑΓΩΓΗ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΓΙΑ ΜΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΗ - ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ


                                                                                                                                                                           ΑΤΕΛΩΣ ΓΙΑ ΤΟΝ Ο.Α.Ε.Δ.
                                                                                                                                 ΑΡΘΡΟ 14 § 1 Ν.1545/1985
                                                                                                                                ΑΡΘΡΟ 19 § 2 Ν.2224/1994
                                                                                                                                  ΑΡΘΡΟ 28 § 4 Ν. 2579/1998

 

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

(Διαδικασία Εργατικών Διαφορών)

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Εθν. Αντιστάσεως αρ. 8, Άλιμος) και εκπροσωπείται νόμιμα.

 

Κ Α Τ Α

1. Της ......


---------------------------------------

Φέρεται προς συζήτηση  ενώπιόν σας η από ………… αγωγή της αντιδίκου εναντίον του Οργανισμού μας και του Δήμου Πέτρας, την οποία αποκρούομε ως απαράδεκτη, αόριστη, ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη και γι’ αυτό απορριπτέα, για τους παρακάτω νόμιμους και βάσιμους λόγους:

Α.     ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ
1.       ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΛΛΕΙΨΕΩΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ
Κάθε πρόγραμμα εργασιακής εμπειρίας («stage») υλοποιείται κατ’ εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Απασχόληση, όπως αυτή έχει θεσπιστεί με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997) και εξειδικεύεται με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης των Κρατών μελών, τα οποία υποχρεούνται να τις μετατρέπουν σε εθνικά κανονιστικά, διοικητικά ή άλλα μέτρα, εν προκειμένω στις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998 και στις κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση των ως άνω διατάξεων.
Ως εκ τούτου και επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 51 παρ. 1 του Ν. 3659/2008 (ΦΕΚ Α΄77), «στο άρθρο 1 του Ν. 1406/1983 (ΦΕΚ 182 Α΄), όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 4, ως εξής:«4. Στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας, οι διαφορές που προκύπτουν:
…………………………………………………………………………………………
στ) από πράξεις, οι οποίες εκδίδονται με βάση τις κοινοτικές και εθνικές διατάξεις, οι οποίες διέπουν την κοινή οργάνωση αγορών και αφορούν στην καταβολή των προβλεπόμενων από τις ανωτέρω διατάξεις κοινοτικών ενισχύσεων, επιδοτήσεων και λοιπών χρηματικών παροχών ή στην επιβολή κάθε σχετικού μέτρου ή κυρώσεως», καθίσταται προφανές ότι η προκείμενη επίδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και όχι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

2.         ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΛΛΕΙΨΕΩΣ ΠΑΘΗΤΙΚΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΕΩΣ
Η ενάγουσα έλαβε μέρος στο πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) ανέργων σε ΟΤΑ Α’ και Β΄ Βαθμού και ειδικότερα στο Δήμο Πέτρας σύμφωνα με τις υπ’ αριθμ. 31220/17.7.2007 και 17948/540/8.7.2009 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας & Οικονομικών και Απασχόλησης & Κοινωνικής Προστασίας.
Σύμφωνα με τις ως άνω ΚΥΑ ο Οργανισμός μας υπήρξε κατά την υλοποίηση των ως άνω προγραμμάτων απλός διαχειριστής των προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας έχοντας μόνη αρμοδιότητα τη διαχείριση, παρακολούθηση, αξιολόγηση και έλεγχο των προγραμμάτων, ενώ φορέας υλοποίησης των προγραμμάτων υπήρξε αποκλειστικά και μόνο ο ΔΗΜΟΣ ΠΕΤΡΑΣ και όχι ο Οργανισμός μας. Αυτό αποδεικνύεται και από το πραγματικό γεγονός ότι η αιτούσα υλοποίησε τα προγράμματα σε υπηρεσίες του Δήμου Πέτρας, προκειμένου να καταρτισθεί επαγγελματικά, ούτως ώστε όταν θα έληγε η σύμβαση μαθητείας της  (όπως αυτή περιγράφεται αναλυτικότερα παρακάτω στο παρόν σημείωμά μας) θα ήταν έτοιμη να απασχοληθεί στην ευρύτερη αγορά εργασίας και θα είχε εξασφαλίσει μόρια σε περίπτωση που συμμετείχε σε διαγωνισμό ΑΣΕΠ (αρθρ. 24 παρ.8 ν. 3200/2003).
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 20 παρ.15 του Ν.2639/1998 και, κατ’ εφαρμογή των κατευθυντηρίων γραμμών για την απασχόληση του Συμβουλίου της  Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Απασχόληση (άρθρο 128 των Ενοποιημένων Συνθηκών), θεσπίστηκε για τον ΟΑΕΔ η δυνατότητα υλοποίησης προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage). Τα προγράμματα αυτά (stage) αποτελούσαν προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας για άνεργους απόφοιτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και απόφοιτους Λυκείου και είχαν σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας εκ μέρους των ανέργων και στην συνέχεια την προσαρμογή των επαγγελματικών τους προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στον τομέα της ειδίκευσής τους. Κάθε ενδιαφερόμενος άνεργος υπέβαλε προς την Τ.Υ. Προγραμμάτων STAGE μια «αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος- υπεύθυνη δήλωση» για έναν νομό και αντίστοιχο «Φορέα Υλοποίησης προγράμματος». Εν προκειμένω ο φορέας υλοποίησης του προγράμματος, ήταν ο Δήμος Πέτρας.
Η υποχρέωση του ΟΑΕΔ ήταν μόνο η καταβολή της εκπαιδευτικής αποζημίωσης βάσει του προγράμματος, ενώ ο φορέας υλοποίησης ήταν ο μόνος υπεύθυνος για την εκτέλεση του προγράμματος, αφού η εκπαιδευτική διαδικασία ελάμβανε χώρα στις υπηρεσίες του και με αποκλειστική επιμέλειά του.
Η Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (αρ. 648 επ. Α.Κ.) είναι η αμφοτεροβαρής ενοχική σύμβαση του Ιδιωτικού δικαίου, με την οποία ο μισθωτός παρέχει την εργασία του, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, με μισθό, αδιάφορα από τον τρόπο που αυτός καθορίζεται και καταβάλλεται (δηλαδή μηνιαίος μισθός, ημερομίσθιο, με ποσοστά, κατ’ αποκοπή κλπ) και υποβάλλεται έναντι του εργοδότη σε νομική (προσωπική) και οικονομική εξάρτηση (ΑΠ 185/2000, ΑΠ 672/2000, ΕΑΕΔ 2002, Εφ.Αθ. 9903/1997, Εφ.Αθ. 997/2000, Εφ.Αθ. 436/2001, ΔΕΝ 2001, ΑΠ 1356/1992, ΕΕΔ 52, 270, ΑΠ 947/1992, ΕΕΔ. 52,890, ΑΠ 1984/1990, ΕΕΔ 50,795, ΑΠ 1822/1990, ΕΕΔ50, 535, ΑΠ 1172/1991, ΕΕΔ 52, 157, ΑΠ 329/1990 ΔΕΝ 47, 283, ΑΠ 1898/1987, ΔΕΝ 44, 1195, ΑΠ 107/1987, Ελλ.Δνη 29, 294, ΑΠ 740/1984, ΔΕΝ 41, 502).
 Συνεπώς τα ουσιώδη συνθετικά στοιχεία της Σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, για τα οποία πρέπει υποχρεωτικά να υπάρχει συμφωνία των μερών είναι: η εργασία, η σχέση εξάρτησης και ο μισθός όπως και αν αυτός καταβάλλεται.
Όταν ο εργαζόμενος προσφέρει τις υπηρεσίες του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, βρίσκεται σε καθεστώς νομικής (προσωπικής) και οικονομικής εξάρτησης έναντι του εργοδότη του. Ο όρος νομική (προσωπική) εξάρτηση σημαίνει, ότι ο μισθωτός κατά την εκτέλεση της εργασίας του, έχει υποχρέωση, να συμμορφώνεται στις εντολές και στις οδηγίες του εργοδότη (ή του νομίμου εκπροσώπου του) και να υπακούει στις εκάστοτε διαταγές και κατευθύνσεις του, σχετικά με το είδος, τον τρόπο, το χρόνο και το τόπο εκτέλεσης της εργασίας, χωρίς να ευθύνεται για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος. Ο εργοδότης, δηλαδή, έχει πάντοτε δικαίωμα εποπτείας και καθοδήγησης της παρεχόμενης εργασίας, καθώς και επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του μισθωτού.
Ο όρος οικονομική εξάρτηση σημαίνει, ότι ο μισθωτός εργάζεται για λογαριασμό  άλλου προσώπου, προς όφελος του οποίου η εργασία του παράγει οικονομικό αποτέλεσμα, με καταβολή αντιμισθίας, χωρίς, όμως, να έχει σημασία ο τρόπος της αμοιβής του (Α.Π. 1047/1992. Α.Π. 859/1996, Ε.Ε.Δ 1998. Εφ Πειρ. 810/1992, Ε.Ε.Δ. 1993). Ως  τακτικός μισθός (τακτικές αποδοχές) θεωρείται κάθε εργοδοτική παροχή (σε χρήμα ή σε είδος), η οποία καταβάλλεται στον εργαζόμενο τακτικά και μόνιμα ως αντάλλαγμα (συμβατικό ή νόμιμο) της παρεχόμενης εργασίας του. Όπως γίνεται δηλαδή ευκόλως κατανοητό, απαραίτητο στοιχείο της εξαρτημένης εργασίας  είναι η ρητή ή σιωπηρή συμφωνία για την πληρωμή από τον εργοδότη αμοιβής (ΑΠ 422/1994, ΕΕΔ 54 934), η οποία αν δεν συμφωνήθηκε τεκμαίρεται κατ΄ άρθρο 649 ΑΚ. Δεν αποτελεί όμως απαραίτητο στοιχείο και ο τρόπος καταβολής του μισθού, αν δηλαδή  προσδιορίζεται κατά χρονική περίοδο ή κατά μονάδα εργασίας, κατ΄ αποκοπή, με φιλοδωρήματα των πελατών ή αν καταβάλλεται αμοιβή κατ΄ είδος. Επίσης δεν επηρεάζει το κύρος της σχέσης εργασίας εάν την αμοιβή δεν καταβάλει ο ίδιος ο εργοδότης αλλά άλλος για λογαριασμό του.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι στην προκείμενη υπόθεση υποκρύπτεται σχέση εξηρτημένης εργασίας ΕΠ ΟΥΔΕΝΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΕΙ ΟΤΙ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΟΑΕΔ ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ καθώς μόνο ο τρόπος δήθεν αμοιβής – εκπαιδευτικής αποζημίωσης  ο οποίος συντελείτο προς ταμειακή διευκόλυνση του δημοσίου μέσω του ΟΑΕΔ, δεν επηρεάζει την υπόσταση του εικαζόμενου εργοδότη ο οποίος θα μπορούσε να είναι μόνο ο Δήμος Πέτρας, καθώς η υποτιθέμενη «εργασία» της ενάγουσας παρήγαγε οικονομικό αποτέλεσμα αποκλειστικά γι αυτόν.
  
3.       ΕΝΣΤΑΣΗ ΑΟΡΙΣΤΙΑΣ
             Στην προκείμενη περίπτωση η υπό κρίση αγωγή είναι αόριστη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι η αντίδικος δεν αναφέρει με ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν το περιεχόμενο της. Ειδικότερα, επικαλείται γενικόλογα ότι απασχολείτο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ότι δήθεν δεν είχε σχέση μαθητείας με τον Οργανισμό μας συμμετέχοντας σε πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας αλλά ότι δήθεν κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες χωρίς όμως να αναφέρει ποιες ακριβώς ήταν οι πάγιες και διαρκείς ανάγκες της συγκεκριμένης υπηρεσίας που ισχυρίζεται ότι δήθεν εξυπηρετούσε. Αναφέρει δε γενικόλογα ότι ασχολήθηκε με διοικητικά καθήκοντα, δεν αναφέρει όμως κανένα συγκεκριμένο γεγονός από το οποίο να προκύπτει, ότι η προαναφερόμενη δραστηριότητά της δεν αποτελεί απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στον συγκεκριμένο τομέα αλλά παρέχεται προς κάλυψη παγίων αναγκών, το οποίο να αποτελεί το παραγωγικό γεγονός της ασφαλιστέας κατάστασης (βλ. Βαθρακοκοίλης  Ερμηνεία Κωδ.Πολ.Δικ.  τόμος Δ΄ αρθρ.688 σελ 78) αλλά προβαίνουν σε μια γενικόλογη αναφορά ότι ταυτίζονται από άποψη συνθηκών και εξυπηρέτησης παγίων και διαρκών αναγκών με το τακτικό προσωπικό. Κατά συνέπεια η ενάγουσα δεν αναλύει ως έδει για το ορισμένο της αγωγής πώς δικαιολογείται η εναλλαγή των διευθύνσεων στις οποίες υλοποιούσε τα προγράμματα, με ποιους άλλους υπαλλήλους διεκπεραίωνε τα καθήκοντά της, πως στοιχειοθετείται η αναγκαιότητα παρουσίας της στην υπηρεσία, εάν μετά την αποχώρησή της αντικαταστάθηκαν από άλλους που εκτελούσαν το ίδιο έργο με αυτή και γενικά δεν αναπτύσσει κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών εκ μέρους της. Αντίθετα από την αγωγή της προκύπτει ότι υλοποίησε το πρόγραμμα σε διαφορετικές διευθύνσεις προκειμένου να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία σε διάφορα αντικείμενα που θα την βοηθούσε στην επαγγελματική της σταδιοδρομία.
Σε κάθε περίπτωση είναι η αόριστη η αγωγή της και στο μέτρο που αποπειράται να θεμελιώσει δήθεν εργοδοτική σχέση με τον ΟΑΕΔ , αφού ουδέν στοιχείο επικαλείται ή προσκομίζει προς επίρρωση αυτού του αόριστου και αναληθούς ισχυρισμού της. 
                                                                                                                                                                                                      
      4. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ
 Σε κάθε περίπτωση οι σχετικές  αξιώσεις της αντιδίκου υπερβαίνουν τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, αντίκεινται στον κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ και  η αίτηση τους πρέπει να απορριφθεί και για τον λόγο αυτό.
Ακόμα και στην αδόκητη περίπτωση που οι παραπάνω αξιώσεις κριθούν βάσιμες και τότε ακόμα, υπό τα πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και ειδικές συνθήκες, οι αξιώσεις αυτές θα έπρεπε να απορριφθούν ως όλως καταχρηστικές και αντίθετες στους περιορισμούς που επιβάλλει το άρθρο 281 Α.Κ. Πράγματι το ιδιαίτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει την παρούσα υπόθεση είναι η εξόχως καταχρηστική άσκηση των υποτιθεμένων δικαιωμάτων, κατά τρόπο που προφανέστατα υπερβαίνει τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό των δικαιωμάτων αυτών και εμφανίζει έντονη κοινωνική απαξία.
Συγκεκριμένα:
Η κρατούσα έννομη τάξη δεν ανέχεται την άσκηση δικαιώματος κατά τρόπο που αντιβαίνει τις αρχές της καλής πίστης και τα χρηστά ήθη,  ακόμα και όταν το ασκούμενο δικαίωμα απορρέει από κανόνα δημόσιας τάξεως (Ολομέλεια Αρείου Πάγου 126/1976 ΕΕΔ 44, 621, Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου 74/1991, ΔΕΝ 48, 674). Οι διατάξεις επομένως του άρθρου 281 ΑΚ που αποσκοπούν στην καταπολέμηση της κακοπιστίας στις συναλλαγές, τυγχάνουν εφαρμογής και στις υπό κρίση αξιώσεις και αν ακόμα αυτές ήθελε θεωρηθεί ότι εδράζονται επί κανόνων δημοσίας τάξης.
Η ενάγουσα  γνώριζε εξ υπαρχής ότι συμμετείχε σε πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) ως υπάλληλος γραφείου του Δήμου Πέτρας και ότι η άσκησή της θα γινόταν σε δραστηριότητες που συνιστούσαν «εργασία γραφείου» καθώς επίσης τον ορισμένο χρονικά χαρακτήρα της συμμετοχής της στο πρόγραμμα. Γνώριζε επίσης ότι η συμμετοχή της στο πρόγραμμα μπορούσε να παραταθεί, εφόσον  παρατεινόταν η διάρκεια του προγράμματος, καθώς και το ότι η συμμετοχή της στο εν λόγω πρόγραμμα της εξασφάλιζε μόρια σε περίπτωση που συμμετείχε σε διαγωνισμό του ΑΣΕΠ. Συνεπώς, κατά την σύναψη του συμφωνητικού συνεργασίας, που συνήψε στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, το οποίο είχε ορισμένη χρονική διάρκεια, τελούσε εν γνώσει του δεδομένου ότι  ακόμη και στην περίπτωση, που η διάρκεια του προγράμματος παρατεινόταν, τούτο είχε ορισμένη διάρκεια και ότι οιαδήποτε συμμετοχή της σε αυτό δεν σήμαινε σύναψη εργασιακής σύμβασης και μάλιστα αορίστου χρόνου.
   Την πραγματική αυτή δε κατάσταση την έχει κατ΄ ουσία αναγνωρίσει και η ίδια η ενάγουσα με την μέχρι σήμερα συμπεριφορά της, παρά τα όσα ψευδώς  ισχυρίζεται στην αίτησή της, ότι δήθεν  τους συνδέει με το Δήμο Πέτρας σύμβαση εργασίας, αορίστου χρόνου από την κατάρτιση του πρώτου συμφωνητικού συνεργασίας  με τον ΟΑΕΔ.  Και τούτο διότι  όταν έληξε η συμμετοχή της στο πρώτο πρόγραμμα, που είχε εγκριθεί με την υπ΄ αριθμ. 31220/17-7-2007 ΚΥΑ, αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ ως άνεργος και απέκτησε κάρτα ανεργίας και με την ιδιότητα του ανέργου συμμετείχε στο δεύτερο πρόγραμμα που είχε εγκριθεί με την υπ΄ αριθμ. 17498/540/8-7-2009 ΚΥΑ. Επίσης μέχρι σήμερα ουδέποτε ζήτησε να της καταβληθούν τα νόμιμα επιδόματα και ο μισθός, που θα εδικαιούτο, αν  υπήρχε σχέση εργασίας και όχι ένα απλό εκπαιδευτικό πρόγραμμα  στο οποίο αποκτούσε εργασιακή εμπειρία.
 
Β.   ΤΟ ΝΟΜΩ ΑΒΑΣΙΜΟ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ
Για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 7, 8 και 9 του Ν. 3051/2002 με  τις οποίες τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 17, 18 και 21 του Ν. 2190/1994, αντιστοίχως, ως χρόνος εμπειρίας θεωρείται και η συμμετοχή στα προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (STAGE).

1.   ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 70/1999
α. Εσφαλμένα ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι στην περίπτωσή της είναι εφαρμοστέα η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 «σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου».
Και τούτο γιατί η εν λόγω οδηγία στην ρήτρα 2 «πεδίο εφαρμογής» ορίζει ρητά ότι δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας και β) στις συμβάσεις ή στις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού δημόσιου ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης ένταξης και επαγγελματικής εκπαίδευσης.
 Συνεπώς δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση της αντιδίκου, καθότι αυτή συμμετείχε σε πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, που υλοποιείτο από το Δήμο Πέτρας,  με το οποίο την συνέδεε σχέση μαθητείας, καθότι προέχον στοιχείο ήταν η παροχή εκπαίδευσης, η τυχόν δε παροχή εργασίας από αυτήν δεν γινόταν με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσής της και της εξοικείωσής της με το αντικείμενο της ειδικότητας στην οποία καταρτιζόταν, η εμπειρία δε που αποκτούσε με την εν λόγω μαθητεία της προσέδιδε μόρια σε διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ.
                Αλλά  ακόμη και αν τυχόν κρινόταν ότι η σχέση της είχε στοιχεία εργασιακής σχέσης θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι αυτή καταρτίστηκε στα πλαίσια ειδικού δημοσίου προγράμματος κατάρτισης και επαγγελματικής εκπαίδευσης.  Κατά συνέπεια σε κάθε περίπτωση, κατά τα ανωτέρω, δεν μπορεί να εφαρμοστεί   η Οδηγία 1999/70/ΕΚ  στην ενάγουσα.
               β. H παραπάνω1999/70/ΕΚ οδηγία, όπως και κάθε οδηγία, περιέχει όχι πρωτογενές αλλά παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεν είναι αμέσως εφαρμοστέα ούτε ενσωματώνεται αυτοδικαίως στο εσωτερικό δίκαιο.
               Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ε. προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος-μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
               Γι` αυτό απευθύνονται κατ` ανάγκην, όχι απ` ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει.
               Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων. Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 23/1998).
               Στο προοίμιο της οδηγίας οδηγίας1999/70/ΕΚ  αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.
               Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5)
               Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη. Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αόριστου χρόνου.
Δεδομένου, λοιπόν, ότι η Οδηγία 70/1999 έχει ήδη ενσωματωθεί  στο Ελληνικό Δίκαιο αφενός με το Π.Δ.81/2003 όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του από το Π.Δ. 180/2004 αφετέρου δε με το Π.Δ. 164/2004, από την εν λόγω Οδηγία δεν μπορούν πλέον να γεννηθούν ευθέως δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών, οι οποίοι, εκ του λόγου ακριβώς αυτού, δεν μπορούν να την επικαλεστούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
Όταν όμως μια Οδηγία έχει μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο των Κρατών μελών, παύει να αποτελεί εφαρμοστέο δίκαιο στην εθνική έννομη τάξη,  και μπορεί πλέον να χρησιμεύσει στον εθνικό δικαστή μόνον ως εργαλείο ερμηνείας της εθνικής νομοθεσίας και όχι ως άμεσα εφαρμοζόμενο δίκαιο (σχετικά έχει αποφανθεί το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με τις αποφάσεις: Malreasing, υπόθεση 106/1989, Dori, υπόθεση 91/1992, El Corte Inglés, υπόθεση 192/1994).
Η μοναδική περίπτωση, κατά την οποία από μια Οδηγία γεννώνται ευθέως δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών, είναι όταν εκπνεύσει η προθεσμία που έχει ταχθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο των Κρατών μελών. Τότε και μόνον τότε, η Οδηγία γεννά δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών, οι οποίοι, στην περίπτωση αυτή, μπορούν να την επικαλεστούν ενώπιον του εθνικού δικαστή.
Πρόκειται για το λεγόμενο «αποτέλεσμα εξοστρακισμού» της Οδηγίας, νομική συνθήκη που όμως  δεν συντρέχει στην περίπτωση της επίδικης αγωγής.
Ωστόσο, ακόμη και αν εξακολουθούσε να εκκρεμεί μέχρι σήμερα το ζήτημα μεταφοράς της Οδηγίας 70/1999 στο Ελληνικό Δίκαιο και είχε εκπνεύσει η προθεσμία που έχει ταχθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο, η συγκεκριμένη Οδηγία δεν θα μπορούσε να παραγάγει άμεσα αποτελέσματα υπέρ των ιδιωτών και οι αιτούσα δεν θα μπορούσε να την επικαλεστεί ενώπιον του Δικαστηρίου σας.
Και τούτο, γιατί οι ιδιώτες δεν μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων διατάξεις των κοινοτικών Οδηγιών, όταν αυτές δεν έχουν εκδοθεί από την Κοινότητα στα πλαίσια αρμοδιοτήτων που της παρέχουν την εξουσία να εκδίδει, εκτός από Οδηγίες και Κανονισμούς (σχετικά έχει αποφανθεί το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις αποφάσεις: Dori, υπόθεση 91/1992, El Corte Inglés, υπόθεση 192/1994).
Κάτι ανάλογο δεν συμβαίνει στην περίπτωση της Οδηγίας 70/1999 του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 «σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου», καθότι η Οδηγία αυτή έχει εκδοθεί βάσει του άρθρου 139, παρ. 2, της Συνθήκης, σύμφωνα με το οποίο η Κοινότητα δεν έχει εξουσία να εκδίδει Κανονισμούς, που είναι και οι μόνοι από το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο που έχουν γενική ισχύ, είναι δεσμευτικοί ως προς όλα τα μέρη τους και ισχύουν άμεσα σε κάθε Κράτος μέλος.
Κατά συνέπεια, η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να επικαλεστεί ενώπιον του Δικαστηρίου Σας την κοινοτική οδηγία 70/1999  και ως εκ τούτου η αγωγή της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.


2. ΠΕΡΙ ΤΟΥ Π.Δ. 164/2004
Σύμφωνα δε με το Π.Δ. 164/2004 («Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα»), με το οποίο ενσωματώθηκε η παραπάνω οδηγία στο εθνικό δίκαιο, οι αιτούσες εξαιρούνται ρητά από το πεδίο εφαρμογής του, καθότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2, παρ. 2, περ. β) του ως άνω Διατάγματος, αυτό δεν εφαρμόζεται «στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ)».
Κατά συνέπεια, μετά την ισχύ του ως άνω Π.Δ., σε καμία περίπτωση δεν μπορεί η ενάγουσα να επικαλεστεί ενώπιον του Δικαστηρίου σας την άμεση εφαρμογή της κοινοτικής Οδηγίας 70/1999 και για τον λόγο αυτό η αγωγή της πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη.
Τα ανωτέρω ισχύουν ακόμη και αν ληφθεί υπόψη ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές, όπως και τα εθνικά δικαστήρια, έχουν την υποχρέωση να εφαρμόζουν απευθείας τις ρυθμίσεις του κοινοτικού δικαίου που έχουν άμεση εφαρμογή, παραμερίζοντας τους εθνικούς νομικούς κανόνες που τυχόν έρχονται σε αντίθεση με το κοινοτικό δίκαιο (πρβλ. Απόφαση ΔΕΚ 103/1988 στην υπόθεση Constanzo). Και τούτο, γιατί, προκειμένου να τύχουν εφαρμογής τα ανωτέρω, απαιτείται να έχει προηγουμένως καθορισθεί επακριβώς ποιοι είναι οι εθνικοί νομικοί κανόνες που έρχονται σε αντίθεση με το κοινοτικό δίκαιο.
Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, οι κανόνες του ελληνικού δικαίου δεν έρχονται σε αντίθεση με την Οδηγία 70/1999, Δεν είναι, επομένως, δυνατόν, στην επίδικη περίπτωση, να παραμερισθεί ούτε από τον Οργανισμό μας ούτε από το Δικαστήριό Σας το Π.Δ. 164/2004, ώστε να εφαρμοσθεί απευθείας η Οδηγία 70/1999, αφού η ίδια η ενάγουσα όχι μόνο δεν προσδιορίζει ποιες από τις διατάξεις του Π.Δ. 164/2004 θεωρεί ότι έρχονται σε αντίθεση με την Οδηγία 70/1999, αλλά και αποσιωπά την ύπαρξη του Π.Δ. 164/2004, ως εάν η Οδηγία 70/1999 να μην έχει ακόμη μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο της χώρας!

3. Όσον αφορά δε τη συμβατότητα του ΠΔ164/2004 με την οδηγία 70/1999 πρέπει να αναφερθούν τα εξής :
Όπως ρητώς αναφέρει το ΔΕΚ στην υπόθεση 212/04 που θα αναλυθεί εκτενώς κατωτέρω στις σκέψεις 101 και 105, η Οδηγία δεν επιβάλλει υποχρέωση μετατροπής των συμβάσεων, αλλά επιτάσσει την θέσπιση ενός από τα προβλεπόμενα μέτρα στο σημείο 1 της ρήτρας 5 της Οδηγίας. Έτσι, αποφαίνεται το ΔΕΚ με τις ως άνω σκέψεις, ότι εθνική ρύθμιση που απαγορεύει τη μετατροπή των συμβάσεων είναι αντίθετη με την Οδηγία, μόνον εφόσον δεν έχει θεσπισθεί ένα από τα μέτρα που προβλέπονται στο σημείο 1 της ρήτρας 5 της Οδηγίας. Όπως είναι γνωστόν, με τα άρθρα 5 και 6 του π.δ. 164/2004 προβλέπεται όχι ένα, αλλά όλα τα μέτρα του σημείου 1 της ρήτρας 5 της Οδηγίας.
Επιπλέον δεν πρέπει να λησμονηθεί ότι μετά την έκδοση του π.δ. 164/2004 η καταγγελία για παράβαση της Οδηγίας 1999/70 αρχειοθετήθηκε με την από 13.10.2004 απόφαση της Επιτροπής (PV 1674). Υπενθυμίζεται ότι πριν την έκδοση του π.δ. 164/2004 η Επιτροπή είχε αποστείλει την από 9-2-2004 Επιστολή της με την οποία κατήγγειλε τις βασικές διατάξεις του π.δ. 81/2003 ως αντίθετες με την Κοινοτική Οδηγία. Εξάλλου, η Επιτροπή της Ε.Ε. σταθερά απαντάει σε σχετικές ερωτήσεις της Επιτροπής Αναφορών ότι οι διατάξεις του π.δ. 164/2004 συμφωνούν με την Οδηγία και δεν τίθεται ζήτημα κοινοτικής παράβασης (σχετικώς βλ. τις από 7-12-2004, 1-2-2005 και 28-3-2006 απαντήσεις της Επιτροπής. Βλ. ιδίως την από 28-3-2006 απάντηση, όπου η Επιτροπή ρητώς αναφέρει ότι, παρά τις πολυάριθμες καταγγελίες που έχει λάβει, «κατόπιν διεξοδικής ανάλυσης των προαναφερθέντων προεδρικών διαταγμάτων η Επιτροπή δεν εξετάζει το ενδεχόμενο να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ελλάδας»).
 
3. ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ Ν. 2112/1920
               Η ενάγουσα αβάσιμα επικαλείται τις διατάξεις του Ν. 2112/1920, γιατί ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτή είχε συνάψει σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως ψευδώς ισχυρίζεται, δεν θα μπορούσε να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω νόμου, αφενός μεν επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 2112/1920, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 6 Ν. 4558/1930, «ο παρών νόμος δεν έχει εφαρμογήν επί υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ουδ' αφορά υπαλλήλους επιχειρήσεων δι' ους έχει ληφθή ειδική μέριμνα δια νόμων ή κανονισμών εγκεκριμένων υπό του κράτους. Δεν υπάγονται ωσαύτως εις τας διατάξεις του παρόντος, υπάλληλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή και ιδιωτικών επιχειρήσεων, εφ' όσον έχει ληφθή δια τας εν λόγω περιπτώσεις ειδική μέριμνα δια κανονισμών, παρεχόντων τουλάχιστον ίσην προστασίαν προς την του παρόντος Νόμου», αφετέρου δε επειδή, από τον Ιούλιο του 2004 ήδη,  προστασία τουλάχιστον ίση, αν όχι μεγαλύτερη, με αυτήν που ο Ν. 2112/1920 με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 8 αυτού παρέχει στους ιδιωτικούς υπαλλήλους, παρέχει το Π.Δ. 164/2004 στους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα.
               Πέραν τούτου δε σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920..Και τούτο διότι όπως προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες (βλ. Πρακτικά Συνεδριάσεως της Βουλής ΡΜΔ/21-3-2001, σελ. 731, 744, 754, 755 και ΡΜΕ/21-3-2001 σελ 768, 771, 772, 782) της συνταγματικής αναθεώρησης μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και προς το σκοπό αυτό πρόσθεσε την  διάταξη του εδαφ. γ` της παραγράφου 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του προσωπικού που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Επομένως διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. (ΑΠ 113/2009)
Ως εκ τούτου, πρέπει η κρινομένη αγωγή να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη και για τον λόγο αυτό. 
 
Δ.      ΙΣΤΟΡΙΚΟ- ΟΥΣΙΑ ΑΒΑΣΙΜΟ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ
1. Ο Οργανισμός μας έχει σαν βασικό στόχο την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής για την απασχόληση, την πρόληψη και  καταπολέμηση της ανεργίας καθώς επίσης την ενίσχυση και διευκόλυνση της ένταξης του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας  στην αγορά εργασίας και στα πλαίσια της εν λόγω πολιτικής του υλοποιεί προγράμματα που αποσκοπούν στην απασχόληση ανέργων αλλά και την επαγγελματική κατάρτιση αυτών για την καλύτερη απορρόφησή τους στην αγορά εργασίας. Επίσης μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ο.Τ.Α. και επιχειρήσεις αυτών, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης ανέργων.
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 20 παρ.15 του Ν.2639/1998 έχει θεσπιστεί για τον ΟΑΕΔ η δυνατότητα υλοποίησης προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας  τα οποία έχει επικρατήσει να τα λένε (stage). Ο ως άνω νόμος  υλοποιεί σε εθνικό επίπεδο τις κατευθυντήριες  γραμμές για την απασχόληση που περιέχονται στο Ψήφισμα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 15ης Δεκεμβρίου 1997, υπό τον τίτλο «Βελτίωση της ικανότητας επαγγελματικής ένωσης» το οποίο εκδόθηκε ενόψει της άμεσης εφαρμογής  της κοινοτικής πολιτικής για την απασχόληση (Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Απασχόληση) όπως αυτή διαμορφώθηκε από την Ευρωπαϊκή Συνθήκη του Άμστερνταμ
Συνεπώς, τα προγράμματα αυτά (stage). ήταν μεν εθνικά προγράμματα υλοποιούνταν όμως στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Απασχόληση,. αποτελούσαν δε προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας για άνεργους απόφοιτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και απόφοιτους Λυκείου και είχαν σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας εκ μέρους των ανέργων και στην συνέχεια την προσαρμογή των επαγγελματικών  τους προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στον τομέα της ειδίκευσής τους.
Σύμφωνα δε με την διάταξη 24 παρ.8 του Ν. 3200/2003, για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 7, 8 και 9 του Ν. 3051/2002 με  τις οποίες τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 17, 18 και 21 του Ν. 2190/1994, αντιστοίχως, ως χρόνος εμπειρίας θεωρείται και η συμμετοχή στα προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (STAGE).
Κατά συνέπεια και ο ίδιος ο νόμος τα χαρακτηρίζει ως προγράμματα απόκτησης εμπειρίας, το γεγονός δε αυτό έχει δεχτεί και η νομολογία των Διοικητικών Δικαστηρίων.
Οι όροι υλοποίησης των εκπαιδευτικών αυτών προγραμμάτων καθορίζονταν με Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας & Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, η οποία όριζε το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, τις ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, την διάρκεια, τον αριθμό και την ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του προγράμματος.
Τυχόν δε ανανέωση των προγραμμάτων γινόταν για την ενίσχυση της απασχόλησης και την καταπολέμηση της ανεργίας και  αποσκοπούσε στο να αποκτήσουν οι ασκούμενοι μεγαλύτερη εργασιακή εμπειρία και να λάβουν πρόσθετα μόρια για την μελλοντική επαγγελματική τους αποκατάσταση, καθότι η μοριοδότηση της εμπειρίας τους κατά την διαδικασία του ΑΣΕΠ ήταν ανάλογη του χρόνου άσκησής τους. Συνεπώς η ανανέωση του προγράμματος αποσκοπούσε καθαρά στην καλύτερη  υλοποίηση του σκοπού αυτού και όχι στην καταστρατήγηση διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, που άλλωστε δεν ισχύουν καθότι πρόκειται για συμμετοχή σε πρόγραμμα και όχι για σχέση εξαρτημένης εργασίας. Για κάθε δε ασκούμενο αναγκαία προϋπόθεση για την ανανέωση της συμμετοχής του στο πρόγραμμα ήταν η ύπαρξη θετικής έκθεσης αξιολόγησης από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης στην οποία είχε τοποθετηθεί ο ασκούμενος.
Η σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση – άρθρο 20 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ Α΄205) –  είναι ευρεία. Δεν έθετε λ.χ. ο νόμος κανένα αριθμητικό ή χρονικό περιορισμό ως προς τη συμμετοχή ενός ανέργου σε παρόμοια προγράμματα.
Το πρώτο πρόγραμμα που συμμετείχαν, εγκρίθηκε με την υπ΄ αριθμ.. 31220/17.7.2007 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας & Οικονομικών και Απασχόλησης & Κοινωνικής Προστασίας.  και αφορούσε την τοποθέτηση 8000 ανέργων σε ΟΤΑ Α’ και Β΄Βαθμού σε όλη την Ελλάδα,. είχε δε ως σκοπό να αποκτήσουν οι άνεργοι αυτοί  εργασιακή εμπειρία στους εν λόγω Οργανισμούς σε διοικητικές υπηρεσίες και στην συνέχεια να προσαρμόσουν τα επαγγελματικά  τους προσόντα στις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Η διάρκεια του προγράμματος αυτού ορίστηκε στους δέκα οκτώ (18) μήνες εκ των οποίων ένας μήνας αφορούσε θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και οι υπόλοιποι δέκα επτά (17) μήνες αφορούσαν τοποθέτηση σε θέσεις του τομέα της ειδίκευσής τους για την απόκτηση της εργασιακής εμπειρίας.
Το δεύτερο πρόγραμμα που συμμετείχαν εγκρίθηκε με την υπ΄ αριθμ. 17948/540/8.7.2009 ΚΥΑ που αποτέλεσε παράταση της ως άνω ΚΥΑ για 12 επιπλέον μήνες των ίδιων ως άνω Υπουργών και με τους ίδιους όρους
.           Στα πλαίσια των προγραμμάτων αυτών καθένας από τους αιτούσες υπέγραψε με τον Οργανισμό μας ως Υπεύθυνο Φορέα και μόνο και ο Δήμος Πέτρας ως Φορέα Υλοποίησης του προγράμματος, συμφωνητικά συνεργασίας. Η αιτούσα με τα αναφερόμενα στην αίτησή της συμφωνητικά τοποθετήθηκε για την άσκησή της σε διάφορες υπηρεσίες του Δήμου Πέτρας, γνωρίζοντας ότι μετά τη λήξη του συμφωνητικού συνεργασίας θα αποχωρούσε αυτοδικαίως  σύμφωνα με το άρθρο 3 των ως άνω συμφωνητικών. 
Ο Οργανισμός μας ήταν υπεύθυνος φορέας επιφορτισμένος μόνο με τη διαχείριση, παρακολούθηση, αξιολόγηση και έλεγχο των προγραμμάτων. Δηλαδή ρόλος του Οργανισμού μας ήταν μόνο η επίβλεψη της εκτέλεσης του προγράμματος τόσο από τους συμμετέχοντες, όσο και από το φορέα υλοποίησης. Για το λόγο αυτό ο φορέας υλοποίησης όφειλε να αποστέλλει στον Οργανισμό μας μηνιαίο δελτίο παρουσιών του κάθε συμβαλλομένου, το οποίο περιελάμβανε τις εκ μέρους του ημέρες παρακολούθησης του προγράμματος και έκθεση αξιολόγησης της προόδου του σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασιακής προσαρμογής έτσι ώστε να ελέγχεται η υλοποίηση του προγράμματος. Για τον λόγο αυτό η ενάγουσα υπέγραφε στο σχετικό βιβλίο κατά την ώρα προσέλευσής της στην υπηρεσία άσκησής της προκειμένου να συνταχθεί το μηνιαίο δελτίο παρουσίας της.
Αντίθετα, ο Δήμος Πέτρας, ήταν ο φορέας υλοποίησης των προγραμμάτων, ο οποίος μόνος αυτός είχε αναλάβει την υποχρέωση να τοποθετήσει τη συμμετέχουσα στα προγράμματα για το χρονικό διάστημα που καθορίζονταν από τις οικίες ΚΥΑ, προκειμένου αυτή να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία στο γνωστικό αντικείμενο αυτού.
Είναι δε προφανές ότι εφόσον τα προγράμματα στα οποία συμμετείχε αφορούσαν την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας σε διοικητικές υπηρεσίες  Οργανισμών και λοιπών φορέων, η δραστηριότητα που ανατέθηκε στην αντίδικο προσιδιάζει στην δραστηριότητα των τακτικών διοικητικών υπαλλήλων, ήταν όμως  ασκούμενη και όχι μισθωτή, η σχέση δε που την συνέδεε  με το Ι.Κ.Α. δεν ήταν σχέση εργασίας, όπως μη νόμιμα ισχυρίζεται, αλλά σχέση κατάρτισης σε συνδυασμό με πρακτική άσκηση, ήτοι σχέση που προσιδιάζει με εκείνην της «μαθητείας».
         Κατά συνέπεια η  δραστηριότητά της όπως περιγράφεται στην αγωγή της, ήτοι «γραμματειακή υποστήριξη και γενικά η διεκπεραίωση εγγράφων, γινόταν στα πλαίσια της άσκησής της προκειμένου να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία ως υπάλληλος γραφείου διοικητικών καθηκόντων κάτω από την καθοδήγηση των διοικητικών υπαλλήλων που είχαν αναλάβει την θεωρητική και πρακτική τους άσκηση. Κατά την άσκηση της δραστηριότητας που της είχε ανατεθεί και στην οποία εκπαιδευόταν δεν κατείχε θέσεις ευθύνης ούτε είχε δικαίωμα να υπογράψει οιοδήποτε υπηρεσιακό έγγραφο.
         Συνεπώς σε καμία περίπτωση δεν κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες αλλά είχαν διατεθεί σε τακτικούς υπαλλήλους, οι οποίοι αποκλειστικά και μόνο κάλυπταν τις προαναφερόμενες ανάγκες και τους βοηθούσε με σκοπό όμως να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία στο αντίστοιχο αντικείμενο.
         Κατά την διάρκεια δε της άσκησής της δεν είχε καμία ευθύνη για  λάθη και  παραλείψεις της, την ευθύνη για τις πράξεις της είχε αποκλειστικά ο εκπαιδευτής της  διοικητικός υπάλληλος και ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας. Η εμπειρία που αποκτούσε στα πλαίσια του προγράμματος της προσέδιδε μόρια στις προκηρύξεις του ΑΣΕΠ και συνεπώς πρόκειται για απόκτηση εμπειρίας, η οποία αξιολογείτο με συγκεκριμένο τρόπο, ήτοι μέσω των θεσμοθετημένων διαδικασιών του ΑΣΕΠ.
Η δε ασκούμενη εισέπραττε για την συμμετοχή της στο πρόγραμμα ημερήσια αποζημίωση που αποτελούσε εκπαιδευτικό επίδομα. το πρόγραμμα προέβλεπε χρονικό διάστημα απασχόλησης των ασκουμένων ώστε να δικαιολογείται και στους κοινοτικούς ελεγκτές το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσής τους, η οποία δεν συνιστά αποδοχές αλλά εκπαιδευτικό επίδομα.. Μάλιστα αν ο ασκούμενος αποχωρούσε οικειοθελώς από το πρόγραμμα μέσα στους πέντε πρώτους μήνες αντικαθίστατο και ο αντικαταστάτης εκπαιδευόταν στην άσκηση εργασιακής εμπειρίας για τον υπόλοιπο χρόνο μέχρι την λήξη του προγράμματος.
         Επίσης προβλεπόταν  για τους ασκούμενους από το πρόγραμμα ένα μεγάλο εύρος αδειών  και απουσιών 40 ημέρες απουσίας και άδειας στο 18 μηνο, το οποίο δεν αντιστοιχεί σε καμία εργασιακή σχέση, πλέον δε αυτών των ημερών ελάμβαναν και πρόσθετη άδεια όταν συνέτρεχε λόγος. Το ημερήσιο εκπαιδευτικό επίδομα  δεν υπόκειτο σε κρατήσεις φόρου και δεν αποτελούσε τεκμήριο διαβίωσης.
Κατά συνέπεια, είναι παντελώς αναληθής και αβάσιμος ο ισχυρισμός της ότι η σχέση της είναι σχέση εξαρτημένης εργασίας και ότι  καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δήμου Πέτρας.
Και τούτο διότι, προκειμένου να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία ως υπάλληλοι γραφείου, που έχουν κατανεμηθεί, όπως είναι και ο σκοπός του προγράμματος, στην υλοποίηση του οποίου συμμετέχουν, είναι εύλογο να απασχολούνται με δραστηριότητες που φαίνεται να αποτελούν πάγιες ανάγκες της υπηρεσίας, όμως οι συγκεκριμένοι ασκούμενοι εκπαιδεύονται σε αυτές ακριβώς τις δραστηριότητες υπό την καθοδήγηση και επίβλεψη των προϊσταμένων και των διοικητικών υπαλλήλων προκειμένου να αποκτήσουν επαγγελματική εμπειρία και δεν έχουν καμία ευθύνη κατά την άσκηση της δραστηριότητας που τους έχει ανατεθεί. Τις προαναφερόμενες δε πάγιες  ανάγκες καλύπτουν οι μόνιμοι τακτικοί υπάλληλοι οι οποίοι εκτελώντας την καθημερινή τους εργασία εκπαιδεύουν  στην θεωρία και την πράξη την συμμετέχουσα στο ως άνω πρόγραμμα αιτούσα.
               Από όλα τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι η αντίδικος είχε ενταχθεί σε πρόγραμμα εργασιακής εμπειρίας με συγκεκριμένη διάρκεια και με στόχο την αύξηση των πιθανοτήτων απορρόφησής της από την αγορά εργασίας, η δε τοποθέτησή της έγινε για την εκτέλεση του ως άνω προγράμματος (και μόνον) και όχι για την κάλυψη θέσεων εργασίας στο δημόσιο τομέα καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες όπως αβάσιμα ισχυρίζεται. 
Εξάλλου, η παραδοχή της αντιδίκου ότι συμμετείχε σε εκπαιδευτικό πρόγραμμα και ότι δεν είχαν οποιαδήποτε εργασιακή σχέση με το Δήμο Πέτρας προκύπτει και από το γεγονός ότι αυτή ποτέ δεν διεκδίκησε να της καταβληθούν τα νόμιμα επιδόματα, που θα εδικαιούτο, αν υπήρχε  σχέση εργασίας και όχι ένα απλό εκπαιδευτικό πρόγραμμα.
            Μολονότι, δηλαδή, με την υπ' αριθμ. 2026439/3480/ 0022/30.5-6.6.1997 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β'462), οι διατάξεις του Ν. 2470/1997 (ΦΕΚ Α΄40) «αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις», έχουν επεκταθεί και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., η ενάγουσα δεν διεκδίκησε ποτέ τα νόμιμα επιδόματα που θα εδικαιούτο, βάσει των ανωτέρω διατάξεων, εάν υπήρχε, πράγματι, σχέση εργασιακή.
 Σε κάθε δε περίπτωση, δεν θα μπορούσε ποτέ να θεωρηθεί ότι μεταξύ της αντιδίκου και του Δήμου Πέτρας ή του Οργανισμού μας εγκαθιδρύθηκε οποιασδήποτε σχέση εργασιακή, δεδομένου ότι η αντίδικος δεν προσλήφθηκε με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως διοικητικός υπάλληλος για κάλυψη παγίων αναγκών, απλώς υπέβαλλε αιτήσεις για συμμετοχή σε πρόγραμμα απόκτησης  εργασιακής εμπειρίας και κατά συνέπεια δεν έχει τηρηθεί ο  επιβαλλόμενος προς τούτο από το νόμο έγγραφος τύπος.
Βάσει δε του άρθρου 80 του εν λόγω Κώδικα, «για το κύρος της συμβάσεως του Δημοσίου…που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτισή της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο». Η παραβίαση αυτής της διάταξης, που συμβαίνει να είναι διάταξη δημοσίας τάξεως, βάσει του άρθρου 85 του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού, επάγεται την απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως.
Συνεπώς εφόσον δεν καταρτίστηκε έγκυρη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με την αντίδικο δεν ανανεώθηκε τέτοια σύμβαση συνεχής και αλληλοδιαδοχική όπως αβάσιμα ισχυρίζεται. Μάλιστα κατά την άσκησή της κατά τον χρόνο παράτασης του πρώτου προγράμματος δεν καταρτίστηκε ούτε συμφωνητικό συνεργασίας της αντιδίκου.
            3. Πέραν όμως της έλλειψης των τυπικών στοιχείων για τη σύναψη σύμβασης εργασίας η ίδια η υπόσταση της σχέσης άσκησης για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας δεν δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό της ως σύμβασης εργασίας ειδικότερα (όπως περιγράφεται και στους όρους του προγράμματος) :
(α) Οι ασκούμενοι δεν έχουν ωράριο αλλά η εργασιακή εμπειρία τους  δεν θα υπερβαίνει τις επτά ώρες ημερησίως τις πέντε ημέρες την εβδομάδα και δεν θα πραγματοποιείται σε βραδινές ώρες (πλέον της 22ας)
(β) Οι ασκούμενοι δικαιούνται 40 ημέρες απουσίας δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα χωρίς να τους καταβάλλεται αποζημίωση και χωρίς υποχρέωση παράτασης του προγράμματος, καθ’ όλη την διάρκεια του προγράμματος 
(γ) Οι ασκούμενοι λαμβάνουν ημερήσια αποζημίωση και όχι μισθό
(δ) Οι ασκούμενοι μπορούν να λάβουν άδεια διακοπών έως 40 εργάσιμες ημέρες με αντίστοιχη παράταση του προγράμματος    

(ε) Για τον έλεγχο του προγράμματος κάθε μήνα ο φορέας υλοποίησης υποχρεούται να αποστέλλει  μηνιαίο δελτίο παρουσίας του ασκούμενου το οποίο περιλαμβάνει τις ημέρες παρακολούθησης του προγράμματος και έκθεση αξιολόγησης της προόδου του σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασιακής προσαρμογής

(στ) Οι ασκούμενοι δεν κατέχουν θέσεις ευθύνης επικουρούν το βασικό            διοικητικό προσωπικό και εκ των πραγμάτων επιχειρούν τις αντίστοιχες ενέργειες τους στα πλαίσια της  διαδικασίας απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (επισημαίνεται ότι η απόκτηση εμπειρίας για τον ασκούμενο σημαίνει δράση και όχι παρακολούθηση του έργου του μόνιμου προσωπικού αντίστοιχα η δράση δεν συνεπάγεται κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών αλλά επιβοηθητική λειτουργία στα πλαίσια της εκπαίδευσης στην πράξη)
Από όλα τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι ουδεμία σχέση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει μεταξύ των αιτούντων και του ΟΑΕΔ.  
               4. Αλλά ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η σχέση της αντιδίκου δεν ήταν σχέση μαθητείας αλλά σχέση εξαρτημένης εργασίας, οι συμβάσεις αυτής ήταν ορισμένου χρόνου, καθότι είχαν συναφθεί  στο πλαίσιο ενός ειδικού δημόσιου προγράμματος κατάρτισης και επαγγελματικής εκπαίδευσης περιορισμένης χρονικής διάρκειας και περιορισμένων χρηματικών πόρων. Ως εκ τούτου νόμιμα καταρτίστηκαν ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου διότι η ορισμένη διάρκειά τους επιβαλλόταν από την φύση τους και τον σκοπό τους.  
               Αλλά ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η σχέση της αντιδίκου ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, και πάλι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο Οργανισμός μας είχε το ρόλο του εργοδότη αυτών, αφού ούτε διευθυντικό δικαίωμα ασκούσε επ’ αυτής, ούτε καθόριζε ή γνώριζε τα επιμέρους στοιχεία της δήθεν απασχόλησής της, ούτε άλλωστε τα λοιπά κριτήρια της έννοιας του «εργοδότη».  
               Συνεπώς είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της αντιδίκου ότι η παρεχόμενη δήθεν εργασία της εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δήμου Πέτρας και ότι για τον λόγο αυτό οι συμβάσεις της μαζί του, εν όψει των ορισμών της οδηγίας, είναι αορίστου χρόνου καθότι η κατάρτιση των παραπάνω συμβάσεων ως ορισμένου χρόνου δικαιολογείται από συγκεκριμένους αντικειμενικούς λόγους, όπως οι προαναφερόμενοι.

            Αλλά ακόμη και αν κρινόταν ότι η σχέση της αντιδίκου αποτελεί σχέση εργασίας, στην οποία κάλυπτε δήθεν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, η σχέση της δεν θα μπορούσε νόμιμα να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου, καθόσον η μετατροπή των συμβάσεων ως αορίστου χρόνου είναι νομικά αδύνατη ως απαγορευμένη από το Σύνταγμα και τον νόμο 2190/1994 (ΑΠ 18/2006,  19/2007,113/2009).

Και τούτο διότι, με την διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκε κατά την πρόσφατη αναθεώρηση απαγορεύεται ρητά η με νόμο μονιμοποίηση των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο Δημόσιο τομέα καθώς και η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας  ορισμένου χρόνου σε αορίστου.

               Επομένως είναι μη νόμιμη η επιδιωκόμενη μετατροπή της σύμβασης της αντιδίκου σε αορίστου χρόνου, αφενός λόγω των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της, κατά τα προεκτιθέμενα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου(ΑΠ 113/2009).
Κατόπιν των ανωτέρω είναι αβάσιμο το αίτημα της αντιδίκου να υποχρεωθεί το Ι.Κ.Α. και ο Οργανισμός μας εις ολόκληρο να καταβάλουν μισθούς υπερημερίας, επίδομα αδείας, δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων ετών 2008, 2009 και 2010 καθώς και να της καταβάλουν τις νόμιμες αποδοχές της.
Ε. Επειδή ο Οργανισμός μας σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν.1545/1985, άρθρο 19 παρ.2 του ν. 2224/1994 και άρθρο 28 παρ.4 ν. 2579/1998 έχει όλα τα προνόμια του ελληνικού Δημοσίου και ως εκ τούτου απαλλάσσεται από ένσημα , τέλη, δικηγορικές προεισπράξεις κλπ.
Επειδή αρνούμαστε καθ’ ολοκληρίαν τις προτάσεις και ισχυρισμούς της αντιδίκου.

                                         ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΖΗΤΟΥΜΕ

 Να γίνουν δεκτές οι προτάσεις, ενστάσεις και ισχυρισμοί μας με σκοπό να απορριφθεί η από ………… αγωγή της αντιδίκου κατά του Οργανισμού μας. Και. Να καταδικαστεί αυτή στην δικαστική μας δαπάνη.

                                                              Κατερίνη, 18/5/2011
                                                  ΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΤΟΥ Ο.Α.Ε.Δ. 
                                          
 
 
ΑΠΕΡΦΘΗΣΑΝ ΟΙ ΑΓΩΓΕΣ ΜΕ ΤΙΣ ΥΠ ΑΡΙΘ 167 ΚΑΙ 168 ΤΟΥ 2011
 ΑΠΟΦΑΣ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ -
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΟΑΕΔ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΛΑΙΤΖΗΣ 


====================================================================
ΑΛΛΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
56/2010 ΜΠρΝάξου - Εργαζόμενοι σε ΟΤΑ με stage. Συμβάσεις μαθητείας - μη δυνατή η μονιμοποίηση.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΝΑΞΟΥ Αριθμός 56/2010
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΝΑΞΟΥ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή, Δέσποινα Σκαρλάτου, Πρωτοδίκη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα Ευαγγελία Ζούλη. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριο του, την 15η Οκτωβρίου 2010, για να δικάσει την υπόθεση: ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ:1)....... ........ .. κατοίκου Χώρας Νάξου και 2) ..... ...... του ....., κατοίκου ...... Νάξου, οι οποίες παραστάθηκαν μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους,
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΟΤΑ Α' Βαθμού), με την επωνυμία "Δήμος .......", που εδρεύει στο .... Νάξου και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε και 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ" (Ο.Α.Ε.Δ.), που εδρεύει στον ¶λιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του, Ελένη Χαραλαμποπούλου (Πειραιώς) και Ιωάννη Δέτση (Νάξου), ο οποίος νομιμοποίησε την πρώτη. Οι ενάγουσες ζητούν να γίνει δεκτή η από 11-07-2010 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό καταθέσεως 447/2010, η οποία προσδιορίστηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οπως προκύπτει από την υπ' αρ. 6287/13.07.2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σύρου Ευθυμίου Καραμπίνη, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγουσες, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 11-07-2010 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 447/2010 αγωγής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο πρώτο εναγόμενο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Το τελευταίο όμως δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την ως άνω ημερομηνία, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και επομένως πρέπει να δικαστεί ερήμην {άρθρο 271 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ωστόσο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 270 παρ.1 εδ. τελ. ΚΠολΔ). Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται όταν, κατά τους όρους τής σχετικής συμφωνίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας του μισθωτού, οι δε παρεχόμενες από τον συμβληθέντα εργοδότη οδηγίες, αναφορικά με τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της είναι δεσμευτικές για τον εργαζόμενο, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί αυτές και να δέχεται την άσκηση ελέγχου για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του προς αυτές και της επιμελούς γενικά εκτελέσεως της εργασίας. Κύριος σκοπός της εργασιακής συμβάσεως είναι η παροχή εργασίας από το μισθωτό και σ' αυτό αποβλέπουν οι συμβαλλόμενοι.
Κατά τούτο διαφέρει η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τη σύμβαση μαθητείας με την οποία επιδιώκεται κυρίως η εκπαίδευση ή η επιστημονική προσαρμογή και ειδίκευση του μαθητευόμενου, στοιχεία τα οποία προσδιορίζουν σ' αυτές τις έννομες σχέσεις την ιδιοτυπία τους. Δεν είναι δε ασυμβίβαστη και στην εκπαιδευτική σχέση η παροχή κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων αμοιβής και ασφαλίσεως του εκπαιδευομένου (ΑΠ 581/2009 ΝΟΜΟΣ. Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύμβαση (ΟλΑΠ 18/2006).
Εξάλλου, κατά το αρθρ.8 §§ 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων. Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου με τις επακόλουθες συνέπειες περί απολύσεως με καταγγελία και καταβολή αποζημιώσεως. Η τελευταία αυτή διάταξη όμως δεν εφαρμόζεται όταν η σύμβαση εργασίας καταρτίζεται υποχρεωτικά από τον νόμο ως ορισμένης διάρκειας, διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο χαρακτηρισμό της συμβάσεως ως ορισμένης διάρκειας ούτε η σύμβαση του προσληφθέντος υποχρεωτικά κατά νόμο μισθωτού νια ορισμένο χρόνο μετατρέπεται σε σύμβαση αόριστου χρόνου ακόμη και αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για εκτέλεση έργου που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.
Κατά το αρθρ. 21 § 1 του Ν. 2190/1994 οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του αρθρ. 14 § 1 του ίδιου νόμου, (όλοι δηλαδή οι φορείς του δημόσιου τομέα, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού, όπως το πρώτο των εναγομένων), όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρ. 1 § 6 του Ν. 1256, (όπως συμπληρώθηκε μεταγενεστέρως), επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπισή εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων. Κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβεί τους 8 μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο 12 μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατά της ισχύουσες διατάξεις κατεπειγουσών αναγκών λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβεί τους 4 μήνες για το ίδιο άτομο, παράταση δε ή σύναψη νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αόριστου χρόνου είναι άκυρη.
Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όταν πρόκειται για προσωπικό που προσλήφθηκε για εκτέλεση προγραμμάτων η έργων που χρηματοδοτούνται ή επιδοτούνται από διεθνείς οργανισμούς ή ερευνητικών προγραμμάτων ή προγραμμάτων τεχνικής βοήθειας ή για την εκπλήρωση υποχρεώσεων από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς, επιτρέπεται οι σχετικές συμβάσεις να είναι διάρκειας ενός έτους και να παρατείνονται μέχρι το τέλος του προγράμματος ή του έργου ή την εκπλήρωση της ανειλημμένης υποχρέωσης. Στη συνέχεια, στην παράγραφο, 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του αρθρ. 103 παρ. 2 του Συντ. επιβάλλεται να υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και λοιπών ΝΠΔΔ, κατ' εξαίρεση δε μπορεί να προβλέπεται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου, ενώ με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου γίνεται πρόβλεψη για την πλήρωση οργανικών θέσεων ιδιωτικού επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού με πρόσωπα που προσλαμβάνονται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και τις διαφάνειας στις προσλήψεις στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο,(συνεπώς και στους ΟΤΑ), γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο της Ανεξάρτητης Αρχής. Επίσης στο ίδιο ως άνω άρθρο προστέθηκε και παρ. 8, με της οποίας τα εδάφια α΄ και γ΄ ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δίκαιου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά για την κάλυψη, είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ. α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β', αυτού.
Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή τη μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Ετσι με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του ν. 2190/1994, και οι οποίες ήδη κατέστησαν συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται ενόψει της σαφούς διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το, άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Οπως προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, ο αναθεωρητικός νομοθέτης, θέλησε να αποτρέψει τη συνέχιση μιας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, κατά την οποία αρχικώς προσλαμβανόταν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη, τυπικά πρόσκαιρων και απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος, άλλα και κοινής νομοθεσίας (άρθ. 56 έως 82 του π.δ. 410/1988), στη συνέχεια διαπιστωνόταν ότι οι ανάγκες αυτές είναι πάγιες και διαρκείς και τελικά, για την κάλυψη των εν λόγω αναγκών, "τακτοποιούνταν" το κατά τον ως άνω τρόπο προσλαμβανόμενο προσωπικό, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου, είτε με τον διορισμό του ως μόνιμου δημοσιοϋπαλληλικού, κατ' αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων, που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις, βάσει των παγίων διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας (βλ. Πρακτικά Συνεδριάσεως της Βουλής ΡΜΔ/21-3-2001, σελ. 731, 744, 754, 755 και ΡΜΕ/21- 3-2001, σελ. 768, 771, 772, 782).
Ετσι, μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι απλώς αυτών που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες άλλα και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Για να αποτρέψει λοιπόν τη συνέχιση της πιο πάνω πρακτικής, ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε την προ μνημονευόμενη διάταξη του εδαφ. γ΄ της παρ/φου 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου, χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994 με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ, όπως το πρώτο εναγόμενο, και όλους τους υπόλοιπους φορείς, που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις, αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού εργοδότης βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό, χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου και μετά την ως άνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασμένου από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου. Στις συμβάσεις αυτές υπό την ισχύ των παραπάνω διατάξεων των αρθρ. 21 του Ν. 2190/1994 και 103 του Συντ. δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προπαρατεθείσας διάταξης του άρθρ. 8 του Ν. 2112/1920 (ΑΠ 422/2010, ΑΠ 271/2009 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ. προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος-μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία, αυτό θα επιλέξει. Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων. Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 23/1998).
Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18-3-1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκαμε χρήση. Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ, άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.
Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς, εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα" 20/2007 - σελ. 24 και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β)τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Επίσης τα κράτη - μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: θεωρούνται "διαδοχικές'' και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη. Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω
από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αόριστου χρόνου. Τα κράτη μέλη, δηλαδή, διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, καθ' όσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (όταν χρειάζεται).
Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων εις βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζόμενου που, ως οικονομικά ασθενέστερος, συχνά υποχρεώνεται αδικαιολόγητα στη σύναψη ασύμφορων για τον ίδιο διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αντί της συνάψεως συμβάσεως αορίστου χρόνου, όπως είναι η ακυρότητα των συναπτόμενων συμβάσεων, με παράλληλη εξασφάλιση για τον εργαζόμενο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε και αποζημίωσης. Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβλέπει άλλες πρόσφορες κυρώσεις, πλην του χαρακτηρισμού των ανεπίτρεπτων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, συνάγεται και απο την παρ. 3 του προοιμίου της συμφωνίας πλαισίου, στην οποία ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων", καθώς και από την υπ' αριθμ. 10 γενική παρατήρηση, αυτής, όπου ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των, γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχικής φύσης".
Αλλά και το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση C 212/04 της 4ης Ιουλίου 2006 διαλαμβάνει στη σκέψη 91 της αποφάσεως του, ότι "η συμφωνία - πλαίσιο δεν επιβάλλει γενική υποχρέωση των κρατών - μελών να προβλέπουν τη μετατροπή σε συμβάσεις αόριστου χρόνου των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως και δεν προβλέπει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις, υπό τις οποίες μπορεί να γίνεται χρήση των τελευταίων αυτών συμβάσεων". Περαιτέρω στην 94η σκέψη του δέχεται, "ότι όταν το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει ειδικές κυρώσεις στην περίπτωση πού θα διαπιστωνόταν μ' όλα ταύτα καταχρήσεις, εναπόκειται στις
εθνικές αρχές να λάβουν πρόσφορα μέτρα που πρέπει να είναι όχι μόνον αναλογικά αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά, για να εξασφαλίσουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίστηκαν κατ' εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου". Ηδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα π.δ/τα 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004).
Ορίζει δε το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού π.δ/τος τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης ... 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του. επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου π.δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Ομως, ενόψει του, ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, κατά τα προαναφερόμενα, από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από 10-7-2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή.
Προστέθηκαν, λοιπόν, στο εν λόγω π.δ/γμα, ως μεταβατικές, οι διατάξεις του άρθρου 11, που ορίζουν τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την-αρχική σύμβαση"·(άρθρ 11 παρ. 1α). Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία, με το π.δ. 164/2004, των άνω μέτρων για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης Οδηγίας έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων, και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος. Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Ενόψει, λοιπόν, αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της, κατά τα προεκτιθέμενα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ" επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10- 7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του π.δ/τος αυτού. (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 64/2010, 113/2009, 271/2009, 743/2009 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγουσες με την υπό κρίση αγωγή τους ισχυρίζονται ότι τοποθετήθηκαν την 4-12-2007 στις αναφερόμενες σ' αυτήν διοικητικές υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου ν.π.δ.δ. (ΟΤΑ Α' Βαθμού), με την επωνυμία "Δήμος .........", δυνάμει συμβάσεων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, για τις οποίες τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, στο πλαίσιο του προγράμματος (stage) Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι οποίες καταρτίσθηκαν μεταξύ του πρώτου των εναγομένων Δήμου, ως φορέα υλοποίησης, και του δευτέρου των εναγομένων (ΟΑ.Ε.Δ.), ως υπεύθυνου φορέα και με διάρκεια 18 μηνών. Οτι στη συνέχεια ανανεώθηκε η αρχική αυτή σύμβαση τους την 24-6-2009, για την πρώτη και την 11-6-2009 για τη δεύτερη των εναγουσών με απόφαση του ΔΣ του δευτέρου εναγομένου, για άλλους 12 μήνες, ήτοι από 24-6-2008 έως την 25-6-2010 και από 11-6-2009 έως την 9-6- 2010 αντίστοιχα.
Οτι, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα από την πρόσληψη τους, αμφότερες απασχολήθηκαν για την κάλυψη των παγίων και διαρκών υπηρεσιακών αναγκών του πρώτου εναγομένου, και επομένως οι ως άνω επιμέρους συμβάσεις ορισμένης διάρκειας δεν αποτελούν συμβάσεις μαθητείας, είναι άκυρες ως προς τον χρονικό περιορισμό τους και συνιστούν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως μετατράπηκε με την ανανέωσή της, σε κάθε δε περίπτωση η συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου συνιστά απαγορευμένη από την υπ' αριθμ. 99/70/28-6-1999 Κοινοτική Οδηγία κατάχρηση, του θεσμού συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής. Οτι στις 25-6-2010 και στις 9-6-2010 το πρώτο εναγόμενο σταμάτησε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της πρώτης και της δεύτερης, των εναγουσών αντίστοιχα. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, ζητούν, όπως παραδεκτά περιόρισαν με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις τους και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, το αίτημα τους περί, επιδίκασης μισθών υπερημερίας από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, α) να χαρακτηρισθούν οι ως άνω συμβάσεις αυτές ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των από 25-6-2010 και 9-6-2010 καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους, γ) να αναγνωρισθεί ότι τα εναγόμενα οφείλουν να καταβάλουν σε κάθε μία από αυτές, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ποσό των 8.250,00 ευρώ που αφορά μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα 25-6-2010 έως 9-9-2011, για την πρώτη και από 9-9-2010 έως 9-9-2010, για τη δεύτερη, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, δ) να υποχρεωθεί το πρώτο των εναγομένων να
αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή χρηματικής ποινής ποσού 100 ευρώ για κάθε ήμερα άρνησης της αποδοχής αυτών των υπηρεσιών" ε) άλλως να αναγνωρισθεί ότι οι ως άνω συμβάσεις είναι συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, αρχόμενες από την έναρξη των πρώτων-αρχικών συμβάσεων, στ) να υποχρεωθούν τα εναγόμενα να καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ποσό των 4.068,00 ευρώ στην πρώτη και το ποσό των 3.999,00 ευρώ στη δεύτερη των εναγουσών, που αφορούν αποδοχές αδείας, επίδομα αδείας, δώρο Πάσχα και δώρο Χριστουγέννων των ετών 2008, 2009 και, 2010, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, ζ) επικουρικά, στην περίπτωση που κριθεί ότι η καταγγελία των επίδικων συμβάσεων εργασίας της δεν ήταν άκυρη ζητούν να καταβάλουν τα εναγόμενα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ποσό των 1.192,00 ευρώ σε κάθε μια των εναγουσών, ως αποζημίωση απόλυσης ένεκα της καταγγελίας, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, η) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή. Τέλος ζητεί να καταδικασθούν τα εναγόμενα στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης.
Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο έχει δικαιοδοσία, αφού κατά τα αναφερόμενα σ' αυτήν η επίδικη διαφορά ανέκυψε από τις μεταξύ των διαδίκων επικαλούμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες διέπονται από τις ιδιωτικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ, απορριπτόμενου ως μη νόμιμου του ισχυρισμού του δεύτερου εναγομένου περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της υπό κρίση διαφοράς, γιατί εξικνείται από την εφαρμογή διοικητικής πράξης, αφορούσα κοινοτικές ενισχύσεις, υπαγόμενη ρητά κατ' άρθρο 1 παρ. 4 του Ν. 1406/1983, όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 51 παρ. 1 του Ν. 3659/2008, και είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 14 αρ. 2, 16 αρ. 2, 42 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ, ΚΠολΔ), εντός της τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας του άρθρου 6 § 1 Ν. 3198/1955, ως προς τις αξιώσεις από την άκυρη καταγγελία των επίδικων σχέσεων εργασίας (βλ. την υπ' αριθμ. 11339 Β/28-07-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Νικολάου Ρουμάνα και την υπ' αριθμ. 6287/13-07-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή, του Πρωτοδικείου Σύρου Ευθυμίου Καραμπίνη) και είναι ορισμένη, καθώς διαλαμβάνει όλα τα απαραίτητα για τη θεμελίωση της πραγματικά περιστατικά κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του δεύτερου εναγομένου.
Ομως η υπό κρίση αγωγή τυγχάνει μη νόμιμη ως προς όλες τις κύριες και τις επικουρικές της βάσεις, προεχόντως, καθόσον συμβάσεις, οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ, αφενός, του πρώτου εναγόμενου νομικού προσώπου ως φορέα υλοποίησης του δευτέρου εναγομένου Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ)ως υπεύθυνου φορέα και των εναγουσών αφετέρου, είναι, όπως αναφέρεται στα ιδιωτικά συμφωνητικά που αυτές έχουν υπογράψει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος STAGE, οι οποίες καταρτίστηκαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2639/1998, προκειμένου να αποκτήσουν οι τελευταίες επαγγελματική κατάρτιση με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και την απασχόληση με το αντικείμενο της συγκεκριμένης θέσης, και αποτελούν, ως εκ τούτου, γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, για τις οποίες δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά τις οποίες εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κ.λ.π., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας (ΑΠ 1592/2009, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, Α. Καρακατσάνη/Στ. Γαρδίκα, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 1995 ,σελ. 55-56 Ι. Ληξουριώτη Γνήσια Σύμβαση Μαθητείας ΕΕΔ, Τόμος 50ος, 1991, σελ. 628-632), και δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 581/2089 ΝΟΜΟΣ).
Μη νόμιμη όμως τυγχάνει η αγωγή και για το λόγο αυτό απορριπτέα, καθόσον, και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα πρόταση, και αληθών υποτιθεμένων των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική της βάσης, δηλαδή και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι το είδος της έννομης σχέσης που συνδέει τις ενάγουσες είναι στην πραγματικότητα αυτός της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού, δικαίου με τους εναγομένους και όχι σύμβαση μαθητείας, καθώς και ότι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς λειτουργίες διοικητικών υπηρεσιών του πρώτου εξ αυτών (Δήμου ........), οι εν λόγω συμβάσεις δε μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου, καθόσον έχουν συναφθεί μετά την ισχύ του π.δ. 164/2004 ήτοι την 4-12-2007), το οποίο κατά ρητή επιταγή του δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μαθητείας (άρθρο 2 παρ. 2 εδ. α΄) και με το οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία προς την ευρωπαϊκή Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου (που δεν αποτελεί πλέον άμεσα εφαρμοζόμενο δίκαιο), προβλέπει δε στο άρθρο 11 συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου μόνο αυτών των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη της ισχύος του και ήταν ενεργές κατά το χρονικό αυτό σημείο και όχι αυτών που έχουν καταρτιστεί μεταγενέστερα, όπως εν προκειμένω. Αντίθετα, οι επίδικες συμβάσεις έχουν συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και σε καμία περίπτωση δε μπορούν να θεωρηθούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου ή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου, ακόμα και στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι το πρώτο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., στο οποίο προσέφεραν τις υπηρεσίες τους οι ενάγουσες, ως εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου, δεν έχει πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου αυτού, και συγκεκριμένα, κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του Α.Σ.Ε.Π..
Οποιαδήποτε δε προσπάθεια μονιμοποίησης των εργαζομένων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ακόμα και αν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δήμου, προσκρούει στη ρητή απαγόρευση, τόσο του άρθρου 21 παρ. 2 του ως άνω νόμου (Ν. 2190/1994), όσο και στο άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος. Ούτε άλλωστε μπορεί να τύχει εφαρμογής η γενική διάταξη του άρθρου 671 ΑΚ, αλλά και η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920, σύμφωνα με τις οποίες καθίσταται δυνατή η μετατροπή μίας συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, εάν ο καθορισμός της διάρκειας της δε δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, άλλα ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης διατάξεων του ιδίου νόμου (Ν. 2112/1920), αφού, όταν η σύμβαση εργασίας καταρτίζεται υποχρεωτικά από τον νόμο ως ορισμένης διάρκειας, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση με το Ν.2190/1994, αυτή δεν συνιστά αδικαιολόγητο καθορισμό της διάρκειας της συμβάσεως, ούτε καταστρατήγηση των διατάξεων του Ν. 2112/1920. Εξάλλου, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω κι αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας έχει εφαρμογής μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004, σύμφωνα με τα διαληφθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη. ¶λλωστε, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι στην υπό κρίση περίπτωση τα προγράμματα απασχόλησης ανέργων στους ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού, στα οποία συμμετείχαν οι ενάγουσες αφορούσαν σε πανελλαδική κλίμακα όλους τους παραπάνω φορείς απασχόλησης και όχι μόνο το πρώτο εναγόμενο και του ότι η αρχική διάρκεια τους (18μηνο), παρατάθηκε για ακόμη ένα 12μηνο, όχι με πρωτοβουλία των εναγομένων, άλλα στα πλαίσια υλοποίησης της υπ' αριθμ. 17948/540/8-7-2009 Κ.Υ.Α. των υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, με την οποία ορίστηκε ότι προϋπόθεση συνέχισης συμμετοχής στο πρόγραμμα (stage. OTA) από κάθε ασκούμενο είναι η θετική αξιολόγηση του από τον προϊστάμενο του, δε μπορεί να γίνει λόγος για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας άλλα, όπως άλλωστε προαναφέρθηκε, για ανεξάρτητες συμβάσεις μαθητείας στις οποίες οι ενάγουσες συμμετείχαν με βάση τους όρους συμμετοχής και τις προϋποθέσεις που όριζαν οι Κ.Υ.Α. (31220/17-7-2007 και 17948/540/8-7-2009), που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998 για τη δυνατότητα υλοποίησης από το δεύτερο των εναγομένων, προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage OTA) και οι οποίες μετά το πέρας των χρονικών ορίων των ως άνω προγραμμάτων απολύθηκαν.
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις μετατροπής των συμβάσεων σε αορίστου δεν μπορεί να γίνει αυτή, ούτε άλλωστε μπορούν, ως ανεξάρτητες συμβάσεις μαθητείας και όχι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, να θεωρηθούν αυτές άκυρες, κατ' εφαρμογή του π.δ. 164/2004. Κατόπιν τούτων, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Τα δικαστικά έξοδα του δεύτερου των εναγομένων πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος των εναγουσών λόγω της ήττας τους, συμψηφισμένων, όμως, κατά το άλλο μέρος μεταξύ των παρόντων διαδίκων, λόγω δυσχέρειας στην ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου (άρθρα 176 και 179 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Πρέπει, τέλος, να ορισθεί παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση ασκήσεως από το πρώτο των εναγομένων ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας αποφάσεως (άρθρα 501, 502 παρ. 1, 505 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην του πρώτου των εναγομένων και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων.
ΟΡΙΖΕΙ το προκαταβλητέο παράβολο για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της αποφάσεως, από το πρώτο των εναγομένων στο ποσόν των εκατόν είκοσι (120) ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις ενάγουσες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του δεύτερου
των εναγομένων, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Νάξο, στο ακροατήριο του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση στις 25-11-2010.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Σχόλια