Τετάρτη 18 Αυγούστου 2021

Ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω απάτης και ουσιώδους πλάνης (ΑΠ 745/2020) Η παραίτηση από το δικαίωμα ακύρωσης μπορεί να λάβει χώρα και σιωπηρώς


Ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω απάτης και ουσιώδους πλάνης (ΑΠ 745/2020)

Η παραίτηση από το δικαίωμα ακύρωσης μπορεί να λάβει χώρα και σιωπηρώς..

Απορρίπτοντας την αίτηση αναίρεσης και επικυρώνοντας τα σχετικώς κριθέντα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο Άρειος Πάγος έκρινε πως το δικαίωμα προς ακύρωση σύμβασης, λόγω απάτης, υπόκειται σε απόσβεση λόγω σιωπηρής παραίτησης (ΑΠ 745/2020). Σε κάθε δε περίπτωση κρίθηκε ότι έχει παρέλθει η τασσόμενη εκ του νόμου διετής αποσβεστική προθεσμία από τον χρόνο, μέχρι τον οποίο εξακολούθησε η αρχική πλάνη και απάτη, που οδήγησαν αιτιωδώς στην κατάρτιση των ενδίκων συμβάσεων, έως την άσκηση της αγωγής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρ. 147, 149, 150, 151, 152 του ΑΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης ή εξαναγκάστηκε σε δήλωση βούλησης με απειλή, που ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και, παράλληλα, την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, εφόσον η απάτη ή απειλή περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας. Άλλως, μπορεί να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής, δηλαδή να απαιτήσει αποζημίωση, κατά την έκταση που δικαιούται σε κάθε αδικοπραξία. Δεν ενδιαφέρει αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι συγγνωστή ή μη, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βούλησης αίτια, αρκεί αυτή να υφίσταται κατά το χρόνο της δήλωσης της βούλησης του απατηθέντος.

Στην περίπτωση ακυρώσιμης λόγω απάτης δικαιοπραξίας, εφόσον η προκληθείσα πλάνη είναι ουσιώδης, η ακύρωση της δικαιοπραξίας είναι δυνατή τόσο βάσει των περί απάτης διατάξεων, όσο και βάσει των διατάξεων περί πλάνης, υποκείμενη κάθε φορά στους κανόνες εκάστης εξ αυτών. 

Επιπλέον, η απειλή πρέπει να είναι παράνομη, δηλαδή το εξαγγελλόμενο κακό πρέπει να αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου. Επομένως, δεν μπορεί να συνίσταται στην άσκηση νόμιμου δικαιώματος. Εναλλακτικά, όμως, μπορεί να πρόκειται για ανήθικη απειλή, όταν το εξαγγελλόμενο κακό αντίκειται στα χρηστά ήθη ή δεν τελεί σε συνάφεια η απειλή με την επιδιωκόμενη δήλωση βούλησης, παρότι αποτελεί άσκηση νόμιμου δικαιώματος ή όταν το απειλούμενο κακό δεν αποτελεί το κατάλληλο μέσο για το σκοπό που επιδιώκεται και ο επιδιωκόμενος ή ο απειλούμενος σκοπός είναι αντίθετος προς τα χρηστά ήθη.

Εν προκειμένω, κατά τα γενόμενα δεκτά από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο πραγματικά περιστατικά, στο πλαίσιο σύναψης μιας ενιαίας ευρύτερης συμφωνίας χρηματοδότησης, υπεγράφη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, στην οποία εισήχθη αιφνιδιαστικά ο πρόσθετος εξασφαλιστικός των συμφερόντων της εναγομένης - τράπεζας όρος της ενεχύρασης των μετοχών που επρόκειτο να αποκτήσει ο πρώτος των εναγόντων. Ο εν λόγω όρος κρίθηκε καταχρηστικός και αντίθετος στην καλή πίστη ως μεθαοδευμένος, δεδομένου ότι εισήλθε αιφνιδιαστικά την ημέρα υπογραφής των οικείων συμβάσεων, παρά το γεγονός ότι είχε προαποφασιστεί από τις εναγόμενες, κατά τρόπο που δεν άφηνε χρονικά περιθώρια αντίδρασης και δυνατότητα διαπραγμάτευσης του πρώτου των εναγόντων. Επιπλέον, ο περί ενεχύρασης των μετοχών όρος, εμπόδιζε την επίτευξη του γνωστού στις εναγόμενες επενδυτικού σκοπού του ενάγοντος, που ήταν η άμεση πώληση των μετοχών αυτών και η αποκόμιση κέρδους. Η επιδίωξη αυτή δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να υλοποιηθεί μετά την ενεχύραση των μετοχών, λόγω του εμπράγματου βάρους επ' αυτών και, μάλιστα, για μεγάλο χρονικό διάστημα, διάρκεια της χρηματοδοτικής μίσθωσης.

Εν συνεχεία, επιτεύχθηκε η ρητή προφορική συμφωνία ότι η πρώτη των εναγομένων θα προέβαινε εγκαίρως σε μονομερή άρση του ενεχύρου, ώστε να μη κινδυνεύσει με ματαίωση ο επενδυτικός σκοπός του πρώτου των εναγόντων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όμως, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον ενάγοντα ότι θα άρουν άμεσα και εγκαίρως το συσταθέν επί των άυλων μετοχών του ενεχύρου, προκαλώντας του με δόλο την εσφαλμένη αντίληψη ότι αυτός θα δυνηθεί ευχερώς να τις εκποιήσει, με συνέπεια να προβεί στην υπογραφή των ένδικων συμβάσεων. Η εν λόγω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων συνιστά, συνεπώς, και αστική απάτη σε βάρος του πρώτου των εναγόντων, η οποία πέραν της περιουσιακής ζημίας, προκάλεσε σε αυτόν και ψυχική ταλαιπωρία και στενοχώρια και εν τέλει ηθική βλάβη. Η αστική αυτή απάτη δεν τελέστηκε, μάλιστα, μόνο σε βάρος του πρώτου των εναγόντων ατομικώς, αλλά και σε βάρος της εκπροσωπούμενης από τον ανωτέρω εταιρίας-τρίτης των εναγόντων.

Η εν λόγω απάτη, όπως και η ουσιώδης πλάνη αναφορικά με τη δυνατότητα ευχερούς άρσης του ενεχύρου επί των βεβαβρημένων μετοχών, θα μπορούσαν πράγματι να οδηγήσουν σε ακύρωση των δικαιοπραξιών πώλησης και μεταβίβασης του ακινήτου από τη τρίτη των εναγόντων στην πρώτη των εναγομένων, όπως και της μεταξύ αυτών σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, λαμβανομένου υπόψη ότι η δυνατότητα άμεσης εκποίησης των μετοχών είχε τεθεί σιωπηρώς ως απολύτως ουσιώδης όρος σε αμφότερες τις συμβάσεις. 

Περαιτέρω, όμως, κατά το σκεπτικό του δικαστηρίου, αποδείχθηκε πως η ενάγουσα εταιρεία, δια του νομίμου εκπροσώπου της, παραιτήθηκε σιωπηρώς του δικαιώματος προσβολής των ενδίκων δικαιοπραξιών λόγω ακυρωσίας και δη λόγω απάτης ή ουσιώδους πλάνης. Ειδικότερα, αποδεχόμενη την ευθύνη για οφειλόμενα μισθώματα, που προέρχονταν από τη συγκεκριμένη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, και δη εκφράζοντας ρητώς την παραίτησή της από τη δυνατότητα αμφισβήτησης καθ' οιονδήποτε τρόπο της οφειλής της στο πλαίσιο της συμφωνίας, που είχε χαρακτήρα σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, αποδέχθηκε την εγκυρότητα της ένδικης σύμβασης μέσω παραίτησης από την δυνατότητα επίκλησης της ακυρωσίας τόσο της σύμβασης αυτής όσο και της προηγηθείσας σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης το ακινήτου, που ήταν παρακολουθητική της σύμβασης μίσθωσης και απολύτως εξαρτημένη από αυτή.

Αιτία, που να καθιστούσε την ανωτέρω δήλωση βούλησης της ενάγουσας εταιρίας άκυρη ή ακυρώσιμη, ιδία λόγω απειλής, δεν αποδείχθηκε. Ο φόβος της ότι η τυχόν άρνηση συγκατάθεσής της θα οδηγούσε σε άμεση καταγγελία της σύμβασης και σε αναζήτηση του συνόλου των μισθωμάτων, ανάγεται στα παραγωγικά αίτια της βούλησής της και κρίθηκε νομικά μη σημαντική. Η άσκηση ενός νομίμου δικαιώματος δεν συνιστά απειλή, πολλώ δε μάλλον, όταν δεν αποδείχθηκαν συνθήκες τέτοιες, οι οποίες να προσέδιδαν στην προειδοποίηση της άσκησης του νομίμου δικαιώματος της καταγγελίας από μέρους της πρώτης των εναγομένων αντίθετο προς τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη χαρακτήρα.

Πέραν, άλλωστε, της σαφούς πρόθεσης της ενάγουσας να παραιτηθεί του τυχόν δικαιώματος της να αιτηθεί την ακύρωση των ενδίκων συμβάσεων, το δικαίωμα προς ακύρωση λόγω ακυρωσίας ένεκα πλάνης ή απάτης κρίθηκε ότι έχει υποκύψει και στη σχετική διετή αποσβεστική προθεσμία, η οποία αφετεριάζεται κατά την ημέρα που επιχειρείται η φερόμενη ως ακυρώσιμη δικαιοπραξία και πάντως κατά την ημέρα της γνώσης του ελαττώματος από μέρος του πλανηθέντος ή εξαπατηθέντος. Συνεπώς, σημασία έχει ο χρόνος, κατά τον οποίο αποκτήθηκε η γνώση του εκπροσώπου της τρίτης των εναγόντων για το αρχικό αυτό ελάττωμα και αν από το χρόνο αυτό ως την άσκηση της υπό κρίση αγωγής έχει παρέλθει χρόνος μείζων της διετίας.

Απόσπασμα απόφασης

Η αποδοχή της ευθύνης της τρίτης των εναγόντων για οφειλόμενα μισθώματα, που προέρχονταν από τη συγκεκριμένη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, και δη η εκφρασθείσα ρητώς παραίτηση της τελευταίας από τη δυνατότητα αμφισβήτησης καθ' οιονδήποτε τρόπο της οφειλής της στο πλαίσιο της προαναφερθείσας συμφωνίας, που είχε χαρακτήρα σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, ουδέν άλλο περιεχόμενο μπορούσε να έχει από την αποδοχή της εγκυρότητας της ένδικης σύμβασης μέσω παραίτησης της τρίτης των εναγόντων από την δυνατότητα επίκλησης της ακυρωσίας τόσο της σύμβασης αυτής όσο και της προηγηθείσας σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης του ενδίκου ακινήτου, που ήταν παρακολουθητική της σύμβασης μίσθωσης και απολύτως εξαρτημένη από αυτή. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο στ. IV της ως άνω σύμβασης συνομολογείται πως "...ο μισθωτής και ο εκ τρίτος συμβαλλόμενος αποδέχονται και ρητώς, παραιτούμενοι από το δικαίωμά τους να αμφισβητήσουν, για οποιονδήποτε λόγο, το κύρος και τη νομιμότητα της ρύθμισης αυτής..", ενώ η άσκηση αγωγής ακύρωσης της σύμβασης, από την οποία έχει προέλθει το ως άνω ρυθμιζόμενο χρέος, θα αποτελούσε ασφαλώς ευθεία αμφισβήτηση και της ρυθμισθείσας οφειλής, από την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη ρητώς παραιτήθηκαν. Επιδίωξη, εξάλλου, των αντισυμβληθέντων στο πλαίσιο της ως άνω σύμβασης ρύθμισης της οφειλής, η οποία αποτελούσε εν ταυτώ και σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης του χρέους από τη πλευρά της τρίτης των εναγόντων, ήταν και η διασφάλιση της βασικής σχέσης, από την οποία προερχόταν το ρυθμιζόμενο χρέος, από ενδεχόμενα ελαττώματα... Η επιβεβαίωση των όρων της σύμβασης της μίσθωσης αποτελεί πρόσθετο επιχείρημα στην ανωτέρω κατεύθυνση, πολλώ δε μάλλον που το μόνο ζήτημα, για το οποίο διατυπώθηκε επιφύλαξη ήταν ο υπ' αριθμ. 13γ όρος της σύμβασης, ο οποίος, όμως, αφορούσε στο πολύ συγκεκριμένο και ειδικό ζήτημα της σύμβασης ενεχύρου επί των μετοχών και του σχετικού όρου στη σύμβαση μίσθωσης, για τον οποίο ήδη τότε τα νυν διάδικα μέρη έριζαν. Εξ αντιδιαστολής, συνεπώς, το υπόλοιπο περιεχόμενο των συμβάσεων ρητώς επιβεβαιώθηκε και εντεύθεν έλαβε χώρα σιωπηρή παραίτηση από τη δυνατότητα αμφισβήτησης του κύρους τους.

Άλλωστε, η εν λόγω παραίτηση έλαβε χώρα εν πλήρει συνειδήσει των ελαττωμάτων των συμβάσεων, καθώς η αρχική προκληθείσα πλάνη περί την πρόθεση των εναγομένων να προβούν σε άμεση άρση του ενεχύρου αμέσως μετά την έναρξη διαπραγμάτευσης των μετοχών στο ΧΑΑ, είχε πλήρως διαλυθεί το αργότερο με την πώληση και των τελευταίων μετοχών στις 2-2-2009. Αιτία, που να καθιστούσε την ανωτέρω δήλωση βούλησης της τρίτης των εναγόντων άκυρη ή ακυρώσιμη, ιδία λόγω απειλής, δεν αποδεικνύεται. Ο φόβος της τρίτης των εναγόντων ότι η τυχόν άρνηση συγκατάθεσής της στην κατάρτιση της υπ' αριθμ. .../20-12-2010 συμβολαιογραφικής πράξης του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γ. Θ. Σ., θα οδηγούσε σε άμεση καταγγελία της σύμβασης και σε αναζήτηση του συνόλου των μισθωμάτων, ανάγεται στα παραγωγικά αίτια της βούλησής της και είναι νομικά μη σημαντική, στο μέτρο, που δεν αποδεικνύεται ότι η πρώτη των εναγομένων ή τρίτος για λογαριασμό της εξανάγκασε τον εκπρόσωπο της τρίτης των εναγόντων στη διατύπωση της συγκεκριμένης δήλωσης βούλησης μέσω απειλών, που ασκήθηκαν παράνομα και πληρούσαν τους όρους του άρθρου 151 ΑΚ ή ήταν αντίθετες προς τα χρηστά ήθη... Η άσκηση ενός νομίμου δικαιώματος της πρώτης των εναγομένων δεν συνιστά απειλή, πολλώ δε μάλλον, που δεν αποδεικνύονται και συνθήκες τέτοιες, οι οποίες να προσέδιδαν στην προειδοποίηση της άσκησης του νομίμου δικαιώματος της καταγγελίας από μέρους της πρώτης των εναγομένων αντίθετο προς τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη χαρακτήρα. Οι τυχόν δυσμενείς συνέπειες της άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας από μέρους της πρώτης των εναγομένων δεν αρκούν, για να καταστήσουν την προειδοποίηση καταγγελίας της σύμβασης ταυτόσημη της απειλής ούτε ήταν ικανές να νοθεύσουν την ελεύθερη βούληση του εκπροσώπου της τρίτης των εναγόντων κατά τη κατάρτιση της σύμβασης ρύθμισης, όπως αποδεικνύεται, άλλωστε, και από την υποβολή πλήθους αιτημάτων και αντιρρήσεων από μέρους του τελευταίου κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων υπογραφής της σύμβασης ρύθμισης, η οποία δεν συνάδει με την επικαλούμενη κατάσταση απειλής και διαρκούς κινδύνου από μέρους της τρίτης των εναγόντων.

Σημειωτέον, άλλωστε, στο σημείο αυτό, ότι ο διακανονισμός της οφειλής αποτέλεσε προϊόν αιτήματος και πρωτοβουλίας του πρώτου των εναγόντων και των νομικών παραστατών του, η δε τυχόν καταγγελία της σύμβασης και επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης μπορούσε ευχερώς να αντιμετωπισθεί με ένδικα βοηθήματα, όπου θα γίνονταν επίκληση των ήδη προβληθέντων ισχυρισμών προς ευόδωσή τους, ο δε διακανονισμός αυτός, ο οποίος κινήθηκε μέσα στα συμβατικά πλαίσια και στα ήδη συμφωνηθέντα, εξυπηρετούσε μάλλον τα συμφέροντα των εναγόντων που δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν πλέον στη καταβολή του αρχικά συμφωνηθέντος μισθώματος , παρά τα οικονομικά συμφέροντα των εναγομένων .

Δείτε ολόκληρη την απόφαση στο areiospagos.gr 

 

 Απόφαση 745 / 2020    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 745/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Δ. του Π., κατοίκου ... και 2) εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους .....
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, πρώην ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "..." πρώην ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "..." ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση και 2) τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), που εδρεύει στη ... και τελεί υπό ειδική διαχείριση στο πλαίσιο εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης κατά τη νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κατόπιν διασυνοριακής συγχώνευσης δι' απορροφήσεως. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ν., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του αρχικού διαδίκου Π. Δ. του Δ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 876/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 3099/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-7-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο.559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το δικαστήριο, παρά τη επαρκή έκθεση σε αυτήν (ανακοπή) των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της, την έκρινε ορισμένη θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια και κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου (ΑΠ 59/2017, ΑΠ387/2015). Τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου. Από τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ συνάγεται ότι ο ζημιωθείς στο πλαίσιο ενδοσυμβατικής ή αδικοπρακτικής ευθύνης του ζημιώσαντος, δικαιούται, μεταξύ άλλων, να αξιώσει και την αποκατάσταση της μελλοντικής αποθετικής του ζημίας (διαφυγόν κέρδος), στην περίπτωση που εξ αιτίας του ζημιογόνου γεγονότος πρόκειται να απολέσει εισοδήματα από δραστηριότητα, που θα ασκούσε στο μέλλον κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο. Ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέτει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία είναι δυνατό να πιθανολογηθεί η μελλοντική του ζημία και τα οποία καθιστούν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση αυτή. Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμω βάσιμη. Αν, όμως, από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως απλώς ενδεχόμενη, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό το ζήτημα το αν στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αλλά από τις αποδείξεις προκύπτει, ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (ΑΠ.67/2017, ΑΠ 1107/2015) Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 14 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο έκρινε αόριστο το ένδικο αγωγικό δικόγραφο ως προς το κονδύλιο των έμμεσων διαφυγόντων κερδών ποσού 9.195.726,49 ευρώ, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε απορρίψει την περί του αντιθέτου ένστασής τους, Στη συγκεκριμένη υπόθεση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι ο πρώτος ενάγων και ήδη αναιρεσείων προς θεμελίωση της αγωγής αναφορικά με τα έμμεσα διαφυγόντα κέρδη, εκθέτει σ' αυτό ότι"... από την καθυστερημένη πώληση των μετοχών του υπέστη ζημία από έμμεσα διαφυγόντα κέρδη, το ύψος των οποίων υπολογίζει στο ποσό των 9.195.726, 49 ευρώ, ότι ειδικότερα η κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων επίτευξη του ανωτέρω κέρδους σε περίπτωση που οι μετοχές πωλούντο κατά τη δεύτερη ημέρα διαπραγμάτευσής τους, προκύπτει από το γενικό υπολογισμό και από ένα ειδικότερο υπολογισμό ο πρώτος ενάγων από τον Ιούλιο του 2005 μέχρι την ημερομηνία σύνταξης της αγωγής είχε επενδύσει κεφάλαια, συνολικού ποσού 750.000 ευρώ, από την εκμετάλλευσή τους δε, έχει επιτύχει απόληψη ετήσιων κερδών της τάξης των 600.000 ευρώ,, ότι το ως άνω διαθέσιμο προς επένδυση κεφάλαιο ύψους 700.000 ευρώ από το συνολικό τίμημα της πώλησης του ακινήτου ύψους 3.875.000 ευρώ σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, προστιθέμενο στο ποσό των (2.499.100 ευρώ που δαπανήθηκε για την απόκτηση των μετοχών + 302.130 ευρώ από τα άμεσα διαφυγόντα κέρδη=) 2.801.230 ευρώ, το οποίο διαιρούμενο με το ποσό των 750.000 ευρώ, που ο πρώτος των εναγόντων είχε δαπανήσει κατά τα τελευταία έτη σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, καταλήγει στην εξεύρεση συντελεστή 4,66, ο οποίος πολλαπλασιαζόμενος με τα ετήσια κέρδη, ύψους 600.000 ευρώ κατά τα προμνησθέντα, καταλήγει σε ποσό ετήσιων κερδών, ύψους (4,66x600.000=) 2.796.000 ευρώ, και για τα τέσσερα επόμενα έτη από το χρονικό σημείο απόκτησης των μετοχών στο συνολικό ποσό των (4x2.796.000=)11.184.000 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει το προαναφερθέν ποσό των 9.195.726,49 ευρώ και το οποίο προκύπτει και από τους ειδικότερους υπολογισμούς του πρώτου των εναγόντων σύμφωνα με τα αμέσως κατωτέρω αναφερόμενα, ήτοι ότι κατά το διάστημα από 1-1-2009 έως 31-12- 2009 ο ίδιος επένδυσε ποσό 318.209 ευρώ σε μετοχές της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", επιτυγχάνοντας κέρδη ύψους 167.929,10 ευρώ, ότι η τιμή της ως άνω μετοχής τον Οκτώβριο του 2008 ανερχόταν στο ποσό των 44,00 δολαρίων ΗΠΑ, ότι ο ίδιος, αν είχε διαθέσιμο στο σύνολο του το κεφάλαιο των 2.801.230 ευρώ, αγοράζοντας με το ως άνω κεφάλαιο μετοχές της ανωτέρω εταιρείας σε τιμή 15,40 δολαρίων ΗΠΑ/μετοχή και πωλώντας αυτές στην τιμή των 44,00 δολαρίων ΗΠΑ/μετοχή βάσει της ισχύσασας και αναφερόμενης στην αγωγή ισοτιμίας δολαρίου ΗΠΑ/ευρώ, θα είχε αποκομίσει το ποσό των 5.202.278,27 ευρώ σύμφωνα με τους ειδικότερους στην αγωγή αναφερόμενους υπολογισμούς, ότι επιπλέον με το ως άνω ποσό θα αγόραζε σε αόριστο χρονικό σημείο στο μέλλον εκ νέου μετοχές της ίδιας ως άνω εταιρείας έναντι του ποσού των 28,00 δολαρίων ΗΠΑ/μετοχή, ήτοι 185.795 μετοχές, τις οποίες πωλώντας στο ποσό των 48,00 δολαρίων ΗΠΑ/μετοχή θα αποκόμιζε το ποσό των 2.673.318,74 ευρώ, ότι επιπλέον "ασχολούμενος σχεδόν σε καθημερινή βάση με την αγοραπωλησία παραγώγων και δη συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) επί εμπορευμάτων, όπως επί χρυσού και πετρελαίου, και μη έχοντας τη κεφαλαιϊκή επάρκεια που δια της ανάστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης επεδίωκε, απώλεσε κερδοφόρες ευκαιρίες από τη διακύμανση στη χρηματιστηριακή τιμή των υποκείμενων εμπορευμάτων... ότι ειδικότερα επί πράξεων σε πετρέλαιο κατά τα έτη 2008 και 2009 "θα μπορούσε με 20 συμβόλαια τα οποία θα απαιτούσαν κεφάλαιο αξίας 66.000 (20 συμβόλαια επί 3.300,00 δολάρια ΗΠΑ ανά συμβόλαιο) γνωστού όντος ότι η διεθνής επιτροπή του πετρελαίου από 67,00 δολάρια το βαρέλι έφθασε τα 150,00 δολάρια και με τιμή πώλησης στο ποσό των 135,00 δολαρίων, να είχε αποκομίσει κέρδη ύψους 1.360.000,00 δολαρίων" (68 δολάρια μεταβολή της τιμής πετρελαίου Χ 1.000,00 δολάρια κέρδος για μεταβολή ενός δολαρίου στη τιμή του συμβολαίου) ή (βάσει της αναφερόμενης στην αγωγή ισοτιμίας) το ποσό των 978.417,26 ευρώ, το οποίο και δεν κατόρθωσε να επιτύχει λόγω της μη έγκαιρης απόδοσης σε αυτόν των μετοχών του ελευθέρων βαρών, ότι από πράξεις χρυσού "... με 10 συμβόλαια τα οποία θα απαιτούσαν κεφάλαιο αξίας 50.000$ (10 συμβόλαια επί 5.000 δολάρια ΗΠΑ ανά συμβόλαιο), θα μπορούσε με τη διεθνή τιμή του χρυσού ανά ουγγιά να φθάσει τα 1.3500,00 δολάρια, αυξανόμενη κατά 500,00 ευρώ έναντι της τιμής κτήσης των 850,00 δολαρίων, να έχει αποκομίσει κέρδη, ύψους 500.000 δολαρίων" (500 δολάρια μεταβολή της τιμής χρυσού Χ 10 συμβόλαια XI00,00 δολάρια, που είναι η ανά συμβόλαιο τιμή, που αντιστοιχεί σε καθένα από τα 500 δολάρια) ή βάσει της αναφερόμενης στην αγωγή ισοτιμίας) το ποσό των 359.712,23 ευρώ, το οποίο και δεν κατόρθωσε να επιτύχει λόγω της μη έγκαιρης απόδοσης σε αυτόν των μετοχών του ελεύθερων βαρών, ήτοι συνολικά για την ανωτέρω αιτία το ποσό των (5.202.278,27 + 2.673.318,74 + 978.417,266666 + 359.712,23 =) 9.213.726,50 ευρώ, που εκ παραδρομής στη σχετική άθροιση ο πρώτος των εναγόντων υπολογίζει στο ποσό των 9.175.726,49 ευρώ και το οποίο ο πρώτος των εναγόντων δεν θα είχε απολέσει, αν είχε διαθέσιμο το προς επένδυση κεφάλαιο του από τη δεύτερη ημέρα διαπραγμάτευσης των οικείων μετοχών... Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "...υπό τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, το σχετικό με τα έμμεσα διαφυγόντα κέρδη αγωγικό κονδύλιο ποσού 9.195.726,49 ευρώ, πέραν της αοριστίας που συνίσταται στη μη εξειδίκευση των προπαρασκευαστικών μέτρων που ο πρώτος ενάγων είχε λάβει προκειμένου να επανεπενδύσει το κεφάλαιο από την κερδοφόρα πώληση των μετοχών του σε περαιτέρω επίσης κερδοφόρες επενδύσεις, όπως την αναφορά των κριτηρίων για την επιλογή των επενδύσεων αυτών και των χρονικών σημείων που θα επιλέγονταν για την πραγματοποίηση των επενδύσεων, λόγω της μεταβλητότητας των τιμών και του ρίσκου αυτών- μη θεραπευόμενης της αοριστίας αυτής με την επίκληση των πραγματικών περιστατικών ότι στα επικαλούμενα χρονικά σημεία ο πρώτος ενάγων είχε επενδύσει κερδοφόρα έτερο κεφάλαιο που διέθετε στις συγκεκριμένες επενδύσεις από τις οποίες είχε αποκομίσει κέρδος, το οποίο αναλογικά υπολογιζόμενο εξάγει το διαφυγόν κέρδος που ο ενάγων θα αποκόμιζε αν επένδυε κατά τον ίδιο τρόπο και το αρχικώς επενδυθέν κεφάλαιο των 2.499.100 ευρώ μετά των αμέσως διαφυγόντων κερδών του εκ 302.130 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.801.230 ευρώ- είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο καθότι διαφαίνεται όχι ως πιθανό αλλά ως ενδεχόμενο. Και τούτο καθότι, ως εκτίθεται στην αγωγή, ο πρώτος ενάγων ενώ αιτείται θετική ζημία και άμεσο διαφυγόν κέρδος λόγω της μη πώλησης των μετοχών του κατά τη δεύτερη ημέρα διαπραγμάτευσης τους στο ΧΑΑ, εν τούτοις τοποθετεί χρονικά το αιτούμενο έμμεσο διαφυγόν του κέρδος από την επωφελή επανεπένδυση των ποσών αυτών, μετά ένα έτος και πλέον, χωρίς να εξηγεί για ποιο λόγο δεν θα είχε επανεπενδύσει το κεφάλαιο του σε συντομότερο χρονικό διάστημα, αλλ' αντ' αυτού επιλέγει ένα αυθαίρετο και ευνοϊκό γι' αυτόν χρονικό σημείο ως προς τη διαμορφωθείσα τιμή της μετοχής στην οποία ισχυρίζεται ότι θα είχε επενδύσει, με μόνο κριτήριο ότι σε αυτή επένδυσε και έτερο κεφάλαιο του. Πέραν δε τούτου, το ότι επιλέγει ευνοϊκό χρονικό σημείο και επένδυση προκειμένου να θεμελιώσει το αιτούμενο έμμεσο διαφυγόν του κέρδος, καθιστώντας όμως έτσι το κονδύλιο αυτό ενδεχόμενο και όχι πιθανόν, προκύπτει και από το γεγονός ότι ενώ ο ενάγων εκθέτει ότι τον Οκτώβριο του 2008 θα είχε επενδύσει το κεφάλαιο του σε μετοχές της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." τις οποίες θα πωλούσε κερδοφόρα τον Ιανουάριο του 2009, ακολούθως εκθέτει ότι θα επένδυε και σε αγορά παραγώγων προϊόντων και δη επί συμβολαίων πετρελαίου και χρυσού κατά τα έτη 2008 και 2009, ήτοι εντός χρονικού διαστήματος, που εν μέρει επικαλύπτεται από το χρονικό διάστημα, κατά το κεφάλαιο θα ήταν στο σύνολο του επενδεδυμένο στις προαναφερθείσες μετοχές. Χαρακτηριστικό δε επί πλέον του ότι το επιχειρούμενο να θεμελιωθεί έμμεσο διαφυγόν κέρδος στις επικαλούμενες επενδύσεις, είναι απλά ενδεχόμενο και δεν παρίσταται προσδοκώμενο με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα προπαρασκευαστικά μέτρα, είναι και οι αναφορές στην αγωγή του πρώτου ενάγοντα ότι "θα μπορούσε" να επενδύσει στις συγκεκριμένες επιλογές και όχι ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και με βάση τα προπαρασκευαστικά του μέτρα θα αποκόμιζε τα αιτούμενα διαφυγόντα κέρδη".
Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία δεχθείσα τα ίδια, απέρριψε τους λόγους έφεσης με τους οποίους υποβαλλόταν παράπονο για την απόρριψη από την πρωτόδικη απόφαση της προβληθείσας από τον πρώτο αναιρεσείοντα ένστασης αοριστίας του αγωγικού κονδυλίου των έμμεσων διαφυγόντων κερδών, δεν παρέλειψε παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο. Επομένως, ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης , με τον οποίο αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 είναι αβάσιμος. Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές) από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναίρεσης, διότι οι κατ' αυτής λόγοι απορρίπτονται, οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/2003). Επομένως εφόσον δεν πλήττεται επιτυχώς η κύρια αιτιολογία απόρριψης του ανωτέρω κονδυλίου ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία απόρριψης του ιδίου κονδυλίου ως μη νομίμου είναι αλυσιτελής. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 140 ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, ουσιώδης δε κατά τη διάταξη τον άρθρ. 141 του ίδιου Κώδικα είναι η πλάνη, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε την κατάρτισή της. Πλάνη, επομένως, είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βούλησης του δηλούντος πραγματικής κατάστασης, προς την πλάνη δε με την παραπάνω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσης (άγνοια) της πραγματικής κατάστασης, όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος. Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δήλωσης, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δήλωσης (ΑΠ406/2019). Εξάλλου όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 147, 149, 150, 151, 152 ΑΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως ή εξαναγκάστηκε σε δήλωση βούλησης με απειλή, που ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη από τον άλλο ή από τρίτο, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (αρθρ.914 επ. ΑΚ), εφόσον η απάτη ή απειλή περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, είτε να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής, δηλαδή να απαιτήσει αποζημίωση, κατά την έκταση που δικαιούται σε κάθε αδικοπραξία (ΑΠ 715/2011). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις η απάτη και απειλή αντιμετωπίζονται στο δίκαιο υπό δύο έννοιες, ήτοι: α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος ή απειληθέντος, εξαιτίας της οποίας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσής του και β) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απατήσαντος ή απειλήσαντος, η οποία γεννά σε βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης, κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Δεν ενδιαφέρει αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι συγγνωστή ή μη, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βούλησης αίτια, αρκεί αυτή να υφίσταται κατά το χρόνο της δήλωσης της βούλησης του απατηθέντος. Ειδικότερα απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση, που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά, είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν, που τα αγνοούσε, επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισης του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου, προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωση του, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δήλωσης βουλήσεως του απατηθέντος, η οποία προκλήθηκε πράγματι από την απάτη (ΑΠ 1756/2011). Ως λόγος μεν η απάτη, που καθιστά ελαττωματική τη βούληση, αποκτά σημασία, μόνο στο πλαίσιο της δικαιοπραξίας, αφού αποτελεί αρνητική προϋπόθεση του κύρους της, και θεμελιώνει, ανάλογα προς το εάν ο απατηθείς επιδιώκει την ακύρωση της δικαιοπραξίας ή την αποδέχεται παρά το ελάττωμά της, παράλληλες αξιώσεις αντίστοιχα αποζημίωσης από αδικοπραξία, για αρνητικό διαφέρον στην πρώτη, που μπορεί να περιλαμβάνει και περαιτέρω θετική ζημία σαν αποτέλεσμα της κατάρτισης της απατηλής δικαιοπραξίας και για θετικό διαφέρον στη δεύτερη. Ως αδικοπρακτική δε συμπεριφορά δόλια και αντικείμενη στα χρηστά ήθη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 197, 198, 147, 148, 281, 288 και 919 του ΑΚ, ιδρύει αυτοτελή και πρωτογενή υποχρέωση αποζημίωσης, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής, δηλαδή η ζημία, και ο αιτιώδης σύνδεσμος της με την απατηλή (δόλια) συμπεριφορά του υπαιτίου, στοιχεία που κατά τη διάταξη του άρθ. 216 παρ.1 εδ.ά και β' ΚΠολΔ πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ247/2018, ΑΠ 631/2015). Στην περίπτωση ακυρώσιμης λόγω απάτης δικαιοπραξίας, εφόσον η προκληθείσα πλάνη είναι ουσιώδης, η ακύρωση της δικαιοπραξίας είναι δυνατή τόσο βάσει των περί απάτης διατάξεων, όσο και βάσει των διατάξεων περί πλάνης, υποκείμενη κάθε φορά στους κανόνες εκάστης εξ αυτών. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 150- 151 του ΑΚ, απειλή είναι η εξαγγελία κάποιου κακού για τον απειλούμενο, με την οποία ο τελευταίος περιάγεται σε κατάσταση ψυχολογικής πιέσεως και συνεπεία της οποίας αυτός φρονεί, ότι πρέπει να προβεί στην υπό του απειλούντος επιδιωκόμενη δήλωση βουλήσεως, προκειμένου να αποφύγει την επέλευση του κακού. Για την εφαρμογή δε των ως άνω διατάξεων απαιτείται: α) απειλή επικείμενου κακού για τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή και την περιουσία του απειλουμένου ή των προσώπων, που συνδέονται στενότατα με αυτόν, β) ο κίνδυνος επελεύσεως του κακού να είναι άμεσος και σπουδαίος, δηλαδή επικείμενος και πραγματικός και να είναι ικανός και προκαλέσει φόβο σε έμφρονα άνθρωπο, γ) η απειλή να έγινε προς το σκοπό να εξαναγκάσει τον απειλούμενο σε δήλωση, να οδήγησε πράγματι στη δήλωση βουλήσεως και μάλιστα παράνομα ή εναντίον των χρηστών ηθών (ΑΠ 1912/2008). Επιπλέον, η απειλή πρέπει να είναι παράνομη, δηλαδή το εξαγγελλόμενο κακό πρέπει να αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου. Επομένως, δεν μπορεί να συνίσταται στην άσκηση νόμιμου δικαιώματος. Εναλλακτικά, όμως, μπορεί να πρόκειται για ανήθικη απειλή, όταν το εξαγγελλόμενο κακό αντίκειται στα χρηστά ήθη ή δεν τελεί σε συνάφεια η απειλή με την επιδιωκόμενη δήλωση βούλησης, παρότι αποτελεί άσκηση νόμιμου δικαιώματος ή όταν το απειλούμενο κακό δεν αποτελεί το κατάλληλο μέσο για το σκοπό που επιδιώκεται και ο επιδιωκόμενος ή ο απειλούμενος σκοπός είναι αντίθετος προς τα χρηστά ήθη (ΑΠ 1272/2004). Η κρίση δε για αντίθεση της απειλούμενης πράξης στα χρηστά ήθη θα πρέπει να αναζητείται στις κρατούσες για την ηθική αντιλήψεις της δεδομένης εποχής, του δεδομένου τόπου και στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 214/1972). Συνακόλουθα τούτων, δεν πρόκειται περί απειλής, στην περίπτωση απλών υποδείξεων ή προειδοποιήσεων, αναφερομένων είτε σε κάποια υφιστάμενη ήδη δυσμενή κατάσταση για τον απειλούμενο, είτε σε γεγονότα, τα οποία θα επέλθουν ούτως ή άλλως και χωρίς οποιαδήποτε ανάμειξη του απειλούντος. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η απειλή ασκήσεως αγωγής ή χρησιμοποιήσεως άλλων εννόμων βοηθημάτων (αναφοράς, μήνυσης κλπ), και για αληθεύοντα ακόμη περιστατικά, προσλαμβάνει πρόδηλα αθέμιτο χαρακτήρα, όταν ο απειλών αποβλέπει με τη χρησιμοποίησή τους σε άλλα πλεονεκτήματα ουσιαστικά άσχετα προς εκείνα, στα οποία εξ αντικειμένου τείνουν τα εν λόγω έννομα βοηθήματα (ΑΠ 1040/2018). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 154 και 155 ΑΚ, που ορίζουν αντίστοιχα ότι" Η ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής επέρχεται με δικαστική απόφαση, την ακύρωση έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν μόνον αυτός που πλανήθηκε ή απατήθηκε ή απειλήθηκε και οι κληρονόμοι τους" και ότι " Η αγωγή για ακύρωση απευθύνεται κατά του άλλου συμβαλλόμενου• αν πρόκειται για μονομερή δικαιοπραξία ,απευθύνεται κατά εκείνου που αντλεί άμεσα από αυτήν έννομο συμφέρον", συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α)Η ακύρωση επέρχεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η οποία ισχύει αναδρομικά και αναπτύσσει συνέπειες erga omnes. Μέχρι τότε η ακυρώσιμη δικαιοπραξία αναπτύσσει πλήρη νομική ενέργεια και μόνο μετά την απαγγελλόμενη με, όπως προαναφέρθηκε, τελεσίδικη δικαστική απόφαση ακύρωσή της εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη λογιζόμενη ως μη γενόμενη. Μάλιστα, ακόμη και στην περίπτωση που η ακύρωση ακυρώσιμης δικαιοπραξίας ασκείται με ένσταση, απλή επίκληση της ακυρωσίας της δικαιοπραξίας, χωρίς ταυτόχρονη άσκηση του δικαιώματος ακύρωσης, δεν αρκεί και έτσι δεν μπορεί καν να εξετασθεί παρεμπιπτόντως ως απλή ακυρωσία (δυνατότητα ακύρωσης), εφόσον η ακύρωση, κατά τα ανωτέρω, απαγγέλλεται με δικαστική απόφαση, β) Ενάγοντες, κατά τη διάταξη του άρθρου 154 εδ. β ΑΚ, μπορούν να είναι μόνον αυτός που πλανήθηκε, απατήθηκε ή απειλήθηκε, ενώ, σχετικά με τα πρόσωπα εναντίον των οποίων ζητείται η ακύρωση, η ΑΚ 155 διακρίνει ανάμεσα σε συμβάσεις και μονομερείς δικαιοπραξίες και έτσι, όταν η ακυρώσιμη δικαιοπραξία είναι σύμβαση, εναγόμενος είναι ο αντισυμβαλλόμενος του πλανηθέντος, απατηθέντος ή απειληθέντος και οι κληρονόμοι του, όταν η ακυρώσιμη δικαιοπραξία είναι μονομερής απευθυντέα, εναγόμενος είναι ο λήπτης της δήλωσης και, σε περίπτωση που είναι μη απευθυντέα, εναγόμενος είναι αυτός που αντλεί άμεσα έννομο συμφέρον από τη δικαιοπραξία. Προκειμένου περί δικαιοπραξίας καταρτισθείσας δι' αντιπροσώπου πλανηθέντος, απατηθέντος ή απειληθέντος, ενάγων είναι όχι ο αντιπρόσωπος αλλά ο αντιπροσωπευόμενος, διότι η δικαιοπραξία ως ρύθμιση ανήκει σε αυτόν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 156 ΑΚ "Η παραίτηση του δικαιούχου επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση. Η παραίτηση, ρητή ή σιωπηρή, δεν είναι αναγκαίον να απευθυνθεί σε άλλον". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση παραίτησης από δικαιώματος (ρητή ή σιωπηρά) μπορεί να συναχθεί και από δηλώσεις ή πράξεις που γίνονται κυρίως για άλλο σκοπό, ενέχουν όμως συμπερασματικώς και άλλη δικαιοπρακτική βούληση, εκείνη της παραίτησης (ΑΠ 95/2010, ΑΠ 232/2005).Η παραίτηση προϋποθέτει γνώση του ελαττώματος και, συνεπώς, παραίτηση εκ των προτέρων δεν είναι δυνατή. Αν αφορά σε τυπική δικαιοπραξία, δεν απαιτείται η τήρηση του τύπου, εκτός αν ορίζεται άλλως ειδικώς. Με το Ν. 1665/1986 καθιερώθηκε η σύμβαση της "χρηματοδοτικής μίσθωσης", η οποία είναι σύμβαση μεταξύ μιας εταιρίας ειδικού σκοπού και μιας επιχείρησης ή ενός επαγγελματία, με την οποία η πρώτη παραχωρεί για ορισμένο χρόνο και έναντι μισθώματος στο δεύτερο τη χρήση κεφαλαιουχικών αγαθών, κινητών ή ακινήτων, και ειδικότερα χώρων επαγγελματικής εγκατάστασης καθώς και επιχειρησιακού ή επαγγελματικού εξοπλισμού, παρέχοντας του συγχρόνως το δικαίωμα είτε να αγοράσει το πράγμα μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου, είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο, ενώ κατά το άρθρο 4 του προαναφερόμενου νόμου για την σύναψη της σύμβασης απαιτείται τύπος, ο οποίος είναι συστατικός. (ΑΠ 1320/2018, ΑΠ 1597/2017, ΑΠ 239/2015).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Εξάλλου, από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 9/2016,ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε και τι δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν αποτελούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ485/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά το μέρος, που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος των εναγόντων (και ήδη αναιρεσείων) ασχολείται κατ' επάγγελμα με αγοραπωλησίες ακινήτων καθώς και με χρηματιστηριακές και πάσης φύσεως επενδυτικές συναλλαγές, ενώ διαθέτει και σημαντική ακίνητη περιουσία στην … και στις …, όπως και σημαντικής αξίας χαρτοφυλάκιο στο ΧΑΑ, όπου επενδύει χρηματικά ποσά σε μετοχές μέσω της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "... ΤΡΑΠΕΖΑ", που τυγχάνει ομοίων επιχειρηματικών συμφερόντων με τις εναγόμενες. Λόγω της σημαντικής οικονομικής του επιφάνειας, ο πρώτος των εναγόντων εξυπηρετείτο προνομιακά από το τμήμα private banking της δεύτερης των εναγομένων (ήδη αναιρεσίβλητης) από το έτος 2005. Περί το Μάιο του 2007, ο πρώτος των εναγόντων απευθύνθηκε στη δεύτερη των εναγομένων, επιθυμώντας να λάβει δάνειο ύψους 4.000.000 ευρώ, προκειμένου να εξοφλήσει προηγούμενο κατασκευαστικό δάνειο που είχε λάβει, με υπόλοιπο οφειλής 600.000 ευρώ, και να χρησιμοποιήσει το υπόλοιπο ποσό για αγορά και εκμετάλλευση ακινήτων και εν γένει χρηματιστηριακές και μη επενδύσεις. Μετά από σχετικές συμβουλές που έλαβε από τους Α. Κ., διευθυντή του private banking και Π. Π., διευθυντικό στέλεχος της δεύτερης των εναγομένων, συμφώνησε να χρηματοδοτηθεί από τη δεύτερη των εναγομένων δια της θυγατρικής της ανώνυμης εταιρίας χρηματοδοτικών μισθώσεων με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει ως οιονεί καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ" (ΦΕΚ 8975/1-8-2007 Τ. ΑΕ & ΕΠΕ), η οποία ακολούθως μετονομάστηκε σε "... ΑΕ" και εν συνεχεία σε "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ", (ήδη αναιρεσίβλητης) και δη μέσω της μεθόδου της ανάστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης (sale and lease back). Αντικείμενο της χρηματοδοτικής μίσθωσης θα ήταν ένα ακίνητο του ενάγοντος στις ... και στη περιοχή κτήμα ... (θέση ...), έκτασης 13 στρεμμάτων, με πολυτελή οικία εμβαδού 650 τμ., εμπορικής αξίας κατά τον επίδικο χρόνο περίπου 5.000.000 ευρώ. Προκειμένου να υλοποιηθεί το ως άνω επενδυτικό σχέδιο, έπρεπε να συσταθεί ως ενδιάμεσο πρόσωπο μια εμπορική εταιρία συμφερόντων του πρώτου των εναγόντων, η οποία και θα ήταν μισθώτρια στη σύμβαση αναστροφής χρηματοδοτικής μίσθωσης, καθώς κατά το άρθρο 1 παρ.2 του ν. 1650/1986 αντικείμενο χρηματοδοτικής μίσθωσης μπορεί να κινητό ή ακίνητο που αγόρασε προηγουμένως ο εκμισθωτής από το μισθωτή, εξαιρουμένης της αγοράς ακινήτου από ελεύθερο επαγγελματία, ιδιότητα, η οποία πληρούτο στο πρόσωπο του πρώτου των εναγόντων. Καθώς, δηλαδή, το τελευταίο αυτό κώλυμα του άρθρου 1 παρ. 2 τελ. εδ του ν. 1665/1986 δεν υφίστατο και για τη περίπτωση μεταβίβασης ακινήτου, που θα αποτελούσε το αντικείμενο της ανάστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, από έμπορο σε έμπορο, επιλέχθηκε η λύση της σύστασης μίας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, ήτοι ενός κατά το τυπικό σύστημα εμπόρου, στην οποία θα μεταβιβαζόταν αρχικώς το ακίνητο του πρώτου των εναγόντων, το οποίο ακολούθως θα μεταβιβαζόταν αιτία πώλησης από την εταιρία στην πρώτη των εναγομένων, προκειμένου να συναφθεί η σύμβαση ανάστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης. Κατόπιν των συμβουλών των ιδίων ως άνω προσώπων, ο πρώτος των εναγόντων, αξιοποιώντας μέρος του τιμήματος από την πώληση του ως άνω ακινήτου προς τη πρώτη των εναγομένων, ήτοι μέρος του ποσού χρηματοδότησης, θα συμμετείχε στην επικείμενη κατά το μήνα Ιούλιο του 2007 αύξηση κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΕ" (εφεξής ...), η οποία ήταν ομοίων επιχειρηματικών συμφερόντων με τις εναγόμενες, προεγγραφόμενος με το ποσό των 2.500.000 ευρώ για την αγορά μετοχών, τις οποίες, σύμφωνα με το ως άνω επενδυτικό σχέδιο, θα πωλούσε κατά τις πρώτες ημέρες της διαπραγμάτευσης τους στο Χρηματιστήριο, οπότε και κατά την κοινή πείρα και λογική η τιμή των μετοχών εμφανίζει συνήθως σημαντική άνοδο. Κατά τον τρόπο αυτό θα επιτύγχανε, άλλωστε να καλύψει τα φορολογικά και εν γένει έξοδα των απαιτούμενων μεταβιβάσεων, αλλά και να πορισθεί κέρδος από την επένδυση. Στον ως άνω επενδυτικό σχεδιασμό συμμετείχαν και διευθυντικά στελέχη της πρώτης των εναγομένων ανώνυμης εταιρίας χρηματοδοτικών μισθώσεων, που ήταν κοινών επιχειρηματικών συμφερόντων με τη δεύτερη των εναγομένων ανώνυμη τραπεζική εταιρία, και συγκεκριμένα ο Γενικός Διευθυντής αυτής, Γ. Κ. και Η. Μ. και Γ. Α.. Αυτοί είχαν πληροφορηθεί από τη δεύτερη των εναγομένων τον ως άνω επενδυτικό σχεδιασμό, συμβούλευσαν τον ενάγοντα ομοίως και συμφώνησαν με την ανωτέρω μεθόδευση και την υλοποίηση της χρηματοδότησης του πρώτου των εναγόντων με τον τρόπο αυτόν. Συμφωνήθηκε, εξάλλου, μεταξύ των διαδίκων ότι για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της εκμισθώτριας από τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, ήτοι της πρώτης εναγομένης θα έπρεπε να παράσχουν την εγγύησή τους ως τρίτοι τόσο ο πρώτος των εναγόντων , όσο και ο υιός του, Π. Δ. του Δ., που θα ήταν και οι μοναδικοί εταίροι της ενδιάμεσης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, η οποία συμφωνήθηκε να συσταθεί. Η βασική εξασφάλιση των απαιτήσεων της πρώτης των εναγομένων, βέβαια, προέκυπτε και από το γεγονός ότι η ίδια θα αποκτούσε και την κυριότητα του ενδίκου ακινήτου αιτία πώλησης, καταβάλλοντος ως τίμημα το ποσό των 3.875.000 ευρώ, το οποίο, όμως, υπολειπόταν σαφώς της κατά τα ως άνω εμπορικής αξίας του ακινήτου. Για την υλοποίηση του ανωτέρω επενδυτικού σχεδίου συνεστήθη πράγματι με δαπάνες του ενάγοντος η τρίτη των εναγόντων, εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" (ήδη αναιρεσείουσας)... με έδρα την … με μοναδικούς εταίρους τον πρώτο των εναγόντων και τον υιό του Π. Δ., με ποσοστά συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο βάσει των εταιρικών τους μεριδίων 90% και 10% αντίστοιχα και με αναγραφόμενο σκοπό τις "αγορές-πωλήσεις-εκμετάλλευση ακινήτων στην ημεδαπή και αλλοδαπή, χρηματοοικονομικές επενδύσεις, εμπορία οικιακού και ξενοδοχειακού εξοπλισμού, εισαγωγές-εξαγωγές, οικοδομικές επιχειρήσεις και αντιπροσωπεύσεις οίκων του εξωτερικού. Στη συνέχεια, στις 22-6-/2007 και στο συμβολαιογραφείο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Σ., υπογράφηκαν τα κατωτέρω αναγραφόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα, δια των οποίων τίθετο ουσιαστικά σε εφαρμογή η προπεριγραφείσα ενιαία συμφωνία χρηματοδότησης. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο συνήφθησαν η υπ' αριθμ. .../22-6-2007 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης του ως άνω ακινήτου του πρώτου των εναγόντων, με πωλητή τον ίδιο και αγοράστρια την τρίτη των εναγόντων, στην οποία περιήλθε η κυριότητα του εν λόγω ακινήτου αντί αναγραφόμενου τιμήματος 652.153,00 ευρώ, ήτοι της αντικειμενικής αξίας του πωληθέντος, 2) η υπ' αριθμ. .../22-6-2007 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης του ιδίου ακινήτου με πωλήτρια την ως άνω τρίτη των εναγόντων και αγοράστρια τη πρώτη των εναγομένων, στην οποία μεταβιβάστηκε η κυριότητα του ακινήτου, αντί τιμήματος 3.875.000 ευρώ, ήτοι του ποσού, που αποτέλεσε τη χρηματοδότηση του πρώτου των εναγόντων, καθώς και γ) η υπ' αριθμ. .../22-6-2007 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτου, δυνάμει της οποίας η πρώτη των εναγομένων (εκμισθώτρια) εκμίσθωσε το εν λόγω ακίνητο στην ως άνω πρώτη των εναγόντων (μισθώτρια) για χρονικό διάστημα 20 ετών, με έναρξη της μίσθωσης στις 15/6/2007 και λήξη αυτής στις 15/6/2027, με καταβαλλόμενο, κυμαινόμενο, μηνιαίο μίσθωμα, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, ύψους 27.268,18 ευρώ κατά την έναρξη της μίσθωσης, με προσύμφωνο προαίρεσης για την επαναγορά του ακινήτου από την εκμισθώτρια μετά τη λήξη της έναντι τιμήματος 799.332,68 ευρώ και με δυνατότητα προεξόφλησης, με ειδικά καθοριζόμενο στη σύμβαση επιτόκιο μετά τη συμπλήρωση τριών ετών από την έναρξη της μίσθωσης. Επιπλέον, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της εκμισθώτριας από τη σύμβαση της χρηματοδοτικής μίσθωσης, συνεβλήθησαν προσωπικά ως εγγυητές και ο πρώτος των εναγόντων καθώς και ο υιός τους, Π. Δ.. Ωστόσο, κατά την ημέρα υπογραφής της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης εισήχθη αιφνιδιαστικά ο πρόσθετος εξασφαλιστικός των συμφερόντων της πρώτης των εναγομένων όρος της ενεχύρασης των μετοχών, έκδοσης της εταιρίας με την επωνυμία "... ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΕ", που επρόκειτο να αποκτήσει ο πρώτος των εναγόντων κατά την επικείμενη αύξηση κεφαλαίου της ανωτέρω εταιρίας, μέχρι του ποσού των 2.500.000 ευρώ. Το ενέχυρο θα διεπόταν από τους όρους σχετικής σύμβασης ενεχύρου επί άυλων μετοχών, σύμφωνα με την οποία το ενέχυρο θα επεκτεινόταν αυτοδικαίως σε όλες τις προσόδους, τα ωφελήματα, τους καρπούς και τα μερίσματα των μετοχών, ενώ η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου θα άνηκε στην ενεχυρούχο δανείστρια. Ο εν λόγω όρος, αν και είχε προαποφασιστεί από την εκμισθώτρια-πρώτη των εναγομένων ήδη από τις 8-5-2007, όπως αποδεικνύεται από το υπ' αριθμ. … έντυπο αξιολόγησης πιστωτικών διευκολύνσεων αυτής , περιήλθε εν τούτοις σε γνώση του πρώτου των εναγόντων τη τελευταία στιγμή προ της υπογραφής της συμβάσεως και κατά την ανάγνωση του σχετικού συμβολαιογραφικού εγγράφου. Ο όρος αυτός ήταν καταχρηστικός και αντέκειτο στην καλή πίστη, δεδομένου ότι εισήλθε αιφνιδιαστικά την ημέρα υπογραφής των οικείων συμβάσεων, παρά το γεγονός ότι είχε προαποφασιστεί από τη πρώτη των εναγομένων σε συνεννόηση με τη δεύτερη εξ αυτών ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με τον τρόπο δε αυτό εξέλιπαν τα χρονικά περιθώρια και η δυνατότητα διαπραγμάτευσης από μέρους του πρώτου των εναγόντων, ο οποίος ευρέθη κατά τον τρόπο αυτό προ τετελεσμένων γεγονότων, χωρίς να διαθέτει οιαδήποτε δυνατότητα αντίδρασης, γεγονός που καταδεικνύει κακοπιστία και μεθόδευση εκ μέρους των εναγομένων. Ο πρώτος των εναγόντων, βέβαια, δεν ήταν άπειρος επενδυτής, οι εναγόμενες, ωστόσο, από οικονομικής και νομικής απόψεως ευρίσκονταν προφανώς σε πιο πλεονεκτική θέση και διέθεταν διαπραγματευτική υπεροπλία έναντι αυτού. Ο εν γένει σχεδιασμός της χρηματοδότησης του πρώτου των εναγόντων, άλλωστε, ο οποίος αποφασίστηκε με πρωτοβουλία και προτροπή των εναγομένων, αποτελούσε δε την επενδυτική πρόταση και συμβουλή τους προς τον πρώτο των εναγόντων, ούτε ο πλέον απλός ούτε ο πλέον συνήθης ήταν, γεγονός που επέβαλε την απολύτως ειλικρινή, πλήρη και έγκαιρη ενημέρωση του τελευταίου εκ μέρους των εναγομένων περί τη σύμβαση ενεχύρου και χρηματοδοτικής μίσθωσης, καθώς και τις λεπτομέρειες αυτών, αλλά και για τις προθέσεις τους. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ενάγων ήταν πελάτης του τμήματος private banking σημαίνει μεν ότι είχε σημαντική οικονομική επιφάνεια, τούτο μόνο, όμως, δεν τον καθιστούσε άνευ ετέρου τον εμπειρότατο των επενδυτών, αντιθέτως δε, συνεπαγόταν αυξημένες υποχρεώσεις της δεύτερης των εναγομένων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας προς ενημέρωση και καθοδήγησή του. Επιπλέον, ο περί ενεχύρασης των μετοχών όρος, εμπόδιζε την επίτευξη του γνωστού στις εναγόμενες επενδυτικού σκοπού του ενάγοντος, που ήταν η άμεση πώληση των μετοχών αυτών τις πρώτες ημέρες διαπραγμάτευσής τους στο ΧΑΑ και η αποκόμιση κέρδους, επιδίωξη, που δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να υλοποιηθεί μετά την ενεχύραση των μετοχών, λόγω του εμπράγματου βάρους επ' αυτών και, μάλιστα, για χρονικό διάστημα κατ' αρχάς είκοσι ετών, ήτοι όσο και η διάρκεια της χρηματοδοτικής μίσθωσης. Παράλληλα, ο εν λόγω όρος δημιούργησε ανισορροπία σε βάρος του πρώτου των εναγόντων μεταξύ των συμβαλλομένων στη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και κατ' επέκταση δυσαναλογία μεταξύ των αρχικών μερών στη σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών (πρώτου των εναγόντων και αμφότερων των εναγομένων), δεδομένου ότι ο πρώτος των εναγόντων θα μεταβίβαζε την κυριότητα του ακινήτου του μέσω της τρίτης των εναγόντων και παράλληλα θα παρείχε προσωπική εγγύηση τόσο αυτός, όσο και ο υιός του. Πρέπει, επίσης να σταθμιστεί και το γεγονός ότι ήδη ο ενάγων είχε επιβαρυνθεί με τα πρόσθετα έξοδα της σύστασης της τρίτης των εναγόντων, καθώς και των δύο μεταβιβάσεων του ακινήτου του. Με βάση τα δεδομένα αυτά, η εμπράγματη επιβάρυνση όλων των νέων μετοχών της εταιρίας με το διακριτικό τίτλο ..., που θα αποκτούσε ο πρώτος των εναγόντων, αξίας 2.50Θ.000 ευρώ, όπως και η ουσιαστική δέσμευσή τους για όλη τη διάρκεια της σύμβασης, δημιουργούσε ανισορροπία παροχής και αντιπαροχής, αντικείμενη σαφώς στις αρχές της αντικειμενικής συναλλακτικής καλής πίστης (άρθρα 281 και 288 ΑΚ). Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι σταδιακά , εντός χρονικού διαστήματος ενός περίπου έτους από την υπογραφή της σύμβασης, ήτοι στις 12-2-2008 και 29-7-2008 κρίθηκε εκ μέρους της πρώτης των εναγομένων μη σκόπιμη η ύπαρξη ενεχύρου για την εξασφάλιση των απαιτήσεών της επί του συνόλου των μετοχών.
Συνεπώς, η επιβολή ενός τέτοιου όρου συνιστούσε πλημμελή εκπλήρωση της παροχής εκ μέρους των εναγομένων, αντισυμβαλλόμενων στη σύνθετη τραπεζική σύμβαση, που είχε καταρτισθεί με τον πρώτο των εναγόντων, από τη φύση της οποίας απέρρεαν υποχρεώσεις των εναγομένων προς επίδειξη συμπεριφοράς προστατευτικής των συμφερόντων του πελάτη τους, καθώς και υποχρεώσεις ενημέρωσης και πλήρους διαφώτισης αυτού ως προς τους όρους της σύμβασης, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Όπως ήταν εύλογο, στον ως άνω όρο, που ανέτρεπε πλήρως τον επενδυτικό σχεδιασμό του πρώτου των εναγόντων, αντέδρασαν σθεναρά τόσο αυτός, όσο και ο υιός του, καθώς και ο παρασταθείς κατά την κατάρτιση των συμβάσεων πληρεξούσιος δικηγόρος του πρώτου των εναγόντων, Α. Γ.. Ο πρώτος των εναγόντων απείλησε με αποχώρηση και ακολούθησαν εντός του συμβολαιογραφείου πολύωρες και επίπονες διαβουλεύσεις, κατά τις οποίες δόθηκαν στον ως άνω ρητές διαβεβαιώσεις εκ μέρους των εκπροσωπούντων την πρώτη των εναγομένων στη σύμβαση, Γ. Α. και Η. Μ., ότι κατά την έναρξη διαπραγμάτευσης των ως άνω μετοχών στο ΧΑΑ θα γινόταν μονομερώς άμεση άρση του ενεχύρου επ' αυτών από την ενεχυρούχο δανείστρια-πρώτη εναγομένη. Οι διαβεβαιώσεις αυτές δόθηκαν κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας και συνεννόησης τόσο των ως άνω εκπροσώπων της πρώτης των εναγομένων, όσο και του πρώτου των εναγόντων, με τα προεκτεθέντα διευθυντικά στελέχη της δεύτερης των εναγομένων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, Α. Κ. και Π. Π., οι οποίοι και είχαν την έμπνευση και πρωτοβουλία της υλοποίησης του σύνθετου αυτού επενδυτικού σχεδίου. Άπαντα τα ως άνω στελέχη αμφότερων των εναγομένων απέδωσαν την ύπαρξη του ως άνω όρου στο ότι ήταν προδιατυπωμένος και έχει τεθεί από παραδρομή και κακό συντονισμό από μέρους τους με την Επιτροπή Εγκρίσεων της πρώτης των εναγομένων και δήλωσαν ότι δεν είχαν τη δυνατότητα άμεσης απάλειψής του χωρίς τη ρητή εντολή της εν λόγω Επιτροπής, η οποία και δεν ήταν δυνατό να συνέλθει εκείνη τη χρονική στιγμή. Κατά τον τρόπο αυτό, επιτεύχθηκε η ρητή προφορική συμφωνία ότι, αμέσως μόλις καθίστατο δυνατή η σύγκληση της Επιτροπής Εγκρίσεων και σε κάθε περίπτωση μέχρι την έναρξη των διαπραγματεύσεων των μετοχών στο ΧΑΑ, η πρώτη των εναγομένων θα προέβαινε σε μονομερή άρση του ενεχύρου, ώστε να μη κινδυνεύσει με ματαίωση ο επενδυτικός σκοπός του πρώτου των εναγόντων. Το γεγονός ότι η συμφωνία αυτή, που καταργούσε τον επαχθή ως άνω όρο, υπήρξε προφορική, δικαιολογείται από την εμπιστοσύνη του πρώτου των εναγόντων λόγω της προσωπικής του σχέσης ιδίως με τη δεύτερη των εναγομένων ανώνυμη τραπεζική εταιρία, της οποίας ήταν προνομιακός πελάτης και παρουσιάστηκε με δόλο ένα ψευδές γεγονός ως αληθές, ήτοι η δήθεν σύμβαση αποδέσμευσης των μετοχών, ενώ στη πραγματικότητα, κατά τον χρόνο εκείνο, συνήφθη σύμβαση ενεχύρασης μετοχών, που επιβάρυνε την περιουσία του πρώτου των εναγόντων και καθιστούσε έτι δυσχερέστερη την αξιοποίηση μέρους των μετοχών του. Αναφορικά, δηλαδή, με τις 200.000 μετοχές, η ήδη υφιστάμενη πλάνη του πρώτου των εναγόντων αναφορικά με το εμπράγματο βάρος του ενεχύρου επί των μετοχών του όχι μόνο διατηρείτο, αλλά και ενισχυόταν. Από τον Ιούλιο του 2007, άλλωστε, οπότε και οι νέες μετοχές της ... εισήχθησαν προς διαπραγμάτευση στο ΧΑΑ, μέχρι και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, οι τιμές τους παρουσίαζαν άνοδο ενώ στη συνέχεια εμφάνισαν σταδιακή πτώση, η τιμή τους κατέστη κατά πολύ κατώτερη της τιμής αγοράς τους και η ζημία του πρώτου των εναγόντων τόσο από τη μείωση της αξίας τους, όσο και από το διαφυγόν του κέρδος ενόψει της ματαίωσης της εκποίησής τους κατά τις πρώτες ημέρες μετά την έναρξη της διαπραγμάτευσης τους , όπως ήταν ο επενδυτικός του σχεδιασμός, αυξανόταν. Η εν γνώσει των εναγομένων αθέτηση της προφορικής τους δέσμευσης και της συμφωνία τους με τον πρώτο των εναγόντων για άμεση άρση του ενεχύρου επί των μετοχών κατά την έναρξη της διαπραγμάτευσής τους στο ΧΑΑ επιβεβαιώνεται και από τη μεταγενέστερη αθέμιτη απόκρυψη εκ μέρους τους του τυχαίου γεγονότος της μη γνωστοποίησης στο ΧΑΑ του από 22-6-2007 συσταθέντος ενεχύρου. Άπαντα τα ανωτέρω, εξαιρουμένου του περιστατικού, που αφορά στο γεγονός της δεύτερης απάτης κατά τη κατάρτιση της από 12-2-2008 σύμβασης ενεχύρου σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ειδικώς καθόσον αφορά τις σχέσεις του πρώτου των εναγόντων και αμφότερων των εναγομένων, καλύπτονται και από το δεδικασμένο, που εκλύεται από την ήδη καταστάσα αμετάκλητη, υπ' αριθμ. 349/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το γεγονός εξάλλου, ότι τυχαία δεν υλοποιήθηκε το αρχικό ενέχυρο, λόγω μη γνωστοποίησης της σύστασης του στο ΚΑΑ, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην αιτιώδη διαδρομή των γεγονότων και δεν αίρει την ευθύνη των εναγομένων, αφού η κακόπιστη και η συνακόλουθα αντισυμβατική συμπεριφορά τους ήταν ικανή, ώστε να προκαλέσει ζημία στον ενάγοντα με βάση τα δεδομένα και τα περιστατικά, τα οποία ήταν γνωστά στις εναγόμενες κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η ανωτέρω συμπεριφορά τους. Η ανωτέρω συμπεριφορά, δηλαδή, ήταν αντικειμενικά η πρόσφορη αιτία, που εμπόδισε τον πρώτο των εναγόντων από την υλοποίηση των επενδυτικών του σχεδίων, οδήγησε τον πρώτο των εναγόντων στην υπογραφή του σχετικού καταχρηστικού όρου περί ενεχύρασης των μετοχών του και προκάλεσε εν τέλει σε αυτόν ζημία. Η ζημία, που υπέστη ο πρώτος των εναγόντων, δεν εξαντλείται στη θετική του ζημία από τη μείωση της αξίας των μετοχών, αλλά εκτείνεται και στο προκληθέν διαφυγόν του κέρδος βάσει του προεκτεθέντος επενδυτικού σχεδιασμού του. Πράγματι, κατά τη κανονική και συνήθη πορεία των πραγμάτων, βάσει των ειδικών περιστάσεων της ένδικης περίπτωσης και των προπαρασκευαστικών μέτρων, που είχε λάβει ο πρώτος των εναγόντων, ο τελευταίος προσδοκούσε με πιθανότητα να πωλήσει τις μετοχές του τη δεύτερη ημέρα της διαπραγμάτευσής τους στο ΧΑΑ. Ειδικότερα, ο πρώτος των εναγόντων απευθύνθηκε ευθύς εξ αρχής προς τη δεύτερη των εναγομένων αποσκοπώντας ακριβώς στην απόκτηση χρηματοδότησης για την αγορά μετοχών, με απώτερο σκοπό όχι τη διακράτησή τους και την απόληψη μερισμάτων αορίστως στο μέλλον, αλλά την άμεση κερδοσκοπία μέσω της εκμετάλλευσης της συνήθους ανοδικής πορείας της αξίας των μετοχών μετά την έναρξη της διαπραγμάτευσής τους στο ΧΑΑ και της πώλησής τους γι αυτόν το λόγο σε συντομότατο χρονικό διάστημα μετά την απόκτησή τους. Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο λόγος, που ο πρώτος των εναγόντων διαμαρτυρήθηκε με έντονο τρόπο και προειδοποίησε με αποχώρηση κατά την κατάρτιση των ένδικων συμβάσεων, όταν αιφνιδίως ετέθη ο περί ενεχύρασης όρος στη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης. Ο εν λόγω όρος, δηλαδή, ήταν απολύτως παρεμποδιστικός της επίτευξης του επενδυτικού σχεδιασμού του πρώτου των εναγόντων, ο οποίος προϋπέθετε τη δυνατότητα άμεσης εκποίησης των μετοχών, αναγκαία προϋπόθεση της οποίας ήταν η ανυπαρξία εμπράγματου βάρους επ' αυτών. Η ίδρυση της τρίτης των εναγόντων, η μεταβίβαση του ένδικου ακινήτου από το πρώτο των εναγόντων στην τρίτη των εναγόντων, η σύναψη σύμβασης ανάστροφης χρηματοδοτικής σύμβασης, η σύναψη της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης του ενδίκου ακινήτου από τη τρίτη των εναγόντων στη πρώτη των εναγομένων, η επιδίωξη επίτευξης συμφωνίας προς το σκοπό άμεσης εξάλειψης του εμπράγματου βάρους του ενεχύρου, ήταν μερικά μόνο από τα προπαρακευαστικά μέτρα του πρώτου των εναγόντων, προκειμένου να πετύχει το στόχο του. Αν δεν είχε μεσολαβήσει η προμνησθείσα αντισυμβατική και εν ταυτώ αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, ο πρώτος των εναγόντων, που είχε αγοράσει τις ένδικες μετοχές έναντι τιμής 6,70 ευρώ ανά μετοχή, θα εκποιούσε τις μετοχές αυτές μετά τη δεύτερη ημέρα της διαπραγμάτευσής τους , οπότε η τιμή τους είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 7,51 ευρώ ανά μετοχή, αποκερδαίνοντας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και βάσει των προμνησθέντων προπαρασκευαστικών μέτρων του το ποσό των 0,81 ευρώ ανά μετοχή και συνολικά το ποσό των (0,81 ευρώ/μετοχή Χ373.000 μετοχές=) τριακοσίων δύο χιλιάδων εκατόν τριάντα (302.130) ευρώ. Τελικά, ο ενάγων πώλησε τις ένδικες μετοχές κατά το χρονικό διάστημα από 19-9- 2008 έως 2-2-2009 , αντί συνολικού τιμήματος 1.243.122,84 ευρώ σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπ' αριθμ. 349/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (στις 19-9-2008 πώλησε 100.000 μετοχές με τιμή 4,5779 ευρώ/μετοχή και συνολικό τίμημα 457.792 ευρώ, στις 5-11-008 πώλησε 50.000 μετοχές με τιμή 3,48 ευρώ/μετοχή και συνολικό τίμημα 174.600 ευρώ, στις 9-12-2008 πώλησε 30.000 μετοχές με τιμή 2,61 ευρώ/μετοχή και συνολικό τίμημα 78.300 ευρώ, στις 11-12- 2008 πώλησε 19.766 μετοχές με τιμή 2,5979 ευρώ/μετοχή και συνολικό τίμημ51.342,92 ευρώ, στις 12/12/2008 πώλησε 20.279 μετοχές με τιμή 2,4839 ευρώ/μετοχή και συνολικό τίμημα 50.371,92 ευρώ, στις 16-12-2008 πώλησε 10.000 μετοχές με τιμή 2,62 ευρώ/μετοχή και συνολικό τίμημα 26.200 ευρώ, στις 17-12- 2008 πώλησε 20.000 μετοχές με τιμή 2,7365 ευρώ/μετοχή και συνολικό τίμημα 35.750 ευρώ, στις 7-1-2009 πώλησε 50.000 μετοχές με τιμή 2,995 ευρώ/μετοχή και συνολικό τίμημα 149.750 ευρώ, στις 14-1-2009 πώλησε 50.000 μετοχές με τιμή 2,7402 ευρώ/μετοχή και συνολικό τίμημα 137.012 και στις 2-2-2009 πώλησε τις λοιπές 9.959 μετοχές με τιμή 2,80 ευρώ/μετοχή και συνολικό τίμημα 27.874 ευρώ). Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι με την ως άνω συμπεριφορά τους οι εναγόμενες παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον ενάγοντα ότι θα άρουν άμεσα το συσταθέν επί των άυλων μετοχών του ενεχύρου κατά την έναρξη της διαπραγμάτευσή τους στο ΧΑΑ, προκαλώντας του, κατ' αυτόν τον τρόπο, με δόλο την εσφαλμένη αντίληψη ότι αυτός θα δυνηθεί ευχερώς να τις εκποιήσει. Εξαιτίας, μάλιστα, της ως άνω προκληθείσας στον πρώτο των εναγόντων παραπλάνησης , αυτός επείσθη και υπό την ιδιότητα του εκπροσώπου της τρίτης των εναγόντων προέβη στην υπογραφή των προαναφερθεισών, από 22/6/2007 συμβάσεων μεταβίβασης του ένδικου ακινήτου και ανάστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης αυτού με τους προαναφερθέντες όρους και μάλιστα με τον περί ενεχύρασης των μετοχών όρο, από τον οποίο και προκλήθηκε περιουσιακή ζημία στον πρώτο των εναγόντων, κατά τα προαναφερθέντα. Η εν λόγω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων συνιστούσε, συνεπώς, και αστική απάτη σε βάρος του πρώτου των εναγόντων, η οποία πέραν της επενεχθείσας στον τελευταίο περιουσιακής ζημίας, προκάλεσε σε αυτόν και ψυχική ταλαιπωρία και στενοχώρια και εν τέλει ηθική βλάβη, για την οποία επιδικάστηκε στον πρώτο των εναγόντων και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στο πλαίσιο της ήδη καταστάσας αμετάκλητης, υπ' αριθμ. 349/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αστική αυτή απάτη δεν τελέστηκε, μάλιστα, μόνο σε βάρος του πρώτου των εναγόντων ατομικώς, αλλά και σε βάρος της εκπροσωπούμενης από τον ανωτέρω εταιρίας-τρίτης των εναγόντων. Η εν λόγω απάτη, όπως και η ουσιώδης πλάνη του εκπροσώπου της τρίτης των εναγόντων αναφορικά με τη δυνατότητα ευχερούς άρσης του ενεχύρου επί των βεβαβρημένων μετοχών, που είχαν δοθεί ως εμπράγματη εξασφάλιση των απαιτήσεων της πρώτης των εναγομένων από τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, θα μπορούσαν πράγματι να οδηγήσουν σε ακύρωση των δικαιοπραξιών πώλησης και μεταβίβασης του ακινήτου από τη τρίτη των εναγόντων στην πρώτη των εναγομένων, όπως και της μεταξύ αυτών σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, λαμβανομένου υπόψη ότι η δυνατότητα άμεσης εκποίησης των μετοχών είχε τεθεί σιωπηρώς ως απολύτως ουσιώδης όρος σε αμφότερες τις συμβάσεις. Σημειώνεται πως τυχόν ακύρωση θα επέτρεπε μεν κατ' αρχάς την αναζήτηση εκ μέρους της τρίτης των εναγόντων των ήδη καταβληθέντων μισθωμάτων εν είδει αδικαιολόγητου πλουτισμού, θα καθιστούσε, όμως, αδύνατη την επίκληση των ίδιων συμβάσεων για τη θεμελίωση επί αυτών ενδοσυμβατικών αξιώσεων. Ανεξαρτήτως, όμως, πλήρωσης των προϋποθέσεων για την ακύρωση των ανωτέρω δύο συμβάσεων, το οικείο αίτημα τυγχάνει απορριπτέο λόγω απόσβεσης του δικαιώματος της τρίτης των εναγόντων. Πράγματι η τρίτη των εναγόντων, νομίμως εκπροσωπούμενη, στις 21/12/2010, οπότε και είχε λάβει πλήρη γνώση του συνόλου της διαμορφωθείσας κατάστασης, δεδομένου ότι ο ως άνω χρόνος τοποθετείται σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο ακόμα και από τη συζήτηση της προγενέστερης αγωγής του πρώτου των εναγόντων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το Σεπτέμβριο του 2010, οπότε και ο πρώτος των εναγόντων πληροφορήθηκε και τα νεότερα αυτοτελή αδικοπρακτικά γεγονότα, που εκτέθηκαν ανωτέρω, συνέπραξε στην κατάρτιση της υπ'αριθμ. .../20-12-2010 συμβολαιογραφικής πράξης του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γ. Θ. Σ., με την οποία τροποποιήθηκαν οι όροι της σύμβασης leasing και στο πλαίσιο της οποίας έλαβε χώρα ρητή αναγνώριση και επιβεβαίωση του χρέους από τη σύμβαση μίσθωσης και εμμέσως και του κύρους της ίδιας της σύμβασης. Ειδικότερα, στην εν λόγω σύμβαση, που αποτέλεσε το αποτέλεσμα μακράς διαπραγμάτευσης μεταξύ της τρίτης των εναγόντων και της πρώτης των εναγομένων, διαλαμβάνεται όρος σύμφωνα με τον οποίο: " Σήμερα και με σκοπό τη ρύθμιση της ληξιπρόθεσμης οφειλής, που αφορά στο χρονικό διάστημα από 27-1-2010 μέχρι σήμερα, ο μισθωτής και ο εκ τρίτου συμβαλλόμενος δηλώνουν ότι, αφού ήλεγξαν τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της εκμισθώτριας, από το οποίο αποδεικνύεται η χρηματοπιστωτική κίνηση του λογαριασμού, που ανοίχθηκε για την εξυπηρέτηση της συγκεκριμένης σύμβασης, αποδέχονται και αναγνωρίζουν την ανωτέρω οφειλή έναντι της εκμισθώτριας, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι παραιτούνται ρητά και ανεπιφύλακτα από το δικαίωμά τους να αμφισβητήσουν για οποιονδήποτε λόγο την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα....", ενώ στο επόμενο σημείο της ίδιας τροποποιητικής σύμβασης αναφέρεται ότι: "....Με εξαίρεση τους όρους, που ρητά συμπληρώνονται ή τροποποιούνται με την παρούσα, οι υπόλοιποι όροι της αρχικής σύμβασης παραμένουν ως έχουν και επικυρώνονται και πάλι από τους συμβαλλόμενους με την επιφύλαξη, όμως, ως προς το άρθρο 13γ του υπ' αριθμ. .../22-6-2007 συμβολαίου μου... Το άρθρο 13γ του ανωτέρω συμβολαίου, εξάλλου, και δη των ειδικών όρων αυτού αναφέρεται στις εξασφαλίσεις της πρώτης των εναγομένων στο πλαίσιο της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "...γ. Ενεχύραση μετοχών έως το ποσό των 2.500.000 ευρώ κυριότητας του κυρίου Δ. Δ., εκδόσεως της εταιρίας ... Α.Ε. Συμμετοχών, που θα προκύψουν από την επικείμενη αύξηση κεφαλαίου της, υπό τους όρους σχετικής σύμβασης ενεχύρου επί άυλων μετοχών...". Από το συνδυασμό των ανωτέρω ρυθμίσεων αποδεικνύεται σαφώς ότι η τρίτη των εναγόντων, δια του νομίμου εκπροσώπου της, παραιτήθηκε σιωπηρώς του δικαιώματος προσβολής των ενδίκων δικαιοπραξιών λόγω ακυρωσίας και δη λόγω απάτης ή ουσιώδους πλάνης. Η αποδοχή της ευθύνης της τρίτης των εναγόντων για οφειλόμενα μισθώματα, που προέρχονταν από τη συγκεκριμένη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, και δη η εκφρασθείσα ρητώς παραίτηση της τελευταίας από τη δυνατότητα αμφισβήτησης καθ' οιονδήποτε τρόπο της οφειλής της στο πλαίσιο της προαναφερθείσας συμφωνίας, που είχε χαρακτήρα σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, ουδέν άλλο περιεχόμενο μπορούσε να έχει από την αποδοχή της εγκυρότητας της ένδικης σύμβασης μέσω παραίτησης της τρίτης των εναγόντων από την δυνατότητα επίκλησης της ακυρωσίας τόσο της σύμβασης αυτής όσο και της προηγηθείσας σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης του ενδίκου ακινήτου, που ήταν παρακολουθητική της σύμβασης μίσθωσης και απολύτως εξαρτημένη από αυτή. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο στ. IV της ως άνω σύμβασης συνομολογείται πως "...ο μισθωτής και ο εκ τρίτος συμβαλλόμενος αποδέχονται και ρητώς, παραιτούμενοι από το δικαίωμά τους να αμφισβητήσουν, για οποιονδήποτε λόγο, το κύρος και τη νομιμότητα της ρύθμισης αυτής..", ενώ η άσκηση αγωγής ακύρωσης της σύμβασης, από την οποία έχει προέλθει το ως άνω ρυθμιζόμενο χρέος, θα αποτελούσε ασφαλώς ευθεία αμφισβήτηση και της ρυθμισθείσας οφειλής, από την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη ρητώς παραιτήθηκαν. Επιδίωξη, εξάλλου, των αντισυμβληθέντων στο πλαίσιο της ως άνω σύμβασης ρύθμισης της οφειλής, η οποία αποτελούσε εν ταυτώ και σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης του χρέους από τη πλευρά της τρίτης των εναγόντων, ήταν και η διασφάλιση της βασικής σχέσης, από την οποία προερχόταν το ρυθμιζόμενο χρέος, από ενδεχόμενα ελαττώματα... Η επιβεβαίωση των όρων της σύμβασης της μίσθωσης αποτελεί πρόσθετο επιχείρημα στην ανωτέρω κατεύθυνση, πολλώ δε μάλλον που το μόνο ζήτημα, για το οποίο διατυπώθηκε επιφύλαξη ήταν ο υπ' αριθμ. 13γ όρος της σύμβασης, ο οποίος, όμως, αφορούσε στο πολύ συγκεκριμένο και ειδικό ζήτημα της σύμβασης ενεχύρου επί των μετοχών και του σχετικού όρου στη σύμβαση μίσθωσης, για τον οποίο ήδη τότε τα νυν διάδικα μέρη έριζαν. Εξ αντιδιαστολής, συνεπώς, το υπόλοιπο περιεχόμενο των συμβάσεων ρητώς επιβεβαιώθηκε και εντεύθεν έλαβε χώρα σιωπηρή παραίτηση από τη δυνατότητα αμφισβήτησης του κύρους τους. Άλλωστε, η εν λόγω παραίτηση έλαβε χώρα εν πλήρει συνειδήσει των ελαττωμάτων των συμβάσεων, καθώς η αρχική προκληθείσα πλάνη περί την πρόθεση των εναγομένων να προβούν σε άμεση άρση του ενεχύρου αμέσως μετά την έναρξη διαπραγμάτευσης των μετοχών στο ΧΑΑ, είχε πλήρως διαλυθεί το αργότερο με την πώληση και των τελευταίων μετοχών στις 2-2-2009. Αιτία, που να καθιστούσε την ανωτέρω δήλωση βούλησης της τρίτης των εναγόντων άκυρη ή ακυρώσιμη, ιδία λόγω απειλής, δεν αποδεικνύεται. Ο φόβος της τρίτης των εναγόντων ότι η τυχόν άρνηση συγκατάθεσής της στην κατάρτιση της υπ' αριθμ. .../20-12-2010 συμβολαιογραφικής πράξης του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γ. Θ. Σ., θα οδηγούσε σε άμεση καταγγελία της σύμβασης και σε αναζήτηση του συνόλου των μισθωμάτων, ανάγεται στα παραγωγικά αίτια της βούλησής της και είναι νομικά μη σημαντική, στο μέτρο, που δεν αποδεικνύεται ότι η πρώτη των εναγομένων ή τρίτος για λογαριασμό της εξανάγκασε τον εκπρόσωπο της τρίτης των εναγόντων στη διατύπωση της συγκεκριμένης δήλωσης βούλησης μέσω απειλών, που ασκήθηκαν παράνομα και πληρούσαν τους όρους του άρθρου 151 ΑΚ ή ήταν αντίθετες προς τα χρηστά ήθη... Η άσκηση ενός νομίμου δικαιώματος της πρώτης των εναγομένων δεν συνιστά απειλή, πολλώ δε μάλλον, που δεν αποδεικνύονται και συνθήκες τέτοιες, οι οποίες να προσέδιδαν στην προειδοποίηση της άσκησης του νομίμου δικαιώματος της καταγγελίας από μέρους της πρώτης των εναγομένων αντίθετο προς τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη χαρακτήρα. Οι τυχόν δυσμενείς συνέπειες της άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας από μέρους της πρώτης των εναγομένων δεν αρκούν, για να καταστήσουν την προειδοποίηση καταγγελίας της σύμβασης ταυτόσημη της απειλής ούτε ήταν ικανές να νοθεύσουν την ελεύθερη βούληση του εκπροσώπου της τρίτης των εναγόντων κατά τη κατάρτιση της σύμβασης ρύθμισης, όπως αποδεικνύεται, άλλωστε, και από την υποβολή πλήθους αιτημάτων και αντιρρήσεων από μέρους του τελευταίου κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων υπογραφής της σύμβασης ρύθμισης, η οποία δεν συνάδει με την επικαλούμενη κατάσταση απειλής και διαρκούς κινδύνου από μέρους της τρίτης των εναγόντων. Σημειωτέον, άλλωστε, στο σημείο αυτό, ότι ο διακανονισμός της οφειλής αποτέλεσε προϊόν αιτήματος και πρωτοβουλίας του πρώτου των εναγόντων και των νομικών παραστατών του, η δε τυχόν καταγγελία της σύμβασης και επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης μπορούσε ευχερώς να αντιμετωπισθεί με ένδικα βοηθήματα, όπου θα γίνονταν επίκληση των ήδη προβληθέντων ισχυρισμών προς ευόδωσή τους, ο δε διακανονισμός αυτός, ο οποίος κινήθηκε μέσα στα συμβατικά πλαίσια και στα ήδη συμφωνηθέντα, εξυπηρετούσε μάλλον τα συμφέροντα των εναγόντων που δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν πλέον στη καταβολή του αρχικά συμφωνηθέντος μισθώματος , παρά τα οικονομικά συμφέροντα των εναγομένων .
Συνεπώς, οι σχετικοί ισχυρισμοί των εναγόντων τυγχάνουν απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι. Το γεγονός ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες προσέγγισαν ης εναγόμενες κατά το Σεπτέμβριο του 2010, αιτούμενοι τη ρύθμιση του χρέους της τρίτης εξ αυτών, υποδηλώνει κατά τον πλέον εναργή τρόπο την αναγνώριση της εγκυρότητας των ως άνω συμβάσεων. Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων των δύο πλευρών για τη κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης ρύθμισης και αναγνώρισης της οφειλής, άλλωστε, ο πρώτος των εναγόντων αποδέχθηκε την αναπροσαρμογή για δύο έτη του μισθώματος σε χαμηλότερα επίπεδα, με την ταυτόχρονη ρύθμιση για την αποπληρωμή των μέχρι τότε ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων στη σύμβαση leasing, αιτούμενος μόνο την απαλλαγή του υιού του από την παρασχεθείσα εγγύηση. Στην από 30-11-2010 επιστολή του προς την πρώτη των εναγομένων, μάλιστα ο πρώτος των εναγόντων αναφέρει σχετικώς: "...Συμφωνώ με τη πρόταση, που μας υποβάλλετε, εν συνεχεία της συναντήσεώς μας την 17η Νοεμβρίου 2010... Παρακαλούμε να παραμείνει το μηνιαίο καταβλητέο ποσό των 4000 ευρώ, όπως είχαμε συμφωνήσει αντί των 5.000 ευρώ, που προτείνετε... Σας υπενθυμίζουμε ότι θα πρέπει να εξαιρεθεί ο υιός μου, Π. Δ. Δ., από δεύτερος εγγυητής, καθόσον αυτό αποτελεί υπέρμετρη δέσμευση...". Τελικώς, τα μισθώματα από το 43° (1/2011) έως 66° (12/2012) συμφωνήθηκε να ανέρχονται στο ποσό των 28.792,13 ευρώ έκαστο και η ληξιπρόθεσμη οφειλή για μισθώματα χρονικού διαστήματος από 27-1-2010 έως 20- 12-2010, ύψους 152.709,04 ευρώ, συμφωνήθηκε να εξοφληθεί, πλέον τόκων υπερημερίας, στις 15-1-2013. Επιμέρους, επουσιώδεις διαφοροποιήσεις, εξάλλου, επιτεύχθηκαν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και μετά την κατάρτιση της σύμβασης η τρίτη των εναγόντων ήρξατο να καταβάλλει χρηματικά ποσά σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής. Εξ όλων των ανωτέρω αποδεικνύεται σαφής πρόθεση της τρίτης των εναγόντων να παραιτηθεί του τυχόν δικαιώματος της να αιτηθεί την ακύρωση των ενδίκων συμβάσεων. Πέραν, άλλωστε, των ανωτέρω, το δικαίωμα προς ακύρωση λόγω ακυρωσίας ένεκα πλάνης ή απάτης έχει πράγματι υποκύψει και στη σχετική διετή αποσβεστική προθεσμία. Η εν λόγω προθεσμία αφετεριάζεται κατά την ημέρα που επιχειρείται η φερόμενη ως ακυρώσιμη δικαιοπραξία και πάντως κατά την ημέρα της γνώσης του ελαττώματος από μέρος του πλανηθέντος ή εξαπατηθέντος. Οι ένδικες συμβάσεις θα μπορούσαν κατ' αρχάς να ακυρωθούν λόγω του αρχικού ελαττώματος κατά τη σύναψή τους, ήτοι της διαπραχθείσας απάτης ή της εμφιλοχωρήσασας ουσιώδους πλάνης της τρίτης των εναγόντων κατά τα προαναφερθέντα. Μεταγενέστερα γεγονότα, όπως ιδία η διαπραχθείσα στις 12-2-2008 απάτη κατά τη κατάρτιση της νεότερης ενεχυρική σύμβασης, δεν θα ήταν δυνατό να προκαλέσουν αιτιωδώς την κατάρτιση των συμβάσεων αυτών, η σύναψη των οποίων χρονικά προηγείται.
Συνεπώς, σημασία έχει ο χρόνος, κατά τον οποίο αποκτήθηκε η γνώση του εκπροσώπου της τρίτης των εναγόντων για το αρχικό αυτό ελάττωμα και αν από το χρόνο αυτό ως την άσκηση της υπό κρίση αγωγής έχει παρέλθει χρόνος μείζων της διετίας.
Εν προκειμένω η πώληση και των τελευταίων μετοχών του πρώτου των εναγόντων έλαβε χώρα στις 2- 2-2009.
Συνεπώς, κατά το χρόνο αυτό, ο πρώτος των εναγόντων ως εκπρόσωπος της τρίτης εξ αυτών είχε πλήρως αντιληφθεί το αιφνιδιαστικό της εισαγωγής του όρου περί τη σύναψη ενεχυρικής σύμβασης με αντικείμενο τις μετοχές στη σύμβαση leasing, αλλά και τη ψευδή υπόσχεση περί την άμεση άρση του ενεχύρου αμέσως μετά την έναρξη διαπραγμάτευσης των μετοχών, πολλώ δε μάλλον, που είχε παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα από την κατάρτιση της σύμβασης, ο εκπρόσωπος της τρίτης των εναγόντων είχε προβεί σε σειρά διαμαρτυριών και προφορικών οχλήσεων προς την πρώτη των εναγομένων να άρει το ενέχυρο και είχε εν τέλει ο ίδιος σταδιακά πωλήσει το σύνολο των μετοχών του. Τα εν λόγω γεγονότα, μάλιστα, ο πρώτος των εναγόντων τα αναφέρει και ο ίδιος στην πρώτη, από 14-10-2009 και με αρ.εκθ.καταθ. ...10461/2009 αγωγή του. Ωστόσο, από την πώληση και των τελευταίων μετοχών στις 2-2-2009, οπότε και είναι βέβαιο ότι είχε πάψει να εξακολουθεί η προκληθείσα πλάνη και απάτη από το αρχικό γεγονός της καλλιέργειας της ψευδούς εντύπωσης περί την πρόθεση των εναγομένων για άμεση άρση του ενεχύρου, που προκάλεσε αιτιωδώς την απόφαση της τρίτης των εναγόντων προς κατάρτιση των ενδίκων συμβάσεων, μέχρι και την ; άσκηση της από 12/3/2011 και με αρ. εκθ.καταθ. .../2511/2011 αγωγής, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 14/3/2011 και επιδόθηκε στη δεύτερη και πρώτη των εναγομένων στις 15/3/2011 και 4/10/2012 αντιστοίχως... έχει παρέλθει χρόνος μείζων της διετίας και, συνεπώς, το δικαίωμα προς ακύρωση των ενδίκων συμβάσεων έχει υποπέσει στην τασσόμενη εκ του νόμου διετή αποσβεστική προθεσμία (αρθρ. 157 ΑΚ). Ουδόλως δε επηρεάζει την ανωτέρω κρίση περί αφετερίασης του χρόνου έναρξης της αποσβεστικής προθεσμίας, το χρονικό σημείο του Σεπτεμβρίου του 2010, που προσδιορίζουν οι ενάγοντες ότι έλαβαν γνώση της μη αρχικά ενεχύρασης των μετοχών και της απόκρυψης του γεγονότος αυτού από τις εναγόμενες, καθότι το χρονικό αυτό σημείο δεν επεξέτεινε τη κατάσταση πλάνης τους και την επελθούσα εξ αυτής ζημίας τους, αφού η κατάσταση αυτή έληξε με τη πώληση του συνόλου των μετοχών, ως άνω, ουδόλως δε ενδιαφέρει αν μετά τη πώληση αυτή οι ενάγοντες εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι οι μετοχές ήταν εξ αρχής ενεχυρασμένες ή η ενεχυρίασή τους έγινε το πρώτον το Φεβρουάριο του 2008. Καθώς, συνεπώς, το δικαίωμα προς ακύρωση των ενδίκων συμβάσεων έχει αποσβεσθεί λόγω σιωπηρής παραίτησης της τρίτης των εναγόντων από το εν λόγω δικαίωμα, σε κάθε δε περίπτωση και λόγω παρόδου της τασσόμενης εκ του νόμου διετούς αποσβεστικής προθεσμίας από τον χρόνο, μέχρι τον οποίο εξακολούθησε η αρχική πλάνη και απάτη, που οδήγησαν αιτιωδώς στην κατάρτιση των ενδίκων συμβάσεων, έως την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, το υπό στ. Α' αίτημα της αγωγής, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτό και νόμω βάσιμο, προς τη τρίτη ενάγουσα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο και συνακόλουθα και ο σχετικός δεύτερος λόγος έφεσης. Για τον ίδιο λόγο πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο και το υπό στ. Β' αίτημα να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να επανακαταβάλουν στην τρίτη των εναγόντων τα καταβληθέντα μισθώματα, ύψους 808.410,05 ευρώ, λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού, μετά τη τελεσίδικη ακύρωση της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης. Καθώς, δηλαδή, η τελευταία αυτή σύμβαση δεν τυγχάνει ακυρωτέα λόγω ουσιώδους πλάνης ή απάτης σε βάρος της τρίτης των εναγόντων σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το ποσό, που αντιστοιχεί στα προμνησθέντα μισθώματα, με νόμιμη αιτία καταβλήθηκαν, ήτοι την έγκυρη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, η οποία (αιτία) δεν είναι λήξασα και εξακολουθεί να αποτελεί επαρκές θεμελιωτικό έρεισμα για τη διατήρηση του πλουτισμού αυτού από την πρώτη των εναγομένων..." Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επεκύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή μόνο ως προς τον πρώτο αυτών στον οποίο είχε υποχρεώσει τις αναιρεσίβλητες να καταβάλουν καθεμία εις ολόκληρο το ποσό των 307.130 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 914, 922, 140, 143, 147, 150 και 156 ΑΚ και δεν στέρησε το σχετικό αποδεικτικό του πόρισμα από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό τους έλεγχο σχετικά με το επίμαχο θέμα της απόσβεσης του δικαιώματος της δεύτερης των αναιρεσειόντων για ακύρωση των .../22-6-2007 συμβολαίων, συνεπεία σιωπηρής σαφούς παραίτησής της από αυτό, συναγόμενης από την υπογραφή, εν πλήρει συνειδήσει των ελαττωμάτων τους, της μεταγενέστερης, .../20-12-2010 συμβολαιογραφικής πράξης, με το προεκτεθέν περιεχόμενο και με αναφορά των συνθηκών υπό τις οποίες καταρτίστηκε, η υπογραφή της οποίας εκ μέρους της, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δεν ήταν προϊόν απειλής από τους αναιρεσίβλητους. Επομένως όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησής τους, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο ειδικότερη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ συνεπεία "μη εξήγησης και μη διευκρίνισης" από το Εφετείο γιατί ο φόβος της δεύτερης αναιρεσείουσας ότι η τυχόν άρνησή της στην κατάρτιση της ανωτέρω .../2010 συμβολαιογραφικής πράξης θα οδηγούσε σε άμεση καταγγελία της σύμβασης και αναζήτησης του συνόλου των μισθωμάτων, ανάγεται στα παραγωγικά αίτια της δήλωσής της, είναι απαράδεκτη, εφόσον η επικαλούμενη έλλειψη αναφέρεται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αφού το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, ότι "αιτία, που να καθιστούσε την ανωτέρω δήλωση βούλησης της τρίτης των εναγόντων (ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας) άκυρη ή ακυρώσιμη, ιδία λόγω απειλής, δεν αποδεικνύεται. Ο φόβος της τρίτης των εναγόντων ότι η τυχόν άρνηση συγκατάθεσής της στην κατάρτιση της υπ' αριθμ. .../20-12-2010 συμβολαιογραφικής πράξης του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γ. Θ. Σ., θα οδηγούσε σε άμεση καταγγελία της σύμβασης και σε αναζήτηση του συνόλου των μισθωμάτων, ανάγεται στα παραγωγικά αίτια της βούλησής της και είναι νομικά μη σημαντική, στο μέτρο, που δεν αποδεικνύεται ότι η πρώτη των εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων) ή τρίτος για λογαριασμό της εξανάγκασε τον εκπρόσωπο της τρίτης των εναγόντων (ήδη πρώτο αναιρεσείοντα) στη διατύπωση σης συγκεκριμένης δήλωσης βούλησης μέσω απειλών, που ασκήθηκαν παράνομα και πληρούσαν τους όρους του άρθρου 151 ΑΚ ή ήταν αντίθετες προς τα χρηστά ήθη...", είναι σαφές. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης (από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ δηλαδή) κατά το μέρος με το οποίο οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση τους, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι, αφού η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου είναι νομικά ανέλεγκτη (άρθρ.561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, οι αποδιδόμενες από τους αναιρεσείοντες αναιρετικές πλημμέλειες στην επάλληλη αιτιολογία του Εφετείου με την οποία δέχθηκε, ότι το ίδιο δικαίωμα της δεύτερης αναιρεσείουσας για ακύρωση των προαναφερθεισών συμβάσεων έχει αποσβεστεί και λόγω παρόδου διετίας, είναι αλυσιτελείς, εφόσον το σχετικό αποδεικτικό του πόρισμα στηρίζει αυτοτελώς η μη πληγείσα επιτυχώς κύρια αιτιολογία της απόσβεσης λόγω παραίτησης. Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1 997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί αόριστοι, εκπρόθεσμοι, μη νόμιμοι, αλυσιτελείς και γενικά απαράδεκτοι (Ολ.ΑΠ 2/89, ΑΠ 857/1988, ΑΠ 1058/98) καθώς και ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ή που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007), έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/96, ΑΠ 1434/10, ΑΠ 1482/2009).
Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8, καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα με λόγο έφεσης αυτοτελή ισχυρισμό τους, ότι υπήρχε μια συστηματική και εξακολουθητική συμπεριφορά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων που διήρκεσε μέχρι την 9-9-2010 και αφετέρου μέχρι την κατάρτιση της υπ' αριθμ. .../20-12-2010 συμβολαιογραφικής πράξεως του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Σ., με την οποία τροποποιήθηκαν οι όροι της ένδικης συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως και με την οποία επιτεύχθηκε η ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών και ταυτόχρονα η μείωση του καταβλητέου μισθώματος στο ποσό των 4.000 ευρώ, τελούσαν υπό τη συνεχή, σπουδαία και σοβαρότατη απειλή της καταγγελίας της συμβάσεως. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, όπως το περιεχόμενο της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τους προβληθέντες ισχυρισμούς, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τους συγκροτούν.
Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος είναι βάσιμος. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται απόλυτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΟλΑΠ42/2002,ΟλΑΠ2/2008, ΑΠ 554/2018,ΑΠ 198/2015). Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1784/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το τέταρτο σκέλος του, λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Π. Κ., που διαλαμβάνεται στα υπ' αριθ. 876/2016 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτόδικου δικαστηρίου, καθώς και την κατάθεση του μάρτυρα των ιδίων Δ. Μ. που εξετάστηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της από 14-10-2009 αγωγής αποζημιώσεως του πρώτου από τους ενάγοντες και ήδη πρώτου αναιρεσείοντα, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 349/2011 αγωγή Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι " Από την επανεκτίμηση των καταθέσεων των ενόρκως εξετασθέντων ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μαρτύρων, Π. Κ. και Π. Κ., οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης... και από όλα τα έγγραφα, τα οποία νομίμως μετ' επικλήσεως επαναπροσκομίζουν οι διάδικοι μεταξύ των οποίων και..., λαμβανόμενες ως εκ τούτου υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων... αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...", δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την παραπάνω κατάθεση του μάρτυρα Π. Κ., καθώς και την κατάθεση σε προηγούμενη δίκη, ως δικαστικό τεκμήριο, του μάρτυρα Δ. Μ., η παράλειψη ειδικής μνείας της οποίας δεν συνεπάγεται και παράλειψη αξιολογήσεως αυτής, για την συναγωγή του προαναφερόμενου αποδεικτικού του πορίσματος. Επομένως, ο από την παραπάνω διάταξη αντίθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. .Ο ειδικότερος ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση του επίμαχου αποδεικτικού μέσου, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, συνιστά εκτίμηση, υπέρ της άποψης των αναιρεσειόντων, του αποδεικτικού υλικού από το αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα που εξήγαγε η προσβαλλόμενη απόφαση με βάση την εκτίμηση των ίδιων αποδεικτικών μέσων. Έτσι οι αναιρεσείοντες υπό την επίφαση του αναιρετικού ελέγχου πλήττουν την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Το άρθρο 932 εδ. α ΑΚ ορίζει, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Εξάλλου από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η δυνητική ευχέρεια, όπως ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού του πταίσματος του υπόχρεου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθώς και να καθορίσει το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο. Το δικαστήριο προκειμένου να προσδιορίσει την οφειλόμενη στον παθόντα αδικοπραξία, λαμβάνει, μεταξύ άλλων, ως προσδιοριστικό στοιχείο και τη συνυπαιτιότητα του παθόντος είτε στην ίδια αδικοπραξία είτε στην έκταση της ζημίας του. Τα περιστατικά που συγκροτούν τη συνυπαιτότητα αυτή του παθόντος, πρέπει να προταθούν από τον εναγόμενο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ.300 εδ. α' και 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι, αν στην γένεση ή την έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του παθόντος το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να μην επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό της. Προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης είναι (α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση, συνακόλουθα δε και για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης και (β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία του ή την έκτασή της, δηλ. να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του και της επέλευσης ή της έκτασης της ζημίας του, τέτοιος δε αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψή του ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο διαφορετικά δεν θα επερχόταν (ΑΠ 327/2017, ΑΠ 1152/2012).Οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 300 κρίνονται στο πρόσωπο του ζημιωθέντος, αν δηλαδή αυτός επέδειξε πταίσμα το οποίο αιτιωδώς να συντέλεσε είτε στην πρόκληση της εις βάρος του αδικοπραξίας είτε στην έκταση της ζημίας που υπέστη. Στα πλαίσια εφαρμογής του άρθρου 300 ΑΚ δεν τίθεται ως πρόσθετη προϋπόθεση να επέδειξε και ο ζημιώσας εναγόμενος ιδίου βαθμού πταίσμα δηλαδή εάν ο παθών επέδειξε συντρέχον πταίσμα ενεργώντας από αμέλεια, είναι αδιάφορο εάν ο ζημιώσας ενήργησε από δόλο ή αμέλεια ή υπέχει αντικειμενική ευθύνη άνευ οποιουδήποτε πταίσματος. Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της (το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μαζί με τα άλλα στοιχεία, για τον προσδιορισμό του ύψους της "εύλογης" χρηματικής ικανοποίησης), δηλ. ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθ.559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ ( ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 448/2018). Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 213/2017).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ και ειδικότερα δεν έπρεπε να δεχθεί συντρέχουσα αμέλεια του πρώτου ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στην πρόκληση της ηθικής του βλάβης αφού οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες ενήργησαν εκ προθέσεως και στη συνέχεια να περιορίσει το ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και σε κάθε περίπτωση έχει ελλιπείς αιτιολογίες γιατί δεν εξειδικεύει για ποιο λόγο η αμέλεια του ζημιωθέντος υπήρξε η κύρια αιτία για την επαύξηση της ζημίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά το μέρος, που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Περαιτέρω, στον πρώτο των εναγόντων, ψυχική στενοχώρια και ταλαιπωρία και εν τέλει και ηθική βλάβη προκάλεσε και το αυτοτελές αδικοπρακτικό γεγονός της παράστασης ψευδών γεγονότων ως αληθινών τον Φεβρουάριο του 2008, οπότε και η σύμβαση ενεχύρασης 200.000 μετοχών παρουσιάστηκε ως σύμβαση άρσης του ενεχύρου επί 173.000 μετοχών. Το εν λόγω γεγονός, όταν έγινε αντιληπτή η μη επίδοση της ενεχυρικής σύμβασης στο ΚΑΑ, αποτέλεσε μια μεθόδευση, βάσει της οποίας όχι μόνο αποσιωπήθηκε η παράλειψη της επίδοσης αυτής, αλλά και επιχειρήθηκε, μέσω ενός ψεύδους, να δημιουργηθεί στον πρώτο των εναγόντων το αίσθημα μιας μερικής ικανοποίησης και δικαίωσης του πολλάκις ως τότε διατυπωθέντος αιτήματος του περί την άρση του ενεχύρου επί των μετοχών. Προκειμένου δε να επιτευχθεί, μόλις το Φεβρουάριο του 2008 και παρά τα υπεσχημένα, η ενεχύραση 200.000 μετοχών, παρουσιάστηκε ως αληθές το ψευδές γεγονός ότι η σύμβαση αφορούσε σε μερική αποδέσμευση του ενεχύρου επί 173.000 μετοχών, και δη μέσω της εκμετάλλευσης της ήδη υφιστάμενης πλάνης του πρώτου των εναγόντων ως προς το ότι είχαν ολοκληρωθεί όλες οι διαδικασίες για την έγκυρη σύσταση του ενεχύρου επί των μετοχών κατά την κατάρτιση της αρχικής ενεχυρικής σύμβασης. Το γεγονός αυτό μάλιστα έβλαπτε τη περιουσία του πρώτου των εναγόντων, αφού οι 200.000 εκ των αποκτηθεισών μετοχών του επιβαρύνονταν το πρώτον τότε με εμπράγματο βάρος και δη με ενέχυρο επ' ωφελεία της πρώτης των εναγομένων, που αποκτούσε πρόσθετη εμπράγματη εξασφάλιση για τις απαιτήσεις της από τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης. Το γεγονός τούτο παρέμεινε άγνωστο στον πρώτο των εναγόντων μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2010, οπότε και κατά την ανάγνωση των προτάσεων των εναγομένων στο πλαίσιο της δίκης, που είχε ανοιχθεί με την προηγούμενη αγωγή του πρώτου των εναγόντων σε βάρος των εναγομένων και επί της οποίας εξεδόθη ακολούθως η υπ' αριθμ. 349/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ανωτέρω πληροφορήθηκε το πρώτον το γεγονός της μη επίδοσης της αρχικής ενεχυρικής σύμβασης στο ΚΑΑ, αλλά και την το πρώτον το Φεβρουάριο του 2008 σύναψη σύμβασης ενεχύρου επί 200.000 μετοχών, τις οποίες ο πρώτος των εναγόντων θεωρούσε ως τότε εγκύρως ενεχυρασμένες, υπολαμβάνοντας ότι συναινούσε απλώς στην αποδέσμευση των λοιπών 173.000 μετοχών του. Η προκληθείσα σε αυτόν στενοχώρια, ψυχική ταλαιπωρία και εν τέλει ηθική βλάβη ήταν σημαντική, αν ληφθεί υπόψη και η σχέση εμπιστοσύνης, που υπήρξε μεταξύ των δύο πλευρών μέχρι την πλήρη διάψευση αυτής από τα προεκτεθέντα γεγονότα. Στην ψυχική αυτή στενοχώρια, που προκάλεσε στον πρώτο των εναγόντων το αυτοτελές αυτό αδικοπρακτικό γεγονός το Φεβρουάριο του 2008, συνετέλεσε και το πταίσμα του ιδίου και δη σε ποσοστό 30%. Ο τελευταίος ήταν πράγματι έμπειρος επενδυτής, με σημαντική εμπειρία σε αγοραπωλησίες κινητών αξιών και ακινήτων και έτι σημαντικότερη οικονομική επιφάνεια, με αποτέλεσμα οι γνώσεις του στα ανωτέρω ζητήματα να υπερβαίνουν τις γνώσεις ενός απλού καταναλωτή. Στη σύμβαση, άλλωστε, και δη στη προμετωπίδα αυτής αναγραφόταν ευκρινώς ότι επρόκειτο περί σύμβασης ενεχύρασης, ενώ ο αριθμός των αναγραφομένων μετοχών στην ίδια σύμβαση ήταν αυτός των 200.000 και όχι των 173.000, που θεωρητικά ήταν οι αποδεσμευόμενες, διάσταση, η οποία ήταν ευχερώς εντοπίσιμη από έναν έμπειρο επενδυτή και ήταν αδύνατο να παραμείνει απαρατήρητη. Τούτο ίσχυε κατά μείζονα λόγο στην ένδικη περίπτωση, όπου μεταξύ του πρώτου των εναγόντων και των εναγομένων είχε ήδη ανακύψει, σε προγενέστερο χρόνο, πλήθος αντεγκλήσεων, επ' αφορμή ακριβώς του ζητήματος του ενεχύρου επί των μετοχών, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην είναι αναμενόμενη η συναλλακτική απρονοησία και αμεριμνησία του πρώτου των εναγόντων, αλλά αντιθέτως να είναι απολύτως αναμενόμενη η επίδειξη ακόμα μεγαλύτερης προσοχής κατά την κατάρτιση της σύμβασης από τον τελευταίο, πολλώ δε μάλλον, που ο ανωτέρω ενάγων είχε τη δυνατότητα να συμβουλευθεί και τον συμπαρασταθέντα κατά τη κατάρτιση της σύμβασης νομικό του σύμβουλο.. .Για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του πρώτου των εναγόντων από το ως άνω γεγονός, λαμβανομένης υπόψη της βαρύτητας του πταίσματος των εναγομένων, του συντρέχοντος πταίσματος του πρώτου των εναγόντων, και της μη επικαλούμενης και εντεύθεν και μη αποδεικνυόμενης περιουσιακής ζημίας του ως άνω ενάγοντος από την εν λόγω αδικοπραξία, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών και των εν γένει περιστάσεων τελέσεως του αδικήματος, πρέπει να επιδικασθεί στο πρώτο των εναγόντων, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο επεκύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την υποστηρίζουσα τα αντίθετα, έφεση των αναιρεσειόντων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ και με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν και αναφέρονται αναλυτικά παραπάνω, δεν έσφαλε, αφού αυτά ήταν αρκετά για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης. Με τις ως άνω δε παραδοχές διέλαβε πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες χωρίς κενά που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τους όρους εφαρμογής του άρθρου 300 ΑΚ Επομένως ο τρίτος λόγος κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος , με τον οποίο αποδίδεται αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ,Ι και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του προσδιόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος σε 30%. Ο αυτός ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, καθ' ο μέρος, υπό την επίκληση των προαναφερομένων αναιρετικών αιτιάσεων, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες αναγόμενες στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και στα συναφή επιχειρήματα του Εφετείου είναι απαράδεκτος, διότι, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας, κατά την πρώτη αγωγή.
Συνεπώς, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται, και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ίδιου Κώδικα), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν έχει εισαχθεί σε δίκη και, συνακόλουθα, δεν κρίθηκε (ΑΠ 1218/2018, ΑΠ 213/2017, ΑΠ 790/2015, ΑΠ 1126/2014). Επίσης, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι το δεδικασμένο, το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση που επιδικάζει στον παθόντα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη πρόσθετης χρηματικής ικανοποιήσεως πάλι λόγω ηθικής βλάβης, και για μεταγενέστερο χρόνο, σε σχέση με εκείνον της προηγούμενης αγωγής. Τούτο, όμως, προϋποθέτει δυσμενή εξέλιξη μιας κατάστασης, που αποτελεί οποιαδήποτε χειροτέρευση και γενικά δυσμενής εξέλιξη αυτής (ήτοι μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες), η οποία, πάντως, πρέπει να είναι απρόβλεπτη, δηλαδή να στηρίζεται σε περιστατικά μιας ζημιογόνου αιτίας που έχει ήδη επέλθει στο παρελθόν, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στην προηγούμενη δίκη, γιατί δεν ήταν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευσή τους δεν ήταν προβλεπτή από την αρχή, ή από νεώτερα περιστατικά που θεμελιώνουν από μόνα τους αδικοπρακτική συμπεριφορά η οποία επέφερε αυτοτελή ηθική βλάβη.(ΑΠ637/2017). Αν η κρίση για το δεδικασμένο στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή όχι του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 1255/2015). Ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, εξάλλου, η διαπίστωση ύπαρξης δεδικασμένου οδηγεί στην απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης κατά το μέρος που τα αιτούμενα καλύπτονται από τα αντικειμενικά αυτού όρια.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, (κατ' ορθή εκτίμηση και όχι και από τον αριθμό 1 ΚΠολΔ) για το λόγο ότι το δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε εν μέρει ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου την από 12-3-2011 αγωγή σε σχέση με την αξίωση του πρώτου ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά το μέρος, που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Σύμφωνα με τα παραπάνω το αγωγικό αίτημα περί αναγνώρισης ότι οι εναγόμενες οφείλουν να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 3.000.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τυγχάνει απορριπτέο εν μέρει ως απαράδεκτο λόγω δεδικασμένου. Ειδικότερα, ο πρώτος ενάγων εκθέτει στην υπό κρίση αγωγή του κατά μέγα μέρος τα αυτά πραγματικά περιστατικά, που ιστορούσε και στην από 14-10-2009 και με αριθμ. εκθ. καταθ. ...10461/2009 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία είχε ασκήσει μόνος αυτός σε βάρος των νυν εναγομένων. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικώς η υπ' αριθμ.349/2011 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, που ακολούθως επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 4617/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και εν τέλει με την υπ' αριθμ. 1501/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, καταστάσα όχι μόνο τελεσίδικη, αλλά και αμετάκλητη. Με την ανωτέρω απόφαση αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενες όφειλαν εις ολόκληρο να καταβάλουν στον νυν πρώτο ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ενόψει της διαγνωσθείσας από το ανωτέρω δικαστήριο αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, η οποία χαρακτηρίστηκε ως αστική απάτη και συνίστατο στο γεγονός ότι οι εναγόμενες παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον πρώτο των εναγόντων ότι θα άρουν το συσταθέν επί των άυλων μετοχών ενέχυρο κατά την έναρξη της διαπραγμάτευσης τους στο ΧΑΑ, προκαλώντας σε αυτόν με δόλο τη σφαλερή αντίληψη ότι θα μπορούσε αυτός ευχερώς να τις εκποιήσει. Τα εν λόγω γεγονότα επαναλαμβάνονται και στην υπό κρίση αγωγή προς θεμελίωση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, αναφορικά με την οποία προστίθεται και ένα νέο, πρόσθετο και αυτοτελές αδικοπρακτικό γεγονός, συνιστάμενο στην απάτη από την αθέμιτη αποσιώπηση του γεγονότος της μη σύστασης ενεχύρου με την αρχική ενεχυρική σύμβαση και κυρίως στην παράσταση ως αληθούς του ψευδούς γεγονότος ότι η υπογραφείσα το Φεβρουάριο του 2008 νεότερη ενεχυρική σύμβαση αφορούσε δήθεν τη μερική αποδέσμευση 173.000 μετοχών, ενώ αντικείμενο της ήταν η το πρώτον σύσταση εμπραγμάτου βάρους και δη ενεχύρου επί 200.000 μετοχών. Κατά το πρώτο σκέλος, λοιπόν, το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης έχει καλυφθεί από το δεδικασμένο, λαμβανομένου υπόψη ότι το οικείο αίτημα κρίθηκε τελεσιδίκως μεταξύ αυτών των διαδίκων και επί της ίδιας ιστορικής και νομικής βάσης από τα προμνησθέντα δικαστήρια, χωρίς ο ενάγων να επικαλείται πρόσθετα περιστατικά σε σχέση με την ίδια, επελθούσα στο παρελθόν ζημιογόνο αιτία, τα οποία περιστατικά δεν μπορούσαν αν ληφθούν υπόψη στην προηγούμενη δίκη, επειδή δεν ήταν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευσή τους δεν ήταν προβλεπτή... Τα ως άνω δε πραγματικά περιστατικά είναι διάφορα της αυτοτελούς νεότερης επικαλούμενης διαπραχθείσας απάτης δια της αθέμιτης αποσιώπησης του γεγονότος της μη σύστασης ενεχύρου με την αρχική ενεχυρική σύμβαση και κυρίως στην παράσταση ως αληθούς του ψευδούς γεγονότος ότι η υπογραφείσα το Φεβρουάριο του 2008 νεότερη ενεχυρική σύμβαση αφορούσε δήθεν τη μερική αποδέσμευση 173.000 μετοχών, ενώ αντικείμενο της ήταν η το πρώτον σύσταση εμπραγμάτου βάρους και δη ενεχύρου επί 200.000 μετοχών, οπότε το διισχυριζόμενο αυτό αδικοπρακτικό γεγονός, δυνάμενο να θεμελιώσει από μόνο του αυτοτελές αίτημα χρηματικής ικανοποίησης, δεν καταλαμβάνεται από το ως άνω δεδικασμένο. Σημειώνεται ότι η προμνησθείσα, υπ'αριθ. 349/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μνημονεύει προς στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος και το γεγονός της φερόμενης ως μεταγενέστερα διαπραχθείσας απάτης. Από την εν λόγω ως obiter dictum εκφερθείσα κρίση, ωστόσο, δεν εκλύεται δεδικασμένο, δεδομένου ότι τούτο το περιστατικό απάτης δεν αποτέλεσε αντικείμενο της ιστορικής βάσης της αγωγής εκείνης και η σχετική αναφορά στην προαναφερθείσα απόφαση αποτελεί πλεοναστικά αναφερόμενη αιτιολογία... η οποία δεν αποτελεί στοιχείο του κριθέντος δικαιώματος και δεν εξοπλίζεται με την ενέργεια του δεδικασμένου. Κατά συνέπεια, αφού το αίτημα περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης στηρίζεται σε δύο αυτοτελή αδικοπρακτικά γεγονότα, το ένα εκ των οποίων καλύπτεται, ως άνω, από το δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 349/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εν τούτοις κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου, η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε εν μέρει το σχετικό αίτημα ως απαράδεκτο και προχώρησε στην εκδίκαση του κατ' ουσία μόνο όσον αφορά τη θεμελίωσή του στο νεότερο αυτοτελές αδικοπρακτικό γεγονός...". Με βάση τις ως άνω παραδοχές και από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης η οποία περιέχεται στην από 12-3-2011 κρινόμενη αγωγή κατά το ιστορικό και αίτημά της βασίζεται εν μέρει στην ίδια ιστορική και νομική αιτία με την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που περιέχεται στην από 14-10-2009 αγωγή επί της οποίας έκρινε τελεσίδικα η υπ' αριθ. 4617/2012 προηγούμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών και εν τέλει με την υπ' αριθ. 1501/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου. Τούτο δε διότι μεταξύ των αδικοπρακτικών περιστατικών που κρίθηκαν με την υπ' αριθ. 4617/2012 προηγούμενη απόφαση περιλαμβάνεται και το αδικοπρακτικό περιστατικό που περιέχεται στην από 12-3-2011 κρινόμενη αγωγή, επί της οποίας έκρινε τελεσίδικα η προσβαλλόμενη απόφαση. Περιλαμβάνεται δηλαδή και το αναφερόμενο στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αδικοπρακτικό γεγονός του ότι οι εναγόμενες παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον πρώτο των εναγόντων ότι θα άρουν το συσταθέν επί των άυλων μετοχών ενέχυρο κατά την έναρξη της διαπραγμάτευσής τους στο ΧΑΑ, προκαλώντας σε αυτόν με δόλο τη σφαλερή αντίληψη ότι θα μπορεί αυτός ευχερώς να τις εκποιήσει. Επομένως ως προς την τελεσθείσα αυτή αδικοπραξία έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση που εμποδίζει στα πλαίσια της αρνητικής λειτουργίας του δεδικασμένου την επανάκριση της και επανεκδίκαση εκ νέου της χρηματικής ικανοποιήσεως Κατά συνέπεια το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 ΚΠολΔ με το να δεχθεί τη συνδρομή δεδικασμένου και απέρριψε το αγωγικό κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης, κατά το μέρος που προσέκρουσε στο δεδικασμένο. Επομένως ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με ειδικότερη αιτίαση του τέταρτου εξάλλου λόγου, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα για την πρόκληση στον πρώτο εξ αυτών ηθικής βλάβης δεν έλαβε υπόψη και άλλες συμπεριφορές των αναιρεσιβλήτων αντίθετες στην καλή πίστη και στα χρηστά συναλλακτικά ήθη που περιέχονταν στην αγωγή τους και είχαν επαναφερθεί ενώπιον του με την έφεση, όπως ότι οι τελευταίοι μέχρι και την 9-9-2010 αποσιωπούσαν το γεγονός ότι οι μετοχές δεν είχαν αρχικώς επιβαρυνθεί με ενέχυρο και ότι συστηματικά αθετούσαν την υποχρέωσή τους για έγκαιρη και σαφή ενημέρωσή τους για τα δικαιώματα του πρώτου αυτών. Ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης προκύπτει, ότι τα ανωτέρω λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με κυρίαρχο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, το περιστατικό του Φεβρουαρίου του έτους 2008 οπότε έλαβε χώρα η ενεχύραση 200.000 μετοχών, ενώ παρουσιάστηκε στον αναιρεσείοντα ως αληθές το ψευδές γεγονός ότι η σύμβαση αφορούσε σε μερική αποδέσμευση του ενεχύρου επί 173.000 μετοχών.
Εξάλλου κατά το άρθρο 143 ΑΚ δεν είναι ουσιώδης η πλάνη που αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης και δεν επιφέρει ακύρωση της δικαιοπραξίας, εκτός αν τα παραγωγικά αυτά αίτια που συζητήθηκαν πριν από την κατάρτιση της δικαιοπραξίας και αποτέλεσαν τη βάση της προϋπόθεσης αυτής, κατά τη θέληση αμφοτέρων των μερών, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά τα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, οπότε η πλάνη ως προς τα αίτια αυτά είναι ουσιώδης και μπορεί να επιφέρει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, επειδή τα περιστατικά επί των οποίων τα μέρη κυρίως στήριξαν την κατάρτιση της σύμβασης (δικαιοπρακτικό θεμέλιο) δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων ανετράπησαν (ΟλΑΠ 35/1998, ΟλΑΠ 5/1990,ΑΠ 576/2017,ΑΠ 80/2007). Η παροχή δικαιώματος ακύρωσης της δικαιοπραξίας κατά τα άρθρα 140 επ. ΑΚ οδηγεί σε αδυναμία εφαρμογής της θεωρίας της έλλειψης του δικαιοπρακτικού θεμελίου λόγω της ύπαρξης των ειδικότερων διατάξεων. Η αρχική έλλειψη του δικαιοπρακτικού θεμελίου ως αιτία ακύρωσης της σύμβασης αφορά προεχόντως στην περίπτωση, που τα δύο μέρη σχημάτισαν δικαιοπρακτική βούληση βάσει περιστατικού, του οποίου η ύπαρξη ή η επέλευση αποτέλεσε αμφιμερώς σιωπηρή προϋπόθεση ισχύος της δικαιοπραξίας ή την περίπτωση έστω, που το ένα μόνο μέρος απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στη συνδρομή ορισμένου περιστατικού, στηρίζοντας σε αυτό τη δικαιοπρακτική του βούληση και τούτο μπορούσε να διαγνωσθεί από το άλλο μέρος βάσει του συνόλου των συνθηκών. Το δικαιοπρακτικό θεμέλιο, δηλαδή, τυγχάνει το σύνολο των πραγματικών συνθηκών, που τα μέρη θεωρούσαν ότι υπάρχουν ή πρόκειται να επέλθουν οπωσδήποτε στο μέλλον και στις οποίες (συνθήκες) στήριξαν τη δικαιοπραξία, μολονότι δεν τις περιέλαβαν ρητά στο περιεχόμενο της.. Με το άρθρο 388 ΑΚ ορίζεται ότι "Αν τα περιστατικά στα οποία, κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς σύμβασης, μεταβλήθηκαν ύστερα, από λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, και από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής, το δικαστήριο μπορεί κατά την κρίση του με αίτηση του οφειλέτη να την αναγάγει στο μέτρο που αρμόζει και να αποφασίσει τη λύση της σύμβασης εξολοκλήρου ή κατά το μέρος που δεν εκτελέστηκε ακόμη...". Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί ειδική εφαρμογή στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, που καθιερώνονται με τα άρθρα 200 και 288 του Α.Κ. διασπάται εν μέρει η γενικότερη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και της υποχρεωτικής εκτελέσεως αυτών και καθιερώνεται κανόνας αναγκαστικού δικαίου, από τον οποίο είναι άκυρη κάθε εκ των προτέρων γενική παραίτηση του οφειλέτη, συντελούμενη είτε ρητώς, με την καταχώρηση στερεότυπης περί παραιτήσεως ρήτρας στη σύμβαση, είτε σιωπηρώς, με την αποδοχή συμβατικών όρων που έχουν την έννοια αυτή. Δεν αποτελεί, όμως, παραίτηση του οφειλέτη από την παρεχομένη σ' αυτόν με το άρθρο 388 του Α.Κ. προστασία η πλαισίωση της αμφοτεροβαρούς σύμβασης με ειδική συμφωνία, με την οποία προβλέπεται ειδικώς η επέλευση μελλοντικής συγκεκριμένης μεταβολής, δυνάμενης να επέλθει από συγκεκριμένους λόγους και συνομολογείται η ανάληψη από κάποιο συμβαλλόμενο του κινδύνου από τη μεταβολή αυτή, διότι αληθώς με την ειδική αυτή συμφωνία, που κατατείνει στον τονισμό της αστικής ευθύνης του οφειλέτη και δεν αντίκειται στην καλή πίστη, αίρεται το απρόβλεπτο ως απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ και παρέχεται στον οφειλέτη η δυνατότητα έγκαιρης κάλυψής του έναντι συγκεκριμένου μελλοντικού κινδύνου (ΟλΑΠ 350/1985, ΑΠ 1225/2015).
Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1, και 19 ΚΠολΔ, αναφορικά με το ότι συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις των διατάξεων επί των οποίων στηρίζεται η θεωρία της ελλείψεως ή της ανατροπής του δικαιοπρακτικού θεμελίου (άρθρα 288 και 388 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 281 και 200 ΑΚ) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά το μέρος, που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα: "... οι εναγόμενες όχι μόνο δεν στήριξαν τη βούλησή τους στα ίδια με τους ενάγοντες ιδιαιτέρως σημαντικά περιστατικά που εξ αρχής έλειπαν ή εκ των υστέρων έπαψαν να υφίστανται (άρθρα 288 και 388 ΑΚ) αλλά αντιθέτως φέρονται να παραπλάνησαν τους ενάγοντες και δη μετελθούσες αστικής απάτης, προκειμένου να επιτύχουν την κατάρτιση των συμβάσεων. Με τα δεδομένα αυτά, όμως, δεν συντρέχει έδαφος εφαρμογής της θεωρίας της έλλειψης του δικαιοπρακτικού θεμελίου λόγω της ύπαρξης των ειδικότερων διατάξεων, απορριπτομένων ως νόμω αβασίμων των αγωγικών αιτημάτων περί ακύρωσης των ένδικων ως άνω συμβάσεων, στο μέτρο, που για τη στήριξή τους γίνεται επίκληση (πέραν της ουσιώδους πλάνης και της απάτης, που ερείδονται στο νόμο) της θεωρίας της έλλειψης ή ανατροπής του δικαιοπρακτικού θεμελίου...". Από τα εκτιθέμενα στο λόγο αναίρεσης, η επικαλούμενη ανατροπή του δικαιοπρακτικού θεμελίου στο οποίο οι συμβαλλόμενοι στήριξαν την κατάρτιση της επίδικης αμφοτεροβαρούς σύμβασης προήλθε από τη βούληση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και όχι από εξωτερικά περιστατικά και μάλιστα απρόβλεπτα που να επιφέρουν δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής.. Επομένως ελλείπει η απαραίτητη προϋπόθεση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ και η αγωγική βάση αποβαίνει μη νόμιμη, ως τέτοια δε απορρίφθηκε και με την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως ο σχετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 (και όχι από το 19) ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Με τον έβδομο λόγο της κρινόμενης αίτησης, οι αναιρεσείοντες κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ μέμφονται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη λόγο της έφεσής τους με τον οποίο παρεπονούντο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της στηριζομένης στις διατάξεις των άρθρων 174,178 και 179 ΑΚ αγωγικής τους βάσης. Ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον ο ανωτέρω λόγος έφεσης δεν συνιστά "πράγμα", με την έννοια ότι δεν είναι ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου τα "αναφερόμενα περί "καταπλεονεκτικής" και "καταδυναστευτικής" συμπεριφοράς της ελευθερίας του πρώτου αναιρεσείοντος να διαθέτει τις μετοχές του και αντίθεσης της σχετικής σύμβασης στις ανωτέρω διατάξεις, δεν συνδέονται με αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας αυτής, αλλά αναφέρονται μόνο διηγηματικά και έτσι στερούνται εννόμων συνεπειών.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 147, 154,180,184 του ΑΚ, η ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω απάτης (πλάνης ή απειλής) επέρχεται δια δικαστικής αποφάσεως και δικαιούται να ζητήσει, με αγωγή ή ένσταση, εκείνος που απατήθηκε (ή ο κληρονόμος του), η ακυρώσιμη δε δικαιοπραξία, όταν ακυρωθεί εξομοιώνεται προς άκυρη εξ αρχής, και θεωρείται ως μη γενομένη (με επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν δικαιώματα, τα οποία τρίτος απέκτησε από σύμβαση που ακυρώθηκε). Η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί με αγωγή, ανταγωγή ή ένσταση, από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 154 ΑΚ. Όταν συμβληθέν είναι νομικό πρόσωπο για την άσκηση της σχετικής διαπλαστικής αγωγής για ακύρωση λόγω πλάνης απάτης ή απειλής νομιμοποιείται ενεργητικά το ίδιο νομικό πρόσωπο και όχι ατομικά ο νόμιμος εκπρόσωπος ο οποίος έχει μόνο αντιπροσωπευτική εξουσία, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 68ΑΚ το οποίο στο τελευταίο εδάφιο παραπέμπει κατά τα λοιπά στην ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων για την αντιπροσώπευση και την εντολή .(άρθρα 211 επ., 713 επ. ΑΚ).? Ειδικότερα όταν το νομικό πρόσωπο έχει τη νομική μορφή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης τα όργανα εκπροσώπησης και η εξουσία που τους παρέχεται προς τούτο ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 16,17 και 18 του ν. 3190/1955, ως ήδη ισχύουν (ΑΠ 1329/1982, ΑΠ 466/1977). Περαιτέρω όπως προκύπτει από τα άρθρα 847,850 και 851 ΑΚ, η εγγύηση αποτελεί παρεπόμενη σύμβαση κατά την οποία ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή, ήτοι ο εγγυητής ευθύνεται για την καταβολή της οφειλής του πρωτοφειλέτη. Όπως δε προκύπτει από το άρθρο 853 ΑΚ, ο εγγυητής, εναγόμενος από το δανειστή, δεν μπορεί να προτείνει κατά του δανειστή τις προσωποπαγείς ενστάσεις του πρωτοφειλέτη, δηλαδή αυτές που συνδέονται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου και που γι' αυτό δεν μεταβιβάζονται ούτε ενεργητικά ούτε παθητικά, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και τα διαπλαστικά δικαιώματα που έχει ο πρωτοφειλέτης από την κύρια οφειλή. Μεταξύ των προσωποπαγών ενστάσεων περιλαμβάνονται και οι ενστάσεις που έχει ο πρωτοφειλέτης για να ασκήσει το διαπλαστικό δικαίωμα ακύρωσης της κύριας οφειλής όταν στην κατάρτιση της δικαιοπραξίας από την οποία γεννάται η οφειλή οδηγήθηκε αυτός εξαιτίας πλάνης απάτης ή απειλής του αντισυμβαλλόμενου του δανειστή. Είναι δε αυτές προσωποπαγείς ενστάσεις διότι ανάγονται στην ελαττωματικότητα ή μη της βούλησης του πρωτοφειλέτη. Μόνο όταν ακυρωθεί τελεσίδικα τέτοια δικαιοπραξία ως ελαττωματική σε δίκη μεταξύ πρωτοφειλέτη και δανειστή, ο εγγυητής μπορεί να επικαλεστεί το επωφελές γι' αυτόν δεδικασμένο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 328 παρ.1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, για την, αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση και ερευνώμενη αυτεπαγγέλτως, νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, κατ' αρχήν αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 614/2016). Η νομιμοποίηση των διαδίκων αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1491/2018, ΑΠ 270/2015).? Με τους πέμπτο και ενδέκατο αναιρετικούς λόγους κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 (και όχι και αριθμ. 14) ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σκέλος της που απέρριψε ως ενεργητικώς ανομιμοποίητη την αγωγή με την οποία ζητούσε ο πρώτος αναιρεσείων ατομικά, τόσο με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης αυτών, όσο και με αυτή του εγγυητή, την ακύρωση λόγω ουσιώδους πλάνης, άλλως απάτης άλλως έλλειψης του δικαιοπρακτικού θεμελίου εξαιτίας της παραπλάνησής του αναφορικά με το ζήτημα του ενεχύρου, των ίδιων προαναφερθέντων .../22-6-2007 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γ. Σ.. Οι ανωτέρω λόγοι εκτός του ότι είναι αβάσιμοι, είναι προεχόντως αλυσιτελείς, εφόσον ακόμη και αν γίνουν δεκτοί, η αμετάκλητη πλέον παραδοχή της απόσβεσης του δικαιώματος για την αιτούμενη ακύρωση, τους καθιστά άνευ αντικειμένου. Για τον ίδιο λόγο και οι όγδοος, ένατος και δέκατος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την κρίση της ως προς την απόρριψη των ποσών των :1) 20.000 ευρώ για τα διαχειριστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσείουσας ως προς την κατάρτιση της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, 2) 605,02 ευρώ για τα έξοδα σύστασης της ίδιας και 3) 75.097,12 ευρώ για τις δαπάνες μεταβίβασης του ενδίκου ακινήτου από τον πρώτο στη δεύτερη των αναιρεσειόντων^ στερούνται αντικειμένου και είναι αλυσιτελείς, εφόσον η διερεύνησή τους προϋποθέτει την ακύρωση των προαναφερθεισών συμβάσεων.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-7-2018 και με αριθμ. καταθ. 566/2018 αίτηση των 1) Δ. Δ. του Π. και 2) ΕΠΕ με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 3099/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Δεν υπάρχουν σχόλια: