Κάνοντας δεκτό ως βάσιμο τον σχετικό από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, ο Άρειος Πάγος (ΑΠ 597/2020) εξαφάνισε την πληττόμενη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο της μείωσης ποινικής ρήτρας τιθέμενης σε σύμβαση χρονομεριστικής μίσθωσης δωματίου σε ξενοδοχειακό συγκρότημα, συνολικής συμβατικής διάρκειας εξήντα ετών.
Από τις διατάξεις των άρ. 404 επ. του ΑΚ, που αφορούν στη σύμβαση ποινικής ρήτρας, ιδίως δε από το άρ. 409 του ΑΚ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για τη διαμόρφωση της δικαστικής του κρίσης σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της «δυσανάλογα μεγάλης ποινής» και του «μέτρου που αρμόζει», λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν και, ιδίως, το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή που επλήγησαν από την αθέτηση της σύμβασης, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από τη μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή.
Επίσης, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι τυχόν μεταβαλλόμενες συνθήκες, μετά τη συνομολόγηση της ποινικής ρήτρας, που μπορεί να έχουν επίπτωση στον δυσανάλογο χαρακτήρα της ποινής. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται, κατά το άρ. 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, για την ορθή υπαγωγή στα παραπάνω κριτήρια του άρθρου 409 του ΑΚ των περιστατικών που έγιναν ανελέγκτως δεκτά. Δεν ελέγχεται, ωστόσο, ο προσδιορισμός του ποσού κατά το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να μειωθεί η ποινική ρήτρα, ούτε και για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Για τη σχετική κρίση του δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος έκδοσης της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δηλαδή της συζήτησης, μετά την οποία αυτή εκδόθηκε, ανεξάρτητα από το αν, κατά τις περιστάσεις, λαμβάνονται υπόψη περιστατικά, αναγόμενα σε προγενέστερο χρόνο.
Εν προκειμένω, το εφετείο, όσον αφορά στο κεφάλαιο μείωσης της ποινικής ρήτρας, αφού έκρινε ότι η ρήτρα αυτή είναι δυσανάλογα μεγάλη, εν συνεχεία προέβη στη μείωσή της. Ωστόσο, το ανώτατο δικαστήριο κατέληξε πως το δευτεροβάθμιο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς την εξειδίκευση του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της «δυσανάλογα μεγάλης ποινής» καθώς και του προσήκοντος μέτρου αυτής.
Ειδικότερα, έκρινε πως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζεται ποιος ακριβώς χρόνος λήφθηκε υπόψη για τον προσδιορισμό του «δυσανάλογα μεγάλου» της ποινικής ρήτρας και, συνακόλουθα, δεν αποσαφηνίζεται αν οι συνθήκες, ιδίως οι οικονομικές, που επικρατούσαν κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο ήταν ίδιες με εκείνες του χρόνου που συνομολογήθηκε η ποινική ρήτρα. Επιπλέον, δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά για την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών και δεν εξειδικεύεται η έκταση της παράβασης της συμβατικής υποχρέωσης της εκμισθώτριας εταιρείας, αλλά και ο βαθμός του πταίσματός της, λαμβάνοντας υπόψη και την υποχρέωσή της, κατ' άρ. 575 του ΑΚ, να διατηρεί κατάλληλο το μίσθιο για τη συμφωνημένη χρήση καθόλη τη διάρκεια της μίσθωσης.
Όσον αφορά στον χαρακτήρα του επίμαχου συμβατικού όρου ως ποινικής ρήτρας, και το ανώτατο δικαστήριο δέχτηκε πως οι «αποζημιωτικές» ή «κατ' αποκοπή αποζημίωσης» συμβατικές ρήτρες, όπως χαρακτηρίζονται αυτές με τις οποίες τα μέρη επιχειρούν να προκαθορίσουν την οφειλόμενη αποζημίωση για την περίπτωση που δεν εκπληρωθεί η σύμβαση, ήτοι η αποζημίωση αυτή ορίζεται ως ένας εκ των προτέρων αφηρημένος υπολογισμός του ύψους της ζημίας και, συνακόλουθα, της αποζημίωσης που θα προκύψει και αντίστοιχα θα οφείλεται σε περίπτωση μελλοντικής και ενδεχόμενης αθέτησης συμβατικής υποχρέωσης, χωρίς δικαίωμα ανταπόδειξης του οφειλέτη (ρήτρες απόλυτης δεσμευτικότητας), ως αντίθετες στις διατάξεις των άρθρων 3 και 298 του ΑΚ, δεν συνιστούν τίποτε άλλο, παρά την ποινική ρήτρα των άρθρων 404 επ. του ΑΚ.
Απόσπασμα απόφασης ΑΠ 597/2020
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ, "αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για τη μόρφωση της δικαστικής του κρίσης σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του "μέτρου που αρμόζει", λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν και ιδίως το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή που επλήγησαν από την αθέτηση της σύμβασης, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από τη μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή. Οι τυχόν μεταβαλλόμενες συνθήκες, μετά τη συνομολόγηση της ποινικής ρήτρας, που μπορεί να έχουν επίπτωση στο δυσανάλογο, θα πρέπει, επίσης, να ληφθούν υπόψη (πρβλ. και άρθρ. 388 και 288 ΑΚ). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για την ορθή υπαγωγή στα παραπάνω κριτήρια του άρθρου 409 ΑΚ των περιστατικών που έγιναν, ανελέγκτως, δεκτά. Δεν ελέγχεται, όμως, ο προσδιορισμός του ποσού κατά το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να μειωθεί η ποινική ρήτρα (ΑΠ 892/2019, ΑΠ 981/2018, ΑΠ 869/2017, ΑΠ 98/2017), ούτε και για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (ΑΠ 892/2019).
Για τη σχετική κρίση του δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος έκδοσης της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δηλαδή της συζήτησης, μετά την οποία αυτή εκδόθηκε, ανεξάρτητα από το αν, κατά τις περιστάσεις, λαμβάνονται υπόψη περιστατικά, αναγόμενα σε προγενέστερο χρόνο (ΑΠ 869/2017, ΑΠ 1439/2012, ΑΠ 605/2010). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Εφετείο, αναφορικά με το κεφάλαιο μείωσης της ποινικής ρήτρας, αφού προηγουμένως έκρινε ότι η ρήτρα αυτή είναι δυσανάλογα μεγάλη, στη συνέχεια, προέβη στη μείωσή της, με την αιτιολογία που έχει παρατεθεί στη σκέψη ΙΙ της παρούσας. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς την εξειδίκευση του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του προσήκοντος μέτρου της ποινής ("στο μέτρο που αρμόζει"), εξαιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 409 ΑΚ.
Ειδικότερα, το Εφετείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του: α) δεν διευκρινίζει ποίο χρόνο έλαβε υπόψη για να προσδιορίσει το "δυσανάλογα μεγάλο" της ποινικής ρήτρας και, συνακόλουθα, δεν αποσαφηνίζει αν οι συνθήκες (ιδίως οικονομικές), κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο της (πρώτης) συζήτησης της αγωγής που έπρεπε να ληφθεί υπόψη για να προσδιοριστεί αν η συμφωνημένη ποινή είναι ή όχι "δυσανάλογα μεγάλη", ήταν ίδιες με εκείνες του χρόνου που συνομολογήθηκε η ποινική ρήτρα, αλλά περιορίζεται να αναφέρει γενικόλογα την οικονομική κρίση "...ιδιαίτερα από το έτος 2012", β) δεν διέλαβε πραγματικά περιστατικά για την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών και γ) δεν εξειδικεύεται η έκταση της παράβασης της συμβατικής υποχρέωσης της εκμισθώτριας εταιρείας, αλλά και ο βαθμός του πταίσματός της, αν ληφθεί υπόψη και η υποχρέωσή της, κατ' άρθρ. 575 ΑΚ, να διατηρεί κατάλληλο το μίσθιο για τη συμφωνημένη χρήση σ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης.
Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr
Απόφαση 597 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Α.Λ.
Αριθμός 597/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου
Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και
Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου
2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει
μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία
".........", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η
οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ...... με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε
προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων: 1) Σ.....Ζ.... του Η..., κατοίκου
Αναβύσσου Αττικής και 2) Ε..... Κ.... του Χ...., κατοίκου Γλυφάδας
Αττικής, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2014 αγωγή των ήδη
αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές
Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1491/2016 οριστική του ίδιου
Δικαστηρίου και 4625/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση
της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη με την από
3-12-2018 αίτησή της και οι αναιρεσίβλητοι - αναιρεσείοντες με την από
12-12-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με
Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο,
οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των
αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης
αναίρεσής τους, την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του
αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγονται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι από α)
3-12-2018 και β) 12-12-2018 και με αύξοντες (ειδικούς) αριθμούς
κατάθεσης 901/3-12-2018 και 19/9-1-2019, αντίστοιχα, αιτήσεις για
αναίρεση της 4625/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Οι
αιτήσεις αυτές πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να
συνεκδικαστούν (άρθρ. 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν
περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 του
ίδιου Κώδικα).
ΙΙ. Η προσβαλλόμενη πιο πάνω εφετειακή απόφαση, όπως προκύπτει από την
παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών
διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής
διαδρομής: Οι ήδη αναιρεσείοντες της δεύτερης αναίρεσης και
αναιρεσίβλητοι της πρώτης άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Αθηνών, κατά της ήδη αναιρεσίβλητης της δεύτερης αναίρεσης (και
αναιρεσείουσας της πρώτης) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "........"
(εφεξής "εταιρεία") την ένδικη, από 25-9-2014 και με αύξοντα αριθμό
κατάθεσης 2671/15-10-2014, αγωγή τους, με την οποία εξέθεταν, κατά το
ουσιώδες μέρος, τα εξής: Κατά το έτος 1985, μεταξύ του πρώτου απ' αυτούς
και της εναγόμενης εταιρείας, καταρτίστηκε σύμβαση μίσθωσης ενός
δωματίου του ξενοδοχειακού συγκροτήματος "......" που βρίσκεται στην
Ύδρα για την 29η και 30η εβδομάδα κάθε έτους, συνολικής συμβατικής
διάρκειας εξήντα (60) ετών. Με βάση σχετική συμβατική πρόβλεψη, ο πρώτος
εκχώρησε στη δεύτερη ενάγουσα τα συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις
του που αφορούν την 30η εβδομάδα κάθε έτους. Στις 7-2-2012 η εναγόμενη
εταιρεία τους ενημέρωσε ότι, εξαιτίας αναγκαίων εργασιών συντήρησης του
εν λόγω ξενοδοχειακού συγκροτήματος, δεν θα μπορούσε να τους παρέχει το
μίσθιο δωμάτιο για αόριστο χρονικό διάστημα. Κατόπιν αυτού, αναγκάστηκαν
να καταγγείλουν, στις 7-2-2013, τη μισθωτική σύμβαση, καθώς είχαν
συμβατικό δικαίωμα, σε περίπτωση υπαίτιας αδυναμίας εκτέλεσης της
παροχής από την εναγόμενη εταιρεία, να καταγγείλουν τη σύμβαση και,
επιπλέον, να λάβουν αποζημίωση ίση με την επίσημη τιμή ημερήσιας
διαμονής στο παραπάνω ξενοδοχειακό συγκρότημα κατά το χρόνο της
καταγγελίας, πολλαπλασιαζόμενη επί των ημερών παραμονής που υπολείπονταν
μέχρι τη συμβατική λήξη της μίσθωσης. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν
να υποχρεωθεί η εναγόμενη εταιρεία να τους καταβάλει, ως οφειλόμενη
συμβατική αποζημίωση, το ποσό των 153.846 ευρώ στον καθέναν. Επί της
αγωγής αυτής, που συζητήθηκε, τελικά, στις 27-9-2016, εκδόθηκε, κατά την
ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. ΚΠολΔ, όπως
ίσχυαν πριν αντικατασταθούν με το ν.4335/2015), η 1491/2016 απόφαση του
πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (όπως διορθώθηκε με την 945/2017 απόφαση του
ίδιου δικαστηρίου), με την οποία αυτή έγινε δεκτή, κατά ένα μέρος, ως
ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγόμενη εταιρεία να καταβάλει σε
καθέναν από τους ενάγοντες το χρηματικό ποσό των 144.606 ευρώ.
Ειδικότερα, με την πρωτόδικη απόφαση, μεταξύ των άλλων, που ενδιαφέρουν
στην παρούσα αναιρετική δίκη: 1) απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, ένσταση της
εναγόμενης εταιρείας για το ότι η επίμαχη συμβατική ρήτρα που προέβλεπε,
μετά την καταγγελία, καταβολή αποζημίωσης στους ενάγοντες είναι
αντίθετη στα χρηστά ήθη και ιδίως είναι καταπλεονεκτική, σύμφωνα με τις
διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, στις οποίες η ένσταση αυτή
επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί και 2) έγινε δεκτό ότι η ρήτρα αυτή έχει το
χαρακτήρα ποινικής ρήτρας που θεωρήθηκε ότι είναι δυσανάλογα μεγάλη και,
γι' αυτό, μειώθηκε, κατ' άρθρ. 409 ΑΚ, στο μέτρο που, κατά την κρίση
του δικαστηρίου, αρμόζει, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης της εναγόμενης
εταιρείας, ήτοι στο προαναφερόμενο ποσό των 144.606 ευρώ για κάθε
ενάγοντα, μετ' αφαίρεση συνολικού ποσού 9.240 ευρώ για καθέναν απ'
αυτούς (ποσού που αφορά στην αμοιβή ξενοδοχειακής εξυπηρέτησης που θα
κατέβαλλαν κατ' έτος οι ενάγοντες στην αντίδικό τους, κατά την οικεία
συμφωνία, σε περίπτωση που η μίσθωση θα συνεχιζόταν μέχρι τη συμφωνημένη
λήξη της). Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη εταιρεία άσκησε την από
25-1-2017 έφεση, παραπονούμενη, μεταξύ άλλων, με τον πέμπτο λόγο της,
για το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του,
έσφαλε ως προς τον καθορισμό της μείωσης της ποινικής ρήτρας στο μέτρο
που αρμόζει. Επ' αυτής εκδόθηκε, κατά την ίδια διαδικασία των μισθωτικών
διαφορών, η ήδη πληττόμενη απόφαση. Με την απόφασή του αυτή το
Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αφού προηγουμένως έκρινε ότι 1) η επίδικη
σύμβαση έχει το χαρακτήρα χρονομεριστικής μίσθωσης που παραδεκτά εισήχθη
να εκδικαστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ειδική αυτή διαδικασία
και όχι την τακτική και 2) ορθά το ίδιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη
την ένσταση της εναγομένης για ακυρότητα της ρήτρας της σύμβασης αυτής
για αποζημίωση ως ανήθικης και καταπλεονεκτικής, απορρίπτοντας, ως
αβάσιμους, τους σχετικούς πρώτο και δεύτερο λόγους έφεσης, δέχθηκε, στη
συνέχεια, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα
κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
[...Με βάση τη 1620/22-10-1985 σύμβαση μισθώσεως ακινήτου της
συμβολαιογράφου Πειραιά Αικατερίνης συζ. Γεωργίου Πολιτάκη, που
μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Μάσσητος (Κρανιδίου), η εκκαλούσα
εταιρία, η οποία έχει την εκμετάλλευση του ιδιόκτητου ξενοδοχειακού
συγκροτήματος "PORTO YDRA", που βρίσκεται στην Ερμιόνη Αργολίδας,
εφαρμόζοντας το σύστημα της χρονομεριστικής μίσθωσης, που εξασφάλιζε
στον μισθωτή ένα ξενοδοχειακό διαμέρισμα για θερινές ή χειμερινές
διακοπές για μία ή περισσότερες εβδομάδες κάθε έτους για το χρονικό
διάστημα των ετών της διάρκειάς της, μίσθωσε στον πρώτο ενάγοντα το με
στοιχεία Ξ4-434 ξενοδοχειακό διαμέρισμα - σουίτα δύο δωματίων με μικρή
κουζίνα, κλιματισμό και θέα προς τη θάλασσα του ως άνω ξενοδοχειακού
συγκροτήματος για τις 29η και 30ή εβδομάδα κάθε έτους, για χρονικό
διάστημα εξήντα (60) ετών, από το έτος 1986 μέχρι το έτος 2046. Το
συνολικό μίσθωμα καθορίσθηκε στο ποσό των 1.436.756 δραχμών, το οποίο
και καταβλήθηκε ολοσχερώς από την αρχή της χρονομίσθωσης από τον πρώτο
εφεσίβλητο - χρονομισθωτή. Παράλληλα, ο τελευταίος είχε την υποχρέωση να
καταβάλλει στην εκκαλούσα για κάθε μισθωτικό έτος αμοιβή εξυπηρετήσεως,
η οποία προσδιοριζόταν σε ποσό ίσο με την ισχύουσα κάθε φορά, σύμφωνα
με τις αποφάσεις του EOT, συνολική επιβάρυνση της ντεμί πανσιόν δίκλινου
δωματίου στο ως άνω ξενοδοχείο, για μια διανυκτέρευση, προσαυξημένο
κατά ποσοστό 50%. Ακολούθησε η 21825/29.10.1997 συμβολαιογραφική πράξη
της συμβολαιογράφου Πειραιά Αικατερίνης Γεωργαντά, με βάση την οποία ο
πρώτος εφεσίβλητος μεταβίβασε στην δεύτερη εφεσίβλητη όλα τα δικαιώματα
και υποχρεώσεις που προέρχονται από την προαναφερόμενη μισθωτική
σύμβαση, κατά το μέρος της που αφορά στη μίσθωση του ως άνω
ξενοδοχειακού διαμερίσματος κατά την 30ή εβδομάδα κάθε έτους. Στο άρθρο
18 της ως άνω σύμβασης προβλέφθηκε ότι σε περίπτωση υποβαθμίσεως του
ξενοδοχείου από τον EOT από την Α' κατηγορία, ως και στην περίπτωση που η
μισθώτρια δεν προσφέρει το μίσθιο στο μισθωτή υπό τους αναφερόμενους
όρους στη μισθωτική σύμβαση, τότε ο μισθωτής έχει δικαίωμα καταγγελίας
της συμβάσεως και η εκμισθώτρια υποχρεούται σε αποζημίωση τούτου, όπως
αυτή καθορίζεται στο άρθρο 11 της σύμβασης, κατά το οποίο η αποζημίωση
αυτή ισούται με την επίσημη τιμή ημερήσιας παραμονής στο ξενοδοχειακό
συγκρότημα "......" κατά το χρόνο της καταγγελίας, πολλαπλασιαζόμενο επί
το υπόλοιπο των ημερών παραμονής του μισθωτή μέχρι της συμπληρώσεως της
60ετίας. Η ως άνω σύμβαση χρονομίσθωσης λειτούργησε κανονικά μέχρις
ότου η εκκαλούσα εταιρία με την από 7.2.2012 επιστολή της ανακοίνωσε
στους εφεσίβλητους την αναστολή της λειτουργίας του ξενοδοχείου της, για
λόγους επικείμενης επισκευής του. Ειδικότερα, το ως άνω ξενοδοχειακό
συγκρότημα άρχισε να λειτουργεί από το έτος 1977 και μέχρι το έτος 2010
δεν είχε πραγματοποιηθεί ουσιαστική ανακαίνισή του με συνέπεια ο Ε.Ο.Τ.
με το 3887/1.9.2010 έγγραφό του να πιστοποιεί ότι τούτο διαθέτει μεν τις
υποδομές και που απαιτούνται από το νόμο σε δωμάτια και κοινόχρηστους
χώρους αλλά απαιτείται πλήρης ανακαίνιση όλων των χώρων και
αντικατάσταση του εξοπλισμού, διότι, λόγω παλαιότητας και φθορών,
παρουσιάζει εικόνα κακή και δυσλειτουργική και καλούσε την εκκαλούσα
εταιρία να προβεί στις απαραίτητες εργασίες ανακαίνισης και την
αντικατάσταση του φθαρμένου εξοπλισμού. Οι ίδιες διαπιστώσεις
διατυπώθηκαν και στο επόμενο 5154/24.11.2010 έγγραφο του Ε.Ο.Τ., με την
επισήμανση ότι, σε περίπτωση που εντοπισθεί λειτουργία της ξενοδοχειακής
επιχείρησης χωρίς να έχουν υποβληθεί τα υπολειπόμενα, προβλεπόμενα από
το ν. 3498/2006, δικαιολογητικά, όπως βεβαίωση καλής λειτουργίας
αποχετευτικού συστήματος, έγκριση μελέτης περιβαλλοντικών όρων,
αντίγραφα αδειών λειτουργίας καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος
εντός της ξενοδοχειακής μονάδας, θα προέβαινε στην ανάκληση του ειδικού
σήματος λειτουργίας της. Ενόψει της κατάστασης αυτής η εκκαλούσα, αφού
προέβη σε ανακαίνιση περιορισμένης έκτασης, προκειμένου να δυνηθεί να
λειτουργήσει το έτος 2011, στη συνέχεια, διαπιστώνοντας ότι η συνέχιση
της λειτουργίας της ήταν προβληματική, αποφάσισε να πραγματοποιήσει
πλήρη ανακαίνιση της ξενοδοχειακής μονάδας της κατά το έτος 2012 και από
το Φεβρουάριο του έτους τούτου απέστειλε επιστολές στους πελάτες της,
με τους οποίους είχε συνάψει σύμβαση χρονομεριστικής σύμβασης,
ανακοινώνοντάς τους ότι δεν θα λειτουργήσει κατά την τουριστική σαιζόν
λόγω της ανακαίνισης, παράλληλα δε τους πρόσφερε εναλλακτική λύση για
την φιλοξενία τους για τις διακοπές τους σε άλλα καταλύματα, όπως στα
ξενοδοχεία "....." στη Λέσβο, "......" στη ..... και "....." στην .....,
ή τη δυνατότητα εξαγοράς της χρονομεριστικής σύμβασης, χωρίς ειδικότερο
προσδιορισμό των όρων της εξαγοράς. Μετά πάροδο ενός έτους και ενώ δεν
είχαν πραγματοποιηθεί επισκευαστικές εργασίες στην ξενοδοχειακή μονάδα
της εκκαλούσας, οπότε η τελευταία απέστειλε νέες επιστολές παρόμοιου
τύπου με την προηγούμενη στους πελάτες της, με τους οποίους είχε συνάψει
χρονομεριστική σύμβαση, οι εφεσίβλητοι με την από 7.2.2013 εξώδικη
δήλωση - διαμαρτυρία τους που επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 11.2.2013
δήλωσαν ότι δεν αποδέχονταν καμία από τις προαναφερόμενες προτάσεις της,
με την επίκληση ότι τα προτεινόμενα ως άνω ξενοδοχεία δεν συνέπιπταν
γεωγραφικά και χιλιομετρικά με τη θέση του ξενοδοχείου "....." και ότι
ως εκ τούτου κατήγγειλαν την επίδικη σύμβαση και ζήτησαν την κατάπτωση
της ποινικής ρήτρας. Οι εφεσίβλητοι είχαν το δικαίωμα της καταγγελίας
της σύμβασης, αφού η εκκαλούσα έπαυσε να προσφέρει το συγκεκριμένο
μίσθιο για την υπόλοιπη συμβατική διάρκεια, οι ίδιοι δε δεν είχαν
αναλάβει συμβατικά την υποχρέωση να αποδέχονται οποιαδήποτε προτεινόμενη
από την εκκαλούσα εναλλακτική λύση διαμονής σε άλλο ξενοδοχειακό
κατάλυμα, για οποιοδήποτε λόγο. Η εκκαλούσα υποστήριξε ότι η καταγγελία
των εφεσίβλητων είναι άκυρη σύμφωνα με ρητό συμβατικό όρο, διότι η μη
χρήση του μισθίου καταλύματος από αυτούς κατά τον επίδικο χρόνο
οφείλεται σε λόγους αναγκαίων επισκευών και συντήρησης, η διάρκεια των
οποίων παρατάθηκε για λόγους ανωτέρας βίας, οφειλόμενους στην οικονομική
κρίση της Ελλάδας, γεγονότα που δεν μπορούσαν να ελεγχθούν και
προβλεφθούν από την ίδια κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης.
Ειδικότερα, επικαλείται τις διατάξεις του άρθρου 5 της μισθωτικής
σύμβασης (λανθασμένα στην ένδικη έφεση αναφέρεται το άρθρο 7),
επικεντρώνοντας στο δεύτερο εδάφιο τούτου, σύμφωνα με το οποίο η
εκμισθώτρια δεν θα ευθύνεται έναντι του μισθωτού εάν οι ως άνω
εξυπηρετήσεις διακοπούν λόγω αναγκαίων επισκευών ή συντηρήσεως
οποιασδήποτε εγκαταστάσεως ή συσκευής ή λόγω ανωτέρας βίας ή άλλης
αιτίας μη δυναμένης να προβλεφθεί από την εκμισθώτρια. Η έλλειψη
ευθύνης, όμως, την οποία επικαλείται η εκμισθώτρια, δεν αναφέρεται στην
περίπτωση παύσεως της λειτουργίας της για λόγους επισκευών ή συντηρήσεως
της ξενοδοχειακής μονάδας της, ούτε σε λόγους ανωτέρας βίας, που έχουν
ως αποτέλεσμα την αδυναμία της για παροχή της χρήσης του συγκεκριμένου
ξενοδοχειακού καταλύματος, ανάλογος δε συμβατικός όρος περί απαλλαγής
της από οποιαδήποτε ευθύνη δεν υφίσταται στην επίδικη σύμβαση, ο οποίος
άλλωστε θα ήταν και σε πλήρη αντίθεση με τον προαναφερόμενο συμβατικό
όρο περί υποχρεώσεώς της σε αποζημίωση σε περίπτωση καταγγελίας της
σύμβασης από το μισθωτή είτε εφόσον η ίδια δεν του προσφέρει το μίσθιο,
είτε εφόσον γίνει υποβάθμισή του από τον Ε.Ο.Τ. από την Α' κατηγορία.
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, ο συμβατικός όρος (άρθρο 5), του οποίου η
εκκαλούσα επικαλείται αποσπασματικά μόνο το δεύτερο εδάφιο, στο πρώτο
εδάφιό του αναφέρει ότι ο μισθωτής θα χρησιμοποιεί το διαμέρισμα σαν να
ήταν κανονικός πελάτης του ξενοδοχείου και θα απολαμβάνει όλες τις
ξενοδοχειακές εξυπηρετήσεις, όπως κλιματισμό, φωτισμό, ύδρευση (θερμό -
ψυχρό ύδωρ), αποχέτευση, μουσική, τηλέφωνο, αλλαγή ιματισμού (σεντονιών,
μαξιλαροθηκών, πετσετών, μπουρνουζιών κλπ), καθαρισμό του διαμερίσματος
από τις καμαριέρες (πλην των σκευών κουζίνας και τραπεζαρίας),
εξυπηρέτηση από τη ρεσεψιόν και το τηλεφωνείο. Υπό τα δεδομένα αυτά
καθίσταται προφανές ότι το ακολουθούν δεύτερο εδάφιο του ως άνω άρθρου 5
της σύμβασης, ποιώντας μνεία περί έλλειψης ευθύνης της εκμισθώτριας
έναντι του μισθωτού "εάν οι ως άνω εξυπηρετήσεις διακοπούν...",
αναφέρεται ρητά και σαφώς στην περίπτωση διακοπής των συγκεκριμένων
εξυπηρετήσεων για λόγους αναγκαίων επισκευών ή συντηρήσεων οποιασδήποτε
εγκαταστάσεως ή συσκευής ή για λόγους ανωτέρας βίας ή αιτίας μη
δυναμένης να ελεγχθεί και προβλεφθεί και όχι στην επίδικη περίπτωση
διακοπής της παροχής του μισθίου καταλύματος για οποιοδήποτε λόγο. Κατά
συνέπεια δεν υφίσταται περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της
προκείμενης συμβάσεως χρονομεριστικής σύμβασης, ως αντικείμενης σε
συμβατικό όρο, επί πλέον δε από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε
ακυρότητα της σύμβασης αυτής ως καταχρηστικής, δηλαδή ως υπερβαίνουσας
προφανώς τα όρια που κατά τις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. επιβάλλουν η
καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του
δικαιώματος. Τα περιστατικά που επικαλείται η εκκαλούσα, ότι οι
εφεσίβλητοι δεν αποδέχθηκαν τις εναλλακτικές ως άνω προτάσεις της για
διαμονή τους σε κάποιο από τα προτεινόμενα ξενοδοχεία, ενώ παράλληλα
ουδέποτε επικοινώνησαν μαζί της για την συγκεκριμενοποίηση της πρότασής
της περί εξαγοράς του μεριδίου τους, αλλά αντίθετα επιχείρησαν να
εισπράξουν "εξωπραγματική" αποζημίωση με "επίκληση άκυρων συμβατικών
όρων", δεν αρκούν για να θεμελιώσουν καταχρηστική άσκηση του συμβατικά
προβλεπόμενου δικαιώματος των εφεσίβλητων, καθώς, όπως ήδη εκτέθηκε, οι
τελευταίοι δεν είχαν αναλάβει συμβατική υποχρέωση διαμονής τους σε άλλα
ξενοδοχεία σε περίπτωση αδυναμίας παροχής του συγκεκριμένου
ξενοδοχειακού καταλύματος, ενώ, όντως, τα προτεινόμενα σ' αυτούς
ξενοδοχειακά καταλύματα όχι μόνο βρίσκονταν σε πολύ μακρινότερη περιοχή
από την Αθήνα, όπου διέμεναν αυτοί, αλλά υστερούσαν καταφανώς του
ξενοδοχειακού συγκροτήματος "......", σε κατηγορία, ποιότητα και
παροχές. Επίσης, η καταγγελία έλαβε χώρα από τους εφεσίβλητους όταν
αντιλήφθηκαν ότι η αδυναμία παροχής του συγκεκριμένου μισθίου
καταλύματος εκ μέρους της εκκαλούσας δεν θα ήταν προσωρινή, αλλά θα είχε
μεγάλη διάρκεια, οπότε δεν είχαν συμφέρον να δεχθούν την εξακολούθησή
της με εναλλακτικές λύσεις, γεγονός που επιβεβαιώθηκε, αφού, όπως η ίδια
η εκκαλούσα ομολογεί στην από 25.1.2017 ένδικη έφεσή της (σελίδες 14
και 15), η λειτουργία του ξενοδοχειακού της συγκροτήματος που είχε
ανασταλεί για επισκευές και ανακαίνιση δεν έχει καταστεί εφικτή, καθώς η
ίδια δεν είχε τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει το έργο τούτο, ούτε να
εξεύρει τους απαιτούμενους πόρους για να το πράξει άμεσα. Οπωσδήποτε η
άσκηση του επίδικου δικαιώματος των εφεσίβλητων να επιδιώξουν την
συμβατική αποζημίωσή τους συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για την
εκκαλούσα, το ζήτημα δε αυτό, προκειμένου να κριθεί αν υφίσταται
καταχρηστική άσκησή του, ερευνάται από το Δικαστήριο και αντιμετωπίζεται
σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε
βάρος των εφεσίβλητων από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του
δικαιώματός τους, σε τέτοιο τρόπο ώστε να μη δημιουργείται δυσανάλογη
προς την ωφέλεια των ιδίων επιβάρυνση της υπόχρεης εκκαλούσας..., σε
σχέση όμως πάντοτε και με την προηγούμενη συμπεριφορά της τελευταίας και
τις λοιπές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Είναι γεγονός ότι η
ποινική ρήτρα που καλείται να καταβάλλει η εκκαλούσα στους εφεσίβλητους
ως συμβατική αποζημίωση, υπολογιζόμενη σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ως
άνω συμβατικό όρο 18, σε συνδυασμό με το συμβατικό όρο 11, είναι
ιδιαίτερα υψηλή, όπως θα αναφερθεί αναλυτικά στη συνέχεια, και
συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για την εκκαλούσα, αλλά επαχθείς
συνέπειες υφίστανται και οι εφεσίβλητοι οι οποίοι, ενώ είχαν εξασφαλίσει
τις διακοπές τους με τη διαμονή τους σε πολυτελές ξενοδοχειακό
συγκρότημα μέχρι το έτος 2046, προπληρώνοντας σημαντικό ποσό για τη
χρονική περίοδο καταβολής του (1986), θα αναγκασθούν να καταβάλλουν στο
μέλλον ικανά ποσά για τις διακοπές τους. Οι επαχθείς όμως συνέπειες που
θα υποστεί η εκκαλούσα, ακόμη και αν συγκρινόμενες με εκείνες που θα
υποστούν οι εφεσίβλητοι είναι υπέρτερες, δεν αποτελούν από μόνες τους
ζήτημα ικανό να θεμελιώσει καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των
τελευταίων, πολύ δε περισσότερο που στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται
περί αποζημιώσεως με τη μορφή ποινικής ρήτρας, οπότε οι οποιεσδήποτε
ανισότητες παροχής - αντιπαροχής και των συνεπειών τους μπορούν να
εξισορροπηθούν με τη μείωσή της, στο προσήκον μέτρο, εφόσον θεωρηθεί
υπέρμετρη, αίτημα που άλλωστε υπέβαλε ενιστάμενη η εκκαλούσα. Το
πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι η άσκηση του δικαιώματος των
εφεσίβλητων δεν ήταν άκυρη και καταχρηστική, έστω και με λιγότερες
αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται με την παρούσα απόφαση (άρθρο 534
Κ.Πολ. Δικ.) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις
αποδείξεις, και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι της εφέσεως με τους
οποίους η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα. Στη συνέχεια αποδείχθηκε
ότι από τότε που έλαβε χώρα η καταγγελία της επίδικης χρονομεριστικής
μισθωτικής σύμβασης μέχρι τη συμβατική λήξη της κατά το θέρος του έτους
2046, μεσολαβούν τριάντα τρεις (33) θερινές μισθωτικές εβδομάδες (δύο
τελευταίες του Αυγούστου) για τον καθένα από τους εφεσίβλητους. Σύμφωνα
δε με την με αριθμό πρωτοκόλλου 1243/29.1.2013 βεβαίωση του
Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδας, η επίσημη τιμή ημερήσιας παραμονής
στο ως άνω ξενοδοχείο της εκκαλούσας, κατά την ημερομηνία καταγγελίας
της επίδικης συμβάσεως από τους εφεσίβλητους, για τη συγκεκριμένη σουίτα
που μίσθωναν οι τελευταίοι, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 665 ευρώ
(395 ευρώ για δίκλινο δωμάτιο και 270 ευρώ για το πλεονεκτικό δωμάτιο
των δύο κλινών), οπότε με βάση τους προαναφερόμενους συμβατικούς όρους
(18 σε συνδυασμό με 11) η ποινική ρήτρα που οφείλεται στους ίδιους
ανέρχεται στο ποσό των 153.615 ευρώ για τον καθένα (ημερήσια τιμή 665
ευρώ χ 7 ημέρες = 4.655 ευρώ εβδομαδιαίως χ 33 εβδομάδες). Η εκκαλούσα
με ένστασή της που υποβλήθηκε νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την
καταχώρησή της στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά
δημοσίας συνεδριάσεως τούτου και επαναλαμβανόμενη με τις έγγραφες
προτάσεις της ενώπιον του ίδιου, προέβαλε λόγο απαλλαγής της από
οποιαδήποτε ευθύνη της για την καταβολή της ως άνω ποινικής ρήτρας
(αποζημίωσης) στους εκκαλούντες, επικαλούμενη τις διατάξεις των άρθρων
380 και 388 Α.Κ., με τον ισχυρισμό ότι η πρόσκαιρη αδυναμία της να
παρέχει στους εφεσίβλητους το μίσθιο ξενοδοχειακό κατάλυμα οφείλεται σε
γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, καθώς υπήρξε απρόοπτη μεταβολή των
συνθηκών από τότε που καταρτίσθηκε η επίδικη αμφοτεροβαρής σύμβαση, για
λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, αναφερόμενη
στα γεγονότα της μεταβολής του νομίσματος (από δραχμή σε ευρώ) και της
γνωστής σε όλους οικονομικής κρίσης που έπληξε την Ελλάδα από το έτος
2009, από τη μεταβολή δε αυτή η αποζημίωση που αναφέρεται στο ως άνω
άρθρο 18 της σύμβασης έγινε υπέρμετρα επαχθής για την ίδια. Η ως άνω
ένσταση της εκκαλούσας κατέτεινε στην πλήρη απαλλαγή της εκκαλούσας από
την καταβολή της συμβατικής ποινικής ρήτρας είτε στην αναγωγή της στο
προσήκον μέτρο. Σύμφωνα με το άρθρο 380 Α.Κ., όταν στην αμφοτεροβαρή
σύμβαση η παροχή του ενός συμβαλλομένου γίνει αδύνατη για λόγους που δεν
υπέχει ευθύνη απαλλάσσεται και ο άλλος συμβαλλόμενος από την αντιπαροχή
και την αναζητεί, εφόσον την έχει καταβάλει, με τις διατάξεις του
αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενώ, κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως του
άρθρου 388 Α.Κ., παρέχεται στον καθένα από τους συμβαλλόμενους, σε
αμφοτεροβαρή σύμβαση, το διαπλαστικό δικαίωμα, αν συντρέχουν οι
προϋποθέσεις που αναφέρονται στην ίδια διάταξη, να ζητήσει από το
δικαστήριο να αναγάγει την παροχή "στο μέτρο που αρμόζει και να
αποφασίσει τη λύση της σύμβασης εξολοκλήρου ή κατά το μέρος που δεν έχει
εκτελεσθεί ακόμη". Υπό τα δεδομένα των ως άνω διατάξεων καθίσταται
σαφές ότι η εφαρμογή τους προϋποθέτει υφιστάμενη ενεργή αμφοτεροβαρή
σύμβαση και όχι σύμβαση που έχει ήδη λυθεί, όπως είναι η προκειμένη, της
οποίας η λύση επήλθε με την καταγγελία της εκ μέρους των εφεσίβλητων,
οπότε η επίκλησή τους είναι αλυσιτελής και κατ' ορθή ερμηνεία και
εφαρμογή του νόμου απέρριψε σιωπηρά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την εν
λόγω ένσταση, έστω και χωρίς να διαλάβει αιτιολογία, η οποία
συμπληρώνεται επίσης από την παρούσα απόφαση, απορριπτόμενου ως αβάσιμου
και του λόγου της εφέσεως, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για τη
μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Ακολούθως, από τη διάταξη του άρθρου
409 Α.Κ., κατά την οποία αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα
μεγάλη μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το Δικαστήριο, στο
μέτρο που αρμόζει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 404 και 405
Α.Κ., συνάγεται ότι το δικαστήριο, που κρίνει για το βάσιμο της
ένστασης του οφειλέτη για μείωση της ποινικής ρήτρας ως δυσανάλογα
μεγάλης, δεν λαμβάνει υπόψη του απλώς την ποινή με την αξία της
αντιπαροχής, αλλά συνεκτιμά τα περιστατικά που συντρέχουν σε κάθε
συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή την έκταση της συμβατικής παράβασης του
οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματός του, την ωφέλειά του από τη μη
εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα της αθέτησης,
κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή και, κατά περίπτωση, την
οικονομική κατάσταση των μερών. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη κρίση
του Δικαστηρίου, η συμβατική ποινική ρήτρα στο μέτρο που έχει
διαμορφωθεί είναι σαφώς δυσανάλογα μεγάλη, αφού η εκκαλούσα, η οποία με
την κατάρτιση της σύμβασης είχε λάβει κατά τα έτη 1985 - 1986 από τον
πρώτο εφεσίβλητο το ποσό των 1.436.756 δραχμών, ήδη 4.216,45 ευρώ, ως
μίσθωμα για το συγκεκριμένο μίσθιο δωμάτιο για χρονικό διάστημα δυο
εβδομάδων ετησίως και επί εξήντα (60) έτη και καλείται μετά την
καταγγελία της σύμβασης που έγινε το έτος 2013, δηλαδή μετά πάροδο 27
ετών, να καταβάλει σε καθένα από τους εφεσίβλητους το ποσό των 153.615
ευρώ και συνολικά το κατά 72 περίπου φορές πολλαπλάσιο τούτου ποσό των
307.230 ευρώ, το οποίο είναι υπέρογκο και εντελώς δυσανάλογο με εκείνο
που καταβλήθηκε.
Συνεπώς η συμβατική ποινική ρήτρα πρέπει να μειωθεί στο μέτρο που
αρμόζει αφού ληφθούν υπόψη όχι μόνο η παροχή και αντιπαροχή, αλλά και
όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν παραπάνω. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε,
οι εφεσίβλητοι έκαναν χρήση του ξενοδοχειακού καταλύματος για χρονικό
διάστημα 25 ετών, δηλαδή για ικανό χρονικό διάστημα, και κατήγγειλαν τη
σύμβαση το έτος 2013 και ενώ κατά το έτος 2012 δεν έκαναν χρήση τούτου,
μη επιθυμώντας να ακολουθήσουν τις ως άνω εναλλακτικές λύσεις. Για το
χρονικό διάστημα που απέμενε για να λήξει η συμβατική διάρκεια της
επίδικης μίσθωσης, εφόσον πραγματοποιήσουν διακοπές κατά τα ίδια χρονικά
διαστήματα των δύο τελευταίων εβδομάδων του Αυγούστου, προφανώς θα
υποχρεωθούν να καταβάλουν ξενοδοχειακό μίσθωμα, το οποίο όμως δεν μπορεί
να ανέρχεται σε 4.655 ευρώ εβδομαδιαίως (665 ευρώ χ 7 ημέρες). Τούτο δε
διότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, οι τιμές που
διαμορφώνονται στις ξενοδοχειακές μονάδες, ιδιαίτερα από το έτος 2012,
εντός του οποίου κορυφώθηκε η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, αφού τότε
τέθηκαν σε ισχύ με τους νόμους 4046/2012 (ΦΕΚ Α' 28/14.2.2012) και
4093/2012 (ΦΕΚ Α' 222/12.11.2012) τα αντίστοιχα επονομαζόμενα "Μνημόνιο
II" και "Μνημόνιο III", τα οποία σχεδόν εκμηδένισαν τη ρευστότητα του
καταναλωτικού κοινού -καθώς με τους ως άνω νόμους τέθηκαν σε εφαρμογή
πλήθος ρυθμίσεων εργατικού και φορολογικού δικαίου, με αποτέλεσμα την
αποδυνάμωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών- οι τιμές που
προβλέπονται αντικειμενικά από τους αρμόδιους φορείς για κάθε κατηγορία
ξενοδοχειακών καταλυμάτων δεν ανταποκρίνεται σε εκείνη που συμφωνείται
μεταξύ των συμβαλλόμενων ξενοδόχων και πελατών τους, πολύ δε περισσότερο
όταν τα μίσθια καταλύματα μισθώνονται σε χρόνο πολύ προγενέστερο
εκείνου κατά τον οποίο θα χρησιμοποιηθούν και αφορούν σε αρκετές ημέρες,
δηλαδή στα λεγόμενα "πακέτα", όπως είναι και η συγκεκριμένη περίπτωση
που πρόκειται για μίσθωση καταλύματος μίας ή δύο εβδομάδων. Επί πλέον
αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα αναγκάσθηκε να διακόψει τη λειτουργία της
ξενοδοχειακής μονάδας της, μη έχοντας τη δυνατότητα της πλήρους
ανακαίνισής της, η συνέχιση δε της λειτουργίας της θα οδηγούσε σε
υποβάθμιση της κατηγορίας της, οπότε και πάλι οι εφεσίβλητοι θα είχαν
δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, η αθέτηση δε της συμβατικής
υποχρεώσεώς της περί παροχής του μισθίου καταλύματος στους εφεσίβλητους
για τον υπόλοιπο συμβατικό χρόνο δεν έχει οφέλη για την εκκαλούσα, η
οποία, αν συνέχιζε την λειτουργία της και εκπλήρωνε την παροχή, θα
λάμβανε τουλάχιστον το ποσό των 280 ευρώ εβδομαδιαίως ως αμοιβή
εξυπηρέτησης για τις παρεχόμενες ξενοδοχειακές υπηρεσίες της προς τους
εφεσίβλητους και συνολικά για τις εναπομείνασες 33 εβδομάδες το ποσό των
9.240 ευρώ. Σημειώνεται, επίσης, ότι οι εφεσίβλητοι οπωσδήποτε είχαν
έννομο συμφέρον για τη συνέχιση της μισθωτικής σύμβασης, αλλά και ότι το
ποσό των 4.216,45 ευρώ, κατά το χρόνο που καταβλήθηκε (1986) δεν
αντιστοιχεί ασφαλώς με την αξία που είχε το ίδιο ποσό κατά το χρόνο της
καταγγελίας και μεταγενέστερα, οπότε όμως η αντίστοιχη αξία του
εναπομείναντος μεριδίου των εφεσίβλητων, αφού είχαν κάνει χρήση τούτου
επί 25 έτη, δεν ανερχόταν πλέον στο ποσό των 4.216,45 ευρώ, αλλά ήταν
λίγο μεγαλύτερη από το ήμισυ τούτου. Με βάση τα παραπάνω, το Δικαστήριο
οδηγείται στο συμπέρασμα, ότι η εβδομαδιαία δαπάνη χρήσης καταλύματος σε
ξενοδοχειακό συγκρότημα ανάλογο με εκείνο της εκκαλούσας, όπως η
κατάσταση τούτου είχε διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταγγελίας της
επίδικης σύμβασης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 1.200 ευρώ,
υπολογιζόμενο κατά μέσο όρο σε βάθος, χρόνου 33 εβδομάδων και συνολικά
το ποσό των 39.600 ευρώ. Από αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 9.240
ευρώ που δεν θα καταβάλουν οι εφεσίβλητοι για παροχή ξενοδοχειακών
υπηρεσιών (το ποσό των 1.200 ευρώ καλύπτει όλη τη δαπάνη διαμονής),
οπότε απομένει υπόλοιπο ποσό 30.360 ευρώ, που αποτελεί, κατά τη κρίση
του Δικαστηρίου, το προσήκον μέτρο στο οποίο πρέπει να διαμορφωθεί η
συμβατική ποινική ρήτρα, που οφείλεται σε καθένα από τους
εφεσίβλητους...]. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, κατά
ένα μέρος, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, την από 25-1-2017 έφεση της εναγόμενης
εταιρείας και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη 1491/2016 απόφαση του
Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει διαφορετικά ως προς το
ύψος του ποσού, κατά το οποίο έπρεπε να μειωθεί η ποινική ρήτρα, κράτησε
και δίκασε στην ουσία την υπόθεση, κατά το μέρος τούτο, και δέχθηκε, εν
μέρει, την υπό κρίση, από 25-9-2014, αγωγή, κατά το ποσό των 30.360
ευρώ, στο οποίο, τελικά, μείωσε την ποινική ρήτρα, για κάθε ενάγοντα
ΙΙΙ. Επί της πρώτης, από 3-12-2018, αίτησης αναιρέσεως της "εταιρείας".
Α. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 1652/1986 "Σύμβαση
χρονομεριστικής μίσθωσης...", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, με τη
σύμβαση χρονομεριστικής μίσθωσης, ο εκμισθωτής αναλαμβάνει την υποχρέωση
να παραχωρεί κατ' έτος στο μισθωτή, κατά τη διάρκεια της σύμβασης, τη
χρήση τουριστικού καταλύματος και να παρέχει σ' αυτόν συναφείς υπηρεσίες
για καθορισμένο από τη σύμβαση χρονικό διάστημα και ο μισθωτής να
καταβάλλει το μίσθωμα που συμφωνήθηκε. Ως τουριστικά καταλύματα για την
εφαρμογή του νόμου αυτού νοούνται ξενοδοχειακές μονάδες και γενικά
τουριστικές εγκαταστάσεις που λειτουργούν με άδεια του Ελληνικού
Οργανισμού Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.) και έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου
με απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Ε.Ο.Τ. Η χρονομεριστική μίσθωση
συνομολογείται, για χρονικό διάστημα πέντε (5) [και σύμφωνα με το άρθρο 2
παρ.3 π.δ/τος 182/1999, που στη συνέχεια καταργήθηκε, τριών (3)] έως 60
ετών. Η χρονομεριστική σύμβαση καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο
και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Επίσης, με το άρθρο 5 του ίδιου νόμου,
ορίζεται ότι οι διατάξεις του ΑΚ που αναφέρονται στη μίσθωση πράγματος
εφαρμόζονται και στη χρονομεριστική μίσθωση για θέματα που δεν
ρυθμίζονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού. Από το συνδυασμό των
διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η σύμβαση χρονομεριστικής μίσθωσης είναι
σύμβαση, με την οποία ο εκμισθωτής αναλαμβάνει την υποχρέωση, έναντι
μισθώματος, να παραχωρεί, για μεγάλο χρονικό διάστημα (5-60 έτη), κάθε
χρόνο και για ορισμένο χρονικό διάστημα, στο μισθωτή τη χρήση
τουριστικού καταλύματος και, συνάμα, να του παρέχει και συναφείς
υπηρεσίες. Όπως προκύπτει από τη διατύπωση του εδάφ. α' της παρ. 1,
πρόκειται για ξενοδοχειακή σύμβαση, η οποία συνδυάζει μίσθωση πράγματος
και συναφών υπηρεσιών, με προέχοντα το χαρακτήρα της μίσθωσης πράγματος.
Έτσι, σ' αυτή εφαρμόζονται, συμπληρωματικά, οι διατάξεις για τη μίσθωση
πράγματος των άρθρων 574 επ. ΑΚ, κατά το άρθρο 5 του εν λόγω νόμου. Το
συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο καταρτίζεται η χρονομεριστική
μίσθωση και το οποίο υποβάλλεται σε μεταγραφή, αποτελεί συστατικό τύπο
και η μίσθωση αυτή είναι έγκυρη από τη μεταγραφή του σχετικού συμβολαίου
(ΑΠ 1281/2009). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 591
παρ.2 (που εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου
κατάθεσης, στις 15-10-2014, της ένδικης αγωγής, πριν αντικατασταθεί με
το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν.4335/2015, του οποίου οι διατάξεις,
σύμφωνα με τη λιτή διατύπωση της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 1
άρθρου ένατου παρ. 2 και 4 αυτού, καταλαμβάνουν όσες αγωγές κατατίθενται
κατά την ειδική διαδικασία μετά την 1η-1-2016, όχι, όμως, και τις
προγενέστερες, έστω και αν επιδόθηκαν ή συζητήθηκαν μεταγενέστερα, ακόμη
και αν ενδεχόμενη κλήση για συνέχιση της συζήτησης, π.χ. μετά από
ματαίωση, κατατέθηκε μετά την 1η-1-2016), 159 και 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ
προκύπτει ότι η εκδίκαση υπόθεσης που υπάγεται στην καθ' ύλην
αρμοδιότητα του δικαστηρίου, το οποίο δικάζει με διαδικασία διαφορετική
από εκείνη που ορίζει ο νόμος, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης, διότι η
εκδίκαση της υπόθεσης κατά διαδικασία διαφορετική από την προσήκουσα
(που δεν αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης) δεν συνεπάγεται
ακυρότητα ή απαράδεκτο, εκτός αν δεν εφαρμόστηκε, με βλάβη του διαδίκου,
δικονομικός κανόνας που έπρεπε να εφαρμοστεί και που, προφανώς,
περιέχει ή ευνοϊκότερες για τον εναγόμενο ή αυστηρότερες για τον
ενάγοντα διατάξεις (ΑΠ 1355/2012, ΑΠ 14/2007). Στην παρούσα περίπτωση,
με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, αποδίδει στο Εφετείο
την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και, κατ' εκτίμηση του νοηματικού
περιεχομένου του, από τον αριθμό 14 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι η
υπόθεση εκδικάστηκε (και στα δύο δικαστήρια) με την ειδική διαδικασία
των μισθωτικών διαφορών, ενώ έπρεπε να εκδικαστεί κατά την τακτική
διαδικασία, αφού η διαφορά προέρχεται από χρονομεριστική μίσθωση που δεν
είναι καθαρή σύμβαση μίσθωσης αλλά μικτή. Ο λόγος αυτός είναι,
προεχόντως, απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η εκδίκαση
της υπόθεσης, από το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο, κατά διαδικασία
διαφορετική από την προσήκουσα, δεν συνεπάγεται ακυρότητα ή απαράδεκτο,
εκτός αν δεν εφαρμόστηκε δικονομικός κανόνας που έπρεπε να εφαρμοστεί,
με βλάβη του διαδίκου, γεγονός το οποίο δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα,
η οποία απλώς περιορίζεται να αναφέρει τις ουσιώδεις αποκλίσεις μεταξύ
των δύο αυτών διαδικασιών.
Β. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν
υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή
ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της
διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού
δικαίου, που είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο ή από δικαιοπραξία, είτε
προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου ή από κανόνες δημόσιας τάξης,
το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του
δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά
το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη
γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή
τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού
ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή
κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και
διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς
συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί
καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον
υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη
του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν
πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του
υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε απ' αυτόν, η οποία επάγεται
επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη
συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια
του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον
υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί,
δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του,
αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και
περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγούμενη συμπεριφορά του
δικαιούχου και του υπόχρεου, με βάση τις οποίες και την αδράνεια του
δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος, που επακολουθεί και που τείνει
στην ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί υπό τις πιο πάνω
ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα,
να εξέρχεται από τα όρια που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη. Η αδράνεια
αυτή του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα,
πλην συντομότερο από εκείνο που προβλέπεται στο νόμο για την παραγραφή
του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το
δικαίωμά του αυτό. Το ζήτημα αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο
να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση
και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων), που συνεπάγεται η
άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να
αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί
να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του
δικαιώματός του. Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των
αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα
που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και
ευρυθμία (ΑΠ 1951/2017, ΑΠ 841/2017). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του
δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά
ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και, συνεπώς,
καταχρηστική και απαγορευμένη (ΑΠ Ολομ., 2/2019, 8/2018, 6/2016,
10/2012, 5/2011, 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο
δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί
πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η
κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα
προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και,
επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή,
ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το
δικαστήριο της ουσίας συνιστούν τη νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ
Ολομ. 2/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ.α'
του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού
δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των
δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί,
ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν
εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν
εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία
είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που
το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου
κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο
της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και
ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της
απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν
επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των
αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού
δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1
ΚΠολΔ. Στην ερευνώμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο
αναίρεσης, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδάφ.α'
του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίσταται, κατ' εκτίμηση όσων αναφέρονται στο
αναιρετήριο, στο ότι με την απόφασή του παραβίασε, με εσφαλμένη
ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ,
καθώς και εκείνη του άρθρου 288 του ίδιου Κώδικα, απορρίπτοντας τη
σχετική ένστασή της (του άρθρου 281) με την αιτιολογία που παρατίθεται
στη σκέψη
ΙΙ της παρούσας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί τα επικαλούμενα για
τη συγκρότηση της ένστασης αυτής πραγματικά περιστατικά [δηλαδή ότι οι
αναιρεσίβλητοι - "μισθωτές" δεν αποδέχθηκαν, για τους αναφερόμενους
λόγους, τις εναλλακτικές προτάσεις της για διαμονή τους σε κάποιο από τα
προτεινόμενα ξενοδοχεία και ότι, παράλληλα, δεν επικοινώνησαν μαζί της
για τη συγκεκριμενοποίηση της πρότασής της για εξαγορά του μεριδίου τους
για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της μεταξύ τους σύμβασης
χρονομεριστικής μίσθωσης, αλλά, αντίθετα, κατά κατάχρηση δικαιώματος,
χωρίς να έχουν υποστεί ζημία και έχοντας αποσβέσει, σχεδόν κατά το μισό,
την αξία του χρονομεριδίου τους, κατήγγειλαν τη σύμβαση και, ακολούθως,
άσκησαν την ένδικη αγωγή, ζητώντας "εξωπραγματική αποζημίωση"] δεν
είναι ικανά να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση της αγωγής.
Γ. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, που
αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του
Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού
συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το
πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε, δηλαδή, ο λόγος αυτός
προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού
πορίσματος. Έτσι, παρέπεται ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το
δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης
προστασίας (την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση) ως απαράδεκτη,
αόριστη ή μη νόμιμη ή για άλλο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές
το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να
υπάρξουν ελλέιψεις στην περιγραφή τους (ΑΠ Ολομ. 3/1997, ΑΠ 2004/2017,
ΑΠ 870/2017, ΑΠ 204/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο (και
τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο
559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την
πλημμέλεια ότι στερείται από νόμιμη βάση, διότι περιέχει αντιφατικές,
αλλιώς ασαφείς και, σε κάθε περίπτωση, ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα
που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ότι
απέρριψε, ως μη νόμιμη, την ένστασή της για ακυρότητα, κατ' άρθρ. 178
και 179 ΑΚ, της ρήτρας (για αποζημίωση) της χρονομεριστικής μίσθωσης,
επικυρώνοντας, κατά τούτο, την πρωτόδικη απόφαση, με την αντιφατική,
ασαφή και, πάντως, ανεπαρκή αιτιολογία ότι "...αφενός μεν η προφανής
δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής δεν συνιστά από μόνη της
καταπλεονεκτική δικαιοπραξία, δεδομένου ότι θα πρέπει να συντρέχει
σωρευτικά η εκμετάλλευση της ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του
αντισυμβαλλομένου, αφετέρου δε ότι η κατάρτιση υπερβολικά μεγάλης
ποινικής ρήτρας...δεν συνιστά ανήθικη δικαιοπραξία...". Ο λόγος αυτός
είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο
λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όταν το
δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την ένσταση ως μη νόμιμη, όπως στην
παρούσα περίπτωση (πρβλ. ΑΠ 1355/2012 - ενώ, για το χαρακτηρισμό μιας
σύμβασης ως ανήθικης και καταπλεονεκτικής, βλ. ΑΠ 403/2017, ΑΠ 973/2015,
ΑΠ 547/2015, ΑΠ 151/2015).
Δ. Μετά από αυτά, η πρώτη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να
απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει
η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως
ισχύει). Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να
καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που
κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176,
183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. IV. Eπί
της δεύτερης, από 12-12-2018, αίτησης αναιρέσεως των Σωκράτη Ζυγομαλά
και Ελευθερίας Κάτσανου. Α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ.2
του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε
ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας,
εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο
δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την
απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της
απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων)
και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία
αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη
νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την
πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο
ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού
των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το
αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο
ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο,
το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί
νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί
αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι
στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος
αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε
προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις
εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ. Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές,
για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται
πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν
το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά
γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που
εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση
της υποβολής αυτής (ΑΠ Ολομ. 15/2000, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ
1059/2017, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 386/2017). Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει
να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της
ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή
επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με
βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό
αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην υπό κρίση
περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της
αναίρεσής τους, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,
μέμφονται το Εφετείο ότι παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και
εφαρμογή, αλλά και εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των
άρθρων 361, 404 επ., 409, 173 και 200 ΑΚ, ενώ διέλαβε και αντιφατικές
και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για
το αν εφαρμόστηκαν ορθά οι διατάξεις αυτές και, έτσι, στέρησε την
απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον 1) σε ορισμένα σημεία της
προσβαλλόμενης απόφασής του δέχεται ότι η πιο πάνω ρήτρα της σύμβασης
χρονομεριστικής μισθώσεως έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας και σε άλλα
σημεία της απόφασής του αναφέρει ότι πρόκειται για συμφωνημένη
αποζημίωση κατά τους σχετικούς 11ο και 18ο συμβατικούς όρους και, με τον
τρόπο αυτόν, επέρχεται σύγχυση μεταξύ των εννοιών της αποζημίωσης και
της ποινικής ρήτρας που, βέβαια, δεν ταυτίζονται και 2) εν πάση
περιπτώσει, με το να δεχθεί, τελικά, ότι η αναφερόμενη στη σύμβαση
ειδική συμφωνία για καταβολή της οριζόμενης αποζημίωσης αποτελεί στην
πραγματικότητα συνομολόγηση ποινικής ρήτρας, οπωσδήποτε ερμήνευσε,
σιωπηρά, τους παραπάνω 11ο και 18ο όρους της σύμβασης, χωρίς, όμως, να
καταφύγει, όπως ήταν υποχρεωμένο, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων
173 και 200 ΑΚ. Οι λόγοι αυτοί είναι, κυρίως, απαράδεκτοι. Ειδικότερα,
όπως έχει εκτεθεί στη σκέψη
ΙΙ της παρούσας, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε με την απόφασή του
ότι η επίμαχη συμβατική ρήτρα έχει το χαρακτήρα ποινικής ρήτρας,
προχωρώντας, ακολούθως, στη μείωση αυτής κατ' άρθρ. 409 ΑΚ. Η κρίση αυτή
του δικαστηρίου για το χαρακτήρα της εν λόγω συμβατικής ρήτρας ως
ποινικής δεν προσβλήθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με την
έφεση της εναγόμενης εταιρείας, η οποία παραπονέθηκε μόνο, με τον πέμπτο
λόγο της έφεσής της, για το μη καθορισμό της μείωσης στο μέτρο που,
κατά την άποψή της, αρμόζει, ούτε, εξάλλου, προσβλήθηκε με αντίθετη
έφεση (έστω επικουρική) ή αντέφεση από τους ενάγοντες και ήδη
αναιρεσείοντες. Κατά συνέπεια, εφόσον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (το
οποίο, πάντως, δέχθηκε, ρητά - και ιδίως στο 4ο φύλλο, β' όψη της
απόφασής του, αλλά και όπως προκύπτει και από το όλο περιεχόμενό της -
ότι η παραπάνω ρήτρα έχει το χαρακτήρα ποινικής) δεν προβλήθηκε από τους
αναιρεσείοντες, παραδεκτά και νόμιμα, ούτε, σε κάθε περίπτωση, και με
τις (εφετειακές), από 16-2-2018, προτάσεις τους, ως εφεσιβλήτων,
αντίθετος ισχυρισμός για το ότι εσφαλμένα η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε
ότι πρόκειται για ποινική ρήτρα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος
αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για εσφαλμένη κρίση του Εφετείου ως
προς το ζήτημα αυτό. Άλλωστε, "αποζημιωτικές ρήτρες" ή "ρήτρες κατ'
αποκοπή αποζημίωσης", όπως χαρακτηρίζονται αυτές με τις οποίες τα μέρη
επιχειρούν να προκαθορίσουν την οφειλόμενη αποζημίωση για την περίπτωση
που δεν εκπληρωθεί η σύμβαση, ήτοι η αποζημίωση αυτή ορίζεται ως ένας εκ
των προτέρων αφηρημένος υπολογισμός του ύψους της ζημίας και,
συνακόλουθα, της αποζημίωσης που θα προκύψει και αντίστοιχα θα οφείλεται
σε περίπτωση μελλοντικής και ενδεχόμενης αθέτησης συμβατικής
υποχρέωσης, χωρίς δικαίωμα ανταπόδειξης του οφειλέτη (ρήτρες απόλυτης
δεσμευτικότητας), ως αντίθετες στις διατάξεις των άρθρων 3 και 298 ΑΚ,
δεν συνιστούν τίποτε άλλο, παρά την ποινική ρήτρα των άρθρων 404 επ. ΑΚ
(ΑΠ 845/2019, ΑΠ 2049/2017).
Β. Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 404 επ. ΑΚ σύμβαση
γνήσιας ποινικής ρήτρας, με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται
στον άλλο ότι, αν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την
οφειλόμενη σ' αυτόν παροχή από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ένα
χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο, αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία. Δηλαδή, στη
γνήσια ποινική ρήτρα υπάρχει κύρια ενοχική υποχρέωση, την εκπλήρωση της
οποίας ασφαλίζει η ποινική ρήτρα. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου
405 ΑΚ, "η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να
εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία. Η κατάπτωση της
ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμία ζημία".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ, "αν η ποινή που συμφωνήθηκε
είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από
το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει". Από
τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για τη μόρφωση
της δικαστικής του κρίσης σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου
της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του
"μέτρου που αρμόζει", λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που σε κάθε
συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν και ιδίως το μέγεθος της ποινής σε
σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική
κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή που επλήγησαν από την
αθέτηση της σύμβασης, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη,
το βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από τη μη
εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε
δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή. Οι τυχόν μεταβαλλόμενες συνθήκες,
μετά τη συνομολόγηση της ποινικής ρήτρας, που μπορεί να έχουν επίπτωση
στο δυσανάλογο, θα πρέπει, επίσης, να ληφθούν υπόψη (πρβλ. και άρθρ. 388
και 288 ΑΚ). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται, κατά το
άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για την ορθή υπαγωγή στα παραπάνω
κριτήρια του άρθρου 409 ΑΚ των περιστατικών που έγιναν, ανελέγκτως,
δεκτά. Δεν ελέγχεται, όμως, ο προσδιορισμός του ποσού κατά το οποίο
κρίθηκε ότι πρέπει να μειωθεί η ποινική ρήτρα (ΑΠ 892/2019, ΑΠ 981/2018,
ΑΠ 869/2017, ΑΠ 98/2017), ούτε και για παραβίαση της αρχής της
αναλογικότητας (ΑΠ 892/2019). Για τη σχετική κρίση του δικαστηρίου,
λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος έκδοσης της οριστικής απόφασης του
πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δηλαδή της συζήτησης, μετά την οποία αυτή
εκδόθηκε, ανεξάρτητα από το αν, κατά τις περιστάσεις, λαμβάνονται υπόψη
περιστατικά, αναγόμενα σε προγενέστερο χρόνο (ΑΠ 869/2017, ΑΠ 1439/2012,
ΑΠ 605/2010). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ,
αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν
έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε
ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη
αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του
Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην
ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου
πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν
καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του
εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που
απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν
μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη
αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και
ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται
απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα
κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες
το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να
εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή
γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται
με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις
οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν
"αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του
άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για
αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος
αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και
διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς
ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Στην
εξεταζόμενη περίπτωση, το Εφετείο, αναφορικά με το κεφάλαιο μείωσης της
ποινικής ρήτρας, αφού προηγουμένως έκρινε ότι η ρήτρα αυτή είναι
δυσανάλογα μεγάλη, στη συνέχεια, προέβη στη μείωσή της, με την
αιτιολογία που έχει παρατεθεί στη σκέψη
ΙΙ της παρούσας. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην
απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς την εξειδίκευση του
περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης
ποινής" και του προσήκοντος μέτρου της ποινής ("στο μέτρο που αρμόζει"),
εξαιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς
την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 409 ΑΚ. Ειδικότερα, το
Εφετείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του: α) δεν διευκρινίζει ποίο
χρόνο έλαβε υπόψη για να προσδιορίσει το "δυσανάλογα μεγάλο" της
ποινικής ρήτρας και, συνακόλουθα, δεν αποσαφηνίζει αν οι συνθήκες (ιδίως
οικονομικές), κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο της (πρώτης)
συζήτησης της αγωγής που έπρεπε να ληφθεί υπόψη για να προσδιοριστεί αν η
συμφωνημένη ποινή είναι ή όχι "δυσανάλογα μεγάλη", ήταν ίδιες με
εκείνες του χρόνου που συνομολογήθηκε η ποινική ρήτρα, αλλά περιορίζεται
να αναφέρει γενικόλογα την οικονομική κρίση "...ιδιαίτερα από το έτος
2012", β) δεν διέλαβε πραγματικά περιστατικά για την οικονομική
κατάσταση των διαδίκων μερών και γ) δεν εξειδικεύεται η έκταση της
παράβασης της συμβατικής υποχρέωσης της εκμισθώτριας εταιρείας, αλλά και
ο βαθμός του πταίσματός της, αν ληφθεί υπόψη και η υποχρέωσή της, κατ'
άρθρ. 575 ΑΚ, να διατηρεί κατάλληλο το μίσθιο για τη συμφωνημένη χρήση
σ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης
αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο
αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης
βάσης, εξαιτίας ανεπαρκούς αιτιολογίας, είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η
έρευνα των υπόλοιπων τέταρτου έως και όγδοου λόγων της αναίρεσης, από
τους αριθμούς 1 και 8 εδάφ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στο
ίδιο κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης, καθώς η αναιρετική εμβέλεια του
τρίτου λόγου, που έγινε δεκτός, καταλαμβάνει το κεφάλαιο τούτο και
καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λόγων αυτών που διατυπώνονται με την
ερευνώμενη αίτηση αναίρεσης και οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα (εξαφάνιση
της πληττόμενης απόφασης, ως προς το κεφάλαιο της μείωσης της ποινικής
ρήτρας).
Γ. Μετά από αυτά, αφού η δεύτερη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή,
κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του τρίτου λόγου της, πρέπει να αναιρεθεί η
προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που προεκτέθηκε και,
ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το
αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η
σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως
(άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του
παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, σε αυτούς (άρθρο 495
παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε στη
δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των
αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο
αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται
στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 3 Δεκεμβρίου 2018 (με
αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 901/3-12-2018) και από 12 Δεκεμβρίου
2018 (με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 19/9-1-2019) αιτήσεις για
αναίρεση της 4625/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την πρώτη, από 3-12-2018, αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "......".
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.
.
Δέχεται τη δεύτερη, από 12-12-2018, αίτηση αναίρεσης των 1) Σ. Ηλ. Ζ. και 2) Ε.ς . Κ.
Αναιρεί την 4625/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών,
ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο
κεφάλαιο, στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από
άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μα?ου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 17 της 597/2020 πολιτικής απόφασης
του Αρείου Πάγου Σελίδα 2 της 597/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου
Πάγου Σελίδα 33 της 597/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου