Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

Αποζημίωση επιβατών σε περίπτωση μεγάλης καθυστέρησης ή ματαίωσης πτήσης - Αίτημα εκφρασμένο σε εθνικό νόμισμα Δικαστήριο ΕΕ: Οι επιβάτες μπορούν να αξιώσουν την προβλεπόμενη από το δίκαιο της ΕΕ αποζημίωση στο εθνικό νόμισμα του τόπου κατοικίας τους

 

Αποζημίωση επιβατών σε περίπτωση μεγάλης καθυστέρησης ή ματαίωσης πτήσης - Αίτημα εκφρασμένο σε εθνικό νόμισμα

Δικαστήριο ΕΕ: Οι επιβάτες μπορούν να αξιώσουν την προβλεπόμενη από το δίκαιο της ΕΕ αποζημίωση στο εθνικό νόμισμα του τόπου κατοικίας τους...

Με τη δημοσιευθείσα στις 3-09-2020 απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αποφάνθηκε ότι οι επιβάτες των οποίων η πτήση ματαιώθηκε ή είχε μεγάλη καθυστέρηση μπορούν να αξιώσουν την αποζημίωση που προβλέπεται από τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 261/2004 [κανονισμός για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης] εκφρασμένη στο εθνικό νόμισμα του τόπου κατοικίας τους. 

Επιπλέον, σύμφωνα με το ΔΕΕ,  ο αποκλεισμός της δυνατότητας του επιβάτη που έχει δικαίωμα αποζημίωσης βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 261/2004 να αξιώσει την καταβολή του ποσού της αποζημίωσης αυτής στο εθνικό νόμισμα που αποτελεί νόμιμο χρήμα στον τόπο της κατοικίας του δεν είναι συμβατός προς την απαίτηση ευρείας ερμηνείας των δικαιωμάτων των επιβατών αεροπορικών μεταφορών που αφορά ο εν λόγω κανονισμός, καθώς και προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης των ζημιωθέντων επιβατών και των δικαιοδόχων τους.

Ιστορικό της υπόθεσης

Η Χ είχε επιβεβαιωμένη κράτηση στην αεροπορική εταιρία Smartwings Poland, πρώην Travel Service, με έδρα τη Βαρσοβία (Πολωνία), για πτήση που της παρείχε τη δυνατότητα να μεταβεί από την πόλη Α, ευρισκόμενη σε τρίτη χώρα, στην πόλη Β, εντός της Πολωνίας. Στις 23 Ιουλίου 2017, η Χ εμφανίστηκε εγκαίρως στον έλεγχο των εισιτηρίων. Η πτήση καθυστέρησε περισσότερο από τρεις ώρες. Δεν διαπιστώθηκε ότι η Χ έλαβε στην τρίτη χώρα αναχωρήσεως ανταλλάγματα ή αποζημίωση ή ότι έτυχε βοήθειας, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 261/2004.

Η X, η οποία είχε δικαίωμα να αξιώσει αποζημίωση ύψους 400 ευρώ βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, εκχώρησε την απαίτησή της στην εδρεύουσα στη Βαρσοβία εταιρία Delfly. Στη συνέχεια, η Delfly προσέφυγε ενώπιον του Sąd Rejonowy dla m. st. Warszawy XV Wydział Gospodarczy (πρωτοβάθμιο επαρχιακό δικαστήριο Βαρσοβίας, δέκατο πέμπτο τμήμα αρμόδιο επί οικονομικών υποθέσεων, Πολωνία) ζητώντας να υποχρεωθεί η Smartwings Poland, πρώην Travel Service, να της καταβάλει το ποσό των 1.698,64 PLN, το οποίο, σύμφωνα με τη συναλλαγματική ισοτιμία της Εθνικής Τράπεζας της Πολωνίας η οποία ίσχυε κατά την ημερομηνία άσκησης της αγωγής αποζημιώσεως, αντιστοιχούσε σε 400 ευρώ. Από τις διευκρινίσεις που παρέσχε το δικαστήριο αυτό προκύπτει ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του πολωνικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι διαφορές που συνδέονται με συμβατικές ενοχές εξετάζονται υποχρεωτικώς κατά την αποκαλούμενη «απλουστευμένη» διαδικασία, όταν το επίδικο ποσό δεν υπερβαίνει τα 20.000 PLN (περίπου 4.487 ευρώ).

Η Smartwings Poland, πρώην Travel Service, ζήτησε την απόρριψη της αγωγής αποζημίωσης με την αιτιολογία, μεταξύ άλλων, ότι η σχετική αξίωση εκφράστηκε, αντιθέτως προς τις επιταγές του εθνικού δικαίου, σε εσφαλμένο νόμισμα, ήτοι σε πολωνικά ζλότι (PLN) και όχι σε ευρώ. Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι, στο πλαίσιο της αποκαλούμενης «απλουστευμένης» διαδικασίας, ο πολωνικός Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας δεν προβλέπει καμία δυνατότητα μεταβολής της αγωγής. Κατά την άποψη του εν λόγω δικαστηρίου, η τροποποίηση του νομίσματος στο οποίο εκφράζεται η αξίωση πρέπει να θεωρηθεί ως μεταβολή της αγωγής.

Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι ο πολωνικός νόμος περί Αστικού Κώδικα, της 23ης Απριλίου 1964, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, ερμηνεύθηκε από το Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο, Πολωνία) με την απόφασή του της 16ης Μαΐου 2012 στην υπόθεση III CSK 273/11. Εκθέτει ότι η επίμαχη στην υπόθεση αυτή απαίτηση ήταν εκπεφρασμένη σε αλλοδαπό νόμισμα και ότι οι διάδικοι δεν είχαν συμφωνήσει ως προς τη δυνατότητα μετατροπής της σε πολωνικά ζλότι (PLN). Στο μέτρο που ο οφειλέτης δεν είχε επιλέξει να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό στο πολωνικό νόμισμα και δεν υπήρχε σχετική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, το Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο) έκρινε ότι ο δανειστής μπορούσε να αξιώσει την καταβολή μόνο σε αλλοδαπό νόμισμα. Κατά το εν λόγω Ανώτατο Δικαστήριο, μόνον ο οφειλέτης δικαιούται να επιλέξει το νόμισμα στο οποίο θα εκπληρώσει την παροχή του, τόσο στην περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης εκπληρώνει την παροχή εμπρόθεσμα, όσο και στην περίπτωση που περιέρχεται σε απλή καθυστέρηση ή υπερημερία. Σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη κατά την εκπλήρωση παροχής που έχει ως αντικείμενο χρηματικό ποσό εκπεφρασμένο σε αλλοδαπό νόμισμα, ο δανειστής έχει μόνον το δικαίωμα να επιλέξει την εφαρμοστέα συναλλαγματική ισοτιμία. Επιπλέον, το δικαίωμα του δανειστή να επιλέξει τη συναλλαγματική ισοτιμία υφίσταται μόνον εφόσον ο οφειλέτης έχει επιλέξει το πολωνικό νόμισμα.

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι από την απόφαση αυτή απορρέει νομολογία κατ’ εφαρμογήν της οποίας τα εθνικά δικαστήρια απορρίπτουν αγωγές αποζημίωσης για τις συνέπειες της καθυστέρησης πτήσης στις οποίες η αξίωση προβάλλεται σε εθνικό νόμισμα, ενώ η απαίτηση είναι εκπεφρασμένη σε αλλοδαπό νόμισμα. Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι ο δικαστής αδυνατεί να αποφανθεί σε μια τέτοια περίπτωση, λόγω της απαγόρευσης που του επιβάλλει ο πολωνικός Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας να κρίνει επί αξιώσεως που δεν έχει υποβληθεί στην κρίση του.

Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου απορρέουν από το γεγονός ότι οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 261/2004 δεν ερμηνεύονται κατά τρόπο ομοιόμορφο από τα πολωνικά δικαστήρια όσον αφορά τις λύσεις που πρέπει να δοθούν στις διαφορές στις οποίες ο ενάγων ζητεί αποζημίωση, εκφρασμένη σε εθνικό νόμισμα, για τη ζημία που υπέστη λόγω της καθυστέρησης πτήσης.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sąd Rejonowy dla m. st. Warszawy XV Wydział Gospodarczy (πρωτοβάθμιο επαρχιακό δικαστήριο Βαρσοβίας, δέκατο πέμπτο τμήμα αρμόδιο επί οικονομικών υποθέσεων, Πολωνία) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να ζητήσει, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινιστεί αν ο κανονισμός (ΕΚ) 261/2004, και ιδίως το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, έχει την έννοια ότι ο επιβάτης, του οποίου η πτήση ματαιώθηκε ή καθυστέρησε σημαντικά, ή ο δικαιοδόχος του μπορεί να αξιώσει την καταβολή του ποσού της αποζημίωσης που προβλέπει η διάταξη αυτή στο εθνικό νόμισμα που αποτελεί νόμιμο χρήμα στον τόπο της κατοικίας του και, επομένως, αν η εν λόγω διάταξη αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση ή νομολογιακή πρακτική κράτους μέλους, η οποία προβλέπει ότι η σχετική αγωγή που ασκεί ο εν λόγω επιβάτης ή ο δικαιοδόχος του θα απορριφθεί για τον λόγο και μόνον ότι ο ενάγων εξέφρασε το αγωγικό αίτημα στο εθνικό αυτό νόμισμα.

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Με την απόφασή του αυτή, το Δικαστήριο, καταρχάς, επεσήμανε ότι ο κύριος σκοπός τον οποίο επιδιώκει ο κανονισμός (ΕΚ) 261/2004 είναι η εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του επιβατικού κοινού. Συνακόλουθα, οι διατάξεις που παρέχουν δικαιώματα στους επιβάτες αεροπορικών μεταφορών πρέπει να ερμηνεύονται ευρέως. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η εξάρτηση του δικαιώματος αποζημίωσης για τις ζημίες αυτές από την προϋπόθεση να καταβάλλεται η οφειλόμενη αποζημίωση στον ζημιωθέντα επιβάτη σε ευρώ, αποκλειομένου οποιουδήποτε άλλου εθνικού νομίσματος, συνεπάγεται περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος αυτού και αντιβαίνει, ως εκ τούτου, στην απαίτηση ευρείας ερμηνείας.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο τόνισε ότι ο κανονισμός (ΕΚ) 261/2004 εφαρμόζεται στους επιβάτες, χωρίς να πραγματοποιεί διακρίσεις μεταξύ τους λόγω ιθαγένειας ή τόπου κατοικίας, δεδομένου ότι το αποφασιστικό κριτήριο είναι ο τόπος όπου βρίσκεται το αεροδρόμιο αναχώρησης των επιβατών. Ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρείται ότι όλοι οι επιβάτες που έχουν δικαίωμα αποζημίωσης βρίσκονται σε παρόμοιες καταστάσεις, στο μέτρο που η προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό αποκατάσταση της ζημίας εξασφαλίζεται σε όλους, τούτο δε κατά τρόπο τυποποιημένο και άμεσο.

Συνεπώς, η επιβολή προϋπόθεσης βάσει της οποίας το ποσό της προβλεπόμενης στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 261/2004 αποζημίωσης, την οποία αξιώνει ο ζημιωθείς επιβάτης ή ο δικαιοδόχος του, δύναται να καταβληθεί μόνο σε ευρώ, αποκλειομένου του νομίσματος που αποτελεί νόμιμο χρήμα σε κράτος μέλος το οποίο δεν ανήκει στη ζώνη του ευρώ, είναι ικανή να οδηγήσει σε διαφορετική μεταχείριση των ζημιωθέντων επιβατών ή των δικαιοδόχων τους, χωρίς να μπορεί να προβληθεί κανένας αντικειμενικός λόγος προς δικαιολόγηση της διαφορετικής αυτής μεταχείρισης.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο αποκλεισμός της δυνατότητας του επιβάτη που έχει δικαίωμα αποζημίωσης βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 261/2004 να αξιώσει την καταβολή του ποσού της αποζημίωσης αυτής στο εθνικό νόμισμα που αποτελεί νόμιμο χρήμα στον τόπο της κατοικίας του δεν είναι συμβατός προς την απαίτηση ευρείας ερμηνείας των δικαιωμάτων των επιβατών αεροπορικών μεταφορών που αφορά ο εν λόγω κανονισμός, καθώς και προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης των ζημιωθέντων επιβατών και των δικαιοδόχων τους.

Τέλος, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η καταβολή του ποσού της οφειλόμενης αποζημίωσης στο εθνικό νόμισμα που αποτελεί νόμιμο χρήμα στον τόπο κατοικίας των ενδιαφερόμενων επιβατών προϋποθέτει κατ’ ανάγκην μετατροπή του ευρώ προς το νόμισμα αυτό. Συναφώς, δεδομένου ότι ο κανονισμός 261/2004 δεν περιέχει καμία σχετική ένδειξη, οι λεπτομέρειες της πράξης μετατροπής, συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού της εφαρμοστέας προς τούτο συναλλαγματικής ισοτιμίας, εξακολουθούν να διέπονται από το εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών, τηρουμένων των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.

Εκ των ανωτέρω, το Δικαστήριο κατέληξε ότι ο επιβάτης, του οποίου η πτήση ματαιώθηκε ή καθυστέρησε σημαντικά, ή ο δικαιοδόχος του μπορεί να αξιώσει την καταβολή του ποσού της αποζημίωσης που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 261/2004  στο εθνικό νόμισμα που αποτελεί νόμιμο χρήμα στον τόπο της κατοικίας του και, επομένως, η εν λόγω διάταξη αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση ή νομολογιακή πρακτική κράτους μέλους η οποία προβλέπει ότι η σχετική αγωγή που ασκεί ο εν λόγω επιβάτης ή ο δικαιοδόχος του θα απορριφθεί για τον λόγο και μόνον ότι ο ενάγων εξέφρασε το αγωγικό αίτημα στο εθνικό αυτό νόμισμα.

Γίνεται υπόμνηση ότι η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.

Lawspot.gr

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)

της 3ης Σεπτεμβρίου 2020 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Αεροπορικές μεταφορές – Κανονισμός (ΕΚ) 261/2004 – Άρθρο 7 – Δικαίωμα αποζημίωσης σε περίπτωση καθυστέρησης ή ματαίωσης πτήσης – Τρόπος αποζημίωσης – Αίτημα εκφρασμένο σε εθνικό νόμισμα – Εθνική διάταξη που απαγορεύει την επιλογή του νομίσματος από τον δανειστή»

Στην υπόθεση C‑356/19,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Sąd Rejonowy dla m. st. Warszawy XV Wydział Gospodarczy (πρωτοβάθμιο επαρχιακό δικαστήριο Βαρσοβίας, δέκατο πέμπτο τμήμα αρμόδιο επί οικονομικών υποθέσεων, Πολωνία) με απόφαση της 16ης Απριλίου 2019, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Μαΐου 2019, στο πλαίσιο της δίκης

Delfly sp. z o.o.

κατά

Smartwings Poland sp. z o.o., πρώην Travel Service Polska sp. z o.o.,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),

συγκείμενο από τους L.S. Rossi, πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský (εισηγητή) και F. Biltgen, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Pikamäe

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Delfly sp. z o.o., εκπροσωπούμενη από τον J. Pruszyński, adwokat,

–        η Smartwings Poland sp. z o.o., πρώην Travel Service Polska sp. z o.o., εκπροσωπούμενη από τον M. Skrzypek, adwokat,

–        η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις B. Sasinowska και N. Yerrell,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 261/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 295/91 (ΕΕ 2004, L 46, σ. 1 και διορθωτικό ΕΕ 2018, L 081, σ. 85).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Delfly sp. z o.o. και της Smartwings Poland sp. z o.o., πρώην Travel Service sp. z o.o., εταιρίας αερομεταφορών, σχετικά με αγωγή αποζημίωσης βάσει του κανονισμού 261/2004.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Η αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού 261/2004 έχει ως εξής:

«Η ανάληψη δράσης από την [Ευρωπαϊκή Ένωση] στο πεδίο των αερομεταφορών θα πρέπει να αποβλέπει, μεταξύ άλλων, στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του επιβατικού κοινού. Θα πρέπει εξάλλου να ληφθούν πλήρως υπόψη οι απαιτήσεις προστασίας των καταναλωτών.»

4        Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τα ακόλουθα:

«Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται:

α)      στους επιβάτες που αναχωρούν από αερολιμένα στο έδαφος κράτους μέλους στο οποίο εφαρμόζεται η συνθήκη·

β)      στους επιβάτες που αναχωρούν από αερολιμένα στο έδαφος τρίτης χώρας με προορισμό αερολιμένα στο έδαφος κράτους μέλους στο οποίο εφαρμόζεται η συνθήκη, εκτός αν έχουν λάβει ανταλλάγματα ή αποζημίωση και τύχει βοήθειας στην εν λόγω τρίτη χώρα, και εφόσον ο πραγματικός αερομεταφορέας της συγκεκριμένης πτήσης είναι κοινοτικός αερομεταφορέας.»

5        Το άρθρο 7 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα αποζημίωσης», προβλέπει τα εξής:

«1.      Όταν γίνεται παραπομπή στο παρόν άρθρο, ο επιβάτης λαμβάνει αποζημίωση ύψους:

α)      250 ευρώ για όλες τις πτήσεις έως και 1 500 χιλιομέτρων·

β)      400 ευρώ για όλες τις ενδοκοινοτικές πτήσεις άνω των 1 500 χιλιομέτρων και όλες τις άλλες πτήσεις μεταξύ 1 500 και 3 500 χιλιομέτρων·

γ)      600 ευρώ για όλες τις πτήσεις που δεν εμπίπτουν στα στοιχεία α) ή β).

Για τον προσδιορισμό της σχετικής απόστασης, λαμβάνεται ως βάση ο τελευταίος προορισμός στον οποίο ο επιβάτης θα φθάσει καθυστερημένα μετά την προγραμματισμένη ώρα εξαιτίας της άρνησης επιβίβασης ή της ματαίωσης.

[...]

3.      Η αποζημίωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 καταβάλλεται σε ρευστό, με ηλεκτρονικό τραπεζικό έμβασμα, με τραπεζική εντολή ή επιταγή, ή, εφόσον συμφωνήσει ενυπογράφως ο επιβάτης, με ταξιδιωτικά κουπόνια (voucher) ή/και άλλες υπηρεσίες.

[...]»

 Το πολωνικό δίκαιο

 Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας

6        Το άρθρο 321 του ustawa Kodeks postępowania cywilnego (νόμου περί Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), της 17ης Νοεμβρίου 1964, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης (στο εξής: Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας), ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει επί αξιώσεως που δεν έχει υποβληθεί στην κρίση του, ούτε να αποφανθεί πέραν των αιτημάτων (ultra petita).

7        Το άρθρο 5051, παράγραφος 1, του κώδικα αυτού, το οποίο διέπει την απλουστευμένη διαδικασία, ορίζει ότι η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται στις αξιώσεις που απορρέουν από συμβάσεις, όταν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς δεν υπερβαίνει τα 20 000 [πολωνικά ζλότι (PLN) (περίπου 4 487 ευρώ)] και, όσον αφορά τις αξιώσεις που απορρέουν από εγγύηση, από εγγύηση ποιότητας ή από έλλειψη συμμόρφωσης των πωλούμενων σε καταναλωτές αγαθών με τη σύμβαση, όταν η αξία του αντικειμένου της σύμβασης δεν υπερβαίνει το εν λόγω ποσό.

8        Το άρθρο 5054, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του εν λόγω κώδικα έχει ως εξής:

«Κάθε μεταβολή της αγωγής είναι απαράδεκτη.»

 Ο νόμος περί Αστικού Κώδικα

9        Το άρθρο 358 του ustawa Kodeks cywilny (νόμου περί Αστικού Κώδικα), της 23ης Απριλίου 1964, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης (Dz. U. του 2018, θέση 1025), προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.      Όταν η υποχρέωση που πρέπει να εκπληρωθεί στο έδαφος της Δημοκρατίας της Πολωνίας έχει ως αντικείμενο την παροχή χρηματικού ποσού που εκφράζεται σε ξένο νόμισμα, ο οφειλέτης δύναται να την εκπληρώσει σε πολωνικό νόμισμα, εκτός εάν ο νόμος ή δικαστική απόφαση που αποτελεί την πηγή της υποχρέωσης ή δικαιοπραξία ορίζουν ότι η εκπλήρωση πραγματοποιείται μόνο σε ξένο νόμισμα.

2.      Η αξία του ξένου νομίσματος καθορίζεται σύμφωνα με τη μέση συναλλαγματική ισοτιμία που ανακοινώνεται από την Εθνική Τράπεζα της Πολωνίας, κατά την ημερομηνία κατά την οποία η αξίωση καθίσταται απαιτητή, εκτός αν νόμος, δικαστική απόφαση ή δικαιοπραξία ορίζουν διαφορετικά.

3.      Εφόσον ο οφειλέτης καθυστερεί την εκπλήρωση, ο πιστωτής μπορεί να την απαιτήσει στο πολωνικό νόμισμα σύμφωνα με τη μέση συναλλαγματική ισοτιμία που ανακοινώνεται από την Εθνική Τράπεζα της Πολωνίας κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης της καταβολής.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

10      Η Χ είχε επιβεβαιωμένη κράτηση στην αεροπορική εταιρία Smartwings Poland, πρώην Travel Service, με έδρα τη Βαρσοβία (Πολωνία), για πτήση που της παρείχε τη δυνατότητα να μεταβεί από την πόλη Α, ευρισκόμενη σε τρίτη χώρα, στην πόλη Β, εντός της Πολωνίας. Στις 23 Ιουλίου 2017, η Χ εμφανίστηκε εγκαίρως στον έλεγχο των εισιτηρίων. Η πτήση καθυστέρησε περισσότερο από τρεις ώρες. Δεν διαπιστώθηκε ότι η Χ έλαβε στην τρίτη χώρα αναχωρήσεως ανταλλάγματα ή αποζημίωση ή ότι έτυχε βοήθειας, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 261/2004.

11      Η X, η οποία είχε δικαίωμα να αξιώσει αποζημίωση ύψους 400 ευρώ βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, εκχώρησε την απαίτησή της στην εδρεύουσα στη Βαρσοβία εταιρία Delfly. Στη συνέχεια, η Delfly προσέφυγε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ζητώντας να υποχρεωθεί η Smartwings Poland, πρώην Travel Service, να της καταβάλει το ποσό των 1 698,64 PLN, το οποίο, σύμφωνα με τη συναλλαγματική ισοτιμία της Εθνικής Τράπεζας της Πολωνίας η οποία ίσχυε κατά την ημερομηνία άσκησης της αγωγής αποζημιώσεως, αντιστοιχούσε σε 400 ευρώ. Από τις διευκρινίσεις που παρέσχε το δικαστήριο αυτό προκύπτει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5051 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι διαφορές που συνδέονται με συμβατικές ενοχές εξετάζονται υποχρεωτικώς κατά την αποκαλούμενη «απλουστευμένη» διαδικασία, όταν το επίδικο ποσό δεν υπερβαίνει τα 20 000 PLN (περίπου 4 487 ευρώ).

12      Η Smartwings Poland, πρώην Travel Service, ζήτησε την απόρριψη της αγωγής αποζημίωσης με την αιτιολογία, μεταξύ άλλων, ότι η σχετική αξίωση εκφράστηκε, αντιθέτως προς τις επιταγές του εθνικού δικαίου, σε εσφαλμένο νόμισμα, ήτοι σε πολωνικά ζλότι (PLN) και όχι σε ευρώ. Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι, στο πλαίσιο της αποκαλούμενης «απλουστευμένης» διαδικασίας, το άρθρο 5054, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δεν προβλέπει καμία δυνατότητα μεταβολής της αγωγής. Κατά την άποψη του εν λόγω δικαστηρίου, η τροποποίηση του νομίσματος στο οποίο εκφράζεται η αξίωση πρέπει να θεωρηθεί ως μεταβολή της αγωγής.

13      Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το άρθρο 358 του νόμου περί Αστικού Κώδικα, της 23ης Απριλίου 1964, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, ερμηνεύθηκε από το Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο, Πολωνία) με την απόφασή του της 16ης Μαΐου 2012 στην υπόθεση III CSK 273/11. Εκθέτει ότι η επίμαχη στην υπόθεση αυτή απαίτηση ήταν εκπεφρασμένη σε αλλοδαπό νόμισμα και ότι οι διάδικοι δεν είχαν συμφωνήσει ως προς τη δυνατότητα μετατροπής της σε πολωνικά ζλότι (PLN). Στο μέτρο που ο οφειλέτης δεν είχε επιλέξει να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό στο πολωνικό νόμισμα και δεν υπήρχε σχετική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, το Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο) έκρινε ότι ο δανειστής μπορούσε να αξιώσει την καταβολή μόνο σε αλλοδαπό νόμισμα. Κατά το εν λόγω Ανώτατο Δικαστήριο, μόνον ο οφειλέτης δικαιούται να επιλέξει το νόμισμα στο οποίο θα εκπληρώσει την παροχή του, τόσο στην περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης εκπληρώνει την παροχή εμπρόθεσμα, όσο και στην περίπτωση που περιέρχεται σε απλή καθυστέρηση ή υπερημερία. Σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη κατά την εκπλήρωση παροχής που έχει ως αντικείμενο χρηματικό ποσό εκπεφρασμένο σε αλλοδαπό νόμισμα, ο δανειστής έχει μόνον το δικαίωμα να επιλέξει την εφαρμοστέα συναλλαγματική ισοτιμία. Επιπλέον, το δικαίωμα του δανειστή να επιλέξει τη συναλλαγματική ισοτιμία υφίσταται μόνον εφόσον ο οφειλέτης έχει επιλέξει το πολωνικό νόμισμα.

14      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι από την απόφαση αυτή απορρέει νομολογία κατ’ εφαρμογήν της οποίας τα εθνικά δικαστήρια απορρίπτουν αγωγές αποζημίωσης για τις συνέπειες της καθυστέρησης πτήσης στις οποίες η αξίωση προβάλλεται σε εθνικό νόμισμα, ενώ η απαίτηση είναι εκπεφρασμένη σε αλλοδαπό νόμισμα. Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι ο δικαστής αδυνατεί να αποφανθεί σε μια τέτοια περίπτωση, λόγω της απαγόρευσης που του επιβάλλει το άρθρο 321, παράγραφος 1, του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας να κρίνει επί αξιώσεως που δεν έχει υποβληθεί στην κρίση του.

15      Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου απορρέουν από το γεγονός ότι οι διατάξεις του κανονισμού 261/2004 δεν ερμηνεύονται κατά τρόπο ομοιόμορφο από τα πολωνικά δικαστήρια όσον αφορά τις λύσεις που πρέπει να δοθούν στις διαφορές στις οποίες ο ενάγων ζητεί αποζημίωση, εκφρασμένη σε εθνικό νόμισμα, για τη ζημία που υπέστη λόγω της καθυστέρησης πτήσης.

16      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sąd Rejonowy dla m. st. Warszawy XV Wydział Gospodarczy (πρωτοβάθμιο επαρχιακό δικαστήριο Βαρσοβίας, δέκατο πέμπτο τμήμα αρμόδιο επί οικονομικών υποθέσεων, Πολωνία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

1)      Έχει το άρθρο 7, παράγραφος 1, του [κανονισμού 261/2004] την έννοια ότι δεν ρυθμίζει μόνον την έκταση της υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης, αλλά και τον τρόπο εκπλήρωσης αυτής της υποχρέωσης;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης επί του πρώτου ερωτήματος, μπορεί ο επιβάτης ή ο δικαιοδόχος του βασίμως να απαιτήσει την καταβολή ποσού αντίστοιχου προς 400 ευρώ σε άλλο νόμισμα και συγκεκριμένα στο εθνικό νόμισμα του τόπου κατοικίας του επιβάτη της ματαιωμένης ή καθυστερημένης πτήσης;

3)      Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης επί του δεύτερου ερωτήματος, με ποια κριτήρια θα πρέπει να καθοριστεί το νόμισμα στο οποίο ο επιβάτης ή ο δικαιοδόχος του δύναται να απαιτήσει καταβολή και ποια συναλλαγματική ισοτιμία πρέπει να ισχύσει;

4)      Αντιβαίνει προς το άρθρο 7, παράγραφος 1, ή προς άλλες διατάξεις του [κανονισμού 261/2004] η εφαρμογή διατάξεων του διέποντος την εκπλήρωση των ενοχών εθνικού δικαίου, οι οποίες συνεπάγονται την απόρριψη αγωγής ασκηθείσας από τον επιβάτη ή τον δικαιοδόχο του, για τον λόγο και μόνον ότι το αγωγικό αίτημα εκφράστηκε εσφαλμένα στο εθνικό νόμισμα του τόπου κατοικίας του επιβάτη, αντί να εκφραστεί σε ευρώ, όπως ορίζει το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

17      Με τα ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν ο κανονισμός 261/2004, και ιδίως το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, έχει την έννοια ότι ο επιβάτης, του οποίου η πτήση ματαιώθηκε ή καθυστέρησε σημαντικά, ή ο δικαιοδόχος του μπορεί να αξιώσει την καταβολή του ποσού της αποζημίωσης που προβλέπει η διάταξη αυτή στο εθνικό νόμισμα που αποτελεί νόμιμο χρήμα στον τόπο της κατοικίας του και, επομένως, αν η εν λόγω διάταξη αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση ή νομολογιακή πρακτική κράτους μέλους, η οποία προβλέπει ότι η σχετική αγωγή που ασκεί ο εν λόγω επιβάτης ή ο δικαιοδόχος του θα απορριφθεί για τον λόγο και μόνον ότι ο ενάγων εξέφρασε το αγωγικό αίτημα στο εθνικό αυτό νόμισμα.

18      Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 261/2004 προβλέπει ότι, όταν γίνεται παραπομπή στο άρθρο αυτό, ο επιβάτης λαμβάνει αποζημίωση της οποίας το ύψος κυμαίνεται από 250 ευρώ έως 600 ευρώ, ανάλογα με την απόσταση που διανύουν οι σχετικές πτήσεις.

19      Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 261/2004, η αποζημίωση που οφείλεται δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού καταβάλλεται σε ρευστό, με ηλεκτρονικό τραπεζικό έμβασμα, με τραπεζική εντολή ή επιταγή, ή, εφόσον συμφωνήσει ενυπογράφως ο επιβάτης, με ταξιδιωτικά κουπόνια (voucher) ή/και άλλες υπηρεσίες.

20      Από τη σύγκριση του αντίστοιχου γράμματος της παραγράφου 1 και της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου 7 προκύπτει ότι, μολονότι η καταβολή της εν λόγω αποζημίωσης μπορεί να πραγματοποιηθεί, κατά περίπτωση, με έναν από τους εκεί προβλεπόμενους τρόπους, αντιθέτως, δεν προβλέπεται ρητώς κανένα ανάλογο περιθώριο ως προς τη δυνατότητα καταβολής της αποζημίωσης αυτής σε εθνικό νόμισμα, πλην του ευρώ.

21      Εντούτοις, από τη σύγκριση αυτή δεν μπορεί να συναχθεί εξ αντιδιαστολής ότι αποκλείεται a priori ένα περιθώριο όσον αφορά το εθνικό νόμισμα, πλην του ευρώ.

22      Πράγματι, πρώτον, πρέπει να υπομνησθεί ότι ο κύριος σκοπός τον οποίο επιδιώκει ο κανονισμός 261/2004 είναι, όπως προκύπτει ιδίως από την αιτιολογική του σκέψη 1, η εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του επιβατικού κοινού (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, van der Lans, C‑257/14, EU:C:2015:618, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

23      Συνακόλουθα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, σύμφωνα με τον σκοπό αυτό, οι διατάξεις που παρέχουν δικαιώματα στους επιβάτες αεροπορικών μεταφορών πρέπει να ερμηνεύονται ευρέως (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 2009, Sturgeon κ.λπ., C‑402/07 και C‑432/07, EU:C:2009:716, σκέψη 45, και της 4ης Οκτωβρίου 2012, Finnair, C‑22/11, EU:C:2012:604, σκέψη 23).

24      Επομένως, το δικαίωμα αποζημίωσης που προβλέπει το άρθρο 7 του κανονισμού 261/2004 πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως.

25      Συναφώς, όπως έχει επισημάνει το Δικαστήριο, σκοπός του κανονισμού 261/2004 είναι η αποκατάσταση, με τυποποιημένο και άμεσο τρόπο, των διαφόρων ζημιών από τη σοβαρή ταλαιπωρία κατά την αεροπορική μεταφορά επιβατών (πρβλ. απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, IATA και ELFAA, C‑344/04, EU:C:2006:10, σκέψεις 43 και 45) και, ιδίως, η αποζημίωση των επιβατών που ζημιώθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο.

26      Η εξάρτηση, όμως, του δικαιώματος αποζημίωσης για τις ζημίες αυτές από την προϋπόθεση να καταβάλλεται η οφειλόμενη αποζημίωση στον ζημιωθέντα επιβάτη σε ευρώ, αποκλειομένου οποιουδήποτε άλλου εθνικού νομίσματος, συνεπάγεται περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος αυτού και αντιβαίνει, ως εκ τούτου, στην απαίτηση ευρείας ερμηνείας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 24 της παρούσας απόφασης.

27      Δεύτερον, επισημαίνεται ότι ο κανονισμός 261/2004 εφαρμόζεται στους επιβάτες, χωρίς να πραγματοποιεί διακρίσεις μεταξύ τους λόγω ιθαγένειας ή τόπου κατοικίας, δεδομένου ότι το αποφασιστικό κριτήριο είναι αυτό του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού αυτού, ήτοι ο τόπος όπου βρίσκεται το αεροδρόμιο αναχώρησης των επιβατών.

28      Ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρείται ότι όλοι οι επιβάτες που έχουν δικαίωμα αποζημίωσης δυνάμει του άρθρου 7 του κανονισμού 261/2004 βρίσκονται σε παρόμοιες καταστάσεις, στο μέτρο που η προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό αποκατάσταση της ζημίας εξασφαλίζεται σε όλους, τούτο δε κατά τρόπο τυποποιημένο και άμεσο.

29      Συναφώς, κάθε πράξη του δικαίου της Ένωσης, όπως ο κανονισμός 261/2004, πρέπει να ερμηνεύεται, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνολο του πρωτογενούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρόμοιες καταστάσεις και να μην αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2009, Sturgeon κ.λπ., C‑402/07 και C‑432/07, EU:C:2009:716, σκέψη 48).

30      Εντούτοις, η επιβολή προϋπόθεσης βάσει της οποίας το ποσό της προβλεπόμενης στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 261/2004 αποζημίωσης, την οποία αξιώνει ο ζημιωθείς επιβάτης ή ο δικαιοδόχος του, δύναται να καταβληθεί μόνο σε ευρώ, αποκλειομένου, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, του νομίσματος που αποτελεί νόμιμο χρήμα σε κράτος μέλος το οποίο δεν ανήκει στη ζώνη του ευρώ, είναι ικανή να οδηγήσει σε διαφορετική μεταχείριση των ζημιωθέντων επιβατών ή των δικαιοδόχων τους, χωρίς να μπορεί να προβληθεί κανένας αντικειμενικός λόγος προς δικαιολόγηση της διαφορετικής αυτής μεταχείρισης.

31      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο αποκλεισμός της δυνατότητας του επιβάτη που έχει δικαίωμα αποζημίωσης βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 261/2004 να αξιώσει την καταβολή του ποσού της αποζημίωσης αυτής στο εθνικό νόμισμα που αποτελεί νόμιμο χρήμα στον τόπο της κατοικίας του δεν είναι συμβατός προς την απαίτηση ευρείας ερμηνείας των δικαιωμάτων των επιβατών αεροπορικών μεταφορών που αφορά ο εν λόγω κανονισμός, καθώς και προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης των ζημιωθέντων επιβατών και των δικαιοδόχων τους.

32      Τρίτον, πρέπει να επισημανθεί ότι, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η καταβολή του ποσού της οφειλόμενης αποζημίωσης στο εθνικό νόμισμα που αποτελεί νόμιμο χρήμα στον τόπο κατοικίας των ενδιαφερόμενων επιβατών προϋποθέτει κατ’ ανάγκην μετατροπή του ευρώ προς το νόμισμα αυτό.

33      Συναφώς, δεδομένου ότι ο κανονισμός 261/2004 δεν περιέχει καμία σχετική ένδειξη, οι λεπτομέρειες της πράξης μετατροπής, συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού της εφαρμοστέας προς τούτο συναλλαγματικής ισοτιμίας, εξακολουθούν να διέπονται από το εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών, τηρουμένων των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.

34      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι ότι ο κανονισμός 261/2004, και ιδίως το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, έχει την έννοια ότι ο επιβάτης, του οποίου η πτήση ματαιώθηκε ή καθυστέρησε σημαντικά, ή ο δικαιοδόχος του μπορεί να αξιώσει την καταβολή του ποσού της αποζημίωσης που προβλέπει η διάταξη αυτή στο εθνικό νόμισμα που αποτελεί νόμιμο χρήμα στον τόπο της κατοικίας του και, επομένως, η εν λόγω διάταξη αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση ή νομολογιακή πρακτική κράτους μέλους η οποία προβλέπει ότι η σχετική αγωγή που ασκεί ο εν λόγω επιβάτης ή ο δικαιοδόχος του θα απορριφθεί για τον λόγο και μόνον ότι ο ενάγων εξέφρασε το αγωγικό αίτημα στο εθνικό αυτό νόμισμα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

35      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφαίνεται:

Ο κανονισμός (ΕΚ) 261/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 295/91, και ιδίως το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, έχει την έννοια ότι ο επιβάτης, του οποίου η πτήση ματαιώθηκε ή καθυστέρησε σημαντικά, ή ο δικαιοδόχος του μπορεί να αξιώσει την καταβολή του ποσού της αποζημίωσης που προβλέπει η διάταξη αυτή στο εθνικό νόμισμα που αποτελεί νόμιμο χρήμα στον τόπο της κατοικίας του και, επομένως, η εν λόγω διάταξη αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση ή νομολογιακή πρακτική κράτους μέλους η οποία προβλέπει ότι η σχετική αγωγή που ασκεί ο εν λόγω επιβάτης ή ο δικαιοδόχος του θα απορριφθεί για τον λόγο και μόνον ότι ο ενάγων εξέφρασε το αγωγικό αίτημα στο εθνικό αυτό νόμισμα.

(υπογραφές)


Δεν υπάρχουν σχόλια: