Παρασκευή 12 Απριλίου 2019

Καταγγελία εμπορικής μίσθωσης από μισθωτή.Αξιώσεις εκμισθωτή Αριθμός Απόφασης 1197/2014 ΤΟ ΜΟΝΟΜΝΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ


Καταγγελία εμπορικής μίσθωσης από μισθωτή.Αξιώσεις εκμισθωτή
Αριθμός Απόφασης 1197/2014
ΤΟ ΜΟΝΟΜΝΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ...

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Πολυξένη – Μαρία Παπασαραντοπούλου, Πρωτόδικη, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Βασιλική Μπλέτσου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, για να δικάσει την αγωγή με αριθμό καταθέσεως ……….., με αντικείμενο καταβολή μισθωμάτων, μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ……που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας του δικηγόρου Ελισάβετ Μπάτζιου (Α.Μ. 7598), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) ….. και 2) …. που παραστάθηκαν ο 10ς μετά και η 2η δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου ….., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 43 του πδ 34/1995 όπως αυτή τροποποιήθηκε από τη διάταξη του άρθρου 17 του ν. 3853/2010, «ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως, τα δε αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από τη γνωστοποίησή της. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση ποσό ίσο με ένα (1) μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης». Το δικαίωμα καταγγελίας εμπορικής μίσθωσης, σύμφωνα με το άρθρο 43 του πδ 34/1995 έχει ο μισθωτής ακόμη κι αν έχει παραιτηθεί από αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 45 του πδ 34/1995. Καταγγελία που έχει ήδη ασκηθεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, ενώ ο μισθωτής έχει παραιτηθεί νόμιμα από αυτό το δικαίωμα θεωρείται έγκυρη, τα δε αποτελέσματά της επέρχονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, όχι όμως πριν τη δημοσίευση του νόμου. Ο μισθωτής υποχρεούται στην περίπτωση αυτή σε καταβολή αποζημίωσης ίση με το ποσό ενός μισθώματος όπως αυτό ανέρχονταν τρεις μήνες πριν την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας….Περαιτέρω η ως άνω αποζημίωση είναι κατ’ αποκοπήν και επομένως οφείλεται ανεξάρτητα του αν ο εκμισθωτής ζημιώθηκε ή όχι από την καταγγελία της μίσθωσης, ακόμα κι αν ο εκμισθωτής εκμίσθωσε αμέσως το ακίνητο. Μέχρι την επέλευση των αποτελεσμάτων αυτών ο μισθωτής, κι αν ακόμη αποδώσει αμέσως τη χρήση του μισθίου στον εκμισθωτή, οφείλει και πάλι να καταβάλει στον τελευταίο, πέραν της ως άνω κατ ‘αποκοπήν αποζημίωσης, και τα μισθώματα (ΕφΛαρ 589/2001, ΕλλΔικ 43, 834, ΕφΑΘ 10049/1999, ΕλλΔικ 41,843). Ο έγγραφος τύπος της καταγγελίας απαιτείται μόνο για τη δήλωση της καταγγελίας, η δε παράλειψή του καθιστά την καταγγελία άκυρη και ο μισθωτής εξακολουθεί να οφείλει τα μισθώματα, ωστόσο δεν είναι απαραίτητο να υφίσταται έγγραφη απόδειξη και για την κοινοποίηση του εγγράφου της καταγγελίας προς εκείνον στον οποίο απευθύνεται, Όσον αφορά δε το χρόνο της καταγγελίας, η διάταξη του άρθρου 43πδ 34/1995 εφαρμόζεται τόσο σε περίπτωση που «τρέχει η συμβατική διάρκεια της μίσθωσης όσο και σε περίπτωση που έχει λήξει ο συμβατικός χρόνος της μίσθωσης και αυτή βρίσκεται στη διάρκεια του νόμιμου χρόνου της 12ετίας (η εμπορική μίσθωση είναι εκ του νόμου δωδεκαετής σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 5 του πδ 34/1995).

Ο ενάγων εκθέτει στην υπό κρίση αγωγή του ότι με το από 6- 7-1998 μισθωτήριο συμβόλαιο, οι …. εκμίσθωσαν στον ……, το περιγραφόμενο στην αγωγή μίσθιο ακίνητο, που βρίσκεται στην επί της οδού ……. οικοδομή, αντί μηνιαίου μισθώματος τότε 210.000 δρχ ή 616,28 ευρώ για τον πρώτο χρόνο της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο ετήσια κατά το ποσοστό του τιμαρίθμου κόστους ζωής, πλέον δύο μονάδες, για τρία έτη, από 1-8- 1998 μέχρι 31-7-2001, προκειμένου ο τελευταίος να το χρησιμοποιήσει ως τεχνικό γραφείο – επαγγελματική στέγη. Ότι με τη λήξη του συμφωνηθέντος χρόνου μίσθωσης αυτή κατέστη αορίστου χρόνου, παραταθείσα αναγκαστικώς. Ότι στις 25-11 -2003 απεβίωσε ο αρχικός μισθωτής ……. και η μίσθωση συνεχίσθηκε από τους εναγομένους την οποία αποδέχθηκαν οι εκμισθωτές, συνετάγη δε το από 29-1-2008 μισθωτήριο συμβόλαιο με χρόνο μίσθωσης αόριστο, αντί μηνιαίου μισθώματος ποσού 784,36 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο όπως προέβλεπε το αρχικό μισθωτήριο. Ότι με το υπ’ αριθμ. ….. οριστικό συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης……, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα Βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ….., αριθμό ….. και έχει δηλωθεί στο Κτηματολόγιο, το επίδικο μίσθιο μεταβιβάσθηκε στον ενάγοντα, ο οποίος, με ρητό όρο αυτού υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης, εκχωρηθέντων όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη μίσθωση, καταστάς πλέον αυτός εκμισθωτής από 22-12-2011. Ότι με εξώδικη δήλωση που του επέδωσαν οι εναγόμενοι την 12-4-2012, αυτοί κατήγγειλαν τη σύμβαση μίσθωσης, καλώντας τον εκμισθωτή να παραλάβει τα κλειδιά του ακινήτου εντός δύο ημερών από την κοινοποίηση της παρούσας εξωδίκου. Ότι ακολούθως, ο ενάγων απάντησε με την από 20-4-2012 εξώδικο που επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 23-4- 2012, αναφέροντας σ’ αυτήν ότι η εν λόγω καταγγελία τους είναι άκυρη, καθόσον η άνω μίσθωση υπάγεται στις διατάξεις του ΠΔ 34/1995, είναι διάρκειας δώδεκα ετών, ήτοι από 1-8-1998 έως 31-7- 2010 και παρατάθηκε αναγκαστικά για άλλα 4 έτη, ήτοι μέχρι 31-7- 2014 ως και ότι τα κλειδιά θα τα παραλάβει τότε (31-7-2014), αφού καταβληθούν τα μισθώματα των μηνών από 19-4-2012 έως 18-7- 2012 και η αποζημίωση ενός μισθώματος κατ’άρθρο 43 του ΠΔ 34/1995. Ότι επίσης οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν τις κοινόχρηστες δαπάνες των μηνών Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου 2012 και μέχρι 18-7- 2012, στις οποίες υποχρεούνταν. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητά: α) τα μισθώματα των μηνών Φεβρουάριου 2012, Μαρτίου 2012 και έως 19-4-2012, ποσού 765,69 ευρώ έκαστο, συνολικού ποσού 2016,28 ευρώ, β) το ποσό των 2.297,07 ευρώ που αντιστοιχεί στα μισθώματα από 19-4-2012 έως 19-7-2012, ποσού 765,69 ευρώ έκαστο, καθόσον τα αποτελέσματα της καταγγελίας της μίσθωσης επέρχονται μετά τρεις μήνες, ήτοι στις 18-7-2012, γ) το ποσό των 769,69 ευρώ ως αποζημίωση, λόγω πρόωρης καταγγελίας και δ) το ποσό των 274,50 ευρώ που αφορά τους οφειλόμενους λογαριασμούς των κοινοχρήστων δαπανών εκ μέρους των εναγόμενων και συνολικά το ποσό των 5.353,54 ευρώ, νομιμοτόκως από την λήξη προθεσμίας καταβολής των μηνιαίων μισθωμάτων, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά έξοδα. Η αγωγή παραδεκτά φέρεται για να συζητηθεί, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 662ΚΠολΔ ( άρθρα 64 παρ. 1του ίδιου Κώδικα και 48 παρ. 1 εδ. τελευταίο του πδ 34/1995), ενώπιον του αρμοδίου τούτου καθ’ύλην και κατά τόπον Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 1 περ.β’, 16 αρ. 1, 29 παρ. 1 ΚΠολΔ και 48 παρ. 1 εδ.α’του πδ/1995) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 43, 44, 45 του πδ 35/1995, όπως το άρθρο 43 τροπ. με το άρθρο 17 του ν. 3853/2010 και ισχύει σήμερα, και 361, 574, 587, 595, 596, 346 ΑΚ, 176, 191 παρ.2, 907, 908, 910 αρ. 2 ΚΠολΔ πλην του παρεπόμενου αιτήματος περί καταβολής τόκων επί του ποσού της αποζημιώσεως, από τη λήξη προθεσμίας καταβολής του μισθώματος, το οποίο είναι νόμιμο μόνο για τον μετά την επίδοση της αγωγής χρόνο, καθόσον το προβλεπόμενο από το άρθρο 43 του πδ 34/1995 ποσό έχει χαρακτήρα αποζημίωσης και επομένως δεν υφίσταται δήλη ημέρα καταβολής του ώστε να οφείλονται τόκοι υπερημερίας. Είναι όμως αόριστη η άνω αγωγή σχετικά με το κονδύλιο των κοινοχρήστων δαπανών καθόσον δεν προσδιορίζεται στην αγωγή σε τι ακριβώς αφορούν αυτές οι δαπάνες και πως επιμερίζονται οι επιμέρους δαπάνες βάσει του ποσοστού με το οποίο συμμετέχει το μίσθιο στο σύνολο των δαπανών όπως προβλέπεται από τον Κανονισμό Διοικήσεως της Πολυκατοικίας του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, …… νομίμως μεταγεγραμμένου. Επί πλέον δεν αναφέρονται τα συνολικά ποσά σε κάθε κατηγορία και είδος δαπάνης που πραγματοποιήθηκαν κατά μήνα για ολόκληρη την οικοδομή ως και το ποσοστό συμμετοχής του μισθίου στις δαπάνες αυτές, και τα ποσά που αναλογούν από αυτές κατά μήνα, καθώς και ο τρόπος υπολογισμού του ποσοστού αυτού, έτσι ώστε να προκύπτει το συνολικό ποσό του αιτήματος (ΑΠ 1489/1999, ΕλλΔικ 41, 127 ΑΠ 668/1999, ΕΔΠ 2000, 297 ΑΠ 646/1980 ΕΔΠ 1981, 102), δεκτής καθισταμένης της ενστάσεως αοριστίας που παραδεκτά προέβαλαν οι εναγόμενοι, λαμβανομένης υπόψη αυτής άλλωστε και αυτεπαγγέλτως. Κατ’ ακολουθία, εφόσον καταβλήθηκε το ανάλογο δικαστικό ένσημο με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. τα υπ’αριθμ. 617467, 334856, 617468 αγωγόσημα με τα επικολληθέντα υπέρ ΤΝ κινητά ένσημα) πρέπει η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, που καταχωρήθηκαν στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, καθώς επίσης και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, από την υπ’αριθμ. ……. ένορκη βεβαίωση της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης,…………, την οποία προσκομίζουν οι εναγόμενοι και η οποία ελήφθη μετά από νόμιμη κλήτευση του ενάγοντος (βλ. την υπ’αριθμ. 3607 Γ’/10-10-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ……..), από τις φωτογραφίες που οι εναγόμενοι προσκομίζουν, την γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητεί ο ενάγων (άρθρα 444 §1 εδ.γ’, 448 §2,457 §4 ΚΠολΔ) από την από 27-4-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού, ……., που επίσης προσκομίζουν οι εναγόμενοι, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο (άρθρο 390 ΚΠολΔ) και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, και από όσα οι διάδικοι συνομολογούν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει του από 6-7-1998 μισθωτηρίου συμβολαίου, το οποίο νομίμως θεωρήθηκε από τον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο (βλ. στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό την …… Πράξη Θεώρησης του Προϊσταμένου της Β’ΔΟΥ Θεσσαλονίκης), οι δικαιοπάροχοι ενάγοντος, …….στον ήδη αποβιώσαντα πατέρα της δεύτερης των εναγόντων…. με μισθωτική σύμβαση που συμφωνήθηκε επαγγελματική, το μίσθιο – διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της οικοδομής επί της οδού ..,…., εμβαδού 164 τ.μ. προκειμένου ο …… να το χρησιμοποιήσει ως τεχνικό γραφείο, για διάστημα τριών ετών, αρχόμενο την 1-8- 1998 και λήγον την 31-7-2001, αντί μηνιαίου μισθώματος τότε 210.000 δρχ. ή 616,28 ευρώ για τον πρώτο χρόνο της μίσθωσης, ενώ επί πλέον συμφωνήθηκε ετήσια αναπροσαρμογή κατά το ποσοστό του τιμαρίθμου κόστους ζωής πλέον δύο (2) μονάδες. Την 25-11-2003 απεβίωσε η εκ των εκμισθωτών …….. και την 7-11-2006 απεβίωσε ο αρχικός μισθωτής ……. Αμέσως μετά τον θάνατο του αρχικού μισθωτή – πατέρα της δεύτερης των εναγομένων και πεθερού του πρώτου εξ αυτών, στην ένδικη μισθωτική σύμβαση υπεισήλθαν οι ανωτέρω ως μισθωτές συνεχίζοντες τη μίσθωση. Την 29-1-2008 οι κληρονόμοι της εκμισθώτριας, …., υπέγραψαν με τους εναγόμενους το από 29-1-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο θεωρήθηκε από την αρμόδια Β’-Γ’ΔΟΥ Θεσσαλονίκης (βλ. την υπ’αριθμ. 327/30-1-2008 πράξη του αρμοδίου Οικονομικού Εφόρου). Σύμφωνα με τον 4° όρο του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι δεν πρόκειται περί νέας μισθώσεως αλλά συνεχίζεται η αρχική, από το 1998, μίσθωση, με μισθωτές πλέον τους εναγόμενους, ο χρόνος της μισθώσεως συμφωνείται αόριστος ως και ότι το μίσθωμα συμφωνήθηκε στα 784,36ευρώ, μηνιαίως, πλέον χαρτοσήμου 3,6% και κατόπιν νεοτέρας συμφωνίας στο ποσό των 765,69 ευρώ (μετά του τέλους χαρτοσήμου) από τον Ιούνιο του 2011, οπότε προ της αύξησης το μίσθωμα ήταν 850,76 ευρώ μικτό.

Η κρίση δε του Δικαστηρίου για το ότι πρόκειται για συνέχιση της μισθωτικής σχέσης ενισχύεται κατ’ αρχήν από το ίδιο το μισθωτήριο, αλλά και από το ότι το μίσθιο χρησιμοποιήθηκε ως τεχνικό γραφείο αϊτό τους εναγόμενους πο. είναι ο πρώτος εξ αυτών μηχανικός, όπως ως τεχνικό γραφείο είχε χρησιμοποιηθεί και από τον ……, δικαιοπάροχο των εναγόμενων, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε. Συνεκτιμώντας λοιπόν το Δικαστήριο όλα τα ανωτέρω κρίνει ότι η σύμβαση που υπογράφηκε στις 29-1-2008 μεταξύ των κληρονόμων της …… και των εναγομένων, δεν ήταν νέα σύμβαση μίσθωσης, αλλά τροποποίηση της ήδη υφιστάμενης, παραταθείσας διαδοχικά μέχρι τότε από τα συμβαλλόμενα μέρη, κατά τρόπο ώστε να παραμείνουν οι εναγόμενοι ως μισθωτές. Έτσι η από 6-7-1998 σύμβαση μισθώσεως παρατάθηκε αναγκαστικώς για δώδεκα έτη, καθόσον οι εναγόμενοι εξακολουθούσαν να παραμένουν στη χρήση του μισθίου δυνάμει της επίδικης σύμβασης ορισμένου χρόνου, η οποία ως επαγγελματική έχει εκ του νόμου διάρκεια για δώδεκα (12) έτη (άρθρο 5 παρ. 1 πδ 34/1995), ήτοι έως την 31-7-2010 και εφόσον ουδέποτε καταγγέλθηκε, παρατάθηκε αναγκαστικά, για τέσσερα έτη ακόμη (άρθρο 61 του πδ 34/1995), λήγοντας την 31-7-2014. Ακολούθως με το υπ’ αριθμ. ….. οριστικό συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ……., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο…. αριθμ. …. και έχει δηλωθεί στο Κτηματολόγιο (αρ. πρωτ. δηλ……) το μίσθιο διαμέρισμα μεταβιβάσθηκε στον ενάγοντα και με ρητό όρο αυτού υπεισήλθε ο τελευταίος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης εκχωρηθέντων όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη μίσθωση, καταστάς έτσι εκμισθωτής από 22-12-2011

Στις 19-4-2012 οι εναγόμενοι επέδωσαν στον ενάγοντα την από 12-4-2012 εξώδικη δήλωση – πρόσκληση με την οποία κατήγγειλαν την επίδικη μίσθωση. Η ως άνω έγγραφη καταγγελία έλαβε χώρα κατά τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/199 η επίδικη σύμβαση κατά το χρόνο της καταγγελίας της τελούσε υπό την προστασία των διατάξεων του νόμου περί εμπορικών μισθώσεων, καθόσον είχε συναφθεί για μικρότερο χρονικό διάστημα, ως εμπορική όμως ισχύει για δώδεκα έτη, τα αποτελέσματα δε αυτής (καταγγελίας) επήλθαν στις 18-7-2012, ήτοι τρεις μήνες μετά την επόμενη της περιέλευσης της έγγραφης καταγγελίας στον εκμισθωτή, προς τον οποίο οι μισθωτές – εναγόμενοι, οφείλουν, α) την προβλεπόμενη από το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995 κατ’αποκοπή αποζημίωση του καταβαλλόμενου κατά το χρόνο καταγγελίας μισθώματος ενός μηνός ποσού 738,12 ευρώ (δεν υπολογίζεται στην άνω αποζημίωση το τέλος χαρτοσήμου, εκ 3,6%) και β) τα μισθώματα τριών μηνών μετά την καταγγελία μέχρι τον χρόνο επέλευσης των αποτελεσμάτων της (18-7-2012) ήτοι 765,69 ευρώ (το μίσθωμα συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου 3,6%) X 3 μήνες, συνολικού ποσού 2.297,07 ευρώ. Επίσης οι εναγόμενοι οφείλουν στον ενάγοντα τα μισθώματα από τον Φεβρουάριο 2012 έως 19-4-2012, που είναι ο χρόνος καταγγελίας, ήτοι 765,69 ευρώ για τον Φεβρουάριο 2012 + 765,69 ευρώ για τον Μάρτιο 2012 και για τις 10 ημέρες του Απριλίου 2012 484,90 ευρώ (765,69 : 30 = 25,52 X 19 ημέρες) ήτοι συνολικά 2.016,28 ευρώ. Ήτοι συνολικά, οι εναγόμενοι οφείλουν το ποσό των 5.051,47 ευρώ (2.297,07 + 738,12 + 2.016,28). Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί συμψηφισμού του καταβληθέντος από τους μισθωτές, ποσού της εγγυήσεως, η οποία ανέρχονταν στο ποσό των 1.232,58 ευρώ και της β’ δόσης του ΕΕΤΗΔΕ, ποσού 378 ευρώ, και συνολικά 1.610,58 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, ανεξαρτήτως του ότι ο άνω ισχυρισμός απαραδέκτως προβάλλεται το πρώτον με τις προτάσεις, αφού δεν προτάθηκε ενώπιον του ακροατηρίου και δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά, δεδομένου ότι από τις διατάξεις των άρθρων 649 και 650 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή, έστω και συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπήρξε συμφωνία για συμψηφισμό της εγγύησης με τα καταβαλλόμενα μισθώματα, όπως ρητά άλλωστε ορίσθηκε τόσο στον ιβ όρο του από 6-7-1998 μισθωτηρίου συμβολαίου όσο και στο από 29-1-2008 μισθωτήριο συμβόλαιο.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η επίδικη μίσθωση τυγχάνει αορίστου χρόνου και ως εκ τούτου ο ενάγων δεν νομιμοποιείται να αξιώσει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά συνεπεία της άνω καταγγελίας πρέπει να απορριφθεί, καθόσον οι εμπορικές μισθώσεις είναι εκ του νόμου οργανωμένες ως ορισμένου χρόνου (ΕφΑΘ 816/1994, ΑρχΝ 1994, 326), τόσο ως προς την αρχική τους διάρκεια, όσο και ως προς την παράτασή τους (ΑΠ 58/1981, ΕΕΝ 48, 810, ΑΠ 168/1980, ΝοΒ 29, 536, ΑΠ 977/1979, ΝοΒ 28, 463), λήγουσες, άνευ ετέρου μόλις παρέλθει ο εν λόγω χρόνος υποχρεωτικής διάρκειάς τους, εκτός βεβαίως της περιπτώσεως που θα υπάρξει μεταγενέστερη νόμιμη συμφωνία των μερών είτε για τη λύση τους μετά την παρέλευση κάποιου άλλου χρονικού διαστήματος είτε και αμέσως. Ο ορισμένος χρόνος ζωής της εμπορικής μίσθωσης προκύπτει εκ των ρυθμίσεων του άρθρου 5 ΠΔ 34/1995, κατά τις οποίες η ισχύς της είναι δωδεκαετής, έστω κι αν οι συμφωνίες των μερών προέβλεπαν βραχύτερη ή αοριστόχρονη διάρκειά της. Κατ’ ακολουθίαν των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και αφού προηγουμένως απορριφθεί ως αβάσιμη η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος, την οποία προέβαλαν οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους, αλλά και προφορικά στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, διότι τα επιστηρίζοντα αυτήν πραγματικά περιστατικά (ότι ο ενάγων)προκάλεσε την αποβολή τους από το μίσθιο, λόγω της επιθυμίας του να το ιδιοχρησιμοποιήσει και ως τη συνέχεια, απαίτησε έγγραφη καταγγελία με τρίμηνη προειδοποίηση και την καταβολή μισθωμάτων κατ’άρθρο 43 του ΠΔ 34/1995), πέραν του γεγονότος ότι αποτελούν άρνηση της βάσης της αγωγής, ουδόλως αρκούν, έστω κι αν ήταν αληθή για να περιαγάγουν το ένδικο δικαίωμα σε προφανή και έκδηλη αντίθεση προς τα ακραία αξιολογικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή του οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, πρέπει η κρινομένη αγωγή, να γίνει εν μέρει δεκτή, ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και με δεδομένο ότι η μίσθωση λύθηκε με την έγγραφη καταγγελία που άσκησαν οι μισθωτές, κατ’άρθρο 43 του πδ 34/1995, τα αποτελέσματα της οποίας επήλθαν από την 18-7-2012, πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στον ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 5.051,47 ευρώ και συγκεκριμένα το ποσό των 738,12 ευρώ που αφορά την κατ’αποκοπή αποζημίωση του άρθρου 43 του πδ 34/1995, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, το ποσό των 2.297,07 ευρώ που αφορά τα μεταξύ του καταγγελίας και επέλευσης των αποτελεσμάτων της μισθώματα, ήτοι έως και 19-7-2012 με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα κατά την οποία έκαστο μίσθωμα έπρεπε να καταβληθεί ως και το ποσό των 2.016,28 ευρώ που αφορά τα μισθώματα των μηνών Φεβρουάριου 2012, Μαρτίου 2012 και μέχρι 19-4-2012 (χρόνος καταγγελίας της μίσθωσης), νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα κατά την οποία έκαστο μίσθωμα έπρεπε να καταβληθεί. Επίσης κατά παραδοχή του παρεπομένου αγωγικού αιτήματος πρέπει η απόφαση να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή (άρθρα 907, 910 αρ.2, 908 ΚΠολΔ). Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος πρέπει να επιδικασθούν σε βάρος των εναγομένων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ότι κρίθηκε απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγομένους, να καταβάλουν, εις ολόκληρον, ο καθένας στον ενάγοντα, το συνολικό ποσό των πέντε χιλιάδων πενήντα ενός ευρώ και σαράντα επτά λεπτών (5.051,47), με το νόμιμο τόκο, για έκαστο κονδύλιο, κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα προσωρινώς εκτελεστή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εναγόμενους στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στη Θεσσαλονίκη, στις 20 Ιανουαρίου 2014.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: