
ΜΕφΘρ 250/18 : Περίπτωση
αδικοπρακτικής ευθύνης υποθηκοφύλακα για εγγραφή άκυρης προσημείωσης
υποθήκης - Υπόχρεωση αποζημίωσης - άρθρα 1344 και 914 ΑΚ. Η
επικαλούμενη, εν προκειμένω, αποθετική ζημία, που αντιστοιχεί στη μείωση
του...
τιμήματος πωλήσεως του ακινήτου, λόγω του ότι το ακίνητο
εμφανιζόταν βεβαρυμένο στα βιβλία υποθηκών, και αληθής υποτιθέμενη, δεν
συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της εναγόμενης υποθηκοφύλακα.
Επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Δεκτή εν
μέρει η αγωγή.
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ
ΘΡΑΚΗΣ
[…Περαιτέρω, κατά τη
διάταξη του άρθρου 1344 ΑΚ, «Ο φύλακας υποθηκών ευθύνεται σε αποζημίωση όποιου
ζημιώθηκε για κάθε πράξη ή παράλειψη σχετική με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων
που του επιβάλλονται». Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη του
άρθρου 914 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι ο υποθηκοφύλακας έχει υποχρέωση να
αποζημιώσει εκείνον, στον οποίο προξένησε ζημία θετική ή αποθετική, με ενέργεια
δηλαδή πράξη ή παράλειψή του σχετική με την εκπλήρωση των καθηκόντων του,
οφειλόμενη σε συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (βλ. ΑΠ 1430/2017, ΑΠ 512/2016
δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ), εφόσον υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της
ζημιογόνου πράξεως του υποθηκοφύλακα και της ζημίας που επήλθε (περιουσιακής ή
μη), στοιχεία που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο ενάγων (βλ. ΑΠ 2094/2013
δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ). Όπως δε προβλέπεται στο άρθρο 37 Κανονιστικού
Διατάγματος της 19/23-7-1941 περί κωδικοποιήσεως σε ενιαίο κείμενο των
διατάξεων των A.N. 434/1937, 1933/1939, 2182/1940 και 2532/1940, περί
οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους: «Με πειθαρχικήν ποινήν ουχί
μικροτέραν της προσωρινής παύσεως, επιφυλασσομένων των υπό του ποινικού νόμου
επιβαλλομένων ποινών οσάκις υπάρχει περίπτωσις, τιμωρείται πας υπάλληλος
υποθηκοφυλακείου, όστις υποπέση εις ουσιώδη παράλειψιν κατά την εγγραφήν
υποθήκης ή προσημειώσεως καθιστώσας άκυρον την εγγραφήν, β) ενεργήσει εξάλειψιν
υποθήκης ή προσημειώσεως άνευ των νομίμων προϋποθέσεων». Επιπρόσθετα με το
άρθρο 13 Β.Δ. 533/1963 «περί εκτελέσεως άρθρου 10 Ν.Δ. 4201/1961», ορίστηκαν τα
εξής: «Οσάκις ο φύλαξ των υποθηκών είναι κατά τόπον ή καθ’ ύλην αναρμόδιος όπως
ενεργήση καταχώρησιν τινά ή εκ της ελλείψεως τινών των εν τοις άρθρ. 1 και 3
στοιχείων δημιουργείται αμφιβολία περί της ταυτότητας των ενεχομένων ή του
ακινήτου ή το προς καταχώρησιν προσαγόμενον έγγραφον δεν είναι γεγραμμένον κατά
το εν άρθρ. 4 οριζόμενα ή δεν συνοδεύεται από τα αναγκαία δικαιολογητικά ή
ταύτα δεν δικαιολογούσι την αιτούμενην καταχώρησιν δέον να απόρριψη την αίτησιν
και αφού σύνταξη επ’ αυτής πράξιν αιτιολογούσαν την απόρριψιν, να ειδοποίηση
τον ενδιαφερόμενον, εάν υπάρχη η διεύθυνσις αυτού και να παράδοση τα συνημμένα
τη αιτήσει έγγραφα». Το δε άρθρο 791 ΚΠολΔ επιβάλλει στον υποθηκοφύλακα, σε
περίπτωση αρνήσεώς του να καταχωρίσει πράξη στα δημόσια βιβλία, να σημειώσει
περιληπτικά στο βιβλίο την άρνηση και τους λόγους της, η δε σχετική εκκρεμότητα
επιλύεται από το δικαστήριο. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι ο
υποθηκοφύλακας έχει δικαίωμα να αρνηθεί την εγγραφή άκυρης πράξεως (μεταγραφής
ή εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης ή εγγραφή υποθήκης), όταν η ακυρότητα της
πράξεως είναι εμφανής και αυτός μπορεί να σχηματίσει βεβαιότητα γι’ αυτήν (βλ.
ΕφΘεσ 1399/2009 δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ), με τυπικό έλεγχο, χωρίς να μπορεί να
επεκταθεί σε ουσιαστικό έλεγχο των εγγράφων και να προβεί σε έλεγχο της
βασιμότητας του δικαιώματος (βλ. ΑΠ 1330/2008 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του
Αρείου Πάγου, ΕφΑθ 1491/2003 δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ).
Ειδικότερα ως προς
την υποθήκη, η εγγραφή της είναι άκυρη, κατά τη διάταξη του άρθρου 1329 ΑΚ,
όταν, μεταξύ άλλων, έγινε με βάση άκυρο τίτλο, στην περίπτωση δε αυτή το
δικαστήριο διατάσει την εξάλειψη της υποθήκης, κατά το άρθρο 1328 ΑΚ. Είναι δε
άκυρη η εγγραφή υποθήκης και στην περίπτωση που το ακίνητο δεν ανήκει ήδη κατά
τον χρόνο της εγγραφής σε εκείνον που παραχώρησε την υποθήκη, όπως ορίζεται στη
διάταξη του άρθρου 1271 ΑΚ (βλ. Μπαλή, Εμπράγματο Δίκαιο 4 έκδοση, παρ. 289
σελ. 601). Πρόκειται για έλλειψη ουσιαστικής προϋποθέσεως συστάσεως της
υποθήκης, η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με μεταγενέστερη σημείωση στο βιβλίο
υποθηκών (βλ. Απ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο Δίκαιο II, παρ. 97 αριθμ. 22 επ.). Η δε
προσημείωση υποθήκης, κατά το άρθρο 1276 ΑΚ εγγράφεται όπως η υποθήκη, με τη
μνεία ότι προσημειώνεται. Η διαδικασία εγγραφής της υποθήκης περιγράφεται στα άρθρα
1305 έως 1315 ΑΚ, ενώ τα καθήκοντα του υποθηκοφύλακα στα άρθρα 1333 επ. ΑΚ,
όπως αυτά συμπληρώνονται με τις διατάξεις του Β.Δ. 533/1963 και Ν.Δ. 4201/1961.
Την εγγραφή της υποθήκης μπορεί να ζητήσει ο δανειστής ή ο οφειλέτης ή ο τρίτος
κύριος του ακινήτου, ο σύνδικος της πτωχεύσεως και ο συμβολαιογράφος στον τίτλο
από ιδιωτική βούληση. Ο αιτών υποβάλει έγγραφη αίτηση, συνοδευόμενη από τον
τίτλο εγγραφής υποθήκης και τα έγγραφα ή τις αποδείξεις που δικαιολογούν την
αίτηση ή την εγγραφή (π.χ. στοιχεία για την τελεσιδικία της δικαστικής
αποφάσεως), καθώς και δύο περιλήψεις που περιέχουν τα στοιχεία που αναφέρει το
άρθρο 1306 ΑΚ, δηλαδή τα στοιχεία του δανειστή και του οφειλέτη, τη χρονολογία
και το είδος του τίτλου, το οφειλόμενο ποσό, τον χρόνο λήξεως του χρέους και
την περιγραφή του ακινήτου, κατ’ είδος, θέση και όρια. Ο υποθηκοφύλακας
καταχωρίζει την αίτηση στο γενικό βιβλίο εκθέσεων κατά αύξοντα αριθμό,
προβαίνει σε καταχώριση της υποθήκης στο βιβλίο υποθηκών και στη συνέχεια
καταχωρίζει το όνομα του ενυπόθηκου οφειλέτη κατά αλφαβητική σειρά στο γενικό
αλφαβητικό ευρετήριο (βλ. Σπυριδάκη, Εμπράγματο Δίκαιο, τόμος Γ΄, παρ. 259 γ΄
επ.). Ο υποθηκοφύλακας για να κάνει δεκτή την αίτηση εγγραφής εξετάζει την
ύπαρξη των στοιχείων που απαιτείται από τον νόμο να αναγράφονται στις
περιλήψεις και εάν αυτά συμφωνούν με τα υποβληθέντα έγγραφα. Εξετάζει επίσης
εάν από τα υποβληθέντα έγγραφα όπως αυτά εξωτερικώς εμφανίζονται, ο τίτλος προς
εγγραφή υποθήκης είναι έγκυρος και πλήρης και εάν υπάρχουν τα στοιχεία αυτά προβαίνει
στην εγγραφή, διαφορετικά απορρίπτει την αίτηση, συντάσσοντας σχετική έκθεση με
τους λόγους αρνήσεώς του.
Στη συγκεκριμένη
περίπτωση η αγωγή, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, είναι νόμιμη, διότι
αναφέρεται σε αυτήν: α) η παράνομη συμπεριφορά της εναγόμενης κατά την εκτέλεση
των καθηκόντων της, δηλαδή η εγγραφή άκυρης υποθήκης, λόγω ελλείψεως κυριότητας
του οφειλέτη, επί του ακινήτου στο οποίο έγινε η εγγραφή, β) η υπαιτιότητά της
(αμέλεια) και γ) η ζημία περιουσιακή και μη που υπέστησαν οι ενάγοντες από την
παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που
έκρινε ότι η αγωγή δεν ήταν νόμιμη και την απέρριψε για τον λόγο αυτό, έσφαλε
ως προς την εφαρμογή του νόμου. Συνεπώς, κατά παραδοχή του συναφούς λόγου
εφέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση,
να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί στην ουσία της (άρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να
κριθεί δε νόμιμη η αγωγή ως προς τα αιτήματα καταβολής της θετικής ζημίας και
χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, στηριζόμενη στις διατάξεις των
άρθρων 297, 346, 914, 932, 1271, 1276, 1277, 1324, 1328, 1329 περ. 3, 1333,
1334, 1337, 1344 ΑΚ, 13 Β.Δ. 533/1963, 37 Κανονιστικού Διατάγματος της
19/23-7-1941. Το αίτημα καταβολής αποθετικής ζημίας, ύψους 160.433,64 ευρώ για
τον πρώτο ενάγοντα και 80.716,82 ευρώ για έκαστο των λοιπών εναγόντων, είναι
απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, δεν υφίσταται
αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της
εναγόμενης και της συγκεκριμένης ζημίας. Ειδικότερα η αναφερόμενη στην αγωγή
αδικοπραξία της εναγόμενης δεν είναι πρόσφορη να επιφέρει το ως άνω ζημιογόνο
αποτέλεσμα της προκλήσεως αποθετικής ζημίας, αφού έχει ως μοναδική συνέπεια την
εγγραφή άκυρης υποθήκης, η οποία μπορεί να εξαλειφθεί με τους τρόπους που
περιγράφονται στο άρθρο 1324 ΑΚ. Αντιθέτως η επικαλούμενη αποθετική ζημία, που
αντιστοιχεί στη μείωση του τιμήματος πωλήσεως του ακινήτου και αληθής
υποτιθέμενη, δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της εναγόμενης, αλλά
συνδέεται: α) με την εκμετάλλευση από τον αγοραστή του γεγονότος αυτού για να
επιτύχει την καλύτερη δυνατή τιμή για το ακίνητο, β) με τη γραφειοκρατική
διαδικασία της Τράπεζας […] να εντοπίσει τον φάκελο της υποθέσεως και να προβεί
άμεσα στις δέουσες ενέργειες για την εξάλειψη της υποθήκης, γ) με την
επικαλούμενη από τους ενάγοντες αποχή των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους, που
θα είχε ως συνέπεια την καθυστέρηση στην τυχόν δικαστική εξάλειψη της υποθήκης,
εάν αυτή δεν γινόταν συναινετικώς από την Τράπεζα […], δ) με τη σπουδή των
εναγόντων να προβούν άμεσα στις 6-2-2016 στην πώληση του ακινήτου, χωρίς να
αναμένουν την παρέλευση της προθεσμίας που τους έταξε ο αγοραστής (τέλος
Φεβρουαρίου 2016), εντός της οποίας θα μπορούσαν να επιτύχουν τη συναινετική
εξάλειψη της υποθήκης. Τέλος η ως άνω ζημία συνδέεται αιτιωδώς με αδικοπρακτική
συμπεριφορά της δανείστριας τράπεζας και των προστηθέντων αυτής, οι οποίοι,
χωρίς να ενεργήσουν τον προσήκοντα έλεγχο στα βιβλία μεταγραφών του
Υποθηκοφυλακείου ...., προέβησαν αρχικώς σε εγγραφή προσημειώσεως και εν
συνεχεία σε τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, επί ενός ακινήτου που είχε
εκφύγει ήδη, 16 έτη πριν, από την κυριότητα του οφειλέτη της τράπεζας και,
παρότι είχε ήδη εξοφληθεί η απαίτηση της τελευταίας, δεν προέβησαν σε συναινετική
εξάλειψη αυτής. Λόγω απορρίψεως του ως άνω αιτήματος ως μη νόμιμου, το αίτημα
απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως σε βάρος της εναγόμενης καθίσταται μη νόμιμο,
εφόσον το αιτούμενο από έκαστο ενάγοντα ποσό, που κρίθηκε νόμιμο, είναι
μικρότερο των 30.000 ευρώ, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 2
ΚΠολΔ ως όριο για την επιβολή προσωπικής κρατήσεως. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται
επικουρικώς ότι, σε περίπτωση που η αγωγή τους δεν εμπίπτει στις διατάξεις των
άρθρων 914 επ. ΑΚ, αυτή στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 1344 ΑΚ. Ωστόσο η
τελευταία διάταξη δεν καθιερώνει αυτοτελή λόγο ευθύνης του υποθηκοφύλακα προς
αποκατάσταση της ζημίας, αλλά αποτελεί ειδικότερο επιτακτικό κανόνα, ο οποίος
σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ ιδρύει ευθύνη του
υποθηκοφύλακα προς αποζημίωση, όπως εκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας. Η
δε ρητή ρύθμιση της ευθύνης του υποθηκοφύλακα που περιέχεται στο άρθρο 1344 ΑΚ,
πρέπει να συνδυαστεί με την επόμενη διάταξη του άρθρου 1345 ΑΚ, σύμφωνα με την
οποία το Δημόσιο δεν έχει καμία ευθύνη από οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη του
φύλακα υποθηκών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, δηλαδή κατέστη αναγκαία η
πρόβλεψη της ατομικής ευθύνης του υποθηκοφύλακα, προκειμένου να απεμπλακεί το
Δημόσιο από την ευθύνη για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των
υποθηκοφυλάκων όλης της Χώρας (βλ. Μπαλή, Εμπράγματο Δίκαιο έκδοση 4 , παρ.
302, σελ. 615). Βέβαια η τελευταία διάταξη κατέστη εν μέρει ανενεργή, με την
καθιέρωση της αντίθετης για τους έμμισθους υποθηκοφύλακες και υπαλλήλους των
εμμίσθων υποθηκοφυλακείων διατάξεως του άρθρου 13 Ν. 4201/1961, με το οποίο
θεσπίστηκε ευθύνη του Δημοσίου για τις πράξεις ή παραλείψεις των εμμίσθων
φυλάκων των υποθηκών και των υπαλλήλων των εμμίσθων υποθηκοφυλακείων (βλ. Μάζη,
σε Απ. Γεωργιάδη / Μ. Σταθόπουλο ΑΚ VI Εμπράγματο Δίκαιο, άρθρα 1344-1345, σελ.
675 επ.). Επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη η αγωγή, πρέπει να
ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι καταβλήθηκε από
τους ενάγοντες το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων
προσαυξήσεις ([…]).
[…] Η εναγόμενη είναι
ειδική άμισθη Υποθηκοφύλακας ... από το έτος 1979 έως σήμερα, ήταν δε
υποθηκοφύλακας το έτος 1997, που καταχωρίστηκε η προαναφερόμενη προσημείωση επί
του επίδικου ακινήτου στα βιβλία υποθηκών. Όπως η ίδια συνομολογεί στις
προτάσεις της, την 5-9-1997 παρέλαβε την αίτηση που κατέθεσε η Τράπεζα […], από
τον πληρεξούσιο δικηγόρο της τελευταίας, που έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ....1997,
με την οποία η τράπεζα ζητούσε την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε επτά
ακίνητα ιδιοκτησίας του Α.Σ., μεταξύ των οποίων το επίδικο, για το ποσό των
10.000.000 δραχμών, με συνημμένα έγγραφα τη διαταγή πληρωμής, την έκθεση
επιδόσεως στον οφειλέτη και επτά περιλήψεις, μία για έκαστο ακίνητο. Η
εναγόμενη ήλεγξε τυπικώς τα προσκομιζόμενα έγγραφα και προέβη στην εγγραφή
προσημειώσεως υποθήκης σε έκαστο εκ των επτά ακινήτων. Στα ακίνητα δεν υπήρχε
εγγεγραμμένο κάποιο βάρος και ανοίχθηκε νέο φύλλο για έκαστο ακίνητο, στον τόμο
... με αριθμούς .... η δε προσημείωση για το επίδικο ακίνητο καταχωρίστηκε στον
τόμο ...., στο φύλλο ... και έλαβε τον αριθμό 1. Η περίληψη που προσκομίστηκε
μαζί με την αίτηση, ανέφερε ότι το ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του οφειλέτη
με το με αριθμό ...1969 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου .... Η εναγόμενη,
προκειμένου να προβεί στην καταχώριση της προσημειώσεως επί του επιδίκου
ακινήτου στο οικείο βιβλίο υποθηκών, όφειλε, στα πλαίσια ασκήσεως των
καθηκόντων της, ως μέση επιμελής υποθηκοφύλακας, να προβεί σε τυπικό έλεγχο του
τίτλου εγγραφής υποθήκης, δηλαδή να ελέγξει αφενός τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και
αφετέρου την ταυτότητα του ακινήτου, επί του οποίου ζητείτο η εγγραφή της
προσημειώσεως, για να μην πάσχει από ακυρότητα ο τίτλος. Ο έλεγχος αυτός δεν
περιελάμβανε έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του τίτλου ή της σκοπιμότητας
εγγραφής του εμπράγματου βάρους, ο οποίος δεν επιτρέπεται στον υποθηκοφύλακα,
περιελάμβανε όμως στοιχειώδη τυπικό έλεγχο στη μερίδα του οφειλέτη, ώστε να
διαπιστωθεί από την εναγόμενη αν το ακίνητο ήταν στην κυριότητά του ή παρέμενε
στην κυριότητά του, ο έλεγχος δε αυτός είναι τυπικός και όχι ουσιαστικός, όπως
ισχυρίζεται η εναγόμενη, αφού δεν περιλαμβάνει έλεγχο ελαττωμάτων του τίτλου,
για τον οποίο είναι αρμόδιο το δικαστήριο (π.χ. εικονικότητα του τίτλου,
έλλειψη των αναγκαίων διοικητικών ή δικαστικών αδειών για την κατάρτιση του,
ανεπίτρεπτη κατάτμηση του ακινήτου κλπ.). Ωστόσο η εναγόμενη, από βαριά
αμέλεια, παρέλειψε να προβεί στον ως άνω έλεγχο, τον οποίο εάν πραγματοποιούσε,
θα διαπίστωνε ευχερώς ότι το επίδικο ακίνητο είχε εκφύγει της κυριότητας του
οφειλέτη, 16 έτη πριν την εγγραφή της προσημειώσεως και από την υπαίτια
παράλειψη της αυτή προκλήθηκε άκυρη εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, η οποία στη
συνέχεια τράπηκε σε υποθήκη, που ήταν ομοίως άκυρη. Η εναγόμενη και κατά την
λήψη της αιτήσεως για τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, παρέλειψε από βαριά
αμέλεια να προβεί στον τυπικό έλεγχο της κυριότητας του ακινήτου. Από την ως
άνω παράνομη και υπαίτια πράξη της εναγόμενης προκλήθηκε βλάβη στους ενάγοντες,
που ήταν οι αληθείς κύριοι του ακινήτου, κατά την εγγραφή της προσημειώσεως
υποθήκης και της τροπής της σε υποθήκη. Η ευθύνη αυτή της εναγόμενης είναι
ανεξάρτητη και παράλληλη με την ευθύνη είτε των προστηθέντων της Τράπεζας […]
είτε του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που ενήργησαν πλημμελή έλεγχο στα βιβλία
μεταγραφών, στη μερίδα του Α.Σ., πριν αιτηθούν την εγγραφή της επίδικης
προσημειώσεως, αφού δεν αποκλείεται για την ίδια ζημία να ευθύνονται
περισσότεροι κατά το άρθρο 926 ΑΚ. Από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της
εναγόμενης οι ενάγοντες υπέστησαν κατ’ αρχάς θετική ζημία ίση με το ποσό των
887,26 ευρώ, το οποίο κατέβαλαν για τη σύνταξη της συμβολαιογραφικής πράξεως
εξαλείψεως της υποθήκης, όπως εκτέθηκε ανωτέρω και την καταχώρισή της στα
βιβλία υποθηκών. Η ζημία αυτή συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της
εναγόμενης και δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, επειδή η εξάλειψη έγινε
λόγω εξοφλήσεως της ασφαλιζόμενης με την υποθήκη απαιτήσεως και όχι λόγω
ακυρότητας του τίτλου, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη, διότι, όπως προεκτέθηκε, η
λύση αυτή προκρίθηκε από την Τράπεζα […], ως άμεση και λιγότερο δαπανηρή, για
να επιφέρει την εξάλειψη του εμπράγματου βάρους από το ακίνητο, το οποίο είχε
ήδη μεταβιβαστεί σε τρίτον. Το ως άνω ποσό της θετικής ζημίας επιμερίζεται στους
ενάγοντες, αναλόγως της μερίδας τους επί του ακινήτου, δηλαδή κατά ποσοστό 50%
στον πρώτο ενάγοντα και κατά ποσοστό 25% στους δεύτερο και τρίτο και ανέρχεται
στο ποσό των 443,63 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και στο ποσό των 221,81 ευρώ
για έκαστο των λοιπών. Το αιτούμενο κονδύλιο της αποθετικής ζημίας απορρίφθηκε
ως μη νόμιμο. Ωστόσο, ανεξαρτήτως της νομικής αβασιμότητάς του και από τα
προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε βάσιμο από ουσιαστική άποψη.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την αγωγή οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν την ύπαρξη της
υποθήκης στις 28-1-2016 προφορικώς και στις 2-2-2016 με μήνυμα ηλεκτρονικού
ταχυδρομείου, η πληροφορία δε αυτή είχε ως συνέπεια να μην καταρτιστεί η
σύμβαση πωλήσεως του ακινήτου στις 30-1-2016 με τίμημα 490.000 ευρώ, αλλά να υποκύψουν
στις πιέσεις του αγοραστή και να πωλήσουν τελικώς το ακίνητό τους στο ύψος της
αντικειμενικής αξίας, δηλαδή στο ποσό των 84.795,79 ευρώ για την ιδιοκτησία του
πρώτου ενάγοντος και στο ποσό των 83.566,36 ευρώ για την ιδιοκτησία του
δευτέρου και τρίτου εξ αυτών, στις 6-2-2016. Από τα έγγραφα όμως που
προσκομίζει η εναγόμενη και τα οποία μνημονεύονται στα συμβόλαια πωλήσεως που
κατήρτισαν οι ενάγοντες, προκύπτει, ότι την 27-1-2016, δηλαδή μία ημέρα πριν
πληροφορηθούν οι ενάγοντες την άκυρη υποθήκη κατά την αγωγή τους, ο αγοραστής
.... υπέβαλε προς τη Δ.Ο.Υ. ... τις με αριθμό […] και […]/27-1-2016 δηλώσεις
μεταβίβασης ακινήτου, προκειμένου να προκύψει ο καταβλητέος φόρος, όπου
δηλώθηκε ως τίμημα της μεταβιβάσεως το ποσό των 84.795,79 ευρώ για την ιδιοκτησία
του πρώτου ενάγοντος και το ποσό των 83.566,36 ευρώ για την ιδιοκτησία του
δευτέρου και τρίτου εξ αυτών, την επομένη δε της γνώσεως της υποθήκης στο
ακίνητο, δηλαδή την 29-1-2016, ο ως άνω αγοραστής, με τα με αριθμό […]
γραμμάτια εισπράξεως της Τράπεζας […], κατέβαλε τον φόρο που προσδιορίστηκε την
ίδια ημέρα από τη Δ.Ο.Υ. ... με βάση την αντικειμενική αξία και συγκεκριμένα
κατέβαλε το ποσό των 2.620 ευρώ για την πρώτη οριζόντια ιδιοκτησία και το ποσό
των 2.582 ευρώ για τη δεύτερη, ενώ στις 2-2-2016 ο αγοραστής, με τα με αριθμό
[…] και […]/2-2-2016 διπλότυπα εισπράξεως της Δ.Ο.Υ....., κατέβαλε για έκαστο
ακίνητο συμπληρωματικό φόρο 0,20 ευρώ. Όπως δε προαναφέρθηκε, τα οριστικά
συμβόλαια πωλήσεως και μεταβιβάσεως των οριζοντίων ιδιοκτησιών καταρτίστηκαν
στις 6-2-2016. Συνεπώς η ύπαρξη υποθήκης στο επίδικο ακίνητο ουδόλως απέτρεψε
τον αγοραστή από την αγορά του, ούτε μείωσε το τίμημα της πωλήσεως, αφού ήδη οι
συμβαλλόμενοι είχαν αποφασίσει να αναγράψουν στο συμβόλαιο ως τίμημα την
αντικειμενική αξία των οριζοντίων ιδιοκτησιών, ανεξαρτήτως εάν αυτή
αντιπροσώπευε και το αληθές τίμημα της μεταβιβάσεως. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι
η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος, που προέβαλε η εναγόμενη πρωτοδίκως και
επαναφέρει νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις της, ότι οι
ενάγοντες και ιδίως ο πρώτος εξ αυτών, που έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, δεν
ενήργησαν άμεσα προς τη δανείστρια τράπεζα, απαιτώντας την εξάλειψη της
υποθήκης λόγω ακυρότητας, αλλά ενστερνίστηκαν την άποψή της ότι μπορούσε να
γίνει μόνο δικαστικώς και ότι πρόσφορη λύση ήταν η χρονοβόρα διαδικασία
εξαλείψεως λόγω εξοφλήσεως αναφέρεται πρωτίστως στο κονδύλιο της αποθετικής
ζημίας, το οποίο απορρίφθηκε. Ως προς το κονδύλιο της θετικής ζημίας η
εναγόμενη δεν ισχυρίζεται κάποια συγκεκριμένη υπαίτια ενέργεια ή παράλειψη των
εναγόντων, που οδήγησε στην επαύξησή της, αφού είτε η εξάλειψη γινόταν με
συναίνεση της δανείστριας τράπεζας με συμβολαιογραφική πράξη είτε δικαστικώς,
οι ίδιοι θα υποβαλλόταν σε δαπάνες του ύψους αυτού, ανεξαρτήτως εάν θα είχαν
δικαίωμα να τις αναζητήσουν και από την τράπεζα. Συνεπώς η ως άνω ένσταση είναι
απορριπτέα ως αβάσιμη. Τέλος αποδείχθηκε ότι από την παράνομη και υπαίτια
παράλειψη της εναγόμενης οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, αφού υποβλήθηκαν
σε ταλαιπωρία, σωματική και ψυχική να αναζητήσουν τον φάκελο του οφειλέτη στη
δανείστρια τράπεζα, να έλθουν σε επικοινωνία με τα όργανα της τελευταίας,
προκειμένου να εξεύρουν την προσφορότερη λύση για την άμεση εξάλειψη της
υποθήκης, να μεριμνήσουν για τη σύνταξη της συμβολαιογραφικής πράξεως και να
προβούν στην καταχώρισή της στα βιβλία υποθηκών. Ενόψει της βαρύτητας του
πταίσματος της εναγόμενης, της ελλείψεως πταίσματος των εναγόντων, του ύψους
της περιουσιακής ζημίας που υπέστησαν οι τελευταίοι, της σωματικής και ψυχικής
ταλαιπωρίας που υπέστησαν, καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως
των μερών, δεδομένου ότι ο πρώτος ενάγων είναι δικηγόρος, εγγεγραμμένος στον
Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων
υψηλόβαθμα στελέχη πολυεθνικών εταιριών ιατρικών μηχανημάτων και η εναγόμενη
άμισθη Υποθηκοφύλακας, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να επιδικαστεί
στους ενάγοντες, για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αδικοπραξία,
ανέρχεται στο ποσό των 1.000 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και στο ποσό των 800
ευρώ για έκαστο των λοιπών. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να
γίνει δεκτή εν μέρει, ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθεί η
εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 1.443, 63 ευρώ,
στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 1.021, 81 ευρώ και στον τρίτο ενάγοντα το
ποσό των 1.021,81 ευρώ, με τον τόκο επιδικίας κατά το άρθρο 346 ΑΚ, από την
επίδοση της αγωγής. Η εναγόμενη πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών
εξόδων των εναγόντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας ανάλογο με την
έκταση της νίκης και ήττας κάθε διάδικου (άρθρα 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2
ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η
επιστροφή στους εκκαλούντες του παραβόλου, ύψους 100 ευρώ, που κατατέθηκε με το
με αριθμό […] ηλεκτρονικό παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών
Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ…]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου