Η εκ διαθήκης διαδοχή στο Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο - Με το θάνατο κάποιου προσώπου τίθεται σε κίνηση ο μηχανισμός της κληρονομικής διαδοχής. Πρόκειται για τον τρόπο ρύθμισης των εννόμων σχέσεων του ατόμου μετά το θάνατό του και ιδίως την τύχη της περιουσίας του, για την οποία πιθανόν να έχει ήδη αποφασίσει το ίδιο το άτομο. Όταν, ειδικότερα, ο αποθανών έχει εκφράσει τη βούλησή του περί διάθεσης των κληρονομιαίων με διάταξη τελευταίας βούλησης, τίθεται σε κίνηση ο μηχανισμός της εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής. Αντίθετα, όταν ο ίδιος ο διαθέτης δεν έχει εκφραστεί με διάταξη τελευταίας βούλησης, ενεργοποιείται ο μηχανισμός της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής.

Η εκ διαθήκης διαδοχή στο Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο
EΙΣΑΓΩΓΗ
Με το θάνατο κάποιου προσώπου τίθεται σε κίνηση ο μηχανισμός της κληρονομικής διαδοχής. Πρόκειται για τον τρόπο ρύθμισης των εννόμων σχέσεων του ατόμου μετά το θάνατό του και ιδίως την τύχη της περιουσίας του, για την οποία πιθανόν να έχει ήδη αποφασίσει το ίδιο το άτομο. Όταν, ειδικότερα, ο αποθανών έχει εκφράσει τη βούλησή του περί διάθεσης των κληρονομιαίων με διάταξη τελευταίας βούλησης, τίθεται σε κίνηση ο μηχανισμός της εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής. Αντίθετα, όταν ο ίδιος ο διαθέτης δεν έχει εκφραστεί με διάταξη τελευταίας βούλησης, ενεργοποιείται ο μηχανισμός της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής....
Η τυχόν σύνδεση των κληρονομικών σχέσεων, που απορρέουν από το θάνατο του κληρονομούμενου, με περισσότερες της μίας έννομες τάξεις μπορεί να ανακύψει, είτε όταν ο αποθανών κατοικούσε εν ζωή σε άλλο κράτος από εκείνο του οποίου είχε την ιθαγένεια, είτε όταν μέρος των κληρονομιαίων βρίσκεται σε άλλο κράτος από εκείνο με το οποίο συνδεόταν. Στην περίπτωση αυτή, καλείται σε λειτουργία ο μηχανισμός του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, κατά τον οποίο η ρύθμιση των τυχόν ανακυπτουσών διαφορών πρέπει να ακολουθήσει συγκεκριμένα στάδια.
Έτσι, στην περίπτωση της σύνδεσης των κληρονομικών σχέσεων με περισσότερες της μίας έννομες τάξεις στην εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή, τα στάδια που πρέπει να ακολουθηθούν για τη ρύθμιση των ζητημάτων που τυχόν θα ανακύψουν είναι, αφενός, από ουσιαστικής άποψης, το εφαρμοστέο δίκαιο στα νομικά αυτά ζητήματα και, αφετέρου, από δικονομικής άποψης, η διεθνής δικαιοδοσία ως προς τη δικαστική διευθέτηση των ζητημάτων αυτών.
Ειδικότερα, τα στάδια του εφαρμοστέου δικαίου και της διεθνούς δικαιοδοσίας απαντούν στα ερωτήματα σχετικά με το ποιο δίκαιο διέπει την επίδικη κληρονομική διαφορά με στοιχεία αλλοδαπότητας, αφενός, και σχετικά με το δικαστήριο που δύναται να επιληφθεί της διαφοράς αυτής, αφετέρου. Τα στάδια αυτά είναι διακριτά μεταξύ τους, καθώς η κατάφαση της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων ενός κράτους δεν συνεπάγεται αυτοδίκαια και την εφαρμογή των

ουσιαστικών διατάξεων του δικαίου του εν λόγω κράτους. Η αντίθετη λύση, παρότι θα απλοποιούσε σημαντικά το έργο του δικάζοντος δικαστή, παραγνωρίζει την ιδιομορφία των διαφορών με στοιχεία αλλοδαπότητας.
Ειδικά στο χώρο του κληρονομικού δικαίου, τα ιδιωτικοδιεθνολογικά ζητήματα που ανακύπτουν επαυξάνονται από το γεγονός ότι πολλοί θεσμοί αποτελούν σημαντικό στοιχείο κάποιων εννόμων τάξεων, τη στιγμή που σε άλλες έννομες τάξεις είναι τελείως άγνωστοι. Αλλά και σε δικονομικό επίπεδο, οι διαφοροποιήσεις στις ουσιαστικές διατάξεις των εννόμων τάξεων διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση των δικονομικών και διαδικαστικών ζητημάτων που ανακύπτουν. Μάλιστα, η διαπλοκή των διατάξεων ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου είναι ιδιαίτερα έντονη στο πεδίο της κληρονομικής διαδοχής και δημιουργεί συχνά προβλήματα εφαρμογής των δικονομικών διατάξεων της lex fori. Η ιδιωτικοδιεθνολογική αυτή ιδιαιτερότητα του κληρονομικού δικαίου αποτέλεσε το λόγο ενασχόλησης με την ανάπτυξη του συγκεκριμένου θέματος, εμφατικά μάλιστα η ιδιαιτερότητα της εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής, καθόσον τα ιδιαίτερα ιδιωτικοδιεθνολογικά ζητήματα είναι εμφανή ιδίως σε  θέματα που άπτονται της διαδοχής με διάταξη τελευταίας βούλησης.
Στο πλαίσιο λειτουργίας των δύο αυτών σταδίων, του εφαρμοστέου δικαίου και της διεθνούς δικαιοδοσίας, ανακύπτουν ειδικότερα ζητήματα που σχετίζονται με την εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή, τα οποία έχουν ειδικό και συγκεκριμένο χαρακτήρα. Τα ζητήματα αυτά θα αποτελέσουν τον κεντρικό άξονα της παρούσας ανάπτυξης. Ειδικότερα, από άποψη διάρθρωσης, στο πρώτο μέρος αυτής εξετάζονται τα ζητήματα που σχετίζονται με το εφαρμοστέο δίκαιο στην εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή, υπό το οποίο αναπτύσσονται οι γενικές θέσεις του ελληνικού ιδδδ, αλλά και τα ζητήματα που άπτονται της βούλησης του διαθέτη και του εκ διαθήκης κληρονομικού δικαιώματος. Συγκεκριμένα, μετά την εξέτασης της επιλογής της lex patriae ως συνδέσμου της ιθαγένειας, της ενότητας της κληρονομίας, ζητημάτων διαπροσωπικού, διατοπικού και διαχρονικού δικαίου και της επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου από τον διαθέτη, τα οποία πραγματεύονται τις θέσεις του ελληνικού ιδδδ, ακολουθεί η πραγμάτευση αφενός των ζητημάτων

που άπτονται της βούλησης του διαθέτη, όπου εξετάζεται η διάθεση της κληρονομιαίας περιουσίας και οι περιορισμοί του διατίθενται, και αφετέρου των ζητημάτων που άπτονται του εκ διαθήκης κληρονομικού δικαιώματος, όπου εξετάζεται το εύρος και οι περιορισμοί του εκ διαθήκης κληρονομικού δικαιώματος. Ακολούθως, στο δεύτερο μέρος εξετάζονται τα ζητήματα που αφορούν στη δικαιοδοτική κρίση στην εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή, υπό το οποίο πραγματεύονται οι κανόνες δικονομικού διεθνούς δικαίου, τα διεθνή κείμενα σε σχέση με τον ΚΠολΔ, αλλά και τα ζητήματα αλλοδαπού χαρακτήρα υπό την οπτική του ελληνικού δικαίου. Συγκεκριμένα, μετά τη γενική εξέταση του μονομερούς χαρακτήρα των δικονομικών κανόνων σε ζητήματα διεθνούς δικαιοδοσίας και την επίδρασή τους στην αρχή της ενότητας της κληρονομίας, ακολουθεί η πραγμάτευση αφενός των ζητημάτων, που άπτονται της διεθνούς δικαιοδοσίας και της αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών αποφάσεων τόσο σύμφωνα με διεθνή κείμενα όσο και σύμφωνα με τον ΚΠολΔ, και αφετέρου ζητημάτων αλλοδαπού χαρακτήρα υπό την οπτική του ελληνικού δικαίου, όπου αναπτύσσονται το βάρος απόδειξης του εκ διαθήκης κληρονομικού δικαιώματος και οι διατάξεις που αφορούν στις διαθήκες που έχουν συνταχθεί στην αλλοδαπή.
Υπό τη διάρθρωση αυτή, επιχειρήθηκε ο συγκερασμός και η αξιοποίηση των υπό εξέταση ζητημάτων, τόσο για μια ενδιαφέρουσα ανάπτυξη όσο και για έναν γόνιμο προβληματισμό επί της υπό ανάπτυξη θεματικής.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΗΝ ΕΚ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ

Ι. ΟΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΙΔΔΔ


Α. Η επιλογή του συνδέσμου της ιθαγένειας


α. Το δίλημμα μεταξύ lex patriae και lex domicilii


Από τα σημαντικότερα ιδιωτικοδιεθνολογικά ζητήματα εν γένει είναι το πρόβλημα της επιλογής του κατάλληλου συνδέσμου στο πλαίσιο της δομής του κανόνα σύγκρουσης, που εν προκειμένου αφορά στον καθορισμό του δικαίου που διέπει τις κληρονομικές σχέσεις, τη lex hereditatis.
Στο κληρονομικό διεθνές δίκαιο, το νομικό δίλημμα που έχει τεθεί1 είναι η επιλογή μεταξύ του συνδέσμου της ιθαγένειας, της lex patriae, και του συνδέσμου της κατοικίας, της lex domicilii, καθώς πρόκειται για δύο συνδέσμους που η εφαρμογή αμφότερων επιφέρει ως αποτέλεσμα τη ρύθμιση της επίδικης έννομης σχέσης σύμφωνα με το δίκαιο, με το οποίο αυτή συνδέεται στενότερα.
Ο σύνδεσμος της ιθαγένειας του κληρονομούμενου έχει ως κύριο πλεονέκτημα τη δικαιική ασφάλεια, για το λόγο ότι η ύπαρξη ή όχι της ιθαγένειας ενός κράτους εξακριβώνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του δικαίου του κράτους αυτού. Παράλληλα, ο καθορισμός της ιθαγένειας με βάση διατάξεις δημοσίου δικαίου και η κτήση της υπό τις προϋποθέσεις που αυτές προβλέπουν, περιορίζει σε σημαντικό βαθμό τη δυνατότητα αυτόβουλης μεταβολής της ιθαγένειας και, κατ’ επέκταση, καταστρατηγικών ενεργειών, με τις οποίες να μεθοδεύεται η υπαγωγή έννομης σχέσης σε δίκαιο άλλο από εκείνο που κανονικά τη διέπει.
Το ζήτημα που τίθεται ως προς την επιλογή του συνδέσμου της ιθαγένειας, είναι στην περίπτωση που διαφέρει το κράτος, του οποίου ο κληρονομούμενος έχει

1 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 2 επ.

την ιθαγένεια, με το κράτος, στο οποίο βρίσκεται η κατοικία ή η συνήθης διαμονή του, οπότε και ανακύπτει το ερώτημα αν πράγματι ο κληρονομούμενος συνδέεται περισσότερο με το δίκαιο του κράτους της ιθαγένειάς του.
Το κυρίαρχο, ωστόσο, στοιχείο για την υπαγωγή των κληρονομικών σχέσεων στο δίκαιο της ιθαγένειας του κληρονομούμενου αποτελούν σταθμίσεις που ανάγονται στην άσκηση εθνικής πολιτικής. Έτσι, παρατηρείται ότι οι χώρες, που εμφανίζουν μεταναστευτικό ρεύμα προς το εξωτερικό, επιδιώκουν τη διατήρηση των σχέσεων των μεταναστευόντων με τη χώρα προέλευσης, όπως συμβαίνει με το ελληνικό και ιταλικό ιδδδ. Αντίστροφα, χώρες υποδοχής των μεταναστών, όταν ενδιαφέρονται για την ταχεία ενσωμάτωσή τους, έχουν την τάση να διευρύνουν το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της κατοικίας.
Από την άλλη πλευρά, η εφαρμογή του δικαίου της κατοικίας, που είχε ο κληρονομούμενος κατά το θάνατό του, εμφανίζει το πλεονέκτημα ότι τα αναφυόμενα προβλήματα επιλύονται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους, στο οποίο ο κληρονομούμενος έχει συγκεντρώσει το επίκεντρο των βιοτικών του σχέσεων. Εφαρμόζεται, έτσι, το δίκαιο του κράτους, στο οποίο ο κληρονομούμενος είχε αναπτύξει την κοινωνικοοικονομική του δραστηριότητα, το περιουσιακό αποτέλεσμα της οποίας αποτελεί το αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής.
Αντίθετα από ό, τι συμβαίνει με το σύνδεσμο της ιθαγένειας, ο σύνδεσμος της κατοικίας εμφανίζει το μειονέκτημα ότι μειώνει τη δικαιική ασφάλεια, διότι η διαπίστωση της πραγματικής ή μη κατοικίας του κληρονομούμενου σε κάποιο κράτος είναι ζήτημα πραγματικό, που δεν διαπιστώνεται με την απλή αναγωγή στις οικείες διατάξεις του νόμου του κράτους αυτού, αλλά προαπαιτεί τη διερεύνηση υποκειμενικών δεδομένων, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο ο κληρονομούμενος είχε την πρόθεση να ζήσει σε μόνιμη βάση σε κάποια χώρα. Από την άλλη, η εφαρμογή του δικαίου της ιθαγένειας, που έχει ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο θανάτου του, δημιουργεί σχετική αβεβαιότητα, καθώς δεν μπορεί να αποκλεισθεί η αλλαγή ιθαγένειας του κληρονομούμενου λίγο πριν το θάνατό του, οπότε δεν είναι πάντα γνωστό εκ των προτέρων το δίκαιο που θα εφαρμοσθεί. Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, η δικαιική ασφάλεια που διασφαλίζει

κατά τα ανωτέρω θα έλεγε κανείς ότι υπερτερεί έναντι της ανασφάλειας που μπορεί να προκαλέσει ο σύνδεσμος της κατοικίας. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που ο σύνδεσμος της ιθαγένειας υιοθετήθηκε από το ελληνικό δίκαιο, όπως αναπτύσσεται αμέσως κατωτέρω.

β. Η lex patriae κατά το ελληνικό δίκαιο


Η λύση που υιοθετήθηκε από το ελληνικό δίκαιο στη διάταξη του άρθρου 28 ΑΚ είναι η επιλογή του συνδέσμου της ιθαγένειας έναντι αυτού της κατοικίας, σε ακολουθία με τα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται ορθά η επιλογή αυτή. Κατά τον ως άνω διμερή κανόνα σύγκρουσης ‘οι κληρονομικές σχέσεις διέπονται από το δίκαιο της ιθαγένειας που είχε ο κληρονομούμενος όταν πέθανε’.
Το ελληνικό ιδδδ διεκδικεί την παγκόσμια ‘πρωτιά’ όσον αφορά στην καθιέρωση της ιθαγένειας ως συνδέσμου, με βάση τον οποίο προσδιορίζεται το δίκαιο που διέπει τις κληρονομικές σχέσεις. Ειδικότερα, το άρθρο 5 παρ. 2 Ν. Τ}Α/1856, που ίσχυε μέχρι να τεθεί σε ισχύ ο ΑΚ, προέβλεπε την εφαρμογή του δικαίου της ιθαγένειας του κληρονομούμενου ως προς την εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή επί των κινητών της περιουσίας2.
Κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό του δικαίου που διέπει τις κληρονομικές σχέσεις είναι, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 28 ΑΚ, ο χρόνος θανάτου του κληρονομούμενου, η επέλευση του οποίου θα κριθεί σύμφωνα με το δίκαιο που ορίζει ο κανόνας σύγκρουσης του άρθρου 5 ΑΚ, κατά το οποίο ‘η ικανότητα δικαίου του φυσικού προσώπου διέπεται από το δίκαιο της ιθαγένειάς του’3. Το δίκαιο αυτό ρυθμίζει μεταξύ άλλων και τη λήξη της προσωπικότητας του φυσικού προσώπου4.

2 Βρέλλης, Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, Γ’ Έκδοση, 2008, σελ. 343, Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 8.
3 Η λειτουργία του κανόνα σύγκρουσης του άρθρου 5 αδρανοποιείται στην περίπτωση διαπλοκής
περισσότερων leges patriae, όπως συμβαίνει όταν υπάρχει δυσχέρεια προσδιορισμού της σειράς θανάτου περισσότερων προσώπων διαφορετικής ιθαγένειας,, π.χ. σε πολύνεκρο αεροπορικό δυστύχημα. Ως προς το θέμα αυτό έχει υποστηριχθεί πληθώρα απόψεων από την ελληνική θεωρία του ιδδδ, για τις οποίες βλ. Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 11.
4 Μαριδάκης, Ιδιωτικόν διεθνές δίκαιο, ΙΙ, 1968, σελ. 390, Βρέλλης, Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, Γ’ Έκδοση
2008, σελ. 135.

Στην ουσία πρόκειται, όσον αφορά στο ελληνικό ιδδδ, για το ίδιο δίκαιο που εφαρμόζεται επί των κληρονομικών σχέσεων του κληρονομούμενου, αφού αμφότεροι οι κανόνες σύγκρουσης χρησιμοποιούν ως σύνδεσμο την τελευταία ιθαγένεια. Με την ταύτιση αυτή του συνδέσμου, απλοποιείται εν γένει το ζήτημα της επέλευσης του χρόνου θανάτου του κληρονομουμένου και διευκολύνεται στο χειρισμό του τόσο ο εφαρμοστής του δικαίου όσο και ο νομικός της πράξης.
Εφόσον, λοιπόν, η ιθαγένεια του κληρονομούμενου κατά τη στιγμή του θανάτου του είναι ο κρίσιμος σύνδεσμος για τη lex hereditatis, ζήτημα τίθεται όταν ο κληρονομούμενος είναι κατά τη στιγμή του θανάτου του ανιθαγενής ή πολυιθαγενής. Στην πρώτη περίπτωση, ο κανόνας σύγκρουσης του άρθρου 28 ΑΚ δεν μπορεί να λειτουργήσει και ο καθορισμός της lex hereditatis θα γίνει σύμφωνα με το άρθρο 30 ΑΚ, κατά το οποίο ‘εφόσον ο νόμος δεν καθιερώνει άλλη ρύθμιση, αν το πρόσωπο δεν έχει ιθαγένεια, εφαρμόζεται στη θέση του δικαίου της ιθαγένειας το δίκαιο της συνήθους διαμονής και, αν δεν έχει συνήθη διαμονή, το δίκαιο της απλής διαμονής’. Κατ’ αναλογία δε προς τον κανόνα σύγκρουσης του άρθρου 28 ΑΚ, εφαρμόζεται το δίκαιο της συνήθους διαμονής που είχε ο ανιθαγενής κατά το χρόνο του θανάτου του. Η αναλογική εφαρμογή του άρθρου 30 ΑΚ πρέπει να γίνει δεκτή ότι επιτρέπεται και προκειμένου περί προσώπων, των οποίων η ιθαγένεια δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί.
Πρόβλημα καθορισμού της lex hereditatis ανακύπτει και όταν ο κληρονομούμενος είναι κατά το χρόνο του θανάτου του πολυιθαγενής. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 31 ΑΚ, η οποία διακρίνει μεταξύ της περίπτωσης, όπου η μία από τις ιθαγένειες του πολυιθαγενούς είναι η ελληνική, και εκείνης, όπου όλες οι ιθαγένειες του πολυιθαγενούς είναι αλλοδαπές. Στην πρώτη περίπτωση, κατά το ελληνικό ιδδδ υπερισχύει η ελληνική ιθαγένεια και εφαρμόζεται ως lex patriae το ελληνικό δίκαιο, ενώ στη δεύτερη περίπτωση εφαρμόζεται ως lex patriae το δίκαιο του κράτους, με το οποίο ο πολυιθαγενής συνδέεται στενότερα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η αναζήτηση του κράτους, με το οποίο υπάρχει ο στενότερος σύνδεσμος, προϋποθέτει την αξιολογική κρίση

του δικάζοντος δικαστή, η οποία θα στηριχθεί στα πραγματικά δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης5.
Πέρα, όμως, από την ελληνική πρωτιά που αναφέρθηκε ανωτέρω ως προς την επιλογή του συνδέσμου της ιθαγένειας, ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέταση των τάσεων που παρατηρούνται στα αλλοδαπά ιδδδ, η οποία ακολουθεί αμέσως κατωτέρω.

γ. Οι τάσεις αλλοδαπών ιδδδ


Στα επί μέρους εθνικά συστήματα ιδδδ παρατηρούνται δύο τάσεις6: αφενός οι εθνικές διατάξεις ιδδδ που προβλέπουν την εφαρμογή της lex domicilii στα  κινητά της κληρονομίας και την εφαρμογή του δικαίου του τόπου του ακινήτου, της lex rei sitae, ως προς τα ακίνητα της κληρονομίας και, αφετέρου, οι εθνικές διατάξεις που προβλέπουν ότι τις κληρονομικές σχέσεις διέπει η lex patriae. Στην πρώτη κατηγορία, επέρχεται διάσπαση της κληρονομίας και καθίσταται ιδιαίτερα πιθανή η εφαρμογή περισσότερων του ενός δικαίων επί των διαφόρων τμημάτων της κληρονομίας. Τη λύση αυτή υιοθετούν7 το δίκαιο της Γαλλίας8, του Καναδά, της Αγγλίας9, των Η.Π.Α., του Βελγίου, της Ελβετίας, της Λιθουανίας, της Φινλανδίας10. Στη δεύτερη κατηγορία, ανήκουν το δίκαιο της Πολωνίας11, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, της Αυστρίας12, της Ουγγαρίας13, της Ιταλίας, της Τσεχίας14, της Σουηδίας15. Τέλος, κάποια ιδδδ προβλέπουν την εφαρμογή της lex patriae, αλλά κατ’ εξαίρεση την εφαρμογή της lex rei sitae για τα ακίνητα που βρίσκονται στο


5 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 19. 6 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 20. 7 Για τα δίκαια της ΕΕ βλ. http://ec.europa.eu/civiljustice/applicable _law.
8 Mayer – Heuzé, Droit international privé, 7e edition, 2001, σελ. 527 επ.
9 Morris, Theobald on the law of wills, 9th edition, 1939, London, σελ. 1 επ., Chesire, North & Fawcett, Private international law, 14th edition, 2008, Oxford, σελ. 1264 επ, 1279 επ., Hood, Conflicts of laws
within the UK, 2007, Oxford, σελ. 155 επ.
10 Άρθρο 26 του Κληρονομικού Κώδικα.
11 Άρθρα 34, 35 του Νόμου Ιδδδ.
12 Άρθρα 28, 29 IPRG.
13 Szászy, Private international law in the European People’s Democracies, Budapest, 1964, σελ. 366
επ.
14Szászy, Private international law in the European People’s Democracies, Budapest, 1964, σελ. 366 επ.
15 Άρθρο 1(1) του Νόμου για τις διεθνείς έννομες σχέσεις.

έδαφός τους. Αυτήν τη λύση έχουν υιοθετήσει το τουρκικό και το ρουμανικό δίκαιο16, ενώ κατά το γερμανικό δίκαιο είναι δυνατό να επιλεγεί ως εφαρμοστέο δίκαιο το γερμανικό για τα ακίνητα που βρίσκονται στη Γερμανία17.
Την 1η Αυγούστου 1989 συντάχθηκε από τη Συνδιάσκεψη της Χάγης η Σύμβαση για το εφαρμοστέο δίκαιο στην κληρονομική διαδοχή αιτία θανάτου, η οποία, παρότι έχει υπογραφεί μόνο από την Αργεντινή, το Λουξεμβούργο, την Ολλανδία και την Ελβετία και έχει κυρωθεί μόνο από την Ολλανδία18, είναι ένα σημαντικό κείμενο του διεθνούς κληρονομικού δικαίου. Ως προς το δίκαιο που διέπει την κληρονομική διαδοχή, το άρθρο 3 παρ. 1 προβλέπει ότι το δίκαιο αυτό είναι του κράτους, εντός του οποίου ο κληρονομούμενος είχε τη συνήθη διαμονή του κατά το χρόνο του θανάτου του, εφόσον είχε την ιθαγένεια του κράτους αυτού. Με τη ρύθμιση αυτή, που οδηγεί στη σύζευξη ιθαγένειας και συνήθους διαμονής ως συνδετικών εννοιών, εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους που αποτελεί το κέντρο των βιοτικών δραστηριοτήτων του κληρονομούμενου19. Στην περίπτωση που ο κληρονομούμενος είχε την ιθαγένεια κράτους άλλου από εκείνο, στο οποίο είχε τη συνήθη διαμονή του κατά το χρόνο θανάτου του, η διάταξη του αυτού άρθρου στην παρ. 2 εδ. α’ προβλέπει την εφαρμογή του δικαίου της συνήθους διαμονής, εφόσον όμως αυτή υπήρχε τουλάχιστον για διάστημα πέντε ετών πριν το θάνατο του κληρονομούμενου. Ωστόσο, η εφαρμογή του δικαίου αυτού υπόκειται σε εξαιρέσεις. Το εδ. β’ της ίδιας διάταξης προβλέπει την κατ’ εξαίρεση εφαρμογή της lex patriae, εφόσον συνδεόταν εμφανώς στενότερα με το κράτους αυτό. Η διάταξη αυτή επιβάλλει τη στάθμιση των δεσμών που είχε ο κληρονομούμενος με το κράτος, του οποίου είχε την ιθαγένεια. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις που εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής των δύο πρώτων παραγράφων, όπως η περίπτωση της συνήθους διαμονής για διάστημα μικρότερο των πέντε ετών πριν το θάνατο του κληρονομούμενου, η παράγραφος 3 της ίδιας διάταξης προβλέπει ότι εφαρμόζεται το δίκαιο της ιθαγένειας που είχε ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου

16 Szászy, Private international law in the European People’s Democracies, Budapest, 1964, σελ. 366
επ.
17 Άρθρο 25 EGBGB.
18 www.hcch.net.
19Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ.26.

του. Ωστόσο, το δίκαιο αυτό δεν εφαρμόζεται όταν ο κληρονομούμενος συνδεόταν στενότερα με κάποιο άλλο κράτος κατά το χρόνο του θανάτου του.
Πέρα, όμως, από την επιλογή του συνδέσμου της ιθαγένειας ή της κατοικίας ως lex hereditatis από τα διάφορα εθνικά ιδδδ και τα σχετικά διεθνή κείμενα, έντονο ιδιωτικοδιεθνολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ζήτημα πώς αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας, ως μία ενότητα ή ως μεμονωμένα στοιχεία αυτής;

Β. Η υπερίσχυση της αρχής της ενότητας της κληρονομίας α. Θεωρητική αποτύπωση της προβληματικής
Όταν οι κληρονομικές σχέσεις, που απορρέουν από το θάνατο ενός προσώπου, συνδέονται με περισσότερες της μίας έννομες τάξεις και, ιδίως, όταν τα περιουσιακά στοιχεία που συναποτελούν την κληρονομία είναι διασπαρμένα σε περισσότερες της μίας χώρες, γεννάται το ερώτημα αν θα εφαρμοσθεί το ίδιο δίκαιο στο σύνολο της κληρονομικής διαδοχής. Στο σημείο αυτό, διίστανται οι λύσεις που δίνονται από τα εθνικά ιδδδ. Ορισμένα από αυτά εμμένουν στην ενότητα της κληρονομίας και στην εφαρμογή ενός δικαίου στο σύνολό της και άλλα αποδέχονται τη διάσπαση της κληρονομίας σε περισσότερες ομάδες και την εφαρμογή διαφορετικών δικαίων στα επιμέρους τμήματά της20.
Η διάσπαση μπορεί να πάρει διάφορες μορφές: διάσπαση μεταξύ κινητών και ακινήτων, οπότε για τα πρώτα εφαρμόζεται η lex patriae ή η lex domicilii, ανάλογα με το σύνδεσμο που έχει επιλέξει κάθε ιδδδ, ενώ για τα δεύτερα η lex rei sitae∙ διάσπαση μεταξύ των διαφόρων στοιχείων, οπότε για το καθένα από αυτά (κινητά ή ακίνητα, αδιαφόρως) εφαρμόζεται η δική του lex rei sitae∙ διάσπαση μεταξύ των ακινήτων που βρίσκονται στην ημεδαπή, για τα οποία εφαρμοστέα είναι η lex rei sitae (δηλαδή το ημεδαπό δίκαιο) και όλων των άλλων (ακινήτων στην



20 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 72.

αλλοδαπή και κινητών οπουδήποτε και αν βρίσκονται), για τα οποία εφαρμόζεται η
lex patriae ή η lex domicilii21.
Στην εξάλειψη της σύγκρουσης μεταξύ της lex hereditatis, που υποδεικνύει ο κανόνας σύγκρουσης του forum, και της lex rei sitae κληρονομιαίου ακινήτου, που βρίσκεται σε άλλο κράτος, αποβλέπει μία τρίτη αρχή, η αρχή της μείζονος εγγύτητας ή αρμοδιότητας. Σύμφωνα με αυτήν22, οι κληρονομικές σχέσεις διέπονται καταρχήν από το δίκαιο που υποδεικνύει το ιδδδ του forum. Λαμβάνεται, όμως, υπόψη και ο κανόνας ιδδδ των χωρών όπου βρίσκονται κληρονομιαία ακίνητα και, εφόσον αυτός προβλέπει την εφαρμογή της lex rei sitae, υποχωρεί η αρχή της ενότητας της lex hereditatis και εφαρμόζεται από το δικαστήριο του forum η lex rei sitae του κληρονομιαίου ακινήτου, που βρίσκεται εκτός του κράτους του forum. Η αρχή αυτή, ως θεωρητικό σχήμα με το οποίο επιδιώχθηκε ο συγκερασμός των δύο άλλων αρχών, της ενότητας και της διάσπασης της κληρονομίας, τελικά δεν εκπλήρωσε το σκοπό της.
Σκόπιμη κρίνεται, στο σημείο αυτό, η κριτική επισκόπηση των δύο αρχών, της ενότητας και της διάσπασης της κληρονομίας.

β. Τα μειονεκτήματα της αρχής της διάσπασης της κληρονομίας


Με την αρχή της διάσπασης της κληρονομίας εννοείται η εφαρμογή, ως προς τις κληρονομικές σχέσεις που αφορούν στον ίδιο κληρονομούμενο, περισσότερων της μίας leges hereditatis. Τα κληρονομιαία κατανέμονται σε αυτοτελείς κληρονομικές ομάδες, ως προς καθεμία από τις οποίες εφαρμόζονται διαφορετικά δίκαια. Πρόκειται, συνεπώς, για κατάτμηση της lex hereditatis, με την έννοια ότι εφαρμόζονται διαφορετικά δίκαια στις κληρονομικές σχέσεις, που αφορούν σε ένα πρόσωπο. Η περίπτωση αυτή θυμίζει το θεσμό του dépeçage, που συναντάται στο ενοχικό διεθνές δίκαιο και συνίσταται στην εφαρμογή, ως προς την ίδια σύμβαση, διαφορετικών δικαίων. Σε αντίθεση, όμως, με το dépeçage, που συνδέεται κατά

21 Βρέλλης, Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, Γ’ Έκδοση, 2008, σελ. 342, Μαριδάκης, Ιδιωτικόν διεθνές δίκαιο, ΙΙ, 1968, σελ. 240.
22 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 93.

κύριο λόγο με τη ρητή ή σιωπηρή υπαγωγή, εκ μέρους των συμβαλλομένων ή του δικάζοντος δικαστή, τμημάτων της σύμβασης σε διαφορετικά δίκαια, η κατάτμηση της lex hereditatis δεν αποτελεί καταρχήν απόρροια της βούλησης του διαθέτη, αλλά αποτελεί τη λύση που έχει επιλέξει ο νομοθέτης του ιδδδ ορισμένων κρατών23. Η διάσπαση της κληρονομίας ενδέχεται να οδηγήσει στην ερμηνεία από το δικαστήριο της ίδιας διαθήκης με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις διαφορετικών δικαίων24. Ωστόσο, η αναζήτηση της αληθούς βούλησης του διαθέτη σε αναφορά με τις διατάξεις περισσότερων του ενός δικαίων και τη δικαιική ασφάλεια θίγει, αλλά και τη βούληση του διαθέτη τείνει να παραγνωρίσει, δεδομένου ότι αυτός έχει σχεδόν πάντοτε κατά νου τις ρυθμίσεις που περιέχει το δίκαιο, με το οποίο είναι περισσότερο εξοικειωμένος όταν συντάσσει τη διαθήκη του. Εξάλλου, η μείωση της δικαιικής ασφάλειας θίγει και τους κληρονόμους, οι οποίοι συχνά δυσκολεύονται να προσδιορίσουν τα δικαιώματά τους, αφού αυτά κρίνονται για κάθε επιμέρους ομάδα κληρονομιαίων σύμφωνα με το δίκαιο που κατά περίπτωση εφαρμόζεται ως lex hereditatis, ενώ συνεπάγεται γι’ αυτούς και την υποχρέωση να υποβάλουν δηλώσεις αποδοχής ή αποποίησης σε όσα κράτη υπάρχουν κληρονομιαία. Η δε πιο επισφαλής συνέπεια της διάσπασης της κληρονομίας είναι η εφαρμογή επί της ουσίας διατάξεων, των οποίων δεν είναι δυνατή η σύγκλιση25. Έτσι, ενδέχεται η διαθήκη να είναι έγκυρη σύμφωνα με τις διατάξεις μίας leges hereditatis, άκυρη όμως σύμφωνα με τις διατάξεις μίας άλλης leges hereditatis∙ ή ενδέχεται το ένα δίκαιο να αναγνωρίζει τη συνδιαθήκη ή την κληρονομική σύμβαση και το άλλο δίκαιο να τις αγνοεί. Περαιτέρω, είναι ιδιαίτερα δυσχερής η διάκριση των χρεών της κληρονομίας κατά πόσο βαρύνουν το σύνολο ή μία ομάδα της κληρονομίας. Αλλά και στην περίπτωση ορισμού εκτελεστή διαθήκης, ο τελευταίος δεν θα είναι πάντοτε σε θέση να συγκεράσει τις σημαντικές και αγεφύρωτες διαφορές, που
συχνά παρουσιάζουν οι εφαρμοστέες leges hereditatis.




23 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 73. 24 Για την αποδοχή της δυνατότητας αυτής από τα εθνικά δικαστήρια βλ. Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 80.
25 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 82.

Στον αντίποδα των μειονεκτημάτων αυτών, ακολουθεί η ανάπτυξη των πλεονεκτημάτων της αρχής της ενότητας της κληρονομίας.

γ. Τα πλεονεκτήματα της αρχής της ενότητας της κληρονομίας


Η αρχή της ενότητας της κληρονομίας συνίσταται στο ότι το σύνολο των κληρονομικών σχέσεων, ανεξάρτητα από τον τόπο όπου βρίσκεται το καθένα από τα κληρονομιαία, ρυθμίζεται κατά τις διατάξεις μίας και μόνο lex hereditatis. Η κληρονομία εκλαμβάνεται ως ένα ενιαίο σύνολο, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ κινητής και ακίνητης περιουσίας του κληρονομουμένου26.
Ο καθολικός χαρακτήρας της κληρονομικής διαδοχής δεν συμβαδίζει με τη διαίρεση των κληρονομιαίων σε επιμέρους ομάδες και την εφαρμογή διαφορετικών δικαίων σε καθεμία από αυτές. Εξάλλου, καθόσο χρονικό διάστημα ζούσε ο κληρονομούμενος, η περιουσία του αποτελούσε ένα ενιαίο σύνολο, τόσο από νομικής όσο και από οικονομικής άποψης. Κρίνεται, συνεπώς, σκόπιμο να μην ανατραπεί ο ενιαίος χαρακτήρας της περιουσίας κατά την επαγωγή της στους κληρονόμους. Εμφανίζει, άλλωστε, νομική ακολουθία η παραδοχή ότι και η βούληση του διαθέτη είναι ενιαία, καθώς ο διαθέτης αντιλαμβάνεται την περιουσία του ως ενιαίο περιουσιακό σύνολο και έτσι αντιμετωπίζει συνολικά, χωρίς διακρίσεις ανάλογα με την τοποθεσία των κληρονομιαίων, την κατανομή της μεταξύ των προσώπων που εγκαθιστά ως κληρονόμους. Εξάλλου, η διαμόρφωση της βούλησης του διαθέτη με βάση τα δεδομένα ενός μόνο δικαίου αποτελεί την απλούστερη νομικά λύση, που προάγει τη δικαιική ασφάλεια και αμβλύνει τις δυσχέρειες, στα σημεία που η εφαρμογή περισσότερων του ενός δικαίων προκαλεί δυσλειτουργίες, όπως την αποδοχή και αποποίηση της κληρονομίας ή τα χρέη της κληρονομίας.
Τη θέση της υπέρ της αρχής της ενότητας της κληρονομίας έχει ορθά εκφράσει η ελληνική θεωρία27.

26 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 86. 27 Στρέιτ-Βάλληνδας, Ιδιωτικόν διεθνές δίκαιον, ΙΙ, σελ. 459, οι οποίοι αντιπαρέθεταν στην αρχή της διάσπασης ‘την επιστημονικώς ορθήν αρχήν της ενότητας της κληρονομίας’, Μαριδάκης, Ιδιωτικόν

Στο ελληνικό ιδδδ αρχικά υιοθετήθηκε με τον ‘Αστικό Νόμο’, το Ν. Τ}Α/1856, η αρχή της διάσπασης της κληρονομίας. Ο Νόμος αυτός ακολούθησε τη θεωρία των ‘θεσμίων’ και όριζε ότι τα κινητά διέπονται από το δίκαιο της ιθαγένειας, ενώ τα ακίνητα από το δίκαιο της τοποθεσίας τους28. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 αυτού, ‘η εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου διαδοχή διέπεται υπό των νόμων της πολιτείας, εις ήν ανήκει ο κληρονομούμενος, εκτός αν πρόκειται περί ακινήτων κειμένων εν Ελλάδι, τα οποία ως προς τούτο διέπονται υπό του ελληνικού Νόμου’. Είχαν, μάλιστα, διατυπωθεί δύο απόψεις. Κατά τη μία γινόταν διάκριση μεταξύ κινητών, στα οποία εφαρμοζόταν η lex patriae, και ακινήτων (οπουδήποτε και αν βρίσκονταν), για το οποία εφαρμοστέα εθεωρείτο η lex rei sitae. Κατά την άλλη άποψη, η lex rei sitae ήταν εφαρμοστέα μόνο για τα ακίνητα που βρίσκονταν στην Ελλάδα. Για όλα τα άλλα κληρονομιαία στοιχεία εφαρμοστέα ήταν η lex patriae29. Η διάταξη, όμως, που ισχύει σήμερα, το άρθρο 28 ΑΚ, προβλέπει την εφαρμογή της lex patriae του κληρονομούμενου στο σύνολο της κληρονομίας, ενώ ο αποκλεισμός της παραπομπής με τη διάταξη του άρθρου 32 ΑΚ εξαλείφει στην πράξη το ενδεχόμενο να υπάρξει διάσπαση της κληρονομίας, αφού αποκλείεται η εφαρμογή των αλλοδαπών κανόνων ιδδδ, που ενδέχεται να επιβάλλουν την εφαρμογή διαφορετικού δικαίου επί του συνόλου ή επί τμημάτων της κληρονομίας. Η επιλογή ως συνδέσμου της τελευταίας ιθαγένειας ισοδυναμεί με την υπερίσχυση στο ελληνικό ιδδδ της αρχής της ενότητας της κληρονομίας. Η διάταξη του άρθρου 28 ΑΚ προβλέπει την εφαρμογή ενός και μόνο δικαίου στο σύνολο των κληρονομικών σχέσεων. Αντίστοιχα, η κληρονομία εκλαμβάνεται ως ένα ενιαίο σύνολο. Με τον τρόπο αυτό, κατοχυρώνεται η αρχή του ενός δικαίου, η οποία
διαπνέει γενικά το ελληνικό ιδδδ.
Η επιλογή αυτή συμβαδίζει και με τη Σύμβαση της Χάγης της 01.08.1989 για το εφαρμοστέο δίκαιο στη διαδοχή αιτία θανάτου, η οποία στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 υιοθετεί την αρχή της ενότητας της κληρονομίας, με τις εξαιρέσεις όμως

διεθνές δίκαιον, ΙΙ, 1947, σελ. 239. Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 86 .
28 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 524.
29 Βρέλλης, Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, Γ’ Έκδοση, 2008, σελ. 343.

των διατάξεων των άρθρων 4 και 15. Με το άρθρο 4 προβλέπεται περαιτέρω παραπομπή από το ιδδδ μη συμβαλλόμενου κράτους στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου ενός άλλου μη συμβαλλόμενου κράτους, εφόσον αυτό αποδέχεται μέσω των δικών του κανόνων σύγκρουσης την εφαρμογή του. Από την άλλη, το άρθρο 15 ορίζει ότι υπερισχύουν των διατάξεων της lex hereditatis, που υποδεικνύεται από τη διάταξη του άρθρου 3, οι διατάξεις της lex rei sitae, που εφαρμόζονται επί ορισμένων ακινήτων, επιχειρήσεων ή άλλων ειδικών κατηγοριών πραγμάτων λόγω του οικονομικού, κοινωνικού ή οικογενειακού προορισμού τους. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 6 δίνεται στο διαθέτη το δικαίωμα να υποβάλει μέρος της κληρονομίας σε διαφορετικό δίκαιο από εκείνο που επιλέγει για άλλα μέρη της κληρονομίας.
Κατ’ εξαίρεση της αρχής της ενότητας της κληρονομίας, για τους φορολογικούς νόμους ισχύει ως γενικός κανόνας η αρχή της χωρικότητας ή της εδαφικότητας, η οποία οδηγεί στην εφαρμογή των νόμων αυτών επί του συνόλου των κληρονομιαίων, που ο κληρονομούμενος κατέλιπε στο έδαφος του εν λόγω κράτους, ανεξάρτητα από το αν είχε άλλη σχέση με αυτό. Εφαρμόζονται, έτσι, οι οικείες διατάξεις της lex fori χωρίς να προσφεύγει ο εφαρμοστής του δικαίου σε κανόνες σύγκρουσης νόμων. Στο ελληνικό δίκαιο, η ρύθμιση που αφορά στη φορολογία διεθνούς κληρονομίας περιέχεται στο άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α’ και β’ του ν.δ. 118/1973 ‘Περί Κώδικος φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείων’, κατά δε τις απαλλαγές από το φόρο που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 25 περ. δ’ του Ν. 2961/2001 περί ‘Κύρωσης του Κώδικα διατάξεων φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών, προικών και κερδών από λαχεία’ απαλλάσσονται από το φόρο οι κτήσεις, εφόσον δικαιούχοι είναι αλλοδαποί με τον όρο της αμοιβαιότητας, εφόσον προβλέπεται απαλλαγή τους από το φόρο με διεθνείς συμβάσεις. Αν στη νομοθεσία του αλλοδαπού κράτους δεν προβλέπεται πλήρης απαλλαγή αλλά υπαγωγή σε ελαφρύτερη φορολογία με τον όρο της αμοιβαιότητας, η φορολογητέα στην Ελλάδα κληρονομική μερίδα ή κληροδοσία φυσικού ή νομικού προσώπου, που έχει την ιθαγένεια του ξένου τούτου κράτους, υπόκειται σε ελαφρύτερο φόρο αντίστοιχο

προς εκείνο που επιβάλλεται από το ξένο τούτο κράτος. Ωστόσο, το ότι η κληρονομία δεν αντιμετωπίζεται ως ενιαίο σύνολο στο πεδίο του φορολογικού δικαίου δεν ισοδυναμεί με ανατροπή της αρχής της ενότητας της κληρονομίας30. Η διάσπαση της κληρονομίας στον δικαιικό αυτό τομέα δίνει την προσήκουσα λύση στα προβλήματα που συχνά ανακύπτουν.
Πέρα από την μέχρι τώρα ανάπτυξη της επιλογής από το ελληνικό ιδδδ του συνδέσμου της ιθαγένειας ως lex hereditatis και της αρχής της ενότητας της κληρονομίας, η σφαιρική επισκόπηση των γενικών θέσεων του ελληνικού ιδδδ επιτάσσει και την αναφορά σε ζητήματα διαπροσωπικού, διατοπικού και διαχρονικού δικαίου.

Γ. Ζητήματα διαπροσωπικού, διατοπικού και διαχρονικού δικαίου α. Οι Έλληνες μουσουλμάνοι της ελληνικής επικράτειας
Οι διαφορές που πολύ συχνά υπάρχουν μεταξύ των υπηκόων του ίδιου κράτους και που, κατά κύριο λόγο, ανάγονται στη θρησκεία, συνεπάγονται την παράλληλη εφαρμογή διαφορετικών κανόνων δικαίου εντός της αυτής επικράτειας31. Κανόνες διαπροσωπικού δικαίου είναι εκείνοι, που καθορίζουν ποιο δίκαιο θα εφαρμοσθεί από τα περισσότερα του ενός δίκαια, που ισχύουν εντός του αυτού κράτους και που αφορούν σε διαφορετικές κατηγορίες προσώπων. Δεν αποκλείεται να ανακύψει πρόβλημα εφαρμογής κανόνων διαπροσωπικού δικαίου και όταν ο κανόνας σύγκρουσης του δικάζοντος δικαστή, της lex fori, υποδεικνύει ως lex hereditatis το δίκαιο αλλοδαπής πολιτείας, όπου συνυπάρχουν περισσότερα προσωπικά δίκαια.
Στην ελληνική έννομη τάξη, έχει θεσπισθεί η, κατά παρέκκλιση από το κοινό δίκαιο, ισχύς διατάξεων του μουσουλμανικού δικαίου για ορισμένες κατηγορίες εννόμων σχέσεων. Το ιερό μουσουλμανικό δίκαιο εφαρμόζεται ως ειδικό ελληνικό


30 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 119.
31 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 29.

δίκαιο και αποτελεί ημεδαπό δίκαιο32. Αυτό σημαίνει ότι οι σχετικές διατάξεις του ιερού μουσουλμανικού δικαίου δεν είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως αντίθετες προς την δημόσια τάξη κατά τη διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ και, συνεπώς, θα τύχουν εφαρμογής παρά τις τυχόν διαφοροποιήσεις που εμφανίζουν ως προς το ελληνικό δίκαιο και τις, υπό άλλες συνθήκες, πρόσκρουση αυτών στην ελληνική δημόσια τάξη33.
Ειδικότερα, την εφαρμογή του μουσουλμανικού δικαίου σε ορισμένες κατηγορίες εννόμων σχέσεων των ελλήνων μουσουλμάνων προέβλεπε αρχικά  η από 10.06.1881 Σύμβαση Ελλάδας – Τουρκίας, που κυρώθηκε με το Ν. ΞΛΖ/11.03.1882, στις διατάξεις των άρθρων 3 και 8. Οι διατάξεις αυτές τροποποιήθηκαν με το άρθρο 11 εδ. 9 της Συνθήκης των Αθηνών της 1/14.11.1913, με την οποία προβλέφθηκε η δικαιοδοσία των μουφτήδων σε θέματα γάμου, διαζυγίου, επιτροπείας, κηδεμονίας, χειραφεσίας, ισλαμικών διαθηκών και εξ αδιαθέτου διαδοχής, υπό την προϋπόθεση ότι εφαρμόζεται ο ιερός μουσουλμανικός νόμος. Η ισχύς της διατηρήθηκε με τα άρθρα 4 παρ. 2 του Ν. 147/1914 και 10 εδ. 1 του Ν. 2345/1920 περί μουφτήδων, ο οποίος καταργήθηκε με το Ν. 1920/1991 περί μουσουλμάνων θρησκευτικών λειτουργών. Επιπλέον, με το άρθρο 14 της Συνθήκης των Σεβρών της 28.07/10.08.1920, που κυρώθηκε με το ν.δ. της 30.09/30.10.1923, και με το άρθρο 45 της Συνθήκης της Λωζάνης της 24.07.1923, που κυρώθηκε με το ν.δ. της 25.08.1923, το Ελληνικό κράτος ανέλαβε την υποχρέωση να διασφαλίσει, ως προς την εναπομείνασα μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, την υπαγωγή στα μουσουλμανικά έθιμα των ζητημάτων που άπτονται του οικογενειακού δικαίου και της προσωπικής κατάστασης, ενώ έχει επικρατήσει ορθώς η άποψη ότι το ιερό μουσουλμανικό δίκαιο διέπει τις οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου σχέσεις και στο υπόλοιπο της ελληνικής επικράτειας34. Η θέσπιση της εφαρμογής του μουσουλμανικού δικαίου από τους




32 Μπεντερμάχερ-Γερούσης, Το διαπροσωπικό δίκαιο στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στη Θράκη, Αρμ
1977, 633, ΑΠ 1723/1980, ΝοΒ 1981.1217.
33 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 34.
34 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 33.

μουφτήδες, επειδή ακριβώς στηρίχθηκε σε διεθνείς συνθήκες, δεν ανατράπηκε ούτε με τον ΕισΝΑΚ ούτε με τον ΕισΝΚΠολΔ35.
Κατά τον ισχύοντα Ν. 1920/1991 ‘Περί μουσουλμάνων θρησκευτικών λειτουργών’, ο μουφτής ασκεί δικαιοδοσία μεταξύ μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών της περιφέρειάς του επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών, επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφόσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον ιερό μουσουλμανικό νόμο36. Ως προς τις κληρονομικές σχέσεις, κατά το άρθρο 11 εδ. 11 της Συνθήκης των Αθηνών της 1/14.11.1913, ως προς τις κληρονομίες οι ενδιαφερόμενοι μουσουλμάνοι μπορούν, έπειτα από προηγούμενη συμφωνία, να προσφεύγουν στο μουφτή ως διαιτητή. Ειδικά ως προς την εκ διαθήκης διαδοχή, υπάγονται στη δικαιοδοσία του μουφτή οι διαφορές που έχουν σχέση με τις ισλαμικές διαθήκες. Ως ισλαμικές διαθήκες χαρακτηρίζονται οι διατάξεις τελευταίας βούλησης, με τις οποίες, χωρίς να παρακάμπτεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή, ο διαθέτης μπορεί να διαθέσει μέχρι και το 1/3 της κληρονομίας37. Πρέπει να σημειωθεί ότι στο μουσουλμανικό δίκαιο, για λόγους αναγόμενους στη θεοκρατική υφή του, η εκ διαθήκης διαδοχή επιτελεί συμπληρωματική λειτουργία σε σχέση με την εξ αδιαθέτου διαδοχή. Αυτό σημαίνει ότι η δικαιοδοσία του μουφτή επί ισλαμικών διαθηκών υφίσταται, μόνο εφόσον και η εξ αδιαθέτου διαδοχή διέπεται από τον ιερό μουσουλμανικό νόμο. Η δικαιοδοσία του μουφτή, που προσομοιάζει στα θέματα αυτά με εκείνη του συμβολαιογράφου, συμπεριλαμβάνει και τη σύνταξη διαθήκης, τη δημοσίευσή της, καθώς και την έκδοση κληρονομητηρίου, δικαιοδοσία που δεν έχει καταργηθεί με τον ισχύοντα νόμο, ενώ υφίσταται επιπλέον η γνωμοδοτική αρμοδιότητά του για θέματα κληρονομικού δικαίου, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. 2 του ισχύοντα νόμου.
Ωστόσο, η δικαιική πολυμορφία που εντοπίζεται σε ένα κράτος, μπορεί να έχει πέρα από διαπροσωπικό και διατοπικό χαρακτήρα.


35 Μπεντερμάχερ-Γερούσης, Το διαπροσωπικό δίκαιο στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στη Θράκη, Αρμ
1977, 633.
36 ΑΠ 2113/2009, ΝοΒ 2010.58, ΑΠ 1097/2007, ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΡοδ 9/2008, Δ 2008.999.
37 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 36.

β. Δικαιική πολυμορφία διατοπικού χαρακτήρα


Υπάρχει περίπτωση, στο κράτος του οποίου το δίκαιο είναι εφαρμοστέο σύμφωνα με τον κανόνα σύγκρουσης του forum, να μην υπάρχει ενιαία νομοθετική ρύθμιση στο πεδίο των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, αλλά αντίθετα σε ορισμένα τμήματά του να εφαρμόζονται διαφορετικοί κατά το περιεχόμενό τους δικαιικοί κανόνες. Η ύπαρξη τέτοιων κανόνων, όταν δεν αποτελεί απόρροια της ύπαρξης ομοσπονδιακής κρατικής δομής, συνδέεται κυρίως με μεταβολές κρατικής κυριαρχίας και, για το λόγο αυτό, έχει συχνά προσωρινό χαρακτήρα38.
Αυτό συνέβη στην Ελλάδα, όπου επί σειρά ετών υπήρξε δικαιική πολυμορφία με την παράλληλη ισχύ του Ιόνιου ΑΚ του 1841, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα με τη διάταξη του Ν. ΡΝ/1866, του ΑΚ της Κρήτης του 1904, που διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την ενσωμάτωση της Κρήτης στην Ελλάδα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 Ν. 147/1914, και του Σαμιακού ΑΚ του 1900, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ένταξη της Σάμου στο ελληνικό κράτος με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 Ν. 147/1914.
Τη δικαιική αυτή πολυμορφία, που επηρέαζε άμεσα και τα ζητήματα κληρονομικού δικαίου, ήρε η διάταξη του άρθρου 5 του ΕισΝΑΚ, με το οποίο καταργήθηκε η ισχύς των τοπικών ΑΚ.
Πέρα από διαπροσωπικού και διατοπικού χαρακτήρα, η δικαιική πολυμορφία ενός κράτους μπορεί να εμφανίζει σύνδεση και με το στοιχείο χρόνος.



γ. Διαχρονικές συγκρούσεις νόμων


Το αλλοδαπό δίκαιο, που υποδεικνύει ο κανόνας σύγκρουσης του άρθρου  28 ΑΚ ως lex hereditatis, ενδέχεται να έχει αποτελέσει αντικείμενο νομοθετικών μεταβολών. Εν προκειμένω, λόγω του ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 28 ΑΚ

38 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 37.

κρίσιμο χρονικό σημείο είναι ο θάνατος του κληρονομούμενου, το πρόβλημα γεννάται ως προς τις τροποποιήσεις των ουσιαστικών διατάξεων της lex hereditatis, οι οποίες λαμβάνουν χώρα στο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ του θανάτου του κληρονομούμενου και της ρύθμισης των θεμάτων, τα οποία άπτονται της κληρονομικής διαδοχής.
Για την επίλυση του ζητήματος που τίθεται, έχουν υποστηριχθεί δύο λύσεις: η εφαρμογή των διατάξεων διαχρονικού δικαίου της lex hereditatis ή οι αντίστοιχες της lex fori. Από τις λύσεις αυτές έχει ορθά επικρατήσει η πρώτη, για το λόγο ότι από τη στιγμή που έχει γίνει υπόδειξη του αλλοδαπού δικαίου από τον κανόνα σύγκρουσης της lex fori, στο αλλοδαπό δίκαιο εναπόκειται να ρυθμίσει εάν οι νέες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου έχουν ή όχι αναδρομική ισχύ39. Ως εκ τούτου, και αν ακόμη στην έννομη τάξη του forum ισχύει ως γενική αρχή η μη αναδρομική εφαρμογή των νόμων, αυτός δεν αποτελεί επαρκή λόγο για την αποκλεισμό της αναδρομικής ισχύος των νέων διατάξεων της lex hereditatis.
Διαφορετικό είναι το ζήτημα της μεταβολής του κανόνα σύγκρουσης του forum. Στην ελληνική έννομη τάξη, η ριζική αναδιαμόρφωση των κανόνων ιδδδ επήλθε αρχικά με τη θέση σε ισχύ του ΑΚ την 23.02.1946, οπότε και αντικαταστάθηκαν οι κανόνες σύγκρουσης των άρθρων 3 επ. του Τ}Α/1856 με τις διατάξεις των άρθρων 4 επ. ΑΚ, οι οποίοι αφορούσαν και το πεδίο των κληρονομικών σχέσεων40. Κατά τη διάταξη του άρθρου 92 εδ. 1 του ΕισΝΑΚ, προβλέφθηκε ότι για τις κληρονομικές σχέσεις το κληρονομικό δίκαιο ισχύει και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, όταν ο κληρονομούμενος έχει αποβιώσει πριν από αυτήν. Κατ’ εφαρμογή της διάταξης αυτής, ακόμη και σήμερα χωρεί εφαρμογή του δικαίου που ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του ΑΚ, αν και λόγω παρέλευσης ικανού χρονικού διαστήματος, πλέον έχει περιορισθεί σημαντικά η πρακτική σημασία της σχετικής προβληματικής. Επίσης, διαφορετικό είναι και το ζήτημα της μεταβολής του συνδέσμου. Σε αντίθεση με τις δύο προηγούμενες περιπτώσεις, στις οποίες η μεταβολή του κανόνα δικαίου είναι αποτέλεσμα νομοθετικής παρέμβασης, η

39 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 44.
40 ΑΠ 1262/2002, ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2010/2003, Αρμ 2005.849.

μεταβολή του συνδέσμου41 είναι απόρροια της αλλαγής των πραγματικών δεδομένων μίας συγκεκριμένης έννομης σχέσης, για παράδειγμα ότι εμφιλοχωρήσει μεταβολή της ιθαγένειας, όταν προβλέπεται ως σύνδεσμος η ιθαγένεια του προσώπου. Η μεταβολή αυτή, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει επί καταστρατήγησης, δεν γίνεται με σκοπό να αποφευχθεί η υπαγωγή της έννομης σχέσης στο κανονικώς εφαρμοστέο δίκαιο. Δεν πρόκειται για αλλαγή του κανόνα, που υποδεικνύει ο κανόνας σύγκρουσης, αλλά για μεταβολή του μεταβλητού εκείνου συνδέσμου, όπως είναι η ιθαγένεια και η κατοικία, η οποία έχει ως συνέπεια την εφαρμογή δικαίου άλλου από εκείνο το οποίο θα είχε εφαρμοσθεί εάν δεν είχε μεσολαβήσει η εν λόγω μεταβολή42. Όσον αφορά στη lex hereditatis, δεν είναι λογικά δυνατή η εμφάνιση ενός conflit mobile, αφού κρίσιμο χρονικό σημείο είναι ο θάνατος του κληρονομουμένου. Έτσι, ο επακριβής χρονικός προσδιορισμός του σημείου, το οποίο θα ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της ιθαγένειας του κληρονομουμένου, η ανάδειξη δηλαδή της ιθαγένειας σε σταθερό σύνδεσμο στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 28 ΑΚ, αποκλείουν την εμφάνιση ενός conflit mobile.
Τέλος, μικρής σημασίας αλλά υπαρκτή είναι η προβληματική στην περίπτωση διαδοχής κρατών, δηλαδή επί μεταβολής της κρατικής κυριαρχίας που λαμβάνει χώρα σε εδαφική περιοχή, με την οποία συνδέεται η κληρονομική σχέση. Τη λύση θα αναζητούσε ο δικαστής στις διατάξεις διαχρονικού ιδδδ του forum, σε συνδυασμό με τις γενικές αρχές του διαχρονικού δικαίου. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να ληφθεί υπόψη η ανάγκη να διαφυλαχθεί κατά το δυνατόν η ασφάλεια δικαίου, ιδίως δε να μην ανατραπούν τα αποτελέσματα δικαιοπραξιών που έχουν καταρτισθεί σε χρόνο προγενέστερο της διαδοχής των κρατών, σύμφωνα με το τότε ισχύον δίκαιο, και να μην ανατραπούν κεκτημένα δικαιώματα.
Η γενική, λοιπόν, θεώρηση του ελληνικού ιδδδ ολοκληρώνεται ακολούθως με την αναφορά στο ζήτημα της επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου από το διαθέτη.


41 Conflit mobile, κατά το γαλλικό όρο που έχει επικρατήσει στη διεθνή θεωρία.
42 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 62.

Δ. Η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου από το διαθέτη


Από μέρος της θεωρίας έχει υποστηριχθεί ότι θα ήταν σκόπιμο, λόγω των ιδιαίτερων προβλημάτων που γεννά από ιδιωτικοδιεθνολογική άποψη η κληρονομική διαδοχή, να χορηγηθεί στο διαθέτη η δυνατότητα να καθορίζει ο ίδιος το δίκαιο με το οποίο θα ρυθμισθούν οι κληρονομικές του σχέσεις. Τα τελευταία δε χρόνια αρχίζει να παρατηρείται μία τάση αναγνώρισης της σχετικής δυνατότητας43.
Η καθιέρωση της αρχής της αυτονομίας των συμβαλλομένων ως συνδέσμου, διά του οποίου υλοποιείται ο καθορισμός του εφαρμοστέου δικαίου, μπορεί να παραλληλισθεί, αλλά όχι και να ταυτισθεί, με την αρχή της αυτονομίας της βούλησης, που έχει παγιωθεί ως επικρατούσα στο πεδίο των συμβατικών ενοχών και ισχύει στα περισσότερα εθνικά συστήματα ιδδδ44. Ειδικά στο πεδίο του κληρονομικού δικαίου, η επιλογή της lex hereditatis εκ μέρους του διαθέτη τείνει να γενικευθεί στη διεθνή βιβλιογραφία με τον όρο ‘professio juris’, που χρησιμοποιεί κυρίως η ελβετική θεωρία ιδδδ. Ως professio juris νοείται η κατ’ επιλογή του διαθέτη υπαγωγή της κληρονομίας σε ένα δίκαιο που εφαρμόζεται στο σύνολο των κληρονομικών σχέσεών του. Η υπαγωγή αυτή γίνεται με μονομερή δικαιοπραξία του διαθέτη, που επενεργεί στο πεδίο του ιδδδ με την έννοια ότι τον σύνδεσμο, βάσει του οποίου καθορίζεται το εφαρμοστέο δίκαιο, αποτελεί η δήλωση βούλησης του διαθέτη σχετικά με το τελευταίο.
Ωστόσο, η επιλογή από το διαθέτη του δικαίου, που διέπει τις κληρονομικές σχέσεις που τον αφορούν, δεν στερείται μειονεκτημάτων, τα οποία όμως εκδηλώνονται κατά κύριο λόγο στο επίπεδο του ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, στο πεδίο του ιδδδ εκδηλώνονται τα πλεονεκτήματα της επιλογής αυτής, με την οποία παρέχεται στο διαθέτη το δικαίωμα να προκρίνει αντί του δικαίου, που υποδεικνύεται μέσω της μηχανιστικής εφαρμογής του κλασικού κανόνα





43 Βρέλλης, Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, Γ’ Έκδοση, 2008, σελ. 342.
44 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 325 - 329.

σύγκρουσης, το δίκαιο με το οποίο είναι περισσότερο εξοικειωμένος και που γνωρίζει αρτιότερα45.
Στο θετικό δίκαιο, διακρίνεται μία τάση να καθιερωθεί, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, το δικαίωμα του κληρονομουμένου να επιλέγει το δίκαιο που διέπει την κληρονομική διαδοχή του. Σε εθνικό επίπεδο, τη δυνατότητα επιλογής της professio juris αναγνωρίζει η Εσθονία, ωστόσο η επιλογή περιορίζεται στο δίκαιο του κράτους της ιθαγένειας του κληρονομούμενου, καθώς κατά το εσθονικό δίκαιο το δίκαιο που διέπει την κληρονομική διαδοχή είναι του κράτους της συνήθους διαμονής του κληρονομούμενου, και δεν επεκτείνεται στην ακίνητη περιουσία του. Τη δυνατότητα αυτή αναγνωρίζει και η Φινλανδία, μεταξύ του δικαίου του κράτους ιθαγένειας ή διαμονής του κληρονομούμενου ή, σε περίπτωση που ήταν έγγαμος, του κράτους, το δίκαιο του οποίου ήταν εφαρμοστέο στις σχέσεις των συζύγων. Και η Ολλανδία επιτρέπει την επιλογή του δικαίου που διέπει την κληρονομική διαδοχή μεταξύ του δικαίου της ιθαγένειας και του δικαίου της συνήθους διαμονής. Παρόμοια είναι και η δυνατότητα που αναγνωρίζει το βελγικό δίκαιο. Το ιταλικό δίκαιο, παρότι αναγνωρίζει ως εφαρμοστέο στην κληρονομική διαδοχή το δίκαιο της ιθαγένειας του κληρονομούμενου, αναγνωρίζει στον τελευταίο τη δυνατότητα να επιλέξει το δίκαιο της συνήθους διαμονής. Αντίστροφα, το βουλγάρικο δίκαιο, παρότι αναγνωρίζει ως εφαρμοστέο στην κληρονομική διαδοχή το δίκαιο της συνήθους διαμονής, αναγνωρίζει στον κληρονομούμενο το δικαίωμα να επιλέξει το δίκαιο της ιθαγένειάς του. Και η Ρουμανία αναγνωρίζει τη σχετική δυνατότητα, αλλά με τον περιορισμό των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του δικαίου της ιθαγένειας, που εν γένει διέπει την κληρονομική διαδοχή και του δικαίου της τοποθεσίας των ακινήτων46.
Το δικαίωμα επιλογής της lex hereditatis καθιερώνει και το άρθρο 5 της Σύμβασης της Χάγης της 1ης Αυγούστου 1989, στην παράγραφο 1 του οποίου ορίζεται ότι μπορεί να επιλεγεί το δίκαιο ενός συγκεκριμένου κράτους, προκειμένου να εφαρμοσθεί επί του συνόλου της κληρονομίας.


45 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 369.
46 http://ec.europa.eu/civiljustice/applicable _law.

Το ζήτημα του επιτρεπτού της professio juris δεν έχει ακόμη τεθεί στο ελληνικό ιδδδ, όμως η εμφάνισή της θα πρέπει να θεωρηθεί αναπόφευκτη, αφού σε διεθνές επίπεδο διαφαίνεται η τάση για καθιέρωση της επιλογής της lex hereditatis από το διαθέτη. Ούτε τα ελληνικά δικαστήρια έχουν πάρει θέση υπέρ ή κατά της professio juris, ακόμη και σε υποθέσεις στις οποίες ο διαθέτης είχε ορίσει με τη διαθήκη του τη lex hereditatis, ζήτημα ωστόσο επί του οποίου καμία κρίση δεν έγινε από το επιληφθέν δικαστήριο47.
Την κατά τα ανωτέρω ανάπτυξη των γενικών θέσεων του ιδδδ, ακολουθεί κατωτέρω η προβληματική του εφαρμοστέου δικαίου που ανακύπτει σε ζητήματα που άπτονται της βούλησης του διαθέτη.

ΙΙ. Η ΒΟΥΛΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΘΕΤΗ


Α. Η διάθεση της κληρονομιαίας περιουσίας α. Η διαθήκη ως διάταξη τελευταίας βούλησης
i.    Τυπικές προϋποθέσεις εγκυρότητας της διαθήκης


Ο νόμος αναγνωρίζει στον άνθρωπο το δικαίωμα, με τη σύνταξη διαθήκης, να προσδιορίζει ο ίδιος του κληρονόμους του. Πρόκειται για τη μονομερή αιτία θανάτου δικαιοπραξία, που περιέχει δήλωση βούλησης, η οποία δεν απευθύνεται σε άλλον, έχει όμως ανακοινωτικό χαρακτήρα, συντάσσεται αυτοπροσώπως, σύμφωνα με ορισμένους τύπους και ανακαλείται ελεύθερα48. Περιλαμβάνει μία ή και περισσότερες διατάξεις και στην τρέχουσα γλώσσα πολλές φορές σημαίνει την πράξη της, δηλαδή το έγγραφό της49.

47 ΠΠρΑθ 9970/1997, ΕλλΔνη 1998.677, ΠΠρΑθ 9971/1997, ΕλλΔνη 1998.692, στις οποίες ο Έλληνας διαθέτης είχε επιλέξει με τις διαθήκες που είχε συντάξει στην Ελβετία το ελληνικό δίκαιο ως εφαρμοστέο στην κληρονομία, όμως το επιληφθέν δικαστήριο κατέληξε στην εφαρμογή του ελληνικού δικαίου ως εφαρμοστέου λόγω της ιθαγένειας του κληρονομουμένου, χωρίς ωστόσο να κάνει καμία μνεία στην επιλογή αυτού από τον ίδιο το διαθέτη με τη διαθήκη του.
48 Στο ελληνικό δίκαιο προβλέπεται στις διατάξεις των άρθρων 1712 επ.
49 Φίλιος, Κληρονομικό δίκαιο, Ειδικό μέρος, 1996, σελ. 135.

Η ρύθμιση εκ μέρους του κληρονομούμενου των ζητημάτων, που αφορούν στην περιουσία του, αποτελεί κατά κανόνα αντικείμενο της διαθήκης την οποία συντάσσει, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται η επιλογή και άλλων μορφών διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων, που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως κληρονομιαία, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τη νέμηση ανιόντος.
Από ιδιωτικοδιεθνολογική άποψη, το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι αν η ικανότητα προς σύνταξη διαθήκης ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 28 ΑΚ, δηλαδή τη lex hereditatis, ή από τη διάταξη του άρθρου 7 ΑΚ, που ρυθμίζει την ικανότητα για δικαιοπραξία, δεδομένου ότι στο πεδίο του εσωτερικού δικαίου η ικανότητα προς σύνταξη διαθήκης αποτελεί μία υποπερίπτωση της γενικής δικαιοπρακτικής ικανότητας50. Την ικανότητα προσώπου προς σύνταξη διαθήκης ο νόμος θα έπρεπε να τη ρυθμίσει με ειδικές διατάξεις, γιατί η έννοια του περιορισμένα ικανού, που καθιερώνεται με τις διατάξεις που αναφέρονται στην ικανότητα για κάθε δικαιοπραξία, δεν συμβιβάζεται με την αρχή ότι η διαθήκη συντάσσεται μόνο αυτοπροσώπως. Για τη σύνταξη, επομένως, διαθήκης έπρεπε να γίνει διάκριση των προσώπων μόνο σε απολύτως ικανά και απολύτως ανίκανα51.
Γίνεται δεκτό τόσο από τη θεωρία όσο και από τη νομολογία 52 ότι το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζεται με βάση τον κανόνα σύγκρουσης, που αφορά στην ικανότητα προς δικαιοπραξία, δηλαδή το άρθρο 7 ΑΚ, το οποίο επιτάσσει την εφαρμογή του δικαίου της πολιτείας, της οποίας την ιθαγένεια είχε ο δικαιοπρακτών κατά το χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας. Και οι δύο κανόνες σύγκρουσης, του άρθρου 28 ΑΚ και του άρθρου 7 ΑΚ, υποδεικνύουν ως  εφαρμοστέο δίκαιο τη lex patriae του διαθέτη, με τη διαφορά του κρίσιμου χρόνου, κατά το άρθρο 28 ΑΚ του θανάτου του κληρονομούμενου και κατά το άρθρο 7 ΑΚ της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, δηλαδή της σύνταξης της διαθήκης.
Πρακτικά, λοιπόν, το πρόβλημα γεννάται, εφόσον ο κληρονομούμενος μετέβαλε ιθαγένεια μετά τη σύνταξη της διαθήκης του. Διχασμένη εμφανίζεται η


50 Άρθρο 1719 ΑΚ, ΑΠ 1596/2008, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1110/2008, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 695/2008, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ
2039/1007, ΧρΙΔ 2008.711.
51 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 247.
52 Μαριδάκης, Ιδιωτικόν διεθνές δίκαιον, ΙΙ, 1968, σελ. 243, ΑΠ 369/2002, ΝΟΜΟΣ.

θεωρία. Έχει υποστηριχθεί53 ότι εφαρμοστέα είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 7  ΑΚ η lex patriae του διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, προκειμένου να κριθεί αν κατά το χρόνο αυτό ήταν ικανός. Αν, όμως, αυτός στερούνταν της ικανότητας αυτής κατά το δίκαιο που υποδεικνύει ο κανόνας σύγκρουσης του άρθρου 7 ΑΚ, αλλά κρίνεται ικανός προς σύνταξη διαθήκης σύμφωνα με το δίκαιο που εφαρμόζεται ως lex hereditatis, η διαθήκη πρέπει να κηρυχθεί έγκυρη. Έχει, όμως, υποστηριχθεί και η αντίθετη άποψη54, ότι δηλαδή είναι άσκοπο να χωρεί κληρονομική διαδοχή εκ διαθήκης, ενώ ο διαθέτης όταν απεβίωσε δεν ήταν ικανός να συντάξει διαθήκη και, για το λόγο αυτό, υποστηρίχθηκε η σωρευτική εφαρμογή της lex patriae που είχε ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και κατά το χρόνο του θανάτου του. Έχει δε υποστηριχθεί55 ότι κρίσιμο χρονικό σημείο για την κρίση σχετικά με το αν ο διαθέτης ήταν ικανός προς σύνταξη διαθήκης είναι ο χρόνος σύνταξης της διαθήκης, η τυχόν δε επακολουθήσασα, λόγω μεταβολής της ιθαγένειας, ανικανότητα ή ικανότητα ούτε θίγει ούτε ισχυροποιεί τη διαθήκη. Η λύση αυτή φαίνεται να είναι η προτιμότερη, καθώς το γεγονός ότι η διαθήκη παράγει αποτελέσματα σε χρόνο μεταγενέστερο από την κατάρτισή της, που όμως δεν μπορεί εκ των προτέρων να προβλεφθεί, δεν δικαιολογεί από μόνο του την παρέκκλιση από τον κανόνα που γενικά ισχύει επί δικαιοπραξιών56.
Η αρχή της ελευθερίας του διαθέτη εμπεριέχει, πέρα από τη σύνταξη της τελευταίας βούλησής του, και τη δυνατότητα να προβεί αυτός με δήλωση βούλησής του σε μερική ή ολική ανάκληση της μέχρι τότε έγκυρης διαθήκης του. Ανάκληση διαθήκης είναι ακριβώς η δήλωση του διαθέτη με την οποία αίρεται, ολικά ή μερικά, το κύρος έγκυρης έως τότε διαθήκης. Το δικαίωμα του διαθέτη να ανακαλέσει τη διαθήκη του προστατεύεται απολύτως από το δίκαιο, ως στοιχείο  της ατομικής του ελευθερίας. Άκυρη, όμως, είναι όχι μόνο σύμβαση, αλλά και οποιαδήποτε δήλωση του διαθέτη να μην ανακαλέσει διαθήκη του, η ρήτρα


53 Μαριδάκης, Ιδιωτικόν διεθνές δίκαιον, ΙΙ, 1968, σελ. 243 επ., Βρέλλης, Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, Γ’ Έκδοση 2008, σελ. 347.
54 Μπαλής, Κληρονομικό δίκαιο, σελ. 686.
55 Στρέητ-Βάλληνδας, Ιδιωτικόν διεθνές δίκαιον, ΙΙ, σελ. 508, Σπυρόπουλος, Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, σελ. 511.
56 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 186.

clausula derogatoria, να δηλώσει δηλαδή ότι αυτή είναι ‘αμετάκλητη’57. Όπως δε έχει δικαίωμα να ανακαλεί διαθήκη του, ο διαθέτης έχει και το δικαίωμα να ανακαλεί την ανάκληση58.
Από ιδιωτικοδιεθνολογική άποψη, το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο η lex hereditatis είναι αυτή που ρυθμίζει αν και υπό ποιες προϋποθέσεις είναι δυνατή η ανάκληση της διαθήκης. Η απάντηση που δίνεται από τη θεωρία και τη νομολογία είναι καταρχήν θετική59. Επομένως, η lex hereditatis είναι εφαρμοστέα προκειμένου να κριθεί αν ο διαθέτης μπορούσε να προβεί στην ανάκληση της διαθήκης του, υπό ποιες προϋποθέσεις, ποιες ενέργειες εξομοιώνονται με ανάκληση, αν είναι δυνατή η σιωπηρή ανάκληση αλλά και η ανάκληση της ανάκλησης, καθώς και ποιες είναι οι συνέπειές της, ενώ αλλοδαπή διάταξη ουσιαστικού δικαίου που απαγορεύει την ανάκληση από το διαθέτη της διαθήκης του, θα πρέπει να θεωρηθεί μη εφαρμοστέα ως αντίθετη με τη δημόσια τάξη, κατά τη διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ60. Όσον αφορά, όμως, στον τύπο στον οποίο υποβάλλεται η δήλωση ανάκλησης, εφαρμόζονται αναλόγως οι ρυθμίσεις που ισχύουν για τον τύπο της διαθήκης61.
Πέρα από την ικανότητα προς σύνταξη διαθήκης, οι τυπικές προϋποθέσεις εγκυρότητάς της εκτείνονται και στην τήρηση του προβλεπόμενου τύπου για την κατάρτισή της. Η διαθήκη είναι αυστηρά τυπική δικαιοπραξία. Για να είναι, δηλαδή, έγκυρη, πρέπει να συνταχθεί σύμφωνα με έναν από τους τύπους που καθορίζει ο νόμος. Ως τύπο διαθήκης νοούμε τόσο τα βασικά γνωρίσματα από τα οποία χαρακτηρίζεται κάθε είδος διαθήκης, όσο και τις μερικότερες πανηγυρικές διατυπώσεις, που αποτελούν στοιχεία του συγκεκριμένου είδους62. Υπήρχε έντονη αμφισβήτηση, αν οι διατάξεις, που αφορούν στη σύνταξη διαθηκών, αναφέρονται στον τύπο των διαθηκών ή έχουν ουσιαστική σημασία και, ακόμη, αν αλλοδαποί νόμοι, που καθιερώνουν διαφορετικού, απ’ ό,τι ο ελληνικός, τύπους διαθηκών,

57 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 308.
58 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 318, ΑΠ 459/2005, ΕλλΔνη 2005.1449.
59 Μαριδάκης, Ιδιωτικόν διεθνές δίκαιον, ΙΙ, 1968, σελ. 249, Στρέητ-Βάλληνδας, Ιδιωτικόν διεθνές δίκαιον, ΙΙ, σελ. 515, Βρέλλης, Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, Γ’ Έκδοση, 2008, σελ. 347.
60 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 191.
61 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 194. 62 Στο ελληνικό δίκαιο προβλέπεται η ιδιόγραφη (1721 - 1723 ΑΚ), η δημόσια (1724 – 1737 ΑΚ), η μυστική (1738 – 1748 ΑΚ) και οι έκτακτες διαθήκες (διαθήκη σε πλοίο 1749 – 1752 και 1755 – 1756 ΑΚ, η διαθήκη σε εκστρατεία 1753 – 1754 ΑΚ και η διαθήκη των αποκλεισμένων 1757 ΑΚ).

αντίκεινται ή όχι στην ελληνική δημόσια τάξη. Πρακτική σημασία, αν αποδεχθεί κανείς ότι οι διατάξεις αυτές αναφέρονται στον τύπο ή έχουν ουσιαστική σημασία, είναι αν θα εφαρμοσθεί ο κανόνας σύγκρουσης του άρθρου 11 ΑΚ ή του άρθρου 28 ΑΚ. Επίσης, αν δεχθεί κανείς ότι κάποια από τις αλλοδαπές διατάξεις αντίκειται στην ελληνική δημόσια τάξη, τότε αποκλείεται η εφαρμογή του αλλοδαπό κανόνα δικαίου63.
Ο τύπος της διαθήκης παλαιότερα υπαγόταν στον κανόνα σύγκρουσης του άρθρου 11 ΑΚ64. Την άρση, ωστόσο, της σύγκρουσης νόμων που αφορούν στον τύπο των διαθηκών επεδίωξε η από 05.10.1961 Σύμβαση της Χάγης, η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 1325/198365. Η Σύμβαση αυτή αυξάνει, συγκριτικά με τον κανόνα του άρθρου 11 ΑΚ, τον αριθμό των δικαίων, ο τύπος ενός των οποίων αρκεί να έχει τηρηθεί για να είναι έγκυρη η διαθήκη από πλευράς τυπικών προϋποθέσεων66. Κατά τη Σύμβαση, οι διατάξεις της οποίας εφαρμόζονται ανεξάρτητα οποιασδήποτε αμοιβαιότητας και σε οποιουδήποτε κράτους, συμβαλλόμενου ή μη, το δίκαιο κι αν παραπέμπουν, διάταξη διαθήκης είναι έγκυρη ως προς τον τύπο αν είναι σύμφωνη με το εσωτερικό δίκαιο: α/ του τόπου, όπου ο διαθέτης επιχείρησε τη διαθήκη, ή β/ μίας ιθαγένειας, που είχε ο διαθέτης είτε  κατά το χρόνο επιχείρησης της διαθήκης είτε κατά το χρόνο του θανάτου του, ή γ/ ενός τόπου, όπου ο διαθέτης είχε την κατοικία του είτε κατά το χρόνο επιχείρησης της διαθήκης είτε το χρόνο του θανάτου του, ή δ/ του τόπου, όπου ο διαθέτης είχε τη συνήθη διαμονή του είτε κατά το χρόνο επιχείρησης της διαθήκης είτε κατά το χρόνο του θανάτου του, ή ε/ προκειμένου για ακίνητα της τοποθεσίας τους67. Το ίδιο δίκαιο διέπει και τον τύπο της συνδιαθήκης68. Ο τύπος της ανάκλησης της διαθήκης αρκεί να είναι σύμφωνος προς ένα από τα δίκαια, που κατά τρόπο αντικειμενικώς διαζευκτικό ορίζονται ως εφαρμοστέα στον τύπο κατ’ άρθρο 1 της
63 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 209 - 211.
64 Βρέλλης, Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, Γ’ Έκδοση, 2008, σελ. 347.
65 Τη Σύμβαση έχουν επίσης κυρώσει η Αυστραλία, η Αυστρία, το Βέλγιο, η Βοσνία – Ερζεγοβίνη, η
Κροατία, Η Δανία, η Εσθονία, η Φινλανδία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιρλανδία, το Ισραήλ, η Ιταλία, η Ιαπωνία, το Λουξεμβούργο, το Μαυροβούνιο, η Ολλανδία, η Νορβηγία, η Πολωνία, η Σερβία, η Σλοβενία, η Νότια Αφρική, η Ισπανία, η Σουηδία, η Ελβετία, η Π.Γ.Δ.Μ., η Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ την έχει υπογράψει αλλά δεν την έχει κυρώσει η Πορτογαλία.
66 ΑΠ 280/2010, ΝΟΜΟΣ.
67 Άρθρο 1 παρ. 1.
68 Άρθρο 4.

Σύμβασης, ή προς ένα από τα δίκαια του άρθρου 1 αυτής, κατά τις διατάξεις του οποίου η ανακαλούμενη διαθήκη ήταν από πλευράς τύπου έγκυρη69. Οι διατάξεις που απαγορεύουν σε ορισμένα πρόσωπα τη σύνταξη ορισμένου είδους διαθήκης (π.χ. 1723, 1748 ΑΚ) είχαν και αυτές προκαλέσει πρόβλημα νομικού χαρακτηρισμού. Έτσι, κατά μία άποψη αναφέρονταν στην ικανότητα σύνταξης διαθήκης, ενώ κατ’ άλλη άποψη στον τύπο της διαθήκης70. Σήμερα, η Σύμβαση ρητά επιλύει το πρόβλημα, χαρακτηρίζοντας το θέμα ως ζήτημα τύπου, το οποίο κατά συνέπεια διέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται στον τύπο της διαθήκης71.
Πέραν της ως άνω Σύμβασης, ως προς το ζήτημα του τύπου της διαθήκης σχετικές διατάξεις περιέχουν και κάποιες διμερείς Συμβάσεις, που έχει υπογράψει η Ελλάδα. Έτσι, κατά την πανομοιότυπη διάταξη α/ του άρθρου 22 παρ. 1 της Σύμβασης δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας, η οποία υπογράφηκε στην Αθήνα την 17.05.1993 και κυρώθηκε με το Ν. 2311/1995, β/ του άρθρου 30 της Σύμβασης νομικής συνεργασίας μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας σε θέματα αστικού, οικογενειακού, εμπορικού και ποινικού δικαίου, που υπογράφηκε στη Λευκωσία την 05.03.1984 και κυρώθηκε με το Ν. 1548/1985, και γ/ του άρθρου 23 παρ. 1 της Σύμβασης δικαστικής αρωγής επί αστικών και ποινικών υποθέσεων μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, η οποία υπογράφηκε στη Βουδαπέστη την 08.10.1979 και κυρώθηκε με το Ν. 1149/1981, η διαθήκη που συντάσσεται από υπηκόους ενός συμβαλλόμενου μέρους θα είναι ισχυρή ως προς τον τύπο, αν έχει συνταχθεί σύμφωνα με α/ τη νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου έγινε ή β/ το δίκαιο του συμβαλλόμενου μέρους, του οποίου ο διαθέτης ήταν υπήκοος κατά την ημερομηνία που συνέταξε τη διαθήκη του ή κατά τη στιγμή του θανάτου του ή γ/ τη νομοθεσία του κράτους, στο έδαφος του οποίου και κατά τα χρονικά διαστήματα που προβλέπονται στο εδάφιο β’, ο διαθέτης είχε την κατοικία ή τη διαμονή του. Οι



69 Άρθρο 2.
70 Βρέλλης, Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, Γ’ Έκδοση, 2008, σελ. 349.
71 Άρθρο 5.

δε όροι της παραγράφου 1 των ως άνω άρθρων εφαρμόζονται επίσης και ως προς την ανάκληση των διαθηκών.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 της Σύμβασης δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ένωσης των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, που είχε υπογραφεί στην Αθήνα την 21.05.1981 και κυρωθεί με το Ν. 1242/1982, παρά το πλέον ανίσχυρό της, η διαθήκη υπηκόου ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη ήταν έγκυρη ως προς τον τύπο, αν για τη σύνταξή της είχε τηρηθεί η νομοθεσία του κράτους, στο έδαφος του οποίου συντάχθηκε η διαθήκη, ή η νομοθεσία του συμβαλλόμενου μέρους, του οποίου ο διαθέτης ήταν υπήκοος κατά τη στιγμή της σύνταξης της διαθήκης ή του θανάτου του ή η νομοθεσία του κράτους, στο έδαφος του οποίου κατοικούσε ο διαθέτης κατά τα προαναφερόμενα χρονικά σημεία. Κατά το μέρος που αφορούσε σε ακίνητη περιουσία, η διαθήκη αναγνωρίζεται έγκυρη αν τηρήθηκε η νομοθεσία του κράτους, στο έδαφος του οποίου βρισκόταν η ακίνητη περιουσία. Οι δε διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονταν και στην περίπτωση ακύρωσης της διαθήκης.
Τέλος, κατά τη Σύμβαση της UNIDROIT που συνάφθηκε στην Ουάσινγκτον την 26.10.1973 σχετικά με τον τύπο διεθνούς διαθήκης72, προβλέπεται διεθνές σύστημα καταχώρισης των διεθνών διαθηκών και ενιαίο έντυπο για τη σχετική διαδικασία.
Τις τυπικές προϋποθέσεις εγκυρότητας της διαθήκης ακολουθούν για λόγους αρχής οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εγκυρότητας αυτής.
ii.    Ουσιαστικές προϋποθέσεις εγκυρότητας της διαθήκης


Εκτός από τον τύπο και την ικανότητα προς σύνταξη, που ανάγονται στις τυπικές προϋποθέσεις εγκυρότητας της διαθήκης, προσαπαιτείται και η συνδρομή προϋποθέσεων, που αφορούν στο περιεχόμενο της διαθήκης.



72 Η Σύμβαση έχει κυρωθεί από το Βέλγιο, τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη, τον Καναδά, την Κύπρο, το Εκουαδόρ, τη Γαλλία, την Ιταλία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Νιγηρία, την Πορτογαλία, τη Σλοβενία και τη Γιουγκοσλαβία.

Καταρχήν, για να είναι έγκυρη μία διαθήκη πρέπει να πληροί μία σειρά από προϋποθέσεις ως προς το περιεχόμενο, οι οποίες μπορεί να διαφέρουν από δίκαιο σε δίκαιο. Πάντως, σε γενικές γραμμές, δεν θα πρέπει το περιεχόμενό της να είναι αόριστο, η διάταξη τελευταίας βούλησης θα πρέπει να αντιστοιχεί στην πραγματική βούληση του διαθέτη και να είναι απαλλαγμένη από ελαττώματα73. Οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στη διαθήκη υπόκεινται στην αρχή του κλειστού αριθμού, η οποία διέπει το κληρονομικό δίκαιο, και κατατάσσονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: στις παροχικές, με τις οποίες ο διαθέτης επιδίδει αιτία θανάτου σε ορισμένα πρόσωπα (τιμώμενοι) διάφορα περιουσιακά στοιχεία (εγκατάσταση κληρονόμου ή καταπιστευματοδόχου ή σύσταση κληροδοσίας) και στις λοιπές διατάξεις, οι οποίες μπορεί να είναι διατάξεις κληρονομικού δικαίου (αποκλεισμός από την εξ αδιαθέτου διαδοχή, αποκλήρωση, διανεμητικές διατάξεις κ.λπ.) ή διατάξεις από άλλους κλάδους δικαίου (σύσταση ιδρύματος, εκούσια αναγνώριση τέκνου κ.λπ.). Τέλος, η διαθήκη ως έγγραφο μπορεί να περιέχει κάθε είδους δηλώσεις του διαθέτη, όπως συμβουλή ή ευχή, πρόταση ή αποδοχή πρότασης για κατάρτιση σύμβασης, εξύβριση κ.λπ. Οι δηλώσεις αυτές υπόκεινται στην οικεία ρύθμισή τους, ενώ με τη διατύπωσή τους στη διαθήκη δεν γίνονται διατάξεις τελευταίας βούλησης και δεν καταλαμβάνονται από τη ρύθμιση των τελευταίων74. Έτσι, πέρα από τους κληρονόμους, που είναι το πιο συνηθισμένο αλλά και το πιο σημαντικό περιεχόμενο της διαθήκης παρότι δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της, ο διαθέτης μπορεί με τη διαθήκη του να χαρακτηρίσει ως τετιμημένο, κατά τη διατύπωση του ελληνικού δικαίου, κάθε πρόσωπο που αναγράφει στο κείμενό της και στο οποίο παρέχει κάποια ωφέλεια75. Μπορεί, επίσης, να παράσχει σε κάποιον κληροδότημα, δηλαδή περιουσιακή ωφέλεια χωρίς αυτός να είναι κληρονόμος, ορίζοντάς τον έτσι κληροδόχο76. Ο ορισμός αυτός της κληροδοσίας προσδιορίζει την έννοιά της, εξαίροντας το αρνητικό χαρακτηριστικό της, ότι δηλαδή το πρόσωπο που αποκτά

73 Στο ελληνικό δίκαιο οι προϋποθέσεις του περιεχομένου προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 1781 – 1812 ΑΚ, ΑΠ 1714/2009, ΕΠολΔ 2010.441, ΑΠ 1706/2009, ΧρΙΔ 2010.535, ΑΠ 1131/2009, ΧρΙΔ 2010.194, ΑΠ 825/2009, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 415/2009, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 225/1009, ΕλλΔνη 2010.1011, ΑΠ 1262/2008, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1069/2007, ΧρΙΔ 2008.35.
74 Φίλιος, Κληρονομικό δίκαιο, Ειδικό μέρος, 1996, σελ. 139 - 140.
75 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 247.
76 Στο ελληνικό δίκαιο ο θεσμός ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 1714 ΑΚ.

ωφέλεια με την κληροδοσία, ο κληροδόχος, δεν είναι και δεν γίνεται κληρονόμος77. Η διαθήκη είναι ο μόνος τρόπος, με τον οποίο μπορεί ο διαθέτης να συστήσει κληροδοσία78. Επίσης, ο διαθέτης έχει τη δυνατότητα όχι μόνο να ορίσει τον κληρονόμο του, αλλά να καθορίσει και απώτερο κληρονόμο ή κληρονόμους, στους οποίους θα περιέλθει η κληρονομία του, συνήθως όταν πεθάνει ο αρχικός κληρονόμος. Πρόκειται για το θεσμό του κληρονομικού ή καθολικού καταπιστεύματος79, δηλαδή το θεσμό που επιτρέπει στο διαθέτη να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει, έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο, την κληρονομία που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον, τον καταπιστευματοδόχο. Χαρακτηριστικό του καθολικού καταπιστεύματος είναι ότι ο καταπιστευματοδόχος, από τότε που θα του επαχθεί η κληρονομία, γίνεται καθολικός διάδοχος του κληρονομουμένου, όχι όμως άμεσος, όπως ο κληρονόμος, αλλά έμμεσος80. Και το καθολικό καταπίστευμα μπορεί να συσταθεί μόνο με διαθήκη, αρκεί όμως και έμμεση δήλωση του διαθέτη για τη σύσταση του, χωρίς πανηγυρικές εκφράσεις και χωρίς να χρησιμοποιηθεί καν η λέξη ‘καταπίστευμα’. Τέλος, η διαθήκη μπορεί να περιέχει και διάταξη, με την οποία ορίζεται υποκατάστατος του κληρονόμου, του καταπιστευματοδόχου ή του κληροδόχου, δηλαδή να ‘διορίζεται’ κληρονόμος για την περίπτωση που ο κληρονόμος, ο οποίος εγκαταστάθηκε, εκπέσει είτε πριν είτε μετά την επαγωγή81. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για ‘εφεδρικό’ κληρονόμο, κληρονόμο δηλαδή ‘δεύτερου βαθμού’, ο οποίος καλείται στην κληρονομία μόνο αν ο εγκατάστατος δεν γίνει κληρονόμος, αν δηλαδή εκπέσει82.
Από ιδιωτικοδιεθνολογική άποψη, αυτό που ενδιαφέρει είναι κατά πόσο η επίλυση των ζητημάτων που αφορούν στην ουσιαστική εγκυρότητα της διαθήκης θα



77 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 117.
78 Σε πολλά δίκαια με ρίζες από το ρωμαϊκό δίκαιο, μεταξύ των οποίων και το ελληνικό, με τη διαθήκη μπορούσε να ορισθεί μόνο κληρονόμος, ενώ η διάταξη τελευταίας βούλησης που είχε άλλο
περιεχόμενο δεν ήταν διαθήκη αλλά κωδίκελλος (Ν. ΓΨΠ’/1911). Για την κατάργηση του κωδίκελλου και γενικά μία πληρέστατη ιστορική αναδρομή ως προς τη διαθήκη βλ. Σοφιανόπουλος, Η διαθήκη στη θεωρία, τη νομολογία και την πράξη, 2005, σελ. 65 επ.
79 Στο ελληνικό δίκαιο προβλέπεται στις διατάξεις των άρθρων 1923 – 1941 ΑΚ, ΑΠ 103/2010,
ΝΟΜΟΣ , ΕφΑΔ 2010/553 , ΧρΙΔ 2010/696.
80 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 141 επ.
81 Στο ελληνικό δίκαιο προβλέπεται στις διατάξεις των άρθρων 1809, 1932, 2008 ΑΚ.
82 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 300.

γίνει σύμφωνα με τη lex hereditatis. Έχει υποστηριχθεί83 ότι, αφού η αντιστοιχία μεταξύ της βούλησης του διαθέτη και των διατάξεων της διαθήκης υφίσταται κατά το χρόνο σύνταξής της, αν προσβληθεί η διαθήκη λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής, θα εφαρμοσθεί το δίκαιο της ιθαγένειας που ο διαθέτης είχε κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης. Η πρακτική σημασία και πάλι του ζητήματος γίνεται αντιληπτή σε περίπτωση μεταβολής της ιθαγένειας του διαθέτη μεταξύ του χρόνου σύνταξης αυτής και του χρόνου θανάτου του. Εντούτοις, οι διατάξεις της διαθήκης παράγουν έννομες συνέπειες μετά το θάνατο του διαθέτη. Ο χρόνος του θανάτου του κληρονομούμενου είναι το καταληκτικό σημείο, μέχρι του οποίου αυτός είχε τη δυνατότητα να επαναδιαμορφώσει τη διαθήκη του και να την εναρμονίσει με την πραγματική του βούληση84. Για το λόγο αυτό, έχει υποστηριχθεί ορθά αντίθετα με την παραπάνω άποψη85 ότι ως προς τα ελαττώματα της βούλησης του διαθέτη εφαρμόζεται η lex hereditatis, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε ζήτημα που σχετίζεται με την ασάφεια και την αοριστία των διατάξεων της διαθήκης, καθώς επίσης και στις συνέπειες που επισύρουν τα ελαττώματα της διαθήκης. Συνεπώς, κατά τη lex hereditatis θα κριθεί η ακυρότητα ή ακυρωσία της διαθήκης, τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να ζητήσουν την ακύρωσή της, καθώς και αν η δήλωση του διαθέτη είναι ή όχι εικονική, αλλά και το ουσιαστικό περιεχόμενο της διαθήκης86, δηλαδή αν υπάρχουν περιορισμοί ως προς τα πρόσωπα, των οποίων επιτρέπεται η εγκατάσταση ως κληρονόμων ή αν ο προσδιορισμός των προσώπων που εγκαθίστανται ως κληρονόμοι ή καταλειπόμενου πράγματος είναι δυνατόν να γίνει εκ μέρους τρίτου, το επιτρεπτό της υποκατάστασης και οι περιπτώσεις στις οποίες χωρεί ο διορισμός υποκατάστατου κληρονόμου από το διαθέτη. Στο ουσιαστικό περιεχόμενο της διαθήκης συγκαταλέγονται και οι αιρέσεις που συνοδεύουν τη διάταξη τελευταίας βούλησης, αλλά και το κύρος των κληροδοσιών, καθώς και αν κάποιο πρόσωπο εγκαθίσταται ως κληρονόμος ή κληροδόχος και τα δικαιώματα και η νομική θέση του τελευταίου, όπως και τα ζητήματα που αφορούν στο


83 Μαριδάκης, Ιδιωτικόν διεθνές δίκαιον, ΙΙ, 1968, σελ. 247.
84 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 197.
85 Βρέλλης, Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, Γ’ Έκδοση, 2008, σελ. 347.
86 Βρέλλης, Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, Γ’ Έκδοση, 2008, σελ. 346, ΑΠ 459/2005, ΕλλΔνη 2005.1449.

κληρονομικό καταπίστευμα87. Τέλος, και η ερμηνεία της βούλησης του διαθέτη θα επιχειρηθεί σύμφωνα με τη lex hereditatis88, παρότι πρόκειται αναμφισβήτητα για ζήτημα πραγματικό, γεγονός που μειώνει τη σημασία του εφαρμοστέου δικαίου89.
Ωστόσο, πέρα από τη διαθήκη, προβλήματα ιδδδ ανακύπτουν και σε σχέση με άλλους τύπους διάθεσης της κληρονομιαίας περιουσίας.

β. Προβλήματα ιδδδ σε σχέση με άλλους τύπους διάθεσης της κληρονομιαίας περιουσίας

i.    Η νέμηση ανιόντος


Η διαθήκη δεν αποτελεί το μοναδικό τύπο δικαιοπραξίας, που αφορά στη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων, ενόψει του μελλοντικού αλλά βέβαιου γεγονότος, που αποτελεί ο θάνατος του κληρονομούμενου.
Ένας από τους δύο τύπους δικαιοπραξιών, που το ελληνικό δίκαιο  προβλέπει εκτός από τη διαθήκη, με τον οποίο φυσικό πρόσωπο προβαίνει σε διάθεση των περιουσιακών στοιχείων του ώστε οι έννομες συνέπειες να παραχθούν μετά το θάνατό του, είναι η νέμηση ανιόντος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1891 ΑΚ, ο ανιών μπορεί όσο ζει να διανείμει την περιουσία του μεταξύ των κατιόντων του (νέμηση). Η διανομή γίνεται με σύμβαση και περιλαμβάνει μόνο την περιουσία που υπάρχει. Ο ανιών όμως δεν δεσμεύεται από τη διανομή αυτή για τις διατάξεις της διαθήκης του. Πρόκειται για γνήσια κληρονομική σύμβαση, που περιέχει προδιανομή της κληρονομίας και δεν επιτρέπεται να περιλάβει άλλες διατάξεις90.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η νέμηση ανιόντος είναι δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, καθώς από την κατάταξή της σε μία από τις δύο κατηγορίες δικαιοπραξιών εξαρτάται η λύση που θα δοθεί στο πεδίο του ιδδδ. Έτσι, αν πρόκειται για δικαιοπραξία εν ζωή θα εφαρμοσθεί ο κανόνας σύγκρουσης του
87 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 199
επ.
88 Στρέητ-Βάλληνδας, Ιδιωτικόν διεθνές δίκαιον, ΙΙ, σελ. 516, Σπυρόπουλος, Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, σελ. 518.
89 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 204.
90 Φίλιος, Κληρονομικό δίκαιο, Γενικό μέρος, 1996, σελ. 118.

άρθρου 25 ΑΚ, που καθορίζει το εφαρμοστέο δίκαιο επί συμβατικών ενοχών, ενώ αν πρόκειται για δικαιοπραξία αιτία θανάτου, θα εφαρμοσθεί ο κανόνας σύγκρουσης του άρθρου 28 ΑΚ91.
Κατά τη θεωρία92, η νέμηση ανιόντος αποτελεί δικαιοπραξία αιτία θανάτου, διότι οι έννομες συνέπειές της επέρχονται μετά το θάνατο του διαθέτη. Πράγματι, η νέμηση ανιόντος αποτελεί σύμβαση, που όμως όσον αφορά στον ανιόντα περιέχει και διάταξη τελευταίας βούλησης, της οποίας τα αποτελέσματα επέρχονται μετά το θάνατό του. Οι κατιόντες, υπό την ιδιότητα των κληρονόμων, θα λάβουν ό,τι τους αναλογεί. Εδώ συνίσταται εξάλλου και το βασικό γνώρισμά της ως σύμβασης, η οποία συνάπτεται μεταξύ του κληρονομούμενου με πρόσωπα, στα οποία αυτός μεταβιβάζει μέρος της περιουσίας τους, ακριβώς λόγω της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων. Για το λόγο αυτό, η νέμηση ανιόντος εντάσσεται στις κληρονομικές σχέσεις, χωρίς ο συμβατικός χαρακτήρας της να συνεπάγεται την εφαρμογή του δικαίου, που υποδεικνύουν οι κανόνες σύγκρουσης που αφορούν στις συμβατικές ενοχές.
Έτσι, η νέμηση ανιόντος διέπεται από το δίκαιο της τελευταίας ιθαγένειας του κληρονομουμένου, το οποίο θα κρίνει αν επιτρέπεται η νέμηση, μεταξύ ποιων προσώπων, αν ολόκληρη η περιουσία ή μέρος της μπορεί να διανεμηθεί, τη σχέση της με υφιστάμενη ή μεταγενέστερη διαθήκη, αν είναι επιτρεπτή η ανάκλησή της, αν η δήλωση βούλησης του ανιόντος και των κατιόντων μπορούν να γίνουν από αντιπρόσωπο. Αντίθετα, η δικαιοπρακτική ικανότητα των συμβαλλομένων θα κριθεί κατά τον κανόνα σύγκρουσης του άρθρου 7 ΑΚ, ενώ ως προς τον τύπο, δεδομένου ότι δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 1325/1983, με τον οποίο κυρώθηκε η Σύμβαση της Χάγης της 05.10.1961 σχετικά με τον τύπο διατάξεων διαθήκης, θα πρέπει να έχει συνταχθεί σύμφωνα με ένα από τα διαζευκτικώς εφαρμοστέα  δίκαια, που υποδεικνύει ο κανόνας σύγκρουσης του άρθρου 11 ΑΚ93.
Πέρα από τη νέμηση ανιόντος, προβλήματα ιδδδ μπορούν να ανακύψουν και σε σχέση με τη δωρεά αιτία θανάτου.

91 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 209.
92 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 510.
93 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 210.



ii.    Η δωρεά αιτία θανάτου


Ο δεύτερος τύπος δικαιοπραξίας, που το ελληνικό δίκαιο προβλέπει εκτός από τη διαθήκη, με τον οποίο φυσικό πρόσωπο προβαίνει σε διάθεση των περιουσιακών στοιχείων του ώστε οι έννομες συνέπειες να παραχθούν μετά το θάνατό του, είναι η δωρεά αιτία θανάτου. Με το θεσμό αυτό παρέχεται ωφέλεια σε πρόσωπο που δεν είναι κληρονόμος, αλλά ούτε κληροδόχος ή καταπιστευματοδόχος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2032 ΑΚ, δωρεά αιτία θανάτου είναι εκείνη που συμφωνείται υπό την αναβλητική αίρεση της προαποβίωσης του δωρητή ή της ταυτόχρονης αποβίωσης δωρητή – δωρεοδόχου, χωρίς να έχει στο ενδιάμεσο διάστημα ο δωρεοδόχος την απόλαυση των δωρηθέντων.
Και εν προκειμένω, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν πρόκειται για δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, καθώς από αυτό εξαρτάται και πάλι η εφαρμογή του κανόνα σύγκρουσης του άρθρου 25 ΑΚ ή του άρθρου 28 ΑΚ, στην περίπτωση όμως αυτή η θεωρία του κληρονομικού δικαίου είναι διχασμένη94 και το ίδιο η θεωρία του ιδδδ95.
Η δωρεά αιτία θανάτου επιφέρει ειδική και όχι καθολική διαδοχή, ακόμη κι αν αφορά στο σύνολο της περιουσίας του δωρητή, που υπήρχε τότε που καταρτίστηκε η σύμβαση. Συγχρόνως, είναι αναμφίβολο ότι η δωρεά αιτία θανάτου αποτελεί ουσιαστικά είδος κληρονομικής σύμβασης, που όμως κατά το ελληνικό δίκαιο επιτρέπεται, αποτελεί δε απαγορευμένη κληρονομική σύμβαση και άρα είναι άκυρη, αν αναφέρεται σε όλη την περιουσία του δωρητή, που υπήρχε όταν αυτός πέθανε. Η αμφισβήτηση ως προς το αν πρόκειται για δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου οφείλεται μάλλον στην αποδοχή διαφορετικών ορισμών της δικαιοπραξίας αιτία θανάτου. Επειδή με τη δωρεά αιτία θανάτου δεσμεύεται η εξουσία για διάθεση του δωρητή και αντίστοιχα ο δωρεοδόχος αποκτά τουλάχιστον προσδοκία,



94 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 164.
95 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 213
επ.

η δωρεά αιτία θανάτου, παρά τον όρο που χρησιμοποιεί ο νόμος, είναι ορθότερο να θεωρηθεί δικαιοπραξία εν ζωή96.
Πάντως, στο ελληνικό δίκαιο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2032 ΑΚ, στις δωρεές αιτία θανάτου εφαρμόζονται οι διατάξεις για τις δωρεές, όμως κατά τη διάταξη του άρθρου 2035 ΑΚ, σε δωρεές αιτία θανάτου που μειώνουν την περιουσία του δωρητή με αποτέλεσμα να προκαλείται βλάβη στους δανειστές ή που προσβάλλουν τη νόμιμη μοίρα των μεριδούχων, εφαρμόζονται οι διατάξεις για τις κληροδοσίες. Η εφαρμογή των διατάξεων αυτών αφενός καταδεικνύει την ύπαρξη κοινών σημείων μεταξύ της δωρεάς αιτία θανάτου και της κληροδοσίας και αφετέρου πιστοποιεί τη σύνδεση της δικαιοπραξίας αυτής με την κληρονομική διαδοχή του δωρητή, αφού οι δανειστές που προστατεύονται είναι οι δανειστές της κληρονομίας, ενώ παράλληλα προστατεύονται και οι νόμιμοι μεριδούχοι από καταδολιευτικού χαρακτήρα απαλλοτριώσεις περιουσιακών στοιχείων97.
Εναπόκειται, τελικά, στον εφαρμοστή του δικαίου να αποφανθεί σε κάθε περίπτωση για τη φύση της δωρεάς αιτίας θανάτου και να εφαρμόσει τον ανάλογο κανόνα σύγκρουσης.
Την ανάπτυξη των τρόπων διάθεσης της κληρονομιαίας περιουσίας και των προβλημάτων ιδδδ που ανακύπτουν σε σχέση με αυτούς, ακολουθεί κατωτέρω η αναφορά στους περιορισμούς της διάθεσης της κληρονομαίας περιουσίας.

Β. Περιορισμοί του διατιθέναι α. Η αναγκαστική διαδοχή
Βασικό περιορισμό στην ελευθερία διάθεσης εκ μέρους του διαθέτη των περιουσιακών στοιχείων του συνιστά ο θεσμός της αναγκαστικής διαδοχής, με τον οποίο αποσκοπείται η προστασία των κληρονομικών δικαιωμάτων ορισμένων προσώπων (μεριδούχων), που κατά κανόνα ανήκουν στο στενό οικογενειακό περιβάλλον του διαθέτη, από τον κίνδυνο να αποστερηθούν των δικαιωμάτων
96 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 57, 164.
97 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 212.

αυτών. Ο κίνδυνος αυτός υφίσταται όταν ο διαθέτης παραλείπει να τους εγκαταστήσει ως κληρονόμους ή τους εγκαθιστά σε μέρος μόνο της νόμιμης μοίρας, δηλαδή στο κληρονομικό μερίδιο που αναγνωρίζεται, παρά τη θέλησή του, από το νόμο στους αναγκαίους κληρονόμους ή μεριδούχους98. Νόμιμη μοίρα είναι ακριβώς το κληρονομικό μερίδιο που αναγνωρίζεται από το νόμο και παρά την αντίθετη βούληση του διαθέτη σε ορισμένα πρόσωπα99. Σχετικοποιείται, με άλλα λόγια, η ελευθερία του διατιθέναι και τούτο, προκειμένου να διασφαλισθούν τα κληρονομικά δικαιώματα των μεριδούχων, δηλαδή των προσώπων εκείνων, που ακριβώς επειδή ανήκουν στο στενό οικογενειακό περιβάλλον του διαθέτη, θεωρείται ότι χρήζουν ιδιαίτερης μέριμνας. Περιορίζεται, επομένως, η ελευθερία του διαθέτη, προκειμένου να προστατευθεί η οικογένεια100.
Ο θεσμός της αναγκαστικής διαδοχής αφορά άμεσα στη ρύθμιση των κληρονομικών σχέσεων, επεμβαίνοντας διορθωτικά σε σχέση με τη βούληση του διαθέτη, την οποία και ανατάσσει προς όφελος των μεριδούχων. Ο καθορισμός, εξάλλου, των μεριδούχων επιβάλλει μία έμμεση, αλλά ωστόσο αδιαμφισβήτητη, συσχέτιση της εξ αδιαθέτου και της εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής, εφόσον σε ορισμένα δίκαια, όπως και στο ελληνικό, ο καθορισμός της νόμιμης μοίρας συσχετίζεται με τις διατάξεις, που ρυθμίζουν την εξ αδιαθέτου διαδοχή. Για το λόγο αυτό, από ιδιωτικοδιεθνολογική άποψη, στα ζητήματα που αφορούν στην αναγκαστική διαδοχή θα πρέπει να εφαρμοσθεί το δίκαιο που διέπει τις κληρονομικές σχέσεις101. Κατά το δίκαιο αυτό θα καθορισθεί ο τρόπος υπολογισμού της νόμιμης μοίρας102, ποια πρόσωπα έχουν την ιδιότητα του μεριδούχου, ποιο είναι το κρίσιμο σημείο για την απόκτησή της, αλλά και οι συνέπειες που συνεπάγεται η προσβολή της νόμιμης μοίρας, το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο μεριδούχος αποκτά την ιδιότητα του κληρονόμου, καθώς επίσης κι αν είναι

98 Στο ελληνικό δίκαιο ‘μεριδούχοι’ και ‘αναγκαίοι κληρονόμοι’ είναι ταυτόσημοι όροι. Στο ρωμαϊκό δίκαιο, και μάλιστα στο αρχαιότερο, αναγκαίοι κληρονόμοι ήταν τα πρόσωπα που έπρεπε να μνημονεύσει ο διαθέτης, έστω και αν δεν τους άφηνε τίποτα.
99 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 409, ΑΠ 1017/2009, ΧρΙΔ 2010/195, ΕφΑΔ
2010/316, ΑΠ 207/2008, ΧρΙΔ 2008.708, ΑΠ 150/2008, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1578/2007, ΝΟΜΟΣ.
100 Βασιλακάκης, Δικαίωμα νόμιμης μοίρας και επιφύλαξη της δημόσιας τάξης στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, ΝοΒ 2002, 1819.
101 Μαριδάκης, Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, ΙΙ, 1968, σελ. 250, Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική
διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 288.
102 ΠΠρΘεσ 398/1983, ΝοΒ 1983.705.

επιτρεπτή η παραίτηση του μεριδούχου από τη νόμιμη μοίρα του, το ζήτημα σχετικά με τη συμπλήρωση της κληρονομίας που υπολείπεται του ποσοστού της νόμιμης μοίρας, οι συνέπειες που παράγει ως προς την αναγκαστική διαδοχή η κληροδοσία υπέρ του μεριδούχου, αλλά και η ανατροπή τυχόν δωρεών του διαθέτη που προσβάλλουν τη νόμιμη μοίρα (κατά το εσωτερικό δίκαιο, μέμψη άστοργης δωρεάς103). Η lex hereditatis θα εφαρμοσθεί, ακόμη, για να διασαφηνισθεί ποιοι είναι οι μεριδούχοι και ποιο το ποσοστό της νόμιμης μοίρας τους, καθώς επίσης για να καθορισθεί ο χρόνος και ο τρόπος προσδιορισμού της αξίας της κληρονομίας, έτσι ώστε με βάση την αξία αυτή να υπολογισθεί παράλληλα η νόμιμη μοίρα, καθώς επίσης ο τρόπος της κατάλειψης και το δυνατό της προσβολής των πράξεων του διαθέτη, που προσβάλλουν τη νόμιμη μοίρα104. Ο προσδιορισμός, πάντως, των μεριδούχων γεννά προδικαστικό ζήτημα, συνιστάμενο στην εξεύρεση του εφαρμοστέου δικαίου, με βάση το οποίο θα κριθεί η έννομη σχέση, από το κύρος της οποίας εξαρτάται αν κάποιο πρόσωπο συγκαταλέγεται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, στους μεριδούχους, όπως είναι η ύπαρξη έγκυρου γάμου ή το κύρος της αναγνώρισης τέκνου γεννημένου εκτός γάμου, τα οποία θα κριθούν από το δίκαιο που διέπει την υπό κρίση έννομη σχέση105.
Ωστόσο, το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας μπορεί να παρακάμψει ο διαθέτης αν προσφύγει στην αποκλήρωση ενός ή και όλων των μεριδούχων. Ο αποκλεισμός μεριδούχου από τη νόμιμη μοίρα αποτελεί την κατά κυριολεξία, με στενή έννοια αποκλήρωση106, 107 και εκφράζει συνήθως αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του κληρονόμου. Αποτέλεσμα της αποκλήρωσης είναι αυτός που αποκληρώθηκε να θεωρείται ότι δεν υπήρχε στο χρόνο του θανάτου του διαθέτη, οπότε στη θέση του αποκληρωθέντος υπεισέρχονται οι κατιόντες του, με τη σειρά της εξ αδιαθέτου διαδοχής. Λόγω της άμεσης σχέσης που εμφανίζει η αποκλήρωση με τη ρύθμιση  της κληρονομικής διαδοχής στο σύνολό της, θα εφαρμοσθεί η lex hereditatis για τον

103 Άρθρα 1835 επ.
104 ΕφΑθ 1608/1997, ΕλληΔνη 1997.1653.
105 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 291. 106 Στο ελληνικό δίκαιο προβλέπεται στις διατάξεις των άρθρων 1839 - 1845 ΑΚ. Την αποκλήρωση με ευρεία έννοια αποτελεί ο αποκλεισμός του συζύγου ή συγγενή από την εξ αδιαθέτου διαδοχή. Στο ελληνικό δίκαιο προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 1713 ΑΚ.
107 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 101 επ.

προσδιορισμό των λόγων αποκλήρωσης, το χρόνο που αυτοί πρέπει να συντρέχουν, την επίδραση που ασκεί στο κύρος της αποκλήρωσης η παροχή συγγνώμης εκ μέρους του διαθέτη. Όταν, όμως, η αποκλήρωση στηρίζεται στην επίκληση λόγου που ανάγεται σε άλλη έννομη σχέση, το κατά πόσο συντρέχει αυτός στη συγκεκριμένη περίπτωση θα κριθεί σύμφωνα με το δίκαιο που διέπει την εν λόγω έννομη σχέση108.
Η βασικότερη αντίρρηση κατά της διάσπασης της κληρονομίας επικεντρώνεται στα προβλήματα που συνδέονται με την αναγκαστική διαδοχή109. Συγκεκριμένα, με τη διαίρεση των κληρονομιαίων σε ομάδες, επί των οποίων εφαρμόζονται διαφορετικά δίκαια, καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής ο καθορισμός της νόμιμης μοίρας των προσώπων, που ο διαθέτης παρέλειψε να συμπεριλάβει στη διαθήκη του ή που εγκαταστάθηκαν σε μερίδιο μικρότερο από εκείνο που ορίζουν οι διατάξεις περί αναγκαστικής διαδοχής ενός από τα δίκαια που εφαρμόζονται110. Κατά την αρχή της διάσπασης της κληρονομίας, η νόμιμη μοίρα του παραλειφθέντος μεριδιούχου υπολογίζεται χωριστά για κάθε ομάδα κληρονομιαίων. Η λύση αυτή φαίνεται να απλοποιεί εκ πρώτης όψης την επίλυση του προβλήματος, την έχει δε αποδεχθεί η γαλλική νομολογία111. Ωστόσο, είναι προφανής η δυσκολία του διαθέτη, του οποίου η κληρονομική διαδοχή διέπεται από περισσότερα δίκαια, να επιλέξει μεταξύ των κληρονομιαίων εκείνα που θα καλύψουν τη νόμιμη μοίρα των μεριδούχων, τους οποίους επιθυμεί να εγκαταστήσει ως κληρονόμους μόνο κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας τους. Η εφαρμογή περισσότερων leges hereditatis δεν επιτρέπει να καταλογισθεί στη νόμιμη μοίρα, όπως αυτή υπολογίζεται με βάση ένα από τα δίκαια αυτά, ό,τι ο μεριδούχος έχει λάβει πέραν της νόμιμης μοίρας από άλλη ομάδα κληρονιμαίων, που διέπεται από διαφορετική lex hereditatis. Είναι, εξάλλου, ιδιαίτερα πιθανό, η εφαρμογή λόγω διάσπασης της κληρονομίας των διατάξεων σχετικά με τη νόμιμη μοίρα, που περιέχονται στις συνεφαρμοζόμενες leges hereditatis, να οδηγήσει στην

108 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 294. 109 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 77. 110 Βασιλακάκης, Δικαίωμα νόμιμης μοίρας και επιφύλαξη της δημόσιας τάξης στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, ΝοΒ 2002, 1819.
111 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 77.

άνιση μεταχείριση των κληρονόμων, καθώς δεν αποκλείεται το δίκαιο κάποιας χώρας να αγνοεί το θεσμό της νόμιμης μοίρας, όπως συμβαίνει στο χώρο των αγγλοαμερικανικών δικαίων112. Αντίστοιχο, πάλι, θέμα μπορεί να ανακύψει ως προς τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας, καθώς και ως προς τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας σε περίπτωση συνεισφοράς ή για τη μέμψη άστοργης δωρεάς.
Για τους λόγους αυτούς, η εφαρμογή ενός δίκαιου στο σύνολο της κληρονομίας αποτελεί τη βασική λύση για τα ζητήματα της αναγκαστικής διαδοχής. Ο ενιαίος καθορισμός των μεριδούχων και ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας με βάση το σύνολο της κληρονομίας σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου δικαίου, αμβλύνει τις δυσχέρειες που συνεπάγεται η κατάτμηση της lex hereditatis.
Κρίσιμο είναι το ερώτημα αν η προστασία της νόμιμης μοίρας συγκαταλέγεται στις θεμελιώδεις πολιτικές, θρησκευτικές, κοινωνικές, ηθικές και οικονομικές αρχές, που η νομολογία έχει δεχθεί113 ότι αποτελούν την έννοια της δημόσιας τάξης στο πεδίο του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Τυχόν καταφατική απάντηση συνεπάγεται το ανεφάρμοστο, με βάση το άρθρο 33 ΑΚ, της αλλοδαπής εκείνης διάταξης της lex hereditatis που καταρχήν υποδεικνύεται από το άρθρο 28 ΑΚ, εφόσον αυτή θίγει στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας. Στη θέση της θα εφαρμοσθεί καθ’ υποκατάσταση, με βάση τα γενικώς κρατούντα στη θεωρία, ο οικείος κανόνας της lex fori, καθώς εν προκειμένω είναι μάλλον απίθανο να εφαρμοσθούν στη θέση της άλλες διατάξεις της lex hereditatis, που να είναι συμβατές με την ημεδαπή δημόσια τάξη. Δεν αποκλείεται, βέβαια, να προστρέξει ο διαθέτης σε ενέργειες καταστρατηγικού χαρακτήρα114 για να περιγράψει τα δικαιώματα των μεριδούχων. Αυτό μπορεί να γίνει για παράδειγμα μέσω μεταβολής της ιθαγένειάς του, έτσι ώστε να εφαρμοσθεί ως lex hereditatis δίκαιο που καθιστά ευχερέστερη την αποκλήρωση, ή μέσω της μεταβίβασης κληρονομιαίων σε εταιρία που έχει ιδρυθεί νόμιμα. Σε μία τέτοια περίπτωση, δεν υφίστανται περιθώρια για τη διορθωτική παρεμβολή του άρθρου 33 ΑΚ. Με τη μη
112 Βασιλακάκης, Δικαίωμα νόμιμης μοίρας και επιφύλαξη της δημόσιας τάξης στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, ΝοΒ 2002, 1819.
113 ΑΠ 985/1982, ΝοΒ 1983/999 = ΕΕΝ 1983.508 = ΕΕργΔ 1983.108, ΑΠ 1206/1982, ΝοΒ 1983.1168
= ΕΕΝ 1983.546 = ΕΕργΔ 1983.308.
114 Γενικά για την καταστρατήγηση βλ. Βρέλλη, Η καταστρατήγησις εις το ιδιωτικός διεθνές δίκαιον, 1979.

εφαρμογή της αλλοδαπής διάταξης, που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα, διασφαλίζεται η προστασία των μεριδούχων, ακόμη και σε μία έννομη σχέση, η οποία λόγω του ενυπάρχοντος σε αυτήν στοιχείου αλλοδαπότητας, δεν συνδέεται μόνο με την ελληνική έννομη τάξη. Εντούτοις, έχει προταθεί ως κανόνας115 ότι δεν υπάρχει αντίθεση στη δημόσια τάξη όταν το αλλοδαπό δίκαιο δεν προστατεύει τους μεριδούχους και κατ’ εξαίρεση παρέμβαση της δημόσιας τάξης σε περίπτωση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Τέλος, ζήτημα προσφυγής στην επιφύλαξη της δημόσιας τάξης μπορεί να ανακύψει όχι μόνο όταν το αλλοδαπό δίκαιο αγνοεί το θεσμό της νόμιμης μοίρας, αλλά και όταν προβαίνει κατά διαφορετικό τρόπο απ’ ότι η lex fori στον καθορισμό των προσώπων που έχουν δικαίωμα νόμιμης μοίρας. Ωστόσο, το αν το αλλοδαπό δίκαιο, που με βάση τον κανόνα σύγκρουσης του forum διέπει τις κληρονομικές σχέσεις του αποβιώσαντος, αναγνωρίζει ή όχι δικαίωμα νόμιμης μοίρας σε ορισμένα πρόσωπα, σε αντίθεση με τις αντίστοιχες προβλέψεις της lex fori, θα πρέπει σε οριακές μόνο περιπτώσεις να θεωρείται ότι καθιδρύει αντίθεση προς τη δημόσια τάξη.
Ωστόσο, ο παραμερισμός των ημεδαπών διατάξεων περί νόμιμης μοίρας, που κανονικά θα έπρεπε να είναι εφαρμοστέες σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 ΑΚ λόγω της ελληνικής ιθαγένειας του κληρονομουμένου, προβλέπεται με τη διάταξη του άρθρου 21 του Ν. 1738/1987, κατά την οποία Έλληνες υπήκοοι, κάτοικοι εξωτερικού επί είκοσι πέντε τουλάχιστον συνεχόμενα χρόνια πριν από το θάνατό τους, δεν υπόκεινται στους περιορισμούς των περί νομίμου μοίρας και μεριδούχων διατάξεων του ελληνικού νόμου, όσον αφορά στη διάθεση αιτία θανάτου της περιουσίας τους που βρίσκεται στο εξωτερικό. Εφόσον συντρέχει η παραπάνω προϋπόθεση, η μη συμμόρφωση με τις περί νομίμου μοίρας και μεριδούχων διατάξεις δεν επηρεάζει ως προς την περιουσία που βρίσκεται στο εξωτερικό, εκ της αιτίας αυτής, το κύρος των διαθηκών ή άλλων αιτία θανάτου πράξεων διάθεσης116. Εκείνο που χρήζει επισήμανσης είναι ότι η ρύθμιση αυτή διακρίνει, κατά παρέκκλιση από την αρχή της ενότητας της κληρονομίας, μεταξύ
115 Βασιλακάκης, Δικαίωμα νόμιμης μοίρας και επιφύλαξη της δημόσιας τάξης στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, ΝοΒ 2002, 1819.
116 Η εν λόγω διάταξη ήταν στενά συνδεδεμένη με την κληρονομική διαδοχή σημαίνοντος Έλληνα εφοπλιστή.

περιουσίας στην ημεδαπή και περιουσίας που βρίσκεται στην αλλοδαπή, ως προς τις οποίες ο Έλληνας διαθέτης δεν είναι υποχρεωμένος να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου που αφορούν στη νόμιμη μοίρα, εφαρμοστέες σύμφωνα με το άρθρο 28 ΑΚ λόγω της ελληνικής ιθαγένειας του διαθέτη117. Ο συγκεκριμένος νόμος εκπλήρωσε την αποστολή του και έκτοτε δεν έχει απασχολήσει την ελληνική νομολογία.
Πέρα από την αναγκαστική διαδοχή, η διάθεση της κληρονομιαίας περιουσίας μπορεί να προσκρούσει και στη δημόσια τάξη.

β. Βούληση του διαθέτη και ελληνική δημόσια τάξη


i.    Η κληρονομική σύμβαση


Η γνήσια κληρονομική σύμβαση δεν συγκαταλέγεται στους τύπους διαθήκης, που προβλέπονται στο ελληνικό εσωτερικό δίκαιο. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 368 ΑΚ, σύμβαση για την κληρονομία προσώπου που ζει είτε με το ίδιο είτε με τρίτο πρόσωπο, είτε για ολόκληρη είτε για ποσοστό της, είναι άκυρη. Το ίδιο ισχύει και για τη σύμβαση, με την οποία περιορίζεται η ελευθερία ως προς τις διατάξεις τελευταίας βούλησης.
Ως γνήσια κληρονομική σύμβαση εννοείται κάθε σύμβαση, με την οποία επιδιώκεται να εξασφαλισθεί ή να αποκλεισθεί η επαγωγή της κληρονομίας σε ορισμένο πρόσωπο. Έτσι, γνήσια κληρονομική σύμβαση αποτελεί η σύμβαση, με την οποία ένας ορίζει κληρονόμο του ή αντίθετα συμφωνεί με τρίτο να μην ορίσει άλλον ως κληρονόμο του. Η βασική διαφορά τέτοιας σύμβασης από την κατάρτιση διαθήκης είναι ότι ο διαθέτης μπορεί να ανακαλέσει τη διαθήκη όποτε θελήσει, ενώ η σύμβαση θα ήταν δεσμευτική. Γνήσια κληρονομική σύμβαση είναι και η σύμβαση, με την οποία κάποιος παραιτείται από το δικαίωμα να συντάξει διαθήκη, ώστε να γίνει κληρονόμος αυτός τον οποίο προβλέπει ο νόμος, ή να μην ανακαλέσει  διαθήκη με την οποία έχει εγκαταστήσει κληρονόμο, όπως και η σύμβαση με την
117 Βασιλακάκης, Δικαίωμα νόμιμης μοίρας και επιφύλαξη της δημόσιας τάξης στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, ΝοΒ 2002, 1819.

οποία ενδεχόμενος κληρονόμος συμβάλλεται να μην αποδεχθεί την κληρονομία, που πιθανόν να του επαχθεί, ή να την μεταβιβάσει σε άλλον ή να μην επικαλεστεί ακυρότητα διαθήκης118.
Ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ως κληρονομικής θα γίνει σύμφωνα με τη lex fori. Αντίθετα, το δίκαιο που διέπει τις κληρονομικές σχέσεις του κληρονομούμενου, στη ρύθμιση των οποίων αφορά η κληρονομική σύμβαση, θα εφαρμοσθεί για να κριθεί αν και σε ποια έκταση επιτρέπεται η κατάρτισή της, καθώς και ποιες είναι οι συνέπειες που επέρχονται, όταν προβλέπεται η απαγόρευσή της από τη lex hereditatis. Η εφαρμογή του δικαίου αυτού, και όχι της lex patriae του διαθέτη κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, επιβάλλεται για το λόγο ότι με την κληρονομική σύμβαση ρυθμίζονται άμεσα οι κληρονομικές σχέσεις του προσώπου, στο οποίο αυτή αφορά. Αλλά και η εφαρμογή της lex contractus αποκλείεται, εκ του λόγου ότι ο θεσμός αυτός προσεγγίζει περισσότερο την δωρεά αιτία θανάτου ή τη διαθήκη και λιγότερο την ενοχική σύμβαση119. Σε αυτήν ερείδεται η κτήση δικαιωμάτων επί της κληρονομιαίας περιουσίας, έτσι ώστε να αποτελεί λόγο επαγωγής της κληρονομίας και, επομένως, εφαρμοστέο να είναι το δίκαιο που διέπει τις κληρονομικές σχέσεις. Ως κληρονομική πρέπει να θεωρηθεί και η σύμβαση παραίτησης από μελλοντικό κληρονομικό δικαίωμα, για το κύρος και τις συνέπειες της οποίας θα εφαρμοσθεί η lex hereditatis. Σύμφωνα με το ίδιο δίκαιο θα κριθεί, επίσης, και η επίδραση που ασκεί η κατάρτιση της κληρονομικής σύμβασης στο κύρος προγενέστερης διαθήκης. Αν η τελευταία ιθαγένεια του κληρονομούμενου ήταν η ελληνική, η κληρονομική σύμβαση είναι άκυρη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 368 ΑΚ και, επομένως, δεν θίγεται το κύρος της διαθήκης που την αντιστρατεύται, άμεσα ή έμμεσα120.
Ερευνητέο, όμως, είναι ποια θα είναι η στάση του έλληνα δικαστή, όταν το δίκαιο της τελευταίας ιθαγένειας του κληρονομούμενου επιτρέπει τη σύναψη κληρονομικής σύμβασης, όπως είναι το γερμανικό δίκαιο. Στην περίπτωση αυτή, κατά πόσο η αλλοδαπή διάταξη του δικαίου της τελευταίας ιθαγένειας του
118 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 52.
119 Καλαβρός, Δίκαιον διέπον το περιεχόμενον της κληρονομικής συμβάσεως εξ αφορμής του ν.δ. 472/1974, ΕΕΝ 1974, 871.
120 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 220.

κληρονομούμενου, που επιτρέπει την κληρονομική σύμβαση, αντίκειται στη δημόσια τάξη, με αποτέλεσμα να αποκλείεται η εφαρμογή της σύμφωνα με τη άρθρο 33 ΑΚ; Πράγματι, η αλλοδαπή διάταξη με αυτό το περιεχόμενο καταρχήν αντιβαίνει προς την ελληνική δημόσια τάξη, διότι θίγει τις θεμελιώδεις αντιλήψεις που διέπουν την ελληνική έννομη τάξη, ιδίως δε την ελευθερία του διαθέτη να διαθέσει την περιουσία του όπως αυτός επιθυμεί. Στο σημείο αυτό, η σύμπτωση απόψεων στην ελληνική θεωρία του ιδδδ είναι σχεδόν απόλυτη121. Επομένως, θα θεωρηθεί αντίθετη προς τη δημόσια τάξη η αλλοδαπή διάταξη που επιτρέπει τη σύναψη κληρονομικής σύμβασης και θα χωρήσει η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, σύμφωνα με τους οικείους κανόνες της lex hereditatis.
Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, η προσφυγή στην επιφύλαξη της δημόσιας τάξης θα πρέπει να γίνεται με φειδώ, ιδίως σε περιπτώσεις που αλλοδαποί, συχνά γερμανοί υπήκοοι, συνάπτουν κληρονομική σύμβαση βέβαιοι για την εγκυρότητά της, την οποία ωστόσο καλούνται να κρίνουν λόγω της τελευταίας κατοικίας τους τα ελληνικά δικαστήρια, οπότε η βούληση των συμβαλλομένων κινδυνεύει να ανατραπεί μέσω της ενεργοποίησης της επιφύλαξης της δημόσιας τάξης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, σύμφωνα με τη θεωρία της inlandsbeziehung που έχει αναπτυχθεί στη Γερμανία122, η επιφύλαξη της δημόσιας τάξης αδρανεί, όταν η ένδικη περίπτωση δεν εμφανίζει ισχυρά σημεία επαφής με την έννομη τάξη του forum, αλλά αντίθετα είναι χαλαρά συνδεδεμένη με αυτήν. Έτσι, διασφαλίζεται η προστασία των αλλοδαπών που συμβάλλονται, χωρίς να είναι σε θέση να  γνωρίζουν τη σχετική απαγόρευση του ελληνικού δικαίου. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε επηρεασμός της βούλησης του κληρονομούμενου για τη σύνταξη της σύμβασης ή όχι. Συνεπώς, όταν η επίδικη περίπτωση συνδέεται περιορισμένα με την ελληνική έννομη τάξη και δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι ο κληρονομούμενος επηρεάστηκε και δέσμευσε τη βούλησή του, δεν πρέπει να εξοβελίζεται ως αντίθετη προς τη δημόσια τάξη η διάταξη αλλοδαπού δικαίου, που επιτρέπει την κατάρτιση κληρονομικής σύμβασης.
121 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 222,
Καλαβρός, Δίκαιον διέπον το περιεχόμενον της κληρονομικής συμβάσεως εξ αφορμής του ν.δ. 472/1974, ΕΕΝ 1974, 871.
122 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 223.

Τον απόλυτο χαρακτήρα της απαγόρευσης του άρθρου 368 ΑΚ έχει περιορίσει η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 472/1974 ‘περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών κληρονομίας των ελληνικής ιθαγενείας κατοίκων αλλοδαπής’, που τέθηκε σε ισχύ την 25.06.1974, κατά την οποία οι συμβάσεις που συνάπτονται στην αλλοδαπή μεταξύ μελλονύμφων που είναι κατά το χρόνο κατάρτισής τους κάτοικοι αλλοδαπής και ο ένας από αυτός είναι ελληνικής ιθαγένειας ο δε άλλος αλλοδαπής, με τις οποίες αλλοδαπός παραιτείται, με ή χωρίς αντάλλαγμα, από τα κληρονομικά δικαιώματά του, που μετά την τέλεση του γάμου θα αποκτούσε σε σχέση με την κληρονομία του/της ελληνικής ιθαγένειας συζύγου, είναι έγκυρες, εφόσον επακολουθεί ο γάμος ενόψει του οποίου συνάπτονται. Κατά δεν την παρ. 2, η ρύθμιση αυτή ισχύει και για τις συμβάσεις που συνάπτονται μετά την τέλεση γάμου μεταξύ των προσώπων αυτών. Ευχερώς, λοιπόν, μπορεί να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για κληρονομική σύμβαση, η έστω και μερική πρόσδοση εγκυρότητας στην οποία με την εν λόγω διάταξη δημιουργεί ρήγμα στην απαγόρευση που εισάγει το άρθρο 368 ΑΚ. Όπως και στην περίπτωση της σύναψης κληρονομικής σύμβασης από αλλοδαπούς, έτσι και εδώ παρατηρούμε ότι είναι καθοριστικής σημασίας για την εγκυρότητα της κληρονομικής σύμβασης η χαλαρότητα που εμφανίζουν οι δεσμοί που έχουν οι κληρονομικές σχέσεις, στις οποίες αυτές αφορά, με την ελληνική έννομη τάξη123 και, αντίστοιχα, η σύνδεσή τους και με κάποια αλλοδαπή έννομη τάξη124. Σε κάθε περίπτωση, εισάγεται ουσιαστικός κανόνας ιδδδ, με αποτέλεσμα το επιτρεπτό της κληρονομικής σύμβασης σε σχέση με στοιχεία αλλοδαπότητας να κρίνεται χωρίς την παρεμβολή κανόνα σύγκρουσης.
Στη Σύμβαση της Χάγης της 1ης Αυγούστου 1989, η κληρονομική σύμβαση ορίζεται στο άρθρο 8 ως η συμφωνία, που καταρτίζεται εγγράφως ή απορρέει από αμοιβαίες διαθήκες, η οποία προσδιορίζει, τροποποιεί ή καταργεί δικαιώματα ενός ή περισσότερων από τα συμβαλλόμενα πρόσωπα επί της κληρονομίας, της οποίας η

123 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 225. Στην ουσία, βέβαια, το ν.δ. δεν φαίνεται να ήταν προϊόν των θεωρητικών αυτών προβληματισμών, αλλά μάλλον είχε ως στόχο τη διευθέτηση των ειδικών ζητημάτων οικονομικής σημασίας, που είχε ο γάμος του Αριστοτέλη Ωνάση με την Τζάκυ Κέννεντυ, για το λόγο δε το εν λόγω ν.δ. έχει μείνει γνωστό ως lex Onassis.
124 Βασιλακάκης, Δικαίωμα νόμιμης μοίρας και επιφύλαξη της δημόσιας τάξης στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, ΝοΒ 2002, 1819.

επαγωγή πρόκειται να γίνει στο μέλλον. Η παραχώρηση, αλλοίωση ή κατάργηση δικαιωμάτων γίνεται είτε με αντάλλαγμα είτε χωρίς αντάλλαγμα. Ο ορισμός αυτός είναι ιδιαίτερα ευρύς και συμπεριλαμβάνει όχι μόνο την κληρονομική σύμβαση, αλλά και τη συνδιαθήκη, η οποία εμφανίζεται ως μία υποπερίπτωση κληρονομικής σύμβασης. Με τις ρυθμίσεις των άρθρων 9 επ., επιχειρείται η εξεύρεση ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο μίας λύσης, η οποία να αίρει τα προβλήματα που γεννώνται λόγω του ότι πολύ συχνά οι κληρονομικές σχέσεις των συμβαλλομένων μέρων δεν διέπονται από το ίδιο δίκαιο, λόγω για παράδειγμα διαφορετικής ιθαγένειας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 9, στην κληρονομική σύμβαση που αφορά στις κληρονομικές σχέσεις ενός προσώπου, όσον αφορά στο ουσιαστικό κύρος, τις έννομες συνέπειες και τις περιστάσεις υπό τις οποίες οι συνέπειες αυτές εξαλείφονται, εφαρμοστέο είναι το δίκαιο που θα εφαρμοζόταν, σύμφωνα με τους κανόνες ιδδδ των άρθρων 3 ή 5 παρ. 1, στις κληρονομικές σχέσεις του προσώπου αυτού, αν απεβίωνε την ημέρα κατάρτισης της σύμβασης. Ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όταν η κληρονομική σύμβαση δεν είναι έγκυρη κατά την παρ. 1, το κύρος της πρέπει να αναγνωρισθεί, εφόσον είναι έγκυρη κατά το δίκαιο που διέπει τις κληρονομικές σχέσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 3 ή 5 παρ. 1, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου. Στις κληρονομικές συμβάσεις που ρυθμίζουν τις κληρονομικές σχέσεις περισσότερων του ενός προσώπων, το άρθρο 10 παρ. 1 προβλέπει, ως προς το ουσιαστικό κύρος τους, τη σωρευτική εφαρμογή των δικαίων που, σύμφωνα με τα άρθρα 3 ή 5 παρ. 1, θα διείπαν τις κληρονομικές σχέσεις εκάστου των συμβαλλομένων, αν αυτοί απεβίωναν κατά την ημέρα κατάρτισης της σύμβασης. Συνεπώς, η λύση γι’ αυτήν την κατηγορία κληρονομικών συμβάσεων είναι πιο αυστηρή, αφού η κληρονομική σύμβαση θα πρέπει να αναγνωρίζεται ως θεσμός από περισσότερα του ενός δίκαια. Ωστόσο, η Σύμβαση δίνει τη δυνατότητα στους συμβαλλομένους να παρακάμψουν τις απαγορευτικές διατάξεις των εθνικών δικαίων, καθώς με το άρθρο 11 μπορούν να επιλέξουν τη lex hereditatis μεταξύ του δικαίου του κράτους, όπου ένα από τα πρόσωπα των οποίων ρυθμίζονται οι κληρονομικές σχέσεις είχε τη συνήθη διαμονή του, ή του κράτους, του οποίου την ιθαγένεια είχε ένα από τα πρόσωπα αυτά όταν καταρτίσθηκε η σύμβαση. Η δε

εγκυρότητα της κληρονομικής σύμβασης σε περίπτωση επιλογής της lex hereditatis εξασφαλίζεται με το άρθρο 12, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου προστατεύονται τα πρόσωπα, των οποίων τα δικαιώματα απειλούνται με παράκαμψη. Βέβαια, η τολμηρή επιδίωξη της Σύμβασης να ρυθμίσει το ακανθώδες θέμα των κληρονομικών συμβάσεων, εξισορροπείται με τη διάταξη του άρθρου 24, κατά την οποία κάθε κράτος μπορεί να δηλώσει ότι επιφυλάσσεται όσον αφορά στην εφαρμογή των άρθρων 8 επ.125.
Απαγορευτική, όμως, είναι η θέση του ελληνικού δικαίου και ως προς τη σύνταξη συνδιαθήκης.

ii.    H συνδιαθήκη


Αναλογίες με την κληρονομική σύμβαση εμφανίζει και η συνδιαθήκη, η οποία συντάσσεται από δύο ή περισσότερα πρόσωπα με την ίδια πράξη. Με τη συνδιαθήκη εξομοιώνεται και η αμοιβαία διαθήκη, με την οποία ο ένας διαθέτης εγκαθίσταται ως κληρονόμος του άλλου. Γίνεται, πάντως, δεκτό126 ότι για να υπάρχει συνδιαθήκη απαιτείται οργανική εξάρτηση των διατάξεων τελευταίας βούλησης περισσότερων προσώπων, ασχέτως του αν έχουν αποτυπωθεί στο ίδιο έγγραφο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1717 ΑΚ, περισσότερα πρόσωπα δεν μπορούν να συντάξουν διαθήκη με την ίδια πράξη127. Απαγορευτικές διατάξεις περιέχουν και το γαλλικό δίκαιο, το ιταλικό και το ισπανικό, ενώ το γερμανικό την επιτρέπει μόνο όμως μεταξύ συζύγων128. Η αρνητική τοποθέτηση του έλληνα νομοθέτη αποδίδεται στην πρόθεση να διαφυλαχθεί η ελεύθερη βούληση του διαθέτη και να αποκλεισθεί η παραποίησή της μέσω της σύμπραξης με άλλο πρόσωπο129. Έτσι, διαφυλάσσεται  ο χαρακτήρας της διαθήκης ως μονομερούς δικαιοπραξίας.


125 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 242. 126 Φίλιος, Κληρονομικό δίκαιο, Γενικό μέρος, 1996, σελ. 136, Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 209.
127 ΑΠ 1179/2010, ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 423/2011, ΝΟΜΟΣ.
128 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 227.
129 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 209.

Στο πεδίο του ιδδδ, γεννάται πρόβλημα όταν το δίκαιο που διέπει τις κληρονομικές σχέσεις του ενός από τα μέρη επιτρέπει τη συνδιαθήκη, ενώ το δίκαιο που διέπει τις κληρονομικές σχέσεις του άλλου την απαγορεύει. Το πρώτο ζήτημα που τίθεται από ιδιωτικοδιεθνολογική άποψη είναι το πρόβλημα του νομικού χαρακτηρισμού, σχετικά με το αν η απαγόρευση της συνδιαθήκης αποτελεί θέμα τύπου ή περιεχομένου. Αν θεωρηθεί ότι η συνδιαθήκη ανάγεται στον τύπο,  τυγχάνει εφαρμογής ο κανόνας σύγκρουσης του άρθρου 11 ΑΚ και, συνεπώς, έχουν τη δυνατότητα δύο ή περισσότεροι έλληνες υπήκοοι να συντάξουν συνδιαθήκη σε χώρα, το δίκαιο της οποίας την επιτρέπει, συμμορφούμενοι με τις οικείες διατάξεις της lex loci actus. Αντίθετα, αν θεωρηθεί ότι ανάγεται στο περιεχόμενο των διατάξεων τελευταίας βούλησης, εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της τελευταίας ιθαγένειας του πρώτου αποβιώσαντος από τα πρόσωπα που συντάσσουν από κοινού τη συνδιαθήκη, σύμφωνα με τον κανόνα σύγκρουσης του άρθρου 28 ΑΚ.
Η εξεύρεση του εφαρμοστέου δικαίου επί της συνδιαθήκης έχει διχάσει την ελληνική θεωρία και νομολογία. Στη θεωρία, ωστόσο, έχει επικρατήσει η άποψη130 ότι οι διατάξεις που απαγορεύουν τη συνδιαθήκη αφορούν στο ουσιαστικό περιεχόμενο της διαθήκης και, συνακόλουθα, εφαρμοστέα είναι η διάταξη του άρθρου 28 ΑΚ131. Αυτή φαίνεται να είναι και η άποψη της νομολογίας. Συγκεκριμένα, έχει κριθεί132 ότι η απαγόρευση του άρθρου 1717 ΑΚ, επαγόμενη απόλυτη ακυρότητα της διαθήκης, η οποία έχει θεσπισθεί για να διασφαλισθεί η ελεύθερη, ανεπηρέαστη και αδέσμευτη έκφραση της τελευταίας διάθεσης του διαθέτη, δεν ανάγεται στον τύπο της διαθήκης, αλλά στην ουσία (το περιεχόμενο) των διαθηκών. Ως εκ τούτου, εφαρμοστέο, προκειμένου να κριθεί το επιτρεπτό ή μη και συνεπώς το κύρος της συνδιαθήκης, είναι το διέπον την κληρονομία δίκαιο,

130 Μαριδάκης, Ιδιωτικόν διεθνές δίκαιον, ΙΙ, 1968, σελ. 472, Βρέλλης, Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, Γ’ Έκδοση, 2008, σελ. 348, Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 230.
131 Μόνο ο Μπαλής, Κληρονομικό δίκαιο, σελ. 688, υποστήριξε ότι οι διατάξεις που απαγορεύουν τη
σύνταξη συνδιαθήκης αφορούν στον τύπο της διαθήκης και, επομένως, εφαρμοστέο είναι το δίκαιο από τον κανόνα σύγκρουσης του άρθρου 11 ΑΚ, ενώ υποστηρίχθηκε και τρίτη άποψη από τον Σπυρόπουλο, Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, σελ. 519, κατά την οποία η απαγόρευση σύνταξης συνδιαθήκης ανάγεται στην ικανότητα προς σύνταξη διαθήκης και, επομένως, εφαρμοστέο είναι το δίκαιο που διέπει τη δικαιοπρακτική ικανότητα του κληρονομουμένου, δηλαδή αυτό που υποδεικνύει ο κανόνας σύγκρουσης του άρθρου 7 ΑΚ.
132 ΑΠ 666/1983, ΝοΒ 1984.78.

δηλαδή το δίκαιο που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 28 ΑΚ και όχι το δίκαιο της διάταξης του άρθρου 11 ΑΚ, το οποίο θεσπίζει κανόνα locus regit actum, της εφαρμογής δηλαδή του δικαίου της πολιτείας, στην οποία επιχειρήθηκε η συνδιαθήκη.
Χαρακτηριστικό της διχογνωμίας που υπάρχει στο θεωρητικό επίπεδο είναι ότι οι συντάκτες της Σύμβασης της Χάγης σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο επί του τύπου των διαθηκών απέφυγαν να τοποθετηθούν στο ζήτημα του επιτρεπτού της συνδιαθήκης. Μόνο το άρθρο 4 προβλέπει την εφαρμογή των διατάξεών της όσον αφορά στον τύπο των διαθηκών που καταρτίζονται με την ίδια πράξη από δύο ή περισσότερα πρόσωπα.
Όπως και στην περίπτωση της κληρονομικής σύμβασης, έτσι και στην περίπτωση της συνδιαθήκης ανακύπτει το ζήτημα αν η επιφύλαξη της δημόσιας τάξης πρέπει να ενεργοποιείται, όταν η lex patriae του κληρονομουμένου κατά το χρόνο του θανάτου του επιτρέπει τη σύνταξη συνδιαθήκης. Και εδώ, η ενεργοποίηση της επιφύλαξης της δημόσιας τάξης του άρθρου 33 ΑΚ θα πρέπει να γίνεται με φειδώ. Έτσι, θα πρέπει να θεωρηθεί κατ’ εξαίρεση ως μη αντικείμενη στη δημόσια τάξη η αλλοδαπή διάταξη που επιτρέπει τη σύνταξη συνδιαθήκης, όταν η επίδικη διαφορά συνδέεται πολύ χαλαρά με την ελληνική έννομη τάξη και δεν προβάλλεται ισχυρισμός περί επηρεασμού και περιορισμού της τελευταίας βούλησης του διαθέτη133.
Την προβληματική ως προς τα ζητήματα του εφαρμοστέου δικαίου στην εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή, μετά τις γενικές θέσεις του ιδδδ και τα προβλήματα του εφαρμοστέου δικαίου σε σχέση με τη βούληση του διαθέτη, θα ολοκληρώσει η ανάπτυξη αμέσως κατωτέρω των προβλημάτων εφαρμοστέου δικαίου που άπτονται του εκ διαθήκης κληρονομικού δικαιώματος.

ΙΙΙ. ΤΟ ΕΚ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ


Α. Το εύρος του εκ διαθήκης κληρονομικού δικαιώματος



α. Οι κληρονόμοι που εγκαθίστανται με διάταξη τελευταίας βούλησης


Ο προσδιορισμός των προσώπων που εγκαθίστανται ως κληρονόμοι με διάταξη τελευταίας βούλησης, από ιδιωτικοδιεθνολογική άποψη προϋποθέτει την εξεύρεση του δικαίου, κατά το οποίο θα κριθεί αν τα πρόσωπα που ο διαθέτης εγκατέστησε με τη διαθήκη έχουν την ικανότητα να είναι κληρονόμοι. Προκύπτει, επίσης, ανάγκη καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου ως προς την κληρονομική αναξιότητα. Πριν απ’ όλα δε υπάρχει ανάγκη προσδιορισμού του δικαίου για τον καθορισμό του λόγου και του χρόνου επαγωγής της κληρονομίας, αφού από τη λύση που δίνεται για τα ζητήματα αυτά εξαρτάται άμεσα η γέννηση των κληρονομικών δικαιωμάτων.
Από άποψη ιδδδ, το πρώτο κρίσιμο χρονικό σημείο ως προς τα κληρονομικά δικαιώματα είναι ο λόγος και ο χρόνος επαγωγής της κληρονομίας. Παρότι ο λόγος και ο χρόνος επαγωγής της κληρονομίας συμπίπτουν με το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, δεν είναι περιττό να διευκρινισθεί ότι το δίκαιο που προσδιορίζει τους λόγους και τους χρόνους επαγωγής της κληρονομίας είναι η lex hereditatis134. Η lex hereditatis εφαρμόζεται για να κριθούν οι λόγοι επαγωγής της κληρονομίας, δηλαδή αν χωρεί επαγωγή εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης ή εκ κληρονομικής σύμβασης, καθώς και αν αποτελεί λόγο επαγωγής της κληρονομίας ο πολιτικός θάνατος φυσικού προσώπου, η αποδοχή του μοναχικού σχήματος ή η αφάνεια. Αντίθετα, οι συνέπειες που επιφέρει η επαγωγή της κληρονομίας στις έννομες σχέσεις του κληρονομούμενου ρυθμίζονται από το δίκαιο που διέπει την υπό κρίση έννομη σχέση, όπως αν επέρχεται λύση ή όχι της προσωπικής εταιρίας του κληρονομούμενου. Από την άλλη, τα ζητήματα που θέτει η δημοσίευση της διαθήκης, λόγω της δικονομικής φύσης τους ορθότερο είναι να λυθούν με βάση της lex fori.
Για να εγκατασταθεί κάποιο πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, ως κληρονόμος, προϋποτίθεται ότι το πρόσωπο αυτό μπορεί να γίνει κληρονόμος, συντρέχει δηλαδή

στο πρόσωπό του η ικανότητα προς το κληρονομείν, η οποία διαφοροποιείται από τη δικαιοπρακτική ικανότητα135, καθώς η έλλειψή της έχει ως συνέπεια να καθίσταται ανενεργός η εγκατάσταση ως κληρονόμου προσώπου, το οποίο στερείται της ικανότητας αυτής. Η διακρίβωση του αν κάποιο πρόσωπο έχει ή όχι την εν λόγω ικανότητα θα γίνει με βάση τη lex hereditatis και όχι σύμφωνα με το δίκαιο που διέπει την ικανότητα δικαίου του κληρονόμου, δηλαδή το δίκαιο της ιθαγένειας του προσώπου που καλείται ως κληρονόμος κατά τον κανόνα σύγκρουσης του άρθρου 5 ΑΚ136 ή το δίκαιο της πραγματικής έδρας του, όταν πρόκειται για νομικό πρόσωπο κατά τον κανόνα σύγκρουσης του άρθρου 10 ΑΚ. Το τελευταίο αυτό δίκαιο θα εφαρμοσθεί ως προς το νομικό πρόσωπο, προκειμένου να κριθεί αν αυτό έχει συσταθεί νόμιμα και αν έχει την ικανότητα να αποκτήσει κληρονομικά δικαιώματα. Κατά τη lex hereditatis θα κριθούν, επίσης, και οι κατηγορίες προσώπων που δεν έχουν την ικανότητα προς το κληρονομείν. Ο αποκλεισμός ορισμένων κατηγοριών προσώπων από την κληρονομική διαδοχή εμπεριέχει κινδύνους διακρίσεων, οπότε καθίσταται αναπόφευκτη η διορθωτική παρέμβαση της επιφύλαξης της δημόσιας τάξης.
Ένα ιδιαίτερα πρακτικό θέμα από άποψη ιδδδ σχετικά με την ικανότητα προς το κληρονομείν των νομικών προσώπων, συνίσταται στην επιλογή που θα εφαρμοσθεί για να προσδιορισθεί το χρονικό σημείο, κατά το οποίο το νομικό πρόσωπο πρέπει να υφίσταται για να μπορεί να αποκτήσει την ιδιότητα του κληρονόμου. Και τούτο, διότι δεν είναι καθόλου σπάνιο στην πράξη ο κληρονομούμενος να προβαίνει με διάταξη που περιέχεται στη διαθήκη του στη σύσταση για παράδειγμα ιδρύματος, το οποίο δεν υφίσταται κατά το χρόνο του θανάτου του και το οποίο επιθυμεί να εγκαταστήσει ως το βασικό του κληρονόμο. Στο ελληνικό εσωτερικό δίκαιο δίνεται λύση με τη διάταξη του άρθρου 114 ΑΚ, κατά την οποία ίδρυμα που συνιστάται μετά το θάνατο του ιδρυτή θεωρείται ότι υφίσταται κατά το χρόνο του θανάτου του ως προς την περιουσία που έχει ταχθεί



135 Βρέλλης, Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, Γ’ Έκδοση, 2008, σελ. 347, Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 68.
136 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 248.

υπέρ του ιδρύματος137. Η λύση θα πρέπει να αναζητηθεί είτε στη lex hereditatis, αφού η σύσταση του ιδρύματος με διαθήκη εντάσσεται στο γενικότερο σχεδιασμό του διαθέτη για τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων του, είτε στο δίκαιο που διέπει την ικανότητα δικαίου, αφού το χρονικό σημείο από το οποίο θεωρείται ότι υφίσταται το νομικό πρόσωπο αποτελεί την αφετηρία από την οποία αυτό θεωρείται ότι έχει ικανότητα δικαίου. Δεδομένου, ωστόσο, ότι το χρονικό σημείο από το οποίο αρχίζει η γέννηση δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του είναι ο θάνατος του διαθέτη – ιδρυτή του, είναι ορθότερο να θεωρηθεί ότι, προκειμένου να κριθεί αν το νομικό πρόσωπο, που συνιστάται με διαθήκη, υφίσταται κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομίας, θα πρέπει να εφαρμοσθούν σωρευτικά οι διατάξεις της lex hereditatis και του δικαίου που διέπει την ικανότητα δικαίου. Συνεπώς, θα πρέπει και κατά τα δύο αυτά δίκαια το νομικό πρόσωπο να θεωρείται ότι υφίσταται, έστω και μόνο όσον αφορά στα περιουσιακά στοιχεία που του μεταβιβάζονται με τη διαθήκη138.
Τέλος, στενά συνυφασμένη με την ικανότητα προς το κληρονομείν και, συγκεκριμένα, αρνητική προϋπόθεση για την επαγωγή της κληρονομίας, αποτελεί η κληρονομική αναξιότητα139. Με το θεσμό αυτό επιδιώκεται η προστασία του διαθέτη από αξιοκατάκριτη συμπεριφορά του κληρονόμου είτε απέναντι στον ίδιο είτε απέναντι σε πρόσωπα του συγγενικού του περιβάλλοντος, συμπεριφορά που δεν αποκλείεται να λάβει χώρα μετά το θάνατο του διαθέτη. Έτσι, με το θεσμό αυτό μπορεί να αφαιρεθεί η κληρονομία από κληρονόμο που την έχει αποκτήσει, αν διαπιστωθεί δικαστικά ότι αυτός έχει υποπέσει σε ένα από τα βαριά παραπτώματα που αναφέρει ο νόμος. Η αποδοκιμασία από το νόμο του ‘ανάξιου’ κληρονόμου θεωρείται ότι ανταποκρίνεται και στην εικαζόμενη βούληση του διαθέτη, γιατί ‘τεκμαίρεται’ ότι και αυτός δεν θα τον ήθελε ως κληρονόμο του, αν γνώριζε τη συμπεριφορά του140. Ως αρνητική προϋπόθεση για την επαγωγή της κληρονομίας, η αναξιότητα εντάσσεται στο μηχανισμό της κληρονομικής διαδοχής, έτσι ώστε αναμφισβήτητα να είναι εφαρμοστέα από άποψη ιδδδ η lex hereditatis. Κατά τη lex
137 ΑΠ 346/2007, ΝΟΜΟΣ.
138 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 254.
139 Στο ελληνικό δίκαιο προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1860 – 1864 ΑΚ.
140 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 108.

hereditatis θα κριθεί πότε επέρχεται η κληρονομική αναξιότητα, ποιες είναι οι συνέπειές της, καθώς επίσης αν και υπό ποιες προϋποθέσεις η αναξιότητα εκλείπει λόγω συγγνώμης141.
Τέλος, κατά γενική αρχή του κληρονομικού δικαίου, οι περισσότεροι κληρονόμοι τελούν μεταξύ τους σε σχέση κοινωνίας142 . Και οι μεταξύ των συγκληρονόμων σχέσεις και ιδιαίτερα η μεταξύ αυτών κοινωνία, όπως και η λύση της, αποτελούν δημιουργούμενες από την κληρονομία σχέσεις και για το λόγο αυτό διέπονται από τη lex hereditatis143.
Την εγκατάσταση των κληρονόμων από την πλευρά του διαθέτη με διάταξη τελευταίας βούλησης, ακολουθεί η από της πλευρά των ίδιων των κληρονόμων άσκηση ή μη του κληρονομικού τους δικαιώματος με την αποδοχή ή αποποίηση της κληρονομίας που με τη διαθήκη τους επάγεται. Για το λόγο αυτό, μεθοδολογικά ακολουθεί η ανάπτυξη των ιδιωτικοδιεθνολογικών ζητημάτων που σχετίζονται με την άσκηση του εκ διαθήκης κληρονομικού δικαιώματος.

β. Η άσκηση του εκ διαθήκης κληρονομικού δικαιώματος


Στην άσκηση από τους κληρονόμους των δικαιωμάτων που αποκτούν, με βάση τις διατάξεις της διαθήκης με τις οποίες εγκαθίστανται ως κληρονόμοι, ασκεί θετική επιρροή η αποδοχή και αρνητική η αποποίηση της κληρονομίας από μέρους των τελευταίων. Πρόκειται, δηλαδή, για δηλώσεις βούλησης που έχουν άμεση επίπτωση στη ρύθμιση των κληρονομικών σχέσεων του διαθέτη144. Για το λόγο αυτό, για να κριθεί το επιτρεπτό ή μη τόσο της αποδοχής όσο και της αποποίησης, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί η καθεμία να λάβει χώρα, η προθεσμία τους και οι συνέπειες που παράγουν, θα εφαρμοσθεί η lex hereditatis. Αντίθετα, για να κριθεί αν ο κληρονόμος είχε δικαιοπρακτική ικανότητα για να προβεί στη σχετική δήλωση βούλησης, θα εφαρμοσθεί ο κανόνας σύγκρουσης του άρθρου 7 ΑΚ, καθώς

141 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 256.
142 Άρθρο 1884 επ. ΑΚ.
143 Μαριδάκης, Ιδιωτικόν διεθνές δίκαιον, ΙΙ, 1968, σελ. 263, ΠΠρΑθ 10499/1997, ΕλλΔνη 1999.669 =
ΕΕμπΔ 1998.561.
144 Φίλιος, Κληρονομικό δίκαιο, Γενικό μέρος, 1996, σελ. 89, 96.

πρόκειται για μονομερείς δικαιοπραξίες. Ακόμη, για τον καθορισμό του δικαίου που ρυθμίζει τον τύπο της αποδοχής ή της αποποίησης θα εφαρμοσθεί ο κανόνας σύγκρουσης του άρθρου 11 ΑΚ145.
Η lex hereditatis είναι εφαρμοστέα και ως προς το επιτρεπτό ή μη της αποδοχής της κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής, θεσμό που αγνοούν πολλά εθνικά δίκαια και ο οποίος σχετίζεται με το ζήτημα της ευθύνης των κληρονόμων στο ενεργητικό της κληρονομίας, ultra vires hereditatis, ή τη μεταβίβαση και του παθητικού μέρους της κληρονομίας και την ευθύνη των κληρονόμων για τα χρέη της κληρονομίας146. Συνεπώς, η lex hereditatis είναι εφαρμοστέα όχι μόνο για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων, αλλά και για την οριοθέτηση των υποχρεώσεων των κληρονόμων. Σύμφωνα με το δίκαιο αυτό θα κριθεί αν και με ποιες προϋποθέσεις είναι επιτρεπτός ο περιορισμός της ευθύνης των κληρονόμων, καθώς επίσης το είδος της ευθύνης τους. Όμως, για να κριθεί αν η απαίτηση κατά του διαθέτη είναι κληρονομητή, δεν θα εφαρμοσθεί η lex hereditatis αλλά η lex causae, που διέπει τη σχέση μεταξύ του διαθέτη και του δανειστή του. Το ζήτημα της ευθύνης των κληρονόμων για τα χρέη της κληρονομίας είναι ιδιαίτερα πολύπλοκο όταν υιοθετείται η αρχή της διάσπασης της κληρονομίας, καθώς είναι πολύ πιθανό να επιβαρυνθεί ένας από τους κληρονόμους ακόμη και με την ατομική του περιουσία, ενώ αντίθετα των λοιπών κληρονόμων η ευθύνη να περιορίζεται στο ύψος του ενεργητικού της κληρονομίας που του μεταβιβάζεται147.
Τα ιδιωτικοδιεθνολογικά προβλήματα είναι εντονότερα όταν τα κληρονομιαία είναι εγκατεσπαρμένα σε διαφορετικά κράτη. Η προτίμηση του ελληνικού δικαίου υπέρ την αρχής της ενότητας της κληρονομίας απλοποιεί τη διακρίβωση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την αποδοχή ή αποποίηση της κληρονομίας, για το λόγο ότι θα υπάρχει ενιαία ρύθμιση για το σύνολο της κληρονομίας. Γεγονός, πάντως, είναι ότι η ύπαρξη κληρονομιαίων σε πολλά κράτη δημιουργεί προβλήματα, ενώ ανακύπτει δυσχέρεια των πιστωτών να

145 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 260
επ., Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 93.
146 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 79 επ.
147 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 267
επ.

πληροφορηθούν αν υπήρξε έγκυρη αποδοχή ή αποποίηση της κληρονομίας εκ μέρους των κληρονόμων. Από την άλλη πάλι πλευρά, θα ήταν ιδιαίτερα δυσχερές για τους κληρονόμους να πρέπει να συμμορφωθούν, ως προς τις προϋποθέσεις αποδοχής ή αποποίησης, προς τις δικαιικές διατάξεις καθεμίας πολιτείας όπου βρίσκονται τα κληρονομιαία.
Ειδικά ως προς τα ακίνητα της κληρονομίας, εφόσον σύμφωνα με το δίκαιο του τόπου όπου κείνται τα κληρονομιαία ακίνητα η κτήση εμπραγμάτων δικαιωμάτων προϋποθέτει τη μεταγραφή της αποδοχής όπως συμβαίνει και στην Ελλάδα, επιβάλλεται η τήρηση από τους κληρονόμους των διατυπώσεων δημοσιότητας που επιβάλλει το δίκαιο αυτό. Το ζήτημα αυτό δίνει μία ανάγλυφη εικόνα των προβλημάτων, που θέτει σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο, η κτήση των ακινήτων της κληρονομίας, καθώς γίνεται εν προκειμένω αντιληπτό ότι για τη μεταβίβαση της κυριότητας των κληρονομιαίων πρέπει να ληφθούν υπόψη και διατάξεις, που στο εσωτερικό δίκαιο δεν χαρακτηρίζονται ως κληρονομικού δικαίου148.
Ωστόσο, το εκ διαθήκης κληρονομικό δικαίωμα έρχονται να περιορίσουν κάποιοι θεσμοί του κληρονομικού δικαίου, τα ιδιωτικοδιεθνολογικά ζητήματα των οποίων αναπτύσσονται αμέσως κατωτέρω.

Β. Περιορισμοί του εκ διαθήκης κληρονομικού δικαιώματος α. Εκτελεστής διαθήκης και συναφείς θεσμοί
Η υλοποίηση των διατάξεων τελευταίας βούλησης είναι πιθανό να μην επαφίεται στα πρόσωπα που εγκαθίστανται με αυτές, αλλά να έχει ανατεθεί από τον ίδιο τον κληρονομούμενο σε έναν ή περισσότερους εκτελεστές διαθήκης149. Το έργο του εκτελεστή, συνιστάμενο στην εκτέλεση των διατάξεων της διαθήκης, αποτελεί απόλυτο περιορισμό του κληρονομικού δικαιώματος καθ’ εαυτό και των

148 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 265. 149 Ο θεσμός του εκτελεστή ήταν άγνωστος στο ρωμαϊκό δίκαιο, ενώ φαίνεται ότι υπήρχε στο αρχαίο ελληνικό δίκαιο ως ‘επιμελητής’ ή ‘επίτροπος’.

αντίστοιχων εξουσιών του κληρονόμου150. Ειδικότερα, ο θεσμός του εκτελεστή είναι ιδιόρρυθμος. Ο διαθέτης μπορεί να περιορίσει τον εκτελεστή σε επόπτη του ότι οι κληρονόμοι θα εκτελέσουν τις διατάξεις της κληρονομίας με δικαίωμα μόνο να ζητήσει από αυτούς να τις εκτελέσουν. Μπορεί, όμως, να τον ορίσει και διαχειριστή της κληρονομίας. Στην περίπτωση αυτή, δεν απαιτεί ο εκτελεστής από τον κληρονόμο να εκτελέσει διατάξεις της διαθήκης, αλλά τις εκτελεί ο ίδιος. Ο διορισμός εκτελεστή με διαχειριστική εξουσία αποτελεί σημαντικό περιορισμό του κληρονομικού δικαιώματος151.
Η παρεμβολή του εκτελεστή διαθήκης, καθώς αποσκοπεί στην εκτέλεση των διατάξεων της διαθήκης, συνδέεται άμεσα με τη ρύθμιση των κληρονομικών σχέσεων, όπως αυτή διαμορφώνεται με τη διαθήκη, και για το λόγο αυτό προσήκει καταρχήν η εφαρμογή της lex hereditatis στα ζητήματα που αφορούν στο λειτούργημα του εκτελεστή152, όπως και γενικότερα στο ζήτημα της διαχείρισης και διοίκησης της περιουσίας του κληρονομούμενου με βάση διάταξη τελευταίας βούλησης153. Έτσι, από τη lex hereditatis θα κριθεί αν επιτρέπεται και πώς γίνεται ο διορισμός του εκτελεστή, ο χρόνος έναρξης και παύσης του λειτουργήματός του, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του, η έννομη θέση, το εύρος των εξουσιών και η διάρκεια άσκησής τους, καθώς και το επιτρεπτό, οι προϋποθέσεις και ο τρόπος εκποίησης κληρονομιαίων από τον εκτελεστή, η αποδοχή και η αποποίηση του λειτουργήματός του, όπως και οι σχέσεις μεταξύ περισσότερων εκτελεστών, η ευθύνη του έναντι των κληρονόμων, αλλά και το κατά πόσο νομιμοποιείται να διεξάγει δίκες σχετικές με αξιώσεις της κληρονομίας ή κατά της κληρονομίας154. Περαιτέρω, η εκτέλεση των διατάξεων της διαθήκης, που αποτελεί το κύριο καθήκον των εκτελεστών, καθώς και η διαχείριση της κληρονομικής περιουσίας που ενδεχομένως ανατέθηκε σε αυτούς, συνδέονται άρρηκτα με τη ρύθμιση των
150 Μπαλής, Κληρονομικόν δίκαιον, 1959, σελ. 437, Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ.
328.
151 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 328.
152 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 303
επ.
153 ΕφΑθ 566/1969, Αρμ 1969.517, ΕφΑθ 3111/1971, ΝοΒ 1972.511, ΕφΘεσ 699/1973, Αρμ
1973.711, ΕφΑθ 6599/1990, ΕλλΔνη 1991.825, ΠΠρΑθ 9970/1997, ΕλλΔνη 1998.677.
154 Για το ζήτημα αυτό έχει υποστηριχθεί και η εφαρμογή της lex fori λόγω της δικονομικής υφής του θεματος, βλ. Βασιλακάκη, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 306.

κληρονομικών σχέσεων. Κατ’ ακολουθία, όλα τα σχετικά με τους εκτελεστές της διαθήκης ζητήματα, μεταξύ των οποίων και το ζήτημα της δυνατότητας οριστικής ή προσωρινής παύσης τους, διέπονται επίσης από τη lex hereditatis155.
Αντίθετα, η ικανότητα του εκτελεστή να αποδεχθεί το διορισμό του και να ασκήσει τα δικαιώματα, που του χορηγεί η lex hereditatis, θα κριθεί σύμφωνα με τον κανόνα σύγκρουσης του άρθρου 7 ΑΚ, ενώ από τον κανόνα σύγκρουσης του άρθρου 5 ΑΚ θα αναζητηθεί το εφαρμοστέο δίκαιο για το αν ο εκτελεστής είναι υποχρεωμένος να αποδεχθεί το διορισμό του.
Θεσμός άγνωστος στις χώρες του civil law, αλλά και δυσνόητος για την ευρωπαϊκή νομική σκέψη κυριαρχούμενη από το ελληνορωμαϊκό δίκαιο, που έχει να κάνει με τη διαχείριση της κληρονομίας, είναι ο, γνωστός στις χώρες του common law, ιδιόρρυθμος θεσμός του trust156. Ο κρατών ορισμός είναι ‘μία έννομος σχέσις ήτις δημιουργείται αφ’ ης αγαθά (περιουσία) εμπιστεύεται τις εις πρόσωπον ή πρόσωπα καλούμενα trustees άτινα υποχρεούνται να έχωσι εις την κυριότητά των επ’ ωφελεία ετέρων προσώπων καλουμένων beneficiaries. Ο θεσμός ούτος συνίσταται είτε μεταξύ ζώντων είτε αιτία θανάτου υπό την μορφήν διαθήκης’157. Πρόκειται στην ουσία για ένα πρόσωπο, τον settler, ο οποίος μεταβιβάζει περιουσιακά αντικείμενα ή απαιτήσεις σε άλλο πρόσωπο, τον trustee158, ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να τα μεταβιβάσει στο δικαιούχο, τον beneficiary, μετά πάροδο χρονικού διαστήματος, κατά τη διάρκεια του οποίου τα διαχειρίζεται, προκειμένου να τα αποδώσει σύμφωνα με τους όρους που έχει θέσει ο settlor. Γίνεται διάκριση μεταξύ των trust inter vivos και testamentary trusts,

155 ΕφΑθ 1599/1990, ΕλλΔνη 1991.825.
156 Το προϊσχύσαν δίκαιο περιείχε ρητή διάταξη. Με το άρθρο 24 του ν.δ. της 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών, που όμως καταργήθηκε με το άρθρο
41 ΕισΝΑΚ, ο trustee οριζόταν ως κηδεμόνας της κληρονομίας. Τα ελληνικά φορολογικά δικαστήρια, από την άλλη, έκαναν λόγο για διαχειριστή εμπιστοσύνης, ο οποίος προσομοιάζει προς τον εκτελεστή διαθήκης του ελληνικού δικαίου. Για τις αποφάσεις αυτές βλ. Βασιλακάκη, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 310 επ. Για το θεσμό του trust στις χώρες του common law βλ. Morris, Theobald on the law of wills, 9th edition, 1939, London, σελ. 23, 64 επ., 99, 112 επ., 205, Mellows, The law of succession, 1970, London, σελ. 346, 368, 501 επ., 564, Parry, The law of succession – Testate and intestate, 3rd edition, 1953, London, σελ. 97, 223, 286.
157 Παρασκευόπουλος, Εμπίστευμα (Trust) – Εμπιστευματούχος (Trustee) και πώλησις παρ’ αυτού ακινήτου εν Ελλάδι, ΝοΒ 1981, 425.
158 Morris, Theobald on the law of wills, 9th edition, 1939, London, σελ. 98 επ., 212 επ., 330 επ., 375
επ., Mellows, The law of succession, 1970, London, σελ. 334, 546, Parry, The law of succession – Testate and intestate, 3rd edition, 1953, London, σελ. 40, 45.

που αφορούν άμεσα στην κληρονομική διαδοχή, ενώ δεν αποκλείεται και τα trusts inter vivos να διαπλέκονται με τη ρύθμιση των κληρονομικών σχέσεων του settlor. Το ιδιάζον γνώρισμα του θεσμού είναι ότι ο trustee και ο beneficiary έχουν ταυτόχρονα δικαίωμα κυριότητας, διαφορετικής όμως φύσης, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασάφεια ως προς το πρόσωπο του κυρίου159. Σημειώνεται, πάντως, ότι σε αντίθεση με τον trustee, ο οποίος κτάται την προσωπική κυριότητα (legal ownership) επί της κληρονομιαίας περιουσίας, δυνάμενος ακόμη και να την εκποιήσει160, ο εκτελεστής διαθήκης δεν αποκτά την κυριότητα των κληρονομιαίων. Η ελληνική νομολογία161 έχει κάνει λόγο για ‘εμπίστευμα εκ του νόμου προς πώλησιν’ και για ‘αντιπρόσωπο, ο οποίος διορίζεται από το δικαστήριο ή είναι ο εκτελεστής διαθήκης που ορίσθηκε με τη διαθήκη από το διαθέτη’. Ειδικότερα, ο προσωπικός αντιπρόσωπος του κληρονομούμενου από το θάνατο κρατεί ως εμπίστευμα για ρευστοποίηση τα ακίνητα της κληρονομίας, συγκεντρώνει δε, εκποιεί ή ρευστοποιεί τα κινητά, εκτός από τα χρήματα, και έχει το δικαίωμα, κατά την απόλυτη κρίση του, της αναβολής της εκποίησης και ρευστοποίησης. Το αντάλλαγμα της ανωτέρω εκποίησης, μαζί με το τμήμα της κληρονομίας που παραμένει ανεκποίητο, όταν δε υπάρχει ανάγκη εκποίησης για διαχειριστικούς λόγους, χρησιμοποιείται για την πληρωμή των εξόδων κηδείας, διαθήκης αν υπάρχει και διαχείρισης, των φόρων, των χρεών και των υπόλοιπων υποχρεώσεων της κληρονομίας. Ό,τι απομένει συνιστά το ‘κατάλοιπον’ (residuary estate), το οποίο
διανέμεται στους δικαιούχους.
Το βασικό πρόβλημα που γεννάται σχετικά με τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου ανακύπτει, όταν το δίκαιο που διέπει το trust είναι άλλο από τη lex hereditatis. Το πρόβλημα καθίσταται εντονότερο, όταν το ιδδδ του forum υιοθετεί την αρχή της διάσπασης της κληρονομίας. Στην περίπτωση αυτή, είναι αμφίβολο κατά πόσο θα υλοποιηθεί η βούληση του διαθέτη ως προς το ρόλο του trustee, αφού οι εξουσίες που παρέχονται σε αυτόν σύμφωνα με το δίκαιο που

159 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. σελ. 307 επ.
160 Παρασκευόπουλος, Εμπίστευμα (Trust) – Εμπιστευματούχος (Trustee) και πώλησις παρ’ αυτού ακινήτου εν Ελλάδι, ΝοΒ 1981, 425.
161 ΕφΑθ 8301/1989, ΕΕΝ 1990.299 = ΝοΒ 1990.1013.

διέπει το trust, ενδέχεται να μην του αναγνωρίζονται από τη lex hereditatis. Το πρόβλημα που δημιουργείται από ιδιωτικοδιεθνολογική άποψη είναι ότι συχνά το trust, επί του οποίου εφαρμόζεται δίκαιο μίας από της χώρας που το αναγνωρίζει, ενεργοποιείται στο πλαίσιο κληρονομικής διαδοχής, την οποία διέπει δίκαιο που αγνοεί το θεσμό. Συνεπώς, η ιδιοτυπία του θεσμού του trust μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ρωγμής στην εφαρμογή της lex hereditatis. Η εφαρμογή του δικαίου που διέπει το trust, εφόσον το δίκαιο που διέπει τις κληρονομικές σχέσεις δεν περιέχει αντίστοιχες ουσιαστικές διατάξεις, είναι αναπόφευκτη, όταν δεν μπορεί να εξευρεθεί λύση στη συγκεκριμένη περίπτωση με βάση την εξομοίωση του trustee προς τον εκτελεστή διαθήκης162.
Κατά τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων163, ο προσωπικός αντιπρόσωπος του κληρονομούμενου, όπως τον χαρακτηρίζουν, εξομοιώνεται ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις με το θεσμό του εκτελεστή διαθήκης που προβλέπει το ελληνικό δίκαιο. Συνεπώς, ο θεσμός αυτός δεν είναι αντίθετος προς την ελληνική δημόσια τάξη, αφού δεν εισάγει σύστημα αντίθετο προς τις βασικές αρχές του ελληνικού κληρονομικού δικαίου.
Λύση σε μεγάλο βαθμό στα προβλήματα αυτά δίνει η Σύμβαση της Χάγης της 01.07.1985 για το εφαρμοστέο επί του trust δίκαιο και για την αναγνώρισή του164. Η Σύμβαση προβλέπει στο άρθρο 6 την εφαρμογή του δικαίου που επιλέγει αυτός που συνιστά το trust, ελλείψει δε σχετικής επιλογής, του δικαίου με το οποίο το trust συνδέεται στενότερα κατά το άρθρο 7. Τέλος, ως δικλείδα ασφαλείας, η επιφύλαξη δημόσιας τάξης παρεμποδίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 18 την εφαρμογή των διατάξεων του δικαίου που διέπει το trust, εφόσον οι τελευταίες οδηγούν σε λύση ριζικά αντίθετη από εκείνη που προβλέπουν οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της lex hereditatis που κατατείνουν στην προστασία των μεριδούχων. Ειδικά δε το άρθρο 15 παρ. 1 προβλέπει ότι σε ορισμένους τομείς, μεταξύ των οποίων η εκ διαθήκης διαδοχή και ειδικότερα τα ζητήματα της νόμιμης

162 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 312.
163 ΕφΑθ 8301/1989, ΕΕΝ 1990.299 = ΝοΒ 1990.1013.
164 Την οποία έχουν κυρώσει η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο, η Μάλτα, το Μονακό, η Ελβετία, η Ολλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ την έχουν υπογράψει χωρίς να την έχουν κυρώσει η Κύπρος, η Γαλλία και η Η.Π.Α.

μοίρας, η εφαρμογή της Σύμβασης δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παράκαμψη των διατάξεων αναγκαστικού δικαίου που υποδεικνύει το ιδδδ του forum. Τέλος, η Σύμβαση της Χάγης της 1ης Αυγούστου 1989 προβλέπει ρητά στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ότι η σύσταση trust μέσω διάταξης τελευταίας βούλησης δεν συνεπάγεται την σύμπτωση του δικαίου, που το διέπει, με το δίκαιο, που εφαρμόζεται ως lex hereditatis σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης.
Τέλος, συναφή με τη διαχείριση της κληρονομίας, τα ζητήματα που αφορούν στη διοίκηση της κληρονομίας, στη δικαστική εκκαθάριση της κληρονομίας και στην πλειοψηφία των ζητημάτων που γεννώνται στο πλαίσιο της διανομής της κληρονομίας, θα κριθούν από τη lex hereditatis λόγω της σχέσης τους με τη ρύθμιση των κληρονομικών σχέσεων165.
Πέρα από τα ζητήματα αυτά, τους περιορισμούς του εκ διαθήκης κληρονομικού δικαιώματος θα ολοκληρωθεί ακολούθως η μελέτη του ζητήματος της σχολάζουσας κληρονομίας από ιδιωτικοδιεθνολογική σκοπιά.

β. Σχολάζουσα κληρονομία


Παρότι σπάνια στην πράξη, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η περίπτωση να έχει εγκαταστήσει ο διαθέτης με τη διαθήκη του πρόσωπο άγνωστο ως κληρονόμο, του οποίου δηλαδή η ύπαρξη δεν μπορεί να εξακριβωθεί, να είναι δηλαδή η κληρονομία σχολάζουσα.
Έτσι, μπορεί η ύπαρξη του κληρονόμου να είναι αμφισβητούμενη, όπως όταν ο κληρονόμος είναι κατά τη σύνταξη της διαθήκης και μέχρι τη στιγμή του θανάτου κυοφορούμενος και δεν είναι γνωστό αν θα γεννηθεί ζωντανός ή αν κυοφορείται ένας ή περισσότεροι κληρονόμοι∙ ή όταν ο κληρονόμος δεν βρίσκεται∙ ή όταν ο κληρονόμος είναι ακόμη προσωρινός∙ ή όταν υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση για το κύρος της διαθήκης ή για ορισμένες διατάξεις της, που διορίζουν κληρονόμο∙ ή όταν έχει ασκηθεί βάσιμη αγωγή για κήρυξη κληρονομικής αναξιότητας∙ ή όταν δεν είναι βέβαιο αν ο κληρονόμος αποδέχτηκε την κληρονομία,
165 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 315
επ.

διότι αμφισβητείται αν ορισμένη διαχειριστική πράξη του κληρονόμου περιέχει σιωπηρή αποδοχή της κληρονομίας ή έχει ασκηθεί αγωγή με βάσιμο λόγο για ακύρωση της αποδοχής166. Είναι, επομένως, σχολάζουσα η κληρονομία, όταν η βούληση του διαθέτη δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί λόγω της αβεβαιότητας που υπάρχει είτε ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου είτε ως προς το αν αυτός έχει αποδεχθεί την κληρονομία167.
Από ιδιωτικοδιεθνολογική άποψη, ενδιαφέρει ο καθορισμός του εφαρμοστέου δικαίου, προκειμένου να κριθούν τα ζητήματα που αφορούν στο θεσμό της σχολάζουσας κληρονομίας. Το δίκαιο αυτό θα ορίσει τις περιπτώσεις, στις οποίες η κληρονομία είναι σχολάζουσα, καθώς επίσης και τις συνέπειες που επιφέρει ο χαρακτηρισμός αυτός στην κληρονομική διαδοχή. Η κρατούσα στη θεωρία άποψη168 στρέφεται υπέρ της εφαρμογής της lex hereditatis, λόγω της στενής σύνδεσης του ζητήματος με τη γενικότερη ρύθμιση των κληρονομικών σχέσεων. Αλλά και κατά την ελληνική νομολογία εφαρμοστέο δίκαιο επί των ζητημάτων που αφορούν στη σχολάζουσα κληρονομία είναι η lex hereditatis, ενώ και η διαχείριση της κληρονομικής περιουσίας που ασκείται από τον κηδεμόνα της σχολάζουσας κληρονομίας συνδέεται άρρηκτα με τη ρύθμιση των κληρονομικών σχέσεων και διέπεται ομοίως από τη lex hereditatis169. Η δε εφαρμογή της lex hereditatis έχει κριθεί νομολογιακά170 ότι επιβάλλεται από τη στενή σχέση του ζητήματος αν η κληρονομία είναι σχολάζουσα και ποιες είναι οι συνέπειες που επιφέρει ο χαρακτηρισμός αυτός με το ζήτημα αν υπάρχει κληρονόμος ή ποιος είναι ο κληρονόμος και ποιες οι εξουσίες του για τη διοίκηση και διαχείριση της κληρονομίας.
Το κύριο πρόβλημα που θέτει ο θεσμός της σχολάζουσας κληρονομίας στο επίπεδο του ιδδδ συνίσταται στο κατά πόσο το κράτος, ελλείψει κληρονόμων, αποκτά κληρονομικό δικαίωμα ασκώντας κυριαρχικό δικαίωμα αναγόμενο στη σφαίρα της κυριαρχικής εξουσίας του (iure imperii) ή, αντίθετα, αποκτά
166 Φίλιος, Κληρονομικό δίκαιο, Γενικό μέρος, 1996, σελ. 78.
167 Στο ελληνικό δίκαιο προβλέπεται στις διατάξεις των άρθρων 1865 - 1870 ΑΚ.
168 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 279. 169 ΠΠρΑθ 9970/1997, ΕλλΔνη 1998.677, ΠΠρΑθ 9971/1997, ΕλλΔνη 1998.692, ΕφΠειρ 71/2005, ΕλλΔνη 2005.541.
170 ΠΠρΑθ 9970/1997, ΕλλΔνη 1998.677, ΠΠρΑθ 9971/1997, ΕλλΔνη 1998.692.

κληρονομικό δικαίωμα εξομοιώσιμο από νομική άποψη προς εκείνο των κληρονόμων (iure hereditatis). Το ότι τα δικαιώματα του δημοσίου συνδέονται με την κληρονομική διαδοχή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το θέμα άπτεται των κληρονομικών σχέσεων και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου που τις διέπει. Πρέπει, όμως, να διερευνηθεί αν η εφαρμογή του δικαίου αυτού παραμένει αλώβητη, όταν το κράτος, του οποίου την ιθαγένεια έχει ο κληρονομούμενος κατά το θάνατό του, αποκτά κληρονομιαία που βρίσκονται στο έδαφος τρίτου κράτους. Και τούτο, διότι αν θεωρηθεί ότι η κτήση των κληρονομιαίων συνδέεται με την άσκηση της κυριαρχικής εξουσίας του κράτους αυτού, όσον αφορά στα κληρονομιαία που βρίσκονται στο έδαφος τρίτου κράτους η απόκτησή τους iure imperii συνιστά άσκηση κυριαρχίας στο έδαφος του κράτους αυτού. Ανακύπτει, επομένως, το ζήτημα αν το τελευταίο αποδέχεται την απόκτησή τους από το αλλοδαπό κράτος, του οποίου την ιθαγένεια είχε ο κληρονομούμενος. Αντίθετα, αν κριθεί ότι η απόκτηση των κληρονομιαίων γίνεται iure hereditatis, αυτό το ζήτημα δεν τίθεται, αφού την απόκτησή τους από το αλλοδαπό κράτος, του οποίου υπήκοος ήταν ο κληρονομούμενος, θα αποδεχθεί και το κράτος, στο έδαφος του οποίου βρίσκονται τα κληρονομιαία171.
Κατά τη lex hereditatis του άρθρου 28 ΑΚ, δεν καθορίζεται ποια πρόσωπα καλούνται στην κληρονομία, αλλά ρυθμίζεται η τύχη εν γένει της καταληφθείσας περιουσίας, ποια πρόσωπα εν γένει δικαιούνται να λάβουν αυτήν. Δεν ενδιαφέρει την έννομη τάξη του κράτους, όπου κείνται τα κληρονομιαία ή μέρος αυτών, το κατά πόσο η πολιτεία, της οποίας την ιθαγένεια είχε ο κληρονομούμενος, καλείται στην κληρονομία iure hereditatis ή iure imperii. Την απάντηση στο ερώτημα αυτό θα αναζητήσει ο εφαρμοστής του δικαίου στη lex hereditatis. Επομένως, στο ελληνικό δημόσιο θα περιέλθει η σχολάζουσα κληρονομία, όταν ο κληρονομούμενος είχε την ελληνική ιθαγένεια, ενώ αντίστροφα η κληρονομιαία περιουσία θα περιέλθει στο







171 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 281.

αλλοδαπό    δημόσιο,    του    οποίου    την    ιθαγένεια    είχε    ο    αλλοδαπός κληρονομούμενος172.
Σημειώνεται, τέλος, ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 16 της Σύμβασης της Χάγης της 1ης Αυγούστου 1989, αν η κληρονομία είναι σχολάζουσα σύμφωνα με το δίκαιο που κατά τους οικείους κανόνες της Σύμβασης διέπει τις κληρονομικές σχέσεις, τότε το δίκαιο αυτό υποχωρεί προ των διατάξεων του δικαίου της τοποθεσίας των κληρονομιαίων, με τις οποίες αυτά αποκτώνται από το κράτος όπου κείνται ή από νομικό πρόσωπο που έχει συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο του εν λόγω κράτους.

ΙV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ


Από την ανάπτυξη που ακολούθησε και την με αυτήν πραγμάτευση του σταδίου του εφαρμοστέου δικαίου και κυρίως των ειδικότερων ζητημάτων που ανακύπτουν κατ’ αυτό, αυτό που διαπιστώνει κανείς είναι η καθολική σχεδόν εφαρμογή της lex hereditatis στην πλειοψηφία των ζητημάτων αυτών.
Ειδικότερα, ξεκινώντας από το νομικό δίλημμα μεταξύ του συνδέσμου της ιθαγένειας και του συνδέσμου της κατοικίας, το ελληνικό δίκαιο επέλεξε τη λύση του συνδέσμου της ιθαγένειας ως lex hereditatis και μάλιστα στο σύνολο της κληρονομικής διαδοχής, εγκαθιδρύοντας έτσι την υπερίσχυση της αρχής της ενότητας της κληρονομίας στο ελληνικό ιδδδ.
Ειδικά ως προς τα ιδιωτικοδιεθνολογικά ζητήματα που τίθενται στην εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή, διαπιστώνεται η εφαρμογή της lex hereditatis σχεδόν στο σύνολό τους. Ως προς τη σύνταξη τελευταίας βούλησης, η ικανότητα προς σύνταξη διαθήκης κατά την κρατούσα άποψη διέπεται από τη διάταξη του άρθρου 7 ΑΚ, όμως η ανάκλησή της διέπεται από τη lex hereditatis. Ορθά υποστηρίζεται ότι η lex hereditatis εφαρμόζεται και ως προς τα ελαττώματα της βούλησης του διαθέτη. Σε σχέση με άλλους τύπους διάθεσης της κληρονομιαίας

172 Μαριδάκης, Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, ΙΙ, 1968, σελ. 290. Τη θέση αυτή αποδέχεται και η γερμανική και ιταλική νομολογία, ενώ την αντίθετη άποψη έχει υιοθετήσει η γαλλική θεωρία του ιδδδ, βλ.
Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 283 επ.

περιουσίας, υποστηρίζεται ότι τόσο η νέμηση ανιόντος όσο και η δωρεά αιτία θανάτου, καθώς επιφέρουν τις έννομες συνέπειές τους μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, ρυθμίζονται από την lex hereditatis, θέση ωστόσο που δεν γίνεται αποδεκτή από το σύνολο της θεωρίας και της νομολογίας. Και ο θεσμός της αναγκαστικής διαδοχής, καθώς επεμβαίνει διορθωτικά σε σχέση με τη βούληση του διαθέτη, ρυθμίζεται ιδιωτικοδιεθνολογικά από το δίκαιο που διέπει τις κληρονομικές σχέσεις, όπως και ο αποκλεισμός μεριδούχου με την αποκλήρωσή του. Το ελληνικό δίκαιο δεν επιτρέπει τη σύναψη κληρονομικών συμβάσεων, χαρακτηρισμός ο οποίος θα γίνει σύμφωνα με τη lex fori. Αντίθετα, η lex hereditatis θα εφαρμοσθεί για να κριθεί αν επιτρέπεται η κατάρτισή της. Ως προς το θέμα της συνδιαθήκης, το ιδιωτικοδιεθνολογικό ζήτημα που ανακύπτει είναι τι συμβαίνει όταν η lex hereditatis του ενός μέρους την επιτρέπει, ενώ του άλλου την απαγορεύει. Οι απόψεις διίστανται, επικρατούσα ωστόσο φαίνεται η εφαρμογή της lex hereditatis και στο ζήτημα αυτό.
Τέλος, η εφαρμογή της lex hereditatis επικρατεί και στα ζητήματα του κληρονομικού δικαιώματος. Έτσι, από αυτήν θα κριθούν οι λόγοι και ο χρόνος επαγωγής της κληρονομίας, η ικανότητα προς το κληρονομείν, οι κατηγορίες προσώπων που στερούνται τη σχετική ικανότητα, αλλά και η κληρονομική αναξιότητα, όπως και η αποδοχή και αποποίηση της κληρονομίας. Λόγω της άμεσης σύνδεσης με τη ρύθμιση των κληρονομικών σχέσεων, από τη lex hereditatis ρυθμίζεται και η παρεμβολή του εκτελεστή διαθήκης, όπως και ζητήματα που αφορούν στη διοίκηση της κληρονομίας, στη δικαστική εκκαθάριση της κληρονομίας και στη διανομή αυτής, αλλά και ο θεσμός της σχολάζουσας κληρονομίας παρά την περιορισμένη πρακτική του σημασία. Βέβαια, η δικαιοπρακτική ικανότητα του κληρονόμου για τη δήλωση αποδοχής ή αποποίησης θα κριθεί από τον κανόνα σύγκρουσης του άρθρου 7 ΑΚ, όπως και η ικανότητα του εκτελεστή να αποδεχθεί το διορισμό του.
Την προβληματική του εφαρμοστέου δικαίου στην εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή, ακολουθεί η μελέτη των ζητημάτων δικαιοδοτικής κρίσης στην εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή, και πιο συγκεκριμένα οι κανόνες δικονομικού

διεθνούς δικαίου, τα διεθνή κείμενα σε σχέση με τον ΚΠολΔ, αλλά και τα ζητήματα αλλοδαπού χαρακτήρα υπό την οπτική του ελληνικού δικαίου, τα οποία θα ολοκληρώσουν δικονομικά τις πτυχές τις εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής στο ιδδδ.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ

Ι. ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ


Α. Ο μονομερής χαρακτήρας σε ζητήματα διεθνούς δικαιοδοσίας


Σε αντίθεση με τους κανόνες σύγκρουσης νόμων, που στη συντριπτική πλειοψηφία τους είναι διμερείς, και υποδεικνύουν το εφαρμοστέο δίκαιο, ανεξάρτητα από το αν αυτό είναι η lex fori ή αλλοδαπό δίκαιο, οι κανόνες δικονομικού διεθνούς δικαίου, που άπτονται ζητημάτων διεθνούς δικαιοδοσίας, είναι μονομερείς, δηλαδή προσδιορίζουν τις περιπτώσεις εκείνες, των οποίων τα δικαιοδοτικά όργανα του forum δύνανται να επιληφθούν, χωρίς να ορίζουν αν τα δικαστήρια άλλων κρατών έχουν διεθνή δικαιοδοσία για την ίδια ένδικη διαφορά. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση τα δικαστήρια του forum στερούνται διεθνούς δικαιοδοσίας, περιορίζονται να διαπιστώσουν την έλλειψη αυτή και να υλοποιήσουν με την απόφασή τους τις προβλεπόμενες από τη lex fori συνέπειες, χωρίς να μπορούν να παραπέμψουν την επίδικη διαφορά στα δικαστήρια άλλων κρατών. Αυτό οφείλεται στο μονομερή χαρακτήρα των κανόνων δικονομικού διεθνούς δικαίου.
Επομένως, το ελληνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου άγεται προς κρίση διαφορά, η οποία αφορά σε έννομη σχέση που συνδέεται με περισσότερα του ενός κράτη, θα ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν έχει διεθνή δικαιοδοσία και, εφόσον κρίνει ότι δεν έχει, θα απορρίψει την αγωγή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 εδ. β’ ΚΠολΔ.
Το πλέγμα των διατάξεων δικονομικού διεθνούς δικαίου του forum, που εφαρμόζονται στις διαφορές με στοιχεία αλλοδαπότητας, δεν αποτελείται μόνο από εκείνες που ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία. Συμπληρώνεται με τις διατάξεις που ως αντικείμενό τους έχουν την αναγνώριση του δεδικασμένου και την κήρυξη της εκτελεστότητας των αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων. Ο κίνδυνος να εκδοθούν

αντιφατικές αποφάσεις σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις κληρονομικές σχέσεις συνδέεται με το κατά πόσο υφίσταται για κάποιον από τους διαδίκους η δυνατότητα να επικαλεσθεί την ευνοϊκή γι’ αυτόν απόφαση σε κράτος άλλο από εκείνο του forum.
Πέρα από τη μονομερή φύση των δικονομικών κανόνων που άπτονται ζητημάτων κληρονομικού δικαίου, δικονομικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και το αν διαταράσσεται ή όχι η αρχή της ενότητας της κληρονομίας αν επιληφθούν κάποιας διαφοράς κληρονομικής φύσης δικαστήρια κράτους που έχουν υιοθετήσει την αρχή της διάσπασης.

Β. Η επίδραση στην αρχή της ενότητας της κληρονομίας α. Η γενική προβληματική
Ως προς τα ιδδδ που έχουν υιοθετήσει, όπως και το ελληνικό, την αρχή της ενότητας της κληρονομίας, ερευνητέο είναι κατά πόσο η αρχή αυτή διαταράσσεται, αν επιληφθούν διαφοράς σχετικής με την ίδια κληρονομία και δικαστήρια άλλου κράτους, κατά το ιδδδ του οποίου υφίσταται κατάτμηση της lex hereditatis. Η κατάφαση της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων ενός κράτους, του οποίου το ιδδδ προβλέπει την κατάτμηση της lex hereditatis, καθιστά ιδιαίτερα πιθανή τη διάρρηξη της αρχής της ενότητας της κληρονομίας.
Προκειμένου να αποφευχθεί η εκδίκαση των υποθέσεων, που αφορούν στην ίδια κληρονομία, από δικαστήρια περισσότερων του ενός κρατών και η συνακόλουθη κατάτμηση της κληρονομίας, προτείνεται η εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων που αφορούν σε ζητήματα διεθνούς δικαιοδοσίας επί κληρονομικών διαφορών, έτσι ώστε να κατοχυρωθεί η ενότητα της κληρονομίας και συνακόλουθα της lex hereditatis173.
Για το σκοπό αυτό, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ξεκινήσει διαβούλευση με την από 01.03.2005 Πράσινη Βίβλο για την ‘Κληρονομική

173 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 121.

διαδοχή και διαθήκη’174. Το ζήτημα της κληρονομικής διαδοχής αποκλείεται από τους ‘κοινοτικούς’ κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, που έχουν θεσπισθεί μέχρι σήμερα. Παρατηρείται, μάλιστα, ότι στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού ιδδδ, η οποιαδήποτε αναφορά σε ζητήματα κληρονομικού χαρακτήρα επιχειρείται κυρίως υπό μία αρνητική εκδοχή και, ειδικότερα, για να δηλωθεί ότι τούτα εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του εκάστοτε κοινοτικού νομοθετήματος175.
Το κατοχυρωμένο σε επίπεδο ΕΕ δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής του κάθε πολίτη της Ένωσης σε οποιοδήποτε σημείο της γεωγραφικής της επικράτειας, διαμόρφωσε μεταξύ άλλων την ανάγκη αποσαφήνισης και ρύθμισης των κληρονομικών του σχέσεων σε μία ενιαία βάση. Έτσι, οι επιπλοκές που μπορεί να προκύψουν κατά τη διευθέτηση διαφορών κληρονομικού δικαίου εντός της ΕΕ είναι ποσοτικά και ποιοτικά σημαντικές. Η ποικιλότητα και ανομοιομορφία των εθνικών ρυθμίσεων σε όλα τα επίπεδα (ουσιαστικού δικαίου, διεθνούς δικαιοδοσίας και κανόνων σύνδεσης) καλλιεργούν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας δικαίου και αδυναμίας προβλεψιμότητας των δικαστικών αποφάσεων176. Για τους λόγους αυτούς, κρίνεται απαραίτητη η θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων σε επίπεδο ΕΕ. Μια τέτοια πράξη, πέραν του προσδιορισμού των αρμόδιων δικαστηρίων και την αναγνώριση και εκτέλεση σχετικών αποφάσεων, θα πρέπει απαραίτητα να καλύπτει εξίσου την αναγνώριση εγγράφων και εξωδικαστικών πράξεων (διαθήκες, συμβολαιογραφικές πράξεις, διοικητικές πράξεις). Ακόμη, δεδομένου ότι η πλήρης εναρμόνιση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των κρατών μελών δεν είναι εφικτή, φαίνεται ενδεδειγμένο να αναληφθεί δράση από την άποψη των κανόνων σύγκρουσης. Κατά την εξέταση όλων αυτών των ζητημάτων, θα


174 Η θέσπιση ευρωπαϊκής νομικής πράξης στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής συμπεριλαμβανόταν ήδη μεταξύ των προτεραιοτήτων του προγράμματος δράσης της Βιέννης του 1998. Το πρόγραμμα μέτρων για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο και την Επιτροπή κατά τα τέλη του 2000, προβλέπει τη θέσπιση νομικής πράξης στο συγκεκριμένο τομέα. Μετέπειτα, το πρόγραμμα της Χάγης κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει Πράσινη Βίβλο που να καλύπτει το σύνολο της προβληματικής: εφαρμοστέο δίκαιο, διεθνής δικαιοδοσία και αναγνώριση, διοικητικά μέτρα (κληρονομητήριο, εγγραφή στο μητρώο διαθηκών).
175 Σταματιάδης, Σύντομες σκέψεις επί της προτάσεως κοινοτικού κανονισμού στον χώρο της κληρονομικής διαδοχής, ΑρχΝ 2011, 108.
176 Σταματιάδης, Σύντομες σκέψεις επί της προτάσεως κοινοτικού κανονισμού στον χώρο της
κληρονομικής διαδοχής, ΑρχΝ 2011, 112.

εξετασθούν αναγκαστικά και ιδιαίτερα ζητήματα, που εμφανίζουν αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών δικαίων των κρατών μελών. Τέλος, η νομοθετική παρέμβαση της ΕΕ πρέπει επίσης να στοχεύει στην εξάλειψη των διοικητικών και πρακτικών εμποδίων. Στο πλαίσιο αυτής της προοπτικής πρέπει να προβλεφθεί η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου.
Σε αυτό το γενικό πλαίσιο, την 14.10.2009 κατατέθηκε Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου, η οποία χρήζει ειδικής αναφοράς αμέσως κατωτέρω.

β. Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής


Κατά την αιτιολογική έκθεση της πρότασης κανονισμού, η ποικιλομορφία τόσο των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, όσο και των κανόνων που διέπουν τη διεθνή δικαιοδοσία και το εφαρμοστέο δίκαιο, ο μεγάλος αριθμός αρχών που είναι πιθανό να κληθούν να ασχοληθούν με μία κληρονομική διαδοχή διεθνούς χαρακτήρα, καθώς και ο κατακερματισμός των κληρονομικών διαδοχών ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των προαναφερόμενων ανομοιογενών κανόνων, εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων στην Ένωση. Σκοπός της Πρότασης Κανονισμού είναι να μπορούν τα πρόσωπα που διαμένουν στην ΕΕ να οργανώνουν εκ των προτέρων την κληρονομική τους διαδοχή, καθώς επίσης να κατοχυρωθούν με αποτελεσματικότητα τα δικαιώματα των κληρονόμων ή/και των κληροδόχων, αλλά και των άλλων προσώπων που σχετίζονται με τον θανόντα και των κληρονομικών δανειστών.
Σημαντικά σημεία της πρότασης είναι, ως προς το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, ότι η έννοια της κληρονομικής διαδοχής πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο αυτοτελή και ότι περιλαμβάνει όλες τις παραμέτρους μίας κληρονομικής διαδοχής, ιδίως δε την επαγωγή κληρονομίας, τη διαχείριση και την εκκαθάριση.

Μεγαλύτερης ιδιωτικοδιεθνολογικής σημασίας είναι η πρόκριση ενιαίου συστήματος στον κανονισμό, ώστε η κληρονομική διαδοχή να υπόκειται σε ένα και μοναδικό δίκαιο. Υιοθετείται, λοιπόν, η αρχή της ενότητας της κληρονομίας έναντι της διάσπασης αυτής. Ως σύνδεσμος, όμως, δεν επιλέγεται αυτός της ιθαγένειας, αλλά αυτός της τελευταίας συνήθους διαμονής του θανόντος. Ο κανονισμός προκρίνει το συγκεκριμένο δίκαιο αντί του δικαίου της ιθαγένειας, λόγω του ότι συμπίπτει με το κέντρο των συμφερόντων του θανόντος. Επιπλέον, συνεπής με το σκοπό να μπορούν τα πρόσωπα που διαμένουν στην ΕΕ να οργανώνουν εκ των προτέρων την κληρονομική τους διαδοχή, ο κανονισμός παρέχει στο διαθέτη δυνατότητα επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου, μόνο όμως όταν πρόκειται για το δίκαιο της ιθαγένειάς του. Ως προς την αναγνώριση και εκτέλεση, οι σχετικές διατάξεις έχουν ως πρότυπο τους αντίστοιχους κανόνες του κανονισμού 44/2001/ΕΚ. Τέλος, ως προς τα δημόσια έγγραφα στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής διασφαλίζει την αναγνώρισή τους, ενώ προβλέπει και την καθιέρωση του πολυαναμενόμενου ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου.
Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας η Πρόταση δεν απέχει καταρχήν από την αντίστοιχη ελληνική ρύθμιση, καθώς θεμελιώνει μία γενική διεθνή δικαιοδοσία στη βάση του κριτηρίου της συνήθους διαμονής του κληρονομούμενου κατά το χρόνο του θανάτου του177, όμως διαφοροποιείται από τα ισχύοντα στο ελληνικό δικονομικό δίκαιο, καθώς καθιδρύει μία ενιαία διεθνή δικαιοδοσία χωρίς τη διάκριση μεταξύ αμφισβητούμενης και εκούσιας δικαιοδοσίας, ενώ η γενική διεθνής δικαιοδοσία αφορά στο σύνολο της κληρονομικής διαδοχής, όπως αντίστοιχα και στο ελληνικό δίκαιο178. Αξιοσημείωτη, μάλιστα, είναι η καινοτομία της Πρότασης, η οποία αναγνωρίζει στο αρμόδιο δικαστήριο, κατ’ εξαίρεση και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο του κράτους του οποίου ο θανών είχε την ιθαγένεια, εφόσον αυτό είναι σε θέση να κρίνει καλύτερα την διαφορά179. Πέραν τούτου,


177 Άρθρο 4 της Πρότασης.
178 Σταματιάδης, Σύντομες σκέψεις επί της προτάσεως κοινοτικού κανονισμού στον χώρο της κληρονομικής διαδοχής, ΑρχΝ 2011, 113.
179 Άρθρο 5 της Πρότασης.

υιοθετεί μία επικουρική δικαιοδοσία, όταν η συνήθης διαμονή του θανόντος κατά το χρόνο του θανάτου του δεν βρισκόταν σε κάποιο κράτος μέλος180.
Ως προς το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου, η Πρόταση προβλέπει έναν αντικειμενικό σύνδεσμο, και πάλι αυτός της συνήθους διαμονής του κληρονομούμενου κατά το χρόνο του θανάτου του181, στην οποία προσδίδεται οικουμενική διάσταση, με την έννοια ότι μπορεί να μην πρόκειται αποκλειστικά για δίκαιο κράτους μέλους182, ενώ από άποψη πεδίου εφαρμογής, εκτείνεται στο σύνολο των στοιχείων της κληρονομίας, ανεξάρτητα από την τοποθεσία τους, ακολουθώντας έτσι την αρχή της ενότητας183, ενώ αξίζει να επισημανθεί, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, η δυνατότητα επιλογής του δικαίου της ιθαγένειας ενός ατόμου ως εφαρμοστέου δικαίου στο σύνολο της κληρονομίας του184.
Ως προς το ζήτημα της αναγνώρισης και εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων και δημοσίων εγγράφων, οι ειδικές διατάξεις της Πρότασης κινούνται στο πρότυπο του Κανονισμού 44/2001185, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα γνωστό και επιτυχημένο πρότυπο στο πεδίο της αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων. Στο πλαίσιο αυτό, οι λόγοι μη αναγνώρισης περιορίζονται στο ελάχιστα αναγκαίο, συγκεκριμένα στην πρόδηλη αντίθεση της δικαστικής απόφασης προς τη δημόσια τάξη του κράτους υποδοχής της και στην παραβίαση ορισμένων θεμελιωδών δικονομικών αρχών.
Τέλος, ως προς το πολυσυζητημένο ζήτημα του ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου, η πρόβλεψή του δεν υποκαθιστά το εθνικό186, με την έννοια ότι για τις περιπτώσεις αμιγώς εθνικού χαρακτήρα, καθώς και για εκείνες που παρότι περιέχουν κάποιο στοιχείο αλλοδαπότητας το σύνολο της περιουσίας βρίσκεται στο





180 Άρθρο 6 της Πρότασης.
181 Άρθρο 16 της Πρότασης.
182 Άρθρο 25 της Πρότασης.
183 Σταματιάδης, Σύντομες σκέψεις επί της προτάσεως κοινοτικού κανονισμού στον χώρο της κληρονομικής διαδοχής, ΑρχΝ 2011, 116.
184 Άρθρο 17 της Πρότασης.
185 Άρθρα 29 επ. της Πρότασης.
186 Άρθρο 36 παρ. 2 της Πρότασης.

εσωτερικό    μίας    χώρας,    διατηρείται    η    δυνατότητα    έκδοσης    του    εθνικού κληρονομητηρίου, παράλληλα με το ευρωπαϊκό187.
Θετική είναι σε γενικές γραμμές η αντιμετώπιση της Πρότασης από το νομικό κόσμο ως προς τις αλλαγές που φαίνεται ότι θα επέλθουν στο υφιστάμενο τοπίο της κληρονομικής διαδοχής, ενώ αναμένεται το τελικό κείμενο για να αρχίζουν να διαφαίνονται οι αλλαγές αυτές στην πράξη188.
Τη μελέτη των κανόνων δικονομικού διεθνούς δικαίου κληρονομικής φύσης ακολουθεί κατωτέρω η κυρίως δικονομική ανάπτυξη των ισχύοντων κειμένων που άπτονται της διεθνούς δικαιοδοσίας και της αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών αποφάσεων επί ζητημάτων κληρονομικού δικαίου.

ΙΙ. ΔΙΕΘΝΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΚΠΟΛΔ


Α. Διεθνής δικαιοδοσία σε ζητήματα κληρονομικού δικαίου


α. Ζητήματα κληρονομικού δικαίου αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας


i.    Η γενική ρύθμιση


Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 σημείο 1 της Σύμβασης των Βρυξελλών της 27.09.1968 περί διεθνούς δικαιοδοσίας και αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών αποφάσεων επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 1814/1988, και ήδη Κανονισμό 44/2001/ΕΚ, γνωστό ως ‘Βρυξέλλες Ι’, καθώς και με την ταυτάριθμη διάταξη της Σύμβασης του Λουγκάνο  για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις της 16.09.1988, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2460/1997189,


187 Σταματιάδης, Σύντομες σκέψεις επί της προτάσεως κοινοτικού κανονισμού στον χώρο της κληρονομικής διαδοχής, ΑρχΝ 2011, 119.
188 Σταματιάδης, Σύντομες σκέψεις επί της προτάσεως κοινοτικού κανονισμού στον χώρο της κληρονομικής διαδοχής, ΑρχΝ 2011, 120.
189 Η ερμηνεία των διατάξεων αυτής της Σύμβασης ακολουθεί την ερμηνεία των ταυτόσημων
διατάξεων της Σύμβασης των Βρυξελλών, βλ. Αιτιολογική έκθεση Jenard/Möller στη Σύμβαση του

δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής πλέον του Κανονισμού και της Σύμβασης του Λουγκάνο οι κληρονομικές σχέσεις. Η εξαίρεση αυτή υπαγορεύθηκε από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των σχετικών διαφορών, που αντανακλώνται στη μεγάλη ποικιλία των εθνικών ρυθμίσεών τους, στο επίπεδο τόσο του ουσιαστικού όσο και του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου190. Η εν λόγω διάταξη εξαιρεί τις κληρονομικές σχέσεις χωρίς να κάνει διάκριση και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να εξαιρεθούν όλες οι διαφορές που αφορούν στην κληρονομική διαδοχή191. Έτσι, στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού και της Σύμβασης συμπεριλαμβάνονται όλες οι διαφορές και δικαστικές αποφάσεις που έχουν ως αντικείμενο όλες τις συμβατικές ή εξωσυμβατικές ενοχές, που δεν άπτονται της σφαίρας της κληρονομικής διαδοχής, εφόσον βέβαια οι διαφορές αυτές αποτελούν το κύριο αντικείμενο της δίκης192.
Επομένως, η ύπαρξη ή όχι διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων θα κριθεί με βάση τις ελληνικές δικονομικές διατάξεις του ΚΠολΔ193. Τίθεται, βέβαια, ζήτημα ποια ζητήματα και, κατ’ επέκταση αγωγικά αιτήματα, αφορούν αναμφισβήτητα σε ‘κληρονομικές σχέσεις’, υπό την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 της Σύμβασης και ήδη Κανονισμού Βρυξέλλες Ι και, συνεπώς, εξαιρούνται από την εφαρμογή του. Έχει κριθεί194 ότι η αγωγή περί κλήρου, καθώς και τα ζητήματα νόμιμης μοίρας αφορούν σε ‘κληρονομικές σχέσεις’ υπό την έννοια αυτή. Το ίδιο και οι διαφορές που αναφέρονται σε κληρονομικά trusts.
Ως προς τις διαφορές κληρονομικού δικαίου, οι οποίες υπάγονται κατά το ελληνικό αστικό δικονομικό δίκαιο στην αμφισβητούμενη δικαιοδοσία, η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων θα καθορισθεί από τη συνδυασμένη

Λουγκάνο, in Νίκας, Οι Συμβάσεις Βρυξελλών και Λουγκάνο για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων, 1998, σελ. 526.
190 Έκθεση Ευρυγένη/Κεραμέα για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας στη Σύμβαση Βρυξελλών, in Νίκας, Οι Συμβάσεις Βρυξελλών και Λουγκάνο για τη διεθνή δικαιοδοσία και την
εκτέλεση αποφάσεων, 1998, σελ. 390.
191 Κεραμεύς/Κρέμλης/Ταγαράς, Η Σύμβαση των Βρυξελλών, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, σελ. 2,
Πανταζόπουλος, Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων επί κληρονομικών διαφορών, ΕλλΔνη 2002, 1337.
192 Έκθεση Jenard για τη Σύμβαση των Βρυξελλών, in Νίκας, Οι Συμβάσεις Βρυξελλών και Λουγκάνο για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων, 1998, σελ. 196.
193 Βασιλακάκης, Χορήγηση κληρονομητηρίου σχετικά με ακίνητο που ανήκε σε γάλλο
κληρονομούμενο και βρίσκεται στην Ελλάδα – Διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων – Εφαρμοστέο δίκαιο στο οποίο δεν υπάρχει ο θεσμός του κληρονομητηρίου, Γνμδ, Αρμ 1997, 455. 194 Κεραμεύς, Διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων επί διαφορών από κληρονομικό εμπίστευμα, Γνμδ, ΕλλΔνη 1995, 801.

εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 3 και 30 ΚΠολΔ. Καθιερώνεται, συνεπώς, πλήρης αποδέσμευση της θεμελίωσης της διεθνούς δικαιοδοσίας από το δίκαιο, που εφαρμόζεται στην ουσία της διαφοράς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 3, υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων τόσο έλληνες όσο και αλλοδαποί, εφόσον υφίσταται αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. Με τον όρο ‘διεθνής δικαστική δικαιοδοσία’, η οποία ανακύπτει στην περίπτωση που συγκεκριμένη διεθνής πολιτική διαφορά συνάπτεται με κάποιο στοιχείο ξένο προς την ελληνική πολιτεία, γιατί ένας ή όλοι οι διάδικοι είναι αλλοδαποί ή τα παραγωγικά της δικαιολογικής σχέσης γεγονότα σχετίζονται με κάποια ξένη πολιτεία, νοείται η υπαγωγή συγκεκριμένης διαφοράς στα εγχώρια δικαστήρια και όχι στα δικαστήρια κάποιας αλλοδαπής πολιτείας. Η οριοθέτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας, κατά τις κρατούσες στο διεθνές δίκαιο αρχές, ανήκει στον εγχώριο νομοθέτη, καθώς, υπό το υφιστάμενο στάδιο στο πεδίο σχέσεων της διεθνούς κοινωνίας, δεν υπάρχει υπερπολιτειακός νομοθέτης195. Η εν λόγω διάταξη αποσυνδέει τη διεθνή δικαιοδοσία από την ιθαγένεια των διαδίκων, που αποτελούσε τη βάση της ρύθμισης στο προϊσχύον δικονομικό δίκαιο, και την εξαρτά από την ύπαρξη κατά τόπο αρμοδιότητας κάποιου ελληνικού δικαστηρίου196. Έτσι, ο κανόνας της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών  πολιτικών δικαστηρίων και σε ιδιωτικές διεθνείς διαφορές έχει ως προϋπόθεση σύνδεσμο αυτών με την ελληνική πολιτεία, με κάποιο στοιχείο θεμελιωτικό αρμοδιότητας ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων κατά τις γενικές διατάξεις περί γενικών και ειδικών δωσιδικιών197, χωρίς να συνάπτεται προς τη  διεθνή δικαιοδοσία το ζήτημα του εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου, το οποίο ερευνάται από τα ημεδαπά δικαστήρια αν και εφόσον υφίσταται δικαιοδοσία αυτών προς επιδίκαση οικείας διαφοράς. Η ιθαγένεια δεν ασκεί έννομη επιρροή για τον καθορισμό της αρμοδιότητας198. Η εφαρμογή της διάταξης εκτείνεται και σε εκείνους που έχουν αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια, γι’ αυτό η ίδια προϋπόθεση
195 Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ Ερμηνευτική – νομολογιακή ανάλυση, Τόμ. Α’, 1994, σελ. 83.
196 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 133.
197 ΑΠ 1897/1988, ΕλλΔνη 1989.791, ΕφΑθ 5987/1993, ΕλλΔνη 1995.880, ΕφΑθ 8439/1994, ΝοΒ
1994.1006, ΜΠρΑθ 5730/1996, Αρμ 1997.541.
198 ΕφΑθ 7541/1985, ΝοΒ 1986.1210, ΕφΑθ 6678/1982, ΝοΒ 1983.1289, ΕφΑθ 7443/1976, ΝοΒ
1977.756.

απαιτείται για τον ημεδαπό, ο οποίος αν δεν έχει στην ημεδαπή κατοικία ή διαμονή ούτε συντρέχει κάποια ειδική δωσιδικία, δεν υπάγεται αυτός στη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, αν και έχει αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια199. Από τη διάταξη αυτή διαπιστώνεται ότι στο ελληνικό δίκαιο ισχύει πλέον η αρχή της εδαφικότητας και, ειδικότερα, ο κανόνας ότι όπου θεμελιώνεται κατά τόπο αρμοδιότητα των δικαστηρίων μας, είτε λόγω της γενικής ή ειδικής κατοικίας του εναγομένου είτε γιατί θεμελιώνεται κάποια άλλη δωσιδικία, εκεί υφίσταται και διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων μας200.
Η διάταξη του άρθρου 30 ΚΠολΔ θεσπίζει την αποκλειστική ειδική δωσιδικία της κληρονομίας (forum hereditatis201), προβλέποντας ότι ‘διαφορές που αφορούν την αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος ή διανομή κληρονομίας, απαιτήσεις του κληρονόμου εναντίον του νομέα ή του κατόχου της κληρονομίας, απαιτήσεις από κληροδοτήματα ή απαιτήσεις από άλλες διατάξεις αιτία θανάτου ή απαιτήσεις από νόμιμη μοίρα ή απαιτήσεις εναντίον εκτελεστών διαθήκης από νόμιμη μοίρα ή απαιτήσεις εναντίον εκτελεστών διαθήκης για την εκτέλεση των διατάξεών της, υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου ο κληρονομούμενος, όταν πέθανε, είχε την κατοικία του και, αν δεν είχε κατοικία, τη διαμονή του’. Επομένως, δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία τα ελληνικά δικαστήρια, όταν ο κληρονομούμενος δεν είχε κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα κατά το χρόνο του θανάτου του202. Η ρύθμιση αυτή ισχύει τόσο για τα κληρονομιαία που βρίσκονται στην Ελλάδα, όσο και για εκείνα που βρίσκονται στο εξωτερικό. Εκτός από τις διαφορές αυτές, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, στο ίδιο δικαστήριο εισάγονται και οι ‘απαιτήσεις μεταξύ των κληρονόμων έως τη διανομή της κληρονομίας, απαιτήσεις εξαιτίας χρεών του κληρονομούμενου ή της κληρονομίας, καθώς και εμπράγματες απαιτήσεις για κινητά που δεν περιλαμβάνονται στην παρ. 1’, εφόσον η σχετική με αυτές αγωγή ασκείται εντός

199 Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ Ερμηνευτική – νομολογιακή ανάλυση, Τόμ. Α’, 1994, σελ. 84.
200 Πανταζόπουλος, Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων επί κληρονομικών διαφορών, ΕλλΔνη 2002, 1337.
201 Νικόπουλος, Περί της δωσιδικίας της κληρονομίας, Αρμ 1973, 349.
202ΑΠ 1730/2009, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 123/2000, ΕλλΔνη 2000.982 = ΝοΒ 230/2001 = ΕΕΝ 2001.538, ΑΠ
583/1995, ΕλλΔνη 1996.525, ΕφΑθ 4896/2003, ΕλλΔνη 2004.498, ΕφΑθ 1609/2003, ΕλλΔνη
2004.1467, ΕφΑθ 9015/1991, ΕλλΔνη 1991.1631, ΜΠρΛευκ 122/1989, ΑρχΝ 1989.475.

διετίας από το θάνατο του κληρονομουμένου. Πρόκειται για διαφορές, που δεν απορρέουν άμεσα από την εφαρμογή διατάξεων κληρονομικού δικαίου, αλλά των οποίων η γενεσιουργός αιτία διαπλέκεται με την κληρονομική διαδοχή. Στις διαφορές αφορά υπάγεται και η αμοιβή για τη διαχείριση της κληρονομιαίας περιουσίας, η οποία αποτελεί βάρος της κληρονομίας203. Μετά την πάροδο της διετίας, η αγωγή που τυχόν θα ασκηθεί υπάγεται είτε στη γενική δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου είτε σε κάποια ειδική δωσιδικία που επιβάλλεται από το είδος της διαφοράς204.
Με τη ρύθμιση αυτή, επιδιώκεται η υπαγωγή των κληρονομικών διαφορών σε ένα δικαστήριο205, έτσι ώστε η δωσιδικία της κληρονομίας να θεωρείται206 το δικονομικό αντίκρισμα της καθολικής διαδοχής, που επέρχεται με το θάνατο του προσώπου, συνιστά δηλαδή μία περίπτωση ‘ειδικής συνάφειας’, όπου  θεμελιώνεται αποκλειστική ειδική δωσιδικία207. Από την άποψη αυτή, η υπαγωγή του συνόλου των κληρονομικών διαφορών, ανεξάρτητα από την τοποθεσία των επιμέρους κληρονομιαίων, στην αποκλειστική δωσιδικία του δικαστηρίου της κατοικίας, άλλως της διαμονής του κληρονομούμενου κατά το χρόνο του θανάτου του, συμβαδίζει με τη ρύθμιση του άρθρου 28 ΑΚ, που υποβάλλει στο ίδιο δίκαιο το σύνολο των κληρονομικών σχέσεων208. Κοινό σημείο, επίσης, των διατάξεων των άρθρων 28 ΑΚ και 30 ΚΠολΔ συνιστά και η αναγωγή του χρόνου θανάτου του κληρονομούμενου σε κρίσιμη χρονική στιγμή για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου και της διεθνούς δικαιοδοσίας, αντίστοιχα. Η βασική διαφορά, όμως, μεταξύ των δύο διατάξεων είναι ότι ενώ ο επιλεγόμενος από τον κανόνα σύγκρουσης σύνδεσμος είναι η ιθαγένεια, ως βάση για τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας χρησιμοποιείται η κατοικία, επικουρικά δε η διαμονή του κληρονομούμενου. Η ύπαρξη κατοικίας στην Ελλάδα θα πρέπει να κριθεί σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, που εφαρμόζεται ως lex fori, και το ίδιο δίκαιο θα
203 Κουσούλης, Διεθνής δικαιοδοσία για εκδίκαση αγωγής εκτελεστή διαθήκης προς λήψη της αμοιβής του, Γνμδ, Δ 2002, 276.
204 Κεραμεύς, Αστικό δικονομικό δίκαιο, 1983, σελ. 59.
205 ΜΠρΛευκ 122/1989, ΑρχΝ 1989.475.
206 Κεραμεύς, Αστικό δικονομικό δίκαιο, 1283, σελ. 58.
207 Πανταζόπουλος, Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων επί κληρονομικών διαφορών, ΕλλΔνη 2002, 1337.
208 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 137.

εφαρμοσθεί και για να κριθεί, αν είχε ο κληρονομούμενος κατοικία στην αλλοδαπή κατά το χρόνο του θανάτου του.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι όλα τα ανωτέρω ισχύουν στο πεδίο του ελληνικού δικονομικού διεθνούς δικαίου επί των κληρονομικών διαφορών. Ωστόσο, ανεξάρτητα από τη διεθνή δικαιοδοσία του forum, εν προκειμένω των ελληνικών δικαστηρίων κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικονομικού διεθνούς δικαίου, είναι πιθανό να υφίσταται, σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις αλλοδαπού δικαίου, και διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων αλλοδαπής πολιτείας, με την οποία η επίδικη κληρονομική διαφορά εμφανίζει κάποιο σύνδεσμο. Δεν αποκλείεται, εξάλλου, λόγω ακριβώς της διασποράς των κληρονομιαίων σε περισσότερες χώρες, να δύνανται να επιληφθούν των κληρονομικών διαφορών τα δικαστήρια περισσότερων κρατών και αυτό να οδηγήσει σε forum shopping. Στην περίπτωση αυτή, η οριοθέτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων θα γίνει με γνώμονα την κατοικία, ανεξάρτητα από την τυχόν δικαιοδοσία άλλων κρατών, σύμφωνα με τις δικές τους διατάξεις δικονομικού διεθνούς δικαίου. Άλλο το ζήτημα αν θα εφαρμοσθούν περισσότερα δίκαια ως leges hereditatis από τα ελληνικά και τα αλλοδαπά δικαστήρια. Το ζήτημα της κατάτμησης της lex hereditatis θα διερευνηθεί από τα ελληνικά δικαστήρια στο στάδιο αναγνώρισης του δεδικασμένου της αλλοδαπής απόφασης, αν η υπόθεση υπαγόταν ή όχι, κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους, στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την αλλοδαπή απόφαση209.
Κρίσιμο είναι το ζήτημα του κατά πόσο η διαμονή του κληρονομούμενου στην Ελλάδα κατά το χρόνο του θανάτου του καθιδρύει τη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, μόνο εφόσον ο κληρονομούμενος στερούνταν κατοικίας όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Την άποψη αυτή ενισχύει και η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, η οποία θεσπίζει γενική δωσιδικία με σύνδεσμο τη διαμονή του εναγομένου, όταν αυτός στερείται κατοικίας στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή. Ωστόσο, αυτή η ερμηνεία αυξάνει τον κίνδυνο



209 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 142.

αρνησιδικίας210. Έτσι, υποστηρίζεται ότι αν ο κληρονομούμενος είχε κατοικία στην αλλοδαπή και διέμενε απλώς στην ημεδαπή κατά το χρόνο του θανάτου του, τότε σε καμία περίπτωση δεν αποκτούν τα ελληνικά δικαστήρια δικαιοδοσία δυνάμει απλώς του γεγονότος ότι ‘συντρέχει’ ο σύνδεσμος της διαμονής στη χώρα μας με το σύνδεσμο της κατοικίας στην αλλοδαπή211. Πάντως, και η νομολογία φαίνεται να προχωρεί στο σύνδεσμο της διαμονής, μόνο εφόσον ελλείπει ο σύνδεσμος της κατοικίας212.
Τη μελέτη της γενικής ρύθμισης ως προς τα ζητήματα αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, ακολουθεί το ειδικότερο ζήτημα της έρευνας της έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου στο χώρο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.

ii.    Η έρευνα της έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου


Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ερευνά την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας είτε έπειτα από πρόταση του εναγομένου είτε και αυτεπαγγέλτως, αν αυτός δεν παρίσταται. Σε κάθε περίπτωση, ο έλεγχος αυτός διενεργείται με βάση τις αρχές του συστήματος συζήτησης: το δικαστήριο καλείται να ελέγξει τη διεθνή δικαιοδοσία στηριζόμενο στα γεγονότα που αναφέρονται στην αγωγή213, χωρίς μάλιστα να ερευνά στο συγκεκριμένο στάδιο αν αυτά είναι αληθή214. Συχνά, εξάλλου, η θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας εξαρτάται από  το νομικό χαρακτηρισμό της υποβαλλόμενης αξίωσης. Αυτό συμβαίνει συνήθως στο πλαίσιο των ειδικών δικαιοδοτικών βάσεων, η ύπαρξη των οποίων συναρτάται προς το νομικό χαρακτηρισμό του δικαιώματος, που ο ενάγων ισχυρίζεται ότι έχει. Το δικαστήριο εξετάζει τότε, αν από τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που εκτίθενται στην αγωγή, προκύπτει η ύπαρξη αξίωσης της συγκεκριμένης νομικής μορφής, χωρίς να δεσμεύεται από την άποψη του ενάγοντα ως προς τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό. Όπως ακριβώς κατά το στάδιο του ελέγχου της βασιμότητας, το
210 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 143. 211 Μητσόπουλος, Πολιτική δικονομία, Τεύχος Α’, σελ. 224, Πανταζόπουλος, Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων επί κληρονομικών διαφορών, ΕλλΔνη 2002, 1337.
212 ΑΠ 583/1995, ΕλλΔνη 1996.330 = ΕλλΔνη 1996.595 = ΕΕΝ 1996.508 = ΝοΒ 1997.37.
213 ΕφΑθ 754/1991, Αρμ 1992.367.
214 ΕφΑθ 172/1984, Δ 1984.495.

δικαστήριο προβαίνει αυτό στην υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στον κατάλληλο κανόνα δικαίου, έτσι και κατά τον έλεγχο του παραδεκτού της αγωγής, και ειδικά κατά την εξέταση της διεθνούς δικαιοδοσίας, ερευνά αν οι πραγματικοί ισχυρισμοί του ενάγοντα, κι αν υποτεθεί ότι είναι αληθινοί, μπορούν να θεμελιώσουν την αξίωση συγκεκριμένου νομικού χαρακτήρα, από την οποία εξαρτάται η διεθνής του δικαιοδοσία215.
Έτσι, λοιπόν, αυτήν τη διεργασία πρέπει να ακολουθήσει το ελληνικό δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει αγωγή με αντικείμενο την ικανοποίηση της αξίωσης του ενάγοντα προς καταβολή αμοιβής οφειλόμενης σε αυτόν, επειδή του ανατέθηκε με διαθήκη ελληνίδας μόνιμης κατοίκου Ελβετίας να διαχειρίζεται την κληρονομιαία περιουσία της ανήλικης κόρης της μέχρι την ενηλικίωσή της216. Ειδικότερα, για τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, ο ενάγων προέβη σε νομικό χαρακτηρισμό της αξίωσής του. Συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκε ότι η αμοιβή του ως ειδικού διαχειριστή και γραμματέα της Διαχειριστικής Επιτροπής της περιουσίας της ανήλικης κληρονόμου έχει συμβατικό χαρακτήρα, αφού απορρέει από την ανατεθείσα σε αυτόν, με τη  διαθήκη της κληρονομούμενης, εντολή διαχείρισης της περιουσίας της ανήλικης κόρης της, την οποία αποδέχθηκε. Έτσι, κατά τον ίδιο, η επιδίκαση της αμοιβής του υπάγεται στη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων κατά τις διατάξεις των άρθρων 3 και 5 εδ. 1 της Σύμβασης του Λουγκάνο. Εντούτοις, ανεξάρτητα από τον αυτόνομο ή τον, κατά το ιδδδ του forum, προσδιορισμό των κληρονομικών σχέσεων, μία τέτοια αξίωση άπτεται της σφαίρας της καθόλου κληρονομικής διαδοχής και, ειδικά, της διαδοχής δυνάμει διαθήκης. Η εξουσία του εκτελεστή – διαχειριστή της κληρονομιαίας περιουσίας έχει την πηγή της σε διάταξη τελευταίας βούλησης, η δε αξίωση του εκτελεστή για αμοιβή έχει την πηγή της στους κανόνες του κληρονομικού δικαίου και αποτελεί απαίτηση στρεφόμενη κατά της κληρονομίας. Η δημιουργούμενη, λοιπόν, διαφορά εμπίπτει στον πυρήνα της έννοιας της κληρονομικής σχέσης και εξαιρείται εντεύθεν από το πεδίο εφαρμογής
215 Κουσούλης, Διεθνής δικαιοδοσία για εκδίκαση αγωγής εκτελεστή διαθήκης προς λήψη της αμοιβής του, Γνμδ, Δ 2002, 276.
216 Κουσούλης, Διεθνής δικαιοδοσία για εκδίκαση αγωγής εκτελεστή διαθήκης προς λήψη της αμοιβής του, Γνμδ, Δ 2002, 276.

των Συμβάσεων Βρυξελλών και Λουγκάνο. Επομένως, η διεθνής δικαιοδοσία για την εκδίκασή της πρέπει να κριθεί κατά τους κανόνες του ημεδαπού δικονομικού διεθνούς δικαίου.
Συναφές με το ζήτημα της έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας του ελληνικού δικαστηρίου είναι και το ζήτημα της σύγκρουσης της δωσιδικίας της κληρονομίας με κάποια άλλη αποκλειστική δωσιδικία. Ειδικότερα, το ζήτημα τέθηκε ως προς τη σύγκρουση της αποκλειστικής δωσιδικίας της κληρονομίας με την αποκλειστική δωσιδικία της συνάφειας της διάταξης του άρθρου 31 ΚΠολΔ. Κατά τη σταθερή θέση της ελληνικής θεωρίας217, σε περίπτωση σύγκρουσης της αποκλειστικής δωσιδικίας της συνάφειας με οποιαδήποτε άλλη αποκλειστική δωσιδικία, όπως εδώ με τη δωσιδικία της κληρονομίας, το προβάδισμα έχει η δωσιδικία της συνάφειας218. Και τούτο, διότι διαφορετικά ενεργοποιείται ο κίνδυνος, στην αποτροπή του οποίου στοχεύει, δηλαδή ο κίνδυνος να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις για τις συναφείς διαφορές. Αυτός ο κίνδυνος αποτρέπεται μόνο με την προτεραιότητα που πρέπει να έχει, και όντως έχει, η αποκλειστική δωσιδικία της συνάφειας έναντι της αποκλειστικής δωσιδικίας της κληρονομίας. Και κατά την ελληνική νομολογία έχει κριθεί219 ότι το γεγονός ότι μία αγωγή υπάγεται κανονικά στην αποκλειστική δωσιδικία της κληρονομίας και απευθύνεται έναντι τρίτων προσώπων δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στη θεμελίωση της δικαιοδοσίας και τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου, που έχει επιληφθεί συναφούς αγωγής, διότι η αποκλειστική δωσιδικία της συνάφειας ισχύει, ανεξάρτητα αν η εφελκόμενη διαφορά θα υπήγετο σε αποκλειστική ή συντρέχουσα δωσιδικία, αν ήγετο αυτοτελώς σε δίκη, και τούτο διότι δεν νοείται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων. Μάλιστα, η δωσιδικία της συνάφειας δεν προϋποθέτει αναγκαίως ταυτότητα διαδίκων ανάμεσα στις δύο συναφείς δίκες. Η αποκλειστική δωσιδικία της συνάφειας θεμελιώνεται, ακόμη και όταν η δεύτερη συναφής δίκη κινείται με πρωτοβουλία προσώπου, το οποίο δεν είναι διάδικος στην πρώτη, όπως τούτο γίνεται αμέσως φανερό στην απαρίθμηση των συναφών δικών που κάνει η ίδια η
217 Μπέης, Διεθνής δικαιοδοσίας ελληνικών δικαστηρίων για κληρονομικές διαφορές, Δ 1997, 749. 218 Αντίθετα, Πανταζόπουλος, Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων επί κληρονομικών διαφορών, ΕλλΔνη 2002, 1337.
219 ΠΠρΑθ 9971/1997, ΕλλΔνη 1998.692.

διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναφέροντας χαρακτηριστικά την περίπτωση των παρεμβάσεων, όπου είναι βέβαιο ότι ο ήδη παρεμβαίνον δεν ήταν ως τώρα διάδικος της αρχικής δίκης. Από κανένα σημείο του άρθρου 31 ΚΠολΔ δεν αξιώνεται ταυτότητα διαδίκων των δύο συναφών δικών, προκειμένου να καθιδρυθεί η αποκλειστική δωσιδικία της συνάφειας. Η ταυτότητα αναφέρεται στην ταυτότητα ή αλληλουχία των εννόμων σχέσεων, οι οποίες όμως δεν είναι απαραίτητο να έχουν εντελώς τα ίδια υποκείμενα. Αυτό γίνεται φανερό στην περίπτωση της αγωγής του εκ διαθήκης κληρονόμου, ο οποίος ενάγει τους εκτελεστές της διαθήκης, αξιώνοντας να καταδικαστούν να του καταβάλουν όσα η διαθήκη ορίζει. Η δικαστική παραδοχή της αγωγής τούτης ως νομικά βάσιμης προϋποθέτει ότι δεν υπάρχει νόμιμο κώλυμα, που να εμποδίζει την καταδίκη των εκτελεστών της διαθήκης. Τέτοιο νόμιμο κώλυμα είναι η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, που έχει διατάξει προσωρινά τους εκτελεστές να μην προβούν σε καμία καταβολή από την κληρονομική περιουσία, ώσπου να κριθεί τελεσίδικα αν τρίτο πρόσωπο έχει τα εξ αδιαθέτου κληρονομικά δικαιώματα, που επικαλείται ότι έχει. Εδώ, λοιπόν, είναι πρόδηλο ότι υπάρχει ουσιαστική συνάφεια ανάμεσα, αφενός, στην υποχρέωση των εκτελεστών να καταβάλουν στον εκ διαθήκης κληρονόμο και, αφετέρου, στην ανυπαρξία του επικαλούμενου από τον τρίτο δικού του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος. Η απαγόρευση καταβολής δεν είναι νόμιμη, αν ο τρίτος πράγματι δεν έχει εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα και, αντίστροφα, η αγωγή για την καταδίκη των εκτελεστών να καταβάλουν στον εκ διαθήκης κληρονόμο είναι βάσιμη, αν δεν υπάρχει το επικαλούμενο από τον τρίτο εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα. Για το λόγο αυτό, το ελληνικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου παραδεκτά εκκρεμεί η καταψηφιστική αγωγή του εκ διαθήκης  κληρονόμου εναντίον των εκτελεστών αυτής της διαθήκης, έχει κατά το άρθρο 31 ΚΠολΔ λόγω συνάφειας αποκλειστική αρμοδιότητα, συνακόλουθα κατά το άρθρο 3 παρ. 1 ΚΠολΔ και αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία να δικάσει την αρνητική αναγνωριστική  αγωγή του ίδιου ενάγοντα εναντίον εκείνου, που επικαλείται ότι έχει εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα στην ίδια κληρονομιαία περιουσία.

Τέλος, έχει κριθεί220 ότι η δωσιδικία της κληρονομίας υπερισχύει ακόμη και της καθιερούμενης με το άρθρο 27 ΚΠολΔ αποκλειστικής δωσιδικίας των εταιρικών διαφορών και της θεσπιζόμενης με το άρθρο 29 ΚΠολΔ αποκλειστικής δωσιδικίας του ακινήτου και αποκλείει και κάθε άλλη συντρέχουσα δωσιδικία, όπως η δωσιδικία της περιουσίας του άρθρου 40 ΚΠολΔ.
Τα ζητήματα αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας θα ολοκληρώσει η ανάπτυξη της δυνατότητας ή μη παρέκτασης κατά τη βούληση του διαθέτη.

iii.    Η δυνατότητα παρέκτασης


Δεν είναι σπάνιο στην πράξη ο διαθέτης να εκφράζει στη διαθήκη του την επιθυμία του όλες οι κληρονομικές διαφορές που τυχόν θα ανακύψουν στο μέλλον, αναφορικά με την κληρονομιαία περιουσία του, να υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα και διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων συγκεκριμένης πόλης.
Έτσι, έχουμε συναντήσει διαθήκη221, με την οποία ο διαθέτης ορίζει κάθε κληρονόμος του, κατά τις διατάξεις της τελευταίας βούλησής του, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από τη γνώση του περιεχομένου της διαθήκης του να δηλώσει εγγράφως, με επιστολή του απευθυνόμενη προς καθέναν από τους εκτελεστές και τους άλλους κληρονόμους του, αν είναι αποφασισμένος ή όχι να συμμορφωθεί με όλες τις διατάξεις της παρούσας διαθήκης, ορίζοντας κατά λέξη το περιεχόμενο του κειμένου της επιστολής. Στο περιεχόμενο αυτό είναι πιθανό να ορίζεται και ρητή δήλωση, με την οποία κάθε κληρονόμος δηλώνει ότι συμφωνεί κάθε διαφορά, δίκη ή διαδικασία σχετιζόμενη με οποιονδήποτε τρόπο με το θάνατο του διαθέτη και/ή τη διαθήκη του, περιλαμβανομένων ενδεικτικά και των  διαφορών για το κύρος και την ερμηνεία της, να υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του δικαστηρίου συγκεκριμένης πόλης, με ρητή μάλιστα παραίτηση από κάθε δικαίωμα και ένσταση για έλλειψη δικαιοδοσίας. Στην περίπτωση που

220 ΑΠ 583/1995, ΕλλΔνη 1996.330 = ΕλληΔνη 1996.595 = ΕΕΝ 1996.508 = ΝοΒ 1997.37, ΕφΑθ
5987/1993, ΕλλΔνη 1995.880, ΜΠρΑθ 5730/1996, Αρμ 1997.541, ΜΠρΛευκ 122/1989, ΑρχΝ
1989.475.
221 Μπέης, Διεθνής δικαιοδοσίας ελληνικών δικαστηρίων για κληρονομικές διαφορές, Δ 1997, 749,
ΠΠρΑθ 9970/1997, ΕλλΔνη 1998.677, ΠΠρΑθ 9971/1997, ΕλλΔνη 1998.692.

τέτοια επιθυμία εκφραστεί από το διαθέτη σε διάταξη της διαθήκης του και οι κληρονόμοι και οι εκτελεστές διαθήκης, συμμορφούμενοι με την επιθυμία του διαθέτη, δηλώσουν εγγράφως αμοιβαία ότι παρεκτείνουν την αρμοδιότητα και διεθνή δικαιοδοσία των ορισθέντων από το διαθέτη δικαστηρίων για όλες τις κληρονομικές διαφορές τους, πρόκειται με τις αμοιβαίες αυτές δηλώσεις των διαδίκων τυχόν ανοιγείσας δίκης για έγκυρη παρέκταση, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 41 παρ. 1 ΚΠολΔ επιτρέπεται παρέκταση ακόμη και σε βάρος αποκλειστικής δωσιδικίας, όπως εδώ της δωσιδικίας της κληρονομίας. Και τα ελληνικά δικαστήρια έχουν κρίνει222 ότι με την αποστολή εκ μέρους του ενάγοντος επιστολής, κατ’  εντολή του διαθέτη, που περιέχει συμφωνία παρέκτασης υπέρ των δικαστηρίων Αθηνών και που φέρει την ιδιόγραφη υπογραφή του προς όλους τους εναγομένους
– λοιπούς κληρονόμους, οι οποίοι και βεβαίωσαν εγγράφως τη λήψη της, με την αντίστοιχη αποστολή από τους τελευταίους επιστολών που περιέχουν την ίδια συμφωνία παρέκτασης υπέρ των δικαστηρίων των Αθηνών και φέρουν ομοίως τις ιδιόγραφες υπογραφές τους προς τον ενάγοντα, ο οποίος και βεβαίωσε εγγράφως τη λήψη τους, καθώς και με την εκ μέρους των εκτελεστών της διαθήκης αποστολή της επιστολής προς τον ενάγοντα με το προαναφερθέν περιεχόμενο, συνομολογήθηκε έγκυρη έγγραφη συμφωνία παρέκτασης υπέρ των δικαστηρίων των Αθηνών. Η συμφωνία αυτή ανταποκρίνεται σε όλες τις απαιτήσεις του ελληνικού δικονομικού δικαίου κατ’ άρθρο 41 ΚΠολΔ, αφού αφορά σε περιουσιακές διαφορές, έχει συσταθεί εγγράφως και προσδιορίζει επακριβώς το πλέγμα των εννόμων σχέσεων που καλύπτει.
Το ζήτημα, ωστόσο, που τίθεται, ενόψει της συμφωνίας των διαδίκων, που απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 42, 43 και 44 ΚΠολΔ, είναι αν μπορεί να γίνει παρέκταση τοπικής αρμοδιότητας με μονομερή δικαιοπραξία, και μάλιστα προσώπου, το οποίο δεν είναι διάδικος στην ανοιγόμενη πολιτική δίκη, όπως είναι ο κληρονομούμενος διαθέτης, που όρισε με τη διαθήκη του ποιο θέλει να είναι το τοπικώς αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των κληρονομικών διαφορών, που



222 ΠΠρΑθ 9970/1997, ΕλλΔνη 1998.677, ΠΠρΑθ 9971/1997, ΕλλΔνη 1998.692.

τυχόν θα ανακύψουν σχετικά με την κληρονομία του. Έχει υποστηριχθεί223 ότι η παρέκταση της τοπικής αρμοδιότητας και, συνακόλουθα, της διεθνούς δικαιοδοσίας, που γίνεται με τη διαθήκη για τις κληρονομικές διαφορές μεταξύ των εκ διαθήκης κληρονόμων ή μεταξύ εκείνων και των κληροδόχων ή των εκτελεστών διαθήκης, είναι ισχυρή, δίχως να χρειάζεται απαραίτητα και η συγκατάθεση των διαδίκων. Ασφαλώς, η κρίση του διαθέτη αναφορικά με την προσφορότητα ενός άλλου δικαστηρίου, που θα έχει αρμοδιότητα και διεθνή δικαιοδοσία, δεν μπορεί να είναι αυθαίρετη, με την επιλογή για παράδειγμα ενός τελείως απρόσιτου δικαστηρίου. Με την επιφύλαξη, όμως, αυτή, η έννομη τάξη δεν έχει κανένα λόγο να εναντιωθεί στην επιλογή του διαθέτη, πολύ περισσότερο όταν εκείνος κάνει μία πιο πρόσφορη επιλογή από εκείνη που κάνει ο νόμος με τη άρθρο 30 ΚΠολΔ, δηλαδή όταν αντί για το αλλοδαπό δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου θα έχει την τελευταία του κατοικία, επιλέγει το δικαστήριο της πρωτεύουσας της δικής του χώρας, της οποίας το ουσιαστικό κληρονομικό δίκαιο θα κληθεί να εφαρμόσει και με το οποίο προδήλως έχει μεγαλύτερη εξοικείωση από το αλλοδαπό δικαστήριο της τελευταίας κατοικίας του. Και τούτο, ενόψει και του σκοπού της ρύθμισης του άρθρου 30 παρ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μέσω της συγκέντρωσης όλων των κληρονομικών διαφορών σε ένα δικαστήριο. Βέβαια, είναι αλήθεια ότι, στην περίπτωση αυτή, η διάταξη αυτή της διαθήκης δεν δεσμεύει τον εξ αδιαθέτου κληρονόμο που εναντιώνεται στη διαθήκη αξιώνοντας δικαίωμα νόμιμης μοίρας, όμως η εμμονή του στη δωσιδικία της κληρονομίας συνιστά συμπεριφορά αντίθετη στους κανόνες της καλής πίστης, κάτι που απαγορεύει η διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔ, επειδή η εμμονή του αυτή υπερακοντίζει και αντιστρατεύεται το νομοθετικό σκοπό, για τον οποίο ιδρύθηκε αυτή η δωσιδικία, δηλαδή τη συγκέντρωση όλων των κληρονομικών διαφορών στο ίδιο δικαστήριο. Συνακόλουθα, τυχόν ένστασή του έλλειψης τοπικής αρμοδιότητας και διεθνούς δικαιοδοσίας κατ’ επίκληση του άρθρου 30 παρ. 1 ΚΠολΔ, θα πρέπει να χαρακτηρισθεί ως αντίθετη στους κανόνες καλής πίστης, που επιβάλλει το άρθρο 116 ΚΠολΔ, και να απορριφθεί για το λόγο αυτό ως απαράδεκτη, διότι η επίκληση

της δωσιδικίας της κληρονομίας του άρθρου 30 ΚΠολΔ είναι σύμφωνη εν προκειμένω μόνο με το γράμμα και όχι και με το πνεύμα της διάταξης αυτής224.
Πέρα από τα ζητήματα κληρονομικού δικαίου αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, ιδιωτικοδιεθνολογικά ζητήματα ανακύπτουν και στο χώρο της εκούσιας δικαιοδοσίας.

β. Ζητήματα κληρονομικού δικαίου εκούσιας δικαιοδοσίας


i.    Η γενική ρύθμιση


Διαφορετική είναι η λύση, που καθιερώνεται ως προς τα ζητήματα κληρονομικού δικαίου, τα οποία υπάγονται κατά το ελληνικό αστικό δικονομικό δίκαιο στην εκούσια δικαιοδοσία. Στην περίπτωση αυτή, η θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων θα γίνει από τη συνδυασμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 3 και 810 επ. ΚΠολΔ., χωρίς να ασκεί καμία απολύτως επιρροή ποιο είναι το δίκαιο που διέπει την κληρονομική διαδοχή, αν δηλαδή είναι το ελληνικό ή το αλλοδαπό. Σε αντίθεση με τις κληρονομικές διαφορές αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, δικαστήριο της κληρονομίας, αρμόδιο να επιληφθεί κληρονομικών ζητημάτων, που επιλύονται κατά το ελληνικό δικονομικό δίκαιο με τη διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, στην Περιφέρεια του οποίου ο κληρονομούμενος είχε την κατοικία του κατά το χρόνο του θανάτου του. Αν ο κληρονομούμενος εστερείτο κατοικίας στην Ελλάδα κατά το χρονικό αυτό σημείο, λαμβάνεται υπόψη ο τόπος διαμονής, στην περίπτωση δε που ούτε διαμονή υπήρχε, αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο της πρωτεύουσας του κράτους. Επομένως, για τα ζητήματα κληρονομικού δικαίου, τα οποία υπάγονται κατά το ελληνικό αστικό δικονομικό δίκαιο στην εκούσια δικαιοδοσία, τα ελληνικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία, ακόμη και αν ο κληρονομούμενος είχε αλλοδαπή ιθαγένεια και στερείτο κατοικίας ή διαμονής στην Ελλάδα, όταν απεβίωσε. Στην περίπτωση αυτή, αρμόδιο είναι το Μονομελές

Πρωτοδικείο Αθηνών. Δεν αποκλείεται, επομένως, η κληρονομική υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας να αχθεί ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων και σε περιπτώσεις όπου ο μοναδικός ‘σύνδεσμος’ των κληρονομικών σχέσεων με την ελληνική έννομη τάξη συνίσταται στο ότι τα κληρονομιαία ή μέρος αυτών βρίσκονται στην Ελλάδα. Εμφανής είναι η διαφορά σε σχέση με τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας σε υποθέσεις αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, για τις οποίες δεν υφίσταται επικουρική αρμοδιότητα των δικαστηρίων της πρωτεύουσας225.
Η ρύθμιση αυτή εναρμονίζεται πλήρως με τη διάταξη του άρθρου 120 ΕισΝΑΚ, η οποία προβλέπει επί υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας την επικουρική αρμοδιότητα των δικαστηρίων της πρωτεύουσας του κράτους226 και έχει ως αποτέλεσμα να υπάγεται στη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων το σύνολο των κληρονομικών υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας.
Κατά βάση, κατά τη διάταξη του άρθρου 810 ΚΠολΔ ρυθμίζονται ζητήματα, που ανάγονται στη διοίκηση και διαχείριση της κληρονομίας, όπως ο διορισμός, η αντικατάσταση ή η παύση του κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας ή ειδικού κηδεμόνα προς διεξαγωγή δίκης, ο ορισμός προθεσμίας για δήλωση επιλογής από τον βεβαρημένο με κληροδότημα ή τον κληροδόχο ως τρίτο, η δικαστική εκκαθάριση της κληρονομικής περιουσίας που περιέρχεται στον εξ απογραφής κληρονόμο και η κατάθεση διαθήκης από αυτόν που την κατέχει227.
Το ιδιωτικοδιεθνολογικό ζήτημα που ανακύπτει είναι ποιο δίκαιο θα εφαρμοσθεί ως lex hereditatis. Ορθό είναι να θεωρηθεί ότι το ελληνικό δικαστήριο, που επιλαμβάνεται κληρονομικής υπόθεσης, οφείλει να εφαρμόσει τον κανόνα σύγκρουσης του άρθρου 28 ΑΚ, προκειμένου να εξεύρει το δίκαιο, κατά το οποίο θα διαμορφώσει τη δικαιοδοτική του κρίση. Συνεπώς, ελλείπει και εν προκειμένω οποιαδήποτε σύνδεση της διεθνούς δικαιοδοσίας με το εφαρμοστέο δίκαιο228.




225 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 159
- 160.
226 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, Έκδοση 5η, 1989, σελ. 79.
227 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 160.
228 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 161
- 162.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο χώρο της εκούσιας δικαιοδοσίας παρουσιάζει το ζήτημα του κληρονομητηρίου, του οποίου η προσέγγιση και η ανάπτυξη των ζητημάτων του σχετικού θεσμού ακολουθεί αμέσως κατωτέρω.

ii.    Η χορήγηση κληρονομητηρίου αα. Ο θεσμός του κληρονομητηρίου
Η συναλλαγή με πρόσωπο, που ενεργεί ως κληρονόμος, ενέχει συνήθως κινδύνους για τον αντισυμβαλλόμενο. Έτσι, για παράδειγμα, αν κάποιος πώλησε, επικαλούμενος εξ αδιαθέτου κληρονομικό του δικαίωμα, και μετά δημοσιευθεί διαθήκη, ο αγοραστής μένει απροστάτευτος ανεξάρτητα από την καλή του πίστη. Ο τρίτος θα είναι, όμως, συνήθως δύσκολο να διαπιστώσει, αν η διαθήκη την οποία επικαλείται ο αντισυμβαλλόμενός του είναι έγκυρη ή ότι δεν έχει ανακληθεί. Παρομοίως, και ο κληρονόμος δυσκολεύεται να πείσει έναν τρίτο ότι αυτός είναι ο πραγματικός κληρονόμος. Την προστασία κυρίως του τρίτου, αλλά και τη διευκόλυνση του κληρονόμου, θέλησε να εξασφαλίσει ο νομοθέτης με το θεσμό του κληρονομητηρίου229.
Το δικαστήριο της κληρονομίας δύναται να χορηγήσει, κατά τη διάταξη του άρθρου 819 ΚΠολΔ, ύστερα από αίτηση του κληρονόμου, του καταπιστευματοδόχου ή του εκτελεστή διαθήκης, κληρονομητήριο, δηλαδή πιστοποιητικό με το οποίο τεκμαίρονται τα δικαιώματα, που έχουν ως προς την κληρονομία τα πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτό230, τα οποία μπορεί να είναι ο κληρονόμος, ο καταπιστευματοδόχος, ο κληροδόχος και ο εκτελεστής διαθήκης231. Τεκμαίρεται, επίσης, ότι επί των δικαιωμάτων αυτών δεν υφίστανται περιορισμοί άλλοι από αυτούς, που αναγράφονται στο κληρονομητήριο. Αυτές οι ιδιότητές του το καθιστούν εξαιρετικά χρήσιμο τόσο για το δικαιούχο όσο και για τους τρίτους.



229Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 171 επ.
230 Άρθρα 1962 ΑΚ, 821 ΚΠολΔ.
231 Φίλιος, Κληρονομικό δίκαιο, Γενικό μέρος, 1996, σελ. 156.

Από τις διατάξεις του ΚΠολΔ αναμφίβολα προκύπτει ότι ως κληρονομητήριο δεν θεωρείται η δικαστική απόφαση, που δέχεται την αίτηση παροχής κληρονομητηρίου, αλλά το ειδικό πιστοποιητικό, που βάσει της διαταγής της απόφασης, παρέχει ο γραμματέας του δικαστηρίου της κληρονομίας. Η απόφαση δεν έχει δεσμευτική δύναμη (δεδικασμένο) ως προς τα δικαιώματα, που θα βεβαιωθούν με το κληρονομητήριο, σε αντίθεση με την τελεσίδικη απόφαση, που εκδίδεται έπειτα από αγωγή του κληρονόμου εναντίον εκείνου, που αμφισβητεί το κληρονομικό δικαίωμα, η οποία αναπτύσσει δεδικασμένο ως προς το δικαίωμα που κρίθηκε. Το κληρονομητήριο αναπτύσσει νόμιμο τεκμήριο, μαχητό, που ισχύει σε βάρος του αληθούς κληρονόμου και υπέρ του τρίτου, που συνέπραξε σε δικαιοπραξία με το φερόμενο ως δικαιούχο στο κληρονομητήριο, ακόμη κι αν τα πρόσωπα αυτά δεν ήταν διάδικοι στη δίκη έκδοσης του  κληρονομητηρίου. Αντίθετα, η τελεσίδικη απόφαση, που αναγνωρίζει το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος, είναι δεσμευτική, ακαταμάχητη και περιορίζεται αποκλειστικά ανάμεσα στους διαδίκους232. Προσδίδεται, έτσι, στο κληρονομητήριο δημόσια πίστη, καθώς αναγνωρίζονται ως έγκυρες, και απέναντι στον αληθινό κληρονόμο, δικαιοπραξίες με καλόπιστους τρίτους, του προσώπου που αναγράφεται στο κληρονομητήριο ως κληρονόμος ή και με άλλη ιδιότητα233. Το μαχητό τεκμήριο δικαιώματος, που παράγεται από το κληρονομητήριο, λαμβάνεται υπόψη ιδίως στις πολιτικές δίκες που αφορούν, άμεσα ή έμμεσα, στα κληρονομικά δικαιώματα των προσώπων, που αναφέρονται σε αυτό. Αυτό έχει ως συνέπεια να μετακυλίεται το βάρος απόδειξης σχετικά με το ότι δεν υφίσταται το πιστοποιούμενο κληρονομικό δικαίωμα στο διάδικο, ο οποίος το αμφισβητεί. Εξάλλου, τυχόν ανατροπή του τεκμηρίου με μεταγενέστερη δικαστική απόφαση ισχύει μόνο μεταξύ των διαδίκων στη σχετική δίκη, όχι και για τους τρίτους, οι οποίοι δύνανται να ζητήσουν από το δικαστήριο, που το εξέδωσε, να αφαιρεθεί, να κηρυχθεί ανίσχυρο, να τροποποιηθεί ή να ανακληθεί το κληρονομητήριο234.



232 Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ Ερμηνευτική – νομολογιακή ανάλυση, Τόμ. Η’, 1994, σελ. 604.
233 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 182.
234 Άρθρο 823 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επιπλέον, το κληρονομητήριο επιτρέπει στα πρόσωπα, που αναγράφονται σε αυτό, να κάνουν χρήση των δικαιωμάτων, που τους παρέχει η αναγραφόμενη σε αυτό ιδιότητά τους. Έτσι, όποιος αναφέρεται σε αυτό ως κληρονόμος, θα μπορέσει να το επικαλεσθεί για να προβεί σε ανάληψη τραπεζικών καταθέσεων του κληρονομουμένου, ενδεχομένως σε χώρα άλλη από εκείνη, της οποίας τα δικαστήρια εξέδωσαν το κληρονομητήριο. Σε αυτές, ακριβώς, τις περιπτώσεις ανακύπτει η πρακτική σημασία του κληρονομητηρίου στο πεδίο των κληρονομικών σχέσεων, που συνδέονται με περισσότερες της μίας έννομες τάξεις235.
Είναι απαραίτητο να προσδιορισθεί η νομική φύση του κληρονομητηρίου,  αν δηλαδή πρόκειται για θεσμό του ουσιαστικού δικαίου, με τον οποίο παράγονται συνέπειες ουσιαστικού δικαίου, που κατατείνουν στην προστασία των κληρονομικών δικαιωμάτων και τη νομιμοποίηση των αναφερομένων σε αυτό προσώπων, ή αν, αντίθετα, αποτελεί θεσμό του δικονομικού δικαίου, του οποίου η λειτουργία είναι προεχόντως αποδεικτική. Η θεωρητική αυτή διχογνωμία δημιουργεί οπωσδήποτε ποικίλα προβλήματα για τη θεωρία του αστικού δικονομικού και του κληρονομικού δικαίου, ακόμα κι όταν περιορίζεται στο αμιγώς εθνικό πλαίσιο. Όταν, όμως, μέσα στο όλο πλέγμα των κληρονομικών σχέσεων, που καλείται να βεβαιώσει το κληρονομητήριο, υπεισέρχεται ένα στοιχείο αλλοδαπότητας, που σύμφωνα με το ιδδδ μεταβάλλει την εθνικότητα του εφαρμοστέου δικαίου, τότε το πρόβλημα επιτείνεται. Κι αυτό, διότι διαφορετική οδό θα πρέπει να ακολουθήσει ο δικαστής, που θα δεχθεί το κληρονομητήριο ως θεσμό του ουσιαστικού δικαίου, από εκείνον που θα ακολουθήσει την άλλη άποψη236. Η επιλογή της μίας ή της άλλης άποψης έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία, όταν εφαρμοστέο στην κληρονομική διαδοχή είναι αλλοδαπό δίκαιο. Και τούτο, διότι, αν θεωρηθεί ότι πρόκειται για θεσμό του ουσιαστικού δικαίου, η χορήγηση του κληρονομητηρίου θα γίνει σύμφωνα με τους κανόνες της lex hereditatis, κατ’ εφαρμογή του κανόνα σύνδεσης του άρθρου 28 ΑΚ, ενώ αντίθετα αν θεωρηθεί ότι πρόκειται για θεσμό του δικονομικού δικαίου, θα εφαρμοσθούν οι δικονομικές

235 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 170. 236 Γραμματικάκη-Αλεξίου, Προβλήματα εφαρμογής του αλλοδαπού δικαίου και ειδικότερα στη διαδικασία έκδοση κληρονομητηρίου, Αρμ 1976, 527.

διατάξεις της lex fori. Πάντως, και στις δύο περιπτώσεις το ουσιαστικό περιεχόμενο του κληρονομητηρίου, και ιδίως η έκταση των αναφερόμενων σε αυτό δικαιωμάτων, θα προσδιορισθούν σύμφωνα με τη lex hereditatis, υπό την έννοια ότι εκείνης οι διατάξεις θα εφαρμοσθούν237.
Οι υποστηρικτές της πρώτης άποψης θεωρούν το κληρονομητήριο θεσμό ουσιαστικού δικαίου, επειδή αποτελεί ‘ένδικον μέσον προστασίας (εικαζομένου) κληρονομικού δικαιώματος’238, τρόπο νομιμοποίησης του κληρονόμου για την απαίτηση της κληρονομίας ή, τέλος, πιστοποιητικό που επιφέρει συνέπειες ουσιαστικού δικαίου. Από τους οπαδούς της δεύτερης άποψης υποστηρίζεται ότι το κληρονομητήριο είναι καθαρά δικονομικός θεσμός, επειδή πρόκειται για πιστοποίηση – απόδειξη του κληρονομικού δικαιώματος και της κληρονομικής μερίδας, που μάλιστα δεν αποκλείει άλλα σχετικά αποδεικτικά μέσα. Δεν ρυθμίζει, δηλαδή, την κληρονομική διαδοχή του κληρονομούμενου, αλλά η σχετική απόφαση παράγει μαχητό τεκμήριο, που αποβλέπει στην προστασία τόσο των κληρονόμων όσο και των τρίτων239.
Η διχογνωμία ως προς τη δικονομική ή ουσιαστική φύση του κληρονομητηρίου έχει αρκετά σχηματικό χαρακτήρα240. Με το κληρονομητήριο δεν αποσκοπείται μόνο να παρασχεθεί στον κληρονόμο, τον καταπιστευματοδόχο, τον κληροδόχο ή τον εκτελεστή διαθήκης η δυνατότητα απόδειξης των δικαιωμάτων του, αλλά και η κατά το δυνατόν μεγαλύτερη προστασία των συναλλαγών. Για το λόγο αυτό, έχει υποστηριχθεί241 ότι ως προς το κληρονομητήριο το πρόβλημα, που γεννάται, δεν είναι αν τα ελληνικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία για τη χορήγησή του, αλλά αν μπορεί με αυτό να αποδειχθεί κληρονομικό δικαίωμα, που πηγάζει από αλλοδαπό δίκαιο, το οποίο εφαρμόζεται ως lex hereditatis.



237 Βασιλακάκης, Χορήγηση κληρονομητηρίου σχετικά με ακίνητο που ανήκε σε Γάλλο κληρονομούμενο και βρίσκεται στην Ελλάδα – Διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων – Εφαρμοστέο δίκαιο στο οποίο δεν υπάρχει ο θεσμός του κληρονομητηρίου, Γνμδ, Αρμ 1997, 455. 238 Μπαλής, Κληρονομικόν δίκαιον, 1965 σελ. 434.
239 Μαριδάκης, Ιδιωτικόν διεθνές δίκαιον, ΙΙ, 1968, σελ. 267.
240 Βασιλακάκης, Χορήγηση κληρονομητηρίου σχετικά με ακίνητο που ανήκε σε γάλλο κληρονομούμενο και βρίσκεται στην Ελλάδα – Διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων –
Εφαρμοστέο δίκαιο στο οποίο δεν υπάρχει ο θεσμός του κληρονομητηρίου, Γνμδ, Αρμ 1997, 455.
241 Μαριδάκης, Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, ΙΙ, 1947, σελ. 269.

Η ελληνική νομολογία είναι διχασμένη ως προς τη νομική φύση του κληρονομητηρίου. Φαίνεται, όμως, μάλλον να υπερισχύει ο δικονομικός χαρακτήρας του κληρονομητηρίου242. Η υιοθέτηση της άποψης αυτής, πρακτικά επιτρέπει στο ελληνικό δικαστήριο της κληρονομίας, το οποίο δύναται να επιληφθεί της αίτησης για τη χορήγηση κληρονομητηρίου και όταν ο αλλοδαπός κληρονομούμενος εστερείτο κατοικίας ή διαμονής στην Ελλάδα, να χορηγήσει κληρονομητήριο κι αν ακόμη ο θεσμός αυτός είναι άγνωστος στο αλλοδαπό δίκαιο, που διέπει εν προκειμένω τις κληρονομικές σχέσεις. Αντίθετα, αν θεωρηθεί ότι πρόκειται για θεσμό του ουσιαστικού δικαίου, σε περίπτωση που το εφαρμοστέο, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 28 ΑΚ, δίκαιο προβλέπει είτε αυτόν τούτο το θεσμό είτε θεσμό παραπλήσιο από άποψη νομικής υφής και δικονομικού ενδύματος, τότε δεν παρουσιάζονται ιδιαίτερα προβλήματα. Το δικαστήριο, κατά κανόνα, θα χορηγήσει το κληρονομητήριο εφαρμόζοντας τη lex hereditatis. Αντίθετα, σε περίπτωση που το εφαρμοστέο δίκαιο είτε αγνοεί πλήρως το σχετικό θεσμό είτε έχει δημιουργήσει για την εξυπηρέτηση του ίδιου στόχου θεσμούς τελείως διαφορετικούς, τότε δημιουργείται πρόβλημα, γιατί συχνά τα ελληνικά δικαστήρια αρνούνται στην περίπτωση αυτή να χορηγήσουν κληρονομητήριο243. Πίσω από την άρνηση αυτή κρύβεται, ενδεχομένως, ο φόβος χορήγησης κληρονομητηρίου σε κληρονόμους, των οποίων το δικαίωμα στηρίζεται σε θεσμούς ή διατάξεις που είναι ελάχιστα ή καθόλου κατανοητές από τον έλληνα δικαστή244.
Η ελληνική θεωρία τείνει και αυτή προς τη δικονομική φύση του κληρονομητηρίου. Κατά τους ιδιωτικοδιεθνολόγους245, ο χαρακτηρισμός του κληρονομητηρίου ως δικονομικού θεσμού είναι ορθότερος, καθώς εμφανίζει το πλεονέκτημα να απλουστεύει την επίλυση των προβλημάτων που συνδέονται με τη χορήγησή του. Η λύση αυτή, στο μέτρο που προστρέχει στη lex fori λόγω της
242 Υπέρ της δικονομικής φύσης του κληρονομητηρίου βλ. ΜΠρΡοδ 578/2004, ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑθ
2726/1980, ΝοΒ 1980.1595 = ΝοΒ 1981.1422, ΜΠρΑθ 7751/1979, ΝοΒ 1981.140, ΜΠρΚαβ 74/1975,
Αρμ 1976.605. Υπέρ της ουσιαστικής φύσης του κληρονομητηρίου βλ. ΜΠρΘεσ 1063/1975, Αρμ
1976.482.
243 ΕφΘεσ 977/1969, Αρμ 1970.397, ΕφΑθ 1242/1959, ΝοΒ 1959.1175.
244 Γραμματικάκη-Αλεξίου, Προβλήματα εφαρμογής του αλλοδαπού δικαίου και ειδικότερα στη διαδικασία έκδοση κληρονομητηρίου, Αρμ 1976, 527.
245 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 172,
Γραμματικάκη-Αλεξίου, Προβλήματα εφαρμογής του αλλοδαπού δικαίου και ειδικότερα στη διαδικασία έκδοση κληρονομητηρίου, Αρμ 1976, 527.

δικονομικής υφής του ζητήματος, λαμβάνει υπόψη της την έλλειψη συσχέτισης στο ελληνικό δίκαιο μεταξύ διεθνούς δικαιοδοσίας και εφαρμοστέου δικαίου, η οποία σημαίνει ότι η κατάφαση της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων δεν εξαρτάται από την εφαρμογή ή όχι του ελληνικού δικαίου στην ουσία της υπόθεσης. Έτσι, καταλήγει σε λύση, η οποία ανταποκρίνεται στο συμφέρον του αιτούντος, χωρίς να πάσχει δογματικά. Με την υιοθέτηση της λύσης αυτής, η ανυπαρξία στο εφαρμοστέο κληρονομικό δίκαιο θεσμού αντίστοιχου προς το κληρονομητήριο δεν εμποδίζει την έκδοση, σύμφωνα με τις ελληνικές δικονομικές διατάξεις, κληρονομητηρίου από ελληνικό δικαστήριο, με το οποίο να πιστοποιούνται τα κληρονομικά δικαιώματα επί ακινήτου ευρισκόμενου στην Ελλάδα. Για τον καθορισμό των εν λόγω δικαιωμάτων, θα εφαρμοσθούν οι ουσιαστικές διατάξεις της lex hereditatis, που δεν θα πάψει να είναι αρμόδια ως προς το ουσιαστικό περιεχόμενο του κληρονομητηρίου. Η λύση αυτή εξυπηρετεί τους κληρονόμους, που ζουν και συναλλάσσονται στην Ελλάδα, και προστατεύει τους τρίτους, χωρίς να καταστρατηγεί το εφαρμοστέο αλλοδαπό δίκαιο ή να προσκρούει στην αλλοδαπή δημόσια τάξη, αφού το κληρονομητήριο ούτως ή άλλως έχει χωρική ισχύ246.
Χωρίς διχογνωμίες είναι δυνατή η έκδοση κληρονομητηρίο από το ελληνικό δικαστήριο, κατά τις διατυπώσεις που αναπτύσσονται ακολούθως.

ββ. Η έκδοσή του από ελληνικό δικαστήριο


Στα ζητήματα κληρονομικού δικαίου, τα οποία υπάγονται κατά το ελληνικό αστικό δικονομικό δίκαιο στην εκούσια δικαιοδοσία, συγκαταλέγεται και η χορήγηση κληρονομητηρίου. Επομένως, και ως προς τη χορήγηση κληρονομητηρίου υπάρχει διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων σύμφωνα με τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 3, 810 και 819 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, για τη χορήγηση κληρονομητηρίου τα ελληνικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία, ακόμη κι αν ο κληρονομούμενος είχε αλλοδαπή ιθαγένεια και
246 Γραμματικάκη-Αλεξίου, Προβλήματα εφαρμογής του αλλοδαπού δικαίου και ειδικότερα στη διαδικασία έκδοση κληρονομητηρίου, Αρμ 1976, 527.

εστερείτο κατοικίας ή και διαμονής στην Ελλάδα, όταν αποβίωσε, και, μάλιστα, χωρίς να ασκεί καμία επιρροή ποιο είναι το δίκαιο που διέπει την κληρονομική διαδοχή, το ελληνικό ή το αλλοδαπό. Καθιερώνεται, δηλαδή, αρμοδιότητα δικαστηρίου στην ημεδαπή, ανεξάρτητα αν ο κληρονομούμενος είχε ποτέ στην Ελλάδα κατοικία ή διαμονή247. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι τα ελληνικά δικαστήρια θα εκδίδουν κληρονομητήρια για το σύνολο των κληρονομικών υποθέσεων, ακόμη κι αν αυτές δεν εμφανίζουν καμία σύνδεση με την ελληνική έννομη τάξη. Η χορήγηση κληρονομητηρίου από ελληνικό δικαστήριο προϋποθέτει ότι υπάρχει έννομο συμφέρον για την παροχή του248. Πράγματι, η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση κληρονομητηρίου, όπως και γενικά για την παροχή δικαστικής προστασίας κατά τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, το οποίο υφίσταται κυρίως όταν υπάρχουν κληρονομιαία στην Ελλάδα249. Για το λόγο αυτό, έχει υποστηριχθεί η άποψη250 ότι η διεθνής δικαιοδοσία για την έκδοση του κληρονομητηρίου δεν εξαρτάται από το αν το δίκαιο της ιθαγένειας του κληρονομουμένου αναγνωρίζει ή όχι το θεσμό του κληρονομητηρίου, αλλά από το αν υπάρχει ή όχι έννομο συμφέρον για την παροχή του κληρονομητηρίου. Το ζήτημα, δηλαδή, είναι, αν το κληρονομητήριο, ως αποδεικτικό μέσο εισαγόμενο από το ελληνικό δίκαιο, συγχωρείται προς απόδειξη κληρονομικού δικαιώματος, το οποίο πηγάζει από αλλοδαπό δίκαιο, και όχι αφηρημένα, αν τα  ελληνικά δικαστήρια έχουν ή μη δικαιοδοσία να εκδώσουν κληρονομητήριο. Αν συγχωρείται, ως αποδεικτικό μέσο, κατά το διεθνές δικονομικό περί απόδειξης δίκαιο, τα ελληνικά δικαστήρια δεν δικαιούνται να αρνηθούν την έκδοση, υπό την πρόφαση ότι δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία251. Το έννομο αυτό συμφέρον θα υπάρχει κυρίως, όταν στοιχεία της κληρονομίας υπάρχουν στην Ελλάδα, οπότε η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 40 ΚΠολΔ για


247 ΜονΠρΑθ 2726/1980, ΝοΒ 1980.1422.
248 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, Έκδοση 5η, 1989, σελ. 176.
249 Βασιλακάκης, Χορήγηση κληρονομητηρίου σχετικά με ακίνητο που ανήκε σε γάλλο κληρονομούμενο και βρίσκεται στην Ελλάδα – Διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων –
Εφαρμοστέο δίκαιο στο οποίο δεν υπάρχει ο θεσμός του κληρονομητηρίου, Γνμδ, Αρμ 1997, 455. Έτσι και ΜΠρΑθ 2726/1980, ΝοΒ 1980.1595 = ΝοΒ 1981.1422, ΜΠρΚαβ 74/1975, Αρμ 1976.605.
250 Παπαντωνίου, Κληρονομικό δίκαιο, 1989, σελ. 176.
251 Μαριδάκης, Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, ΙΙ, 1947, σελ. 269.

τη δωσιδικία της περιουσίας. Η ύπαρξη ή η έκταση, όμως, του κληρονομικού δικαιώματος δεν ρυθμίζεται από τη lex fori, αλλά από τη lex hereditatis.
Ως προς τη χορήγηση κληρονομητηρίου από τα ελληνικά δικαστήρια, τίθεται το ζήτημα κατά πόσο τα ελληνικά δικαστήρια μπορούν να το χορηγήσουν, εφόσον έχουν διεθνή δικαιοδοσία, ακόμη κι αν ο θεσμός του κληρονομητηρίου είναι άγνωστος στο εφαρμοστέο αλλοδαπό δίκαιο, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με το γαλλικό δίκαιο. Η ελληνική νομολογία συνάγει τη δυνατότητα αυτή είτε από τη διάταξη της γενικής δωσιδικίας εκ της κατοικίας του εναγομένου252 είτε συνήθως από τη διάταξη του άρθρου 40 ΚΠολΔ253. Συνεπώς, ανεξαρτήτως του αν στην αλλοδαπή αναγνωρίζεται ή όχι ο θεσμός του κληρονομητηρίου, μπορεί να ζητηθεί από τον κληρονόμο αλλοδαπού κληρονομούμενου η έκδοση κληρονομητηρίου, όταν ο κληρονομούμενος αλλοδαπός κατέλιπε περιουσία στην Ελλάδα, οπότε συντρέχει η ειδική δωσιδικία της περιουσίας του άρθρου 40 ΚΠολΔ.
Είναι περιορισμένος ο αριθμός των δικαίων, στα οποία υπάρχει ο θεσμός του κληρονομητηρίου. Σε ορισμένα δίκαια, που αγνοούν το θεσμό, υπάρχει το συμβολαιογραφικό πιστοποιητικό περί των υπαρχόντων κληρονομκών δικαιωμάτων. Έτσι, στο γαλλικό δίκαιο υπάρχει το acte de notoriété254. Κατά την ελληνική νομολογία255, στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αλλοδαπό δημόσιο έγγραφο, που δεν ισοδυναμεί με κληρονομητήριο και, κατά συνέπεια, δεν παράγει τεκμήριο ως προς τα κληρονομικά δικαιώματα. Στις περιπτώσεις αυτές τη λύση θα δώσει, τουλάχιστον σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ένας Κανονισμός κατά την ήδη κατατεθειμένη ως άνω Πρόταση, ο οποίος διασφαλίζει την αναγνώριση των δημοσίων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής.
Σε κάθε περίπτωση, ο καθορισμός των κληρονομικών δικαιωμάτων στο κληρονομητήριο, που εκδίδεται από το ελληνικό δικαστήριο της κληρονομίας, σύμφωνα με το δίκαιο που υποδεικνύει ο κανόνας σύγκρουσης του άρθρου 28 ΑΚ, διασφαλίζει την αρχή της ενότητας της κληρονομίας, αφού το κληρονομητήριο

252 ΜΠρΡοδ 578/2004, ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘεσ 239/1988, Αρμ 1999.249.
253 ΜΠρΡοδ 578/2004, ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘεσ 15734/1994, Αρμ 1997.400, ΜΠρΣπαρτ 57/1989, ΑρχΝ
1989/599, ΜονΠρΑθ 2726/1980, ΝοΒ 1980.1422, ΜονΠρΑθ 4839/2003, ΧρΙΔ 2003.804.
254 Pamboukis, L’acte public étranger en droit international privé, 1993, σελ. 22.
255 ΑΠ 192/1981, ΝοΒ 1981.1393.

οριοθετεί τα κληρονομικά δικαιώματα των προσώπων, που αναγράφονται σε αυτό, επί του συνόλου της κληρονομίας. Παράλληλα, την ενότητα της lex hereditatis ενισχύει έμμεσα και το εύρος της δικαιοδοσίας, που έχουν, σύμφωνα με το άρθρο 810 ΚΠολΔ, τα ελληνικά δικαστήρια, όταν ζητείται η χορήγηση κληρονομητηρίου. Βέβαια, η πιστοποίηση των κληρονομικών δικαιωμάτων στο κληρονομητήριο δεν έχει την ίδια βαρύτητα με την αναγνώριση κληρονομικών δικαιωμάτων που γίνεται με δικαστική απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί αναγνωριστικής αγωγής. Έχει, όμως, χαρακτήρα ενιαίο, με την έννοια ότι προσδιορίζει τα κληρονομικά δικαιώματα επί του συνόλου της κληρονομίας, σύμφωνα με το δίκαιο της τελευταίας ιθαγένειας  του κληρονομουμένου. Δεν αποκλείεται, βέβαια, όσον αφορά στην εκ διαθήκης διαδοχή, αυτός που ζητεί τη χορήγηση κληρονομητηρίου να έχει εγκατασταθεί μόνο επί κληρονομιαίων που βρίσκονται στην Ελλάδα, οπότε η πιστοποίηση του κληρονομικού δικαιώματός του να περιορίζεται εκ των πραγμάτων στο τμήμα της κληρονομίας που βρίσκεται στην Ελλάδα, χωρίς να προσδιορίζονται τα κληρονομικά δικαιώματα επί των κληρονομιαίων, που βρίσκονται ενδεχομένως στην αλλοδαπή256.
Τα ζητήματα διεθνούς δικαιοδοσίας ακολουθεί η ανάπτυξη των ζητημάτων που άπτονται της αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων επί ζητημάτων κληρονομικού δικαίου.

Β. Αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων επί ζητημάτων κληρονομικού δικαίου

α. Αποφάσεις αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας


Όπως ήδη επισημάνθηκε, όταν πρόκειται για κληρονομικές σχέσεις με στοιχείο αλλοδαπότητας είναι πιθανό να επιληφθούν της σχετικής με αυτές διαφοράς δικαστήρια περισσότερων του ενός κρατών, τα οποία έχουν όλα διεθνή δικαιοδοσία κατά τις διατάξεις της lex fori να επιληφθούν των διαφορών. Στην
256Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 174- 175.

περίπτωση αυτή, τίθεται το ζήτημα κατά πόσο η δικαστική απόφαση, που εκδόθηκε σε καθένα από τα κράτη αυτά, παράγει δεδικασμένο ή μπορεί να κηρυχθεί εκτελεστή και στα άλλα κράτη. Εμφανής είναι η πρακτική σημασία του ερωτήματος, διότι είναι πολύ πιθανό να δίνονται διαφορετικές λύσεις σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο και, συνεπώς, με την ουσία της διαφοράς257.
Στη διάταξη του άρθρου 323 ΚΠολΔ, με την επιφύλαξη ότι δεν περιέχονται αντίθετες ρυθμίσεις σε διεθνείς συμβάσεις, προβλέπονται οι όροι που πρέπει να πληροί μία αλλοδαπή δικαστική απόφαση, προκειμένου να ισχύει και να αποτελεί δεδικασμένο στην Ελλάδα χωρίς άλλη διαδικασία. Κατά το κείμενο της διάταξης, η απόφαση πρέπει να αποτελεί δεδικασμένο κατά το δίκαιο του τόπου όπου εκδόθηκε (αρ. 1)∙ η υπόθεση κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου να υπαγόταν στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους, στο οποίο ανήκε το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση (αρ. 2)∙ ο διάδικος, που νικήθηκε, να μην στερήθηκε του δικαιώματος υπεράσπισης και γενικά της συμμετοχής στη δίκη, εκτός αν η στέρηση έγινα σύμφωνα με διάταξη, που ισχύει και για τους υπηκόους του κράτους, στο οποίο ανήκει το δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση (αρ. 3)∙ η απόφαση να μην είναι αντίθετη προς απόφαση ελληνικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση, και να μην αποτελεί δεδικασμένο για τους διαδίκους, μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου (αρ. 4)∙ η απόφαση να μην είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημόσια τάξη (αρ. 5). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 905 παρ. 3 ΚΠολΔ, η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών απαιτείται και για την κήρυξη της εκτελεστότητας της αλλοδαπής απόφασης, κατά τη διαδικασία των διατάξεων 741 επ. ΚΠολΔ, από το δικαστήριο που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 905 ΚΠολΔ.
Για αποφάσεις κληρονομικού δικαίου με στοιχεία αλλοδαπότητας μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου ισχύει η Σύμβαση νομικής συνεργασίας μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας σε θέματα αστικού, οικογενειακού, εμπορικού και ποινικού δικαίου, που υπογράφηκε στη Λευκωσία την 05.03.1984 και
257 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 150.

κυρώθηκε με το Ν. 1548/1985, κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 της οποίας, κάθε συμβαλλόμενο μέρος αναγνωρίζει και εκτελεί στο έδαφός του τις ακόλουθες αποφάσεις, που αφορούν υποθέσεις αστικού, οικογενειακού και εμπορικού δικαίου και εκδίδονται στο έδαφος του άλλου: α/ δικαστικές αποφάσεις β/ διαιτητικές αποφάσεις και γ/ συμβιβασμούς ενώπιον δικαστηρίων ή διαιτητών. Κατά δε την παρ. 2 αποφάσεις με την πιο πάνω έννοια θεωρούνται επίσης αποφάσεις και διατάγματα δικαστηρίων σε θέματα κληρονομίας και διαδοχής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 27 σημ. 4 της Σύμβασης των Βρυξελλών του 1968 για την διεθνή δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων σε υποθέσεις αστικού και εμπορικού δικαίου, από το πεδίο εφαρμογής του οποίου ρητά εξαιρούνται, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, οι κληρονομικές σχέσεις, προβλέπεται ότι υφίσταται κώλυμα για την αναγνώριση απόφασης σε άλλο συμβαλλόμενο μέρος, αν με την απόφαση έχει επιλυθεί προδικαστικό ζήτημα σχετικό με την προσωπική κατάσταση και ικανότητα φυσικών προσώπων, τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων ή τις κληρονομικές σχέσεις, κατά τρόπο αντίθετο με τη ρύθμιση που θεσπίζει για το εφαρμοστέο δίκαιο ο κανόνας ιδδδ, ο οποίος ισχύει στο κράτος αναγνώρισης. Ίδια είναι η διάταξη και για την κήρυξη εκτελεστότητας αποφάσεων σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 της Σύμβασης. Ωστόσο, στον Κανονισμό 44/2001, ο οποίος διαδέχθηκε τη Σύμβαση, δεν υπάρχει σχετικό κώλυμα αναγνώρισης ή εκτέλεσης.
Ως προς την αρχή της ενότητας της κληρονομίας, το ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 323 ΚΠολΔ γενικά δεν απαιτείται η εφαρμογή από το αλλοδαπό δικαστήριο του δικαίου, που θα είχε εφαρμόσει το ελληνικό δικαστήριο, αν είχε επιληφθεί της διαφοράς, καθιστά καταρχήν πιθανή τη δημιουργία ρωγμής στην αρχή της ενότητας της κληρονομίας. Ωστόσο, αφενός, η ρύθμιση αυτή συνάδει με τη γενική αρχή ιδδδ ότι στο επίπεδο της αναγνώρισης αλλοδαπών αποφάσεων το ημεδαπό δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει στην ουσία της διαφοράς και, αφετέρου, η αρχή της ενότητας διασφαλίζεται με τις προϋποθέσεις των αρ. 2 και 4 της διάταξης αυτής.  Με τη ρύθμιση του αριθμού 4, παρέχεται προτεραιότητα στην ημεδαπή δικαστική απόφαση. Έτσι, όμως, παρέχεται και έμμεση προτεραιότητα, όσον αφορά στο

εφαρμοστέο δίκαιο, στον ελληνικό κανόνα ιδδδ, τον οποίο έχει εφαρμόσει το ελληνικό δικαστήριο. Συνεπώς, η ρύθμιση του άρθρου 323 αρ. 2 και 4 ΚΠολΔ περιορίζει σημαντικά, με έμμεσο τρόπο, το ενδεχόμενο να εφαρμοσθούν τελικά, λόγω του ότι αλλοδαπή δικαστική απόφαση εφάρμοσε κανόνα ιδδδ που προβλέπει την κατάτμηση της lex hereditatis, περισσότερα από ένα δίκαια ως leges hereditatis σε κληρονομικές σχέσεις που εμφανίζουν κάποιο σύνδεσμο με την ελληνική έννομη τάξη. Δεν αποκλείεται, όμως, τελείως το ενδεχόμενο αυτό, αν η διεθνής δικαιοδοσία των αλλοδαπών δικαστηρίων θεμελιώνεται και αυτή στην κατοικία ή τη διαμονή του κληρονομούμενου, καθώς στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει επίκληση της διάταξης του άρθρου 323 περ. 2 ΚΠολΔ258.
Διαφοροποιήσεις παρουσιάζει η διαδικασία αναγνώρισης των αποφάσεων εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία αναπτύσσεται αμέσως κατωτέρω.

β. Αποφάσεις εκούσιας δικαιοδοσίας


i.    Η γενική ρύθμιση


Κατά τη διάταξη του άρθρου 780 ΚΠολΔ, με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις, απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου έχει στην Ελλάδα, χωρίς άλλη διαδικασία, την ισχύ που της αναγνωρίζει το δίκαιο του κράτους του δικαστηρίου που την εξέδωσε, εφόσον η απόφαση εφάρμοσε τον ουσιαστικό νόμο, που έπρεπε να εφαρμοστεί κατά το ελληνικό δίκαιο και εκδόθηκε από δικαστήριο, που έχει δικαιοδοσία κατά το δίκαιο της πολιτείας, της οποίας τον ουσιαστικό νόμο εφάρμοσε, και εφόσον δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημόσια τάξη. Ως προς τις ισχύουσες διεθνείς συμβάσεις, που υπερισχύουν δυνάμει του άρθρου 28 Σ των ρυθμίσεων του ΚΠολΔ, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι διατάξεις διεθνών συμβάσεων υπερισχύουν από τις αντίστοιχες διατάξεις του εθνικού εσωτερικού δικαίου, μόνο όταν είναι ευνοϊκότερες για την αναγνώριση αλλοδαπών αποφάσεων εκούσιας δικαιοδοσίας, διαφορετικά ατονούν και αφήνουν το
258 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 155
- 158.

προβάδισμα στην ευνοϊκότερη ρύθμιση του άρθρου 780 ΚΠολΔ, καθώς ο προσδιορισμός της εφαρμοστέας, κατά περίπτωση, ρύθμισης θα πρέπει να γίνει τελολογικώς, υπό το πρίσμα δηλαδή της διευκόλυνσης, η οποία επιδιώκεται με τις διεθνείς συμβάσεις, και όχι της δυσχέρανσης της αναγνώρισης αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων259.
Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι η πλήρης αποσύνδεση του ζητήματος της διεθνούς δικαιοδοσίας, από εκείνο του εφαρμοστέου δικαίου στις κληρονομικές υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, αναιρείται έμμεσα από τη ρύθμιση αυτή ως προς την ισχύ, που παράγουν οι αλλοδαπές αποφάσεις εκούσιας δικαιοδοσίας. Αλλά με την πρώτη προϋπόθεση επιλέγεται και λύση ριζικά διαφορετική από εκείνη της διάταξης του άρθρου 323 αρ. 2 ΚΠολΔ, αφού απαιτείται να είχε το αλλοδαπό δικαστήριο διεθνή δικαιοδοσία κατά τις οικείες διατάξεις της lex causae και όχι κατ’ αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ελληνικού δικονομικού δικαίου. Πάντως, η διατύπωση του άρθρου 780 ΚΠολΔ είναι πολύ αντιφατική, καθώς από τη μία πλευρά απαιτείται η εφαρμογή του δικαίου, που υποδεικνύει το άρθρο 28 ΑΚ, και από την άλλη πλευρά ελέγχεται η ύπαρξη διεθνούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του δικαίου που εφαρμόσθηκε σύμφωνα με τον κανόνα ιδδδ του αλλοδαπού forum και το οποίο πολύ πιθανό να είναι άλλο από εκείνο, που θα υποδείκνυε το άρθρο 28 ΑΚ. Επιπλέον, η ισχύς της αλλοδαπής απόφασης εξαρτάται από την εφαρμογή στην ουσία της υπόθεσης του δικαίου εκείνου, που υποδεικνύει η ελληνική διάταξη ιδδδ, δηλαδή διάταξη την οποία κάθε άλλο παρά είναι βέβαιο ότι έχει εφαρμόσει το αλλοδαπό δικαστήριο260.
Τίθεται θέμα κατά πόσο το δίκαιο, που εφαρμόσθηκε από το αλλοδαπό δικαστήριο, πρέπει να είναι το ίδιο με εκείνο, που υποδεικνύει ο ελληνικός κανόνας σύγκρουσης ή απλώς πρέπει να έχει ουσιαστικό περιεχόμενο όμοιο με εκείνο του δικαίου, που θα υπεδείκνυε ως lex causae το ελληνικό ιδδδ. Στη δεύτερη περίπτωση, αρκεί για την ισχύ της αλλοδαπής απόφασης η ουσιαστική ισοδυναμία της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, με εκείνη, που θα ήταν εφαρμοστέα κατά το

259 ΜΠρΡοδ 806/2005, ΝΟΜΟΣ.
260 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 162
- 164.

ελληνικό ιδδδ. Από την οπτική του κληρονομικού διεθνούς δικαίου, η απάντηση στο ζήτημα αυτό συνδέεται έμμεσα με την επιλογή μεταξύ ενότητας και κατάτμησης της lex hereditatis. Η υιοθέτηση από το ελληνικό ιδδδ της αρχής της ενότητας επιβάλλει να ληφθεί υπόψη ότι οι έννομες συνέπειες των αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων εκούσιας δικαιοδοσίας επεκτείνονται καταρχήν στο σύνολο της κληρονομίας. Κατά συνέπεια, ο καθολικός χαρακτήρας της κληρονομικής διαδοχής και η ανάγκη να υπάρξει ενιαία ρύθμιση των κληρονομικών σχέσεων επιβάλλουν την ανελαστική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 780 ΚΠολΔ. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση που προβλέπει το άρθρο 780 αρ. 1 ΚΠολΔ, όταν εφαρμόσθηκε δίκαιο άλλο από εκείνο υποδεικνύει ο ελληνικός κανόνας ιδδδ. Εξάλλου, πρέπει να συνυπολογισθεί ότι η διάταξη αυτή δεν προβλέπει ως προϋπόθεση τη μη αντίθεση προς απόφαση ελληνικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση, όπως η διάταξη του άρθρου 323 αρ. 4 ΚΠολΔ, και τούτο, διότι τις συνέπειες, που παράγει η ύπαρξη αντιφατικών αποφάσεων εκούσιας δικαιοδοσίας, της μίας ημεδαπής και της άλλης αλλοδαπής, αποσκοπεί να άρει η εξάρτηση της ισχύος της αλλοδαπής απόφασης από την εφαρμογή του δικαίου, που προβλέπει ο ελληνικός κανόνας σύγκρουσης του άρθρου 28 ΑΚ261.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ζήτημα της ισχύος αλλοδαπών κληρονομητηρίων στην Ελλάδα, όπως φαίνεται από την ανάπτυξη που ακολουθεί.

ii.    Η ισχύς αλλοδαπών κληρονομητηρίων στην Ελλάδα


Οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 780 ΚΠολΔ πρέπει να πληρούνται και για να παράγει ισχύ στην Ελλάδα αλλοδαπό κληρονομητήριο262.
Ορθό και σύμφωνο με το γράμμα του άρθρου 780 ΚΠολΔ είναι να αναγράφεται σαφώς στο αλλοδαπό κληρονομητήριο ποια είναι η lex hereditatis, σύμφωνα με την οποία γίνεται η πιστοποίηση των κληρονομικών δικαιωμάτων.
261 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 168.
262 Βασιλακάκης, Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994, σελ. 178
- 179.

Αποφεύγεται με τον τρόπο αυτό πιστοποίηση κληρονομικών δικαιωμάτων διαφορετική από εκείνη, η οποία προκύπτει σύμφωνα με το δίκαιο που υποδεικνύεται ως lex hereditatis κατά το ελληνικό δίκαιο.
Και όσον αφορά στην ειδικότερη περίπτωση του αλλοδαπού κληρονομητηρίου, η ρύθμιση του άρθρου 780 ΚΠολΔ διασφαλίζει την εφαρμογή ενιαίου δικαίου επί της κληρονομίας, αφού αυτό δεν παράγει ισχύ στην ημεδαπή, αν δεν εφαρμόσθηκε το δίκαιο, που υποδεικνύει το άρθρο 28 ΑΚ.
Τέλος, η έκδοση αλλοδαπού κληρονομητηρίου δεν κωλύει τη χορήγηση κληρονομητηρίου και από ελληνικό δικαστήριο, αφού δεν παράγεται δεδικασμένο.
Τα ζητήματα δικαιοδοτικής κρίσης στην εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή θα ολοκληρώσει η ανάπτυξη ζητημάτων αλλοδαπού χαρακτήρα υπό την οπτική του ελληνικού δικαίου, και ειδικότερα το ζήτημα του βάρους απόδειξης του εκ διαθήκης κληρονομικού δικαιώματος και το ζήτημα των διαθηκών που έχουν συνταχθεί στην αλλοδαπή.

ΙΙΙ. ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΥΠΟ ΤΗΝ ΟΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Α. Βάρος απόδειξης του εκ διαθήκης κληρονομικού δικαιώματος


Κατά τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Πρόκειται για τους ισχυρισμούς που είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης. Τέτοιοι δε ισχυρισμοί είναι εκείνοι, που τείνουν στην υποστήριξη ή στην κατάλυση του αγωγικού δικαιώματος και όχι τα επιχειρήματα, τα οποία αντλεί το δικαστήριο από τις αποδείξεις για να στηρίξει την κρίση του στο θέμα της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας του επιδίκου δικαιώματος263. Η διάταξη αυτή βρίσκει εφαρμογή και ως προς την απόδειξη του κληρονομικού, ιδίως εκ διαθήκης, κληρονομικού δικαιώματος.

263 ΑΠ 694/2000, ΕΕΝ 2001.805.

Έτσι, τα ελληνικά δικαστήρια έχουν κρίνει264 ότι αυτός, που αξιώνει δικαίωμα από κληρονομική διαδοχή και ισχυρίζεται ότι είναι κληρονόμος, έχει το βάρος της απόδειξης των γεγονότων, τα οποία στηρίζουν το κληρονομικό του δικαίωμα, μεταξύ των οποίων είναι ενδεχομένως και η ιθαγένεια του κληρονομούμενου, ο δε αντίδικος φέρει το βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού του (ένστασης) ότι η αγωγική αξίωση, που στηρίζεται σε κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος, υπέκυψε σε παραγραφή.
Ακόμη, σε αγωγή για αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος ελληνικό δικαστήριο απέρριψε265 ως αόριστο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί μη εφαρμογής του ημεδαπού δικαίου επί της ένδικης διαφοράς λόγω της παρά του δικαιοπαρόχου της απώλειας της ημεδαπής ιθαγένειας δια της οικειοθελούς απόκτησης από τον τελευταίο της αμερικανικής, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλέσθηκε ότι ο δικαιοπάροχός της απέκτησε την αμερικανική ιθαγένεια κατόπιν άδειας της ελληνικής πολιτείας ή ότι έγινε αποδεκτή από αυτήν αίτηση του ίδιου περί αποβολής της ημεδαπής. Έτσι, κατά την κρίση του Αρείου Πάγου, το Εφετείο που απέρριψε αυτόν τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ως αόριστο και δεν διέταξε απόδειξη του αντιθέτου του ίδιου ισχυρισμού, δηλαδή ότι ο δικαιοπάροχός της δεν απώλεσε την ελληνική ιθαγένεια δια της οικειοθελούς απόκτησης της αμερικανικής, δεν παραβίασε των ως άνω κανόνα περί του υποκειμενικού βάρους απόδειξης.
Ομοίως, στην αίτηση για την παροχή κληρονομητηρίου έχει κριθεί266 ότι ο αιτών έχει το βάρος να αναφέρει εκτός από τα πρόσθετα στοιχεία, που απαιτεί το άρθρο 820 ΚΠολΔ, μόνο τα στοιχεία, που διαλαμβάνονται στη διάταξη του άρθου 1957 ΑΚ και μεταξύ αυτών τη διαθήκη και το περιεχόμενο αυτής. Αν λείπουν από την αίτηση τα στοιχεία αυτά, πρέπει να απορρίπτεται ως αόριστη (απαράδεκτη) από το δικαστήριο. Αν ο αιτών επικαλείται κληρονομικό δικαίωμα από ιδιόγραφη διαθήκη, δεν οφείλει να αναφέρει στην αίτηση ότι η διαθήκη δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία. Ωστόσο, όμως, παρότι ο αιτών δεν οφείλει να αναφέρει στην αίτησή του τη δημοσίευση και την κήρυξη κυρίας της ιδιόγραφης διαθήκης, έχει το

264 ΑΠ 982/2006, ΝοΒ 2007.889.
265 ΑΠ 518/1985, ΝοΒ 1986.395.
266 ΕφΑθ 2734/2005, ΕλλΔνη 2005.1140.

υποκειμενικό βάρος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 και 759 ΚΠολΔ και 1958 ΑΚ, να αποδείξει με την προσκομιδή των πρακτικών, αντίστοιχα, και της δικαστικής απόφασης, τη δημοσίευση και την κήρυξη κυρίας της ιδιόγραφης διαθήκης, προκείμενου να ευδοκιμήσει κατ’ ουσίαν η έφεσή του.
Επίσης, έχει κριθεί267 ότι ο νόμιμος μεριδούχος, που δηλώνει πως αποποιείται την κληροδοσία και ασκεί ολόκληρο το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας, δεν έχει το δικονομικό βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει πως δεν έχει μέχρι τότε αποδεχθεί την κληροδοσία, διότι το περιστατικό αυτό, που επιφέρει τον αποκλεισμό του δικαιώματος, στηρίζει ένσταση του βεβαρημένου κληρονόμου διακωλυτική της γένεσής του και γι’ αυτό το σχετικό βάρος απόδειξης νομίμως επιρρίπτεται στον ενιστάμενο.
Αλλά και αν κάποιος αιτούμενος με αγωγή την αναγνώριση της ακυρότητας προσυμφώνου πώλησης πράγματος, συναφθέντος υπό του πατέρα του, στηρίζει το νομιμοποιούν αυτόν έννομο συμφέρον στην ιδιότητά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του πατέρα του, χρειαστεί να αποδείξει την επικαλούμενη συγγένεια, επί της οποίας εδράζεται η ιδιότητά του αυτή, αν δε ο αντίδικος του επικαλεσθεί την ύπαρξη διαθήκης αποκλείουσας την εξ αδιαθέτου διαδοχή στο προσυμφωνηθέν να πωληθεί πράγμα, τότε εκείνος μεν υποχρεούται ν’ αποδείξει την ύπαρξη και το περιεχόμενο της διαθήκης, ενώ ο ενάγων, επικαλούμενος ακυρότητα της διαθήκης, οφείλει ν’ αποδείξει την τελευταία268.
Διαφορετικό είναι το ζήτημα των διαθηκών που έχουν συνταχθεί στην αλλοδαπή, η ανάπτυξη του οποίου αμέσως ακολουθεί.

Β. Διαθήκες που έχουν συνταχθεί στην αλλοδαπή


α. Οι εθνικές διατάξεις
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1773 παρ. 1 εδ. 1 ΑΚ και 808 παρ. 2 ΚΠολΔ, η προξενική αρχή, στην οποία υπάρχει διαθήκη, οφείλει μόλις πληροφορηθεί το θάνατο του διαθέτη να δημοσιεύσει τη διαθήκη.
267 ΑΠ 1038/2004, ΝΟΜΟΣ.
268 ΑΠ 536/1996, ΕλλΔνη 1998.1330.

Ως προς την κατάργηση ή μη της διάταξης του άρθρου 1773 από τα άρθρα 807 παρ. 2 και 808 παρ. 2 και 6 ΚΠολΔ, η επικρατέστερη στη θεωρία άποψη269 δέχεται ότι καταργήθηκε ολόκληρο το άρθρο, όμως κατ’ άλλες γνώμες τόσο η ΑΚ 1773 όσο και η ΑΚ 1775 εφαρμόζονται, εφόσον προσαρμόζονται προς τις ως άνω διατάξεις του ΚΠολΔ, ή απλώς η διάταξη του άρθρου 1773 παρ. 1 ΑΚ δεν έχει αντίκρισμα, αφού καταργήθηκαν τα προξενικά δικαστήρια, ενώ κατ’ άλλη άποψη, που εμφανίζει νομική ακολουθία, ισχύει ως προς το υπηρεσιακό καθήκον της προξενικής αρχής να δημοσιεύει διαθήκες, αλλά όχι ως προς τα πρόσωπα, που πρέπει να υπογράψουν το πρακτικό δημοσίευσης, όπως επίσης η παρ. 2 ισχύει ως προς την υποχρέωση αποστολής αντιγράφων. Το γεγονός, πάντως, ότι η νομολογία δεν έχει ασχοληθεί με το ζήτημα, υποδηλώνει την έλλειψη πρακτικού ενδιαφέροντος, αφού στην ουσία τηρούνται τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 807 επ. και 808 παρ. 2 και 6 ΚΠολΔ.
Ωστόσο, η προξενική αρχή δεν έχει αρμοδιότητα να κηρύξει ιδιόγραφη διαθήκη ως κυρία, καθώς για την κήρυξή της απαιτείται η έκδοση δικαστικής απόφασης270. Στην περίπτωση αυτή, η κήρυξη γίνεται από το δικαστήριο της κληρονομίας κατά τη διάταξη του άρθρου 808 παρ. 3.

β. Διμερείς συμβάσεις


Κατά τη διάταξη του άρθρου 52 του Ν. 3566/2007 περί κύρωσης ως Κώδικα του ‘Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών’, οι έμμισθες προξενικές αρχές ασκούν στην περιφέρειά τους, μεταξύ άλλων ειδικότερων καθηκόντων, και καθήκοντα δικαστικής φύσης, σύμφωνα με τις διεθνείς συνθήκες και τις ισχύουσες διατάξεις του ελληνικού δικονομικού δικαίου, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η παραλαβή και δημοσίευση διαθηκών.





269 Νικολόπουλος, in Γεωργιάδης/Σταθόπουλος, Αστικός Κώδικας, Κατ’ άρθρο ερμηνεία, 1996, Άρθρο
1773, σελ. 244.
270 Αρβανιτάκης, in Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, ΙΙ, Άρθρο 807, σελ. 1584.

Πέρα από τη γενική αυτή ρύθμιση, ειδικά καθήκοντα των προξενικών αρχών ως προς διαθήκες των υπηκόων του αποστέλλοντος κράτους μπορούν να ορισθούν με ειδικότερες Συμβάσεις.
Έτσι, με τη διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 2409/1996, με τον οποίο κυρώθηκε η Συμφωνία μεταξύ της Ελλάδας και της Γεωργίας σχετικά με την άσκηση προξενικών καθηκόντων από τα προξενικά γραφεία των πρεσβειών των δύο χωρών, οι προξενικοί λειτουργοί έχουν το δικαίωμα να συντάσσουν, επικυρώνουν και αποδέχονται για ασφαλή φύλαξη τις τελευταίες βουλήσεις και διαθήκες υπηκόων του αποστέλλοντος κράτους.
Παρομοίως, με τη διάταξη του άρθρου 19 του ν.δ. 426/1974 περί κύρωσης της από 22.05.1972 Προξενικής Σύμβασης μεταξύ της Ελλάδας και της Ρουμανίας, καθ’ ο μέτρο επιτρέπουν οι νόμοι του αποδεχόμενου Κράτους, ο προξενικός λειτουργός δικαιούται να εκτελεί εντός των προξενικών χώρων, στην κατοικία πολιτών του αποστέλλοντος Κράτους, επί πλοίων ή αεροσκαφών φερόντων τη σημαία του Κράτους αυτού, να συντάσσει, επικυρώνει το γνήσιο και παραλαμβάνει προς φύλαξη διαθήκες πολιτών του αποστέλλοντος Κράτους.

ΙV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΜΕΡΟΥΣ


Ως προς τους κανόνες δικονομικού διεθνούς δικαίου, τόσο αυτούς που άπτονται ζητημάτων διεθνούς δικαιοδοσίας όσο και εκείνους που έχουν ως αντικείμενο την αναγνώριση του δεδικασμένου και την κήρυξη της εκτελεστότητας των αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων, διαπιστώνεται ότι η αρχή της ενότητας της κληρονομίας διαταράσσεται αν επιληφθούν διαφοράς σχετικής με την ίδια κληρονομία δικαστήρια περισσότερων κρατών. Προς αποτροπή του κινδύνου αυτού, ενδείκνυται η εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων ώστε να κατοχυρωθεί η ενότητα της κληρονομίας και συνακόλουθα της lex hereditatis. Προς τούτο, σε ευρωπαϊκό επίπεδο κατατέθηκε την 14.10.2009 Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και δημόσιων

εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου.
Τόσο ως προς τη διεθνή δικαιοδοσία όσο και ως προς την αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων αλλοδαπών δικαστηρίων, ο Κανονισμός 44/2001/ΕΚ, καθώς και η Σύμβαση του Λουγκάνο για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εξαιρούν ρητά από το πεδίο εφαρμογής τους τις κληρονομικές σχέσεις.
Ως προς τις διαφορές κληρονομικού δικαίου αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων θα καθορισθεί από τη συνδυασμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 3 και 30 ΚΠολΔ, οι οποίες καθιερώνουν την πλήρη αποδέσμευση της θεμελίωσης της διεθνούς δικαιοδοσίας από το δίκαιο που εφαρμόζεται στην ουσία της διαφοράς. Η διάταξη του άρθρου 3 καθιερώνει την αρχή της εδαφικότητας, ενώ η διάταξη του άρθρου 30 ΚΠολΔ θεσπίζει την αποκλειστική ειδική δωσιδικία της  κληρονομίας, καθιερώνοντας ως βάση για τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας την κατοικία και επικουρικά τη διαμονή του κληρονομουμένου. Με τη ρύθμιση αυτή επιδιώκεται η υπαγωγή των κληρονομικών διαφορών σε ένα δικαστήριο, υπαγωγή η οποία συμβαδίζει με τη ρύθμιση του άρθρου 28 ΑΚ, που υποβάλλει στο ίδιο δίκαιο το σύνολο των κληρονομικών σχέσεων. Η έρευνα της έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας γίνεται από το δικαστήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 4 ΚΠολΔ, ενώ ως προς τη σύγκρουση της αποκλειστικής δωσιδικίας της κληρονομίας με τη δωσιδικία της συνάφειας, το προβάδισμα έχει η δωσιδικία της συνάφειας. Αντίθετα, η δωσιδικία της κληρονομίας υπερισχύει της αποκλειστικής δωσιδικίας των εταιρικών διαφορών, αλλά και της αποκλειστικής δωσιδικίας του ακινήτου, ενώ αποκλείει και κάθε άλλη συντρέχουσα, όπως η δωσιδικία της περιουσίας. Τέλος, για να δίνει δεκτή παρέκταση σε βάρος της αποκλειστικής δωσιδικίας της κληρονομίας, θα πρέπει η σχετική συμφωνία να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του ελληνικού δικονομικού δικαίου.
Ως προς τις διαφορές κληρονομικού δικαίου εκούσιας δικαιοδοσίας, η θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων θα γίνει από τη

συνδυασμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 3 και 810 ΚΠολΔ, οι οποίες καθιερώνουν διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων ακόμη κι αν ο κληρονομούμενος είχε αλλοδαπή ιθαγένεια και εστερείτο κατοικίας ή διαμονής στην Ελλάδα. Επομένως, και ως προς τη χορήγηση κληρονομητηρίου υπάρχει διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων σύμφωνα με τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 3, 810 και 819 ΚΠολΔ, εφόσον υπάρχει έννομο συμφέρον για την παροχή του, το οποίο υφίσταται κυρίως όταν υπάρχουν κληρονομιαία στην Ελλάδα.
Ομοίως, και η αναγνώριση δεδικασμένου και η εκτελεστότητα αλλοδαπών αποφάσεων που ρυθμίζουν ζητήματα κληρονομικής διαδοχής ρυθμίζεται από τις διατάξεις του ΚΠολΔ. Έτσι, ως προς τις αποφάσεις αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, στη διάταξη του άρθρου 323 ΚΠολΔ προβλέπονται οι όροι που πρέπει να πληροί μία αλλοδαπή δικαστική απόφαση, προκειμένου να ισχύει και να αποτελεί δεδικασμένο στην Ελλάδα χωρίς άλλη διαδικασία, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 905 παρ. 3 ΚΠολΔ, η συνδρομή των ίδιων προϋποθέσεων απαιτείται και για την κήρυξη της εκτελεστότητας της αλλοδαπής απόφασης. Ως προς τις αποφάσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 708 ΚΠολΔ, οι προϋποθέσεις της οποίας πρέπει να πληρούνται και για να παράγει ισχύ στην Ελλάδα αλλοδαπό κληρονομητήριο.
Τέλος, η γενική διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ βρίσκει εφαρμογή και ως προς την απόδειξη του κληρονομικού, ιδίως εκ διαθήκης, κληρονομικού δικαιώματος, ενώ ως προς τις διαθήκες που έχουν συνταχθεί στην αλλοδαπή τηρούνται τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 807 επ. και 808 παρ. 2 και 6 ΚΠολΔ, καθώς και από τις διμερείς συμβάσεις που έχει υπογράψει σχετικά η Ελλάδα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ


Ι. Η διάσταση της προβληματικής


Η αυξημένη κινητικότητα των ατόμων στο εσωτερικό ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα, καθώς και η αύξηση του αριθμού των γάμων μεταξύ υπηκόων διαφορετικών κρατών, οι οποίοι συχνά συνοδεύονται από την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων ευρισκόμενων στο έδαφος διαφορετικών κρατών, καθιστούν άκρως πολύπλοκο το ζήτημα της κληρονομικής διαδοχής. Έτσι, είναι πιθανό Έλληνας, που συνέταξε διαθήκη στη Γαλλία, να αποβιώσει στον Καναδά ή αλλοδαπός να αφήσει περιουσιακά στοιχεία σε περισσότερα κράτη, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα. Στις περιπτώσεις αυτές τίθεται το ερώτημα ποιο από τα δίκαια των εμπλεκομένων κρατών, που θα μπορούσαν να αξιώσουν να εφαρμοσθούν, ρυθμίζει τις κληρονομικές σχέσεις που ανακύπτουν.
Την άρση της σύγκρουσης των παράλληλων δικαίων, την εναρμόνιση, ακριβέστερα, της λειτουργίας των περισσότερων εννόμων τάξεων, επιδιώκει ο ελληνικός αστικός κώδικας με τον κανόνα σύγκρουσης του άρθρου 28, επιλέγοντας έτσι τη lex patriae του κληρονομούμενου κατά το χρόνο του θανάτου του ως τη lex hereditatis, υιοθετώντας έτσι την αρχή της ενότητας της κληρονομίας. Από την ανάπτυξη που προηγήθηκε και την με αυτήν πραγμάτευση του σταδίου του εφαρμοστέου δικαίου και κυρίως των ειδικότερων ζητημάτων που ανακύπτουν κατ’ αυτό, αυτό που διαπιστώνει κανείς είναι η καθολική σχεδόν εφαρμογή της lex hereditatis στην πλειοψηφία των ζητημάτων αυτών.
Ωστόσο, λόγω της ιδιαιτερότητας των ιδιωτικοδιεθνολογικών ζητημάτων  που ανακύπτουν στο πεδίο του κληρονομικού διεθνούς δικαίου, ο έλληνας νομικός θα πρέπει να έχει πάντα κατά νου κατά την εφαρμογή του κανόνα σύγκρουσης του άρθρου 28 ΑΚ ότι ο όρος ‘κληρονομικές σχέσεις’ δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τεχνικός όρος του ελληνικού κληρονομικού δικαίου, ώστε να περιορίζεται στις σχέσεις, που το ελληνικό δίκαιο χαρακτηρίζει ως κληρονομικές, αλλά να θεωρείται ότι περιλαμβάνει όλα τα πραγματικά γεγονότα, που αναφέρονται στο θέμα της

διαδοχής στο περιουσιακό σύνολο ανθρώπου που απεβίωσε, ακόμη και θεσμούς κληρονομικού δικαίου άλλων εννόμων τάξεων, που το ελληνικό κληρονομικό δίκαιο και η ελληνική έννομη τάξη αγνοεί ή απορρίπτει.
Από την άλλη πλευτρά, σχεδόν στο σύνολο των ζητημάτων δικαιοδοτικής κρίσης στην εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή βρίσκουν εφαρμογή οι γενικές δικονομικές ρυθμίσεις του ΚΠολΔ, ενώ σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υπάρχει ακόμη σχετικό νομοθετικό πλαίσιο, εν αναμονή ωστόσο της Πρότασης Κανονισμού που ήδη έχει υποβληθεί. Πέραν του νομικού αυτού πλαισίου, διαπιστώνεται ότι ο σύνδεσμος της ιθαγένειας είναι ιδιαίτερα αποδυναμωμένος σε δικονομικό επίπεδο, ενώ είναι ισχυρότερη η θέση του συνδέσμου της κατοικίας, όχι όμως γενικευμένα, καθώς δεν αποκλείεται η δικονομική σύνδεση της Ελλάδας με μία διαφορά χωρίς να υπάρχει ούτε ιθαγένεια ούτε κατοικία συνδεόμενη με αυτήν. Σε κάθε περίπτωση, η θέση σε ισχύ της Πρότασης Κανονισμού σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης θα φέρει μεγάλες αλλαγές στα δικονομικά ιδιωτικοδιεθνολογικά ζητήματα της εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής, καθώς με αυτήν ανατρέπονται κατά τα ανωτέρω κρίσιμες επιλογές του έλληνα νομοθέτη.

ΙΙ. Η ευκταία πρόταση


Όπως γίνεται αντιληπτό, οι δυσκολίες, στις οποίες προσκρούουν οι πρωταγωνιστές κληρονομικής διαδοχής, και δη εκ διαθήκης, με διεθνείς  διαστάσεις, συνδέονται ως επί το πλείστον με τις διαφορές των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, των δικονομικών κανόνων και των κανόνων σύγκρουσης.
Για να απλουστευθεί το καθήκον των βασικών εμπλεκομένων σε υπόθεση διεθνούς εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής και να επιλυθούν αποτελεσματικά τα προβλήματα που ανακύπτουν, θα ήταν απαραίτητη η θέσπιση διεθνών κειμένων τόσο σε ουσιαστικό όσο και σε δικονομικό επίπεδο, στο πνεύμα της Πρότασης Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που κατατέθηκε 14.10.2009 σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και δημόσιων εγγράφων στον τομέα της

κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου. Στην προσπάθεια αυτή, θα πρέπει να εξετασθεί κατά προτεραιότητα το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, πρέπει κατά κύριο λόγο να τεθεί το ερώτημα ως προς το πεδίο εφαρμογής των κανόνων σύγκρουσης, που θα αποτελέσουν τον πυρήνα μιας νομοθετικής πρωτοβουλίας. Το ζήτημα του συνδέσμου πρέπει εξίσου να αποτελέσει το αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής. Περαιτέρω, αν ο προσδιορισμός του εφαρμοστέου δικαίου έχει ουσιαστική σημασία, το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας δεν πρέπει να παραγνωρίζεται, καθώς είναι σημαντικές οι αποκλίσεις των κρατών ως προς τις βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας. Αλλά και το ζήτημα της αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων για κληρονομικά ζητήματα συνεπάγεται εξίσου ότι πρέπει να εξετασθεί η απόκλιση των εθνικών διατάξεων, καθώς σε πολλά κράτη η παρέμβαση δικαστή είναι υποχρεωτική για την αναγνώριση σχετικών αποφάσεων, ενώ σε άλλα με τη σχετική αρμοδιότητα έχουν επιφορτισθεί διοικητικές υπηρεσίες. Κατά την εξέταση δε όλων αυτών των ζητημάτων, θα κριθεί απαραίτητη η εξέταση πολλών ιδιαίτερων κληρονομικών ζητημάτων, που εμφανίζουν μεγάλες ή μικρότερες αποκλίσεις  μεταξύ των εθνικών κληρονομικών δικαίων, όπως είναι η κληρονομική σύμβαση, η νόμιμη μοίρα ή ο θεσμός του trust. Τέλος, λόγω της αυξημένης ιδιαιτερότητας των κληρονομικών ζητημάτων, η νομοθετική παρέμβαση σε διεθνές επίπεδο θα πρέπει να στοχεύει στην εξάλειψη των διοικητικών και πρακτικών εμποδίων.
Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή, παρά το τεχνικό των ζητημάτων με τα οποία συνδέεται, είναι κρίσιμης σημασίας για τη ρύθμιση πραγματικών περιστατικών και εννόμων σχέσεων που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο όχι μόνο για τη διευθέτηση των ζητημάτων που αποτελούν, τρόπον τινά, διαδικαστικές ‘εκκρεμότητες’ λόγω της επέλευσης του θανάτου του κληρονομουμένου, αλλά και για τη ρύθμιση των ζητημάτων που για μία σειρά προσώπων πηγάζουν από το γεγονός του θανάτου του κληρονομουμένου και στην πράξη απαιτούν πολύ χρόνο και ακόμη περισσότερη υπομονή για να διευθετηθούν. Η διαφορετικότητα των νομικών συστημάτων, η δυσχέρεια κατανόησης άγνωστων θεσμών, αλλά ακόμη και η αδυναμία συντονισμού των θεμάτων από τους λειτουργούς της δικαιοσύνης από

κράτος σε κράτος, καθιστά τα ζητήματα της εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής φλέγοντα ζητήματα της καθημερινότητας του απλού πολίτη που απαιτούν μεθοδευμένη ρύθμιση με σταθμισμένη αποτελεσματικότητα.

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Αρβανιτάκης,
−    in Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, ΙΙ, Άρθρο 807


Βαθρακοκοίλης,
−    ΚΠολΔ Ερμηνευτική – νομολογιακή ανάλυση, 1994


Βασιλακάκης,
−    Δικαίωμα νόμιμης μοίρας και επιφύλαξη της δημόσιας τάξης στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, ΝοΒ 2002, 1819
−    Χορήγηση κληρονομητηρίου σχετικά με ακίνητο που ανήκε σε γάλλο κληρονομούμενο και βρίσκεται στην Ελλάδα – Διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων – Εφαρμοστέο δίκαιο στο οποίο δεν υπάρχει ο θεσμός του κληρονομητηρίου, Γνμδ, Αρμ 1997, 455
−    Η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 1994

Βρέλλης,
−    Iδιωτικό διεθνές δίκαιο, Γ’ Έκδοση, 2008
−    Η καταστρατήγησις εις το ιδιωτικός διεθνές δίκαιον, 1979


Γραμματικάκη‐Αλεξίου,
−    Προβλήματα εφαρμογής του αλλοδαπού δικαίου και ειδικότερα στη διαδικασία έκδοση κληρονομητηρίου, Αρμ 1976, 527

Chesire, North & Fawcett,
−    Private international law, 14th edition, 2008, Oxford

Hood,

−    Conflicts of laws within the UK, 2007, Oxford


Καλαβρός,
−    Δίκαιον διέπον το περιεχόμενον της κληρονομικής συμβάσεως εξ αφορμής του ν.δ. 472/1974, ΕΕΝ 1974, 871

Κεραμεύς,
−    Διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων επί διαφορών από κληρονομικό εμπίστευμα, Γνμδ, ΕλλΔνη 1995, 801

Κεραμεύς/Κρέμλης/Ταγαράς,
−    Η Σύμβαση των Βρυξελλών, Ερμηνεία κατ’ άρθρο


Κουσούλης,
−    Διεθνής δικαιοδοσία για εκδίκαση αγωγής εκτελεστή διαθήκης προς λήψη της αμοιβής του, Γνμδ, Δ 2002, 276

Κρίσπης,
−    Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο


Μαριδάκης,
−    Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, ΙΙ, 1968


Μητσόπουλος,
−    Πολιτική δικονομία, Τεύχος Α’


Μπαλής,
−    Κληρονομικό δίκαιο, 1965


Μπέης,

−    Διεθνής    δικαιοδοσίας    ελληνικών    δικαστηρίων    για    κληρονομικές διαφορές, Δ 1997, 749

Μπεντερμάχερ‐Γερούσης,
−    Το διαπροσωπικό δίκαιο στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στη Θράκη, Αρμ
1977, 633


Mayer – Heuzé,
−    Droit international privé, 7e edition, 2001


Mellows,
−    The law of succession, 1970, London



Morris,


−    Theobald on the law of wills, 9th edition, 1939, London




Νίκας,


−    Οι Συμβάσεις Βρυξελλών και Λουγκάνο για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων, 1998


Νικολόπουλος,
−    in Γεωργιάδης/Σταθόπουλος, Αστικός Κώδικας, Κατ’ άρθρο ερμηνεία, 1996, Άρθρο 1773

Νικόπουλος,
−    Περί της δωσιδικίας της κληρονομίας, Αρμ 1973, 349


Παπαντωνίου,
−    Κληρονομικό δίκαιο, Έκδοση 5η, 1989

Pamboukis,
−    L’acte public étranger en droit international privé, 1993



Parry,


−    The law of succession – Testate and intestate, 3rd edition, 1953, London



Πανταζόπουλος,
−    Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων επί κληρονομικών διαφορών, ΕλλΔνη 2002, 1337

Παρασκευόπουλος,
−    Εμπίστευμα (Trust) – Εμπιστευματούχος (Trustee) και πώλησις παρ’ αυτού ακινήτου εν Ελλάδι, ΝοΒ 1981, 425

Σοφιανόπουλος,
−    Η διαθήκη στη θεωρία, τη νομολογία και την πράξη, 2005


Σπυρόπουλος,
−    Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο


Σταματιάδης,
−    Σύντομες σκέψεις επί της προτάσεως κοινοτικού κανονισμού στον χώρο της κληρονομικής διαδοχής, ΑρχΝ 2011, 108

Στρέητ‐Βάλληνδας,
−    Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, ΙΙ



Szászy,


−    Private international law in the European People’s Democracies, Budapest, 1964



Φίλιος,
−    Κληρονομικό δίκαιο, Γενικό μέρος, 1996

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ


ΑΠ 1179/2010, ΝΟΜΟΣ ΑΠ 280/2010, ΝΟΜΟΣ
ΑΠ 103/2010, ΝΟΜΟΣ , ΕφΑΔ 2010.553 = ΧρΙΔ 2010.696
ΑΠ 2113/2009, ΝοΒ 2010.58
ΑΠ 1730/2009, ΝΟΜΟΣ
ΑΠ 1714/2009, ΕΠολΔ 2010.441 ΑΠ 1706/2009, ΧρΙΔ 2010.535 ΑΠ 1131/2009, ΧρΙΔ 2010.194
ΑΠ 1017/2009, ΧρΙΔ 2010.195 = ΕφΑΔ 2010.316
ΑΠ 825/1009, ΝΟΜΟΣ ΑΠ 415/2009, ΝΟΜΟΣ
ΑΠ 225/2009, ΕλλΔνη 2010.1011
ΑΠ 1596/2008, ΝΟΜΟΣ ΑΠ 1262/2008, ΝΟΜΟΣ ΑΠ 1110/2008, ΝΟΜΟΣ ΑΠ 695/2008, ΝΟΜΟΣ
ΑΠ 207/2008, ΧρΙΔ 2008.708
ΑΠ 150/2008, ΝΟΜΟΣ
ΑΠ 2039/1007, ΧρΙΔ 2008.711
ΑΠ 1578/2007, ΝΟΜΟΣ ΑΠ 1097/2007, ΝΟΜΟΣ
ΑΠ 1069/2007, ΧρΙΔ 2008.35
ΑΠ 346/2007, ΝΟΜΟΣ
ΑΠ 982/2006, ΝοΒ 2007.889
ΑΠ 459/2005, ΕλλΔνη 2005.1449
ΑΠ 1038/2004, ΝΟΜΟΣ ΑΠ 1262/2002, ΝΟΜΟΣ ΑΠ 369/2002, ΝΟΜΟΣ

ΑΠ 694/2000, ΕΕΝ 2001.805
ΑΠ 123/2000, ΕλλΔνη 2000.982 = ΝοΒ 230.2001 = ΕΕΝ 2001.538
ΑΠ 539/1996, ΕλλΔνη 1998.1330
ΑΠ 583/1995, ΕλλΔνη 1996.330 = ΕλλΔνη 1996.595 = ΕΕΝ 1996.508 = ΝοΒ 1997.37
ΑΠ 1897/1988, ΕλλΔνη 1989.791
ΑΠ 518/1985, ΝοΒ 1986.395
ΑΠ 666/1983, ΝοΒ 1984.78
ΑΠ 1206/1982, ΝοΒ 1983.1168 = ΕΕΝ 1983.546 = ΕΕργΔ 1983.308 ΑΠ 985/1982, ΝοΒ 1983.999 = ΕΕΝ 1983.508 = ΕΕργΔ 1983.108 ΑΠ 192/1981, ΝοΒ 1981.1393
ΑΠ 1723/1980, ΝοΒ 1981.1217


ΕφΑθ 2734/2005, ΕλλΔνη 2005.1140 ΕφΑθ 4896/2003, ΕλλΔνη 2004.498 ΕφΑθ 1609/2003, ΕλλΔνη 2004.1467 ΕφΑθ 1608/1997, ΕλληΔνη 1997.1653 ΕφΑθ 8439/1993, ΝοΒ 1994.1006 ΕφΑθ 5987/1993, ΕλλΔνη 1995.880 ΕφΑθ 9015/1991, ΕλλΔνη 1991.1631 ΕφΑθ 754/1991, Αρμ 1992.367
ΕφΑθ 6599/1990, ΕλλΔνη 1991.825
ΕφΑθ 1599/1990, ΕλλΔνη 1991.825
ΕφΑθ 8301/1989, ΕΕΝ 1990.299 = ΝοΒ 1990.1013
ΕφΑθ 172/1984, Δ 1984.495 ΕφΑθ 6678/1982, ΝοΒ 1983.1289 ΕφΑθ 7443/1976, ΝοΒ 1977.756 ΕφΑθ 3111/1971, ΝοΒ 1972.511 ΕφΑθ 7541/1985, ΝοΒ 1986.1210 ΕφΑθ 566/1969, Αρμ 1969.517 ΕφΑθ 1242/1959, ΝοΒ 1959.1175

ΕφΘεσ 2010/2003, Αρμ 2005.849 ΕφΘεσ 699/1973, Αρμ 1973.711 ΕφΘεσ 977/1969, Αρμ 1970.397
ΕφΠειρ 71/2005, ΕλλΔνη 2005.541


ΠΠρΑθ 423/2011, ΝΟΜΟΣ
ΠΠρΑθ 10499/1997, ΕλλΔνη 1999.669 = ΕΕμπΔ 1998.561
ΠΠρΑθ 9971/1997, ΕλλΔνη 1998.692 ΠΠρΑθ 9970/1997, ΕλλΔνη 1998.677 ΠΠρΘεσ 398/1983, ΝοΒ 1983.705

ΜονΠρΑθ 4839/2003, ΧρΙΔ 2003.804
ΜΠρΑθ 5730/1996, Αρμ 1997.541
ΜΠρΑθ 2726/1980, ΝοΒ 1980.1595 = ΝοΒ 1981.1422
ΜΠρΑθ 7751/1979, ΝοΒ 1981.140 ΜΠρΘεσ 15734/1994, Αρμ 1997.400 ΜΠρΘεσ 239/1988, Αρμ 1999.249 ΜΠρΘεσ 1063/1975, Αρμ 1976.482 ΜΠρΡοδ 9/2008, Δ 2008.999 ΜΠρΡοδ 806/2005, ΝΟΜΟΣ ΜΠρΡοδ 578/2004, ΝΟΜΟΣ ΜΠρΚαβ 74/1975, Αρμ 1976.605 ΜΠρΛευκ 122/1989, ΑρχΝ 1989.475
ΜΠρΣπαρτ 57/1989, ΑρχΝ 1989/599
+++++++++++++++++++++++++++++++++

Βασιλική Ε. Τσοκανά 
ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ANTIKEIMENO: ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΙΒΛΕΠΩΝ: κ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ

Σχόλια