Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017

ΑΠ Απόφαση 92 / 2017 - ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ -Σύμφωνα με το άρθρο 80 ΚΠολΔ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν. Έννομο συμφέρον,.....

ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
Απόφαση 92 / 2017    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 92/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.....

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθ’ ης η κλήση: Σ. Μ. του Β., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Διαχειριστικού Συμβουλίου, που εκπροσωπεί την ένωση συνιδιοκτητών του ... "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Λ. Ι. του Λ., κατοίκου ..., εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καπελλάκη και ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καπελλάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-2005 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 25-9-2006 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 592/2008 μη οριστική και 57/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 23-3-2012 αίτησή της, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε αρχικά η 11-1-2013, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 20-9-2013, κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 7-11-2013 κλήση του 2ου των αναιρεσιβλήτων για τη δικάσιμο της 7-3-2014, κατά την οποία αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 19-9-2014.
Εκδόθηκε η 1981/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 7-4-2015 κλήση τους επανέφεραν την υπόθεση για συζήτηση για τη δικάσιμο της 6-11-2015, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 5-2-2016, οπότε εκ νέου αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (16-9-2016). Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 28-12-2012 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Δημητρούλας Υφαντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 23-3-2012 αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013). Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει, ότι η κρινόμενη από 23-3-2012 (αρ. κατ. …/2012) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 57/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών του άρθρ. 647 παρ. 2 ΚΠολΔ,(όπως ίσχυε τότε) είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 11-1-2013, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο της 20-9-2013, κατά την οποία ματαιώθηκε. Στη συνέχεια, με την από 7-11-2013 κλήση του 2ου αναιρεσιβλήτου η υπόθεση επανήλθε για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 7-3-2014, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 19-9-2014, κατά την οποία συζητήθηκε τελικά η υπόθεση και εκδόθηκε η υπ’ αρ. 1981/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ελλείψει νόμιμης κλήτευσης της απολειπομένης αναιρεσείουσας. Ήδη, με την ένδικη από 7-4-2015 κλήση των αναιρεσιβλήτων η υπόθεση επαναφέρθηκε για να συζητηθεί στη Δικάσιμο της 6-11-2015, με αριθμό πινακίου …, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ). Εξάλλου, από την υπ’ αρ. .../30-7-2015 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά, Θ. Π., την οποία προσκομίζουν με νόμιμη επίκληση οι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει, ότι με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών (βλ. το με αρ. .../25-1-2016 ειδικό πληρεξούσιο της συμ/φου Αθηνών, Συμώνης Δημητρακοπούλου), κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 124 παρ. 1, 129 παρ. 1 ΚΠολΔ) στην αναιρεσείουσα η υπ’ αρ. 1981/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ενώ από την υπ’ αρ. .../30-7-2015 έκθεση επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή προκύπτει, ότι κοινοποιήθηκε νόμιμα στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 124 παρ. 1, 129 παρ. 1 ΚΠολΔ) η ένδικη από 7-4-2015 κλήση για τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο της 6-11-2015, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο (άρθρ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ), για τη δικάσιμο της 5-2-2016 και με αριθμό πινακίου …, συντάχθηκε δε η υπ’ αρ. ...13-11-2015 βεβαίωση αναβολής του Γραμματέα της έδρας (άρθρ. 575 εδ. β’ ΚΠολΔ), η οποία επίσης, κοινοποιήθηκε νόμιμα στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 129 παρ. 1, 130 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την υπ’ αρ. .../25-11-2015 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή. Κατά την προσδιορισθείσα όμως, μετ’ αναβολή δικάσιμο (5-2-2016) η υπόθεση αναβλήθηκε εκ νέου από το πινάκιο για τη δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (16-9-2016), με αριθμό πινακίου …, ενώ συντάχθηκε η υπ’ αρ. …8-2-2016 βεβαίωση αναβολής του Γραμματέα της έδρας. Περαιτέρω, από την υπ’ αρ. .../24-6-2016 έκθεση επίδοσης του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 7-4-2015 κλήσης των αναιρεσιβλήτων και της υπ’ αρ. …8-2-2016 βεβαίωσης αναβολής του Γραμματέα της έδρας, κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με θυροκόλληση (άρθρ. 124 παρ. 1, 128 παρ. 4,129 παρ. 2 ΚΠολΔ) στην αναιρεσείουσα, για να παραστεί στην σημερινή μετ’ αναβολή εκ του πινακίου δικάσιμο (βλ. επίσης συνημμένη στην έκθεση επίδοσης την από 24-6-2016 απόδειξη παραλαβής εγγράφου από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας του AT ... και την από 27-6-2016 βεβαίωση των ΕΛΤΑ). Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε και πάλι η και κατά τις προηγούμενες συνεδριάσεις απολειπομένη αναιρεσείουσα, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσίβλητοι. Επομένως, αφού η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, καίτοι κλητεύθηκε νόμιμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρ. 576 παρ. 2 σε συνδ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης παρά την απουσία αυτής.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β’ , 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Εξάλλου, ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ, κατά την τακτική διαδικασία και στην προκειμένη ειδική διαδικασία, κατ’ άρθρ. 652 παρ. 1, σε συνδ. 647 παρ. 2 και 17 αρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, στις 10-1-2012), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 § 1 εδ. β’ περ. β’ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον, εφόσον δεν συγχωρείται κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998, 15/2001), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων. Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης (με την προσκομιδή αποδεικτικών επιδόσεώς της ή πιστοποιητικού του αρμοδίου γραμματέως κ.λπ.) τότε η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 430/2009, ΑΠ 12/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης - καθής η πρόσθετη παρέμβαση και ήδη αναιρεσείουσας. Η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε στις 10-1-2012 και όπως ομολογεί η αναιρεσείουσα στο αναιρετήριο (βλ. σελ. 2 αυτού) κοινοποιήθηκε σ’ αυτήν στις 29-2-2012. Από την επομένη (1-3-2012) άρχισε να τρέχει η οκταήμερη προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (άρθρ. 652 παρ. 1 όπως ίσχυε τότε), η οποία έληξε στις 8-3-2012 και έκτοτε άρχισε να τρέχει η 15ήμερη προθεσμία για την άσκηση έφεσης, που συμπληρώθηκε στις 23-3-2012. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με την κατάθεσή της (άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) στις 26-3-2012, δηλαδή μετά την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης και εντός της 15ήμερης προθεσμίας για την άσκηση αναίρεσης (άρθρ. 652 παρ. 1 όπως ίσχυε τότε).
Συνεπώς, εφόσον η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 αρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 αρ. 3 ΚΠολΔ).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Ακόμα η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά, εκτός άλλων, αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου που εφάρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 150/2015). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 468/2013, ΑΠ 382/2013, ΑΠ 349/2014).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 845/2012, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1351/2011, ΑΠ 479/2009). Αντίθετα, ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονας πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 44/1990, ΑΠ 101/2005, ΑΠ 1479/2013, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 140/2010).
Επίσης, κατά το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ συγχωρείται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία που διαπιστώνεται από το δικαστήριο έστω και έμμεσα, οπότε σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται και εκ πλαγίου, με την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και άρα είναι αναιρετέα κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, όταν, χωρίς να διευκρινίζεται στην απόφαση, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη σύμβαση και επομένως ανάγκη ερμηνείας της, εν τούτοις το δικαστήριο είτε εφαρμόζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, είτε παραλείπει να τους εφαρμόσει. Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών (ΑΠ 10/2015, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 772/2014, ΑΠ 2273/2009).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 5 εδ. α’ , 7 παρ. 1, 8 και 13 του Ν. 3741/1929,"περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 54 του Εισαγωγικού νόμου αυτού, και 1117 του ΑΚ, συνάγεται ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ’ ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή απ’ όλους τους οροφοκτήτες χρήση. Μεταξύ των μερών αυτών περιλαμβάνονται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια ανελκυστήρων, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης, το ηλιακωτό δώμα. Εξάλλου, με βάση το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Ν. 3741/1929, η οποία ορίζει ότι "αδιαίρετος είναι η ιδιοκτησία και παντός άλλου πράγματος χρησιμεύοντος προς κοινήν των ιδιοκτητών χρήσιν", προσδιορίζονται τα κριτήρια υπαγωγής στην ομάδα των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, που δεν αναφέρονται ρητά στη συμφωνία ή στο νόμο. Ειδικότερα, ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών, γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929, δηλαδή με σύμφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί. Αν τούτο δεν γίνει, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτα από την ως άνω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός, που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις. Στην τελευταία περίπτωση, κριτήριο για το χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου, είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του. Δεδομένου δε, ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 επ. του Ν. 3741/ 1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή τμήματος ορόφου, αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα superficies solo cedit, που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α’ του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ’ εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 23/2000). Ειδικότερα, επί οριζοντίου ιδιοκτησίας, η κυρία είσοδος της οικοδομής, οι κλίμακες ανόδου προς το δώμα και το ηλιακό δώμα (ταράτσα), εξομοιούμενο με τη στέγη της οικοδομής, αποτελούν αντικείμενο αναγκαίας συγκυριότητας και κοινόχρηστα πράγματα για όλους τους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων, καθένας από τους οποίους δικαιούται να ποιείται απόλυτη χρήση, εκτός εάν με συμφωνία που τον δεσμεύει, αποκλείστηκε από το δικαίωμα αυτό, το οποίο διαφυλάχθηκε για μερικούς μόνο από τους ιδιοκτήτες. Επιτρέπεται δε, κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα με την ενδοτικής φύσεως διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 3741/1929, με ειδική μεταξύ των συνιδιοκτητών του εδάφους συμφωνία, που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών, το δικαίωμα να παραχωρηθεί αποκλειστικώς σε κάποιους από τους συνιδιοκτήτες ή και σε έναν από αυτούς η χρήση σε κάποιο από αυτά τα κοινά μέρη, οπότε η χρήση του δεν ανήκει σε όλους από κοινού τους συνιδιοκτήτες του εδάφους (ΑΠ.Ολ. 5/1991, 7/1992, ΑΠ 892/2015, ΑΠ 1250/2011, πρβλ. επίσης ΑΠ 1713/1991).
Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι κάθε συνιδιοκτήτης δικαιούται να προβαίνει σε απόλυτη χρήση των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, να ενεργεί επισκευές και ανανεώσεις αυτών, καθώς και μεταβολές και προσθήκες, με τον όρο ότι δεν παραβλάπτει τα δικαιώματα των άλλων ιδιοκτητών και δεν μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό αυτών ή δεν δημιουργούνται κίνδυνοι για τη στατική της οικοδομής ή των διαμερισμάτων της, δεν παρεμποδίζεται η σύγχρηση εκ μέρους των λοιπών οροφοκτητών, δεν επέρχονται μεταβολές στην αισθητική του κτιρίου και δεν θίγεται η ασφάλειά του. Η διαφορετική συμμετοχή των συνιδιοκτητών στη χρήση κοινοχρήστου μέρους της οικοδομής ή ο αποκλεισμός του κοινοχρήστου χαρακτήρα του και η περιέλευση αυτού αποκλειστικά σε ένα ή περισσότερους ιδιοκτήτες είναι δυνατή λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 3741/1929, αλλά προϋποθέτει, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 αυτού, συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί. ‘ Ετσι, και το υπόγειο και το ημιυπόγειο που είναι μέρη του εδάφους είναι ως τέτοια αυτοδικαίως αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας, εκτός εάν στην συστατική πράξη της οροφοκτησίας αυτά καθορίστηκαν ως αντικείμενα αποκλειστικής κυριότητας δηλαδή ως όροφος ή διαμέρισμα ή ως διαιρεμένοι αυτοτελείς βοηθητικοί χώροι υπαγόμενοι σε ορόφους ή διαμερίσματα (ΑΠ 1501/2011 ΑΠ 1658/2007, ΑΠ 185/2003). Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι μπορεί να περιληφθεί στον κανονισμό συμφωνία, με την οποία ένας ή και περισσότεροι από τους συνιδιοκτήτες θα έχουν το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης σε κοινόκτητο και κοινόχρηστο τμήμα της οικοδομής αλλά για τον προορισμό που το τμήμα αυτό από τη φύση του έχει και προκύπτει από τις λειτουργικές χρησιμότητες του οικοδομήματος που ορίζονται από τον κανονισμό, την τοποθεσία του ακινήτου και τις τακτικές συνήθειες της περιοχής. Αν και πότε θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή υπάρχει μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών με τη χρήση τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες, κρίνεται, κατά περίπτωση, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και στο πλαίσιο του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής λειτουργίας της σχέσεως της οροφοκτησίας. Ειδικότερα, βλαπτική για τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών είναι η χρήση που εμποδίζει ή δυσχεραίνει υπερμέτρως αυτούς στη χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους ή και στη σύγχρηση των κοινών μερών, ενώ μεταβολή του συνήθους προορισμού προκαλείται όταν η συγκεκριμένη χρήση αλλοιώνει τον προορισμό των κοινών μερών, που ορίζεται με δικαιοπρακτική ρύθμιση ή, σε περίπτωση ελλείψεώς της, προκύπτει από τη φύση των πραγμάτων και τον σκοπό που αυτά υπηρετούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας στη λειτουργία της οροφοκτησίας, καθώς και από τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. Κάθε συνιδιοκτήτης, εφόσον από τις ενέργειες άλλου συνιδιοκτήτη παραβλάπτεται στη χρήση των κοινών πραγμάτων και μειώνεται η ασφάλεια της οικοδομής, έχει το δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (ΑΠ 357/2006 και 1830/2005). Περαιτέρω στο πλαίσιο των πιο πάνω αρχών εφαρμογής των αντίστοιχων διατάξεων του ν. 3741/1929 εφαρμόζονται συμπληρωματικά και οι διατάξεις του ΓΟΚ, στην προκειμένη δε περίπτωση των άρθρων 2 παρ. 22 και 8 παρ. 2 του ΓΟΚ/2000, με τις οποίες ορίζεται ότι κοινής χρήσεως χώροι του κτιρίου και του οικοπέδου είναι οι χώροι που προορίζονται για χρήση από όλους τους ενοίκους του κτιρίου και ότι ο υποχρεωτικός ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου πρέπει να είναι προσπελάσιμος από τους χώρους κοινής χρήσης του κτιρίου. Ειδικότερα, η εφαρμογή της πρώτης από τις πιο πάνω ρυθμίσεις προϋποθέτει στο πλαίσιο εφαρμογής και των διατάξεων του ν. 3741/1929 ότι οι συγκεκριμένοι χώροι του οικοπέδου έχουν χαρακτηρισθεί ως κοινόχρηστοι με τον υπάρχοντα κανονισμό, και εφ’ όσον δεν υπάρχει κανονισμός ή κοινοχρησία προκύπτει από τη φύση του πράγματος και το σκοπό που αυτό υπηρετεί στη λειτουργία της οροφοκτησίας (ΑΠ 38/2015, ΑΠ 639/2010).
Με τον 1° λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι παραβιάστηκαν ευθέως οι ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929 και των άρθρ. 1002, 1117 ΑΚ, καθώς επίσης οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, διότι ως προς τις τελευταίες διατάξεις, ενώ το Δικαστήριο διαπίστωσε αμφιβολία σχετικά με τους όρους του Κανονισμού του ... και έπρεπε να γίνει ερμηνεία αυτών με τις ανωτέρω διατάξεις, εντούτοις δεν εκθέτει τα κενά και τα αμφίβολα σημεία.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η ενάγουσα ένωση συνιδιοκτητών του ... "...", που βρίσκεται στην ..., μεταξύ των οδών ..., συστήθηκε νόμιμα με την υπ’ αριθμόν .../1977 σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμό συγκροτήματος κτιρίων του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Περράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου, στον τόμο … και με αριθμ…., όπως η πράξη αυτή τροποποιήθηκε με τις υπ’ αριθμούς .../78 πράξεις του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Περράκη, νομίμως και αυτών μεταγραμμένων στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αμαρουσίου, στους τόμους και αριθμούς, αντίστοιχα, ... αλλά και με την υπ’ αριθμ. ...1983 πράξη επανάληψης πράξης τροποποίησης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, νομίμως και αυτής μεταγεγραμμένης στα ως άνω βιβλία μεταγραφών, υπήχθη, δε, στις διατάξεις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ. Η εναγόμενη - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση, με βάση το με αριθμ. .../31-3-1988 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … και με αριθμ…., κατέστη κυρία, νομέας και κάτοχος των υπό στοιχεία ... οριζόντιων ιδιοκτησιών (βοηθητικών κτισμάτων), που βρίσκονται στον πλάγιο ακάλυπτο χώρο του περιγραφόμενου στο ως άνω συμβόλαιο οικοπέδου και συγκεκριμένα, 1) του υπ’ αριθμ. ... βοηθητικού χώρου, που εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο από Δεκεμβρίου 1976 σχεδιάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Λ. Κ., που είναι συνημμένο στην ως άνω, υπ’ αριθμ. .../1978 πράξη τροποποίησης της ως άνω συστατικής πράξης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Περράκη. Ο βοηθητικός αυτός χώρος έχει επιφάνεια 10 τετραγωνικά μέτρα, όγκο ιδιόκτητο 25 κυβικά μέτρα, ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 3,40%o, συμμετέχει στις κοινόχρηστες δαπάνες πλην ανελκυστήρα και θέρμανσης με 1%ο και έχει ψήφους 3%ο όπως προκύπτει από τον από 10 Ιουνίου 1976 πίνακα κατανομής ποσοστών του Πολιτικού Μηχανικού Σ. Μ.. 2) Του υπ’ αριθ. ... βοηθητικού χώρου, που έχει επιφάνεια 10 τετραγωνικά μέτρα, όγκο ιδιόκτητο 25 κυβικά μέτρα, ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 3,40%ο, συμμετέχει στις κοινόχρηστες δαπάνες πλην ανελκυστήρα και θέρμανσης με 1%ο και έχει ψήφους 3%ο, όπως προκύπτει από τον ως άνω πίνακα κατανομής ποσοστών του Πολιτικού Μηχανικού Σ. Μ.. 3) Του υπ’ αριθ. ... βοηθητικού χώρου, που έχει επιφάνεια 11,50 τετραγωνικά μέτρα, όγκο ιδιόκτητο 29 κυβικά μέτρα, ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 3,70%ο, συμμετέχει στις κοινόχρηστες δαπάνες πλην ανελκυστήρα και θέρμανσης με 1%ο και έχει ψήφους 5%ο, όπως προκύπτει από τον από 10 Ιουνίου 1976 πίνακα κατανομής ποσοστών του Πολιτικού Μηχανικού Σ. Μ.. 4) Της … αποθήκης υπογείου, επιφανείας 5 τ.μ. που ανήκει, ως αναπόσπαστο τμήμα, στον υπό στοιχεία ... βοηθητικό χώρο. Έτσι, σύμφωνα με το συμβόλαιο αγοράς η εναγόμενη - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση απόκτησε συνολικό χώρο ισογείου επιφανείας (10+10+11,50=) τριάντα ενός τετραγωνικών μέτρων και πενήντα εκατοστών του μέτρου (31,50 τ.μ.). Τα ανωτέρω βοηθητικά κτίσματα του ακάλυπτου και η αποθήκη του πρώτου υπογείου αποτελούν, σύμφωνα με το ως άνω συμβόλαιο και δυνάμει των ως άνω .../77 πράξης του Συμβ/φου Αθηνών, Γεωργίου Περράκη, όπως η πράξη αυτή κατά τα παραπάνω τροποποιήθηκε με τις υπ’ αριθμ. ..., .../78, .../78 πράξεις του ίδιου Συμβ/φου, καθώς και της υπ’ αριθμ. .../1983 πράξης επανάληψης πράξης τροποποίησης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, που αφορά στην προπεριγραφείσα αποθήκη, αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, σύμφωνα με το Ν. 3741/1929 και τα άρθρα 1002 και 1117 του ΑΚ. Με την ίδια συμβολαιογραφική πράξη, η εναγόμενη - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση προσχώρησε στον κανονισμό του συγκροτήματος. Κατά μήνα Μάρτιο του έτους 2004, σε συνεργασία με τον Χ. Τ., η εναγόμενη - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση υπέβαλε αίτηση στην αρμόδια Διεύθυνση Πολεοδομίας ..., επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. πρωτοκόλλου ... αρχική από 8 Μαρτίου 2004 και συμπληρωματική από 12 Μαρτίου 2004 άδεια "περί εκτελέσεως μικρής κλίμακας εργασιών" και "διενεργείας επισκευών" εντός των πιο πάνω βοηθητικών κτισμάτων. Η άδεια αυτή χορηγήθηκε υπό το ρητό όρο της συμμορφώσεως με την υπ’ αριθ. ...1976 οικοδομική άδεια (αρχική οικοδομική άδεια του ...) και τα σχεδιαγράμματα που συνοδεύουν αυτήν. Αντί να συμμορφωθεί όμως με την αρχική άδεια και τα προβλεπόμενα σε αυτήν και αντί να προχωρήσει σε μικρής έκτασης επισκευές, η εναγόμενη - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση, από τις 8 Μαρτίου 2004 κάλυψε ολόκληρη την πρόσοψη των τριών βοηθητικών χώρων με σκαλωσιά καλυμμένη από χαρτόνια και πλαστικό και προέβη στις εξής ενέργειες: 1) Κατεδάφισε τους ενδιάμεσους τοίχους, μετατρέποντας τους τρεις ξεχωριστούς βοηθητικούς χώρους σε ένα ενιαίο χώρο, στην πράξη της, δε, αυτή προέβη, χωρίς να έχουν μελετηθεί οι επιπτώσεις της κατεδάφισης ενδιάμεσων τοίχων στη στατική επάρκεια του κτιρίου. 2) Κατεδάφισε τις προσόψεις των βοηθητικών χώρων και τοποθέτησε γυάλινες προθήκες (βιτρίνες) έξω από το περίγραμμα των χώρων αυτών. Η επέκταση αυτή με υαλοπίνακες βρίσκεται στον μεταξύ των οδών ... κοινόχρηστο χώρο και κοινόχρηστο κήπο του .... Με τις κατασκευές αυτές η εναγόμενη - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση δημιούργησε κτίσμα συνολικού εμβαδού 41,75 τ.μ., το οποίο, κατά το εμβαδόν των 10,25 τ.μ., καταλαμβάνει τμήμα του κοινόχρηστου και κοινόκτητου διαδρόμου και κήπου. Παράλληλα, η εναγόμενη - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση κατέλαβε τμήματα του κοινόχρηστου χώρου πάνω από την κοινόχρηστη ράμπα που οδηγεί στον υπόγειο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων του ... ..., περιορίζοντας, έτσι, κατά μήκος τον κοινόχρηστο κήπο και κατά μήκος και κατά πλάτος τον κοινόχρηστο χώρο προσπελάσεως και κατ’ επέκταση τη δυνατότητα χρήσεως αυτών, καθώς και την θέα των επ’ αυτού κειμένων λοιπών βοηθητικών κτισμάτων και καταστημάτων (βλ. προσκομιζόμενες απ’ την ενάγουσα συνιδιοκτησία φωτογραφίες των αυθαίρετων κατασκευών της εναγόμενης - προσθέτως παρεμβαίνουσας). Τέλος, στο σύνολο του χώρου, που με τον παραπάνω τρόπο δημιούργησε, άλλαξε τη χρήση και από βοηθητικό χώρο τον μετέτρεψε σε εμπορικό κατάστημα, το οποίο εκμίσθωσε στην εταιρεία "... Ο.Ε.", στην οποία μετέχει η ίδια ως ομόρρυθμος εταίρος. Κατά τη διάρκεια των πιο πάνω εργασιών, υπήρξαν επανειλημμένες καταγγελίες προς την αρμόδια Διεύθυνση Πολεοδομίας ..., εκ μέρους του προσθέτως παρεμβαίνοντος, συνιδιοκτήτη διηρημένης ιδιοκτησίας του ως άνω ... και συγκεκριμένα, ως αποκλειστικού κυρίου, νομέα και κατόχου του υπ’ αριθμ. … καταστήματος του ισογείου του κυρίως κτιρίου του ως άνω ..., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων, 8/οο και ψήφους στη διοίκηση του συγκροτήματος 8/οο (βλ. προσκομιζόμενο απ’ τον προσθέτως παρεμβαίνοντα με αριθμ. .../9-2-1984 νομίμως μεταγεγραμμένο, αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γερασίμου Παπαθεοδώρου). Κατόπιν των καταγγελιών αυτών, την 1η Απριλίου 2004 οι τεχνικοί υπάλληλοι της Πολεοδομίας Γ. Κ. και Μ. Ά. Κ. προέβησαν σε επιτόπια αυτοψία στους χώρους αυτούς και συνέταξαν την υπ’ αριθ. ... 2004 Έκθεση Αυτοψίας Αυθαιρέτου. Διαπιστώθηκε ότι η εναγόμενη - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση και ο συνεργάτης της, Χ. Τ. είχαν αυθαίρετα επεκτείνει κτίσμα, κατά εμβαδόν 10,55 τ.μ. καθ’ υπέρβαση της υπ’ αριθ. ...76 οικοδομικής αδείας και της υπ’ αριθ. .../12-3-2004 έγκρισης εργασιών μικρής κλίμακας και ότι η επέκταση έγινε με τζαμαρία και δοκό από γυψοσανίδα διατομής περίπου 0,60 μ. Χ 0,60 μ. Η αυτοψία διαπίστωσε επίσης αυθαίρετη αλλαγή χρήσης του κτίσματος (μετά την επέκταση αυτού) από χώρο βοηθητικής χρήσης, όπως χαρακτηρίζεται στην ...1976 οικοδομική άδεια, σε χώρο κύριας χρήσης εμπορικού καταστήματος, συνολικής επιφάνειας 41,75 τ.μ. Κατά της αυτοψίας οι ενδιαφερόμενοι άσκησαν εμπρόθεσμα την υπ’ αριθ. .../13 Μαΐου 2004 ένσταση, επί της οποίας η Τριμελής Επιτροπή Κρίσεως Αυθαιρέτων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας ..., με την υπ’ αριθ. 3/15-6-2004 απόφασή της, επέβαλε πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης, καθώς και την κατεδάφιση του αυθαίρετου κτίσματος. Η απόφαση αυτή συμπληρώθηκε με την υπ’ αριθ. 3/9-11-2004 συμπληρωματική απόφαση της ιδίας Τριμελούς Επιτροπής, με την οποία επιβλήθηκε η σφράγιση της αυθαίρετης χρήσης, που λειτουργεί στην αυθαίρετη επέκταση (εμβαδού 10,55 τ.μ.) και στο υπάρχον νόμιμο κτίσμα (εμβαδού 41,75 τ.μ.) το οποίο ανεγέρθηκε βάσει της υπ’ αριθ. ...1976 οικοδομικής αδείας, καθώς μεταβλήθηκε το νόμιμο περίγραμμά του. Κατόπιν αυτών βεβαιώθηκε, από τα αρμόδια όργανα της Διεύθυνσης Πολεοδομίας ..., η από πολεοδομικής άποψης παράνομη συμπεριφορά της εναγόμενης - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση. Ανεξάρτητα, ωστόσο, από τις διοικητικές κυρώσεις, που επιβλήθηκαν σε βάρος των διηρημένων ιδιοκτησιών της, η αυθαίρετη συνένωση των ως άνω τριών αυτοτελών και διηρημένων ιδιοκτησιών του ισογείου της εναγόμενης - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση, με την κατεδάφιση των μεσότοιχων και η επέκταση των εν λόγω ιδιοκτησιών σε κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο του ..., αντίκειται σε απαγορευτικούς όρους του ισχύοντος κανονισμού της συνιδιοκτησίας, στον οποίο προσχώρησε η εναγόμενη - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση, αποδεχόμενη τους όρους του, κατά την αγορά των διηρημένων ιδιοκτησιών της. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον ως άνω Κανονισμό "Κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι και αδιαίρετα πράγματα...εισίν...το οικόπεδον εφ’ ου ανεγείρεται το όλον συγκρότημα..., ανήκον εις έκαστον των συνιδιοκτητών των κατ’ ιδίαν διηρημένων οριζοντίων ιδιοκτησιών του υπό ανέγερσιν συγκροτήματος κατά το ποσοστόν εξ αδιαιρέτου το αναφερόμενον... κατά την περιγραφή μιας εκάστης των οριζοντίων ιδιοκτησιών... ως και πας έτερος χώρος, κατασκεύασμα, εξάρτημα και εν γένει αντικείμενον θεωρούμενον κατά νόμον ως κοινόχρηστον ή κοινόκτητον ή χρησιμεύον εις κοινήν εξυπηρέτησιν απάντων των κτιρίων... Περαιτέρω και δοθέντος ότι το όλον συγκρότημα θα απαρτίζεται εκ τριών κτιρίων, ήτοι του κεντρικού τοιούτου, του πολυγωνικού περιπτέρου και του κτιρίου του πρατηρίου, κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι δι’ έκαστον των κτιρίων τούτων, ανήκοντες εις τους ιδιοκτήτας εκάστου εξ αυτών, έναν ή πλείονες, είναι... η κεντρική είσοδος... Εις τα ανωτέρω κοινόκτητα και κοινόχρηστα και εις παν τμήμα όπερ έχει άμεσον ή έμμεσον σχέσιν με την όλη εμφάνισιν του κτιριακού συγκροτήματος, ουδεμία μετατροπή, αφαίρεσις ή προσθήκη επιτρέπεται άνευ της εγκρίσεως της Γενικής Συνελεύσεως διδομένης δια πλειοψηφίας εκπροσωπούσης τα τρία τέταρτα (3/4) του συνόλου των ψήφων...". Επίσης, με τον ίδιο κανονισμό ορίζεται ότι "...Άρθρον 6:α) Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται εις ιδιοκτήτας συνεχόμενων ιδιοκτησιών του αυτού ορόφου η δια κοινής μεταξύ των συμφωνίας κατασκευή ανοίγματος εις τον διαχωρίζοντα αυτάς εσωτερικόν μεσότοιχον ώστε να καθίσταται δυνατή η μεταξύ των επικοινωνία. β) Απαγορεύεται απολύτως εις τους κατ’ ιδίαν ιδιοκτήτας πάσα οιαδήποτε μεταβολή, μεταρρύθμισις, επισκευή ή οιασδήποτε φύσεως ενέργεια επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων, οίον επί... των εσωτερικών μεσοτοιχιών μεταξύ των διαφόρων ιδιοκτησιών και λοιπά... Μεταβολάς εις το εσωτερικόν των ιδιοκτησιών των και επισκευάς δικαιούνται να ενεργούν οι ιδιοκτήται αυτών, τηρούντες τους υπό των ισχυουσών διατάξεων επιβαλλόμενους όρους, εφ’ όσον δι’ αυτών δεν θίγονται, ουδέ επηρεάζονται η ασφάλεια, η ουσία και η εμφάνισις εν γένει των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων και των κατ’ ιδίων ιδιοκτησιών... Πάσα ενέργεια ιδιοκτήτου κατά παράβασιν του παρόντος εκτός των λοιπών πάσης φύσεως εννόμων συνεπειών και κυρώσεων (αποζημιώσεις) και ανεξαρτήτως αν επάγεται βλάβην εις τα συμφέροντα των λοιπών ιδιοκτητών γεννά υπέρ της συνιδιοκτησίας εκπροσωπούμενης υπό του διαχειριστή το δικαίωμα της αμέσου παρακωλύσεως και ματαιώσεως πάσης αντιθέτου προς τον κανονισμό ενεργείας δια παντός νομίμου μέσου και δια της λήψεως προσωρινών μέτρων...". Από τους παραπάνω όρους του κανονισμού και ερμηνευομένων των διατάξεων αυτού, σε περίπτωση αμφιβολίας, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά τους ορισμούς των γενικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προκύπτει ότι απαγορεύεται η συνένωση των ως άνω τριών αυτοτελών και διηρημένων ιδιοκτησιών του ισογείου της εναγόμενης - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση, σε ενιαίο χώρο, με την κατεδάφιση των ενδιάμεσων μεσότοιχων των εν λόγω ιδιοκτησιών, επιτρεπομένης μόνον, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επικοινωνία των εν λόγω ιδιοκτησιών, σύμφωνα με τον προεκτεθέντα, ρητό όρο του κανονισμού, της κατασκευής ανοίγματος στον καθέναν, από τους διαχωρίζοντες τις ιδιοκτησίες αυτές, εσωτερικούς μεσότοιχους, αποσκοπουμένων των σχετικών περί απαγόρευσης μεταβολής ή οποιασδήποτε επέμβασης στους μεσότοιχους των διηρημένων ιδιοκτησιών, διατάξεων στην απαγόρευση οποιασδήποτε επέμβασης σε τοίχο, που δεν θα είναι μεσότοιχος αλλά πρωτότοιχος, ο οποίος από τη φύση του αποτελεί το σκελετό της οικοδομής. Αναφορικά με την κατά 10,25 τ.μ. κατάληψη του κοινόκτητου και κοινόχρηστου χώρου του ..., με την αντίστοιχη, κατά τα μέτρα αυτά, επέκταση των ως άνω διηρημένων ιδιοκτησιών της εναγόμενης - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση, είναι και αυτή παράνομη, ως αντικείμενη σε ρητή απαγορευτική διάταξη του κανονισμού, σύμφωνα με τον οποίο στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη και σε κάθε τμήμα, που έχει άμεση ή έμμεση σχέση με την όλη εμφάνιση του κτιριακού συγκροτήματος ουδεμία μετατροπή, αφαίρεση ή προσθήκη επιτρέπεται χωρίς την έγκριση της Γενικής Συνέλευσης, με την προβλεπόμενη από τον κανονισμό πλειοψηφία, έγκριση, η οποία ουδόλως αποδεικνύεται ότι χορηγήθηκε από τη Συνέλευση της συνιδιοκτησίας, στην εναγόμενη - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση, επιπλέον, δε, ενόψει του ότι με την κατεδάφιση των προσόψεων των ως άνω διηρημένων ιδιοκτησιών της εναγόμενης - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση και την τοποθέτηση γυάλινων προθηκών (βιτρινών) και τη δημιουργία κτίσματος εμβαδού 10,25 τ.μ. έξω από το περίγραμμα αυτών, επήλθαν μεταβολές, που θίγουν την εμφάνιση τόσο των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, όσο και των ως άνω διηρημένων ιδιοκτησιών, κατά παράβαση της κατά τα παραπάνω, σχετικής απαγορευτικής διάταξης του κανονισμού. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας και του προσθέτως παρεμβαίνοντος περί παράνομης αλλαγής της χρήσης των ως άνω διηρημένων ιδιοκτησιών από βοηθητικούς χώρους σε εμπορικά καταστήματα, δεν αποδεικνύεται ως κατ’ ουσίαν βάσιμος, καθώς από καμμία διάταξη του κανονισμού δεν απαγορεύεται η σχετική αλλαγή της χρήσης, αντίθετα, μάλιστα, σύμφωνα με ρητό όρο του κανονισμού οι κατ’ ιδίαν οριζόντιες ιδιοκτησίες προορίζονται για καταστήματα ή γραφεία, η ένδικη, δε, περίπτωση αλλαγής χρήσης των ως άνω αυτοτελών και ανεξάρτητων ιδιοκτησιών του ισογείου δεν εμπίπτει στις προβλεπόμενες απ’ τον κανονισμό εξαιρέσεις για την χρήση του δεύτερου και του πρώτου υπογείου και της οριζόντιας ιδιοκτησίας του δώματος, ούτε στην προβλεπόμενη απαγόρευση κάθε χρήσης που επιφέρει ενόχληση στην χρήση των οριζοντίων ιδιοκτησιών και ειδικότερα, της απαγόρευσης κάθε χρήσης που μπορεί να επιφέρει ενόχληση στην χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών, καθώς και της απαγόρευσης συγκεκριμένων και αναφερόμενων στον κανονισμό χρήσεων, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η χρήση των ως άνω διηρημένων ιδιοκτησιών της εναγόμενης - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση, ως εμπορικού καταστήματος πώλησης γυναικείων ενδυμάτων, ούτε σε κάθε περίπτωση προκύπτει ότι από τη συγκεκριμένη αλλαγή της χρήσης των διηρημένων της ιδιοκτησιών παραβλάπτεται ο προσθέτως παρεμβαίνων στη χρήση του δικού του καταστήματος του ισογείου, με ..., που βρίσκεται απέναντι απ’ τις εν λόγω ιδιοκτησίες, η ακριβής χρήση του οποίου, σε κάθε περίπτωση και δεν αποδεικνύεται. Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι εξαιτίας της, με τις προεκτεθείσες ενέργειες και κατασκευές της εναγόμενης - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση, κατάληψης του κοινόχρηστου και κοινόκτητου χώρου του ..., ο κοινόχρηστος διάδρομος, που περνά μπροστά από το κατάστημα της εναγόμενης - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση και από το ευρισκόμενο απέναντί του, κατάστημα του προσθέτως παρεμβαίνοντος, έχει καταστεί στενότερος, με αποτέλεσμα να μειώνεται η αξία του καταστήματος του τελευταίου και να παρεμποδίζεται και η εκ μέρους του ελεύθερη σύγχρηση του εν λόγω κοινόχρηστου χώρου σε όλο του το μήκος και πλάτος...". Το Μονομελές Πρωτοδικείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις την αγωγή που είχε ασκήσει το πρώτο αναιρεσίβλητο διαχειριστικό Συμβούλιο και την πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του πρώτου που άσκησε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος συνιδιοκτήτης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1002, και 1117 του Α.Κ., 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για τις αυθαίρετες και αντίθετες με τον κανονισμό της συνιδιοκτησίας κατασκευές που επεχείρησε η αναιρεσείουσα στον κοινόκτητο χώρο της συνιδιοκτησίας πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών των αυθαίρετων κατασκευών κτίσματος από το οποίο προέκυψε κατάληψη κοινόκτητου και κοινόχρηστου χώρου και δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής. Τονίζεται στο σημείο αυτό, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται ότι με το άρθρο 6 περ. α και β του Κανονισμού του συγκροτήματος του ... επιτρέπεται στους ιδιοκτήτες των συνεχομένων ιδιοκτησιών, κατ’ εξαίρεση η κατασκευή ανοίγματος στο διαχωριστικό εσωτερικό μεσότοιχο για να καθίσταται δυνατή η επικοινωνία και ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε μεταβολή στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα και στους εσωτερικούς μεσότοιχους μεταξύ των διαφόρων ιδιοκτησιών. Η προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σελ. 8β αυτής) χαρακτηρίζει τους ανωτέρω όρους «ρητούς». Η διατύπωση της προσβαλλόμενης ότι οι πιο πάνω όροι ερμηνεύονται σε περίπτωση αμφιβολίας, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είναι πλεοναστική, άλλως ρητορική, καθόσον δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο διαπίστωσε κάποια αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο των ανωτέρω όρων του Κανονισμού, ούτε προσέφυγε, έστω και έμμεσα, σε άλλα στοιχεία για τον σχηματισμό της κρίσης του.
Συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να ερμηνεύσει τους όρους του Κανονισμού και να προσφύγει στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών κατά τις διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες συνακόλουθα δεν παραβίασε. Περαιτέρω, οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας στον 1° αναιρετικό λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει α) από ποια διάταξη προβλέπεται ότι αυτή όφειλε να ελέγξει την στατική επάρκεια του κτιρίου, β) ότι δεν νοείται κατάληψη κοινοχρήστου χώρου, διότι η ιδιοκτησία της κτίστηκε σε κοινόχρηστο χώρο, γ) ότι η ενοποίηση των τριών ιδιοκτησιών της δεν αντιβαίνει στον Κανονισμό, που απαγορεύει μεταβολή σε πρωτότοιχους, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, καθόσον το Δικαστήριο με τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις ουσιαστικές διατάξεις του Ν. 3741/1929 που προαναφέρθηκαν και των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ σε συνδ. με τους όρους του Κανονισμού. Επίσης, η αιτίαση ότι οι διαχωριστικοί τοίχοι είναι τοίχοι πληρώσεως κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, που συνάγονται από την πολεοδομική πρακτική και δεν επηρεάζουν την στατική ασφάλεια του οικοδομήματος είναι πρωτίστως αόριστη, διότι δεν εξειδικεύονται τα διδάγματα της κοινής πείρας, ούτε ο ουσιαστικός κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε (ΑΠ 1488/2010), άλλως είναι ουσιαστικά αβάσιμη, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση με ορθές παραδοχές δέχτηκε, ότι ο Κανονισμός του ... επιτρέπει στους μεσότοιχους με ρητό όρο μόνο την κατασκευή ανοίγματος και όχι την πλήρη καθαίρεση και ότι η απαγόρευση αυτή αποσκοπεί να δηλώσει, υπό την έννοια της επισήμανσης, κατ’ αντιδιαστολή, ότι είναι πλήρης η απαγόρευση οποιασδήποτε μεταβολής σε πρωτότοιχους. Κατόπιν αυτών ο 1ος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρ. 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929, 1002, σε συνδ. 1117 και άρθρρ. 173 και 200 ΑΚ) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Με τον 2° λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η απόφαση έχει ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αυθαίρετης κατάληψης κοινοχρήστων χώρων και της καθαίρεσης μεσοτοίχων με συνέπεια να μην καλύπτεται το πραγματικό των εφαρμοστέων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε και εκ πλαγίου. Από τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις το πραγματικό των εφαρμοστέων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας α) ότι η προσβαλλόμενη έχει ανεπαρκή αιτιολογία διότι, αν και δέχεται ότι έγινε αυθαίρετη κατάληψη 10,25 Μ2 με την τοποθέτηση βιτρίνας στον κοινόχρηστο χώρο, δεν εκθέτει αν τούτο απαγορεύεται από τον Κανονισμό, εφόσον η ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας ήταν κτισμένη σε κοινόκτητο ακάλυπτο χώρο, ότι δεν διευκρινίζει κατά πόσο έγινε στενότερος ο κοινόχρηστος διάδρομος, ούτε αν παρεμποδίζεται ο προσθέτως παρεμβαίνων και οι λοιποί συνιδιοκτήτες στην σύγχρηση, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον με σαφή και πλήρη αιτιολογία το Δικαστήριο δέχεται, ότι η κατάληψη του κοινόχρηστου χώρου 10,25 Μ2 από την αναιρεσείουσα ήταν ενάντια στον Κανονισμό, διότι η έκταση αυτή αφαιρέθηκε αυθαίρετα από την κοινή χρήση των λοιπών συνιδιοκτητών και ότι ειδικότερα δυσχέρανε την πρόσβαση του προσθέτως παρεμβάντος στο κατάστημά του, του οποίου η αξία μειώθηκε, ενώ δεν χρειαζόταν η παράθεση και άλλων αιτιολογιών από το Δικαστήριο για να στηρίξει το πόρισμά του και ειδικότερα, το εμβαδόν του διαδρόμου ή οι διαστάσεις του καταληφθέντος τμήματος των 10,25 μέτρων ή οι διαστάσεις του κοινόχρηστου χώρου, διότι αρκούσε η αιτιολογία ότι παρεμποδίστηκε η κοινή χρήση. Επίσης, η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει και αντιφατικές αιτιολογίες διότι β) αν και δέχεται ότι απαγορεύεται η καθαίρεση μεσοτοίχων διαφόρων ιδιοκτησιών, εντούτοις δέχεται ότι απαγορεύεται επέμβαση σε πρωτότοιχο, χωρίς να εκθέτει τα κενά και αμφίβολα σημεία του Κανονισμού, είναι επίσης ουσιαστικά αβάσιμες, διότι πέραν των όσων έχουν ήδη εκτεθεί στον 1° αναιρετικό λόγο η προσβαλλόμενη απόφαση με πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία δέχθηκε, ότι η καθαίρεση των μεσοτοίχων αντιβαίνει σε ρητούς όρους του Κανονισμού, που μόνον ανοίγματα σ’ αυτούς επιτρέπει για να είναι εφικτή η επικοινωνία σε συνεχόμενες αυτοτελείς ιδιοκτησίες. Επομένως ο 2ος αναιρετικός λόγος εκ του αριθμού 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 80 ΚΠολΔ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν. Έννομο συμφέρον, κατά την έννοια του άνω άρθρου, δυνάμενο να στηρίξει πρόσθετη παρέμβαση υπάρχει, όταν η έκβαση της δίκης μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς τις έννομες σχέσεις του τρίτου, όπως όταν η απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί θα αποτελέσει δεδικασμένο ή θα είναι εκτελεστή κατά του τρίτου ή θα έχει αντανακλαστικές συνέπειες ως προς αυτόν (ΑΠ 860/1998 ΕλΔ 40.97). Έτσι σε δίκη μεταξύ συνιδιοκτητών και διαχειριστή οροφοκτησίας, εφόσον τρίτος έχει έννομο συμφέρον να αποβεί η δίκη υπέρ κάποιου διαδίκου δικαιούται να παρέμβει προσθέτως στη δίκη υπέρ αυτού του διαδίκου, χωρίς να είναι απαραίτητο να είναι συνιδιοκτήτης της οικοδομής, διότι με την πρόσθετη παρέμβαση ο παρεμβαίνων δεν λαμβάνει την ιδιότητα του κυρίου διαδίκου, ούτε προσέρχεται στη δίκη για να ζητήσει ο ίδιος δικαστική προστασία, αλλά για να υποστηρίξει τις αιτήσεις του ενός από τους διαδίκους (Νίκας σε Κεραμέως/Κονδύλη/Νίκα Ερμηνεία ΚΠολΔ άρθ. 80 αρ. 1, Φ. Τσετσέκος Οριζόντια και Κάθετη Ιδιοκτησία Γ’ έκδοση σελ. 233, 248, Μ. Μαργαρίτης υπ’ αρ. 80 ΚΠολΔ).
Επίσης, σε περίπτωση αγωγής ιδιοκτήτου ορόφου ή διαμερίσματος πολυωρόφου οικοδομής υπαγομένης στο σύστημα της κατ’ ορόφους χωριστής ιδιοκτησίας του ν. 3741/1929, με την οποία ζητείται από τον εναγόμενο συνιδιοκτήτη να παραλείπει την αποκλειστική χρήση κοινοχρήστου χώρου της οικοδομής, ως βλαπτική για τα αντίστοιχα δικαιώματα χρήσεως του ενάγοντος, η ισχύς της αποφάσεως που εκδίδεται δεν εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις των υπολοίπων ιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων της οικοδομής, οι οποίοι έχουν έννομο συμφέρον να παρέμβουν προσθέτως στην δίκη για να υποστηρίξουν τον ενάγοντα κατ’ άρθρο 80 ΚΠολΔ, η παρέμβασή τους όμως δεν έχει τον χαρακτήρα της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως και γι’ αυτό δεν ιδρύεται σχέση αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ των παρεμβαινόντων και του ενάγοντος (ΑΠ 759/2002). Εξάλλου, η παρέμβαση στη διαδικασία των άρθρ. 647 επ. ΚΠολΔ ασκείται όπως και η αγωγή και γίνεται μέχρι πέρατος της δίκης με αμετάκλητη απόφαση (ΑΠ 21/1985, Τσετσέκος όπου παρ. σελ. 248).
Με τον 3° λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (δικονομική ακυρότητα) με την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την πρόσθετη παρέμβαση, διότι ο προσθέτως παρεμβαίνων, Λ. Ι., είναι κύριος του 35 καταστήματος του Ισογείου και εκπροσωπείται από το Διαχειριστικό Συμβούλιο και συνεπώς δεν είναι τρίτος. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 25-9-2006 (αρ. κατ. 5588/2006) πρόσθετη παρέμβαση με αυτοτελές δικόγραφο, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για τις ανάγκες του ως άνω αναιρετικού λόγου, ο 2ος αναιρεσίβλητος, ως πρωτόδικα προσθέτως παρεμβαίνων, είχε εκθέσει ότι είναι κύριος, νομέας και κάτοχος του περιγραφόμενου καταστήματος του ισογείου του ... "...", που βρίσκεται στην ..., επικαλούμενος δε την άσκηση της ένδικης κύριας αγωγής του 3μελούς διαχειριστικού συμβουλίου της ένωσης συνιδιοκτητών του ως άνω ..., στο οποίο, κατά το χρόνο άσκησης της κύριας αγωγής συμμετείχε και ο ίδιος, ζήτησε με την ιδιότητα του συνιδιοκτήτη, επικαλούμενος έννομο συμφέρον, διότι το κατάστημα του οποίου είναι κύριος, βρίσκεται ακριβώς απέναντι από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της κυρίως εναγομένης - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση και τους χωρίζει μόνο ένας κοινόχρηστος διάδρομος, μέρος του οποίου έχει καταλάβει η τελευταία, κάνοντάς τον στενότερο και έχοντας αλλάξει τη χρήση του και με τις ενέργειές της αυτές παρεμποδίζει τον ίδιο από την ελεύθερη χρήση του κοινόχρηστου χώρου και μειώνει την αξία του καταστήματός του, να γίνει δεκτή η κύρια αγωγή και να καταδικαστεί η καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση στη δικαστική του δαπάνη. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 648 έως 663 ΚΠολΔ (άρθρ. 647 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ίσχυαν τότε, ενώπιον του αρμόδιου καθ’ ύλην και κατά τόπο Δικαστηρίου (άρθρ. 17 παρ. 2, όπως τότε ίσχυε, 31 παρ. 1 και 22 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, διότι στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 80 επ. ΚΠολΔ και των άρθρ. 2 παρ. 1 και 5 περ. α’ του Ν. 3741/1929 και 1002, 1117 ΑΚ, εφόσον διάδικος στο Δικαστήριο, δηλαδή υποκείμενο της δικονομικής έννομης σχέσης στην κύρια δίκη της αγωγής είναι η ένωση συνιδιοκτητών (όπως εκπροσωπήθηκε από το Διαχειριστικό Συμβούλιο) και όχι οι κατ’ ιδίαν συνιδιοκτήτες, όπως ο προσθέτως παρεμβαίνων, ο οποίος είναι τρίτος σε σχέση με την εκκρεμή δίκη της κύριας αγωγής (μεταξύ της ενάγουσας ένωσης συνιδιοκτητών και της εναγομένης) και δεν έχει την ιδιότητα του διαδίκου. Επομένως, όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4 § 2, 5 και 13 του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, και 1002 ΑΚ προκύπτει ότι οι συνιδιοκτήτες κοινής οικοδομής που υπάγεται στο καθεστώς του νόμου αυτού μπορούν με συμφωνία τους να ρυθμίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τόσο στα κοινά μέρη που μπορούν να καθορίζουν οι ίδιοι, όσο και στις διηρημένες ιδιοκτησίες τους, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του νόμου αυτού που είναι ενδοτικό δίκαιο, καθορίζοντας συνελεύσεις και διορίζοντας διαχειριστή, που θα τους εκπροσωπεί ενώπιον των δικαστηρίων. Διαχειριστής μπορεί, με απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, να διοριστεί συνιδιοκτήτης ή τρίτος. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 § β’ και 64 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο κατά το άρθρο 4 §§ 1 και 2 του πιο πάνω νόμου διορισμένος διαχειριστής (σύμφωνα με τον κανονισμό ή με παμψηφία των συνιδιοκτητών) πολυώροφης οικοδομής, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, εκπροσωπεί και ενώπιον των δικαστηρίων, το σύνολο των ιδιοκτητών της, ως ένωση προσώπων, η οποία στερείται νομικής προσωπικότητας, παριστάμενος ως ενάγων και εναγόμενος για τις υποθέσεις, που σχετίζονται με τη διαχείριση αυτής, δυνάμενος να εναγάγει συνιδιοκτήτη ή να εναχθεί απ’ αυτόν για κάθε διαφορά από τη σχέση της συνιδιοκτησίας. Διάδικος όμως στο δικαστήριο, δηλαδή υποκείμενο της δικονομικής έννομης σχέσης είναι μόνο η ένωση των συνιδιοκτητών (παρισταμένη στο δικαστήριο με τον διαχειριστή της) και όχι οι κατ’ ιδίαν συνιδιοκτήτες, οι οποίοι δεν έχουν την ιδιότητα του διαδίκου, αλλά του τρίτου σε σχέση με την εκκρεμή δίκη, τα ονόματα των οποίων ούτε καν χρειάζεται να αναφέρονται στην αγωγή, αρκεί να γίνεται μνεία της συγκεκριμένης ενώσεως των συνιδιοκτητών, κατά τρόπο που να μη δημιουργείται αμφισβήτηση για την ταυτότητά της και να αναφέρεται στην αγωγή, ότι εκπροσωπείται νόμιμα. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ., η νομιμοποίηση των διαδίκων αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης για την παροχή έννομης προστασίας, ερευνάται δε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ.), η δε έλλειψή της συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης (ΑΠ 595/2010). Τέλος, όταν ασκείται αγωγή σε διαφορά που ανακύπτει από τη σχέση της οροφοκτησίας από κάποιο συνιδιοκτήτη που τυχαίνει να είναι και διαχειριστής εναντίον άλλου, αρκεί για τη νομιμοποίησή του (ενεργητική) μόνη η ιδιότητά του ως συνιδιοκτήτη (ΑΠ 924/1992). Με τον 4° λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 19 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρ. 4 παρ. 2 του Ν. 3741/1929, διότι δέχθηκε ότι ο προσθέτως παρεμβαίνων, Λ. Ι., εκπροσωπούσε την ενάγουσα συνιδιοκτησία, χωρίς να εξειδικεύει, αν τούτο προβλέπεται στο Νόμο ή στον Κανονισμό και με ποια πλειοψηφία και έτσι δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης και ότι επίσης, το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την κύρια αγωγή της συνιδιοκτησίας, όπως εκπροσωπείται από το διαχειριστή για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα σε σχέση με την νομιμοποίηση της ενάγουσας ένωσης συνιδιοκτητών: "Με το από 8-12-2008 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης των ιδιοκτητών του ως άνω ..., προκύπτει ότι η διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων, που αφορούν πολεοδομικές αυθαιρεσίες, όπως οι προεκτεθείσες πολεοδομικές παραβάσεις της εναγόμενης - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση, στο Εμπορικό Κέντρο και συνεπώς, η εκπροσώπηση της συνιδιοκτησίας, ανατέθηκε στον εκ των διαχειριστών, μέλος της Τριμελούς Διαχειριστικής Επιτροπής, που ασκούσε νόμιμα για τη χρήση 2009, τη διαχείριση της συνιδιοκτησίας και ήδη προσθέτως παρεμβαίνοντα, Λ. Ι.. Όπως προκύπτει απ’ το ως άνω πρακτικό, προκύπτει, επίσης, ότι λοιπά μέλη της ως άνω τριμελούς διαχειριστικής επιτροπής εκλέχθηκαν για την παραπάνω χρήση, οι Β. Ε. και Λ. Γ.. Ο προσθέτως παρεμβαίνων, με βάση το υπ’ αριθμ. .../9-2-2008 συμβόλαιο αγοραπωλησίας καταστήματος, το οποίο έχει νομίμως μεταγραφεί, έχει καταστεί και κύριος, νομέας και κάτοχος του υπ’ ... καταστήματος του ισογείου του κυρίως κτιρίου του ..., με ποσοστό συνιδιοκτησίας 8%ο επί του οικοπέδου και των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων. Έτσι, ήδη, κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης και της συνεκδικαζόμενης πρόσθετης παρέμβασης, με βάση το ως άνω πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης, ο παριστάμενος στο ακροατήριο και νόμιμα εκπροσωπών τη συνιδιοκτησία, εκ των διαχειριστών Λ. Ι., με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, χορήγησε νόμιμα (άρθρ. 94 παρ. 1 96 παρ. 1 ΚΠολΔ), στον πληρεξούσιο δικηγόρο Ν. Π., την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να παρασταθεί στο Δικαστήριο για λογαριασμό της συνιδιοκτησίας και να ενεργήσει κάθε πράξη, που αφορά στη διεξαγωγή της δίκης, έως την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης". Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο όχι παρά το νόμο έκρινε παραδεκτή τη νομιμοποίηση και εκπροσώπηση της ενάγουσας συνιδιοκτησίας από το δεύτερο αναιρεσίβλητο συνιδιοκτήτη, ο οποίος παραστάθηκε στη δίκη, τόσο ως εκπροσωπών την συνιδιοκτησία με την ιδιότητα του διαχειριστή, που είχε διοριστεί νόμιμα από τη Γενική Συνέλευση Συνιδιοκτητών και ήταν μέλος της τριμερούς διαχειριστικής επιτροπής, όσον και ατομικά ως παρεμβαίνων συνιδιοκτήτης. Η αρμοδιότητα της Γενικής Συνέλευσης ερείδεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 3741/1929, σύμφωνα με το οποίο ο Κανονισμός καταρτίζεται με την κοινή συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών ως ολότητα μερίδων και επιτρέπει στους συνιδιοκτήτες να ορίσουν Γενική Συνέλευση ως όργανο, που ορίζει τον διαχειριστή τα δικαιώματα του οποίου αναγράφει ο Κανονισμός. Δηλαδή, η παμψηφία παρέχει ειδική εντολή στην πλειοψηφία για τη διαχείριση των κοινών. Εξάλλου, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλειοψηφία των μελών της συνιδιοκτησίας, που ανέθετε την εκπροσώπησή της στον Λ. Ι., μέλος της τριμερούς διαχειριστικής επιτροπής, εφόσον η Γενική Συνέλευση ως όργανο, που όρισε η παμψηφία - Κανονισμός, διόρισε κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου, ως διαχειριστή τον Λ. Ι., που ήταν συγχρόνως και συνιδιοκτήτης. Η παμψηφία απαιτείται μόνον, όταν δεν υπάρχει Κανονισμός (βλ. Τσετσέκος όπου παρ. σελ. 174). Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον 4° λόγο της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση των πλημμελειών από τους αριθμούς 1, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται καθόσον κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης (26-3-2012) δεν ίσχυε η παράγραφος 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με τον Ν. 4055/2012 και ίσχυσε από 2-4-2012 (βλ. άρθρο 113 του Ν. 4055/2012). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-3-2012 (αρ. κατ. .../2012) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 57/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία από τη σχέση της οροφοκτησίας). Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: