
ΑΠ 1003/2013 – Ανάκληση ή μεταρρύθμιση αποφάσεων της εκούσιας δικαιοδοσίας..
Περίληψη: Kατά το άρθρο 758 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, οι κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας οριστικώς αποφαινόμενες αποφάσεις, εφ’ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μπορούν κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, μετά τη δημοσίευσή τους ν’ ανακληθούν ή να μεταρρυθμισθούν από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβληθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής σε περαιτέρω ανάκληση ή μεταρρύθμιση υπόκεινται, όταν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις οι κατά την προαναφερόμενη διαδικασία εκδιδόμενες οριστικές αποφάσεις ακόμη και όταν αυτές είναι ανακλητικές ή μεταρρυθμιστικές προηγούμενων ανακλητικών ή μεταρρυθμιστικών (αποφάσεων), διότι με την εν λόγω διάταξη επιδιώχθηκε η ανάκληση ή μεταρρύθμιση όλων των αποφάσεων έστω και τελεσίδικων ή αμετάκλητων της παραπάνω διαδικασίας και τούτο ως εκ της φύσεώς τους και ειδικότερα, ως εκ του δυναμικού χαρακτήρα των ρυθμιστικών μέτρων που διατάσσονται με τέτοιες αποφάσεις, ως μέτρων παρεμφερών, μ’ εκείνα που διατάσσει η δημόσια διοίκηση. Προϋπόθεση, όμως, για το παραδεκτό της αιτήσεως για την ανάκληση ή μεταρρύθμιση μιας τέτοιας αποφάσεως, πέραν του οριστικού της χαρακτήρα, είναι να δέχθηκε την αίτηση λήψεως ορισμένου μέτρου ή διαπλάσεως ορισμένης νομίμου καταστάσεως. Επομένως, δεν τίθεται θέμα ανακλήσεως ή μεταρρυθμίσεως οριστικής απόφασης που εκδόθηκε για υπόθεση εκουσίας δικαιοδοσίας με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή ως αβάσιμη η σχετική αίτηση. Και τούτο, διότι η απόφαση αυτή ως έχουσα αμιγώς διαγνωστικό χαρακτήρα, δεν διατάσσει κάποιο ρυθμιστικό μέτρο και συνακόλουθα δεν συντρέχει λόγος προσαρμογής της στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες, πραγματικές καταστάσεις. Στην περίπτωση που ασκηθεί αίτηση ανακλητική ή μεταρρυθμιστική αίτηση απορριπτικής οριστικής αποφάσεως, που εκδόθηκε κατά την εκουσία διαδικασία, τότε η αίτηση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Αριθμός 1003/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Γ. του Ο., 2 Χ. Ε. του Χ., 3 Φ. Δ. του Γ., 4 Μ. Μ. του Κ., κατοίκων … 5. Α. Μ. του Ι., κατοίκου … 6. Ε. Μ. Α. του Μ., κάτοικος … και 7. Γ. Μ. του Χ., κάτοικος … που αποτελούν την προσωρινή διοικούσα επιτροπή του υπό αναγνώριση πολιτιστικού σωματείου με την επωνυμία <ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΤΟΥΡΚΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Ν.ΡΟΔΟΠΗΣ> με έδρα την πόλη της Κομοτηνής του Ν.Ροδόπης, όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Παναγιώτας Σμυρνιού και κατέθεσαν προτάσεις. Για αναίρεση της 562/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-8-2009 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:44/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 562/2010 του Tριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/4/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 13-3-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 758 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, οι κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας οριστικώς αποφαινόμενες αποφάσεις, εφ’ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μπορούν κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, μετά τη δημοσίευσή τους ν’ ανακληθούν ή να μεταρρυθμισθούν από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβληθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής σε περαιτέρω ανάκληση ή μεταρρύθμιση υπόκεινται, όταν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις οι κατά την προαναφερόμενη διαδικασία εκδιδόμενες οριστικές αποφάσεις ακόμη και όταν αυτές είναι ανακλητικές ή μεταρρυθμιστικές προηγούμενων ανακλητικών ή μεταρρυθμιστικών (αποφάσεων), διότι με την εν λόγω διάταξη επιδιώχθηκε η ανάκληση ή μεταρρύθμιση όλων των αποφάσεων έστω και τελεσίδικων ή αμετάκλητων της παραπάνω διαδικασίας και τούτο ως εκ της φύσεώς τους και ειδικότερα, ως εκ του δυναμικού χαρακτήρα των ρυθμιστικών μέτρων που διατάσσονται με τέτοιες αποφάσεις, ως μέτρων παρεμφερών, μ’ εκείνα που διατάσσει η δημόσια διοίκηση. Προϋπόθεση, όμως, για το παραδεκτό της αιτήσεως για την ανάκληση ή μεταρρύθμιση μιας τέτοιας αποφάσεως, πέραν του οριστικού της χαρακτήρα, είναι να δέχθηκε την αίτηση λήψεως ορισμένου μέτρου ή διαπλάσεως ορισμένης νομίμου καταστάσεως. Επομένως, δεν τίθεται θέμα ανακλήσεως ή μεταρρυθμίσεως οριστικής απόφασης που εκδόθηκε για υπόθεση εκουσίας δικαιοδοσίας με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή ως αβάσιμη η σχετική αίτηση. Και τούτο, διότι η απόφαση αυτή ως έχουσα αμιγώς διαγνωστικό χαρακτήρα, δεν διατάσσει κάποιο ρυθμιστικό μέτρο και συνακόλουθα δεν συντρέχει λόγος προσαρμογής της στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες, πραγματικές καταστάσεις. Στην περίπτωση που ασκηθεί αίτηση ανακλητική ή μεταρρυθμιστική αίτηση απορριπτικής οριστικής αποφάσεως, που εκδόθηκε κατά την εκουσία διαδικασία, τότε η αίτηση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικός κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή. Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι’ αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στην σκέψη της αποφάσεως με την οποία η αγωγή ή η αίτηση κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ. αρ. κατ. 756/ΕΜ 106/5.4.2001 αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης οι αιτούσες και ήδη εκκαλούσες ζήτησαν να αναγνωρισθεί και να εγγραφεί στο δημόσιο βιβλίο σωματείων το υπό σύσταση σωματείο με την επωνυμία «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΤΟΥΡΚΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΝΟΜΟΥ ΡΟΔΟΠΗΣ» με έδρα την Κομοτηνή. Με την υπ. αρ. 146/2001 απόφαση του ως ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί της αιτήσεως αυτής, απορρίφθηκε η εν λόγω αίτησή τους, διότι, όπως δέχθηκε, η επωνυμία του υπό σύσταση σωματείου δημιουργεί σύγχυση ως προς την ταυτότητα των μελών του, καθ’ όσον ειδικότερα, μέλη του υπό σύσταση σωματείου εγγράφονται αποκλειστικά γυναίκες, Ελληνικής υπηκοότητας, κάτοικοι Νομού Ροδόπης, ενήλικες, ανεξάρτητα της αστικής τους καταστάσεως, το στοιχείο δε αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός, ότι οι αιτούσες δεν επικαλούνται επιπρόσθετα, ότι τόσο οι ίδιες, όσο και τα υπόλοιπα ιδρυτικά μέλη του σωματείου που αναφέρονται στο από 21.3.2001 πρακτικό ίδρυσής του, αλλά και τα πρόσωπα που μπορούν να γίνονται μέλη του στο εξής, χαρακτηρίζονται από κάποια εθνοτική, εθνική, θρησκευτική, γλωσσική ή πολιτιστική ιδιαιτερότητα, η οποία μπορεί να αποδοθεί με τον όρο «Τούρκος» («Τούρκων») στην επωνυμία του Σωματείου, καθιστά την ως ανωτέρω επωνυμία παραπλανητική. Κατά της απορριπτικής αυτής απόφασης ασκήθηκε έφεση από τις αιτούσες ενώπιον του Εφετείου Θράκης, η οποία απορρίφθηκε με την υπ. αρ. 23/2003 απόφαση αυτού, διότι όπως κρίθηκε, η επωνυμία του υπό σύσταση σωματείου, σε συνδυασμό με τους όρους του καταστατικού του, είναι αντίθετα με την Ελληνική δημόσια τάξη, ενώ η μη αναγνώρισή του εναρμονίζεται με το επιβαλλόμενο αναγκαίο μέτρο περιορισμού της σωματειακής ελευθερίας, αφού τα μέλη του υπό σύσταση σωματείου μπορούν να επιδιώξουν την αναγνώριση σωματείου με όρους και επωνυμία που να μην είναι αντικειμενικά πρόσφορα να δημιουργήσουν παραπλανητική εικόνα ή σύγχυση ως προς την ταυτότητα των μελών του. Εξ άλλου, με την υπ. αρ. 586/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η ασκηθείσα κατ’ αυτής (υπ. αρ. 23/2003) από 25.2.2003 αίτηση αναιρέσεως διότι όπως δέχθηκε, με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 2, 12 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος, των άρθρων 78, 80, 81 και 105 αρ. 3 ΑΚ και τη διάταξη του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ, καθώς και τις επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες λοιπές διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, του άρθρου 27 του ν. 2462/21/26.2.1997 περί κυρώσεως του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα του προαιρετικού πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και του Δευτέρου πρωτοκόλλου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, αλλά ούτε και τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 της Σύμβασης – Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων και της παραγράφου 32 του κειμένου της Κοπεγχάγης της ΔΑΣΕ. Ακολούθως, οι αιτούσες, λόγω της απόρριψης της ως ανωτέρω αιτήσεώς τους προσέφυγαν ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο δέχθηκε την προσφυγή τους και με την από 27.3.2008 απόφασή του αποφάνθηκε ότι η Ελλάδα παρέβη το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ δηλαδή παραβίασε το δικαίωμα συνεταιρίζεσθαι των αιτουσών, η οποία, μετά την απόρριψη της ασκηθείσης από την Ελληνική Κυβέρνηση έφεση, προκειμένου να εκδικασθεί η υπόθεση από την ευρεία σύνθεση του Δικαστηρίου, κατέστη τελεσίδικη. Ήδη, με την ένδικη από 3.8.2009 και με αρ. κατ. ΕΜ 318/3.8.2009 αίτησή τους οι αιτούσες και ήδη αναιρεσείουσες ζήτησαν να ανακληθεί η ως ανωτέρω υπ. αρ. 141/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης (που μετά την έκδοση της 586/2005 απόφασης του Αρείου Πάγου κατέστη αμετάκλητη), διότι λόγω των επικαλούμενων όπως σαυτή νέων περιστατικών, που σχέση έχουν με παραδοχές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του ανθρώπου περί παραβίασης από την Ελλάδα με την απόφαση αυτή του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι (άρθρο 11 της ΕΣΔΑ), μετεβλήθησαν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση. Επί της ανωτέρω αιτήσεως ανακλήσεως (με αρ. κατ. ΕΜ 318/3.8.2009) εκδόθηκε η 44/2010 απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης) που την απέρριψε ως μη νόμιμη διότι όπως δέχθηκε, «με αληθές υποτιθέμενο το περιεχόμενό της, δεν είναι δικονομικά δυνατή η ανάκληση της 146/2001 ως ανωτέρω απόφασης, ούτε κατ’ άρθρο 758 ΚΠολΔ, το οποίο επικαλούνται οι αιτούσες, ούτε δι’ οποιασδήποτε άλλης δικονομικής οδού, η οποία θα κατέληγε στο ίδιο ουσιαστικά αποτέλεσμα, δηλαδή την αναγνώριση του σωματείου». Κατά της απορριπτικής αυτής απόφασης οι αιτούσες άσκησαν την από 7.5.2010 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την ένδικη αναίρεση υπ. αρ. 562/2010 απόφαση του Εφετείου Θράκης. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα ανακλητική ως ανωτέρω από 3.8.2009 και με αρ. κατ. ΕΜ 318/3.8.2009 αίτηση, ως απαράδεκτη, διότι η απόφαση της οποίας ζητήθηκε η ανάκληση (υπ. αρ. 146/2001) ως απορριπτική οριστική απόφαση της εκουσίας δικαιοδοσίας, δεν υπόκειται σε ανάκληση ή μεταρρύθμιση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 758 ΚΠολΔ καθ’ όσον η υπ. αρ. 146/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης που ήδη κατέστη αμετάκλητη ως απορριπτική της αρχικής υπ. αρ. 756/ΕΜ 106/5.4.2001 αίτησης προς αναγνώριση του υπό σύσταση σωματείου, δεν διατάσσει κάποιο ρυθμιστικό μέτρο, ώστε κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγούμενη σκέψη να είναι δεκτική ανακλήσεως ή μεταρρυθμίσεως, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η επικαλούμενη ως άνω από 27.3.2008 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του ανθρώπου, η οποία αποφάνθηκε ότι η Ελλάδα παραβίασε το δικαίωμα συνεταιρίζεσθαι των αιτούντων και ήδη αναιρεσείοντων με την απόφαση αυτή (υπ. αρ. 146/2001) δεν συνιστά μεταβολή των συνθηκών κάτω από τις οποίες εκδόθηκε, καθόσον δεν διεισδύει στην εθνική έννομη τάξη και δεν συνεπιφέρει την αυτόθροη κατάργησή της. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, με την ως άνω κρίση του, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 758 ΚΠολ. είναι σύμφωνα με τα εκτεθέντα, στην αμέσως προηγούμενη σκέψη απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου ως ανωτέρω άρθρου και κώδικα, της παραβίασης από το Εφετείο με την κρίση του αυτή και εκ πλαγίου της εν λόγω διάταξης του άρθρου 758 ΚΠολΔ, καθ’ όσον με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την ένδικη αίτηση ως απαράδεκτη, πρέπει, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγούμενη σκέψη να απορριφθεί ως μη νόμιμος.
Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα πρέπει να απορριφθεί η από 19.4.2012 και με αρ. κατ. 26/2012 αίτηση αναιρέσεως της 562/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης που εκδόθηκε κατά την εκούσια διαδικασία.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.4.2012 αίτηση αναιρέσεως της 562/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης (εκούσιας διαδικασίας).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου