ΜΠρΛαμ 124/2016 - Άσκηση έφεσης κατά απόφασης επί υπόθεσης εσφαλμέ- νως εισαχθείσας προς εκδίκαση κατά την τακτική διαδι- κασία και τελικώς εκδικασθείσας κατά τις προσήκουσες ειδικές διατάξεις των μικροδιαφορών· απόρριψη έφεσης ως απαράδεκτης, διότι ασκήθηκε κατά ανέκκλητης από- φασης· επιτρεπτή η προσβολή της πρωτόδικης απόφασης με έφεση μόνον αν είχε εκδοθεί κατ’ εφαρμογή εσφαλμέ- νης διαδικασίας.

Ολομελείας Αρείου Πάγου 1/2016      Αναίρεση. Πολιτική Δικονομία. Παράβαση νόμου. Εμπίπτουν η μη αναλογική εφαρμογή κανόνα δικαίου προς κάλυψη κενού, αν και δικαιολογούνταν, όπως και η αναλογική εφαρμογή κανόνα δικαίου, όταν δεν δικαιολογείται.     Διανομή. Εκούσιος πλειστηριασμός. Διατάσσεται επί ανέφικτης ή ασύμφορης αυτούσιας διανομής. Νομική φύση και νομοθετικό καθεστώς. Αποτελεί πώληση, στην οποία εφαρμόζονται, πλην των ρητώς παραπεμπομένων διατάξεων του αναγκαστικού πλειστηριασμού, πρώτα οι διατάξεις για τη διανομή και έπειτα οι λοιπές διατάξεις για τον αναγκαστικό πλειστηριασμό.     Προσημείωση υποθήκης. Ο προσημειούχος δανειστής εξομοιώνεται με κατασχόντα και τυγχάνει υποχρεωτικώς προσεπίκλησης στη δίκη διανομής. Δικαιώματα. Δικαιούται να ζητήσει κι επί εκούσιου πλειστηριασμού λόγω αδυναμίας αυτούσιας διανομής την καταβολή ή δημόσια κατάθεση του ποσού της απαίτησης από το πλειστηρίασμα κατ’ αναλογική εφαρμογή των διατάξεων για την αυτούσια διανομή.
ΜΠρΛαμ 124/2016
Νομικές Διατάξεις:
άρθρα 466 § 1, 512, 532, 591 § 2
ΚΠολΔ
Άσκηση έφεσης κατά απόφασης επί υπόθεσης εσφαλμένως εισαχθείσας προς εκδίκαση κατά την τακτική διαδικασία και τελικώς εκδικασθείσας κατά ..
τις προσήκουσες ειδικές διατάξεις των μικροδιαφορών· απόρριψη έφεσης ως απαράδεκτης, διότι ασκήθηκε κατά ανέκκλητης απόφασης· επιτρεπτή η προσβολή της πρωτόδικης απόφασης με έφεση μόνον αν είχε εκδοθεί κατ’ εφαρμογή εσφαλμένης διαδικασίας.
Κατά τη διάταξη της § 1 του άρθρου 466 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει μετά το άρθρο 42 §1 του ν. 3994/2011, αν το αντικείμενο της διαφοράς υπάγεται στο ειρηνοδικείο και αφορά απαιτήσεις, καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία του δεν είναι μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 472, τα οποία δεν καθιερώνουν ειδική δια δικασία, αλλά θεσπίζουν απλώς ειδικές διατάξεις για μικροδιαφορές. Κατά τη διάταξη, δε, του άρθρου 591 § 2 του ΚΠολΔ, εάν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία στην οποία εισήχθη, το δικαστήριο αποφαίνεται
περί τούτου αυτεπαγγέλτως και διατάσσει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία δικάζεται, χωρίς να απαιτείται παραπομπή της υπόθεσης στην προσήκουσα διαδικασία, εκτός εάν η τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας συνοδεύεται και από αντίστοιχη υπαγωγή της διαφοράς σε άλλο δικαστήριο ή την εφαρμογή διαφορετικών δικονομικών κανόνων, όπως η τήρηση προδικασίας που απαιτεί η διαδικασία κατά την οποία πρέπει να εκδικασθεί η υπόθεση και απέχει της περαιτέρω έρευνας της υπό θεσης μέχρι να γίνουν από τους διαδίκους όσα απαιτεί η προσήκουσα διαδικασία (ΕφΘεσ 422/2004, ΝΟΜΟΣ,ΕιρΡοδ 1/2007, ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 512 του ΚΠολΔ, οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων σε διαφορές που εκδικάζονται κατά τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 466 έως 472 είναι ανέκκλητες, ενώ από τις §§ 1 και 2 περ. α του άρθρου 904 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει, εκτός των λοιπών περιπτώσεων πουπροβλέπονται στο άρθρο αυτό, και βάσει τελεσίδικης απόφασης ελληνικού δικαστηρίου. Τέτοια περίπτωση συνιστούν οι κατ’ αντιμωλία εκδοθείσες αποφάσεις επί μικροδιαφορών, που αποτελούν εκ γενετής τελεσίδικες αποφάσεις, αφού δεν υπόκεινται σε κανένα τακτικό ένδικο μέσο και είναι άμεσα εκτελεστές (ΕιρΧαν 5/2013,ΝΟΜΟΣ, ΕιρΡοδ 5/2014, ΝΟΜΟΣ).
Εξ άλλου, το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων, που διαφέρει από διαδικασία σε διαδικασία, προσδιορίζεται τόσο από τη διαδικασία κατά την οποία πράγματι εκδικάστηκε η υπόθεση και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και από εκείνη που έπρεπε κατά νόμο να τηρηθεί, αλλά εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκε.
Αυτό ισχύει και στην περίπτωση που ειδική διάταξη νόμου δεν επιτρέπει την άσκηση ορισμένου ενδίκου μέσου κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία που προβλέπει αυτή, διότι είναι δίκαιο και επιεικές τα σφάλματα του δικαστηρίου για το είδος της διαδικασίας που πρέπει να τηρηθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης να μην αποβαίνουν σε βάρος των διαδίκων (ΟλομΑΠ 5/1985, ΕλλΔνη 26. 440, ΑΠ 452/2000, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5371/2006, ΕλλΔνη 2007. 540).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη έφεση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος στρέφεται κατά της με αριθμό 786/16.12.2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαμίας, που εκδόθηκε, αφού έγινε συζήτηση αντιμωλία των διαδίκων, κατά τις ειδικές διατάξεις των μικροδιαφορών επί της με αριθμό κατάθεσης 30/15.11.2012 αγωγής του ενάγοντος, που, όμως, είχε εισαχθεί για εκδίκαση ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου (μετά τη συγχώνευση σ’ αυτό του Ειρηνοδικείου Μακρακώμης προς το οποίο η αγωγή αρχικώς απευθυνόταν) κατά την τακτική διαδικασία. Ειδικότερα, με την ως άνω αγωγή ο ενάγων ζητούσε να αναγνωρισθεί αποκλειστικός κύριος των αναλυτικά περιγραφόμενων σ’ αυτήν κινητών πραγμάτων (ειδών εξοπλισμού επιχείρησης κρεοπωλείου) και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και όποιος άλλος έλκει εξ αυτού δικαιώματα να του τα αποδώσει, εκθέτοντας ότι τα διεκδικούμενα αυτά κινητά πράγματα περιήλθαν σ’ αυτόν στις 20.1.2011 δυνάμει
αγοράς από τον εναγόμενο, με τον οποίο συνέταξε και σχετική έγγραφη σύμβαση πώλησης, αντί συνολικού τιμήματος 2.090 ευρώ και εν συνεχεία, μετά τη συντέλεση της σύμβασης πώλησης, παραχωρήθηκαν από τον ίδιο χωρίς αντάλλαγμα στον εναγόμενο πωλητή δυνάμει σύμβασης χρησιδανείου που συνήφθη μεταξύ τους, με την ειδικότερη συμφωνία ο τελευταίος να του τα επιστρέφει μόλις εκείνος του τα ζητήσει, παράδοση που ο ΕΠολΔ 2016 441 ΕΠμΠοΠλΔΝ 
Ο αντίδικος αρνήθηκε παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις
του, νεμόμενος χωρίς δικαίωμα τα εν λόγω πράγματα έως την άσκηση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, έκρινε ότι με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή, που αρμοδίως κατά τόπο εισήχθη προς συζήτηση ενώπιόν του (άρθρα 22 και 33 ΚΠολΔ), απαραδέκτως είχε εισαχθεί για να εκδικασθεί κατά την τακτική διαδικασία, αφού η επίδικη διαφορά αφορά σε εμπράγματα δικαιώματα ή τη νομή επί κινητών πραγμάτων, η αξία των οποίων δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 466 § 1του ΚΠολΔ ποσό των 5.000 ευρώ, με συνέπεια η προσήκουσα διαδικασία να είναι αυτή των  άρθρων 466 έως 472 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 591 § 2 του ΚΠολΔ, ορθώς βάσει των όσων διαλαμβάνονται στο προηγηθέν νομικό μέρος και όχι εσφαλμένα όπως παραπονείται ο εκκαλών-εναγόμενος, διέταξε αυτεπαγγέλτως την εκδίκαση της αγωγής με την ως άνω προσήκουσα διαδικασία, έχοντας προς τούτο υλική αρμοδιότητα, έκρινε νόμιμη την αγωγή και την έκανε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα
κύριο των διεκδικούμενων κινητών πραγμάτων και υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να του τα αποδώσει, μετά
από απόρριψη των ισχυρισμών του τελευταίου περί
εικονικότητας της από 20.1.2011 υποσχετικής και εκποι
ητικής ταυτόχρονα δικαιοπραξίας. Εφόσον, δε, ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε τις διατάξεις των μικροδιαφορών στην κρινόμενη υπόθεση, επί των οποίων αποκλείεται ρητά η άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης (άρθρο 512 ΚΠολΔ), η κρινόμενη έφεση έχει ασκηθεί κατά μίας κατ’ αντιμωλία εκδοθείσας απόφασης επί μικροδιαφορών, ήτοι κατά ανέκκλητης απόφασης, με συνέπεια αυτή να τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 532 ΚΠολΔ), κατά παραδοχή και της σχετικής ένστασης του εφεσίβλητου.
Ενδεικτικό είναι ότι ο εκκαλών, στην από 30.6.2015
προσθήκη-αντίκρουσή του, αντιφάσκει περί της ορθής
ή μη εκδίκασης της υπόθεσης σύμφωνα με τις διατάξεις
των μικροδιαφορών από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο,
δεδομένου ότι στην πρώτη σελίδα αυτής (γραμμή 6)
υποστηρίζει τη μία εκδοχή και στην τελευταία σειρά
της ίδιας σελίδας την άλλη εκδοχή. Παρά τα όσα αβάσιμα διατείνεται, πάντως, ο εκκαλών, αληθές είναι ότι η μόνη περίπτωση κατά την οποία θα επιτρεπόταν η προσβολή της πρωτόδικης απόφασης με το ένδικο μέσο της έφεσης θα ήταν εάν η προσήκουσα διαδικασία που έπρεπε κατά νόμο να τηρηθεί πρωτοδίκως ήταν η τακτική διαδικασία και εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκε, εάν δηλαδή η απόφαση είχε εκδοθεί κατ’ εσφαλμένη διαδικασία, όπερ εδώ δεν συντρέχει.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ασκηθείσα έφεση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη λόγω του ανέκκλητου της εκκαλούμενης απόφασης και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος του τελευταίου, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176,183 και 191 § 2 ΚΠολΔ). Τέλος, κατ’εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 495 § 4 εδ. ε
́του ΚΠολΔ, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο
ταμείο του παραβόλου κατάθεσης της έφεσης, ποσού 200 ευρώ, που καταβλήθηκε από τον εκκαλούντα (ήτοι το υπ’ αριθ. 4717/2014 διπλότυπο της Δ.0.Υ Λαμίας) λόγω της ήττας του.
1. Διαφορές υπαγόμενες στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, που αφορούν σε απαιτήσεις ή σε εμπράγματα δικαιώματα ή νομή επί κινητών πραγμάτων και η αξία τους δεν υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, εκδικάζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 466 § 1 ΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 ν. 4335/2015, κατά τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 467 έως 471 ΚΠολΔ για τις μικροδιαφορές. Οι τελευταίες διατάξεις δεν συνθέτουν αυτοτελή ειδική διαδικασία 1, παρά συνιστούν
ειδικές μόνον διατάξεις που βρίσκουν εφαρμογή ...(1)
ΣχΠολΔ IV, σ. 220, 274·Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-
Ορφανίδης) , ΚΠολΔ Ι (2000), Εισαγ. 466 - 472 αριθ. 1 μ.π.π.· Νίκας , Πολιτική Δικονομία ΙΙ, 2005, § 105 αριθ. 2, 4 σ. 792· ΑΠ 352/1971, ΕΕργΔ 1971. 1149· ΕφΑθ 5213/1974, ΕΣυγκΔ 1975. 44· πρβλ. Κεραμέα , Ειδικές διαδικασίες και ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές, Αρμ 1981. 89επ, 94

Σχόλια