Η ένορκη βεβαίωση μετά το ν. 4335/2015 Συνοπτικές σημειώσεις για το μάθημα «Αστικό Δικονομικό Δίκαιο Ι» - ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ



Ν.4446/2016 (ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΤΕΛΗ, ΠΑΡΑΒΟΛΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΕΞΟΔΑ)
Η ένορκη βεβαίωση μετά το ν. 4335/2015
Συνοπτικές σημειώσεις για το μάθημα «Αστικό Δικονομικό Δίκαιο Ι»
Του Βασιλείου Α. Χατζηϊωάννου
Λέκτορα Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ.
Ι. Εισαγωγή
Ένορκη βεβαίωση είναι το επώνυμο αποδεικτικό μέσο με το οποίο πρόσωπο το οποίο έχει την ιδιότητα του μάρτυρα και υπό τις ίδιες με τους μάρτυρες νόμιμες προϋποθέσεις βεβαιώνει ενόρκως αλλά εγγράφως την γνώση του επί ...
πραγματικών περιστατικών.
Η ένορκη βεβαίωση, σε αντίθεση με την κατάθεση του μάρτυρα, αποτελεί επώνυμο αποδεικτικό μέσο που παράγεται κατά παρέκκλιση της αρχής της αμεσότητας των αποδείξεων, υπό την έννοια ότι αυτή συντάσσεται και η σχετική γνώση του μάρτυρα εξωτερικεύεται σε χρόνο και υπό συνθήκες που δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές από το δικάζον δικαστήριο. Τα ήσσονα εχέγγυα αξιοπιστίας, που οφείλονται ακριβώς στην κατά παρέκκλιση της αμεσότητας παραγωγή της, αποδέχεται η δικονομική έννομη τάξη προς τον σκοπό επιτάχυνσης της αποδεικτικής διαδικασίας, εφόσον τηρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Μετά το ν. 4335/2015 οι ένορκες βεβαιώσεις αναβαθμίσθηκαν, καθώς  ειδικώς στην τακτική διαδικασία υποκαθιστούν την προαιρετική για τον δικαστή  εξέταση μάρτυρα. Εφόσον έχουν υποβληθεί με τις προτάσεις, δημιουργούν υποχρέωση του δικαστηρίου, αν διατάξει την εξέταση μαρτύρων, να δεχθεί/διατάξει με την πράξη του ως μάρτυρα έναν ανά πλευρά (396), οπωσδήποτε όμως κάποιον από τους ενόρκως βεβαιούντες (νέο 237 § 6 ΚΠολΔ).   

ΙΙ. Οι προϋποθέσεις υποστατού και παραδεκτού
Με το ν. 4335/2015 προστίθενται οι  νέες διατάξεις των άρθ. 421-424 ΚΠολΔ οι οποίες, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθ. 237 και 591 ΚΠολΔ προβλέπουν τους εξής όρους του υποστατού/παραδεκτού της ένορκης βεβαίωσης:  

(α) Κλήτευση των αντιδίκων [αλλά και των ομοδίκων του κλητεύοντος[1]] με επιμέλεια του διαδίκου που επισπεύδει την λήψη ένορκης βεβαίωσης.
(β) Τήρηση προθεσμίας κλήτευσης δύο εργασίμων ημερών πριν την προσδιορισμένη από τον επισπεύδοντα διάδικο ημερομηνία λήψης της ένορκης βεβαίωσης [βλ. νέο 237 §1 για το χρονοδιάγραμμα: π.χ. 1η Μαρτίου κατάθεση αγωγής, Πέμπτη 9 Ιουνίου κατάθεση προτάσεων, Τετάρτη 8 Ιουνίου ορισμός από τον διάδικο λήψης ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του Χ ειρηνοδίκη, κλήτευση αντιδίκου [κι ομοδίκων κλητεύοντος] μέχρι την Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016 [διότι Κυριακή 5 Ιουνίου επίδοση κλήσης απαγορεύεται: 125 § 1 ΚΠολΔ]   
(γ) πλήρες περιεχόμενο κλήσης σύμφωνα με το νέο άρθ. 422 § 1 ΚΠολΔ: Ημερομηνία και ώρα λήψης, ονοματεπώνυμο και διεύθυνση του συμβολαιογράφου ή αναφορά στον ειρηνοδίκη (ή στον πρόξενο) ενώπιον του οποίου θα λάβει χώρα, αγωγή (ή ένδικο βοήθημα ή μέσο), που αφορά η βεβαίωση, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα[2].
(δ) Λήψη ενώπιον (τουλάχιστον λειτουργικά)[3] αρμόδιου οργάνου [ειρηνοδίκη, συμβολαιογράφου ή προξένου].
(ε) Ιδιότητα μάρτυρα (τρίτο πρόσωπο ως προς τους διαδίκους, ικανό και μη εξαιρεθέν).
(στ) Ορκοδοσία.  
(ζ) Εμπρόθεσμη υποβολή της βεβαίωσης με τις προτάσεις [κι εφόσον αφορά σε αντίκρουση προηγηθείσης ένορκης βεβαίωσης, με την προσθήκη].

Αν δεν πληρούται κάποιο από τους ανωτέρω όρους (ή δεν αναφέρονται στην κλήση τα λοιπά στοιχεία του άρθρ. 118 ΚΠολΔ), η ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατη [στην περίπτωση ζ’ απαράδεκτη] και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε καν για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων[4].

Ωστόσο, τα ελαττώματα που σχετίζονται με την κλήτευση (υπό α,β,γ ανωτέρω) θεραπεύονταν εμπράκτως δια της παραστάσεως του αντιδίκου του κλητεύοντος διαδίκου κατά την διαδικασία λήψης της ένορκης βεβαίωσης.
Αν μάρτυρας προσέλθει μετά την προκαθορισμένη στην κλήση ώρα, και πάντως μετά την πάροδο τετάρτου της ώρας[5] και η καθυστερημένη αυτή προσέλευσή του αποδεικνύεται πλήρως από το προοίμιο της βεβαίωσης[6], η ένορκη βεβαίωση είναι επίσης ανυπόστατη.  

ΙΙΙ. Στοιχεία μη αποτελούντα όρους του υποστατού

1. Με το νέο άρθ. 421 ΚΠολΔ η ένορκη βεβαίωση πρέπει να λαμβάνεται ενώπιον ειρηνοδίκη, συμβολαιογράφου ή προξένου με συγκεκριμένη τοπική αρμοδιότητα [αυτή της έδρας του δικαστηρίου, κατοικίας ή διαμονής του μάρτυρα]. Πρόκειται για διάταξη που αποσκοπεί στο να αποτρέψει παρατηρηθείσες καταχρηστικές κλητεύσεις σε απομακρυσμένα ειρηνοδικεία ή συμβολαιογράφους άσχετους με την δίκη ή τον μάρτυρα, προκειμένου να δυσχερανθεί η άσκηση του δικαιώματος του κλητευθέντος να παρασταθεί στην διαδικασία. Το άρθ. 424 φαίνεται να επιβάλλει κατά την διατύπωσή του το ανυπόστατο και στις ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν ενώπιον τοπικά αναρμόδιου ειρηνοδίκη, συμβολαιογράφου ή προξένου. Ωστόσο, κατά την τελολογικά ορθότερη άποψη, τέτοιες ένορκες βεβαιώσεις δεν καθίστανται αυτοδικαίως άκυρες (ανυπόστατες), αλλά άκυρες με απόδειξη δικονομικής βλάβης (159 § 3 ΚΠολΔ) από την πλευρά του κλητευόμενου αντιδίκου και με αντίστοιχη κήρυξή της ως άκυρων με δικαστική απόφαση. Και τούτο, διότι στον σκληρό πυρήνα των απαραίτητων στοιχείων του υποστατού της ένορκης βεβαίωσης ανήκει η λήψη της ενώπιον λειτουργικά αρμόδιου οργάνου (π.χ. λήψη από συμβολαιογράφο και όχι από ληξίαρχο) και όχι η λήψη ενώπιον τοπικά αρμόδιου. Εξάλλου, η αναρμοδιότητα δεν αποτελεί ούτε στο πλαίσιο της δίκης προϋπόθεση που συνεπάγεται απαράδεκτο της αγωγής, κατά μείζονα δε λόγο δεν μπορεί να συνεπάγεται απαράδεκτο αποδεικτικού μέσου. Απαιτείται λοιπόν μια συσταλτική ερμηνεία του άρθ. 424 ως προς την προαναφερθέν ελάττωμα, που να συνάδει τόσο με τη θεωρία περί ακυρότητας των διαδικαστικών πράξεων όσο και με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015 που δεν περιλαμβάνει ρητώς στις ουσιώδεις διατυπώσεις την τοπική αναρμοδιότητα.

2. Εκτός από τα προαναφερθέντα, δεν προβλέπεται ούτε απαιτείται άλλο στοιχείο, προκειμένου να είναι υποστατή η ένορκη βεβαίωση. Ειδικότερα, δεν απαιτείται ούτε προβλέπεται ούτε κι επιτρέπεται η υποβολή ερωτήσεων από το αρμόδιο όργανο ή από τους παρισταμένους διαδίκους στον μάρτυρα, όπως π.χ. προβλέπεται στην διοικητική δικονομία (185 § 3 ΚΔιοικΔ). Και τούτο, διότι τότε δεν θα επρόκειτο για ένορκη βεβαίωση αλλά για άλλο αποδεικτικό μέσο, την μαρτυρική κατάθεση κατά την προδικασία, που σε αντίθεση με τον ΚΔιοικΔ δεν προβλέπεται στον ΚΠολΔ, ούτε βεβαίως ταυτίζεται με τον τύπο της ένορκης βεβαίωσης του ΚΠολΔ.

ΙV. «Εξώδικες βεβαιώσεις» – Αριθμητικός περιορισμός
Η ένορκη βεβαίωση που ελήφθη στο πλαίσιο άλλης δίκης κατόπιν νόμιμης εκεί τήρησης των προϋποθέσεων λήψης της [«εξώδικη ένορκη βεβαίωση»], αποτελεί δικαστικό τεκμήριο και λαμβάνεται ως τέτοιο υπόψη υπό τον περιορισμό του άρθ. 395 ΚΠολΔ.
Με το νέο 422 § 3 ΚΠολΔ προβλέπεται ο αριθμητικός περιορισμός των ενόρκων βεβαιώσεων[7]. Ο περιορισμός αυτός ισχύει πλέον τόσο για την τακτική όσο και για τις ειδικές διαδικασίες[8]. Οι διάδικοι καταθέτουν μέχρι 5 βεβαιώσεις με τις προτάσεις τους και μέχρι 3 βεβαιώσεις για αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων των αντιδίκων τους. Εφόσον κατατεθεί έκτη κατά σειρά ένορκη βεβαίωση με τις προτάσεις, δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο ως απαράδεκτη. Πάντως, τυχόν υποβληθείσες «εξώδικες» ένορκες βεβαιώσεις εκφεύγουν το αριθμητικού περιορισμού καθώς αποτελούν δικαστικά τεκμήρια και όχι ένορκες βεβαιώσεις του άρθ. 421 επ..
Σημειώνεται πάντως ότι ο αριθμητικός περιορισμός δεν ισχύει στις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας (γνήσιας και μη γνήσιας) λόγω της ισχύος της ανακριτικής αρχής που είναι ασυμβίβαστη με αυτό τον αριθμητικό περιορισμό, ούτε στα ασφαλιστικά μέτρα, καθώς και σε αυτά ισχύει η ελεύθερη απόδειξη και ο δικαστής μπορεί νομίμως να λάβει υπόψη ακόμα και αποδεικτικά μέσα κατά παρέκκλιση των κανόνων της τακτικής διαδικασίας[9].  

V. Ένδικα μέσα 
1. Ιδρύει λόγο αναίρεσης (559 αρ. 11 ΚΠολΔ) η λήψη υπόψη ανυπόστατης ή απαράδεκτης ένορκης βεβαίωσης ή ένορκης βεβαίωσης κατά παράβαση του περιορισμού του άρθ. 393 [και χωρίς μνεία στην απόφαση της ουσία εξαίρεσης του άρθ. 394] ή η λήψη υπόψη (ή η παράλειψη λήψης υπόψη) από το δικαστήριο της ουσίας νόμιμης ένορκης βεβαίωσης, εφόσον δεν προκύπτει ρητώς από το κείμενο της απόφασης ότι ελήφθη υπόψη.
2. Η ψευδής ένορκη βεβαίωση που αναγνωρίστηκε με αμετάκλητη ποινική απόφαση αποτελεί λόγο αναψηλάφησης του άρθ. 544 αρ. 6, εξομοιούμενη έτσι απολύτως με την ψευδή μαρτυρική κατάθεση και με τα ψευδή ή πλαστά εν γένει αποδεικτικά μέσα.

VI. Δικαίωμα προβολής ισχυρισμών του αντιδίκου στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης

Προκειμένου να παύσουν οι συχνά παρατηρούμενες στην πράξη προστριβές μεταξύ των διαδίκων αλλά και ανάμεσα σε διαδίκους και αρμόδια όργανα (συμβολαιογράφους, ειρηνοδίκες) σχετικά με το ζήτημα αν ο παραστάς αντίδικος κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης έχει δικαίωμα (και το αρμόδιο όργανο, αντίστοιχη υποχρέωση) να καταχωρήσει στο προοίμιο της βεβαίωσης ενστάσεις, ισχυρισμούς κι αιτήσεις του[10], το νέο άρθρ. 423 § 2 ΚΠολΔ προβλέπει ότι «ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης [κατά] εκείνου, που δίδει τη βεβαίωση, καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης, κρίνονται όμως από το Δικαστήριο». Οι ενστάσεις και οι ισχυρισμοί αυτοί προβλέπονται εξάλλου ρητώς κατά νομοθετική παραπομπή του άρθ. 423 § 1 ΚΠολΔ[11].
Η μη καταχώρηση ενδεχόμενης ένστασης του κλητευθέντος αντιδίκου είτε διότι δεν παραστάθηκε κατά την λήψη της ένορκης βεβαίωσης, είτε διότι παραστάθηκε και δεν πρότεινε την ένσταση ενώπιον του αρμοδίου οργάνου, δεν συνεπάγεται απαράδεκτο της προβολής της για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου. Και τούτο διότι η λήψη ένορκης βεβαίωσης δεν αποτελεί δίκη, ώστε να ελέγχεται το παραδεκτό της προβολής βάσει της αρχής της συγκεντρώσεως ή του δεδικασμένου, αλλά διαδικαστική πράξη της αποδεικτικής διαδικασίας στην οποία δεν εφαρμόζονται οι ανωτέρω αρχές.
Συνεπώς, θα μπορεί ο διάδικος να αντικρούσει την ένορκη βεβαίωση που προσκόμισε ο αντίδικός του με την προσθήκη του, δηλαδή κατά το πρώτο στάδιο της δίκης αμέσως μετά την παραδεκτή προσκόμιση της ένορκης βεβαίωσης με τις προτάσεις (νέο 237 §§ 1,2 και νέο 591§ 1 περ. ε’ και στ’ ΚΠολΔ). Τότε εξάλλου σε περίπτωση συνδρομής λόγου εξαίρεσης (400), θα μπορεί να προβάλει παραδεκτώς και τον αντίστοιχο ισχυρισμό.    

VII. Ενιαίοι κανόνες στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίες
Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται ενιαία τόσο στην τακτική όσο και στις ειδικές διαδικασίες (κατά παραπομπή του νέου άρθρ. 591 § 1), αφού μετά το ν. 4335/2015 απαλείφθηκαν οι ειδικές διατάξεις των άρθρ. 650 § 1 και 671 § 1 ΚΠολΔ που προέβλεπαν κλήτευση προ 24ώρου και σε αντικατάστασή τους δεν εισήχθησαν άλλες με ειδικότερο περιεχόμενο. Συνεπώς, τόσο ως προς την προθεσμία κλήτευσης όσο και ως προς το υποχρεωτικό περιεχόμενο της κλήσης, θα εφαρμόζονται ομοίως στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίες τα άρθρ. 421 - 424 ΚΠολΔ. 
Επίσης, εφόσον το ένδικο αντικείμενο απόδειξης υπόκειται στο περιορισμό του άρθ. 393, η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε στην τακτική ούτε στις ειδικές διαδικασίες (340 § 1 και 395 ΚΠολΔ).  
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Σχέδιο κλήσης του άρθ. 422 § 1 ΚΠολΔ

ΕΝΩΠΙΟΝ ΠΑΝΤΟΣ ΑΡΜΟΔΙΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΑΡΧΗΣ

ΚΛΗΣΗ

Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ….  ……….  που εδρεύει στην Κομοτηνή (οδός ………) και εκπροσωπείται νόμιμα.

ΠΡΟΣ
Τον ……………, κάτοικο Παγκρατίου Αττικής, οδός ……..
***
Ενόψει της εκδίκασης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία) της με αριθμό κατάθεσης Χ/ 1.3.2016 αγωγής σας κατά της εταιρείας μας κι επειδή έχουμε νόμιμο δικαίωμα λήψης ενόρκων βεβαιώσεων προς αντίκρουσή της, σας γνωστοποιούμε ότι προς απόδειξη και ανταπόδειξη των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών που σχετίζονται με την ως άνω αγωγή σας, θα λάβουμε ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων μας  Γ.Χ., του Δημητρίου, ιδ. Υπαλλήλου, κατοίκου Αθηνών, οδός….. και του Δ.Ζ του Σάββα., εμπόρου, κατοίκου Αθηνών, οδός ……. , ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Ζ. Κ. στο γραφείο της επί της οδού …………… αρ. 17, Αθήνα την Τετάρτη 8 Ιουνίου 2016 και ώρες 17:00 και 17:10 και σας καλούμε να παραστείτε. Άλλως, σας δηλώνουμε ότι η λήψη των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων θα γίνει ερήμην σας.

Με την ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματός μας, αρμόδιος δικαστικός επιμελητής εντέλλεται να επιδώσει νομίμως την παρούσα προς ον απευθύνεται, προς γνώση του και για τις νόμιμες συνέπειες, αντιγράφοντας αντίστοιχα το περιεχόμενό της στη σχετική έκθεση επιδόσεώς του.

Επικολλήθηκε ένσημο ΤΠΔΑ ΕΥΡΩ 1,15.

Αθήνα, 2 Ιουνίου 2016
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος

Οι ένορκες βεβαιώσεις στα πολιτικά δικαστήρια μετά το Ν. 4335/2015 – Γ΄ μέρος
Γράφει ο
Τα βασικά χαρακτηριστικά και ερμηνευτικά προβλήματα σχετικά με τις ένορκες βεβαιώσεις στα πολιτικά δικαστήρια μετά το Ν. 4335/2015. Γ΄ μέρος: αίτηση για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, περιεχόμενο ένορκης βεβαίωσης, παράσταση δικηγόρου.
Ο ρόλος των ενόρκων βεβαιώσεων στην πολιτική δίκη αναβαθμίστηκε σε πρακτικό επίπεδο με το Ν. 4335/2015, σε συνέχεια της αναγνώρισής τους που είχε ήδη ξεκινήσει από το Ν. 2915/2001, κάτι που δεν λαμβάνεται υπόψη από τους επικριτές τους. Στο πρώτο μέρος του άρθρου περιγράφηκαν η έννοια, τα χαρακτηριστικά, η αποδεικτική χρησιμότητα των ενόρκων βεβαιώσεων. Στο δεύτερο μέρος αναλύθηκαν από τις επιμέρους ρυθμίσεις όσες αφορούν τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, την προθεσμία κλήσης, το περιεχόμενο της τελευταίας και την αρμόδια αρχή για τη λήψη τους. Στο τρίτο μέρος αναλύεται η αίτηση για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης και το περιεχόμενο της τελευταίας, καθώς και το ζήτημα της υποχρεωτικής ή μη παράστασης δικηγόρου. Στο επόμενο, τέταρτο και τελευταίο μέρος, θα εξεταστούν οι συνέπειες παράβασης των διατάξεων και οι συνέπειες του νέου νομοθετικού καθεστώτος.
Αίτηση και στοιχεία μάρτυρα
Για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης ενώπιον ειρηνοδίκη ή προξένου απαιτείται αίτηση, διότι πρόκειται για διενέργεια διαδικαστικής πράξης ενώπιον δικαστικής αρχής, που ως τέτοια ενεργεί μόνο κατόπιν αίτησης (ΚΠολΔ 106), κάτι που δεν απαιτείται για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης ενώπιον συμβολαιογράφου. Στην πράξη η αίτηση για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης υποβάλλεται λίγο πριν ή ταυτόχρονα με τη λήψη της τελευταίας. Η εφαρμογή των προϋποθέσεων της αίτησης εμφανίζεται στο αντίστοιχο υπόδειγμα.
Η αίτηση για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης κατατίθεται στον ειρηνοδίκη ή πρόξενο και φέρει τα στοιχεία που απαιτούνται για την αντίστοιχη κλήση, που αναλύθηκαν στο προηγούμενο μέρος. Στα στοιχεία αυτά, που απαιτούνται για την ταυτότητα του νομικού λόγου, συμπεριλαμβάνεται «η αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση», που προβλέπεται στο ΚΠολΔ 422 § 1, όχι όμως στο ΚΠολΔ 423.
Προσθήκη στα παραπάνω αποτελούν τα σχετικά με τα στοιχεία του μάρτυρα. Σχετικά με αυτά δεν εφαρμόζεται το ΚΠολΔ 422 § 1, που αναφέρεται αποκλειστικά στη σχετική κλήση, αλλά το ΚΠολΔ 407. Στο ονοματεπώνυμο, επάγγελμα και διεύθυνση κατοικίας του μάρτυρα, στοιχεία κοινά με το ΚΠολΔ 422 § 1, πρέπει να προστεθεί ο τόπος γέννησης και η ηλικία, κατά ΚΠολΔ 407, καθώς και το πατρώνυμο και ο αριθμός φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.). Ως προς την ηλικία αυτή έχει επικρατήσει να προσδιορίζεται στην πράξη εμμέσως, δηλ. με αναφορά στη χρονολογία γέννησης, κι όχι ευθέως, δηλ. με την αριθμητική διαφορά της χρονολογίας γέννησης από την τρέχουσα χρονολογία, χωρίς όμως κάποιος από τους δύο τρόπους, όντας ισοδύναμοι, να προκαλεί ελάττωμα.
Το πατρώνυμο και ο Α.Φ.Μ. δεν προϋποτίθενται κατά ΚΠολΔ 407. Επειδή η ένορκη βεβαίωση αποτελεί έκθεση, δηλ. διαδικαστικό έγγραφο που συντάσσεται από δημόσια αρχή για την πιστοποίηση δικών της ενεργειών, εφαρμόζεται για τη σύνταξή της το ΚΠολΔ 117, κατά το οποίο πατρώνυμο και Α.Φ.Μ. Καθώς η εξατομίκευση στην ένορκη βεβαίωση δεν μπορεί να υπολείπεται εκείνης στην αίτησή της χάριν λογικής συνέπειας, έπεται ότι το πατρώνυμο και ο Α.Φ.Μ. είναι αναγκαία και στην αίτησή της, αφού μάλιστα η ταυτοποίηση του μάρτυρα στην ένορκη βεβαίωση αφετηριάζεται στην αίτηση.
Ο αριθμός του δελτίου ταυτότητας ή του διαβατηρίου και η αρμόδια για την έκδοσή της αρχή, αν και στην πράξη έχει επικρατήσει να αναφέρονται, δεν απαιτούνται από πουθενά, είτε στην αίτηση είτε στη δικαστηριακή ένορκη βεβαίωση, και για το λόγο αυτό η μη αναφορά τους δεν συνεπάγεται το παραμικρό ελάττωμα. Η μνεία των στοιχείων αυτών γίνεται προς αιτιολόγηση της ταυτοποίησης του προσώπου, ενέργεια αναγκαία για το συντάκτη της συμβολαιογραφικής ένορκης βεβαίωσης (άρθ. 8 § 1 περ. δ΄ Ν. 2830/2000, Κώδικα Συμβολαιογράφων), που δεν είναι, όμως, αναγκαίο να εκτίθεται στη δικαστηριακή ένορκη βεβαίωση, αφού, έτσι κι αλλιώς, ο ειρηνοδίκης ως δημόσια αρχή δικαιούται να επαληθεύσει την ταυτότητα του μάρτυρα (πρβλ. άρθ. 3 § 4 εδ. α΄ Ν. 2690/1999, Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας).
Παράσταση δικηγόρου
Κατά το νομοθετικό καθεστώς προ του Ν. 4335/2015 το ζήτημα της παράστασης δικηγόρου στη διαδικασία της ένορκης βεβαίωσης δεν ετίθετο. Ο αμιγώς μονομερής χαρακτήρας της ένορκης βεβαίωσης, η μη πρόβλεψη και μη κύρωση, ουσιαστικά, για τη μη προκαταβολή κρατήσεων και εισφορών (προϊσχ. άρθ. 92 §§ 2 & 6 Ν.Δ. 3026/1954: μόνο πειθαρχική κύρωση) και, πάνω απ’ όλα, η δυνατότητα αυτοπρόσωπης παράστασης των διαδίκων στο Ειρηνοδικείο, αν και είχε περιοριστεί μέχρι της αξίας αντικειμένου διαφοράς του ποσού των € 12.000 (προισχ. ΚΠολΔ 94 § 2 περ. α΄, τροποπ. με άρθ. 7 § 1 Ν. 3994/2011) – χάριν της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων των δικηγόρων – εκμηδένιζε την πρακτική αξία του ζητήματος. Η δυνατότητα καταχώρησης ενστάσεων και αιτήσεων εξαίρεσης κατά του μάρτυρα (ΚΠολΔ 423 § 2), η εξαίρεση από την υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου μόνο στις μικροδιαφορές (ΚΠολΔ 94 § 2 περ. α΄) κι επί επικειμένου κινδύνου (ΚΠολΔ 94 § 2 περ. β΄), καθώς και το απαράδεκτο που ο νόμος προβλέπει επί μη προκαταβολής παρακρατήσεων και εισφορών (άρθ. 61 § 4 Ν. 4194/2013, Κώδικα Δικηγόρων) θέτουν το ζήτημα σε νέο πλαίσιο αναφορικά με τη δικαστηριακή ένορκη βεβαίωση. Αντίστοιχος προβληματισμός δεν τίθεται στη συμβολαιογραφική και την προξενική ένορκη βεβαίωση, αφού στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για ιδιώτη και στη δεύτερη για διοικητική αρχή, όπου η αυτοπρόσωπη παράσταση δεν περιορίζεται κατά νόμο.
Το κομβικό ζήτημα είναι αν, που και κατά πόσον απαιτείται υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου στη δικαστηριακή ένορκη βεβαίωση. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου αφορά μόνο τις διαδικασίες επ’ ακροατηρίου και, υπ’ αυτήν την έννοια, η διαδικασία της ένορκης βεβαίωσης εκφεύγει της υποχρεωτικής παράστασης. Ο ίδιος προβληματισμός θα μπορούσε να αναπτυχθεί και για τη διαδικασία έκδοσης περιουσιακής διαταγής, πληρωμής ή απόδοσης μισθίου, απ’ όπου, ομοίως, απουσιάζει η επ’ ακροατηρίου διαδικασία. Εκεί, όμως, γίνεται παγίως δεκτό ότι εφαρμόζονται τα γενικώς ισχύοντα για την παράσταση δικηγόρου, λύση που, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, πρέπει να γίνει δεκτή και στη διαδικασία της ένορκης βεβαίωσης και μάλιστα κατά μείζονα λόγο, αφού η διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής είναι αυτοτελής, η δε αντίστοιχη της ένορκης βεβαίωσης είναι εξ ορισμού παρακολουθηματική άλλης επ’ ακροατηρίου διαδικασίας, όπου εφαρμόζεται ο περιορισμός της αυτοπρόσωπης παράστασης.
Ο ειρηνοδίκης στην ένορκη βεβαίωση επιτελεί έργο αντίστοιχο του δικαστή μονομελούς δικαστηρίου ή του ορισμένου δικαστή για την εξέταση μαρτύρων (ΚΠολΔ 237 § 6 εδ. α΄) και, συνεπώς, θα πρέπει να τύχει ανάλογης νομικής αντιμετώπισης. Όπως ο ορισμένος δικαστής για την εξέταση μαρτύρων θα αντιμετωπισθεί ως δικαστήριο κατά τα κοινώς ισχύοντα, έτσι θα πρέπει να αντιμετωπισθεί και ο ειρηνοδίκης στο πλαίσιο της ένορκης βεβαίωσης, αφού μάλιστα αμφότεροι λειτουργούν παρεπομένως άλλης διαδικασίας, μετά ο ένας και πριν ο άλλος, αντίστοιχα. Ότι στον ορισμένο δικαστή διεξάγεται συζήτηση, ενώ στον ειρηνοδίκη της ένορκης βεβαίωσης όχι δεν υποβιβάζει το διαδικαστικό ρόλο του τελευταίου, αφού το ίδιο πρόβλημα αναφύεται και στην έκδοση περιουσιακής διαταγής, για την οποία έγινε λόγος.
Στην υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου, πλην των εξαιρέσεων που προβλέπει ο νόμος, και στην ένορκη βεβαίωση συνηγορεί η τελεολογία των νέων ρυθμίσεων για την τακτική διαδικασία, όπου ο περιορισμός της αυτοπρόσωπης παράστασης σε απλούστερες υποθέσεις και στα επείγοντα δικαιολογείται από την επέκταση της έγγραφης προδικασίας. Ότι ο περιορισμός της αυτοπρόσωπης παράστασης δεν κάμφθηκε ούτε στις διαδικασίες πλην της τακτικής μαρτυρεί την πρόθεση του νομοθέτη για καθολική εφαρμογή του νέου συστήματος παράστασης των διαδίκων, που δεν εντοπίζεται σε μία διαδικασία, αλλά αποτελεί τη βάση στην οποία δομούνται, με κάποιες εξαιρέσεις, όλες οι διαδικασίες, ρόλο που παραδοσιακά επιτελούσε η τακτική διαδικασία.
Με βάση τα παραπάνω και από τη στιγμή που η κλήση για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης και η αίτηση για την τελευταία αποτελούν δικόγραφα, διότι ενσωματώνουν διαδικαστικές πράξεις, και η παράσταση στη λήψη ένορκης βεβαίωσης είναι παράσταση ενώπιον δικαστηρίου, όπως προαναφέρθηκε, ισχύει και γι’ αυτές η υποχρεωτικότητα παράστασης δικηγόρου, όπως καθιερώνεται στο ΚΠολΔ 94 § 2, που, φυσικά, συνεπάγεται προκαταβολή εισφορών και κρατήσεων του δικηγόρου στο σύλλογο του οποίου είναι μέλος (ΚΔικ 61 § 1 εισαγ. εδ.) επί ποινή απαραδέκτου για τις περιπτώσεις που προβλέπεται δηλ. για την αίτηση λήψης της ένορκης βεβαίωσης και την παράσταση στη λήψη της τελευταίας (Παράρτ. I Β.Ειρ.λ.1 & 2 και III Β.Ειρ.λ.1 & 2 ΚΔικ).
Γενικά για το περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης
Αντίθετα προς την κλήση για την παράσταση στη λήψη της ένορκης βεβαίωσης, ο νομοθέτης αποδεικνύεται ιδιαίτερα φειδωλός ως προς τον καθορισμό του περιεχομένου της. Το τελευταίο ορίζεται γενικά από το ΚΠολΔ 117 και συνοπτικά από το ΚΠολΔ 423, που ορίζει τα εξής:
«1. Οι διατάξεις των άρθρων 393, 394, 398 παράγραφος 2, 399, 400, 402, 405, 407, 408, 409 παρ. 2, 411 και 413 εφαρμόζονται αναλόγως.
2. Ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης εκείνου, που δίδει τη βεβαίωση, καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης κρίνονται όμως από το Δικαστήριο».
Από τις διατάξεις στις οποίες παραπέμπει το ΚΠολΔ 423 § 1, ιδιαίτερη σημασία για το περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων έχουν τα ΚΠολΔ 405, 407, 408, 409 § 2, αφού οι λοιπές διατάξεις σχετίζονται με το επιτρεπτό της μαρτυρικής κατάθεσης εν γένει (ΚΠολΔ 393 & 394) την ικανότητα του μάρτυρα προς κατάθεση (ΚΠολΔ 399, 400, 402 & 413), τη μη προσέλευση (ΚΠολΔ 398 § 2) και την επανεξέταση (ΚΠολΔ 411), ζητήματα δηλ. κοινά με τις μαρτυρικές καταθέσεις επ’ ακροατηρίου, που δεν θα απασχολήσουν επί του παρόντος.
Ζήτημα που αναφύεται στην πράξη είναι κατά πόσον απαιτείται ξεχωριστή ένορκη βεβαίωση για κάθε μάρτυρα ή αρκεί μία με τις καταθέσεις όλων. Η πρακτική συνέπεια του ζητήματος έγκειται στο πλήθος των αιτήσεων και άπτεται της καταβολής της αξίας των αντίστοιχων ενσήμων. Το ΚΠολΔ 117 § 1 δεν εμποδίζει καμία από τις δύο επιλογές, που, ως εκ τούτου είναι εξίσου προκριτέες χωρίς κώλυμα από αλλού, πέραν της πρακτικής χρησιμότητας, χάριν της οποίας ενδείκνυται η αυτοτελής σύνταξη κάθε ένορκης βεβαίωσης, καθώς επιτρέπει το διαχωρισμό τους. Η εφαρμογή των προϋποθέσεων της ένορκης βεβαίωσης εμφανίζεται στο αντίστοιχο υπόδειγμα.
Περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης κατά τις γενικές διατάξεις
Όπως προαναφέρθηκε, η δικαστηριακή και η προξενική ένορκη βεβαίωση αποτελούν έκθεση. Ως εκ τούτου, εφαρμόζεται σε αυτές το ΚΠολΔ 117 § 1, που ορίζει τα ακόλουθα:
«Ουσιώδη προαπαιτούμενα για κάθε έκθεση είναι:
α) να συντάσσεται όταν γίνεται η πράξη με την παρουσία όσων συμπράττουν,
β) να αναφέρει τον τόπο και το χρόνο που γίνεται η πράξη, το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου κάθε προσώπου που είναι παρόν,
γ) να διαβάζεται στους παρόντες διαδίκους και στα άλλα πρόσωπα που συμπράττουν και να επιβεβαιώνεται από αυτούς,
δ) να υπογράφεται από το δικαστή ή δικαστικό υπάλληλο που τη συνέταξε, από το γραμματέα που συνέπραξε, από τους παρόντες διαδίκους και τα άλλα πρόσωπα που συνέπραξαν ή να αναφέρεται η άρνηση ή η αδυναμία τους να υπογράψουν».
α) Πρώτο, αναγκαίο στοιχείο της ένορκης βεβαίωσης είναι ο τόπος και ο χρόνος σύνταξης. Αν και στο χρόνο δεν γίνεται ρητή αναφορά σε ώρα, αυτή πρέπει να προσδιορίζεται χάριν του δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας αυτής και της κλήσης, που αναφερεται σε συγκεκριμένη ώρα κατά ΚΠολΔ 422 εδ. β΄. Η ώρα λήψης της ένορκης βεβαίωσης είναι εκείνη κατά την οποία αυτή ξεκινά και, λόγω του ακριβόχρονου της κλήσης του αντιδίκου στη λήψη της, δεν μπορεί να είναι προγενέστερη της ώρας που αναφέρεται στην κλήση, ενώ μεταγενέστερη δικαιολογείται μόνο περιορισμένα, κάτι που εντός του πλαισίου της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης και των αντιλήψεων των συναλλαγών, δεν μπορεί να ξεπερνά το ¼ της ώρας, όπως γίνεται ήδη δεκτό.
β) Για τα στοιχεία εξατομίκευσης ισχύουν όσα αναφέρονται για την αίτηση λήψης της ένορκης βεβαίωσης, δηλ. ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο, διεύθυνση κατοικίας και Α.Φ.Μ. Τα στοιχεία αυτά το ΚΠολΔ 117 § 1 περ. β΄ τα απαιτεί για κάθε παρόντα, κάτι που, φαινομενικά, καθιστά αναγκαία την αναφορά τους όχι μόνο για τον αιτούντα, τον τυχόν παριστάμενο αντίδικο και το μάρτυρα, αλλά και για το δικαστή, το γραμματέα και τους πληρεξουσίους δικηγόρους. Αντιπαραβάλλοντας τη ρύθμιση με εκείνη της επόμενης και μεθεπόμενης περίπτωσης, των ΚΠολΔ 117 § 1 περ. γ΄ & δ΄, ανακαλύπτει κανείς τη διάκριση μεταξύ συντάσσοντος δικαστή και γραμματέα, παρισταμένων διαδίκων και λοιπών συμπραττόντων προσώπων. Η ταυτότητα δικαίου και ρυθμιζομένων πραγματικών περιστατικών επιβάλλει ην επέκταση της διάκρισης των ΚΠολΔ 117 § 1 περ. γ΄ & δ΄ στο ΚΠολΔ 117 § 1 περ. β΄. Υπ’ αυτήν την έννοια, από τα παρόντα πρόσωπα του ΚΠολΔ 117 § 1 περ. β΄ εξαιρούνται ο δικαστής και ο γραμματέας.
Ενόψει του γεγονότος ότι το αμέσως επόμενο άρθρο, ΚΠολΔ 118, διακρίνει στην εξατομίκευση (αριθ. 3 & 5) το διάδικο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, διάκριση αναγκαία λόγω της εξαρτημένης δικονομικής θέσης του τελευταίου και υπαρκτή στη σύνταξη των εκθέσεων έστω και μη μνημονευόμενη, έπεται ότι από τους παρόντες πρέπει να εξαιρεθούν, ως διακρινόμενοι από αυτούς, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι. Έτσι, παρόντες κατά την έννοια του ΚΠολΔ 117 § 1 περ. β΄ είναι οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποί τους και οι μάρτυρες.
γ) Στο αναγκαίο κοινό περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων με κάθε άλλη έκθεση συγκαταλέγεται η υπογραφή. Αυτή δίνεται, κατά ΚΠολΔ 117 § 1 εδ. δ΄, από τους συντάσσοντες δικαστή και γραμματέα, τους μάρτυρες, τους παρισταμένους διαδίκους και τους λοιπούς συμπράττοντες, στους οποίους ανήκουν οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι. Στην πράξη, όμως, η υπογραφή δεν ζητείται από τα πρόσωπα πέραν των συντασσόντων και του μάρτυρα, ζήτημα που αντιμετωπίζεται παρακάτω.
Ιδιαίτερο περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης
Το ιδιαίτερο περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης υπαγορεύεται από το μαρτυρικό τους αντικείμενο, όπως προσδιορίζεται στο ΚΠολΔ 423. Όπως προαναφέρθηκε, από τις διατάξεις στις οποίες παραπέμπει το ΚΠολΔ 423 § 1 κρίσιμες για το περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης είναι οι ακόλουθες:
  • ΚΠολΔ 405, που εισάγει υποχρεωτικώς ανωμοτί εξέταση ατόμων μειωμένης αξιοπιστίας, δηλ. όσων στερήθηκαν τα πολιτικά τους δικαιώματα συνεπεία καταδίκης ή δεν έχουν συμπληρώσει το 14ο έτος,
  • ΚΠολΔ 407, σχετικά με τα στοιχεία του μάρτυρα,
  • ΚΠολΔ 408, που προβλέπει την ορκοδοσία και
  • ΚΠολΔ 409 § 2, για την αναφορά της προέλευσης των κατατιθεμένων.
Από τις διατάξεις αυτές, οι σχετικές με τα στοιχεία του μάρτυρα άπτονται του κοινού με κάθε άλλη έκθεση περιεχομένου της ένορκης βεβαίωσης κι έχουν ήδη αναλυθεί. Η προϋπόθεση του ΚΠολΔ 409 § 2 για την πηγή γνώσης των κατατιθεμενων δεν απαιτείται πανηγυρικά. Κάτι, άλλωστε, που θα στερούνταν νοήματος. Εφόσον, λοιπόν, από το σύνολο της ένορκης βεβαίωσης προκύπτει η άμεση αντίληψη του μάρτυρα ή ο κατονομαζόμενος τρίτος από τον οποίο τα πληροφορήθηκε η απαίτηση του νόμου ικανοποιείται. Στα απαιτούμενα στοιχεία θα πρέπει να προστεθεί το προοίμιο, για το οποίο γίνεται λόγος παρακάτω. Ερμηνευτικά ζητήματα απομένουν μόνο ως προς την ορκοδοσία.
Ορκοδοσία
Αν και η ένορκη βεβαίωση εξ ορισμού εμπεριέχει τον όρκο, ο νόμος διακρίνει σχετικά με την αναγκαιότητα και το είδος του. Της ορκοδοσίας προϋποτίθεται η μη συνδρομή των προϋποθέσεων αποκλεισμού της κατά ΚΠολΔ 405, η οποία, με τη σειρά της, ικανοποιείται καταρχήν με την αναγραφή της ηλικίας, αφού η μη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων τεκμαίρεται κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, εφόσον δεν αναφέρεται το αντίθετο. Στις περιπτώσεις του εν λόγω άρθρου, αν και ένορκη κατ’ όνομα η βεβαίωση, αυτή θα δοθεί ανωμοτί και το στοιχείο αυτό θα αναγραφεί σε αυτήν.
Εφόσον η ορκοδοσία του μάρτυρα επιτρέπεται κατά νόμο, θα πρέπει να του δοθεί η δυνατότητα επιλογής του τύπου ως απόρροια της θρησκευτικής του ελευθερίας (Συντ. 13, ΕΣΔΑ 9 § 1). Εφόσον ο μάρτυρας είναι ικανός προς ορκοδοσία, η μη δόση του όρκου δεν επιτρέπεται παρά μόνο η επιλογή του τύπου του. Η παροχή του δικαιώματος επιλογής, για την παραβίαση του οποίου έχει ήδη καταδικασθεί η χώρα μας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τίθεται υπέρ του μάρτυρα και ικανοποιείται με την πιστοποίηση ότι ο μάρτυρας ερωτήθηκε σχετικά. Ως προς τον τύπο, ο νόμος ορίζει το σχετικό με το χριστιανικό όρκο (ΚΠολΔ 408 § 2) και τον πολιτικό όρκο (ΚΠολΔ 408 § 3), ενώ υπαινίσσεται τη διαβεβαίωση των κληρικών στην ιεροσύνη (ΚΠολΔ 408 § 4), για την οποία, ελλείψει άλλης ρύθμισης κι ενόψει του ότι ο πολιτικός όρκος δίνεται ως διαβεβαίωση κατά τη σχετική ρύθμιση, θα ακολουθήσει τον τύπο του πολιτικού όρκου, όπου αντί της τιμής και συνείδησης θα αναφερθεί η ιεροσύνη. Επειδή, όμως, και ο κληρικός διαθέτει θρησκευτική ελευθερία, η πρόβλεψη της διαβεβαίωσης στην ιεροσύνη τίθεται αντί του θρησκευτικού όρκου, απαγορευμένου κατά το χριστιανισμό (βλ. Ματθ. 5.33-37, Ιακ. 5.12) και δεν υποκαθιστά τη δυνατότητα πολιτικού όρκου.
Κληρικός, κατά τη γραμματική ερμηνεία της λέξης, είναι ο αναγνωρισμένος ως θρησκευτικός λειτουργός ορισμένου δόγματος, το οποίο κατά Συντ. 13 § 2 & 3 προστατεύεται εφόσον είναι γνωστό, δηλ. τελεί το μεγαλύτερο μέρος των θρησκευτικών τελετών του ανοιχτό στο κοινό και δεν διαθέτει κρυφά δόγματα. Υπ’ αυτήν την έννοια, κλήρος υπάρχει όχι μόνο στην καθολική και ορθόδοξη χριστιανική εκκλησία, αλλά και στον προτεσταντισμό και κάθε άλλη θρησκεία, στοιχείο που αναγνωρίζει ο νομοθέτης αναφέροντας «κληρικοί κάθε θρησκεύματος». Ο μοναχός και όποιος αφιερώνεται στη λατρεία αποκομμένος από τα εγκόσμια δεν είναι αυτοδίκαια κληρικός, καθώς η απομόνωση και η συστηματική ενασχόληση δεν συνεπάγονται από μόνες τους την ένταξη στον κλήρο.
Προοίμιο
Σημαντική καινοτομία που εισάγει το ΚΠολΔ 423 § 2, που κάμπτει το μονομερή χαρακτήρα των ενόρκων βεβαιώσεων. Για πρώτη φορά αναγνωρίζεται ρητά στον αντίδικο το δικαίωμα να εκφέρει λόγο κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης διατυπώνοντας ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης. Οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στο προοίμιο, που πλέον προστίθεται ως αναγκαίο στοιχείο της ένορκης βεβαίωσης και, κατά λογική ακολουθία των προηγουμένων, η δυνατότητα του αντιδίκου να διατυπώσει τους αμυντικούς ισχυρισμούς του.
Ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης
Σχετικά με τους καταχωρούμενους ισχυρισμούς ανακύπτουν δύο ζητήματα: Πρώτον, το αντικείμενό τους και, δεύτερον, αν επιτρέπεται η προβολή τους μετά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης. Ως προς το τελευταίο, η απάντηση προκύπτει από τις γενικές διατάξεις. Από τη στιγμή που ο αντίδικος ενημερώνεται ακριβώς για να μπορεί να αμυνθεί έναντι της ληφθησομένης ένορκης βεβαίωσης, υφίσταται προθεσμία. η οποία ολοκληρώνεται αμέσως πριν ο μάρτυρας προχωρήσει στη μαρτυρική κατάθεση που καταγράφεται στη βεβαίωση, όταν δηλ. συγκροτείται το προοίμιό της. Κατά τα γενικώς οριζόμενα, η άπρακτη πάροδος της προθεσμίας συνεπάγεται έκπτωση από το αντίστοιχο δικαίωμα (ΚΠολΔ 151), εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, κάτι που δεν προβλέπεται εν προκειμένω. Συνεπώς, η μη προβολή των ενστάσεων κι αιτήσεων εξαίρεσης προς καταγραφή στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης συνεπάγεται έκπτωση από το αντίστοιχο δικαίωμα.
Η τελεολογία που διαπνέει το χρονικό περιορισμό της προβολής των ενστάσεων απαντά και στο αντικείμενό τους. Εφόσον η προηγούμενη κλήση εξυπηρετεί το δικαίωμα άμυνας του αντιδίκου έναντι της λήψης της ένορκης βεβαίωσης από συγκεκριμένο πρόσωπο ως διενέργειας διαδικαστικής πράξης, έπεται ότι το περιθώριο άμυνας του, όπως αυτό καθορίζεται από τα αντικειμενικά δεδομένα, οριοθετεί και τους ενδεχόμενους ισχυρισμούς. Με το μάρτυρα να έχει το περιθώριο να καταθέτει πράγματα που πληροφορήθηκε από άλλους (ΚΠολΔ 409 § 2), ακόμα και υπό μορφή ένορκης βεβαίωσης (ΚΠολΔ 423 § 1), και την εύλογη αβεβαιότητα για το περιεχόμενο της κατάθεσης, έπεται ότι ενστάσεις σχετικά με την ουσιαστική αλήθεια των καταχωρουμένων, δηλ. την αναλήθεια ή την ανεπάρκειά τους, δεν θα μπορούσαν αντικειμενικώς να προβληθούν παρά μόνο μετά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης, κάτι που ο νομοθέτης κατοχυρώνει ρητά (συνδ. ΚΠολΔ 237 §1, 421 & 237 § 2· ΚΠολΔ 237 § 7, 591 § 1 περ. στ΄).
Με το ουσιαστικό περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης να καθίσταται ανεπίδεκτο προκαταβολικής εναντίωσης, το αντικείμενο των ενστάσεων περιορίζεται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις έγκυρης λήψης τους (ΚΠολΔ 421-423) και των διαδικαστικών προϋποθέσεων και διατυπώσεων της μαρτυρικής κατάθεσης που ενσωματώνουν και αναφέρονται στο ΚΠολΔ 423 § 1. Άλλωστε, η από κοινού αναφορά των λεγόμενων αιτήσεων εξαίρεσης με τις ενστάσεις είναι ενδεικτική της ανάλογης νομικής τους αντιμετώπισης, που δεν παραπέμπει σε ζητήματα ουσιαστικής αλήθειας. Στις ενστάσεις αυτές ανήκουν και οι ονομαζόμενες από τη ρύθμιση αιτήσεις εξαίρεσης, δηλ. οι αμυντικοί ισχυρισμοί που θεμελιώνονται στην ανικανότητα του μάρτυρα προς κατάθεση και καταγράφονται στα ΚΠολΔ 399 & 400. Η ονομασία της αίτησης εξαίρεσης σε συνδυασμό με την πρόβλεψη προθεσμίας υποβολής της παραπέμπουν στις αντίστοιχες διατάξεις για τους πραγματογνώμονες (ΚΠολΔ 376-377), οι οποίες πρέπει να αποτέλεσαν το πρότυπο λειτουργικά και ορολογικά. Για τις επιπτώσεις της ακυρότητας γίνεται λόγος στο επόμενο μέρος του άρθρου.
Share this:



[1] ΑΠ 1608/2007 ΕΠολΔ 2008.201 με παρατηρήσεις Χατζηϊωάννου, ΠΠρΑθ 1027/ 2010 ΝΟΜΟΣ
[2] Πριν τις τροποποιήσεις του ν. 4335/2015 ΚΠολΔ δεν υπήρχε υποχρέωση γνωστοποίησης του προσώπου του βεβαιούντος ή του θέματος για το οποίο θα δοθεί η ένορκη βεβαίωση. Μάλιστα, ήταν τόσο επουσιώδη το ανωτέρω στοιχεία, ώστε, ακόμα κι αν εξεταζόταν μάρτυρας διαφορετικός του γνωστοποιηθέντος με την κλήτευση ή βεβαίωνε για άλλα θέματα,  δεν προκαλείτο ακυρότητα: ΑΠ 197/2000 ΝΟΜΟΣ. Η προσθήκη αυτή έχει προκαλέσει την αντίδραση του νομικού κόσμου διότι η προηγούμενη γνωστοποίηση των στοιχείων του μάρτυρα τον καθιστά ευάλωτο σε παράνομες πιέσεις από τον αντίδικο του επισπεύδοντος διαδίκου.
[3] Βλ. § ΙΙΙ πιο κάτω
[4] ΟλΑΠ 20/2004 ΕλλΔνη 2004. 132, ΑΠ 1237/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 381/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1707/2009 ΕφΑΔ 2010. 356, ΑΠ 15/2003 ΝοΒ 2004. 1169 (πγ. νμλγ.). Βλ. επίσης Π. Γιαννόπουλο, Οι ένορκες βεβαιώσεις ως αποδεικτικό μέσο στην πολιτική δίκη, 2005, σ. 146 επ., τον ίδιο, γνμδ., Αρμ 2015. 354 επ., 355 όπου στη σημ. 2 και περαιτέρω παραπομπές στη θεωρία
[5] ΟλΑΠ 20/2004 ΕλλΔνη 2004.1325
[6] Η αναγραφή από το αρμόδιο όργανο στο προοίμιο της εν. βεβαίωσης της ακριβούς ώρας λήψης της παράγει πλήρη απόδειξη ως προς αυτήν, καθώς κατά τούτο το στοιχείο η έν. βεβαίωση συνιστά δημόσιο έγγραφο (438 ΚΠολΔ)

[7] ανά διάδικο και όχι ανά πλευρά όπως ίσχυε δυνάμει του καταργηθέντος άρθ. 270 § 2 ΚΠολΔ.
[8] Υπό τον προϊσχύοντα ΚΠολΔ δεν υπήρχε αριθμητικός περιορισμός στις ειδικές διαδικασίες.
[9] Στην εκουσία δικαιοδοσία λαμβάνονται υπόψη εν γένει ακόμα και ανυπόστατες ένορκες βεβαιώσεις λόγω της εκεί ισχύουσας ελεύθερης απόδειξης και του ανακριτικού συστήματος. Εξάλλου, στις δίκες αυτές κατ’ αρχήν κλήτευση αντιδίκου δεν νοείται. Ομοίως κατά διαδεδομένη άποψη, και στα ασφαλιστικά μέτρα λαμβάνονται υπόψη και ανυπόστατες ένορκες βεβαιώσεις λόγω της ελεύθερης απόδειξης και της αποδέσμευσης του δικαστή από κανόνες της τακτικής διαδικασίας.   
[10] παρά την έλλειψη ρητής διάταξης στον πριν το ν. 4335/2015 ΚΠολΔ βλ. ως προς αυτό καταφατική θέση: Π. Γιαννόπουλο, Οι ένορκες βεβαιώσεις ως αποδεικτικό μέσο στην πολιτική δίκη, 2005, σ. 97, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Μακρίδου) ΚΠολΔ Ι (2000), άρθρ. 271, αριθ. 12
[11] Βλ. άρθ. 393,394,398 § 2, 399,400,402,405,407,408,409 § 2, 411 και 413 ΚΠολΔ

Σχόλια