Ολομελείας Αρείου Πάγου 2/2016
Σύνταγμα. Διεθνές Σύμφωνο για Ατομικά & Πολιτικά Δικαιώματα. Ισότητα. Υποχρέωση του νομοθέτη για ισότιμη μεταχείριση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων,.. καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων. Αντισυνταγματικότητα δυσμενούς ρύθμισης που εισάγει αδικαιολόγητη διάκριση σε βάρος ορισμένων και κάλυψη του κενού με εφαρμογή της ευμενούς ρύθμισης υπέρ των λοιπών.
Δάνεια. Αγρότες. Περιορισμός συνολικής οφειλής στο διπλάσιο του κεφαλαίου για συμβάσεις καταγγελθείσες ή αλληλόχρους λογαριασμούς κλεισθέντες μέχρι 31.11.2000. Εξαιρετική ρύθμιση από λόγο γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος απτόμενο της οικονομικής αδυναμίας των εν λόγω οφειλετών. Μη επέκταση της ρύθμισης σε οφειλές αγροτών μεταγενεστέρως μη εξυπηρετούμενες σύμφωνη προς αρχή ισότητας. Μειοψηφία. Αδικαιολόγητη διάκριση υπέρ υπερήμερων αγροτών άνευ επαρκούς λόγου ενόψει της μη αδυναμίας παροχής για χρηματικές οφειλές και του ενδεχόμενου εξυπηρέτησης οφειλής από οικονομικώς αδύναμο και υπερημερίας από οικονομικώς ισχυρό.
Διατάξεις: Συντ. 4 § 1, ΔΣΑΠΔ 26 – άρθ. 39 § 5 Ν. 3259/2004, 47 Ν. 2873/2000
Πρόεδρος: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου
Εισηγητής: Κωνσταντίνος Τσόλας
Εισαγγελέας: Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Δικηγόροι: Δημήτριος Φιλιππάκης – Νικόλαος Ξανάλατος
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/4/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 325/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 202/2008 του Εφετείου Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 25/1/2010 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1701/2014 απόφαση του Α’ 2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον μόνο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτός στο σκεπτικό προσδιορίστηκε. Με την από 15/4/2015 κλήση του καλούντος – αναιρεσείοντος η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 30/9/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του παραπεμφθέντος στην πλήρη Ολομέλεια μόνου λόγου της, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από 25 Ιανουαρίου 2010 αίτησης του Γ. Μ. για αναίρεση της 202/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ανέπτυξε προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς του, οι οποίοι αναφέρονται και στις προτάσεις του και ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, πρότεινε να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών η Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στον πιο πάνω πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης, ο οποίος αναφέρθηκε σε όσα προηγουμένως είχε αναπτύξει.
Kατά την 14η Ιανουαρίου 2016, ημέρα που συγκροτήθηκε το Δικαστήριο τούτο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες Κωνσταντίνος Φράγκος, Νικόλαος Πάσσος, Μαρία Γαλάνη – Λεοναρδοπούλου, Αριστείδης Πελεκάνος και Μαρία Νικολακέα, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως. Παρά ταύτα, παρισταμένων, πλην αυτών, πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση την υπόθεσης, κατ’ άρθρο 23 παρ.2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει με την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν. 3659/2008, το Δικαστήριο είχε την εκ του νόμου απαρτία για να διασκεφθεί.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την 1701/2014 ομόφωνη απόφαση του Α2’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε στην πλήρη Ολομέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ. β’ ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 εδ. γ’ του Ν. 1756/1988, όπως το δεύτερο τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 2331/1995, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνος λόγος της από 25-01-2010 αίτησης του Γ. Μ. για αναίρεση της 202/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος και 26 του Ν. 2462/1997, με τον οποίο κυρώθηκε το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Ειδικότερα, παραπέμπεται (στην παρούσα πλήρη Ολομέλεια) το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα: «Εάν είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η ερμηνεία του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 κατά τρόπο που να περιέρχονται σε νομικώς (και οικονομικώς) ευνοϊκότερη κατάσταση εκείνοι από τους δανειολήπτες (αγρότες), οι οποίοι, στον σκοπητέο χρόνο (31-12-2000), είχαν περιέλθει σε υπερημερία και εξαιτίας αυτής είχαν ευνοηθεί έναντι άλλων οφειλετών, οι οποίοι είχαν, κατά τον ίδιο χρόνο, ανεξόφλητες δόσεις των δανείων τους, αλλά δεν είχαν περιέλθει σε υπερημερία (ενδεχομένως, μάλιστα, υποβαλλόμενοι σε βαριές θυσίες προς τούτο) και ήταν έτσι συνεπείς στην εξυπηρέτηση αυτών».
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης νομίμως εισάγεται στην πλήρη Ολομέλεια, με την από 15-4-2015 κλήση του αναιρεσείοντος.
Κατά το άρθρο 4 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος, «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου». Η διάταξη αυτή καθιερώνει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια, ότι δεσμεύει και τον νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές με εισαγωγή διακρίσεων και εξαιρέσεων, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια. Κατά συνέπεια αν γίνει, από τον νόμο. ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία, υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τα δικαστήρια η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, την οποία θεσπίζουν τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος (Ολ ΑΠ 3/2013, 46/2005, 9/2004). Εξάλλου, στο άρθρο 39 του Ν. 3259/2004 «Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών κ.λπ.» ορίζεται: α) Στην παράγραφο 1: «Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου, εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε, κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4, (που εξαιρεί από τη ρύθμιση τις μεγάλες οφειλές και τα δάνεια πάνω από ένα ορισμένο ποσό), και 5 του παρόντος άρθρου», β) στην παράγραφο 5: «Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση … Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί, μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο» και γ) στην παράγραφο 12 «Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει». Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000 «Προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς την οδηγία αριθ. 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19.5.1998… και λοιπές διατάξεις», όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του Ν. 2873/2000 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001, «Κατ’ εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.11.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων…». Ο νομοθέτης με την ψήφιση των ως άνω νόμων είχε ως σκοπό την επίλυση του έντονου κοινωνικού προβλήματος που είχε δημιουργηθεί σε βάρος μεγάλου αριθμού δανειοληπτών, οι οποίοι βρίσκονταν σε αδυναμία να ανταποκριθούν στην υπέρμετρη αύξηση των δανειακών τους υποχρεώσεων στα πιστωτικά ιδρύματα, εξαιτίας του σχεδόν ελεύθερου εκτοκισμού τόκων και των υψηλών επιτοκίων (συμβατικών και υπερημερίας) και άλλων τραπεζικών επιβαρύνσεων. Η ανωτέρω ρύθμιση, καταλαμβάνει όλους όσους συγκεντρώνουν ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια, όπως είναι ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης και της καταγγελίας της ή το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό της οφειλής μέχρι το χρονικό διάστημα της 31-12-2000 (για τους αγρότες). Το διάστημα αυτό δεν καθορίσθηκε τυχαίως, αλλά μετά την στάθμιση των παραγόντων που διαμόρφωσαν μέχρι τότε το πρόβλημα, η αντιμετώπιση του οποίου, άλλωστε, κατέστησε αναγκαία την επέμβαση του νομοθέτη. Η ευνοϊκή αυτή ρύθμιση για τους δανειολήπτες (αγρότες) δεν αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας (άρθρα 4 παρ.1 του Συντάγματος και 26 του Ν. 2462/1997, με τον οποίο κυρώθηκε το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα), ως μη περιλαμβάνουσα στην εμβέλειά της και τους άλλους ενήμερους οφειλέτες (αγρότες), οι οποίοι είχαν, κατά τον ίδιο χρόνο (31-12-2000), ανεξόφλητες δόσεις των δανείων τους, αλλά δεν είχαν περιέλθει σε υπερημερία και ήταν έτσι συνεπείς στην εξυπηρέτηση αυτών. Ο νόμος, όπως προαναφέρθηκε, καθορίζει κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό το έδαφος εφαρμογής της ως άνω ευνοϊκής ρύθμισης για όλους τους δανειολήπτες αγρότες, (κατηγορία που ενδιαφέρει εν προκειμένω), των οποίων οι οφειλές είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές μέχρι 31-12-2000. Το κριτήριο δε αυτό δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, ήτοι της επίλυσης του πιο πάνω έντονου οικονομικού και κοινωνικού προβλήματος, που μέχρι τότε είχε δημιουργηθεί, με την παροχή διευκολύνσεων στους ανωτέρω δανειολήπτες, οι οποίοι βρίσκονταν σε οικονομική αδυναμία να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις, λόγω της υπέρμετρης (για τους ως άνω λόγους) διόγκωσης των οφειλών τους. Οι δανειολήπτες αγρότες, που δεν είχαν περιέλθει μέχρι 31-12-2000 σε υπερημερία και ήταν έτσι συνεπείς στην εξυπηρέτηση των δόσεων των δανείων τους, προφανώς και τελούσαν υπό διαφορετικές οικονομικές συνθήκες με τους υπερήμερους (μέχρι του ίδιου χρονικού σημείου) συναδέλφους τους και δεν αντιμετώπιζαν το ίδιο με αυτούς (για τους προεκτεθέντες λόγους) πρόβλημα και κατά συνέπεια με τη μη εφαρμογή της ως άνω ευνοϊκής ρύθμισης (και στην περίπτωση τους) δεν παραβιάζεται η, καθιερωθείσα από τις ανωτέρω διατάξεις, αρχή της ισότητας, αφού δεν υφίσταται αδικαιολόγητη δυσμενής διάκριση σε βάρος τους. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει στην ένδικη από 7-4-2005 αγωγή του, ότι με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «….» κατάρτισε την …/13-3-1992 δανειακή σύμβαση για την εξυπηρέτηση των γεωργικών του δραστηριοτήτων, ποσού 20.000.000 δραχμών, από το οποίο έλαβε ποσό 11.000.000 δραχμών, το οποίο εξόφλησε ολοσχερώς και από το υπόλοιπο ποσό έλαβε 6.648.279 δραχμές, πληρωτέο σε 15 ετήσιες δόσεις από τις οποίες η πρώτη ήταν καταβλητέα κατά τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 1993 και η τελευταία κατά τον αντίστοιχο μήνα του έτους 2007. Ότι κατέβαλε όλες τις ετήσιες δόσεις μέχρι και το έτος 2002, συνολικού ποσού 14.382.189 δραχμών και κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2004 υπέβαλε στην εναγομένη αίτηση περί υπαγωγής των οφειλών του (από την ως άνω σύμβαση) στις διατάξεις του άρθρου 39 παρ.5 του Ν. 3259/2004, πλην όμως η τελευταία του απάντησε αρνητικά, με την αιτιολογία ότι στην περίπτωσή του δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, επειδή οι οφειλές του δεν είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές μέχρι 31-12-2000. Με βάση το ιστορικό αυτό και τον περαιτέρω ισχυρισμό (του ενάγοντος), ότι με τη μη εφαρμογή της ως άνω ευνοϊκής ρύθμισης (και) στην περίπτωσή του παραβιάζεται η αρχή της ισότητας που καθιερώνουν τα άρθρα 4 παρ.1 του Συντάγματος και 26 του Ν.2462/1997, αφού γίνεται αδικαιολόγητη δυσμενής διάκριση σε βάρος του, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι οφειλές του από την επίδικη σύμβαση έχουν πλήρως αποσβεστεί, δεδομένου ότι έχει καταβάλει πλέον του διπλασίου του ληφθέντος δανείου. Η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, (με την οποία η αγωγή είχε γίνει δεκτή), έκρινε πως η ανωτέρω διάκριση είναι συμβατή με τη συνταγματική αρχή της ισότητας και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 του Συντάγματος και 26 του Ν. 2462/1997, με τον οποίο κυρώθηκε το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, με τη μη εφαρμογή της ως άνω ευνοϊκής ρύθμισης του άρθρου 39 παρ.5 του Ν. 3259/2004 και στους δανειολήπτες αγρότες, που δεν είχαν περιέλθει σε υπερημερία μέχρι 31-12-2000, δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, που οι εν λόγω διατάξεις καθιερώνουν. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι αβάσιμος ο, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπεμφθείς στην πλήρη Ολομέλεια, μόνος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα.
Δύο, όμως, μέλη του Δικαστηρίου τούτου και συγκεκριμένα οι αρεοπαγίτες Αγγελική Αλειφεροπούλου και Πηνελόπη Ζωντανού διατύπωσαν την γνώμη ότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος με τις ακόλουθες σκέψεις: Διότι η προπαρατεθείσα διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 39 Ν. 3259/2004 θεσπίζει αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση των οφειλετών αγροτών, που δεν είχαν περιέλθει, κατά τα άνω, σε κατάσταση υπερημερίας για τις ανεξόφλητες δόσεις των δανείων τους και ήταν συνεπείς στην εξυπηρέτηση αυτών, έναντι της ευνοϊκής μεταχειρίσεως εκείνων των οφειλετών αγροτών, που είχαν περιέλθει κατά τον κρίσιμο χρόνο (31-12-2000) σε υπερημερία περί την εξόφληση των δανειακών οφειλών τους σε πιστωτικά ιδρύματα, η οποία θεσπίζεται με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου και, ως εκ τούτου, η δυσμενής για τους συνεπείς δανειολήπτες αγρότες ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 39 Ν. 3259/2004 αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται με τα άρθρα 4 παρ.1 του Συντάγματος και 26 του Ν. 2462/1997, με τον οποίο κυρώθηκε το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, υπερισχύον κάθε άλλης αντίθετης διατάξεως νόμου (αρθρ. 28 παρ.1 Συντάγματος), γι’ αυτό και δεν πρέπει να εφαρμοσθεί, ως αντισυνταγματική, όπως επιτάσσει το αρθρ. 93 παρ.4 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι, ενόψει της ειδικής ευνοϊκής ρυθμίσεως της παρ. 5 του άνω άρθρου, που θεσπίσθηκε για τους υπερήμερους δανειολήπτες αγρότες, ο αποκλεισμός από την εν λόγω ρύθμιση των συνεπών περί την εξόφληση των οφειλών τους δανειοληπτών αγροτών συνιστά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση εις βάρος των τελευταίων, που επιβάλλει την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως και ως προς αυτούς, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, αφού πρόκειται για όμοιες περιπτώσεις, δηλαδή για οφειλές αγροτών προς πιστωτικά ιδρύματα από την αυτή αιτία (δανειακές συμβάσεις), που αφορούν πρόσωπα της ίδιας κατηγορίας και δη εκείνους, οι οποίοι, ως ασκούντες κατά κύριο επάγγελμα αυτό του αγρότη, έχουν κατά τεκμήριο όμοιες βιοποριστικές δυνατότητες και ανάγκες (ποικίλλουσες, βέβαια, κατά το μέτρο της ικανότητας, εργατικότητας και λοιπών βιοτικών και περιουσιακών συνθηκών εκάστου), εφόσον δε, κατά πάγια αρχή του ενοχικού δικαίου, δεν νοείται αδυναμία παροχής επί χρηματικής οφειλής, ήτοι και επί χρηματικών οφειλών δανειοληπτών αγροτών προς πιστωτικά ιδρύματα, με την προεκτεθείσα διαφορετική ρύθμιση παραβιάζεται η προαναφερόμενη συνταγματική αρχή της ισότητας, η οποία κάμπτεται μόνο σε περίπτωση γενικότερου (κοινωνικού ή δημόσιου) συμφέροντος. Πλην όμως, η συνδρομή τέτοιου γενικότερου συμφέροντος δεν δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση από μόνη την επίκληση οικονομικής αδυναμίας των, ευνοούμενων από την προεκτεθείσα διάταξη, υπερήμερων οφειλετών αγροτών να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις, αφού η περιέλευση σε κατάσταση υπερημερίας δεν συνδέεται απαραιτήτως με οικονομική αδυναμία του οφειλέτη και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ασφαλές αντικειμενικό κριτήριο για τη διαφορετική (ευνοϊκή) μεταχείριση της κατηγορίας των οφειλετών αγροτών, που έχουν περιέλθει στην κατάσταση αυτή, έναντι των λοιπών, μη υπερήμερων, οφειλετών αγροτών, δοθέντος ότι η υπερημερία περί την καταβολή οφειλής δεν είναι πάντοτε αποτέλεσμα οικονομικής αδυναμίας αλλά μπορεί να συνδέεται με άλλους λόγους υποκειμενικής θεωρήσεως, σταθμίσεως και αντιμετωπίσεως των υποχρεώσεων του κάθε οφειλέτη, ενώ, εξάλλου, δεν είναι καθόλου βέβαιο και προφανές (ώστε να αποτελέσει αντικειμενικό και μη μεροληπτικό κριτήριο, που να καθιστά ανεκτή την ανωτέρω νομοθετική διαφοροποίηση), ότι οι συνεπείς δανειολήπτες αγρότες τελούσαν, κατά το οριζόμενο στο νόμο προεκτεθέν χρονικό σημείο, υπό διαφορετικές οικονομικές συνθήκες και δεν αντιμετώπιζαν το ίδιο πρόβλημα με τους ευνοούμενους υπερήμερους συναδέλφους τους, αφού είναι δυνατό, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, οικονομικά αδύνατος οφειλέτης να είναι συνεπής περί την εκπλήρωση των δανειακών του υποχρεώσεων, υποβαλλόμενος, ενδεχομένως, σε βαριές θυσίες προς τούτο, αντίθετα δε οικονομικά ισχυρός οφειλέτης μπορεί να παρίσταται ασυνεπής στην εξυπηρέτηση των δανείων του και να περιέλθει σε υπερημερία όχι από αντικειμενική οικονομική αδυναμία αλλά από προσωπική επιλογή του, μη σχετιζόμενη με την εκ μέρους του αντιμετώπιση έντονων οικονομικών προβλημάτων. Ενόψει τούτων, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, δεν είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η ερμηνεία του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 κατά τρόπο, που να περιέρχονται σε νομικώς και οικονομικώς ευνοϊκότερη κατάσταση εκείνοι από τους δανειολήπτες αγρότες, οι οποίοι στον σκοπητέο χρόνο (31-12-2000) είχαν περιέλθει σε υπερημερία και, εξαιτίας αυτής, να ευνοηθούν έναντι άλλων οφειλετών, οι οποίοι είχαν, κατά τον ίδιο χρόνο, ανεξόφλητες δόσεις των δανείων τους αλλά δεν είχαν περιέλθει σε υπερημερία και ήταν συνεπείς στην εξυπηρέτηση αυτών.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας της ερμηνείας των νομικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 183 και 179 ΚΠολΔ).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου