
Ο θεσμός της Δικαστικής Συμπαράστασης
Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ.
Ο θεσμός της δικαστικής συμπαράστασης ρυθμίζεται στο τέταρτο Βιβλίο, κεφάλαιο δέκατο έκτο του Οικογενειακού Δικαίου και στα άρθρα 1666 – 1688 του Αστικού Κώδικα (ΑΚ). Πράγματι, αν και οι σχέσεις τις οποίες ρυθμίζει ο εν λόγω ...
θεσμός δεν είναι οικογενειακές, ωστόσο υπάγονται παραδοσιακά στο Οικογενειακό δίκαιο. Εύλογα, λοιπόν, θα αναρωτηθεί κανείς: ποιος ο λόγος υπαγωγής της δικαστικής συμπαράστασης στο Οικογενειακό Δίκαιο;
Ο θεσμός της δικαστικής συμπαράστασης συμπεριλαμβάνεται στο Οικογενειακό Δίκαιο αφενός μεν διότι πρότυπο για τη ρύθμιση του θεσμού αυτού αποτελεί η καθαρά οικογενειακή σχέση της “γονικής μέριμνας”, αφετέρου δε επειδή η επιμέλεια των προσώπων αυτών ανατίθεται, συνήθως και όχι απαραίτητα, σε συγγενικά πρόσωπα. Άλλωστε, για τους παραπάνω λόγους ονομάζονται οι σχέσεις αυτές «οιονεί οικογενειακές σχέσεις», με χαρακτηριστικό γνώρισμα ότι τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η επιμέλεια των ανικάνων ασκούν λειτούργημα[1].
ΙΙ. ΟΡΙΣΜΟΙ.
Τι εννοούμε, όμως, με τον όρο «δικαστική συμπαράσταση»; Ποιος είναι ο «συμπαραστατούμενος», ποιος ο «συμπαραστατέος»; Ποιος είναι ο «προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης» και ποιος ο (οριστικός) «δικαστικός συμπαραστάτης»; Δικαστική συμπαράσταση είναι η κατάσταση στην οποία τίθεται με δικαστική απόφαση ένα πρόσωπο, λόγω πνευματικών, σωματικών ή χαρακτηρολογικών ανωμαλιών και κατά τη διάρκεια της οποίας το πρόσωπο αυτό είτε είναι ανίκανο για ορισμένες ή όλες τις δικαιοπραξίες, είτε για να επιχειρήσει έγκυρα κάποιες από αυτές ή το σύνολό τους χρειάζεται τη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη του[2]. Συμπαραστατούμενος ονομάζεται το ενήλικο πρόσωπο που βρίσκεται σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης, συμπαραστατέος δε εκείνος που πρόκειται να υπαχθεί στο καθεστώς της δικαστικής συμπαράστασης. Δικαστικός συμπαραστάτης ή απλώς συμπαραστάτης καλείται το όργανο του θεσμού της δικαστικής συμπαράστασης, που αντιπροσωπεύει τον συμπαραστατούμενο στις δικαιοπραξίες του ή συναινεί σ’ αυτές[3]. Τέλος, προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης είναι το πρόσωπο το οποίο ασκεί καθήκοντα δικαστικού συμπαραστάτη πριν από την κίνηση της διαδικασίας της δικαστικής συμπαράστασης, κατά τη διάρκεια της και μέχρι την έναρξη του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη.
III. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ.
1. Η προστασία της προσωπικότητας και αξιοπρέπειας του πάσχοντα, σύμφωνα με τις Συνταγματικές επιταγές[4], είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του δικαίου της δικαστικής συμπαράστασης τόσο σε ουσιαστικό όσο και σε δικονομικό πεδίο[5]. Η παρεχόμενη προστασία και η διαδικασία παροχής της έχουν διαμορφωθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε εξαιτίας της πάθησής του να μην θίγεται η προσωπικότητα του, αλλά ούτε και να υφίσταται κάποια μείωση ή φαλκίδευση του[6]. Χάριν αυτής της προστασίας απαριθμούνται στο δίκαιο της δικαστικής συμπαράστασης επακριβώς και αποκλειστικά οι ειδικοί λόγοι[7], που, εφόσον ελεγχθεί δικαστικά η θετική συνδρομή τους στο πρόσωπο του πάσχοντα, οδηγούν στην μετάπτωσή του σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης, μέσα από την τήρηση μιας δικαστικής διαδικασίας.
2. Η εξασφάλιση της αυτοδιάθεσης του πάσχοντα και η δυνατότητα της αυτόβουλης διαμόρφωσης των σχέσεών του, χωρίς εξωτερικές επιδράσεις. Η αυτοδιάθεση δηλαδή εξασφαλίζεται, κατά κύριο λόγο, από τη δυνατότητα που παρέχει ρητά ο νόμος στο πρόσωπο, εφόσον έχει αυτή τη δυνατότητα, να υποδείξει το ίδιο στο δικαστήριο το δικαστικό συμπαραστάτη του[8].
3. Το συμφέρον του πάσχοντος προσώπου αποτελεί παράλληλα με την προστασία της προσωπικότητάς του το κυριότερο στοιχείο της δικαστικής συμπαράστασης[9]. Η δικαστική συμπαράσταση δεν επιβάλλεται για κανέναν άλλο λόγο παρά μόνο για να προστατεύσει τους πάσχοντες. Επομένως, το αληθινό συμφέρον (περιουσιακό ή ηθικό) του συμπαραστατέου πρέπει να αποτελέσει το γνώμονα όλων των ενεργειών που κατατείνουν στην εξυπηρέτηση του, γεγονός που καταγράφεται στη θεμελιώδη διάταξη του άρθρου 1684 ΑΚ: «Όλες οι πράξεις … πρέπει να αποβλέπουν στο συμφέρον του συμπαραστατουμένου…». Συνέπεια της παράβασης των ανωτέρω υποδείξεων είναι, ενδεχομένως, η θεμελίωση ευθύνης αποζημίωσης προς τον συμπαραστατούμενο, καθώς και λόγος παύσεως οργάνου ή μέλους οργάνου[10]. Απόρροια της αρχής αυτής είναι και ο περιορισμός των προσώπων τα οποία νομιμοποιούνται ενεργητικά[11] να επισπεύσουν τη θέση κάποιου σε δικαστική συμπαράσταση[12].
4. Η απόλυτη ελευθερία και ευρεία δικαιοδοσία του δικαστηρίου στην κλιμάκωση των αποτελεσμάτων της δικαστικής συμπαράστασης, ανάλογα με τη συγκεκριμένη περίπτωση κάθε ατόμου. Η ελευθερία αυτή του δικαστηρίου περιορίζεται και προσδιορίζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, βέβαια, από τις ανάγκες και τα συμφέροντα του συμπαραστατουμένου. Το ελαστικό, εξάλλου, καθεστώς της δικαστικής συμπαράστασης είναι σύμφωνο με τα πορίσματα της σύγχρονης ψυχιατρικής που επέβαλε τον εκσυγχρονισμό και άλλων ευρωπαϊκών νομοθεσιών.
IV. ΕΚΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΑΚΟΥΣΙΑ ΥΠΟΒΟΛΗ ΣΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ.
Η υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση, ανάλογα με τις προϋποθέσεις διακρίνεται: α) μόνο εκούσια, όταν η υποβολή σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης γίνεται μόνο με αίτηση του ίδιου του συμπαραστατούμενου[13] και, β) εκούσια και ακούσια, στην πρώτη περίπτωση όταν η υποβολή του προσώπου γίνεται με αίτηση του ιδίου, και στη δεύτερη περίπτωση όταν γίνεται από άλλο νομιμοποιούμενο πρόσωπο και του εισαγγελέα ή αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο[14].
V. ΟΙ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΤΕΩΝ.
Σε δικαστική συμπαράσταση υποβάλλεται ο ενήλικος (και όχι ο ανήλικος[15])[16] όταν: α) λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή λόγω σωματικής αναπηρίας αδυνατεί εν όλω ή εν μέρει να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του, καθώς και άτομα τρίτης ηλικίας που, λόγω της προχωρημένης τους ηλικίας, παρουσιάζουν εξασθένηση των διανοητικών ή σωματικών τους δυνάμεων[17], β) λόγω ασωτίας, τοξικομανίας ή αλκοολισμού, εκθέτει σε κίνδυνο της στέρησης τον εαυτό του, το σύζυγό του, τους κατιόντες του ή τους ανιόντες του και, γ) όταν πρόκειται για πρόσωπο το οποίο εκτίει ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον δύο (2) ετών.
VI. ΟΙ ΨΥΧΙΚΑ ΠΑΣΧΟΝΤΕΣ.
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 1666 ΑΚ, την πρώτη κατηγορία συμπαραστατέων, με την οποία θα ασχοληθούμε κυρίως στο παρόν άρθρο με αφορμή τα προβλήματα που συνάντησε η «ΚΛΙΜΑΚΑ» κατά την υλοποίηση προγραμμάτων αποασυλοποίησης, αποτελούν τα ενήλικα εκείνα πρόσωπα τα οποία «λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής» αδυνατούν συνολικά ή εν μέρει να φροντίζουν μόνα τους για τις υποθέσεις τους.
Προϋποθέσεις για την υπαγωγή ενός προσώπου της κατηγορίας αυτής σε εκούσια ή ακούσια (βλ. ανωτέρω κεφ. IV. υπό β’) δικαστική συμπαράσταση είναι:
α) ψυχική ή διανοητική διαταραχή (απλή, χρόνια κ.ά., αν αυτό υπαγορεύεται από το συμφέρον του συμπαραστατούμενου) του προσώπου και,
β) ολική ή μερική αδυναμία του προσώπου να φροντίζει μόνο του για τις υποθέσεις του τόσο προσωπικής όσο και περιουσιακής φύσεως, η οποία οφείλεται στην ψυχική ή διανοητική διαταραχή του.
VII. ΚΛΙΜΑΚΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ.
Το δικαστήριο, ανάλογα με τις ιδιομορφίες της κάθε ατομικής περίπτωσης, είναι ελεύθερο να αποφασίζει την υποβολή του πάσχοντος προσώπου σε ένα από τα ακόλουθα είδη της δικαστικής συμπαράστασης[18]:
1. Πλήρης στερητική δικαστική συμπαράσταση υπάρχει όταν το πρόσωπο κηρύσσεται ανίκανο για όλες τις δικαιοπραξίες και περιέχεται σε κατάσταση πλήρους δικαιοπρακτικής ανικανότητας, δικαιοπρακτεί δε μέσω του δικαστικού συμπαραστάτη του (βλ. υποσημ. 18, άρθρο 1676 εδ. α’ αριθμ. 1 ΑΚ). Βέβαια, στις δίκες που αφορούν τη δικαστική συμπαράσταση ή την υποβολή … σε ακούσια νοσηλεία…, είναι πλήρως ικανός να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, να επιχειρεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις, να επιχειρεί ή να δέχεται επιδόσεις κάθε είδους και να ασκεί ή να παραιτείται από ένδικα μέσα[19].
2. Μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση, στην περίπτωση αυτή το πρόσωπο κηρύσσεται ανίκανο για ορισμένες μόνο δικαιοπραξίες και περιέχεται σε κατάσταση περιορισμένης δικαιοπρακτικής ικανότητας, καταρτίζει δε τις δικαιοπραξίες για τις οποίες είναι ανίκανος (εκτός από τις προσωποπαγείς) μέσω του δικαστικού συμπαραστάτη του (βλ. υποσημ. 18, άρθρο 1676 εδ. α’ αριθμ. 1 ΑΚ). Επίσης, δεν μπορεί να επιχειρεί μόνος «χαριστικές δικαιοπραξίες, να εισπράττει απαιτήσεις και να παρέχει εξόφληση», εκτός εάν αυτές έχουν επιτραπεί ρητά στην απόφαση[20].
3. Πλήρης επικουρική δικαστική συμπαράσταση υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο, σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, για να επιχειρήσει οποιαδήποτε δικαιοπραξία και για να είναι αυτή ισχυρή χρειάζεται τη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη του και περιέχεται σε κατάσταση ολικής περιορισμένης δικαιοπρακτικής ικανότητας (βλ. υποσημ. 18, άρθρο 1676 εδ. α’ αριθμ. 2 ΑΚ), ενώ συγχρόνως, είναι περιορισμένα ανίκανος για όλες τις εν ζωή περιουσιακές δικαιοπραξίες, για το γάμο, όχι όμως για τη διαθήκη.
4. Μερική επικουρική δικαστική συμπαράσταση υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο, σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, για να επιχειρήσει ορισμένες δικαιοπραξίες, οι οποίες πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση, χρειάζεται ομοίως τη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη του και περιέχεται σε κατάσταση μερικής περιορισμένης δικαιοπρακτικής ικανότητας.
5. Συνδυασμός μερικής στερητικής και μερικής επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι το πρόσωπο θα τεθεί σε κατάσταση συνδυασμού μερικής στερητικής και μερικής επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης. Στην περίπτωση αυτή το πρόσωπο έχει περιορισμένη δικαιοπρακτική ικανότητα, η οποία μπορεί, ανάλογα με τις ρυθμίσεις της σχετικής δικαστικής απόφασης, να είναι ολική ή μερική. Το πρόσωπο είναι ανίκανο για τις δικαιοπραξίες στις οποίες αναφέρεται η στερητική δικαστική συμπαράσταση, ικανό με συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη για τις δικαιοπραξίες στις οποίες αναφέρεται η επικουρική δικαστική συμπαράσταση και πλήρως ικανό για τις λοιπές δικαιοπραξίες (εκτός αν η μερική στερητική και μερική επικουρική δικαστική συμπαράσταση καλύπτουν το σύνολο των δικαιοπραξιών).
VIII. Η ΑΝΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΤΟΥΜΕΝΟΥ.
Το δικαστήριο μπορεί να αναθέτει στον δικαστικό συμπαραστάτη, την επιμέλεια του προσώπου του συμπαραστατουμένου συνολικά ή εν μέρει[21]. Κατά την άσκηση όμως της επιμέλειας, ο δικαστικός συμπαραστάτης οφείλει να εξασφαλίζει στον συμπαραστατούμενο τη δυνατότητα να διαμορφώνει μόνος του τη ζωή του, εφόσον η κατάστασή του το επιτρέπει. Σε περίπτωση κατά την οποία η επιμέλεια δεν υπάγεται ρητά στην απόφαση της δικαστικής συμπαράστασης, τότε, ο συμπαραστατούμενος αυτός μόνος έχει την επιμέλεια του.
IX. ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΚΙΝΗΣΟΥΝ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ.
Σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε στο προγενέστερο δίκαιο, όπου ο καθένας που είχε έννομο συμφέρον μπορούσε να ζητήσει την υποβολή άλλου σε καθεστώς επιμέλειας, κατά το νέο δίκαιο συρρικνώθηκε ο κύκλος των προσώπων που νομιμοποιούνται να ζητήσουν την υποβολή κάποιου σε δικαστική συμπαράσταση.
Ειδικότερα: α) παρέχεται η δυνατότητα και στον ίδιο τον ψυχικά πάσχοντα ενήλικο να υποβάλλει αίτηση[22] για την υποβολή του σε δικαστική συμπαράσταση, όταν βέβαια δεν πάσχει από ψυχική διαταραχή βαριάς μορφής, β) ο σύζυγός του «εφόσον υπάρχει έγγαμη συμβίωση», γ) οι γονείς του συμπαραστατέου, ο καθένας τους αυτοτελώς, δ) τα τέκνα του συμπαραστατέου, ομοίως αυτοτελώς το κάθε τέκνο, ε) ο εισαγγελέας πρωτοδικών του αρμοδίου οικογενειακού δικαστηρίου και, στ) αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο[23] της συνήθους διαμονής του συμπαραστατέου.
Πρέπει να επισημάνουμε, ότι σκοπός της τελευταίας περίπτωσης, περί αυτεπάγγελτης κήρυξης της δικαστικής συμπαράστασης από το δικαστήριο, είναι να βοηθήσει στην προστασία εκείνων των ατόμων για τα οποία δεν υπάρχει φροντίδα, είτε λόγω ανυπαρξίας συζύγου ή στενών συγγενών, είτε λόγω αδιαφορίας.
X. ΚΑΘΗΚΟΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ.
Εξ’ αιτίας της προαναφερόμενης αυτεπάγγελτης δυνατότητας που έχει το δικαστήριο, για κίνηση της διαδικασίας της δικαστικής συμπαράστασης, διατυπώνεται στο άρθρο 1668 ΑΚ[24] σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 5 Ι, 1 και 2 του Π.Δ. 250/1999, καθήκον γραπτής[25] πληροφόρησης του δικαστηρίου σε εύλογο χρονικό διάστημα, για τα περιστατικά που μπορούν να συνεπάγονται την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, καθήκον το οποίο βαρύνει τους υπαλλήλους του δημοσίου, των Ο.Τ.Α., τους εισαγγελείς, τα όργανα των αρμοδίων κοινωνικών υπηρεσιών, τους προϊσταμένους των μονάδων ψυχικής υγείας και, επιπρόσθετα, τους ειδικούς επιστήμονες[26] που υπηρετούν στην περιφέρεια του δικαστηρίου το οποίο είναι αρμόδιο να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως της σχετικής περίπτωσης ή και σε μονάδες της ευρύτερης περιφέρειας.
XI. ΟΡΓΑΝΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Τα πρωτεύοντα όργανα της δικαστικής συμπαράστασης είναι: α) το οικογενειακό δικαστήριο, β) το εποπτικό συμβούλιο και γ) ο δικαστικός συμπαραστάτης.
1. Το οικογενειακό δικαστήριο καθίσταται ο τελικός εγγυητής της προστασίας των συμφερόντων του συμπαραστατουμένου και προσαρμόζει τη δικαστική συμπαράσταση και τη λειτουργία της στις πραγματικές ανάγκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. Η επικοινωνία του δικαστηρίου με τον συμπαραστατέο, ώστε να σχηματίσει άμεση αντίληψη, είναι κατ΄ αρχήν υποχρεωτική[27]. Επίσης, μπορεί να μην είναι απαραίτητη η προσωπική επικοινωνία του δικαστηρίου με τον συμπαραστατέο, όταν ο ίδιος ο συμπαραστατέος παρίσταται στο δικαστήριο. Το οικογενειακό δικαστήριο, ενδεικτικά, έχει αρμοδιότητα της επιλογής του είδους και της έκτασης της δικαστικής συμπαράστασης στο οποίο θα υπαχθεί το συγκεκριμένο πρόσωπο, να την μεταβάλει[28], σύμφωνα με το συμφέρον του συμπαραστατέου προσώπου[29] καθώς και να την αίρει [30]. Έχει, επίσης, αρμοδιότητα να ορίζει, να παύει και να αντικαθιστά τον δικαστικό συμπαραστάτη και τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου. Να επιλύει τυχόν διαφωνία μεταξύ του εποπτικού συμβουλίου και δικαστικού συμπαραστάτη.
2. Το Εποπτικό Συμβούλιο – Ο Ειρηνοδίκης. Το εποπτικό συμβούλιο είναι συλλογικό όργανο της δικαστικής συμπαράστασης με αποστολή την εποπτεία της δικαστικής συμπαράστασης και ειδικότερα την εποπτεία του έργου του δικαστικού συμπαραστάτη. Αποτελείται «από τρία έως πέντε μέλη, τα οποία διορίζονται με την ίδια απόφαση που διορίζει τον δικαστικό συμπαραστάτη από συγγενείς ή φίλους του συμπαραστατουμένου (εποπτικό συμβούλιο)»[31]. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις το ίδιο άρθρο παρέχει τη δυνατότητα στο δικαστήριο να διορίσει ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου και ένα όργανο της κοινωνικής υπηρεσίας ή να αναθέσει σε εξαιρετικές περιπτώσεις αποκλειστικά σ’ αυτό τα έργα του εποπτικού συμβουλίου[32]. Η εναλλακτική αυτή λύση προσφέρεται ιδίως σε περιπτώσεις που δεν υπάρχουν κατάλληλοι συγγενείς ή φίλοι ή συντρέχει άλλος σπουδαίος λόγος. Το εποπτικό συμβούλιο διορίζεται, κατ’ αρχήν, για όλο το χρονικό διάστημα της διάρκειας της δικαστικής συμπαράστασης και η θητεία του αρχίζει με την έκδοση της απόφασης που κηρύσσει την δικαστική συμπαράσταση και λήγει με την με οποιοδήποτε τρόπο λήξη της δικαστικής συμπαράστασης. Από τις σχετικές διατάξεις περί του εποπτικού συμβουλίου δεν προκύπτει ευθέως σε τι ακριβώς συνίσταται η «εποπτεία». Βέβαιο είναι, όμως, πως αυτή δεν πρέπει να έχει διακοσμητικό ρόλο. Το έργο του εποπτικού συμβουλίου θα πρέπει να συνίσταται στην παροχή ή όχι αδείας στον δικαστικό συμπαραστάτη να συναινέσει ή να μην συναινέσει στην επιχείρηση πράξεων από τον συμπαραστατούμενο. Στην περίπτωση προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη, τα έργα της εποπτείας της δικαστικής συμπαράστασης ασκεί ο ειρηνοδίκης»[33] του τόπου διαμονής του συμπαραστατουμένου καθώς, επίσης, στις περιπτώσεις εκείνες που τα έργα του δικαστικού συμπαραστάτη έχουν ανατεθεί σε σωματείο ή ίδρυμα ή στην Κοινωνική Υπηρεσία[34].
3. Ο Δικαστικός Συμπαραστάτης. Ο δικαστικός συμπαραστάτης είναι κατά κανόνα φυσικό πρόσωπο[35] (βλ. όμως και άρθρο 1671 ΑΚ, υποσημ. αριθμ. 33), ασκεί λειτούργημα[36], προσωποπαγές, μη υποχρεωτικό[37] και κατ’ αρχήν άμισθο[38]. Σ’ αυτόν ανατίθεται η νόμιμη αντιπροσώπευση του συμπαραστατουμένου (στην περίπτωση της στερητικής δικαστικής συμπαράστασης) ή η παροχή συναίνεσης σε ορισμένες πράξεις του συμπαραστατουμένου (στην περίπτωση της επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης). Ο δικαστικός συμπαραστάτης διορίζεται, κατ’ αρχήν κι αυτός, για όλο το χρονικό διάστημα της διάρκειας της δικαστικής συμπαράστασης και η θητεία του αρχίζει με την τελεσιδικία της απόφασης που τον διορίζει και λήγει με την με οποιοδήποτε τρόπο λήξη της δικαστικής συμπαράστασης. Το έργο του αναφέρεται στη διοίκηση, διαχείριση κ.λ.π., της περιουσίας του συμπαραστατουμένου. Είναι δυνατόν να υπάρχουν δύο ή και περισσότεροι συμπαραστάτες, λ.χ. να ανατεθεί στον έναν η διοίκηση της περιουσίας και στον άλλο η επιμέλεια του προσώπου του συμπαραστατουμένου. Ο δικαστικός συμπαραστάτης οφείλει να ασκεί το λειτούργημά του σύμφωνα με το νόμο και με γνώμονα το συμφέρον του συμπαραστατουμένου. Παράβαση των υποχρεώσεών του αυτών γεννά, εκτός άλλων, υποχρέωση για αποζημίωση του συμπαραστατουμένου ή των κληρονόμων του.
3.1 Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1669 ΑΚ, το δικαστήριο διορίζει ως δικαστικό συμπαραστάτη το φυσικό πρόσωπο που έχει προτείνει αυτός τον οποίο αφορά το μέτρο και το προτεινόμενο πρόσωπο κρίνεται κατάλληλο και μπορεί κατά το νόμο να διορισθεί. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν προτείνει κανέναν ή αν εκείνος ο οποίος προτάθηκε δεν κρίνεται κατάλληλος, τότε το δικαστήριο έχει την ελευθερία να προτείνει εκείνον που κρίνει ως πλέον κατάλληλο. Το δικαστήριο, πριν προβεί στο διορισμό του κατάλληλου προσώπου, λαμβάνει υπόψη του την τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου να αποκλεισθεί συγκεκριμένο πρόσωπο, τους δεσμούς του με τους συγγενείς του ή άλλα πρόσωπα και ιδίως με τους γονείς του, τα παιδιά του και τη σύζυγό του, καθώς και τον κίνδυνο από την τυχόν υφιστάμενη αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στον συμπαραστατέο και σε αυτόν που πρόκειται να διοριστεί.
3.2 Ενδεικτικά, ως προς τις πράξεις και υποχρεώσεις του δικαστικού συμπαραστάτη:
3.2.1 Στην επικουρική δικαστική συμπαράσταση και στις περιπτώσεις συναίνεσης του δικαστικού συμπαραστάτη, η οποία συμπληρώνει τη βούληση του συμπαραστατούμενου «παρέχεται εγγράφως, μόνο πριν από την επιχείρηση της πράξης». Σε περίπτωση κατά την οποία ο δικαστικός συμπαραστάτης «αρνείται να συναινέσει, αποφασίζει το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του συμπαραστατουμένου». Επίσης, «οι πράξεις του συμπαραστατουμένου, για τις οποίες ο νόμος απαιτεί τη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη, είναι άκυρες, αν επιχειρήθηκαν χωρίς αυτή τη συναίνεση. Την ακυρότητα προτείνει μόνο ο δικαστικός συμπαραστάτης, ο συμπαραστατούμενος και οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοί του» [39],
3.2.2 Απαγορεύονται στον δικαστικό συμπαραστάτη: α) οι χαριστικές δικαιοπραξίες σε βάρος της περιουσίας του συμπαραστατουμένου[40], β) η ιδιόχρηση της περιουσίας του συμπαραστατουμένου[41] κ.ά.,
3.2.3 Στη στερητική δικαστική συμπαράσταση έχει υποχρέωση: α) σύνταξης απογραφής[42], β) προκλήσεως προσδιορισμού ετήσιας δαπάνης[43], γ) επωφελούς τοποθέτησης μετρητών[44], δ) λογοδοσίας[45], στ) ενημέρωσης του δικαστηρίου[46] κ.ά.,
3.2.4 Πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη για τις οποίες απαιτείται προηγούμενη άδεια του εποπτικού συμβουλίου είναι: α) «… 1. να εκμισθώνει ή να μισθώνει ακίνητα, 2. να συνάπτει σύμβαση με αντικείμενο την παροχή της εργασίας του … ή σύμβαση μαθητείας, 3. να επιχειρεί και κάθε άλλη πράξη που υπερβαίνει τα όρια της τακτικής διαχείρισης, εφόσον αυτή δεν εμπίπτει στα άρθρα 1623, 1624 και 1625» (βλ. άρθρο 1619 ΑΚ), β) «…για σύναψη σύμβασης εργασίας και την άσκηση επαγγέλματος» (βλ. άρθρο 1620 ΑΚ), γ) για την διεξαγωγή δικών (άρθρο 1621 ΑΚ) κ.ά.,
3.2.5 Πράξεις για τις οποίες απαιτείται γνωμοδότηση του εποπτικού συμβουλίου και άδεια του δικαστηρίου είναι: α) «…: 1. να διαθέτει την περιουσία του … συνολικά ή κατά ένα μέρος της, 2. να εκποιεί ή να αποκτά με αντάλλαγμα ακίνητο ή εμπράγματο δικαίωμα σε ξένο ακίνητο, 3. να εκχωρεί απαίτηση που έχει αντικείμενο τη μεταβίβαση ακινήτου …, 4. να εκποιεί τους τίτλους και τα πολύτιμα αντικείμενα του άρθρου 1614, 5. να επιχειρεί οποιοδήποτε έργο σε ακίνητο … 6. να εκποιεί εμπορική, βιομηχανική ή άλλη επιχείρηση που περιλαμβάνεται στην περιουσία του … να αποφασίζει τη διάλυση και την εκκαθάρισή της, καθώς και να ιδρύει νέα επιχείρηση, 7. να εκμισθώνει ακίνητο του … για χρόνο που υπερβαίνει τα εννέα έτη, 8. να δανείζει ή να δανείζεται…» (βλ. άρθρο 1624 ΑΚ), β) «… 1. να αποποιείται κληρονομία ή να παραιτείται από τη νόμιμη μοίρα κληρονομίας … 2. να αποδέχεται κληροδοσία ή δωρεά που συνεπάγεται βάρη, 3. να αποποιείται κληροδοσία …» (βλ. άρθρο 1625 ΑΚ) κ.ά.,
3.2.6 Ο δικαστικός συμπαραστάτης δεν μπορεί να εκπροσωπήσει τον συμπαραστατούμενο: α) στην τέλεση γάμου, β) στο συναινετικό διαζύγιο, γ) στην τέλεση υιοθεσίας με την ιδιότητα του υιοθετούντος κ.ά, μπορεί, όμως, να τον εκπροσωπήσει: α) στην αγωγή ακυρώσεως γάμου του, β) στην αγωγή διαζυγίου, γ) στην πολιτική αγωγή για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη (ενεργητικά και παθητικά) κ.α.,
Σε περίπτωση κατά την οποία ο δικαστικός συμπαραστάτης δεν συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του, ευθύνεται σε αποζημίωση του συμπαραστατουμένου[47] και μπορεί να παυθεί[48].
4. Ο προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης[49]. Η κατάσταση του προσώπου η οποία υπαγορεύει την υποβολή του σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης υπάρχει τόσο πριν την έναρξη όσο και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας κηρύξεως του σε δικαστική συμπαράσταση. Το γεγονός αυτό καθιστά, σε πολλές περιπτώσεις, αναγκαία την προσωρινή θέση του προσώπου αυτού υπό επιμέλεια, έτσι ώστε να αντιμετωπίζονται επείγοντα ζητήματα, αλλά και να διασφαλίζεται η απρόσκοπτη συμμετοχή του στις συναλλαγές. Εξάλλου, λόγω της ρύθμισης του άρθρου 1681 ΑΚ[50], παρίσταται ανάγκη να υπάρχει δικαστικός συμπαραστάτης του προσώπου κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της δημοσίευσης της απόφασης η οποία κηρύσσει τη δικαστική συμπαράσταση και της τελεσιδικίας της.
5. Ο ειδικός δικαστικός συμπαραστάτης[51] είναι το πρόσωπο το οποίο διορίζεται για να υποκαταστήσει στα έργα του τον οριστικό ή/και προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη, όταν τα συμφέροντα συμπαραστατουμένου και δικαστικού συμπαραστάτη ή των προσώπων με τα οποία αυτός συνδέεται («… του συζύγου του, ή των συγγενών του σε ευθεία γραμμή εξ’ αίματος ή εξ’ αγχιστείας απεριόριστα και σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως το δεύτερο βαθμό…» άρθρο 1627 ΑΚ) συγκρούονται.
6. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατόν να βρεθεί το κατάλληλο φυσικό πρόσωπο, για να διοριστεί ως δικαστικός συμπαραστάτης, η δικαστική συμπαράσταση ανατίθεται σύμφωνα με το άρθρο 1671 ΑΚ[52], σε σωματείο ή ίδρυμα που έχουν συσταθεί ειδικά γι’ αυτό το σκοπό και διαθέτουν την κατάλληλη υποδομή και προσωπικό, διαφορετικά στην αρμόδια Κοινωνική Υπηρεσία[53]. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αντιμετωπίζεται η περίπτωση ατόμων ουσιαστικά εγκαταλελειμμένων.
XΙΙ. Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ.
Ο νόμος 2447/1996 προέβλεπε την ίδρυση σε κάθε Πρωτοδικείο μιας αυτοτελούς υπηρεσίας, της Κοινωνικής Υπηρεσίας[54]. Αυτή θα εξέφραζε την κρατική μέριμνα στο πεδίο των προσωπικών σχέσεων του πάσχοντα και θα είχε αφενός μεν βοηθητικό ρόλο στον έλεγχο της δράσης των άλλων οργάνων (συμπαραστάτη, εποπτικού συμβουλίου), αφετέρου δε θα επικουρούσε το έργο του οικογενειακού δικαστηρίου[55]. Ειδικότερα, προκειμένου το δικαστήριο να αποφασίσει την θέση του ενηλίκου σε δικαστική συμπαράσταση συνεκτιμά, αναφέρεται στο νόμο, την έκθεση της αρμόδιας Κοινωνικής Υπηρεσίας, σχετικά με την αναγκαιότητα του μέτρου και την καταλληλότητα του προσώπου που πρόκειται να διοριστεί ως δικαστικός συμπαραστάτης ή του σωματείου ή του ιδρύματος, στο οποίο πρόκειται να ανατεθεί η δικαστική συμπαράσταση[56]. Μέχρι και σήμερα, όμως, οι προβλεπόμενες στα άρθρα 49 επ. του ν. 2447/1996 Κοινωνικές Υπηρεσίες δεν έχουν ακόμα συγκροτηθεί. Προς διευκόλυνση της εκδίκασης των σχετικών υποθέσεων, ορίστηκε ότι «όπου ο νόμος απαιτεί την υποβολή στο δικαστήριο και την υποχρεωτική συνεκτίμηση από αυτό έκθεσης της Κοινωνικής Υπηρεσίας, αν η έκθεση αυτή δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα, το δικαστήριο δικάζει χωρίς έκθεση»[57].
Ταυτόχρονα, η μη σύσταση των κοινωνικών υπηρεσιών (ή έστω σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη θέση σε ισχύ του νέου δικαίου), αλλά και οι δυσκολίες που συνόδεψαν τις μεταβατικές ρυθμίσεις – λύσεις αποτέλεσαν, δυστυχώς, την αχίλλειο πτέρνα της μεταρρύθμισης, ενώ κατέστησαν αδρανές στην πράξη όλο το νομικό πλαίσιο της δικαστικής συμπαράστασης[58].
XΙΙΙ. ΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ.
Η δικαστική συμπαράσταση λήγει, αφενός μεν αυτοδικαίως στις περιπτώσεις θανάτου του συμπαραστατουμένου ή με την κήρυξή του σε αφάνεια, οπότε αυτός θεωρείται νεκρός και αφετέρου, με δικαστική απόφαση, η οποία αίρει την δικαστική συμπαράσταση, καταργεί δηλαδή το καθεστώς της δικαστικής συμπαράστασης, οπότε το πρόσωπο επανέρχεται από πλευράς δικαιοπρακτικής ικανότητας και επιμέλειας στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν πριν από την κήρυξη της δικαστικής συμπαράστασης[59]. Μετά τη λήξη της δικαστικής συμπαράστασης ο δικαστικός συμπαραστάτης είναι υποχρεωμένος σε απόδοση της περιουσίας στον συμπαραστατούμενο και σε λογοδοσία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου