ΔΙΑΚΟΠΗ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑΣ - 1750/2012 ΑΠΟΦ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

http://static-enet.toolip.gr/resources/2010-01/dikasthrio-thumb-large.jpg
Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013
Άρειος Πάγος Αριθμός Απόφασης: 1750 Κλάδος Δικαίου: Αστικό Έτος: 2012 Κύρια Εξειδίκευση: Χρησικτησία Εξειδικεύσεις: άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ - άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ
Σύντομη Περίληψη:
- Χρησικτησία. Η χρησικτησία διακόπτεται με... την έγερση, κατά του χρησιδεσπόζοντος ή κατέχοντος το πράγμα, διεκδικητικής αγωγής. Παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Έλλειψη νόμιμης βάσης.- Kατά το άρθρο 1049 ΑΚ η χρησικτησία διακόπτεται με την έγερση, κατά του χρησιδεσπόζοντος ή κατέχοντος το πράγμα, διεκδικητικής αγωγής. Η διακοπή αυτή επέρχεται μόνο υπέρ του ενάγοντος, οι δε διατάξεις για τη διακοπή της παραγραφής με την έγερση αγωγής εφαρμόζονται αναλόγως. Έτσι κατ'εφαρμογή της διατάξεως του 263 του ίδιου κώδικα, εφόσον ο ενάγων παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής ή αν η τελευταία απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς, όπως π.χ. λόγω αοριστίας, η διακοπή της χρησικτησίας θεωρείται μη επελθούσα, αλλά αν εντός εξαμήνου εγερθεί και πάλι η αγωγή, τότε η διακοπή της χρησικτησίας θα λειτουργήσει αναδρομικώς, ήτοι από του χρόνου εγέρσεως της προηγούμενης αγωγής. Ως εκ νέου άσκηση της αγωγής νοείται η έγερση καινούριας με την ίδια ιστορική και νομική αιτία. (ΑΠ 190/2008, ΑΠ 932/2007 ΕλΔνη 50, σελ.1073 και 1736). Περαιτέρω πρέπει να λεχθεί ότι αν και η διάταξη του άρθρου 1049 ΑΚ ομιλεί μόνο για την έγερση διεκδικητικής αγωγής, το νόημά της είναι ότι η χρησικτησία διακόπτεται όταν στο μέλλον να κτηθεί, βάσει αυτής, δικαίωμα, δηλαδή η κυριότητα γίνεται επίδικο. Επομένως διακοπή της χρησικτησίας επάγεται κάθε πράξη που απευθύνεται κατά του χρησιδεσπόζοντος και φέρει το δικαίωμα σε δικαστική διάγνωση, ανεξάρτητα με το δικονομικό τύπο, με τον οποίο εμφανίζεται η πράξη αυτή. Συνεπώς η χρησικτησία θα διακοπεί μόνον υπέρ του ενάγοντος και των διαδόχων του, είτε με την επίδοση αγωγής αναγνωριστικής κυριότητας του τελευταίου ή πουβλικιανής αγωγής η αγωγής διανομής κοινού πράγματος, είτε με την άσκηση ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως ή ανακοπής τρίτου στην αναγκαστική εκτέλεση (βλ. Κ.Παπαδόπουλου Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου σελ. 88, Βασίλη Τσούμα Νομική Βιβλιοθήκη σελ. 46 επ.).- Aπό τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 4/2005,Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1103/2011).- Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ελλείψει νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτή υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά η νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992). Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1103/2011).
Διατάξεις:
ΑΚ: 263, 1049,
ΚΠολΔ: 237, 269, 527, 559 αριθ. 1, 559 αριθ. 19,
Σχόλια
Δημοσίευση: INLAW, 2012, σελίδα 0, , σχολιαστής

Κείμενο
Αριθμός 1750/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. συζ. Α. Ν., το γένος Χ. Π., κατοίκου ΧΧΧ, 2) Ν. Π. του Α., κατοίκου ΧΧΧ, 3) Β. Π. του Α., κατοίκου ΧΧΧ, 4) Α. χήρας Σ. Π., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ΧΧΧ, 5) Α. Π. του Σ., κατοίκου ΧΧΧ, 6) Α. Π. του Σ., κατοίκου ΧΧΧ, 7) Μ. συζ. Ι. Γ., το γένος Α. Π., κατοίκου ΧΧΧ, Δ. χήρας Ε. Χ., κατοίκου ΧΧΧ, 9) Ν. Χ. του Ε., κατοίκου ΧΧΧ, και 10) Α. Χ. του Ε., κατοίκου ΧΧΧ, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. συζ. Β. Π., το γένος Γ. Π., κατοίκου ΧΧΧ, και 2) Α. Π. του Γ., κατοίκου ΧΧΧ, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βύρωνα Βοσκίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/10/2006 αγωγή των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23392/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 413/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/4/2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητες, όπως σημειώνεται παραπάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 7/9/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 13015/26.5.2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ΧΧΧ, ακριβές αντίγραφο της από 24-4-2010 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον υπογράφοντα την αναίρεση πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, (άρθρ. 143 παρ.3 ΚΠολΔ) μετά από παραγγελία του έχοντος ειδική πληρεξουσιότητα και παραστάντος κατ' άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ πληρεξουσίου δικηγόρου των επισπευδόντων τη συζήτηση αναιρεσιβλήτων.Συνεπώς, αφού οι αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία αυτών (άρθρ.576 παρ.2 ΚΠολΔ).Κατά το άρθρο 269 παρ.1 ΚΠολΔ - όπως τούτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2915/2001 και που εφαρμόζεται ως εκ του χρόνου ασκήσεως της εφέσεως στις 1-10-2008- βλ. άρθρα 24 και 12 ΕισΝ ΚΠολΔ και τα ταυτόσημα με αυτά αρθρ.72 παρ.4 και 2 Ν. 3994/2011- μέσα επίθεσης και άμυνας, εφόσον δεν είναι από εκείνα που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή που μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, προβάλλονται στην τακτική διαδικασία με τις προτάσεις, οι οποίες στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, κατά το άρθρο 237 παρ.1 εδ.α του ίδιου κώδικα, κατατίθενται το αργότερο είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Με τη δεύτερη παράγραφο της ίδιας διατάξεως προσδιορίζεται πότε τα μέσα αυτά (επίθεσης και άμυνας) μπορεί να προβληθούν, παραδεκτά, με τις προτάσεις ή και προφορικά μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης, ενώ κατά το άρθρο 527 είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη, ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν, μεταξύ άλλων, συντρέχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269, το δε απαράδεκτο τούτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (Ολ.ΑΠ 22/2005 ΝοΒ 55, 1087).Εξάλλου κατά το άρθρο 1049 ΑΚ η χρησικτησία διακόπτεται με την έγερση, κατά του χρησιδεσπόζοντος ή κατέχοντος το πράγμα, διεκδικητικής αγωγής. Η διακοπή αυτή επέρχεται μόνο υπέρ του ενάγοντος, οι δε διατάξεις για τη διακοπή της παραγραφής με την έγερση αγωγής εφαρμόζονται αναλόγως. Έτσι κατ'εφαρμογή της διατάξεως του 263 του ίδιου κώδικα, εφόσον ο ενάγων παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής ή αν η τελευταία απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς, όπως π.χ. λόγω αοριστίας, η διακοπή της χρησικτησίας θεωρείται μη επελθούσα, αλλά αν εντός εξαμήνου εγερθεί και πάλι η αγωγή, τότε η διακοπή της χρησικτησίας θα λειτουργήσει αναδρομικώς, ήτοι από του χρόνου εγέρσεως της προηγούμενης αγωγής. Ως εκ νέου άσκηση της αγωγής νοείται η έγερση καινούριας με την ίδια ιστορική και νομική αιτία. (ΑΠ 190/2008, ΑΠ 932/2007 ΕλΔνη 50, σελ.1073 και 1736). Περαιτέρω πρέπει να λεχθεί ότι αν και η διάταξη του άρθρου 1049 ΑΚ ομιλεί μόνο για την έγερση διεκδικητικής αγωγής, το νόημά της είναι ότι η χρησικτησία διακόπτεται όταν στο μέλλον να κτηθεί, βάσει αυτής, δικαίωμα, δηλαδή η κυριότητα γίνεται επίδικο. Επομένως διακοπή της χρησικτησίας επάγεται κάθε πράξη που απευθύνεται κατά του χρησιδεσπόζοντος και φέρει το δικαίωμα σε δικαστική διάγνωση, ανεξάρτητα με το δικονομικό τύπο, με τον οποίο εμφανίζεται η πράξη αυτή.Συνεπώς η χρησικτησία θα διακοπεί μόνον υπέρ του ενάγοντος και των διαδόχων του, είτε με την επίδοση αγωγής αναγνωριστικής κυριότητας του τελευταίου ή πουβλικιανής αγωγής η αγωγής διανομής κοινού πράγματος, είτε με την άσκηση ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως ή ανακοπής τρίτου στην αναγκαστική εκτέλεση (βλ. Κ.Παπαδόπουλου Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου σελ. 88, Βασίλη Τσούμα Νομική Βιβλιοθήκη σελ. 46 επ.).Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 4/2005,Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1103/2011).Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, από τους αναιρεσείοντες-ενάγοντες, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για ευθεία παράβαση των περί διακοπής του χρόνου χρησικτησίας διατάξεων, λόγω αποδοχής, του, για πρώτη φορά, προβληθέντος στην έκκλητη δίκη από τις αναιρεσίβλητες- εκκαλούσες εναγόμενες ισχυρισμού τους, ότι λόγω μη επανασκήσεως εντός έξι μηνών, από της τελεσίδικης απόρριψής της, προηγούμενης αγωγής τους με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, η επελθούσα με την άσκηση της προγενέστερης αυτής αγωγής διακοπή του χρόνου της χρησικτησίας, θεωρήθηκε ότι δεν είχε επέλθει.Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την από 13-10-2007 και με αριθμό πραξ. καταθ. 18486/19.4.07 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, αφού εξέθεταν τον τρόπο, με τον οποίο αυτοί και οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες, έχουν καταστεί συγκύριοι κατά τα αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά δύο ακινήτων, που βρίσκονται στην κτηματική περιοχή Δρυμού του Δήμου Μυγδονίας, ζητούσαν, επειδή οι εναγόμενες δεν συμφωνούσαν στην εξώδικη διανομή, τη λύση της μεταξύ τους κοινωνίας και λόγω του αδυνάτου και ασυμφόρου της αυτούσιας διανομής, την δια πλειστηριασμού πώληση των διανεμητέων ακινήτων και την μεταξύ τους και κατά το λόγο της μερίδας τους, διανομή του εκπλειστηριάσματος.Στο ιστορικό της αγωγής αυτής αναφερόταν ότι οι ίδιοι ενάγοντες (και μάλιστα οι πέντε πρώτοι και ο αποβιώσας δικαιοπάροχος των τριών τελευταίων Ευστάθιος Π.) άσκησαν προγενέστερα την υπ' αριθμ. καταθέσεως 14171/ΤΟ 2360/9-5-1991 αγωγή τους με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, επί της οποίας, αφού εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1134/91 πράξη περί αποδείξεων, οι οποίες και διεξήχθησαν, στη συνέχεια, μετά την επαναφορά της προς συζήτηση, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1835/1997 απόφαση που την απέρριψε ως αόριστη. Ο ισχυρισμός αυτός, που ορθά εκτιμώμενος ήταν ισχυρισμός περί μη διακοπής της παραγραφής του χρόνου χρησικτησίας, αφού υπαγόταν στο πραγματικό της ΑΚ 263, εκτιμήθηκε με την πρωτόδικη, υπ' αριθμ. 23292/2008 απόφαση, ως καθ' υποφοράν ένσταση διακοπής του χρόνου της χρησικτησίας και αφού έγινε δεκτή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η υποβληθείσα από τις εναγόμενες ένσταση ιδίας κυριότητος με την αιτιολογία "ότι από το 1983, οπότε ο δικαιοπάροχος των εναγομένων εκδήλωσε βούληση αντιποιήσεως της συννομής των εναγόντων έως την έγερση της προγενέστερης αυτής αγωγής, αλλά και παλαιότερης με αριθμό καταθ.1112/2801/15.6.90 (από την οποία σημειωτέον είχε χωρήσει παραίτηση) που διέκοψαν, κατά το άρθρο 1049 ΑΚ, την παραγραφή, δεν είχε συμπληρωθεί η κατά το άρθρο 1041 ΑΚ (εννοεί 1045 ΑΚ) απαιτουμένη εικοσαετία προς απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία".Το κεφάλαιο αυτό της πρωτόδικης απόφασης, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή, εξεκλήθη για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, μεταξύ άλλων, και γιατί η προγενέστερα ασκηθείσα, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία αγωγή, που απορρίφθηκε ως αόριστη δεν διέκοψε την χρησικτησία, αφού δεν επανασκήθηκε εντός έξι μηνών από της τελεσιδικίας της. Ήτοι οι εκκαλούσες δεν προέβαλαν το πρώτον με την έφεση ισχυρισμό που δεν είχαν υποβάλλει πρωτόδικα, αλλά αιτιολογούν την βασιμότητα του λόγου της εφέσεώς τους.Με την προσβαλλομένη απόφαση κρίθηκε επίσης εσφαλμένα, αλλά ως προς το θέμα αυτό με δύναμη πλέον δεδικασμένου, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένες αποφάσεις - Ολ.ΑΠ 1/2005, ΑΠ 369/2004 Ελ.Δικ.46, 1419 - ότι ο προαναφερθείς ισχυρισμός της αγωγής συνιστά καθ'υποφοράν ένσταση διακοπής της χρησικτησίας και στη συνέχεια κατ' αποδοχή του παραπάνω λόγου της εφέσεως απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμο. Ειδικότερα ως προς το θέμα αυτό η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, αμέσως αφού οι ανωτέρω αναφερόμενοι κληρονόμοι αποδέχθηκαν τις επαχθείσες σ' αυτούς κληρονομιές των γονέων τους Σ. και Α. Π. στη συνέχεια και στην προσπάθεια τους να αμυνθούν κατά των εναγομένων, οι Ν. Π. (2ος ενάγων), Μ. συζ. Ι. Γ., το γένος Α. Π. (5η ενάγουσα), Ε. Χ. ή Π. (δικαιοπάροχος των 6ης, 7ου και 8ης των εναγόντων), Σ. Π. (αρχικός 4ος ενάγων), Β. Π. (3ος ενάγων) και Μ. συζ. Α. Ν., το γένος Χ. Π. (1η ενάγουσα) άσκησαν κατ' αυτών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την με αριθμό καταθέσεως 14171/ΤΠ 2360/9-5-1991 αγωγή ζητώντας την διανομή των ανωτέρω επιδίκων ακινήτων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικώς η υπ' αριθμόν 1134/1991 πράξη του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκαν αποδείξεις και μετά την περάτωση αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 1835/24-1-1997 οριστική απόφαση του αυτού ως άνω Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η προαναφερόμενη αγωγή διανομής κοινών ακινήτων για τυπικούς λόγους, και δη ως αόριστη. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά σχετικά με την άσκηση της εν λόγω αγωγής διανομής, της έκδοσης της παραπάνω πράξεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της υπ' αριθμόν 1835/24-1-1997 οριστικής αποφάσεως του αυτού ως άνω δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η προγενέστερη αγωγή διανομής των ιδίων ακινήτων για τυπικούς λόγους (ως αόριστης) συνομολογούνται και από τους ενάγοντες με την υπό κρίση αγωγή τους. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως οι ενάγοντες δεν άσκησαν ένδικο μέσο ή νέα αγωγή για την ίδια νομική και ιστορική αιτία κατά των αυτών εναγομένων εντός έξι (6) μηνών από της τελεσιδικίας αυτής και ήδη μέχρι την 24-1-2000 είχε παρέλθει τριετία από την έκδοση της, τούτο δεν αρνούνται αυτοί (ενάγοντες) ειδικότερα. Και ναι μεν, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η άσκηση της αγωγής διανομής, ως εμπεριέχουσα αμφισβήτηση της κυριότητας, επιφέρει διακοπή της χρησικτησίας, αν όμως η αγωγή αυτή, όπως εν προκειμένω, απορριφθεί για τυπικούς λόγους για να επέλθει διακοπή της χρησικτησίας με την προγενέστερη αγωγή (με αριθμό καταθέσεως 14171/Τ0 2360/9-5-1991) θα έπρεπε να ασκηθεί νέα αγωγή από την τελεσιδικία αυτής με την ίδια νομική και ιστορική αιτία και κατά των αυτών εναγομένων, κάτι τέτοιο όμως δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα, ούτε εξάλλου ισχυρίζονται τούτο οι ενάγοντες, και συνεπώς η χρησικτησία δεν διακόπηκε αλλά συνέχισε να τρέχει σε βάρος των δικαιοπαρόχων τους." Με τις παραδοχές της όμως αυτές η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε ισχυρισμό που για πρώτη φορά υποβλήθηκε στο Εφετείο και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1049 και 263 ΑΚ περί διακοπής της χρησικτησίας και ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και κατ'εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί με τις αναφερόμενες παραπάνω, στον πρώτο λόγο, παραδοχές της αποφάσεως, έγινε δεκτό ότι δεν διακόπηκε η χρησικτησία των εναγομένων στα επίδικα, ενώ αυτή είχε διακοπεί κατά το χρόνο των επτά ετών που διάρκεσε η διεξαγωγή των αποδείξεων που είχαν διαταχθεί με την υπ' αριθμ. 1134/91 πράξη που είχε εκδοθεί επί της αναφερομένης παραπάνω στον πρώτο λόγο της αναιρέσεως υπ' αριθμ. καταθ. 14171/ΤΟ 2360/9-5-1991 αγωγής, επί της οποίας στην συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1835/1997 απόφαση που την απέρριψε ως αόριστη. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού με τις παραπάνω παραδοχές της η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε τις διατάξεις περί διακοπής του χρόνου της χρησικτησίας των άρθρων 1041, 261 και 263 ΑΚ, καθόσον οι συνέπειες ασκήσεως της αγωγής του άρθρου 261 ΑΚ, αναιρούνται κατά το άρθρο 263 ΑΚ αν η αγωγή, όπως στην προκειμένη περίπτωση απορριφθεί ως αόριστη και δεν επανασκηθεί εντός έξι μηνών (ΑΠ 190/2008, ΑΠ 932/2007). Ειδικότερα το άρθρο 261 ΑΚ ορίζει ότι "την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Ενόψει τούτων η απόρριψη στην προκειμένη περίπτωση της προγενέστερα ασκηθείσας αγωγής ως αόριστης και η μη επανάσκησή της μέσα στην προαναφερθείσα προθεσμία των έξι μηνών, έχει ως αποτέλεσμα την άρση των συνεπειών της προκληθείσας, με την έγερσή της, επιδικίας και συνακόλουθα τον μη υπολογισμό του χρόνου διάρκειας της διαδικαστικής πράξεως της διεξαγωγής αποδείξεων, ως χρόνου διακοπής της παραγραφής.Κατά το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ελλείψει νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτή υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά η νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992). Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1103/2011).Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί διαλαμβάνει ανεπαρκή, αλλά και αντιφατική αιτιολογία για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα κατά το λόγο αυτό οι επίμαχες παραδοχές της αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: "ούτε τέλος και αναιρούνται από την υπ' αριθμ. ΧΧΧ/2-4-01 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Ισμήνης Μιχελάκη, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκ. Νεαπόλεως στον τόμο 48, με αρ. ΧΧΧ, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες και από την οποία φέρεται ότι οι εναγόμενες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιά του πατέρα τους και της ήδη αποβιώσασας μητέρας τους Δ. χήρας Γ. Π., το γένος Χ.Χ., στην οποία περιλαμβάνεται και το ακίνητο "αγρός", κείμενο στη θέση "Φουρνούδια" και δη κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμιά, παρότι κατά την ως άνω ένστασή τους "ιδίας κυριότητας", εκάστη τούτων νεμόταν με διάνοια κυρίου ξεχωριστό ακίνητο και δη η πρώτη το δεύτερο εκτάσεως 1.500 τμ, η δε δεύτερη το πρώτο 4.500 τ.μ.Οι παραδοχές όμως αυτές της αποφάσεως δεν περιέχουν ισχυρισμούς με αυτοτελή ύπαρξη, που να τείνουν στην κατάλυση του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος, αλλά περιέχουν πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης επιδεχόμενη μομφή της επικαλούμενης διάταξης του αρ.19 του άρθρου 559. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ενόψει τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβληθεισών (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. καταθ. 149/30.4.2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 413/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβληθεισών, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια