ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗ - ΓΙΑ ΕΚΤΑΚΤΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ (ΧΑΡΑΤΣΙ)

Ενώπιον
ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ  ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Προσφυγή – Ανακοπή
του ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ του ΧΧΧΧΧΧ, κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός ΧΧΧΧΧ ΧΧ (ΑΦΜ ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ – ΔΟΥ Α` Θεσσαλονίκης)
κατά
του Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Προϊστάμενο της ΔΥΟ Α`  Θεσσαλονίκης
και κατά
του από 30-6-2009 ε.....
κκαθαριστικού σημειώματος (αριθμός χρηματικού καταλόγου Χ/ΧΧ – ημερομηνία βεβαίωσης 30-6-2009 – αριθμός δήλωσης ΧΧΧΧΧ) έκτακτης οικονομικής εισφοράς φυσικών προσώπων (άρθρο 18 Ν. 3758/2009) του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
Θεσσαλονίκη 27-7-2009
Με την προσβαλλόμενη πράξη μου καταλογίζεται κατ’ άρθρο 18 του Ν. 3758/2009 έκτακτη εισφορά (πληρωτέα μέχρι 31-7-2009) για τα δηλωθέντα εισοδήματά μου της χρήσης 2007 ποσού 10.000,00 ευρώ. Σημειωτέο ότι εν προκειμένω τμήμα των συνολικά δηλωθέντων, όπως ευθέως αποδεικνύεται από το προσβαλλόμενο εκκαθαριστικό, και συγκεκριμένα το ποσό των ΧΧΧΧΧΧΧ ευρώ, αποτελεί ποσό που δηλώθηκε ως αυτοτελώς φορολογούμενο (έχει δηλαδή ήδη φορολογηθεί) και προέρχεται από τη συμμετοχή μου στην ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ».
Η προσφυγή – ανακοπή  μου πρέπει να γίνει δεκτή για τους παρακάτω λόγους, καθώς και για όσους νόμιμα και εμπρόθεσμα θα προσθέσω. Συγκεκριμένα:
1. ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ Η ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΕΠΙΒΟΛΗ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ ΩΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΗ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 78 ΠΑΡ.2 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Το νομοθετικό πλαίσιο:
Κατά το άρθρο 78 παρ.2 του Συντάγματος φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε.
Με τη διάταξη του άρθρου 18 του Ν. 3758/2009 (ΦΕΚ Α 68/5-5-2009) επιβάλλεται έκτακτη εφάπαξ εισφορά στο εισόδημα φυσικών προσώπων. Κατά τη διάταξη της παρ. 1β του ως άνω άρθρου για την επιβολή της εισφοράς λαμβάνεται υπόψη το συνολικό καθαρό εισόδημα, πραγματικό ή τεκμαρτό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο του φυσικού προσώπου ή της σχολάζουσας κληρονομίας των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2008, εφόσον αυτό είναι άνω των εξήντα χιλιάδες ευρώ.
Το άρθρο 18 προβλέπει επίσης ότι : α) η εισφορά αυτή βεβαιώνεται οίκοθεν από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ που είναι αρμόδιος για τη φορολογία του φυσικού προσώπου, β) εκδίδεται εκκαθαριστικό σημείωμα για τον υπολογισμό της εισφοράς, το οποίο αποστέλλεται στον υπόχρεο και γ) η προθεσμία και η άσκηση της προσφυγής δεν αναστέλλουν τη βεβαίωση και την είσπραξη της οφειλής.
Κατά το άρθρο 19 του Ν. 3758/2009 η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις του.
Σύμφωνα με την ΠΟΛ 1075/2009 σε περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά του εκκαθαριστικού σημειώματος έκτακτης εισφοράς (που επέχει θέση και ατομικής ειδοποίησης) δεν θα έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα στην παρ.6 του άρθρου 74 του Ν. 2238/1994, περί βεβαιώσεως ποσοστού 10% του αμφισβητούμενου ποσού, αλλά θα βεβαιώνεται ταμειακά το σύνολο της επιβληθείσας έκτακτης εισφοράς, παρά την άσκηση προσφυγής, γεγονός που σημαίνει ότι η μη εμπρόθεσμη καταβολή συνεπάγεται την επιβολή προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής για το σύνολο του ποσού, τη μη λήψη φορολογικής ενημερότητας κλπ.  
Σχετική νομολογία:
Με την ΟλΣτΕ 601/2003 (ΝΟΜΟΣ) κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 18 παρ.7 του Ν. 2166/1993, με την οποία θεσπίζεται η φορολόγηση αποθεματικών αλλοδαπών επιχειρήσεων, ανεξάρτητα από το χρόνο κτήσεως των κερδών ή σχηματισμού των αποθεματικών, αντιβαίνει στο άρθρο 78 παρ.2 του Συντάγματος, καθώς επιβάλλει αναδρομικά φορολογικό βάρος που δεν υπήρχε κατά το χρόνο σχηματισμού των αποθεματικών και, επομένως, κατά το μέρος που καταλαμβάνει κέρδη ή αποθεματικά που σχηματίστηκαν πριν από την 1-1-1992 , είναι ανίσχυρη και ανεφάρμοστη.
Σύμφωνα με την ΟλΣτΕ 2860/2003 (ΝΟΜΟΣ, βλ. και ΣτΕ 2861/2006) αντιβαίνει στο άρθρο 78 παρ.2 του Συντάγματος η διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 2120/1993, με την οποία  καθορίστηκε ειδικός, υποχρεωτικός τρόπος περαίωσης εκκρεμών υποθέσεων φόρου ακίνητης περιουσίας των ετών έως και το 1992, καθώς προσδίδεται σ’ αυτήν  αναδρομική ισχύς εκτεινόμενη πέραν του προηγούμενου από της θεσπίσεώς της οικονομικού έτους.
Κατά τις ΣτΕ 327/2006 και 1107/2007 (ΝΟΜΟΣ), η διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2343/1995, που επίσης καθορίζει ειδικό, υποχρεωτικό τρόπο περαίωσης εκκρεμών υποθέσεων φόρου ακίνητης περιουσίας των ετών έως και το 1992, αντίκειται στο άρθρο 78 παρ.2 του Συντάγματος ως έχουσα αναδρομική ισχύ εκτεινόμενη πέραν του προηγούμενου από της θεσπίσεώς της οικονομικού έτους.  
Με την ΔΕφΑθ 1844/2005 (ΝΟΜΟΣ) κρίθηκε ότι η νομοθετική παράταση παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς επιβολή φόρου μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής αντίκειται στο άρθρο 78 παρ.2 του Συντάγματος, διότι ισοδυναμεί με αναδρομική επιβολή φόρου (ανίσχυρη κρίθηκε η διάταξη του άρθρου 85 παρ.1 του Ν. 2676/1999).  
Τέλος, το δικαστήριό σας με την ΔΠρΘ 1357/2005 (ΝΟΜΟΣ) έκρινε ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 78 παρ.2 του Συντάγματος, ο επιβληθείς με τις διατάξεις του άρθρου 45 παρ.1 του Ν. 2873/2000 και του άρθρου 22 του Ν. 2954/2001 φόρος δεν μπορεί να ανατρέξει σε χρόνο προγενέστερο από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε.
Το πνεύμα της επίμαχης συνταγματικής ρύθμισης, όπως ερμηνεύεται πάγια από τα διοικητικά δικαστήρια όλων των βαθμίδων, συνίσταται στη γενική αρχή της απαγόρευσης της αυθαίρετης (δηλαδή της εκτεινόμενης πέραν του προηγούμενου από της θεσπίσεως της επίμαχης κάθε φορά διάταξης οικονομικού έτους) αναδρομικής επιβολής φορολογικών βαρών, καθώς είναι δυνατό αυτή (δηλαδή η  αναδρομική επιβολή φορολογικού βάρους) κατά περίπτωση να έχει ως συνέπεια την επαύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης του φορολογούμενου. Η διάταξη του άρθρου 78 παρ.2 του Συντάγματος αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της προστατευόμενης ή δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη, που επιτάσσει την αποφυγή  της απρόβλεπτης ανατροπής καταστάσεων, εννόμων σχέσεων και δικαιολογημένων προσδοκιών του φορολογούμενου, βάσει των οποίων αυτός έχει προγραμματίσει και υλοποιεί την οικονομική και επαγγελματική του ελευθερία».
Υπαγωγή στην επίδικη υπόθεση:  
Είναι φανερό ότι με την παράγραφο 1β του άρθρου 18 του Ν. 3758/2009 (ΦΕΚ Α 68/5-5-2009) επιβάλλεται φορολογική επιβάρυνση στα καθαρά εισοδήματα της χρήσης 2007 (οικονομικό έτος 2008) που υπερβαίνουν το ποσό των 60.000 ευρώ. Η επίμαχη διάταξη ψηφίστηκε και τέθηκε σε ισχύ εντός του 2009 (οικονομικό έτος 2010). Επομένως , δυνάμει της συνταγματικής αρχής του άρθρου 78 παρ.2 , φορολογικό βάρος με νόμο του 2009 , θα μπορούσε να επιβληθεί για τα εισοδήματα της χρήσης 2008 (οικονομικό έτος 2009) και όχι προγενέστερης. 
2. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ 
Κατά το άρθρο 4 παρ.5 του Συντάγματος οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.
Στην παρ. 2 του άρθρου  18 του Ν.3758/2009 καθορίζεται ο τρόπος κλιμάκωσης  της έκτακτης εισφοράς: ποσό εισφοράς 1.000,00 ευρώ για ετήσιο συνολικό εισόδημα 60.001,00 μέχρι 80.000,00 ευρώ, ποσό εισφοράς 2.000,00 ευρώ για ετήσιο συνολικό εισόδημα 80.001,00 μέχρι 100.000,00 ευρώ κλπ.
Είναι εμφανές ότι με την επίμαχη διάταξη καθιερώνεται η φορολογική ανισότητα των φορολογουμένων, καθώς η κλιμάκωση και το ποσό της έκτακτης εισφοράς ανά εισοδηματική κατηγορία είναι αυθαίρετη και δυσανάλογη (και αυτό χωρίς προφανή αιτιολογία). Έτσι ο φορολογούμενος που δήλωσε καθαρό εισόδημα 60.000,00 ευρώ δεν επιβαρύνεται με την εν λόγω εισφορά, ενώ όποιος δήλωσε  εισόδημα 1 ευρώ παραπάνω   υπόκειται σε εισφορά ποσού 1.000,00 €.
3. Η ΕΚΤΑΚΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΑΛΛΑΣΣΟΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
Στην επίμαχη έκτακτη εισφορά υπάγονται  και έσοδα απαλλασσόμενα της φορολογίας επ’ ονόματι των φυσικών προσώπων ή αυτοτελώς φορολογηθέντα με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης (π.χ. μερίσματα, τόκοι κλπ), τα οποία, εναπόκειται στη  διακριτική  ευχέρεια  κάθε   φορολογούμενου,  αν  θα περιληφθούν στην υποβαλλόμενη από αυτόν  δήλωση φορολογίας εισοδήματος του αντίστοιχου έτους.
Ωστόσο, ο υπολογισμός της έκτακτης εισφοράς και επί εσόδων αυτών συνιστά παραβίαση της θεσπισθείσας με την παρ.2 του άρθρου 4 του Συντάγματος αρχής της ίσης μεταχείρισης, κατά την οποία «οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις», καθώς  ο συνυπολογισμός των εν λόγω εσόδων οδηγεί  σε προφανή άνιση μεταχείριση τον φορολογούμενο που τα περιέλαβε στη δήλωση του και αυτόν που εξίσου νομίμως (δεδομένου ότι δε θεσπίζεται σχετική υποχρέωση δήλωσης τους) δεν τα δήλωσε καθόλου.
Παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας αποτελεί ασφαλώς και η υπό της άνω διατάξεως επιβολή της εισφοράς μόνο σε φυσικά πρόσωπα, ενώ τα νομικά πρόσωπα, τα οποία κατά τεκμήριο έχουν ασύγκριτα  μεγαλύτερα φοροδοτική ικανότητα, δεν υπάγονται στην άνω εισφορά, εξαιρούμενα οιασδήποτε συμμετοχής στο εκτάκτως επιβαλλόμενο φορολογικό βάρος.
ΕΠΕΙΔΗ σύμφωνα με τη νέα διάταξη του άρθρου 227 παρ.3 ΚΔΔ η ανακοπή κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης μπορεί να σωρευθεί κυρίως ή επικουρικώς , στο ίδιο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο με την κατά το άρθρο 63 παρ.1 προσφυγή κατά της πράξης που συνιστά τίτλο με βάση τον οποίο έγινε η βεβαίωση. Στην περίπτωση αυτή , εφόσον η προσφυγή ασκείται εμπροθέσμως, λογίζεται πάντοτε εμπρόθεσμη και η ανακοπή. Η καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητα προσδιορίζεται κατά τις διατάξεις που διέπουν την προσφυγή.
ΕΠΕΙΔΗ η  προσβαλλόμενη πράξη επιβολής έκτακτης εισφοράς είναι μη νόμιμη , ουσιαστικά πλημμελής  και  ακυρωτέα, όπως και η σχετική πράξη ταμειακής βεβαίωσης.
ΕΠΕΙΔΗ αντίκλητό μου διορίζω το δικηγόρο Θεσσαλονίκης ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ (ΑΜ ΧΧΧΧ, οδός ΧΧΧΧΧΧΧ ΧΧ).
ΕΠΕΙΔΗ η προσφυγή μου πρέπει να γίνει δεκτή.
ΓΙ ΑΥΤΟ
και με την επιφύλαξη των νομίμων δικαιωμάτων μου και όσων κατά τη συζήτηση θα προσθέσω
ΖΗΤΩ
Να γίνει δεκτή η προσφυγή μου. Να ακυρωθεί ή να τροποποιηθεί η προσβαλλόμενη  πράξη   επιβολής έκτακτης εισφοράς. Να διαταχθεί, σε περίπτωση ευδοκίμησης της παρούσας, η νομιμότοκη επιστροφή ως αχρεωστήτως καταβληθέντος κάθε ποσού που θα έχω τυχόν καταβάλει. Να γίνει δεκτή η ανακοπή μου. Να ακυρωθεί ο με αριθμό Χ/ΧΧ/30-6-2009 χρηματικός κατάλογος. Να καταδικαστεί το αντίδικο στη δικαστική μου δαπάνη.
Ο πληρεξούσιος  δικηγόρος
Β. ΣΧΕΔΙΟ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ
Ενώπιον
ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ  ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Αίτηση αναστολής
του ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ του ΧΧΧΧΧΧ, κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός ΧΧΧΧΧ ΧΧ (ΑΦΜ ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ – ΔΟΥ Α` Θεσσαλονίκης)
κατά
του Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Προϊστάμενο της ΔΥΟ Α`  Θεσσαλονίκης
και κατά
του από 30-6-2009 εκκαθαριστικού σημειώματος (αριθμός χρηματικού καταλόγου Χ/ΧΧ – ημερομηνία βεβαίωσης 30-6-2009 – αριθμός δήλωσης ΧΧΧΧΧ) έκτακτης οικονομικής εισφοράς φυσικών προσώπων (άρθρο 18 Ν. 3758/2009) του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
Θεσσαλονίκη 27-7-2009
Κατά της παραπάνω προσβαλλόμενης πράξης κατέθεσα την από 27-7-2009 προσφυγή-ανακοπή μου, η οποία που έχει ως εξής:
[Ακολουθεί παράθεση του δικογράφου]
ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ
Κατά το άρθρο 202 παρ.1 εδ.β ΚΔΔ η αίτηση αναστολής μπορεί να απορριφθεί, αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντα, των συμφερόντων τρίτων και του δημοσίου συμφέροντος , κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντα. Στην παρ. 2 όμως του ίδιου άρθρου ορίζεται περαιτέρω ότι αν το δικαστήριο εκτιμά ότι η προσφυγή είναι προδήλως βάσιμη, μπορεί να δεχτεί την αίτηση αναστολής, ακόμη κι αν η βλάβη του αιτούντα από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης δεν κρίνεται ως ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη.  
Είναι φανερό, ότι αν η προσφυγή είναι προδήλως βάσιμη, χορηγείται αναστολή ανεξαρτήτως βλάβης και, επομένως, δεν γίνεται καμία στάθμιση της βλάβης προς τα συμφέροντα τρίτων ή προς το δημόσιο συμφέρον, καθώς δεν υφίσταται άξιο προστασίας δημόσιο συμφέρον, όταν πρόκειται για προφανώς παράνομη πράξη, η οποία τελικά δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. 
Το ΣτΕ στις ακυρωτικές διαφορές πιθανολογεί την ευδοκίμηση της αίτησης ακύρωσης και δέχεται την αίτηση αναστολής, ακόμη κι αν η βλάβη του αιτούντος δεν κρίνεται ως ανεπανόρθωτη ή δυσεπανόρθωτη, πράγμα που ερμηνευτικά σημαίνει ότι στην προδήλως βάσιμη αίτηση ακύρωσης η στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος εύλογα παραλείπεται. Κατά τη νομολογία της Επιτροπής Αναστολών του ΣτΕ (ΕΑΣτΕ) η προδήλως παράνομη διοικητική πράξη δεν πρέπει να εκτελεστεί, ακόμη κι αν η βλάβη του αιτούντος μπορεί να αποκατασταθεί (βλ. Β. Σκουρή, Η δικαστική αναστολή εκτελέσεως των διοικητικών πράξεων, σελ. 92). Μάλιστα, η αντισυνταγματικότητα της κρίσιμης διάταξης ως λόγος αναστολής έχει γίνει δεκτή από την ΕΑΣτΕ (βλ. ΕΑ 188-189/1973 και ΕΑ 80 και 104/1965). 
Εξάλλου ως ανεπανόρθωτη βλάβη θεωρείται και η ηθική βλάβη. Τέτοια υφίσταται εξ αντικειμένου, όταν επιβάλλεται αναδρομικά σε ευθεία αντίθεση προς το Σύνταγμα φορολογικό βάρος, καθώς ο φορολογούμενος πολίτης κινδυνεύει να καταστεί οφειλέτης του Δημοσίου (με όλες τις γνωστές δυσμενείς συνέπειες) δυνάμει αντισυνταγματικής διάταξης.
Εν προκειμένω η επίμαχη διάταξη του άρθρου 18 του Ν. 3758/2009 πάσχει πολλαπλά ως προς τη συμβατότητά της με το Σύνταγμα, ωστόσο η προφανής αντισυνταγματικότητά της έγκειται κυρίως στην αναδρομική επιβολή (εκτεινόμενη  πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε) φορολογικής επιβάρυνσης (βλ. και πάλι την προαναφερόμενη πάγια σχετική νομολογία του ΣτΕ και των ΤΔΔ). 
Εξάλλου η επίκληση λόγων, που άπτονται της άμεσης ανάγκης εσόδων για το Δημόσιο, δεν συνιστούν επιχείρημα, όταν πρόκειται για προφανώς αντισυνταγματική διάταξη, καθώς το δημόσιο συμφέρον βλάπτεται μεσοπρόθεσμα, διότι το Δημόσιο θα υποχρεωθεί να επιστρέψει, και μάλιστα, έντοκα (με την ευδοκίμηση των προσφυγών που κατατίθενται), ό,τι θα έχει τυχόν καταβληθεί δυνάμει της αντισυνταγματικής διάταξης. Επομένως, μάλλον ζημία υφίσταται παρά δημόσια ωφέλεια. Τέλος η άμεση ανάγκη είσπραξης ποσών αυθαίρετα και με μέσα αθέμιτα, επίσης, δεν συναρτάται με το δημόσιο συμφέρον, διότι έτσι παραβιάζεται η αρχή της νομιμότητας, κυριαρχεί η σκοπιμότητα της στιγμής και ανατρέπεται κάθε έννοια εύρυθμης λειτουργίας της πολιτείας μας.
ΕΠΕΙΔΗ υφίσταμαι και σοβαρή οικονομική βλάβη, θα προσκομίσω δε τα πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία.
ΕΠΕΙΔΗ η επίκληση της συνδρομής των λόγων δημοσίου συμφέροντος γίνεται από το Δημόσιο που φέρει το βάρος ειδικά αιτιολογημένης εξειδίκευσής-απόδειξής τους, αναφερόμενης σε άμεσο και τρέχον οικονομικό πρόβλημα που δημιουργείται από τη χορήγηση της αναστολής (ΔΠρΑθ 953/1999 ΔΦΝ 2000/1515).
ΕΠΕΙΔΗ αντίκλητό μου διορίζω    το δικηγόρο Θεσσαλονίκης ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ (ΑΜ ΧΧΧΧ), οδός ΧΧΧΧΧΧΧ ΧΧ (τηλ. ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ).
ΓΙ ΑΥΤΟ
και με την επιφύλαξη των νομίμων δικαιωμάτων μου και όσων κατά τη συζήτηση θα προσθέσω
ΖΗΤΩ
Να γίνει δεκτή η αίτησή μου. Να ανασταλεί η προσβαλλόμενη πράξη επιβολής έκτακτης εισφοράς και η σχετική πράξη ταμειακής βεβαίωσής της μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας προσφυγής – ανακοπής μου.  Να μου χορηγηθεί προσωρινή διαταγή αναστολής, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της παρούσας. Να καταδικαστεί το αντίδικο στη δικαστική μου δαπάνη.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος

Ενώπιον
ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ  ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Αίτηση αναστολής
του ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ του ΧΧΧΧΧΧ, κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός ΧΧΧΧΧ ΧΧ (ΑΦΜ ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ – ΔΟΥ Α` Θεσσαλονίκης)
κατά
του Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Προϊστάμενο της ΔΥΟ Α`  Θεσσαλονίκης
και κατά
του από 30-6-2009 εκκαθαριστικού σημειώματος (αριθμός χρηματικού καταλόγου Χ/ΧΧ – ημερομηνία βεβαίωσης 30-6-2009 – αριθμός δήλωσης ΧΧΧΧΧ) έκτακτης οικονομικής εισφοράς φυσικών προσώπων (άρθρο 18 Ν. 3758/2009) του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
Θεσσαλονίκη 27-7-2009
Κατά της παραπάνω προσβαλλόμενης πράξης κατέθεσα την από 27-7-2009 προσφυγή-ανακοπή μου, η οποία που έχει ως εξής:
[Ακολουθεί παράθεση του δικογράφου]
ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ
Κατά το άρθρο 202 παρ.1 εδ.β ΚΔΔ η αίτηση αναστολής μπορεί να απορριφθεί, αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντα, των συμφερόντων τρίτων και του δημοσίου συμφέροντος , κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντα. Στην παρ. 2 όμως του ίδιου άρθρου ορίζεται περαιτέρω ότι αν το δικαστήριο εκτιμά ότι η προσφυγή είναι προδήλως βάσιμη, μπορεί να δεχτεί την αίτηση αναστολής, ακόμη κι αν η βλάβη του αιτούντα από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης δεν κρίνεται ως ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη.
Είναι φανερό, ότι αν η προσφυγή είναι προδήλως βάσιμη, χορηγείται αναστολή ανεξαρτήτως βλάβης και, επομένως, δεν γίνεται καμία στάθμιση της βλάβης προς τα συμφέροντα τρίτων ή προς το δημόσιο συμφέρον, καθώς δεν υφίσταται άξιο προστασίας δημόσιο συμφέρον, όταν πρόκειται για προφανώς παράνομη πράξη, η οποία τελικά δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον.   
Το ΣτΕ στις ακυρωτικές διαφορές πιθανολογεί την ευδοκίμηση της αίτησης ακύρωσης και δέχεται την αίτηση αναστολής, ακόμη κι αν η βλάβη του αιτούντος δεν κρίνεται ως ανεπανόρθωτη ή δυσεπανόρθωτη, πράγμα που ερμηνευτικά σημαίνει ότι στην προδήλως βάσιμη αίτηση ακύρωσης η στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος εύλογα παραλείπεται. Κατά τη νομολογία της Επιτροπής Αναστολών του ΣτΕ (ΕΑΣτΕ) η προδήλως παράνομη διοικητική πράξη δεν πρέπει να εκτελεστεί, ακόμη κι αν η βλάβη του αιτούντος μπορεί να αποκατασταθεί (βλ. Β. Σκουρή, Η δικαστική αναστολή εκτελέσεως των διοικητικών πράξεων, σελ. 92). Μάλιστα, η αντισυνταγματικότητα της κρίσιμης διάταξης ως λόγος αναστολής έχει γίνει δεκτή από την ΕΑΣτΕ (βλ. ΕΑ 188-189/1973 και ΕΑ 80 και 104/1965). 
Εξάλλου ως ανεπανόρθωτη βλάβη θεωρείται και η ηθική βλάβη. Τέτοια υφίσταται εξ αντικειμένου, όταν επιβάλλεται αναδρομικά σε ευθεία αντίθεση προς το Σύνταγμα φορολογικό βάρος, καθώς ο φορολογούμενος πολίτης κινδυνεύει να καταστεί οφειλέτης του Δημοσίου (με όλες τις γνωστές δυσμενείς συνέπειες) δυνάμει αντισυνταγματικής διάταξης.
Εν προκειμένω η επίμαχη διάταξη του άρθρου 18 του Ν. 3758/2009 πάσχει πολλαπλά ως προς τη συμβατότητά της με το Σύνταγμα, ωστόσο η προφανής αντισυνταγματικότητά της έγκειται κυρίως στην αναδρομική επιβολή (εκτεινόμενη  πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε) φορολογικής επιβάρυνσης (βλ. και πάλι την προαναφερόμενη πάγια σχετική νομολογία του ΣτΕ και των ΤΔΔ). 
Εξάλλου η επίκληση λόγων, που άπτονται της άμεσης ανάγκης εσόδων για το Δημόσιο, δεν συνιστούν επιχείρημα, όταν πρόκειται για προφανώς αντισυνταγματική διάταξη, καθώς το δημόσιο συμφέρον βλάπτεται μεσοπρόθεσμα, διότι το Δημόσιο θα υποχρεωθεί να επιστρέψει, και μάλιστα, έντοκα (με την ευδοκίμηση των προσφυγών που κατατίθενται), ό,τι θα έχει τυχόν καταβληθεί δυνάμει της αντισυνταγματικής διάταξης. Επομένως, μάλλον ζημία υφίσταται παρά δημόσια ωφέλεια. Τέλος η άμεση ανάγκη είσπραξης ποσών αυθαίρετα και με μέσα αθέμιτα, επίσης, δεν συναρτάται με το δημόσιο συμφέρον, διότι έτσι παραβιάζεται η αρχή της νομιμότητας, κυριαρχεί η σκοπιμότητα της στιγμής και ανατρέπεται κάθε έννοια εύρυθμης λειτουργίας της πολιτείας μας.  
ΕΠΕΙΔΗ υφίσταμαι και σοβαρή οικονομική βλάβη, θα προσκομίσω δε τα πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία.
ΕΠΕΙΔΗ η επίκληση της συνδρομής των λόγων δημοσίου συμφέροντος γίνεται από το Δημόσιο που φέρει το βάρος ειδικά αιτιολογημένης εξειδίκευσής-απόδειξής τους, αναφερόμενης σε άμεσο και τρέχον οικονομικό πρόβλημα που δημιουργείται από τη χορήγηση της αναστολής (ΔΠρΑθ 953/1999 ΔΦΝ 2000/1515).
ΕΠΕΙΔΗ αντίκλητό μου διορίζω    το δικηγόρο Θεσσαλονίκης ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ (ΑΜ ΧΧΧΧ), οδός ΧΧΧΧΧΧΧ ΧΧ (τηλ. ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ).
ΓΙ ΑΥΤΟ
και με την επιφύλαξη των νομίμων δικαιωμάτων μου και με όσα κατά τη συζήτηση θα προσθέσω
ΖΗΤΩ
Να γίνει δεκτή η αίτησή μου. Να ανασταλεί η προσβαλλόμενη πράξη επιβολής έκτακτης εισφοράς και η σχετική πράξη ταμειακής βεβαίωσής της μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας προσφυγής – ανακοπής μου.  Να μου χορηγηθεί προσωρινή διαταγή αναστολής, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της παρούσας. Να καταδικαστεί το αντίδικο στη δικαστική μου δαπάνη.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος

Σχόλια