ΑΠ 1086/2018
Καταδολίευση δανειστών. Διάρρηξη καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης – αγωγή. Μεταβίβαση ακινήτου προς ανήλικο τέκνο με δωρεά εν ζωή – ματαίωση ικανοποίησης απαίτησης δανειστή. Οι λόγοι αναίρεσης εκ του άρθ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ – πότε είναι ορισμένοι – αόριστοι, απαράδεκτοι εν προκειμένω (δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας ως αβάσιμης, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες και δεν προσδιορίζει, ούτε εκθέτει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή και δεν επισημαίνονται στο αναιρετήριο, κατά ορισμένο τρόπο, ποιες είναι οι ανεπαρκείς αιτιολογίες και ποιες επιπλέον έπρεπε να περιέχει, καθώς και οι αντιφατικές). Πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ο λόγος αναίρεσης του άρθ. 559 αρ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ περί μη λήψης υπόψη καταθέσεων ενόρκως βεβαιούντων ενώπιον συμβολαιογράφου – αβάσιμος, διότι από την προσβαλλομένη προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις (απλώς δεν επέδωσε αξιοπιστία σ’ αυτούς που έδωσαν αυτές, κρινοντάς τες μη πειστικές). Ο λόγος αναίρεσης τυ άρθ. 559 αρ. 8 περ. β΄ ΚΠολΔ – περί μη λήψης υπόψη «πραγμάτων» - έννοια αυτών – απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων δεν συνιστούν «πράγμα». Παροχή νομικής βοήθειας (στην αναιρεσείουσα) σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος – σε περίπτωση ήττας του διαδίκου αυτού, η παρασχεθείσα νομική βοήθεια δεν εμποδίζει το δικαστήριο νε επιβάλλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του - η είσπραξη αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου δικαστή. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Απόφαση
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Λ. του Τ., Θ. Λ., το γένος Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της ..... και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. - Π. Τ. του Σ., ως ασκούντος τη γονική μέριμνα του ανηλίκου υιού του Σ. - Ε. Τ. και νομίμου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Σ. Τ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ..... και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/5/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2016 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/12/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 13-12-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 19/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 3-4-2015 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 8/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω και κατά του αναιρεσίβλητου, υπό την ιδιότητα του ως ασκούντος τη γονική μέριμνα του ανηλίκου υιού του Σ.-Ε. Τ. και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος Σ. Τ.. Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί η ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω από 27-5-2011 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του Σ. Τ., και του αναιρεσίβλητου, που είχε εναχθεί ως ασκών τη γονική μέριμνα του ανηλίκου υιού του, Σ.-Ε. Τ., με την οποία αυτή ζήτησε τη διάρρηξη της εκ μέρους του οφειλέτη της Σ. Τ. απαλλοτρίωση του περιγραφομένου ακινήτου προς τον ανήλικο υιό του αναιρεσίβλητου, λόγω δωρεάς εν ζωή, δυνάμει του υπ' αριθ. .../20-11-2010 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καλύμνου Α. Κ. που έγινε με σκοπό τη ματαίωση της ικανοποίησης απαίτησής της κατ' αυτού. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας”, ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία”, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία”, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015). Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
Στη προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια, ότι με το να κρίνει, ότι αυτή δεν εκπλήρωσε εμπρόθεσμα τον επίμαχο όρο, ήτοι αυτόν της προθεσμίας των 100 ημερών για την καταβολή τότε του ποσού του 1.000.000 δραχμών προς τον πρώτο εναγόμενο, (ώστε να διατηρεί κατ' αυτού ενοχική αξίωση μεταβίβασης του ενδίκου ακινήτου και η μετέπειτα μεταβίβαση αυτού προς τον εγγονό του να είναι καταδολιευτική), δεχόμενο, ότι οι τρείς ένορκες καταθέσεις ενώπιον συμβολαιογράφου των μαρτύρων της δεν ήταν πειστικές και δεν κατέθεσαν ποια συγκεκριμένη ημερομηνία έλαβε χώρα η συγκεκριμένη καταβολή, παρόλον ότι ήταν αυτόπτες κατά την καταβολή και (δεχόμενο) ότι από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από αυτή υπ' αριθ. … και ….επιταγές, ποσού 500.000 δραχμών κάθε μιας, έκδοσης του Φ. Γ. δεν προκύπτει, ότι εκδόθηκαν σε διαταγή του αντιδίκου της (Σ. Τ.) και, αν πράγματι ο τελευταίος παρέλαβε τις επιταγές αυτές προς εξόφληση της υποχρέωσής της προς αυτόν, καθόσον είναι πολύ πιθανόν να ανάγονται σε άλλες υποχρεώσεις του εκδότη τους προς τρίτο, παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και επιπλέον περιέχει και αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι, ενώ στο υπ' αριθ. .../13-12-2000 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Καλύμνου Α. Κ. αναγράφεται ότι παραδόθηκαν οι άνω επιταγές από τον Φ. Γ. στον πωλητή Σ. Τ., δέχεται ότι δεν προκύπτει, αν πράγματι οι επιταγές αυτές έφτασαν στον πρώτο εναγόμενο, παρόλον ότι επιπλέον υπήρχαν και τρείς ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, που ήταν παρόντες κατά το χρόνο παραλαβής των επιταγών. Με το περιεχόμενο αυτό οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι σε αυτούς δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας ως αβάσιμης, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες και δεν προσδιορίζει, ούτε εκθέτει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ούτε δε επισημαίνονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο ορισμένο, ποιες είναι οι ανεπαρκείς αιτιολογίες και ποιες επιπλέον έπρεπε να περιέχει, καθώς και οι αντιφατικές, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα. Υπό δε την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα πλήττει ουσιαστικά με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα και επομένως, σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ. Επίσης, η αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι " η πάροδος δεκαετίας και πλέον από την επικαλούμενη από την ενάγουσα καταβολή-εκπλήρωση του όρου μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής αποδυναμώνει τις θέσεις αυτής, ενώ αντιθέτως ενισχύει την κρίση του δικαστηρίου, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό του 1.000.000 δραχμών προς εξόφληση του υφισταμένου χρέους της προς τον πρώτο εναγόμενο και γι' αυτό το λόγο δεν προέβαλε την αξίωσή της για διεκδίκηση του προπεριγραφομένου ακινήτου" δεν μπορεί να ελεγχθεί για αντιφατικότητα, στο πλαίσιο της διάταξης του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν συνιστά παραδοχή επί τη βάσει της οποίας διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα της και ως εκ τούτου "αιτιολογία”, αλλά πρόκειται περί επιχειρήματος, που σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς και κατά το μέρος αυτό ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, γι' αυτό και πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις (ΑΠ 785/2017), αλλά εξέφερε κρίση για τη μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία ή αναξιοπιστία αυτών που έδωσαν τις ένορκες βεβαιώσεις (ΑΠ 1587/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι αυτό παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των ενόρκως βεβαιούντων, που νόμιμα λήφθηκαν ενώπιον συμβολαιογράφου και προσκομίσθηκαν από αυτή στο εφετείο, δεδομένου ότι έκρινε ότι οι καταθέσεις τους δεν είναι πειστικές και ικανές να αχθεί το δικαστήριο σε παραδοχή του σχετικού αγωγικού ισχυρισμού της, ότι κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο το ποσό του 1.000.000 δραχμών, καθόσον η μία ήταν συγγενής της (κόρη της), ο άλλος υπάλληλός της (μεταφορέας των εμπορευμάτων της) και ο τρίτος είχε συμφέρον από την έκβαση της δίκης (οικιακός βοηθός του Φ. Γ., που είχε αναλάβει για λογαριασμό της να εξοφλήσει την οφειλή της προς τον πρώτο εναγόμενο). Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι δεν αναφέρονται τα στοιχεία των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και από τα υποστηριζόμενα στο λόγο αυτό εκ μέρους της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις, αλλ' απλώς δεν απέδωσε αξιοπιστία σ' αυτούς που έδωσαν αυτές. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων σε αυτόν επί μέρους παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης που διαλαμβάνονται αποσπασματικά, ως κατ' ουσίαν εσφαλμένη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επ' αυτών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ.
Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι όμως και η εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων και της αξιοπιστίας αυτών, γιατί αυτή ανήκει στην κυριαρχική και επομένως ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1587/2007). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το τελευταίο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 10) πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από την ίδια, επιβεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες και έχουν και ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την εκτεθείσα έννοια. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της ( άρθ. 176,183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Πρέπει δε να λεχθεί ότι η παροχή στην αναιρεσείουσα με την υπ' αριθ. …/2016 πράξη της Προέδρου Εφετών Δωδεκανήσου νομικής βοήθειας, θεσμός που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 και 9 του ν. 3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος”, δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας του, να επιβάλλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη όμως αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου δικαστή (ΑΠ 1047/2017, ΑΠ 2069/2013, ΑΠ 1403/2012, ΑΠ 1419/2000).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-12-2016 αίτηση της Ν. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 19/2016 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω).
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου