
Απόφαση 1971 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1971/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου,
Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου,
Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του .....
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 164/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2241/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 2092/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 900/2009 απόφαση του, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-4-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 6-9-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο λόγο αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β',γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσης του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσίβλητος, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς η 18-9-2013 κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (7-5-2014), με σχετική επισημείωση στο πινάκιο. Από την ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κ. Σ. Μ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (της 18-9- 2013) επιδόθηκε νομίμως και εμπροσθέτως με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσίβλητο.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του, ως εάν και αυτός ήταν παρών.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 18 του Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, δυνάμενο να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στον δικονομικό δίκαιο. Νομικό όμως ζήτημα δεν επιλύεται αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν δεν καθιστούν εφικτή λόγω της αοριστίας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της την υπαγωγή τους στο εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό του περιεχόμενο. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε, δυνάμενο να τα εκτιμήσει διαφορετικά, υπάγοντας αυτά, σε άλλον κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε η αναιρεθείσα απόφαση, οπότε στην τελευταία περίπτωση, εάν το δικαστήριο υποπέσει σε σφάλμα περί την ορθή εφαρμογή και ερμηνεία της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής διατάξεως η απόφασή του ελέγχεται αναιρετικώς από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και όχι από τον αριθμό 18 του ίδιου άρθρου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 579 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, οι διάδικοι επανέρχονται δικονομικώς, μετά την αναίρεση της αποφάσεως, στην κατά το χρόνο της τελευταίας συζητήσεως κατάσταση. Η προ της αποφάσεως αυτής διαδικασία ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στη παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Εάν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι του Εφετείου, με την αναίρεσή της αναβιώνει η εκκρεμοδικία της εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχτεί την έφεση και θα εξαφανίσει την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, είτε θα την απορρίψει, επικυρώνοντας αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα, παραδεκτώς επισκοπούμενα κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του αναιρεσείοντος αγωγή, αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, δικαίωμα που θεμελίωσε σε παράγωγο τρόπο, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 164/2004 απόφαση αυτού επειδή δεν αποδείχθηκε η αγωγική αξίωση. Μετά την άσκηση έφεσης από τον ηττηθέντα ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο κατά της τελευταίας αποφάσεως εκδόθηκε η 2441/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή, απορρίφθηκε δε η ένσταση του εναγομένου αναιρεσείοντος περί ίδιας κυριότητάς του στο επίδικο. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 2092/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγο και στη συνέχεια η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης προς περαιτέρω εκδίκαση. Ειδικότερα ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι η αναιρεθείσα απόφαση διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των αναγκαίων περιστατικών στα οποία θεμελιωνόταν κατά τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ η απόκτηση της συγκυριότητας του επιδίκου από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος, με έκτακτη χρησικτησία, ενόψει της αμφισβήτησης της κυριότητας της αυτού (δικαιοπαρόχου) από τον εναγόμενο και της παραδοχής της ίδιας απόφασης ότι ο ενάγων κατέστη συγκύριος του επιδίκου με παράγωγο τρόπο και πιο συγκεκριμένα επειδή δεν ανέφερε ποιες πράξεις νομής άσκησε ο δικαιοπάροχος του στο επίδικο ακίνητο, αυτοπροσώπως ή μέσω του συγκληρονόμου αδελφού του κατά την απαιτούμενη κατ' άρθρο 1045 ΑΚ εικοσαετία, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων απέδιδε στην προσβαλλομένη τότε απόφαση τις ίδιες πλημμέλειες. Το δικαστήριο της παραπομπής εκδικάζοντας πλέον την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της παραπάνω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η εκκρεμοδικία της οποίας αναβίωσε, αφού οι διάδικοι επανήλθαν μετά την αναίρεση της εφετειακής απόφασης κατ' άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας την αγωγή, τη δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο συγκύριο του επιδίκου ακινήτου. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 18 Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δε συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, καθ' όσον και πάλι δε διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος με βάση το οποίο δέχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία τη συγκυριότητα του επιδίκου, αφού δεν αναφέρει ποιες πράξεις νομής άσκησε ο τελευταίος στο επίδικο ακίνητο κατά την απαιτούμενη προς τούτο εικοσαετία, είναι απαράδεκτος.
Επειδή όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 και 974 του ΑΚ, για την απόκτηση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, χωρίς να έχει σημασία ο τρόπος με τον οποίο αποκτήθηκε η νομή αυτού. Αυτή μπορεί να αποκτήθηκε αυτογνωμόνως ή με παράδοσή της από τον προηγούμενο νομέα με κάποιον από τους προβλεπόμενους στα άρθρα 976, 977 και 979 ΑΚ τρόπους. Φυσική εξουσίαση του πράγματος αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι τούτο βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Υπάρχει, επίσης, όταν ο νομέας δε βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα αλλά έχει την εποπτεία και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή. Δεν είναι αναγκαίο η νομή να ασκείται αυτοπροσώπως, όπως όταν ο νομέας είναι συγχρόνως και κάτοχος, αλλά μπορεί να ασκείται μέσω άλλου (άρθρο 980 ΑΚ). Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 785-787, 974, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ συνάγεται ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών κοινωνών συγκληρονόμων, κατά την ιδανική μερίδα που τους ανήκει, οι οποίοι έτσι θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου συννομείς ασκώντας τη συννομή δια του συγκληρονόμου συννομέα στους οποίους αυτοδικαίως και χωρίς να ενεργήσουν υλικές πράξεις σ' αυτό περιέρχεται η συννομή, μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, που είχε τη νομή του. Δεν μπορεί δε ο συγκληρονόμος να αντιτάξει κατά των λοιπών συγκληρονόμων κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) πριν καταστήσει γνωστό σ' αυτούς ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα αποκλειστικώς στο όνομά του ως κύριος και από τη γνωστοποίηση αυτή παρέλθει η απαιτούμενη για τη χρησικτησία εικοσαετία, διότι σε περίπτωση αντιποίησης της νομής από τον αντιπρόσωπο του νομέα αυτή δεν απόλλυται για τον τελευταίο πριν λάβε γνώση της αντιποίησης. Η γνωστοποίηση αυτή δεν απαιτείται όταν οι λοιποί συγκύριοι-συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο της απόφασης που εκδήλωσε ο κοινωνός ότι κατέχει ολόκληρο το κοινό και ότι εφεξής νέμεται αυτό ως αποκλειστικός κύριος και περάσει από τη γνώση αυτή η προθεσμία της αποσβεστικής ή κτητικής παραγραφής καθώς και όταν κάποιος από τους συγκοινωνούς εξωτερίκευσε τη βούλησή του να μην είναι συννομέας του επικοίνου. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οπότε είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Με την έννοια αυτή, σε περίπτωση αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, στην οποία ο ενάγων θεμελιώνει την απόκτηση της κυριότητάς του στο ακίνητο σε παράγωγο τρόπο ζητήματα αποτελούν τα περιστατικά τα αναγκαία προς θεμελίωση της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, εφόσον αυτήν την αμφισβήτησε ο εναγόμενος. Ενόψει των ανωτέρω, αν η κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, την οποία αμφισβήτησε ο εναγόμενος θεμελιώνεται στην έκτακτη χρησικτησία, για την ύπαρξη νόμιμης βάσης σε απόφαση που αναγνωρίζει συγκυριότητα του ενάγοντος, κτηθείσα με παράγωγο τρόπο, απαιτείται να αναφέρονται στο αιτιολογικό της, μεταξύ των άλλων στοιχείων της χρησικτησίας, και οι συγκεκριμένες πράξεις του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ή του αντιπροσώπου του που συνιστούν την άσκηση νομής επάνω στο πράγμα. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο Χ. Π. του Κ., απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων, είχε στη νομή του κατά το έτος 1947 έναν αγρό εμβαδού 5,5 περίπου στρεμμάτων, ο οποίος βρίσκεται ............ και συνορεύει .........Το ακίνητο αυτό το διατήρησε στη νομή του μέχρι τη χρονολογία του θανάτου του, χωρίς να το παραχωρήσει εν ζωή σε οποιοδήποτε από τα τέκνα του και συγκεκριμένα, στον υιό του Α., όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις της συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και την ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλε με αυτές. Ο Χ. Π. πέθανε σε μη διακριβωθείσα ημερομηνία του έτους 1947. Κληρονομήθηκε εξ αδιαιρέτου από τη σύζυγό του Α., κατά το ποσοστό 5/20 και κατά το ποσοστό 3/20 το καθένα από τα τέκνα του Δ. Π., Α. Π, Κ. Π., Ε. συζ. Δ. Χ. και Ά. συζ. Κ. Τ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά δια της παρελεύσεως άπρακτης της προθεσμίας αποποιήσεως (αρθρ. 1847 ΑΚ). Μετά το θάνατο του κληρονομουμένου και συγκεκριμένα. Την 10 Αυγούστου 1963, οι συγκληρονόμοι και συννομείς όλων των κληρονομιαίων ακινήτων Κ. Π., Ε. συζ. Δ. Χ. και Ά. συζ. Κ. Τ., δυνάμει του ... προσυμφώνου δωρεάς του συμβολαιογράφου Κατερίνης Κωνσταντίνου Συλλοπούλου, ανέλαβαν την υποχρέωση να παραχωρήσουν λόγω δωρεάς και κατ' ισομοιρίαν, προς τους συγκληρονόμους Α. χήρα Χ. Π., Δ. Π. και Α. Π το κληρονομικό μερίδιο που είχε ο καθένας από τους δωρητές στον επίδικο αγρό. Αυθημερόν οι δωρητές παρέδωσαν προς τους δωρεοδόχους το ποσοστό 3/20 της συννομής που είχε ο καθένας στο επίδικο αυτό ακίνητο. Ακολούθως, οι δωρεοδόχοι Α. χήρα Χ. Π., Δ. και Α. Π., αφού αναγνώρισαν την ύπαρξη της συννομής όλων των συγκληρονόμων μέχρι το χρόνο της δωρεάς και ευχαρίστησαν τους δωρητές για την παραχώρηση, παρέλαβαν την παραχωρηθείσα νομή, Στη συνέχεια, δυνάμει του ... προσυμφώνου διανομής του συμβολαιογράφου Κατερίνης Κωνσταντίνου Συλλοπούλου, συμφώνησαν αυθημερόν μεταξύ τους να διανείμουν την κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους και τα δωρηθέντα. Από τη διανομή αυτή ο Δ. Π. και ο Α. Π. έλαβαν αυθημερόν το ποσοστό ΛΑ εξ αδιαιρέτου ο καθένας της νομής ολόκληρου του επίδικου αγρού. Οι συμβληθέντες συννομείς, όπως αναγράφεται στο ... προσύμφωνο διανομής, παρέδωσαν εκατέρωθεν αμέσως, κατά την κατάρτιση της συμφωνίας, τη νομή των διανεμητέων ακινήτων προς τους δικαιούχους κατά το συμφωνηθέν ποσοστό και οι τελευταίοι την παρέλαβαν. Έτσι, την 10 Αυγούστου 1963 ο Δ. Π., δυνάμει του ... προσυμφώνου περί διανομής, απέκτησε και παρέλαβε το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της νομής του επίδικου αγρού και έκτοτε άρχισε να τον εξουσιάζει για δικό του λογαριασμό, ως συννομέας κατά το ίδιο ποσοστό. Τα στοιχεία αυτά της ενάρξεως της φυσικής εξουσίας και της διάνοιας κυρίου τα εκδήλωσε ο Δ. Π., αλλά και ο συννομέας Α. Π. αμέσως με την παράδοση της νομής κατά το ποσοστό της συμφωνίας. Ειδικότερα, μετά την εκούσια παράδοση εκατέρωθεν της νομής από τους συμβαλλομένους κατά το ποσοστό του προσυμφώνου της συμβάσεων διανομής, ο Δ. Π. του Χ. έλαβε υπό την φυσική εξουσία του το ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου της νομής του επίδικου αγρού, αφού, με τη συναίνεση των λοιπών αντισυμβαλλόμενων Α. χήρας Χ. Π. και Α. Π., απέκτησε αυθημερόν την σωματική εξουσίαση του αγρού υπό ευρεία έννοια κατά το ίδιο ποσοστό, δηλαδή την έμμεση σωματική επίδραση επ' αυτού, έχοντας τη δυνατότητα έκτοτε να εξουσιάζει το ακίνητο χωρίς την εναντίωση των αντισυμβαλλόμενων μητέρας και αδελφού του. Από την κατάρτιση της συμφωνίας περί διανομής και την παράδοση της συννομής εκατέρωθεν κατά το συμφωνηθέν ποσοστό, έκτοτε η συννομή του Δ. Π. του Χ.., τα στοιχεία της οποίας (φυσική εξουσία και διάνοια κυρίου) εκδηλώθηκαν άπαξ κατά την ολοκλήρωση της συμβάσεων, ήταν ικανή να εκδηλωθεί ανά πάσα στιγμή από τον συννομέα κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε μέχρι την αναχώρηση αυτού στις Ηνωμένες Πολιτείες, που πραγματοποιήθηκε σε μη διακριβωθείσα ημερομηνία του ίδιου έτους (1963). Κατά το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την κτήση της συννομής (10-08-1963) μέχρι την 31 Ιουλίου 1992, ο Δ. Π. του Χ. διατελούσε στην πεποίθηση ότι σώζεται απρόσβλητη η συννομή του, την οποία ασκούσε και εκδήλωσε μόνο με τη δυνατότητα να εξουσιάζει το ακίνητο με την παραπάνω έννοια. Η δυνατότητα του Δ. Π. να εξουσιάζει το ακίνητο χωρίς εναντίωση των αντισυμβαλλόμενων με τη σύμβαση διανομής μητέρας και αδελφού του, ως μόνες εμφανείς υλικές πράξεις, έγιναν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με βούληση κτήσης και άσκησης συννομής εκ μέρους του για λογαριασμό του, δηλαδή με τη θέληση εξουσιάσεως του ακινήτου με διάνοια συγκυρίου και τη μεταχείριση του αγρού με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να μεταχειρισθεί αυτόν ο ιδιοκτήτων. Η παραπάνω συννομή κατ' ισομοιρίαν του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας διήρκησε αδιάκοπα από την 10 Αυγούστου 1963 μέχρι την 31 Ιουλίου 1992. Κατ' ακολουθίαν, ο Δ. Π. του Χ., ο οποίος συννεμήθηκε κατ' ισομοιρίαν αδιάκοπα ολόκληρο τον παραπάνω αγρό κατά το χρονικό αυτό διάστημα, που υπερβαίνει την εικοσαετία, έγινε συγκύριος κατ' ισομοιρίαν (1/2) αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Την ημερομηνία αυτή (31-07-1992), δυνάμει του προσκομιζόμενου ... πωλητήριου συμβολαίου της συμβολαιογράφου ............., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ..................και αριθμό .............. των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .............. ο Δ. Π. πώλησε προς την ενάγοντα το ποσοστό της συγκυριότητας που είχε στον επίδικο αγρό. Έτσι, από της μεταγραφής του ... συμβολαίου, ο ενάγων ........... κατέστη συγκύριος του αγρού κατά το ίδιο ποσοστό. Αυθημερόν, κατά την κατάρτιση της συμβάσεων, ο πωλητής παρέδωσε στον αγοραστή τη συννομή που είχε στο πωληθέν ακίνητο και ο τελευταίος την παρέλαβε. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι, μετά την κατάρτιση του ... προσυμφώνου διανομής και σε μη αναφερόμενη νεότερη ημερομηνία του έτους 1963, οι συννομείς Δ. Π. και Α. Π. συμφώνησαν άτυπα και αντάλλαξαν μεταξύ τους τον επίδικο αγρό .......... Όμως από τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ουδέποτε έλαβε χώρα η επικαλούμενη ανταλλαγή μεταξύ των παραπάνω προσώπων ................ Περαιτέρω από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι, μετά την αναχώρηση του Δ. Π. του Χ.. στο εξωτερικό το έτος 1963, όπου παρέμεινε επί 40 και πλέον έτη, ο αδελφός του Α. Π. μετέβαλε διάνοια και άρχισε να κατέχει ολόκληρο τον επίδικο αγρό αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό. Ειδικότερα, ο Α. Π. του Χ., χωρίς να αντλεί από πουθενά νόμιμο δικαίωμα και επωφεληθείς της απουσίας του συννομέα αδελφού του στο εξωτερικό, όπου μετέβη με πρόθεση μακράς παραμονής για εργασία, σε μη διακριβωθείσα ημερομηνία του έτους 1963 κατέλαβε αυθαίρετα ολόκληρο τον αγρό, δηλαδή και κατά το ποσοστό της συννομής που ανήκε στον αδελφό του. Έκτοτε μέχρι την 30 Μαΐου 1991 κατείχε ολόκληρο τον αγρό με τη βούληση να τον έχει ως αποκλειστικά δικό του καθ' όλες του τις χρησιμότητες και κατά τρόπο σταθερό και διαρκή. Τον έθεσε υπό τη διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή του, όμοια με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας. Τον χρησιμοποιούσε με πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, έτσι ώστε το ακίνητο, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεσή του. Ειδικότερα, από το έτος 1963 μέχρι το έτος 1985 καλλιεργούσε τον αγρό με σιτάρι, καλαμπόκι και φασόλια μόνο για δικό του λογαριασμό. Το έτος 1985 διέκοψε την καλλιέργεια και άρχισε να μπαζώνει το ακίνητο, βοηθούμενος από τον εναγόμενο υιό του Δημήτριο ΜΠ., προκειμένου να υψωθεί (το ακίνητο) στο ύψος της εθνικής οδού και ακολούθως να κατασκευάσει μέσα σ' αυτό έκθεση επίπλων ο υιός του. Έτσι, μετά τη λήψη της σχετικής 939/08-09-1989 οικοδομικής αδείας, η οποία είχε εκδοθεί στο όνομα του εναγομένου, ο τελευταίος, κατά το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από το μήνα Σεπτέμβριο 1989 μέχρι το έτος 1992, κατασκεύασε σε ένα τμήμα του επιδίκου κατάστημα εκθέσεως επίπλων, το οποίο καταλαμβάνει την ανατολική πλευρά, σε εμβαδόν 1,5 περίπου στρεμμάτων του συνολικού εμβαδού του αγρού. Μεταγενέστερα, κατά τη διάρκεια εκτελέσεως των εργασιών κατασκευής του κτίσματος, την 30 Μαίου 1991 και δυνάμει του ... προσυμφώνου αγοραπωλησίας ακινήτου, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Κατερίνης Αλέξανδρος Ρίζος, ο Α. Π. του Χ. ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει προς τον εναγόμενο υιό του ολόκληρο τον επίδικο αγρό. Αυθημερόν παρέδωσε προς τον αγοραστή υιό του την νομή ολόκληρου του επιδίκου και ο τελευταίος την παρέλαβε. Αφότου ο εναγόμενος Δ. Π. του Α. παρέλαβε την νομή του αγρού την 30 Μαίου 1991 από τον πατέρα του, έκτοτε μέχρι το χρόνο της αγωγής (15-05-2002) κατείχε ολόκληρο τον αγρό με τη βούληση να τον έχει ως αποκλειστικά δικό του καθ' όλες του τις χρησιμότητες και κατά τρόπο σταθερό και διαρκή. Τον έθεσε υπό τη διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή του, όμοια με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας. Τον χρησιμοποιούσε όπως και ο δικαιοπάροχος του, με πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε το ακίνητο, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεσή του. Ειδικότερα, αφού οριοθέτησε και περιέφραξε τον αγρό, ακολούθως τον είχε υπό την εποπτεία του και είχε τη δυνατότητα να ασκεί τη φυσική εξουσία κάθε στιγμή, Επιπλέον, χρησιμοποιούσε την έκθεση επίπλων που είχε κατασκευάσει μέσα σε ένα τμήμα του αγρού. Όμως, αφότου ο Α. Π. του Χ. κατέλαβε νωρίτερα ολόκληρο τον επίδικο αγρό και άρχισε να τον νέμεται αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό (1963), καθώς και μεταγενέστερα ο εναγόμενος υιός του Δ. Π. από την 30 Μαίου 1991 μέχρι το χρόνο της κρινόμενης αγωγής, που φέρεται με την ένσταση ιδίας κυριότητας (του εναγομένου) ότι αυτός νεμήθηκε το ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας και τη νομή του δικαιοπαρόχου πατέρα του, ουδέποτε ο Α. Π. του Χ. ή ο εναγόμενος Δ. Π. κατέστησαν γνωστό, προφορικά ή καθοιονδήποτε άλλο τρόπο, στους εκάστοτε συννομείς του επιδίκου, δηλαδή στον Δ. Π. του Χ. μέχρι την 31 Ιουλίου 1992 και στον ενάγοντα Ι. Σ. έκτοτε μέχρι την 10 Σεπτεμβρίου 1992, ότι νέμονται σε βάρος τους μεγαλύτερο μερίδιο από το ποσοστό της δικής τους συννομής (1/2), ώστε αυτοί να λάβουν γνώση της αποφάσεώς της αυτής ........... Αλλά πέραν της παραπάνω παραλείψεως του εναγομένου και του δικαιοπαρόχου του για τη γνωστοποίηση, από την έρευνα κατ' ουσίαν της υποθέσεως και συγκεκριμένα, από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, αποδείχθηκε ότι ο Δ. Π. του Χ., ο οποίος, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του εναγομένου, κατέστη πραγματικά συννομέας κατά το ποσοστό 1/2 την 10 Αυγούστου 1963 μέχρι την 31 Ιουλίου 1992 και ο ενάγων έκτοτε μέχρι την 10 Σεπτεμβρίου 1992, εξαιτίας της ελλείψεως της σχετικής γνωστοποιήσεως, δεν γνώριζαν την απόφαση του εναγομένου και του δικαιοπαρόχου πατέρα του να νέμεται ο καθένας ολόκληρο τον επίδικο αγρό για τον εαυτό του. Γι'αυτό, κατά το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από το έτος 1963 ο Δ. Π. του Χ. και από την 31 Ιουλίου 1992 μέχρι την 10 Σεπτεμβρίου 1992 ο ενάγων Ι. Σ., διατελούσαν στην πεποίθηση ότι σώζεται απρόσβλητη η συννομή τους και ότι ο εναγόμενος και ο δικαιοπάροχος του, λόγω της συγγενικής σχέσεως που τους συνέδεε με τον Δ. Π. του Χ., χρησιμοποιούσαν προσωρινά ολόκληρο το ακίνητο με αβλαβείς γι' αυτούς χρήσεις (καλλιέργεια) και μερική ανοικοδόμηση σε μικρό μέρος της ανατολικής πλευράς, που δεν θα επηρέαζαν στο μέλλον τη δυνατότητα αποδόσεως σ' αυτούς εδαφικού τμήματος ισόποσου του μεριδίου τους. Στην πεποίθηση αυτή διατελούσαν δικαιολογημένα τα παραπάνω πρόσωπα των συννομέων αφενός μεν λόγω της παραπάνω συγγενικής σχέσεως, αλλά και λόγω της παντελούς ελλείψεως οποιασδήποτε συζητήσεως με τον εναγόμενο και τον δικαιοπάροχο του ή πρόσθετης αξιώσεως των τελευταίων για τη συγκυριότητα και τη συννομή πέραν του μεριδίου που τους ανήκε από τη σύμβαση διανομής, που έγινε την 10 Αυγούστου 1963. Έτσι, ο ενάγων και ο δικαιοπάροχος του διατελούσαν αδιάκοπα στην πεποίθηση ότι ήταν και εξακολουθούσαν να είναι συννομείς του αγρού κατ' ισομοιρίας ο καθένας. Κατ' ακολουθίαν, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη μείζονα νομική σκέψη, από τις διατάξεις των άρθρων 980, 981, 982, 984 και 994 του ΑΚ, συνάγεται ότι ο συννομέας Α. Π. από την 10 Αυγούστου 1963 μέχρι την 30 Μαΐου 1991 και έκτοτε μέχρι την 10 Σεπτεμβρίου 1992 ο εναγόμενος, ο καθένας από τους οποίους κατείχε ολόκληρο τον κοινό πράγμα (αγρό), θεωρείται ότι τον κατείχε και στο όνομα των συννομέων Δ. Π. του Χ.. αρχικά και του ενάγοντος στη συνέχεια, για τους οποίους δεν αποδείχθηκε ότι παραιτήθηκαν εκουσίως από τη συννομή που είχαν στον επίδικο αγρό ή απώλεσαν αυτήν καθοιονδήποτε τρόπο. Δεν μπορούσε ο εναγόμενος ή ο δικαιοπάροχος του να αποκτήσει την κυριότητα ολόκληρου του ακινήτου με χρησικτησία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος και κατά το ποσοστό που ανήκει στους κοινωνούς συννομείς που αναφέρθηκαν, διότι δεν είχε καταστήσει στον καθένα από αυτούς γνωστό ότι νέμεται μεγαλύτερο μέρος από το μερίδιο του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα, ώστε αυτοί να λάβουν γνώση της αποφάσεώς του αυτής καθοιονδήποτε τρόπο.
Συνεπώς, αφού ο εναγόμενος δεν επικαλείται, αλλά ούτε και αποδείχθηκε από τις αποδείξεις ότι κατέστησε αυτός ή ο δικαιοπάροχος του γνωστό, προφορικά ή καθοιονδήποτε άλλο τρόπο, στους λοιπούς συννομείς ότι νεμήθηκε ο καθένας ολόκληρο τον κοινό αγρό από την αρχική κτήση της συννομής των διαδίκων (1963) μέχρι την 10 Σεπτεμβρίου 1992, δεν απέκτησε (ο εναγόμενος) την κυριότητα του ίδιου αγρού με έκτακτη χρησικτησία και κατά το ποσοστό που περιήλθε στη συγκυριότητα του ενάγοντος. Την 10 Σεπτεμβρίου 1992 ο ενάγων αντιλήφθηκε το πρώτον ότι ο εναγόμενος δεν περιοριζόταν μόνο στην άσκηση της συννομής στο τμήμα του μείζονος αγρού που είχε ανοικοδομήσει, αλλά τότε επιχειρούσε να περιφράξει ολόκληρο το ακίνητο για δικό του λογαριασμό, με σκοπό να το ενσωματώσει ολόκληρο στη δική του ιδιοκτησία ...................Έτσι, την ημερομηνία αυτή ο ενάγων έλαβε το πρώτον γνώση της προσπάθειας του εναγομένου να ιδιοποιηθεί ολόκληρο το ακίνητο και ν' ασκήσει αποκλειστική νομή σ' αυτό ............ Η κατάσταση αυτή, όσον αφορά την νομή του επιδίκου, διατηρήθηκε ............... μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (15-05-2002) ........... Όμως, παρά την άσκηση της νομής από τον εναγόμενο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας αδιάκοπα από την 10 Σεπτεμβρίου 1992 μέχρι την άσκηση της αγωγής (15-05-2002), πάλι δεν απέκτησε (ο εναγόμενος) την κυριότητα του ίδιου αγρού με έκτακτη χρησικτησία και κατά το ποσοστό που περιήλθε παράγωγα στη συγκυριότητα του ενάγοντος, διότι το χρονικό διάστημα που διέρρευσε είναι μικρότερο από την εικοσαετία που ορίζει η διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ. Συνακόλουθα, η ένσταση ιδίας κυριότητας, την οποία προέβαλε ο εναγόμενος, είναι αβάσιμη, κατ' ουσίαν και πρέπει ν' απορριφθεί. Επίσης, για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω στο αιτιολογικό, η επανάληψη των οποίων δεν κρίνεται αναγκαία, είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και πρέπει ν' απορριφθεί η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, την οποία προέβαλε ο εναγόμενος και που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά που στηρίζεται η ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου με έκτακτη χρησικτησία". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, και ακολούθως δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεσή του και εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των αναγκαίων περιστατικών, στα οποία θεμελιωνόταν η απόκτηση της συγκυριότητας του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο και συνακόλουθα την κτήση της κυριότητας από τον ενάγοντα επι του επιδίκου κατά τον αναφερόμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο δεν στέρησε από νόμιμη βάση την απόφασή του, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα κατά νόμο παραγωγικά του ένδικου δικαιώματος της συγκυριότητας αυτού περιστατικά, την οποία απέκτησε κατά τρόπο πρωτότυπο, έκτακτη χρησικτησία, καθ' όσον νεμήθηκε τούτο από το 1963, που περιήλθε στη νομή του κατά τα ίδιο εξ αδιαιρέτου ποσοστό, ως πλασματικός συννομέας μέσω του συγκληρονόμου αδελφού του και κατόχου ολοκλήρου του επιδίκου, με τις διακατοχικές πράξεις, που ο τελευταίος ασκούσε και προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, πλέον των είκοσι ετών, μέχρι τη μεταβίβαση του ιδανικού του μεριδίου, με αιτία την πώληση στον ενάγοντα- αναιρεσίβλητο, με την πρόσθετη παραδοχή ότι δε γνωστοποίησε ο κάτοχος- συννομέας ποτέ τη βούλησή του στον δικαιοπάροχο του ενάγοντος να νέμεται ολόκληρο το επίδικο αποκλειστικά ως κύριος αυτού ούτε ότι πληροφορήθηκε καθοιονδήποτε τρόπο αυτή την απόφασή του ο ίδιος (δικαιοπάροχος του ενάγοντος), ούτε ότι αυτός παραιτήθηκε εκουσίως της συννομής, ούτε απώλεσε κατ' άλλον τρόπο το δικαίωμά του αυτό, και συνεπώς με βάση την υπερεικοσαετή πλασματική συννομή του στο επίδικο κατέστη συγκύριος αυτού, ενώ δεν μπορεί να αντιτάξει κατ'αυτού ο συννομέας κάτοχος του επιδίκου κτητική παραγραφή, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 974, 980, 981, 982, 994, 1045 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Συνεπώς .όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους δεύτερο και τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.(με το δεύτερο λόγο), της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της συγκυριότητας του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου, καθώς και της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον τρίτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος αυτού, των ιδίων παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων και με τον τέταρτο λόγο σε σχέση με τις παραδοχές ότι δεν απέκτησε ο εναγόμενος αποκλειστική κυριότητα στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία με βάση την οποία απέρριψε την ένσταση του τελευταίου περί ιδίας κυριότητας καθώς και την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής είναι αβάσιμοι. Με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 980, 981, 982, 984 και 994 ΑΚ και την υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των ανελέγκτως γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο διατύπωσε καταφατική κρίση ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης γνωστοποίησης της βούλησης του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος περί αποκλειστικής νομής για λογαριασμό του ολοκλήρου του επιδίκου, που συναρτάται με την κτήση της κυριότητας του τελευταίου και την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής, σύμφωνα με τα οποία δεν ήταν αναγκαία τέτοια γνωστοποίηση για το λόγο ότι εξαιτίας της άσκησης εμφανών διακατοχικών πράξεων από τον δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι ετών στο επίδικο ακίνητο, με διάνοια κυρίου, οι οποίες ήταν γνωστές στη μικρή κοινωνία του ... ήταν αδύνατο να μην είχε περιέλθει το γεγονός αυτό σε γνώση του ενάγοντος, που διέμενε τα καλοκαίρια στο ... και της συζύγου του, που κατοικούσε μόνιμα στην ίδια πόλη και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον τα παρατιθέμενα συμπεράσματα δεν έχουν χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αποτελούν απλά πραγματικά επιχειρήματα για τη στήριξη των απόψεων του αναιρεσείοντος ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε λάβει γνώση της απόφασης του δικού του δικαιοπαρόχου να νέμεται ολόκληρο το επίκοινο ακίνητο αποκλειστικά για λογαριασμό του και δεν ήταν αναγκαία ειδική προς τούτο γνωστοποίηση, δεν χρησιμοποιήθηκαν δε κατά την υπαγωγή στους παραπάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου πραγματικών περιστατικών, αλλά όπως προκύπτει από το περιεχόμενο τους, η μη χρησιμοποίησή τους ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της βασιμότητας των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις είναι απαράδεκτες καθ' όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επί πλέον αφορούν απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, προς στήριξη των απόψεών του για τη γνώση του δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου περί της αποκλειστικής νομής του δικού του δικαιοπαρόχου ολόκληρου του επιδίκου, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012 παραβόλου.
Δεν τίθεται θέμα δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ερημοδικίας τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-4-2012 αίτηση του Δ. Π., περί αναιρέσεως της 900/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου