Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2020

ΙΔΙΟΓΡΑΦΗ ΔΙΑΘΗΚΗ - ΠΟΙΝΙΚΟ - Απόφαση ΑΠ 1503/2018 - Ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία με χρήση - Απάτη ενώπιον δικαστηρίου

 
Απόφαση ΑΠ 1503/2018 - Ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία με χρήση - Απάτη ενώπιον δικαστηρίου
Ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία με χρήση, καθώς έπεισε άγνωστο άτομο να συντάξει πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη της θανούσας συζύγου..

του, εμφανίζοντάς τη ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου για να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος άνω των 120,000 ευρώ.
 

Απόφαση 1503 / 2018    (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1503/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης), Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Κυριάκο Οικονόμου και Σοφία Τζουμερκιώτη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 4η Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Χαλντούπη και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Δ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ......, για αναίρεση της 1192/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, και με πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Α. Π. του Κ. και 2) Π. Π. του Π., σύζυγο Α. Π., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους .....
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτή και ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Απριλίου 2018 αίτησή του, καθώς και στο από 17 Ιουλίου 2018 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, που καταχωρίσθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 624/2018.
Αφού άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Η από 23-4-2018 αίτηση αναίρεσης του Δ. Π. του Α., που ασκήθηκε με δήλωσή του, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 24-4-2018, για αναίρεση της 1192/2017 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (που καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ την 4-4-2018), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 465 παρ.1, 473 παρ.2, 3, 474 παρ.1 και 507 παρ.1α' ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της και των από 17-7-2018 προσθέτων λόγων αυτής, που, όπως από τη σχετική έκθεση κατάθεσης προκύπτει, κατατέθηκαν στη γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου την 17-7-2018 και συνεπώς είναι παραδεκτοί (άρθρο 509 παρ.2 εδ. α' ΚΠΔ).
2.Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο, ως επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας (άρθρο 216 παρ.1 εδ. β' ΠΚ) συνίσταται σε κάθε ενέργεια περιλαμβάνουσα χρησιμοποίηση του εγγράφου κατά τον εν γένει προορισμό του ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό. Η χρήση του πλαστού εγγράφου καθιερώνεται και ως αυτοτελές έγκλημα από την παρ.2 του ίδιου άρθρου και είναι δυνατόν να διαπραχθεί και από τρίτον εκτός του πλαστογράφου. Κατά την παρ.3 εδ. α' του ίδιου άρθρου, όπως τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε αρχικώς από το άρθρο 1 παρ.7 περ. α' του ν. 2408/1996 και στη συνέχεια από το άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2721/1999 και το χρηματικό ποσό αναπροσαρμόσθηκε με το άρθρο 25 παρ.1 περ. β' του ν. 4055/2012, η πλαστογραφία προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφόσον ο υπαίτιος της πράξης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος που επιδίωξε ή η συνολική ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι αμέσως συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει, με την πλαστογραφία, παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και ότι με την κατάρτιση του πλαστού ή τη νόθευση γνήσιου εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθεαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 232/2017, ΑΠ 282/2017).
3.Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ συνάγεται, ότι το έγκλημα της απάτης στοιχειοθετείται αντικειμενικά, όταν ο δράστης με παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών γεγονότων πείθει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία βλάπτεται στην περιουσία του ο τελευταίος ή τρίτος, ανεξάρτητα αν με αυτήν επιτυγχάνεται ή όχι το παράνομο περιουσιακό όφελος, στο οποίο αποσκοπούσε ο δράστης, υποκειμενικά δε, όταν ο δράστης γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης αυτής και θέλει να τα παραγάγει. Η βλάβη ξένης περιουσίας πρέπει να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, ενώ ο παραπλανημένος δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με τον βλαπτόμενο, αρκεί ο πρώτος να έχει τη δυνατότητα από το νόμο ή τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για το δεύτερο πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή, στην περίπτωση που υποβάλλεται ψευδής ισχυρισμός, ο οποίος υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση ψευδών αποδεικτικών μέσων, όπως πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, αλλά ψευδών κατά το περιεχόμενό τους (κατάθεση ψευδομάρτυρα κλπ), από τα οποία παραπλανήθηκε ο δικαστής και εξέδωσε ευνοϊκή για τον κατηγορούμενο απόφαση, που έχει ως συνέπεια την επέλευση βλάβης στην περιουσία του αντιδίκου του (ΑΠ 506/2017, ΑΠ 303/2013). Το έγκλημα της απάτης ενώπιον δικαστηρίου θεωρείται τετελεσμένο με την έκδοση ευνοϊκής για τον κατηγορούμενο απόφασης, ενώ χρόνος τέλεσης αυτού είναι ο χρόνος υποβολής των πλαστών ή αναληθών αποδεικτικών στοιχείων προς υποστήριξη των αναληθών ισχυρισμών και είναι αδιάφορο πότε επήλθε η βλάβη στην περιουσία του παθόντος. Ως περιουσιακή βλάβη νοείται κάθε μείωση της συνολικής αξίας της περιουσίας, αλλά και η απειλή μείωσής της, όταν δημιουργείται χειροτέρευση της ενεστώσας περιουσιακής κατάστασης, όπως και η απειλή ή ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον λόγω εμπλοκής σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα (ΑΠ 231/2017, ΑΠ 70/2017, ΑΠ 303/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ.3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999 και το χρηματικό ποσό αναπροσαρμόσθηκε με το άρθρο 25 παρ.1 περ. ιδ' του ν. 4055/2012, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 ΠΚ, συνάγεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, με την έννοια της βεβαιότητας- επίγνωσης, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.
4.Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α' ΠΚ, "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέξουν αντικειμενικώς α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησης ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κλπ, και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της αξιόποινης πράξης, την οποία αποφάσισε με τον πιο πάνω τρόπο. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος, με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών. Αρκεί και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (ΑΠ 290/2018, ΑΠ 122/2016).
5.Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της απόφασης, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, περιέχει (εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου) και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ` ΚΠΔ και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Η πραγματογνωμοσύνη, ως ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως συμβαίνει όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντίθετα με αυτές. Διαφορετικά, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης. Οι αναγνωσθείσες και ληφθείσες υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ιδιωτικές) γνωμοδοτήσεις δεν είναι το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, που προβλέπεται από τα άρθρα 178 και 183 ΚΠΔ, δοθέντος ότι δεν διατάχθηκαν και δεν διενεργήθηκαν κατά τις παραπάνω διατάξεις, ώστε να μνημονεύονται χωριστά στην απόφαση, αλλά εμπίπτουν στην έννοια του αποδεικτικού μέσου του εγγράφου (άρθρο 178 περ. στ' ΚΠΔ) και ως τέτοια συνεκτιμώνται με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 384/2017).
6.Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1192/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις α) της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία μετά χρήσεως με παράνομο περιουσιακό όφελος μεγαλύτερο των 120.000 ευρώ, β) της απάτης στο δικαστήριο με παράνομο περιουσιακό όφελος μεγαλύτερο των 120.000 ευρώ και γ) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ.2 α' ΠΚ), και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, με τριετή αναστολή. Στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής εκτίθεται ότι, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή αντιγραφή, πραγματικά περιστατικά: "Ύστερα από αίτηση των πολιτικώς εναγόντων Α. και Π. Π. δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία η από 1-6-2009 ιδιόγραφη διαθήκη της Χ. Π., συζύγου του κατηγορουμένου, με την οποία (διαθήκη) κατέστησαν (οι πολιτικώς ενάγοντες) κληρονόμοι της διαθέτιδας και κατ' ισομοιρία ο καθένας επί τεσσάρων ακινήτων, που περιγράφονται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης υπό τα στοιχεία (α), (β), (γ) και (δ). Σημειώνεται, σχετικώς, ότι τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η σύζυγός του Χ. Π., οι οποίοι δεν είχαν αποκτήσει τέκνα, έτρεφαν αισθήματα συμπάθειας και αγάπης προς την οικογένεια των πολιτικώς εναγόντων, κυρίως διότι το τέκνο αυτών, Κ., είχε σημαντική αναπηρία, λόγος για τον οποίο μάλιστα, κατά το παρελθόν, επανειλημμένα είχαν προβεί σε χρηματικές παροχές προς αυτούς (πολιτικώς ενάγοντες). Όταν, όμως, ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε την προαναφερθείσα αίτηση για κήρυξη κυρίας της διαθήκης της αποθανούσας συζύγου του, άλλαξαν τα αισθήματά του διότι, αν και πίστευε ότι αυτός θα ήταν ο μοναδικός τετιμημένος στην κληρονομιαία περιουσία, τελικά κληρονόμοι της συζύγου του κατέστησαν οι πολιτικώς ενάγοντες. Έτσι, λόγω του εχθρικού κλίματος που επικράτησε μεταξύ τους, ο κατηγορούμενος καταμήνυσε τους πολιτικώς ενάγοντες για δήθεν πλαστογραφία της προαναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης, ισχυριζόμενος ότι με τη χρήση της εξαπάτησαν το Δικαστήριο, η έγκλησή του, όμως, αυτή απορρίφθηκε με σχετική διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης (79/2011), γιατί κρίθηκε ότι η διαθήκη ήταν γνήσια, ενώ στη συνέχεια απορρίφθηκε και η κατά της διάταξης αυτής προσφυγή του (κατηγορουμένου) με αντίστοιχη διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης (259/2011). Για τη γνησιότητα της από 1-6-2009 διαθήκης της Χ. Π. αποφάνθηκε ο Π. Τ., ειδικός- δικαστικός Γραφολόγος με την από 19-11-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, δικαιολογητικό δε λόγο είχε η διαθήκη αυτή να εξασφαλιστεί η άνετη διαβίωση του ανάπηρου τέκνου των πολιτικώς εναγόντων, ενώ και ο κατηγορούμενος παραδέχεται ήδη τη γνησιότητά της. Όμως, με τη διαθήκη αυτή η Χ. Π. δεν διέθεσε τα εξής ακίνητα: α) ποσοστό κυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου, αντικειμενικής αξίας 46.269,36 ευρώ (αξία ποσοστού, κατά τα κατωτέρω, της Τ. Κ. 23.134,68 ευρώ), επί ενός ισογείου καταστήματος, μικτής επιφάνειας 70 τ.μ., της κείμενης στη … επί της οδού ..., πολυώροφης οικοδομής, β) ποσοστό κυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου, αντικειμενικής αξίας 11.702,88 ευρώ (αξία ποσοστού, κατά τα κατωτέρω, της Τ. Κ. 5.851,44 ευρώ), επί του υπογείου χώρου, εμβαδού 154,80 τ.μ., της κείμενης στην περιοχή ..., επί της οδού ..., πολυώροφης οικοδομής και γ) ποσοστό 12,50 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου, αντικειμενικής αξίας 5.221,9 ευρώ (αξία ποσοστού, κατά τα κατωτέρω, της Τ. Κ. 2.610,95 ευρώ), επί του οικοπέδου στο οποίο έχει ανεγερθεί η αμέσως ανωτέρω αναφερόμενη οικοδομή, που αντιστοιχεί στη μελλοντική καθ' ύψος - επέκταση οικοδομής. Ως προς την ανωτέρω δε κληρονομιαία περιουσία, που δεν διέθεσε η ανωτέρω θανούσα, επήλθε εξ αδιαθέτου διαδοχή και ως εκ τούτου υπεισήλθαν σ' αυτήν ο κατηγορούμενος και η αδελφή της, Τ. Κ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και επομένως στην Τ. Κ. αναλογούσε η προαναφερθείσα αξία του ποσοστού της επί εκάστου κληρονομιαίου ακινήτου. Καθώς, όμως, ο κατηγορούμενος επιθυμούσε να καταστεί αυτός ο μοναδικός κληρονόμος της ακίνητης και κινητής περιουσίας της αποβιώσασας συζύγου του, πλην των κοσμημάτων της, και έτσι να περιέλθει σ' αυτόν η ακίνητη περιουσία των πολιτικώς εναγόντων, την οποία κληρονόμησαν με την από 1-6-2009 γνήσια ιδιόγραφη διαθήκη της θανούσας, αλλά και αυτή που η Τ. Κ. είχε κληρονομήσει ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος, επινόησε άλλη κληρονομική διαδοχή με κληρονόμο τον ίδιο, πείθοντας προς τούτο, κατά το χρονικό διάστημα από 20-6-2009 έως 12-11-2009, άγνωστο άτομο να συντάξει την από 5-5-2006 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη της συζύγου του, το περιεχόμενο της έχει αυτολεξεί ως εξής: ''Εγώ η Χ. Π. σύζυγος Δημητρίου, επιθυμώ την κινητή και ακίνητη περιουσία μου να κληρονομήσει ο Αγαπημένος μου σύζυγος Τ. Π. γιατί αυτός τη δημιούργησε και ξέρει τι θα την κάνει για το καλό μας, στην αδελφή μου Φ. αφήνω μόνο τα κοσμήματά μου που έχουν μεγάλη αξία. …5-5-2006 Χ. Π.. Στη συνέχεια, με σχετική αίτησή του κατέθεσε την εν λόγω πλαστή διαθήκη στο αρμόδιο Δικαστήριο και εξαπατώντας, έτσι, το Δικαστή ως προς τη γνησιότητά της τον έπεισε να τη δημοσιεύσει και να την κηρύξει κυρία, ενώ προέβη και στην κατά νόμο δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο όφελος, τουλάχιστον ποσού 265.843,75 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αντικειμενική αξία των ανωτέρω ακινήτων που κληρονόμησαν οι πολιτικώς ενάγοντες με τη γνήσια διαθήκη της Χ. Π., καθώς και αυτών που κληρονόμησε η Τ. Κ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία ποσού 234.246,68 ευρώ των πρώτων και ποσού 31.597,07 ευρώ της δεύτερης, η οποία ήδη έχει αποβιώσει. Ότι η διαθήκη αυτή, που συντάχθηκε από τρίτο πρόσωπο με πειθώ και παραίνεση του κατηγορουμένου, είναι πλαστή αποδεικνύεται κυρίως από τις κάτωθι εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης: α) Την από 19-3-2009 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Δ. Σ., ειδικού δικαστικού γραφολόγου, που διορίστηκε με την υπ' αριθ. 63/2010 πράξη του Πταισματοδίκη του Β' Τμήματος Θεσσαλονίκης και β) την από 13-3-2013 όμοια έκθεση της Π. Φ., που διορίστηκε με την 9/2013 διάταξη της Ανακρίτριας του Β' τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Επομένως, ο κατηγορούμενος παρέστησε εν γνώσει ψευδώς στο Δικαστή, που με τα υπ' αριθ. 2101/11-12-2009 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου δημοσίευσε και με την 39626/11-12-2009 απόφαση κήρυξε κυρία την παραπάνω πλαστή διαθήκη, ότι δήθεν αυτή ήταν γνήσια διαθήκη, ενώ ήταν πλαστή και την είχε συντάξει άγνωστο άτομο, ύστερα από παραινέσεις και πειθώ του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι, εφόσον η από 1-6-2009 γνήσια διαθήκη είναι μεταγενέστερη της από 5-5-2006 πλαστής διαθήκης και ως εκ τούτου η τελευταία καταργείται σιωπηρώς (άρθρο 1764 του ΑΚ), δεν είχε αυτός (κατηγορούμενος) έννομο συμφέρον στη δημοσίευση και κήρυξή της ως κυρίας, ώστε δεν συντρέχει στο πρόσωπό του το στοιχείο του δόλου. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από τις εν γένει συμπεριφορά και ενέργειες του κατηγορουμένου, που προαναφέρθηκαν (έγκληση κατά των πολιτικώς εναγόντων για πλαστογραφία της γνήσιας διαθήκης, στη συνέχεια υποβολή αίτησης για δημοσίευση και κήρυξη κυρίας της πλαστής διαθήκης και, τέλος, αποδοχή της κληρονομιάς από την πλαστή διαθήκη), αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος συστηματικά ενεργώντας επιδίωξε με απατηλά μέσα να αποκτήσει την περιουσία της θανούσας συζύγου του με βάση την από 5-5-2006 πλαστή διαθήκη, αφού προηγουμένως επετύγχανε την ακύρωση της από 1-6-2009 γνήσιας διαθήκης. Ισχυρίζεται, επίσης, ο κατηγορούμενος (επικουρικώς) ότι η σε βάρος του κατηγορία της απάτης πρέπει να μεταβληθεί σε απρόσφορη απόπειρα απάτης, πλην όμως και ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, με την προσκόμιση στο Δικαστήριο της από 5-5-2006 πλαστής διαθήκης της συζύγου του, επιτεύχθηκε ο σκοπός στον οποίο εξαρχής απέβλεπε, δηλαδή με εξαπάτηση του Δικαστή του αρμόδιου δικαστηρίου να δημοσιευθεί και να κηρυχθεί η διαθήκη αυτή κυρία. Τέλος, κατά την κρατούσα στην επιστήμη και νομολογία άποψη, μεταξύ των αξιόποινων πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης υφίσταται αληθής συρροή, διότι καθεμία από αυτές είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά, δεν αποτελεί δε η μία στοιχείο ή επιβαρυντική περίσταση της άλλης, ούτε η μία αποτελεί αναγκαίο μέσο για την τέλεση της άλλης [....].
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον κατηγορούμενο, ότι, δηλαδή, μεταξύ της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης υφίσταται φαινομένη συρροή, ώστε η δεύτερη πράξη απορροφάται από την πρώτη. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι, κατά την ημέρα της συζήτησης της αίτησης του κατηγορουμένου για δημοσίευση και κήρυξη κυρίας της από 5-5-2006 πλαστής διαθήκης, οι Α. Π. και Κ. Κ., αδερφός και ανηψιά, αντίστοιχα, του κατηγορουμένου, κατέθεσαν ενόρκως, ως μάρτυρες, ότι η εν λόγω διαθήκη είχε γραφεί εξ ολοκλήρου με το χέρι της αποβιώσασας Χ. Π., μη γνωρίζοντας, όμως, ότι αυτό ήταν ψευδές, αλλά παραπλανηθέντες σχετικώς από τον κατηγορούμενο. Για το λόγο, άλλωστε, αυτόν οι παραπάνω μάρτυρες αθωώθηκαν ελλείψει δόλου με την εκκαλούμενη απόφαση από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου παραπέμφθηκαν με τις κατηγορίες της άμεσης συνέργειας σε απάτη στο δικαστήριο και της ψευδορκίας μάρτυρα. Κατόπιν τούτων, απορριπτομένων όλων των ισχυρισμών του κατηγορουμένου, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων, που του αποδίδονται, α) της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία (από άγνωστο άτομο) με χρήση με παράνομο περιουσιακό όφελος μεγαλύτερο των 120.000 ευρώ, β) της απάτης (στο δικαστήριο) με παράνομο περιουσιακό όφελος μεγαλύτερο των 120.000 ευρώ και γ) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία κατ' εξακολούθηση (των Α. Π. και Κ. Κ.), με την αναγνώριση ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α' ΠΚ, όπως και πρωτοδίκως κρίθηκε". Ειδικότερα, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με βάση τις παραδοχές αυτές, τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στη …, κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε τα ακόλουθα εγκλήματα: Α) Σε μη διακριβωθείσα ημερομηνία, κατά το χρονικό διάστημα από 20-6-2009 έως 12-11-2009, με παραινέσεις, υποδείξεις, πειθώ και φορτικότητα, προκάλεσε σε άγνωστο, κατά την ανάκριση δράστη, την απόφαση να τελέσει την πράξη της πλαστογραφίας με σκοπό προσπορισμού σε άλλον συνολικού οφέλους άνω των 120.000 ευρώ, ενώ την 13-11-2009 αυτός (κατηγ/νος) έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου. Ειδικότερα, με παραινέσεις, υποδείξεις, πειθώ και φορτικότητα έπεισε τον άγνωστο, κατά την ανάκριση δράστη, να καταρτίσει πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει ο ίδιος (κατηγ/νος) με τη χρήση του άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια αυτός (κατηγ/νος), την 13-11-2009, έκανε χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου, με τις πράξεις τους δε αυτές, ο άγνωστος δράστης και ο κατηγορούμενος σκόπευαν να προσπορίσει ο κατηγορούμενος παράνομο περιουσιακό όφελος, το ύψος του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη τρίτων. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος έπεισε τον άγνωστο δράστη να καταρτίσει εξ υπαρχής την από 5-5-2006 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη, φερόμενη ως συνταχθείσα, στη … από τη σύζυγο του κατηγορουμένου, Χ. Π., το γένος Σ. και Ε. Κ., που απεβίωσε την 19-6-2009, συντάσσοντας το κείμενό της και θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή της φερόμενης ως διαθέτιδας και με την οποία αυτή εφέρετο ότι κατέλειπε όλη την ακίνητη και κινητή περιουσία της στον ίδιο (κατηγ/νο), πλην των κοσμημάτων της, που εφέρετο ότι κατέλειπε στην αδελφή της Τ. Κ. του Σ., κατοίκου εν ζωή ….. Συγκεκριμένα, το κείμενο της πλαστής αυτής ιδιόγραφης διαθήκης, έχει αυτολεξεί ως εξής ''Εγώ η Χ. Π. σύζυγος Δ.. επιθυμώ την κινητή και ακίνητη περιουσία μου να κληρονομήσει ο Αγαπημένος μου σύζυγος Τ. Π. γιατί αυτός τη δημιούργησε και ξέρει τι θα την κάνει για το καλό μας, στην αδελφή μου Φ. αφήνω μόνο τα κοσμήματά μου που έχουν μεγάλη αξία. … 5-5-2006 Χ. Π.. Ο άγνωστος δε δράστης προέβη στην κατάρτιση της πλαστής αυτής ιδιόγραφης διαθήκης, με σκοπό ο κατηγορούμενος να παραπλανήσει - εξαπατήσει με τη χρήση της τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τους εγκαλούντες και κάθε τρίτο, σχετικά με τη νομότυπη κατάρτιση και τη γνησιότητά της, έτσι ώστε να φαίνεται ότι η προαναφερθείσα κληρονομούμενη είχε πράγματι συντάξει και υπογράψει η ίδια τη διαθήκη αυτή και ότι συνεπώς με αυτή εκφραζόταν η πραγματική βούληση αυτής ως διαθέτιδας. Εν συνεχεία, την 13-11-2009, ο κατηγορούμενος έκανε χρήση αυτής της πλαστής διαθήκης και ειδικότερα την προσκόμισε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, συνοδεύοντάς την με την υπ' αριθμ. 47817/13-11-2009 αίτησή του, απευθυνόμενη προς το ανωτέρω Δικαστήριο, προκειμένου αυτή να δημοσιευθεί και να κηρυχθεί κυρία. Έτσι πέτυχε να δημοσιευθεί αυτή με τα υπ' αριθμ. 2101/11-12-2009 πρακτικά του ως άνω Δικαστηρίου και να κηρυχθεί κυρία με την υπ' αριθμ. 39626/11-12-2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Με τις ως άνω πράξεις τους ο άγνωστος δράστης και ο κατηγορούμενος σκόπευαν να προσποριστεί ο κατηγορούμενος παράνομο περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη των περιουσιών των εγκαλούντων α) Α. Π. του Κ., β) Π. συζ. Α. Π., το γένος Π. και Σ. Ν. και γ) Τ. Κ. του Σ.. Ειδικότερα, η ανωτέρω θανούσα, η οποία, κατά το χρόνο θανάτου της, κατέλειπε ως πλησιέστερους συγγενείς της τον κατηγορούμενο και την εγκαλούσα Τ. Κ., αμφιθαλή αδελφή της, συνέταξε την από 1-6-2009 ιδιόγραφη διαθήκη της, με την οποία διέθεσε το μεγαλύτερο μέρος της ακίνητης περιουσίας της και εγκατέστησε κληρονόμους της, τον κατηγορούμενο, τον πρώτο εγκαλούντα, Α. Π. - υιό του αποβιώσαντος αδελφού του κατηγορουμένου, Κ. Π. και τη σύζυγο αυτού- δεύτερη εγκαλούσα, Π. Π., καταλείποντας σε αυτούς τα αναφερόμενα, σε αυτή τη γνήσια διαθήκη της, ακίνητα. Συγκεκριμένα, με την από 1-6-2009 ιδιόγραφη διαθήκη της η Χ. Π. κατέλειπε κατ' ισομοιρία, στους Α. Π. και Π. Π., τα κάτωθι ακίνητά της: α) ένα ισόγειο κατάστημα, μικτής επιφάνειας 74 τ.μ., της κείμενης στην περιοχή ..., επί της οδού ..., πολυώροφης οικοδομής, αντικειμενικής αξίας 73.382,40 ευρώ, β) ένα διαμέρισμα, μικτής επιφάνειας 122,71 τ.μ., του πέμπτου ορόφου, της κείμενης στην περιοχή ..., επί της οδού ..., πολυώροφης οικοδομής, αντικειμενικής αξίας 120.329,28 ευρώ, γ) ποσοστό κυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου, αντικειμενικής αξίας 15.480 ευρώ επί ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 500 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "…." του Δήμου ... και δ) ποσοστό κυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου, αντικειμενικής αξίας 25.155 ευρώ, επί ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 1.300 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." του Δήμου ..., οι δε Α. Π. και η Π. Π. προέβησαν σε νόμιμη δήλωση αποδοχής της ανωτέρω κληρονομιάς. Στον σύζυγό της δε- κατηγορούμενο, κατέλειπε: δύο διαμερίσματα, μικτής επιφάνειας 87,28 τ.μ. και 45,90 τ.μ., αντίστοιχα, του πρώτου ορόφου, της κείμενης στην περιοχή ..., επί της οδού ... πολυώροφης οικοδομής και ένα διαμέρισμα, μικτής επιφάνειας 87,19 τ.μ., του δευτέρου ορόφου, της ίδιας πολυώροφης οικοδομής. Με την ανωτέρω όμως γνήσια διαθήκη της η Χ. Π. δεν διέθεσε τα κάτωθι ποσοστά συγκυριότητάς της επί των εξής ακινήτων: α) ποσοστό κυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου, αντικειμενικής αξίας 46.269,36 ευρώ (αξία ποσοστού, κατά τα κατωτέρω, της Τ. Κ. 23.134,68 ευρώ), επί ενός ισογείου καταστήματος, μικτής επιφάνειας 70 τ.μ., της κείμενης στη … επί της οδού ..., πολυώροφης οικοδομής, β) ποσοστό κυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου, αντικειμενικής αξίας 11.702,88 ευρώ (αξία ποσοστού, κατά τα κατωτέρω, της Τ. Κ. 5.851,44 ευρώ), επί του υπογείου χώρου, εμβαδού 154,80 τ.μ., της κείμενης στην περιοχή ..., επί της οδού ..., πολυώροφης οικοδομής και γ) ποσοστό 12,50 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου, αντικειμενικής αξίας 5.221,9 ευρώ (αξία ποσοστού, κατά τα κατωτέρω, της Τ. Κ. 2.610,95 ευρώ), επί του οικοπέδου στο οποίο έχει ανεγερθεί η αμέσως ανωτέρω αναφερόμενη οικοδομή, που αντιστοιχεί στη μελλοντική καθ' ύψος - επέκταση οικοδομής. Ως προς την ανωτέρω δε κληρονομιαία περιουσία, που δεν διέθεσε η ανωτέρω θανούσα, επήλθε εξ αδιαθέτου διαδοχή και ως εκ τούτου υπεισήλθαν σ' αυτήν ο κατηγορούμενος και η αδελφή της, Τ. Κ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και επομένως στην Τ. Κ. αναλογούσε η προαναφερθείσα αξία του ποσοστού της επί εκάστου κληρονομιαίου ακινήτου. Επομένως, το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος, που σκόπευε να προσπορίσει ο κατηγορούμενος, ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 265.843,75 ευρώ, που αντιστοιχεί στη συνολική αντικειμενική αξία των ανωτέρω εμπραγμάτων δικαιωμάτων κυριότητας επί των παραπάνω ακινήτων, που είχαν περιέλθει στους Α. Π. και Π. Π., ως εκ διαθήκης κληρονόμων της ανωτέρω θανούσας και στην Τ. Κ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου αυτής, με αντίστοιχη συνολική περιουσιακή βλάβη όλων των εγκαλούντων και ειδικότερα των Α. Π. και Π. Π., κατά το ποσό των 234.246,68 ευρώ και της Τ. Κ., κατά το ποσό των 31.597,07 ευρώ. Β) Την 13-11-2009, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, το δε παράνομο περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία σε βάρος των παθόντων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των 265.843,75 ευρώ. Συγκεκριμένα, προσκόμισε την αναφερόμενη στην υπό στοιχ. (Α) πράξη από 5-5-2006 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη, με την οποία εφέρετο ότι αυτός εγκαθίστατο ως μοναδικός κληρονόμος στο σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας της κληρονομούμενης συζύγου του, Χ. Π., πλην των κοσμημάτων αυτής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, συνοδεύοντάς την με την υπ' αριθμ. καταθ. 47817/13-11-2009 αίτησή του, απευθυνόμενη προς το ανωτέρω Δικαστήριο, με την οποία ζητούσε να δημοσιευθεί και να κηρυχθεί κυρία η εν λόγω διαθήκη. Στην εν λόγω αίτησή του εμφάνιζε εν γνώσει του ψευδώς την πλαστή αυτή ιδιόγραφη διαθήκη ως γνήσια, ότι δηλαδή αυτή είχε πράγματι συνταχθεί και υπογράφει από τη Χ. Π.. Γ) Την 11-12-2009, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με παραινέσεις, υποδείξεις, πειθώ και φορτικότητα, προκάλεσε στους Α. Π. και Κ. Κ. την απόφαση να τελέσουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Ειδικότερα, οι Α. Π. και Κ. Κ., ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη δικάσιμο της 11-12-2009, κατά την οποία συζητείτο η υπ' αριθμ. καταθ. 47817/13-11-2009 αίτηση του κατηγορουμένου, Δ. Π., περί δημοσίευσης και κήρυξης κυρίας της αναφερόμενης στην υπό στοιχ. (Α) πράξη από 5-5-2006 πλαστής ιδιόγραφης διαθήκης της θανούσας συζύγου του, Χ. Π., κατέθεσαν ενώπιον του άνω Δικαστηρίου, ότι η ανωτέρω διαθήκη είχε γραφεί εξ ολοκλήρου με το χέρι της ανωτέρω θανούσας και είχε υπογραφεί από αυτήν, βεβαιώνοντας έτσι τη γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής της, πεισθέντες κατόπιν παραινέσεων, υποδείξεων, πειθούς και φορτικότητας εκ μέρους του κατηγορουμένου ότι τούτα είναι αληθή, ενώ ήταν εν γνώσει του ψευδή.
7.Με τις παραδοχές αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α', 27, 46 παρ.1α', 216 παρ.1, 3, 386 παρ.1, 3 και 224 παρ.2, 1 ΠΚ, που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων και ειδικότερα α) ότι ο αναιρεσείων, με σκοπό να καταστεί αυτός ο μοναδικός κληρονόμος της περιουσίας της αποβιωσάσης συζύγου του Χ. Π., έπεισε προς τούτο άγνωστο άτομο να συντάξει την από 5-5-2006 πλαστή διαθήκη, επιπλέον δε, παραπλάνησε τους Α. Π. και Κ. Κ., που κατέθεσαν ενόρκως ως μάρτυρες κατά την ημέρα της συζήτησης της αίτησής του για δημοσίευση και κήρυξη κυρίας της ως άνω διαθήκης, να καταθέσουν ότι η εν λόγω διαθήκη είχε γραφεί με το χέρι της προαναφερόμενης Χ. Π., β) ότι ο αναιρεσείων, με παραινέσεις, υποδείξεις, πειθώ και φορτικότητα, προκάλεσε στα προαναφερόμενα πρόσωπα την απόφαση να τελέσουν τις ως άνω άδικες πράξεις. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, προσδιορίζονται ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε στα ανωτέρω πρόσωπα την απόφαση να τελέσουν τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, καθώς και η υποκείμενη δόλια προαίρεση αυτού, άμεσα συναπτόμενη με την επιδιωκόμενη από τον ίδιο αίσια έκβαση της δικαστικής διένεξης μεταξύ αυτού και των πολιτικώς εναγόντων, ενώ δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται εξειδικευμένα στην απόφαση περαιτέρω σε τι συνίστανται οι προτροπές, η πειθώ και η φορτικότητα, που έγινε δεκτό ότι αποτέλεσαν τον τρόπο και τα μέσα που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων ως ηθικός αυτουργός για να προκαλέσει στους φυσικούς αυτουργούς την απόφαση να τελέσουν τις εν λόγω πράξεις, αλλά αρκεί ότι επρόκειτο για συμπεριφορά πρόσφορη να αποτελέσει ηθική αυτουργία και ότι συνδεόταν, ως εκ του ότι συνέβαλε στη λήψη της απόφασης, αιτιωδώς ως προς τις ανωτέρω άδικες πράξεις που τέλεσαν οι φυσικοί αυτουργοί (ΑΠ 229/2017, ΑΠ 629/2012). Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων, μετά την κατά τα ανωτέρω κατάρτιση της επίμαχης πλαστής διαθήκης, κατάθεσε αυτή, με σχετική αίτησή του, στο αρμόδιο δικαστήριο και εξαπατώντας έτσι το δικαστή ως προς τη γνησιότητά της τον έπεισε να τη δημοσιεύσει και να την κηρύξει κυρία, ενώ προέβη και στην κατά νόμο δήλωση αποδοχής κληρονομίας, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, τουλάχιστον ποσού 265.843,75 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αντικειμενική αξία των ανωτέρω ακινήτων που κληρονόμησαν οι πολιτικώς ενάγοντες, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία αυτών. Με αυτά που δέχθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, εκτός των άλλων, διαλαμβάνεται σε αυτήν, ότι η ως άνω ενέργεια του αναιρεσείοντος είχε ταυτόχρονα ως άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα και την πρόκληση βλάβης στους πολιτικώς ενάγοντες ως προς το παραπάνω ποσό, με αντίστοιχο όφελος του ίδιου, ενώ επαρκώς θεμελιώνεται η δόλια προς τούτο προαίρεση αυτού. Επομένως, όλοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρόσθετοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι, αναφορικά με την καταδικαστική κρίση, α) για τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, δεν εξειδικεύονται στην απόφαση περιστατικά με βάση τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε στους αυτουργούς των ως άνω εγκλημάτων την απόφαση να εκτελέσουν αυτά, και β) για την αξιόποινη πράξη της απάτης στο δικαστήριο, δεν αιτιολογείται για ποιο λόγο η κήρυξη ως κύριας της από 5-5-2006 ιδιόγραφης διαθήκης από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης είχε ως άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα και την πρόκληση βλάβης ποσού 265.843,75 ευρώ στην περιουσία των πολιτικώς εναγόντων, με αντίστοιχο όφελος του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η ειδικότερη αιτίαση περί του ότι με την κήρυξη ως κυρίας της ως άνω διαθήκης δεν επήλθε άμεση μετακίνηση ακινήτων από τους πραγματικούς κληρονόμους και ως εκ τούτου δεν έχει συντελεστεί απάτη, είναι αβάσιμη, διότι η απάτη στο δικαστήριο είχε ήδη συντελεστεί κατά το χρόνο έκδοσης της ανωτέρω απόφασης, με την οποία κηρύχθηκε κυρία η επίμαχη πλαστή διαθήκη, καθόσον η απάτη επί δικαστηρίου είναι τελειωμένη, όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών μέσων, εκδίδεται απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη της απάτης και σε βάρος του αντιδίκου του, ενώ ως περιουσιακή βλάβη νοείται κάθε μείωση της συνολικής αξίας της περιουσίας, αλλά και η απειλή μείωσής της, όταν δημιουργείται χειροτέρευση της ενεστώσας περιουσιακής κατάστασης, όπως και η απειλή ή ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον, λόγω εμπλοκής σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα.
8.
Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του επί της ενοχής, επιλεκτικώς έλαβε υπόψη την από 19-3-2009 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Δ. Σ. και την από 13-3-2013 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Π. Φ., ενώ δεν έλαβε υπόψη, για το σχηματισμό της κρίσης του, τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο από 7-1-2010 και 30-10-2013 δύο εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των γραφολόγων Π. Τ. και Α. Ί., αντίστοιχα, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται ούτε στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου γίνεται αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, ούτε από το σύνολο του σκεπτικού προκύπτει ότι αξιολογήθηκαν. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι στο αιτιολογικό της (15η σελίδα) περιέχεται η εξής παραδοχή: "ότι η διαθήκη αυτή είναι πλαστή... αποδεικνύεται κυρίως από τις κάτωθι εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης: α) Την από 19-3-2009 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Δ. Σ., ειδικού δικαστικού γραφολόγου, που διορίστηκε με την υπ' αριθ. 63/2010 πράξη του Πταισματοδίκη του Β' Τμήματος Θεσσαλονίκης και β) την από 13-3-2013 όμοια έκθεση της Π. Φ., που διορίστηκε με την 9/2013 διάταξη της Ανακρίτριας του Β' τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης". Το γεγονός, όμως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για την καταδίκη του αναιρεσείοντος ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (ορθώς) μόνο τις ως άνω εκθέσεις, δεν σημαίνει ότι δεν συνεκτιμήθηκαν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του σκεπτικού, μεταξύ των οποίων και οι συμπεριλαμβανόμενες στα έγγραφα από 7-1-2010 και 30-10-2013 ιδιωτικές γραφολογικές γνωμοδοτήσεις των γραφολόγων Π. Τ. και Α. Ί., αντίστοιχα, οι οποίες αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, ο δε κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να προβεί σε δηλώσεις και παρατηρήσεις, κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ. Άλλωστε, δεν προκύπτει ότι οι εν λόγω εκθέσεις διατάχθηκαν από τον ανακριτή ή το δικαστήριο, ώστε να εκτιμηθούν ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ούτε προκύπτει ότι τα πορίσματά τους είναι αντίθετα με τις παραδοχές της απόφασης (κάτι τέτοιο δεν επικαλείται ο αναιρεσείων με την αίτησή του), ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία για την απόρριψη των πορισμάτων αυτών. Επομένως, ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω μη λήψης υπόψη του ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου της πραγματογνωμοσύνης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
9.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 ΚΠΔ συνάγεται, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης και την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το έγγραφο αυτό αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή το μη αναγνωσθέν στο ακροατήριο περιεχόμενο αυτού προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αν αυτό αναφέρεται απλώς ιστορικά ή διηγηματικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (ΑΠ 1/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο (και τελευταίο) λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης, ο αναιρεσείων παραπονείται διότι το Πενταμελές Εφετείο, για να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του, έλαβε υπόψη την από 19-11-2009 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Π. Τ., μολονότι η εν λόγω έκθεση δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, στερώντας έτσι αυτόν από το δικαίωμα να προβεί σε δηλώσεις και παρατηρήσεις, κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ, με αποτέλεσμα να επέλθει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Πράγματι, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης (14η σελίδα) αναφέρεται ότι "για τη γνησιότητα της από 1-6-2009 διαθήκης της Χ. Π. αποφάνθηκε ο Π. Τ., ειδικός δικαστικός γραφολόγος, με την από 19-11-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του". Όμως, η αναφορά αυτή αφορούσε άλλη ποινική δίκη, που ανοίχθηκε μετά την έγκληση που είχε υποβάλει ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κατά των ήδη πολιτικώς εναγόντων, με την οποία είχε ισχυρισθεί ότι η από 1-6-2009 διαθήκη της Χ. Π. είχε πλαστογραφηθεί από τους πολιτικώς ενάγοντες. Η εν λόγω έγκληση απορρίφθηκε με την 79/2011 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, διότι κρίθηκε ότι η διαθήκη ήταν γνήσια, η δε ασκηθείσα κατ' αυτής προσφυγή απορρίφθηκε με την 259/2011 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης.
Συνεπώς, η ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης και η διαθήκη στην οποία αυτή αναφέρεται, δεν αποτελούσαν το αντικείμενο της δίκης, στην οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, δεδομένου ότι δεν σχετίζεται με τις πράξεις αυτές. Αντίθετα, υλικό αντικείμενο της δίκης του ήδη αναιρεσείοντος ήταν η πλαστότητα της από 5-5-2006 διαθήκης. Από αυτά καθίσταται βέβαιο ότι η ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρθηκε διηγηματικά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης και ως εκ τούτου δεν λήφθηκε υπόψη για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων. Επομένως, ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας λόγω λήψης υπόψη μη αναγνωσθέντος εγγράφου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
10.Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης με τους πρόσθετους λόγους της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), καθώς και στα δικαστικά έξοδα των πολιτικώς εναγόντων, Α. Π. του Κωνσταντίνου και Π. Π. του Π., που παραστάθηκαν νομίμως, με κοινό συνήγορο (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-4-2018 αίτηση του Δ. Π. του Α. και τους από 17-7-2018 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της 1192/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Υποχρεώνει τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στους πολιτικώς ενάγοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 12η Σεπτεμβρίου 2018. -Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: