Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020

Α.Π. 624/2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΕΙΣΟΔΟΣ ΑΝΗΛΙΚΗΣ ΠΕΖΗΣ ΣΤΟ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑ ΚΟΝΤΑ ΣΕ ΣΧΟΛΕΙΟ – ΜΗ ΥΠΑΡΞΗ ΔΙΑΒΑΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΓΙΑ ΔΙΑΣΧΙΣΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ – ΑΜΕΛΕΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΟΔΟΥ ΝΑ ΑΝΤΙΛΗΦΘΕΙ ΤΗΝ ΑΝΗΛΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑ ΜΕΙΩΣΕΙ ΤΑΧΥΤΗΤΑ – ΠΑΡΑΣΥΡΜΟΣ ΑΝΗΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΟΒΑΡΟΣ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ – ΣΥΝΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΠΕΖΗΣ ΚΑΙ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΟΔΗΓΟΥ

Α.Π. 624/2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


ΕΙΣΟΔΟΣ ΑΝΗΛΙΚΗΣ ΠΕΖΗΣ ΣΤΟ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑ ΚΟΝΤΑ ΣΕ ΣΧΟΛΕΙΟ – ΜΗ ΥΠΑΡΞΗ ΔΙΑΒΑΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΓΙΑ ΔΙΑΣΧΙΣΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ – ΑΜΕΛΕΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΟΔΟΥ ΝΑ ΑΝΤΙΛΗΦΘΕΙ ΤΗΝ ΑΝΗΛΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑ ΜΕΙΩΣΕΙ ΤΑΧΥΤΗΤΑ – ΠΑΡΑΣΥΡΜΟΣ ΑΝΗΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΟΒΑΡΟΣ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ – ΣΥΝΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΠΕΖΗΣ ΚΑΙ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΟΔΗΓΟΥ

Εν προκειμένω η πρώτη εναγομένη, δεν οδηγούσε το αυτοκίνητό της με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός της, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός της κατά τρόπο ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία του οχήματός της μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, ενώ συνυπαίτια και κατά ποσοστό 30% του ατυχήματος υπήρξε και η ίδια η ενάγουσα πεζή, η οποία προσπάθησε να διασχίσει κάθετα την άνω οδό από σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών και χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πραγματοποιήσει την κίνηση αυτή ακίνδυνα και χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων, με συνέπεια να επισυμβεί το ατύχημα, λόγω και της άνω αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης – Απόρριψη λόγου αναίρεσης (914, 330, 300 ΑΚ, 12, 19, 38 ΚΟΚ)


Αριθμός 624/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Φ. του Η., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Πατούνα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π. του Ν., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της ... και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της .....

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. εκθ. καταθ. 12033/13-5-2013 αγωγή των Η. Φ. του Μ. και Χ. Σ. του Χ., για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου τους Μ. Φ. (ήδη αναιρεσείουσας), της οποίας ασκούσαν τη γονική μέριμνα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9627/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 908/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-9-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζαμπέτα Στράτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 14/9/2017 (με αριθ. καταθ. 28/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 908/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεώς του (άρθρα 666, 667, 670-676 του ΚΠολΔ όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β', 556, 558 και 577 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό για το βάσιμο των λόγων της

ΙΙ. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Έτσι επί ευθύνης προς αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Και τούτο διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες, που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου. Ειδικότερα ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του αν τα ανελέγκτως διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, καθεαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και μπορούν να θεωρηθούν ως συνδεόμενα αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στην γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τον βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή από μόνη της υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Τέλος, με τα άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 38 παρ. 4 εδ. ε' και ζ' του ΚΟΚ (όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο) ορίζονται τα εξής: α) Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά (12 παρ. 1), β) ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (19 παρ. 1), γ) ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (19 παρ. 2), δ) ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε κάθε περίπτωση, που επιβάλλεται ο μετριασμός αυτός, όπως σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων και σε κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν (19 παρ. 3), ε) οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται: Αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του και χωρίς να βραδυπορούν ή να σταματούν σε αυτό αδικαιολόγητα (38 § 4 εδ. ε' και ζ').

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα παρακάτω κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος και την υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας: "Στη …, την 19η Σεπτεμβρίου 2011 και περί ώρα 08:00, η ενάγουσα Μ. Φ. του Η., ηλικίας τότε 14 ετών και μαθήτρια της γ' τάξεως του Γυμνασίου, βρισκόταν πεζή μαζί με τη συμμαθήτριά της Μ. Π. του Χ. επί του δεξιού πεζοδρομίου της οδού 1, στη συμβολή αυτής με την οδό 2, με κατεύθυνση προς την οδό 3 έχοντας σκοπό να διασχίσει κάθετα την οδό 1 και να διαπεραιωθεί με τη φίλη της απέναντι, όπου βρίσκεται το Γυμνάσιο …., στο οποίο και φοιτούσε. Στο σημείο αυτό η οδός 1 είναι ευθεία, διπλής κυκλοφορίας με τρεις λωρίδες ανά κατεύθυνση, με πεζοδρόμια ένθεν και ένθεν, παρουσιάζει σε ικανή έκταση εκτεινόμενη καμπύλη (στροφή), αριστερή σε σχέση με την κατεύθυνση προς την οδό 3 και δεξιά σε σχέση με την κατεύθυνση προς οδό 4, ενώ τα δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται μεταξύ τους με νησίδα ασφαλείας πλάτους 1,5 μέτρων.

Το πρώτο ρεύμα πορείας της οδού 1που θα διέσχιζαν η ενάγουσα και η φίλη της έχει κατεύθυνση από την οδό 4 προς την οδό 3, δηλαδή προς το κέντρο της πόλεως. Το ρεύμα αυτό έχει συνολικό πλάτος 10,30 μέτρα και αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Η πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας από δεξιά σε σχέση με τον κινούμενο από την οδό 4 προς το κέντρο της πόλεως, έχει πλάτος 3,40 μέτρα, η δεύτερη έχει πλάτος 3,60 μέτρα και η τρίτη έχει πλάτος 3,30 μέτρα. Την ώρα εκείνη (08:00) υπήρχε φωτισμός ημέρας, η κυκλοφορία οχημάτων ήταν μέτρια και των πεζών αραιή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και δεν υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα. Στην εν λόγω οδό, στο ρεύμα κυκλοφορίας προς την οδό 3 και πριν από το άνω Γυμνάσιο, υπάρχει πινακίδα αναγγελίας κινδύνου Κ-16, με την οποία επισημαίνεται ο κίνδυνος λόγω συχνής κίνησης παιδιών (σχολεία, γήπεδα κ.λπ.), ενώ αμέσως μετά υπάρχει και προειδοποιητικός φωτεινός σηματοδότης με κίτρινη αναλαμπή που προειδοποιεί τους οδηγούς των οχημάτων να ανακόψουν την ταχύτητα, διότι ακολουθεί κόμβος και η κυκλοφορία ρυθμίζεται με τρίχρωμη φωτεινή σηματοδότηση. Πράγματι σε απόσταση 150 περίπου μέτρων από το άνω σημείο και στη διασταύρωση της οδού 1 με την οδό 3 υπάρχει φωτεινός σηματοδότης που ρυθμίζει την κυκλοφορία, όπου και η διάβαση πεζών.

Υπό τα δεδομένα αυτά οι άνω πεζές, που, όπως προαναφέρθηκε, βρίσκονταν επί του πεζοδρομίου της οδού 1, έχοντας πρόθεση να διαπεραιωθούν στην απέναντι πλευρά του δρόμου, παρότι εκεί δεν υπήρχε διάβαση πεζών, θεωρώντας ότι μπορούσαν να διασχίσουν ασφαλώς την οδό διότι εξ αριστερών τους υπήρχε ένα μόνο αυτοκίνητο σε απόσταση περίπου 150 μέτρων, κατήλθαν στο οδόστρωμα και άρχισαν να διασχίζουν κάθετα το ρεύμα πορείας της οδού 1 προς την οδό 3, από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων, δίπλα-δίπλα η μία στην άλλη. Την ίδια αυτή χρονική στιγμή η πρώτη εναγόμενη, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...83 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, εκινείτο στην οδό 1, με κατεύθυνση προς την οδό 3, πλησίαζε δε στο σημείο που βρίσκεται το Γυμνάσιο …, έχοντας καταλάβει την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς την οδό 3. Αυτή όμως οδηγούσε το άνω όχημά της χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός της, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς ανά πάσα στιγμή και χωρίς να έχει ρυθμίσει την ταχύτητά της, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη της τις επικρατούσες συνθήκες, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός της μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο βρισκόταν μπροστά της.

Ειδικότερα αυτή οδηγούσε το όχημά της με ταχύτητα μη υπερβαίνουσα μεν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ την ώρα, εγγίζουσα όμως το όριο αυτό των 50 χλμ την ώρα, με συνέπεια να μην είναι σε θέση να διακόψει άμεσα την πορεία του οχήματός της μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο βρισκόταν μπροστά της. Τούτο δε ενώ στην πορεία της και δη στο δεξιό μέρος της οδού σε σχέση με την πορεία της υπήρχε πινακίδα Κ-16, η οποία προειδοποιούσε τους οδηγούς ότι υπήρχε κίνδυνος λόγω συχνής κίνησης παιδιών σχολείου και συνεπώς όφειλε αυτή να μειώσει την ταχύτητά της πολύ κάτω από το ανώτατο όριο και να βαίνει με μεγάλη προσοχή, πολύ περισσότερο μάλιστα τη στιγμή που, όπως και η ίδια συνομολογεί, αντιλήφθηκε από απόσταση 150 περίπου μέτρων τις δύο ανήλικες μαθήτριες τη στιγμή που αυτές κατέβηκαν στο οδόστρωμα και άρχισαν να το διασχίζουν κάθετα. Παρά ταύτα η πρώτη εναγομένη δεν μείωσε την ταχύτητά της και συνέχισε να κινείται με την ίδια αυξημένη ταχύτητα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, αγνοώντας τόσο την πινακίδα αναγγελίας κινδύνου Κ-16 και τον προειδοποιητικό φωτεινό σηματοδότη Κ-21 όσο και το γεγονός ότι είχε ήδη αντιληφθεί από ικανή απόσταση τις δύο πεζές μαθήτριες που την ίδια στιγμή διέσχιζαν κάθετα το έμπροσθέν της οδόστρωμα και συνεπώς σε κάθε περίπτωση όφειλε να μειώσει στο ελάχιστο την ταχύτητά της για να αποφύγει οποιοδήποτε ατύχημα.

Συνεπεία της αμελούς αυτής συμπεριφοράς της, όταν πλησίασε τις δύο πεζές που τη στιγμή εκείνη είχαν διασχίσει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας και βρίσκονταν στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της, δεν μπόρεσε να διακόψει έγκαιρα την κίνηση του οχήματός της, παρά την τροχοπέδηση που επιχείρησε την τελευταία στιγμή, λόγω της άνω αυξημένης ταχύτητάς της, με αποτέλεσμα να παρασύρει την ενάγουσα, η οποία δεν είχε προλάβει να ανέλθει στη διαχωριστική νησίδα όπως η φίλη της, χτυπώντας την με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου της και εκτοξεύοντας αυτήν σε απόσταση 10 περίπου μέτρων στο οδόστρωμα, όπου προσέκρουσε με το κεφάλι επί της νησίδας, με συνέπεια να τραυματιστεί βαρειά.

Με βάση τα παραπάνω το εν λόγω ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, οδηγού του άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, αλλά και της ενάγουσας πεζής. Ειδικότερα η πρώτη εναγομένη κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1-3 του ΚΟΚ, δεν οδηγούσε το αυτοκίνητό της με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός της, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός της κατά τρόπο ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία του οχήματός της μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, που βρίσκονταν στο ορατό από αυτήν εμπρόσθιο τμήμα της οδού, όπως ιδιαίτερα όφειλε, λόγω του ότι αφενός μεν προσέγγιζε σε σημείο της οδού, όπου υφίσταται κίνδυνος να προκληθεί ατύχημα λόγω της συχνής κίνησης παιδιών, αφετέρου δε από ικανή απόσταση αντιλήφθηκε την παρουσία των παιδιών και την είσοδό τους στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να χτυπήσει και παρασύρει την ανήλικη Μ. Φ. που διέσχιζε κάθετα την άνω οδό από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την πορεία της και να την τραυματίσει σοβαρά, ενώ, αν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της και είχε μειώσει την ταχύτητά της μόλις αντιλήφθηκε τις ανήλικες, θα μπορούσε να ακινητοποιήσει έγκαιρα το αυτοκίνητο που οδηγούσε, χρησιμοποιώντας το σύστημα πέδησης και να αποφύγει έτσι την παράσυρση της πεζής. Περαιτέρω, όμως, συνυπαίτια και δη κατά ποσοστό 30% του ατυχήματος, κατά την εν μέρει βάσιμη περί τούτου ένσταση συνυπαιτιότητας των εναγομένων, υπήρξε και η ίδια η ενάγουσα πεζή, η οποία, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 4 περ. α' και ε' του ΚΟΚ, προσπάθησε να διασχίσει κάθετα την άνω οδό από σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών και χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πραγματοποιήσει την κίνηση αυτή ακίνδυνα και χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων, με συνέπεια να επισυμβεί το ατύχημα, λόγω και της άνω αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη 9627/2014 απόφασή του δέχθηκε ότι το εν λόγω ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, οδηγού του άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, αλλά και της ενάγουσας πεζής, προσδιορίζοντας το ποσοστό συνυπαιτιότητας της πρώτης εναγομένης σε 70% και το ποσοστό συνυπαιτιότητας της ενάγουσας σε 30%, κατ' αποδοχή εν μέρει της προβληθείσας από τους εναγομένους ένστασης συνυπαιτιότητας της ιδίας της πεζής στην πρόκληση του ατυχήματος, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα ισχυρίζονται η μεν ενάγουσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, οι δε εναγόμενοι με τον πρώτο λόγο των αυτοτελών εφέσεών τους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα στην ουσία τους".

Με τις ως άνω παραδοχές, με βάση τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα τόσο της οδηγού του ασφαλισμένου στη δεύτερη αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου όσο και της τραυματισθείσας πεζής - αναιρεσείουσας κατά ποσοστό 70% και 30%, αντίστοιχα, συνισταμένη σε ό,τι λεπτομερώς ανωτέρω περιγράφεται, το δικάσαν Εφετείο διέλαβε, ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας, επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή από εκείνο των περί υπαιτιότητας (αμελείας) διατάξεων και δεν στέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού αναφέρονται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία της πεζής στο οδόστρωμα από σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών, το τμήμα της οδού που είχε διανύσει, το σημείο που έγινε η πρόσκρουση του αυτοκινήτου στο σώμα της, την απόσταση από την οποία είχε αντιληφθεί το όχημα της εναγομένης αλλά και η εναγομένη την πεζή, καθώς και την ταχύτητα με την οποία έβαινε το όχημα.

Ειδικότερα Α) καθόσον αφορά την επικαλούμενη με το αναιρετήριο έλλειψη της απόφασης, επειδή η προσβαλλόμενη "δεν αιτιολογεί, γιατί η πεζή δεν βεβαιώθηκε ότι μπορεί να πραγματοποιήσει την κίνηση αυτή ακίνδυνα και χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων, ενώ από τις λοιπές παραδοχές της προκύπτει ότι βεβαιώθηκε πλήρως ότι μπορεί να πραγματοποιήσει την κίνηση αυτή ακίνδυνα και χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων", η σχετική αιτίαση αβασίμως προβάλλεται, καθόσον ουδεμία περαιτέρω αιτιολογία απαιτείται για την παραδοχή ότι "η πεζή δεν βεβαιώθηκε ότι μπορεί να πραγματοποιήσει την κίνηση αυτή ακίνδυνα και χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων", Β) Δεν υπάρχει η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου ότι "οι πεζές βρίσκονταν επί του πεζοδρομίου της οδού 1 έχοντας πρόθεση να διαπεραιωθούν στην απέναντι πλευρά του δρόμου, παρότι εκεί δεν υπήρχε διάβαση πεζών, θεωρώντας ότι μπορούσαν να διασχίσουν ασφαλώς την οδό διότι εξ αριστερών τους υπήρχε ένα μόνο αυτοκίνητο σε απόσταση 150 περίπου μέτρων, κατήλθαν στο οδόστρωμα και άρχισαν να διασχίζουν κάθετα το ρεύμα πορείας της οδού Λαγού..." και της εν συνεχεία παραδοχής του ότι "η ενάγουσα πεζή προσπάθησε να διασχίσει κάθετα την άνω οδό από σημείο, που δεν υπάρχει διάβαση πεζών και χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πραγματοποιήσει την κίνηση αυτή ακίνδυνα και χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων", αφού η μία παραδοχή (που αφορά την πεποίθηση της ενάγουσας ότι μπορεί να διασχίσει ασφαλώς την οδό, ενώ εξ αριστερών της υπήρχε μόνο ένα αυτοκίνητο σε απόσταση 150 μέτρων περίπου) δεν αναιρεί την άλλη (που αφορά την προσπάθεια της ενάγουσας να διασχίσει κάθετα την άνω οδό, από σημείο που δεν υπάρχει διάβαση πεζών και χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πραγματοποιήσει την κίνηση αυτή χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων),

Γ) Με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες δέχεται την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, που συνίσταται στην παράβαση εκ μέρους της της προπαρατεθείσας διάταξης του άρθρου 38 § 4 εδ. ε' και ζ' και της παράσυρσής της από το αυτοκίνητο της πρώτης εναγομένης - πρώτης αναιρεσίβλητης και του εκ ταύτης επελθόντος τραυματισμού της, καθώς και την παράνομη συμπεριφορά της ως άνω εναγομένης - οδηγού του αυτοκινήτου, καταλογίζοντας συγκλίνουσα αμέλεια σε αμφότερες, Δ) Η έλλειψη της προσβαλλόμενης απόφασης όπως διαλάβει την κατά προσέγγιση ταχύτητα, με την οποία όφειλε να βαίνει η οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, καθώς και η μη αναφορά αν η οδηγός αυτού ηδύνατο να προβεί σε αποφευκτικό ελιγμό για να αποφύγει το ατύχημα, δεν ασκούν επιρροή στην πληρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης καθόσον, όσον αφορά την ταχύτητα αναφέρεται ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ήταν 50 χλμ. την ώρα και η εναγόμενη έβαινε με ταχύτητα εγγίζουσα το όριο αυτό των 50 χλμ. την ώρα, όσον αφορά δε τον αποφευκτικό ελιγμό της αποδίδεται η αμέλεια "ότι οδηγούσε χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός της, ώστε να μπορεί να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς", στους οποίους περιλαμβάνεται και ο αποφευκτικός ελιγμός. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατόπιν τούτου, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με χωριστό δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-9-2017 (αριθ. κατάθ. 360/2018) αίτηση για αναίρεση της 908/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που καθορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για εκάστη τούτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ   Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: