Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019

ΠΟΙΝΙΚΟ - ΔΙΑΤΡΟΦΗ - Άρθρο 358. Παραβίαση της υποχρέωσης διατροφής - Μήνυση λόγω μη καταβολής διατροφής: Ποιες είναι οι διαφορές της από την αγωγή διατροφής και ποιες οι συνέπειές της - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1429 / 2010 Παραβίαση Υποχρέωσης Διατροφής ανηλίκων τέκνων ( άρθρ. 358 ΠΚ) - Παραβίαση υποχρέωσης διατροφής (Άρειος Πάγος - Αριθμός απόφασης: 2474/2009)

ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ (ΙΣΧΥΩΝ)

Όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής που την επιβάλει σε αυτόν ο νόμος και έχει αναγνωριστεί, έστω προσωρινά, με εκτελεστό τίτλο, με τρόπο τέτοιο ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχτεί την βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση. ..

Μήνυση λόγω μη καταβολής διατροφής: Ποιες είναι οι διαφορές της από την αγωγή διατροφής και ποιες οι συνέπειές της

        Ένα από τα πιο συχνά προβλήματα που απασχολεί ιδίως τις διαζευγμένες και εν διαστάσει μητέρες, είναι η μη καταβολή διατροφής από τον πρώην ή τον εν διαστάσει σύζυγό τους. Στις περιπτώσεις αυτές, πέραν των κλασικών ενδίκων βοηθημάτων για την εξασφάλιση της διατροφής (αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και τακτικής αγωγής με αίτημα την επιδίκαση της διατροφής), ο νόμος παρέχει ένα επιπρόσθετο εξασφαλιστικό μέσο για να επιτευχθεί η καταβολή της διατροφής.

        Πρόκειται, ειδικότερα, για την δυνατότητα υποβολής μήνυσης για το αδίκημα της μη καταβολής διατροφής (άρθρο 358 ΠΚ). Πράγματι, το αδίκημα της μη καταβολής διατροφής στοιχειοθετείται, σύμφωνα με το άρθρο 358 ΠΚ, όταν ο υπόχρεος της διατροφής «κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής που του την έχει επιβάλλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά, το δικαστήριο, με τρόπο τέτοιο ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχθεί βοήθεια άλλων». Επομένως, για την τέλεση του αδικήματος, είναι απαραίτητο να υφίσταται αναγνωρισμένη, έστω και με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, υποχρέωση διατροφής, η οποία να παραβιάζεται κακόβουλα, δηλαδή παρά το γεγονός ότι ο υπόχρεος έχει την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει το ποσό της διατροφής, και να έχει περιέλθει ο δικαιούχος σε τέτοια κατάσταση, που να καθιστά αδύνατη την ικανοποίηση των βασικών βιοτικών του αναγκών.

        Εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, επιβάλλεται στον υπόχρεο της διατροφής στερητική της ελευθερίας ποινή (φυλάκιση) μέχρι ένα (1) έτος, η οποία μπορεί να επιβληθεί περισσότερες φορές, εφόσον ο υπόχρεος παραβιάζει την υποχρέωσή του σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα. Σημειωτέον δε ότι πρόκειται για αυτεπαγγέλτως διωκόμενο αδίκημα, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται, σύμφωνα με την ορθότερη άποψη, η καταβολή του παραβόλου των 100 Ευρώ κατά την υποβολή της έγκλησης/μήνυσης.

        Η κίνηση της ποινικής διαδικασίας αποτελεί ένα αποτελεσματικό μέσο προστασίας που λειτουργεί στην πράξη ιδιαίτερα αποθαρρυντικά για τους κακόπιστους υπόχρεους διατροφής, αφού σε πολλές περιπτώσεις, φοβούμενοι την ποινική τους καταδίκη, αναγκάζονται να συμμορφωθούν προς τις υποχρεώσεις τους. Αξίζει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι, εφόσον ο υπόχρεος διατροφής καταδικαστεί συνολικά σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη του ενός (1) έτους, (κάτι που είναι δυνατόν, αφού, όπως αναφέρθηκε, η παραβίαση της υποχρέωσης διατροφής σε διαφορετικά διαστήματα καθιστά δυνατή την πολλαπλή του καταδίκη), το δικαστήριο δεν μπορεί να αναστείλει την έκτιση της ποινής και διατάσσει την μετατροπή της φυλάκισης σε χρηματική ποινή. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο υπόχρεος διατροφής καλείται να πληρώσει δυσθεώρητα ποσά, τα οποία βεβαιώνονται εναντίον του στην Δ.Ο.Υ., με σκοπό να αποφύγει την έκτιση της ποινής φυλάκισης, τα οποία συνήθως υπερβαίνουν κατά πολύ το οφειλόμενο ποσό της διατροφής. Το γεγονός αυτό ενεργεί συνήθως ως ένα ιδιαίτερα δραστικό μέσο πίεσης, καθώς ο υπόχρεος της διατροφής αναγκάζεται εκ των πραγμάτων να προβεί στην καταβολή του συνήθως μικρότερου ποσού της διατροφής, με σκοπό να γλιτώσει την καταβολή της χρηματικής ποινής που θα του επιβληθεί από το ποινικό δικαστήριο.

        Ωστόσο, οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να έχουν υπόψη τους σε κάθε περίπτωση ότι η κίνηση της ποινικής διαδικασίας κατά του υποχρέου της διατροφής δεν θα τους επιφέρει κατά τρόπο άμεσο την επιδίκαση των χρημάτων της διατροφής, αλλά απεναντίας λειτουργεί στην πράξη, σύμφωνα και με τα ανωτέρω, ως ένα πρόσθετο μέσο πίεσης για την επίτευξη του συγκεκριμένου αποτελέσματος. Επομένως, η δυνατότητα της μήνυσης που παρέχει ο νόμος θα πρέπει να αξιοποιείται ως έσχατη λύση και, σε κάθε περίπτωση, η βαρύνουσα σημασία των ενεργειών του πληρεξουσίου δικηγόρου θα πρέπει να επικεντρώνεται στην άσκηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και τακτικής αγωγής με αίτημα την επιδίκαση διατροφής και στην βάσει αυτών επίσπευση διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης προς είσπραξη της οφειλόμενης διατροφής. https://www.siopi-law.gr

 ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1429 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ε.Σ.Δ.Α., Πολιτική αγωγή, Ακροάσεως έλλειψη, Πρόσθετοι λόγοι, Διατροφής υποχρέωση.


Περίληψη:
Παραβίαση Υποχρέωσης Διατροφής ανηλίκων τέκνων ( άρθρ. 358 ΠΚ). 1) Κατά την έννοια του άρθρου 358 ΠΚ, στο δόλο του δράστη περιλαμβάνεται και η γνώση της περί διατροφής υποχρεώσεως βάσει δικαστικής αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και τυπική επίδοση στον κατηγορούμενο της αποφάσεως με δικαστικό. Η οικονομική δυνατότητα του υπόχρεου κρίνεται εν αναφορά προς την οικονομική κατάσταση και την επαγγελματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου. Η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο περί της υπάρξεως υποχρεώσεως διατροφής , πλην όμως τούτο ερευνά το κύρος και την ισχύ της αποφάσεως κατά το άρθρο 60 παρ. 1 του ΚΠΔ, σε συνάρτηση με το χρόνο της παραβιάσεως της υποχρεώσεως διατροφής, όχι όμως και την ορθότητα της. 2) Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β', Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, κύριοι (5ος, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος και 11ος) και πρόσθετοι (1ος, 3ος και 4ος) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, για σχετική ακυρότητα μη καλυφθείσα, για έλλειψη ακροάσεως, για υπέρβαση εξουσίας από την καταδίκη για αξιόποινες πράξεις που δεν στοιχειοθετούνται και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 3) Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, 7ος του κυρίου δικογράφου και 2ος των προσθέτων, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω κακής παρά το νόμο παραστάσεως της πολιτικής αγωγής και μη αποβολή αυτής, διότι η πολιτικώς ενάγουσα παραδεκτά παρέστη ως ασκούσα την επιμέλεια και για λογαριασμό των δύο ανηλίκων τέκνων της. Απορρίπτει αίτηση.


Αριθμός 1429/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ....., περί αναιρέσεως της 1171/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, μετά των από 26 Απριλίου 2010 προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 382/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 358 ΠΚ, "όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής, που του την έχει επιβάλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά, το δικαστήριο, με τρόπο τέτοιο, ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχθεί βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβίασης της υποχρεώσεως για διατροφή απαιτείται δεδηλωμένη παράλειψη του φερόμενου ως υπόχρεου προς διατροφή, προβλεπόμενη από το νόμο και αναγνωρισμένη με δικαστική απόφαση, έστω και προσωρινώς που διατηρεί την ισχύ της και οφειλόμενη σε κακοβουλία, δηλαδή στην ενδιάθετη βούληση μη συμμορφώσεως του δράστη προς την υποχρέωση, από κακεντρέχεια ή κακή θέληση, παρότι είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει το χρηματικό ποσό που επιδικάσθηκε για την κάλυψη των αναγκών επιβιώσεως του δικαιουμένου προσώπου για το προσδιορισμένο χρονικό διάστημα. Στο δόλο του δράστη περιλαμβάνεται και η γνώση της περί διατροφής υποχρεώσεως βάσει δικαστικής αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και τυπική επίδοση σε αυτόν της αποφάσεως με δικαστικό επιμελητή και γνώση ότι ο δικαιούχος θα περιέλθει σε στερήσεις ή θα αναγκασθεί να δεχθεί τη βοήθεια άλλων για τη διατροφή του. Η οικονομική δυνατότητα του υπόχρεου κρίνεται εν αναφορά προς την οικονομική κατάσταση και την επαγγελματική δραστηριότητά του. Η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο περί της υπάρξεως υποχρεώσεως διατροφής, πλην όμως τούτο ερευνά το κύρος και την ισχύ της αποφάσεως κατά το άρθρο 60 παρ.1 του ΚΠοινΔ, σε συνάρτηση με το χρόνο της παραβιάσεως της υποχρεώσεως διατροφής, όχι όμως και την ορθότητα της.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ, η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, δηλαδή, δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωση του, ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ τους καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚποινΔ. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1171/2009 απόφαση, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για από κακοβουλία παραβίαση της υποχρεώσεως διατροφής, και την μ'αυτήν συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφαση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου, που την εξέδωσε, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ως προς την ουσία της υποθέσεως, ως προς τους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς και τα υποβληθέντα αιτήματα του κατηγορουμένου, ότι από την εκτίμηση των μνημονευομένων σε αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Κατά το άρθρο 171 παρ. Ιβ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την κίνηση της ποινικής διώξεως. Κατά δε το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο ενώ κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ.1 και 2, ακυρότητα του κλητήριου θεσπίσματος στο ακροατήριο που δεν προτάθηκε από τον κατηγορούμενο που εμφανίστηκε, καλύπτεται. Κατά το άρθρο 176 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο -και της κύριας και της προπαρασκευαστικής- το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, συνάγεται ότι, προταθείσα δι' ενστάσεως η απόλυτη ακυρότητα του κλητήριου θεσπίσματος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κριθείσα δε και απορριφθείσα, καλύπτεται δια της κρίσεως επ' αυτής, ώστε η επαναφορά του ζητήματος ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έχει ανάγκη λόγου εφέσεως κατά της πρωτόδικης απορριπτικής αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αρ. 3681/2005 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ισχυρισμό (ένσταση) ακυρότητας της διαδικασίας και του κατ' αυτού κλητήριου θεσπίσματος για τους αναφερόμενους λόγους. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε με την ως άνω απόφαση. Κατά της ως άνω αποφάσεως ο κατηγορούμενος άσκησε την προαναφερόμενη υπ' αρ. 353/18-11-2005 έφεση ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα στην οποία δεν προέβαλε με λόγο εφέσεως την ακυρότητα της διαδικασίας και του κλητήριου θεσπίσματος. Τον επανέφερε δε στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο ακροατήριο προσθέτοντας και άλλους λόγους. Κατ' ακολουθίαν εφόσον δεν προέβαλε με λόγο εφέσεως την ακυρότητα της διαδικασίας και του κλητήριου θεσπίσματος, ο σχετικός ισχυρισμός (ένσταση) πρέπει να απορριφθεί ως απαραδέκτως προβληθείς. Περαιτέρω όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας εμφανίστηκε η Ψ, η οποία ως ασκούσα την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της, δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα και ζήτησε να της επιδικαστεί το ποσό των σαράντα τεσσάρων ευρώ με επιφύλαξη κάθε άλλου δικαιώματος της, πέραν του ως άνω ποσού, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπραξία του κατηγορουμένου για την οποία κατηγορείται.
Συνεπώς άσκησε την πολιτική αγωγή ως ασκούσα την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων τους και για λογαριασμό αυτών. Κατά της παράστασης της πολιτικής αγωγής δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση. Στη συνέχεια εξετάστηκε η ίδια ως μάρτυρας και ο κατηγορούμενος υποχρεώθηκε να της καταβάλει (προφανώς έστω και εάν δεν το μνημονεύει ρητά η προσβαλλόμενη απόφαση με την ιδιότητα με την οποία παρέστη) ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 44 ευρώ. Στην παρούσα δικάσιμο εμφανίστηκε η ίδια ως άνω Ψ και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα, όπως και πρωτοδίκως, ζητώντας να της επιδικαστεί το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ με επιφύλαξη κάθε άλλου δικαιώματος της, πέραν του ως άνω ποσού, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπραξία του κατηγορουμένου για την οποία κατηγορείται αυτός. Διόρισε δε πληρεξούσιο δικηγόρο της τον παρόντα εν ενεργεία δικηγόρο, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αγρινίου, Παναγιώτη Παπαχρήστο. Έτσι η εγκαλούσα παρίσταται με την ιδιότητα της ως ασκούσα την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της και με αυτή την ιδιότητα της θα κριθεί η πολιτική αγωγή που άσκησε. Περαιτέρω το δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 68 παρ. 2 ΠΚ, αφού με την υπ' αρ. 1636/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ' αρ. 1029/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (προκείμενη περίπτωση).
Συνεπώς, εκτός άλλων, δεν πρόκειται για αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση προκειμένου να ερευνηθεί εάν πρέπει να διαταχθεί η δημοσίευσή της. Κατόπιν τούτου πρέπει να απορριφθούν οι προβαλλόμενες σχετικές ενστάσεις (ισχυρισμοί) του κατηγορουμένου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο ... ο κατηγορούμενος κατά το παρακάτω αναφερόμενο χρονικό διάστημα με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Συγκεκριμένα με την υπ' αρ. 9/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου (Ειδική Διαδικασία) που εκδόθηκε επί της από 25-2-2003 (αρ. εκ. καταθ. 115/2003) αγωγής, ο κατηγορούμενος υποχρεώθηκε να καταβάλει στην τότε ενάγουσα και νυν εγκαλούσα Ψ για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων τους, ... και ..., το συνολικό ποσό των επτακοσίων είκοσι (720) ευρώ μηνιαίως, για διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, προκαταβαλλόμενο εντός των πρώτων πέντε ημερών κάθε μήνα, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση της κάθε παροχής. Το ως άνω δε δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου) κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως ο κατηγορούμενος άσκησε την από 6-2-2004 (αρ. εκ. καταθ. 32/2004) έφεση του επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 296/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία το δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δέχθηκε και εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο και νυν κατηγορούμενο να καταβάλει στην ενάγουσα και νυν εγκαλούσα, ως οριστική διατροφή των ανήλικων τέκνων τους ... και ..., το ποσό των 350 ευρώ το μήνα για το πρώτο από αυτά και το ποσό των 330 ευρώ το μήνα για το δεύτερο από αυτά, μέσα στο πρώτο πενθήμερο, εκτός άλλου και για το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 5-7-2004 έως 5-3-2005. Το παρόν δικαστήριο δεσμεύεται από τις ως άνω αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων ως προς την ύπαρξη υποχρέωσης της διατροφής, πλην όμως ερευνά, κατ' άρθρο 60 ΚΠΔ, το κύρος αυτών, αφού αυτές αποτελούν στοιχείο των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο πράξεων, όχι όμως και την ορθότητα των τελευταίων. Περαιτέρω ακριβές αντιπεφωνημένο αντίγραφο του πρώτου απογράφου εκτελεστού της προαναφερόμενης υπ' αρ.9/2004 αποφάσεως με την κάτωθι αυτού επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος όμως, ενώ έλαβε γνώση και της προαναφερόμενης εφετειακής αποφάσεως δεν κατέβαλε την οφειλόμενη κατά τα ως άνω διατροφή για το χρονικό διάστημα από 5 Ιουλίου 2004 έως 5 Μαρτίου 2005, αφού η υποχρέωση προς διατροφή δεν παύει και η παραβίαση της από μέρους του υπόχρεου πληροί την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της παραβιάσεως της υποχρεώσεως προς διατροφή και στην περίπτωση που κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και εξαφανίσεως της πρωτόδικης απόφασης του πολιτικού δικαστηρίου, μειώνεται απλώς το ύψος της οφειλόμενης διατροφής για το επίδικο χρονικό διάστημα. Συγκεκριμένα δεν κατέβαλε το συνολικό ποσό των 6.120 (= 9 μήνες Χ 350 + 9 μήνες Χ 330 ευρώ) ευρώ, υποχρεώνοντας τα δικαιούμενα της διατροφής-τέκνα του να υποστούν στερήσεις σε σχέση με τις συνθήκες της καθημερινής τους ζωής, αφού μετακόμισαν σε μικρότερη οικία, και να αναγκασθούν να ζητήσουν δια της νομίμου εκπροσώπου τους-μητέρα τους και να δεχθούν την οικονομική βοήθεια του πάππου τους από τη μητρική γραμμή και φίλων της οικογένειας. Ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε την πιο πάνω διατροφή, καθ' οιονδήποτε νόμιμο τρόπο, παρότι είχε, κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα, την οικονομική δυνατότητα προς τούτο, αφού είναι πολιτικός μηχανικός και αναλάμβανε τεχνικά έργα στο ..., στο ... και στη ..., είχε δική του επιχείρηση (κουφώματα-μονωτικά υλικά) στην οποία απασχολούσε προσωπικό, και δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, ώστε δεν μπορεί να αποδοθεί η μη καταβολή σε οικονομική του αδυναμία. Συγκεκριμένα είχε 4 φορτηγά αυτοκίνητα, ένα ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, ένα ελαιοστάσιο και το ετήσιο εισόδημα του ανερχόταν σε ποσό ανώτερο των 27.000 ευρώ. Το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την υπό κρίση υπόθεση από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και συνεπώς δεν συντρέχει λόγος αναβολής της υπόθεσης για κρείσσονες αποδείξεις. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, απορριπτόμενων των ισχυρισμών του κατηγορουμένου, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος (ο κατηγορούμένος) των αποδιδόμενων σ' αυτόν με το κλητήριο θέσπισμα πράξεων, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας".
Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της παραβιάσεως της υποχρεώσεως προς διατροφή κατά συρροή, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27, 94, 98, 358 ΠΚ, τις οποίες εφήρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος στην αιτιολογία της αποφάσεως : 1) Προσδιορίζεται με πληρότητα και σαφήνεια, α) η μη καταβολή στα δύο ανήλικα τέκνα του κατηγορουμένου βεβαιωμένης δικαστικά διατροφής από το νόμο για το επίδικο χρονικό διάστημα, β) η μη καταβολή της διατροφής, παρότι ο κατηγορούμενος είχε την οικονομική δυνατότητα, γ) ότι τα ανήλικα τέκνα, από τη μη καταβολή της διατροφής τους, υπέστησαν στερήσεις σε σχέση με τις συνθήκες της καθημερινής ζωής τους και αναγκάσθηκαν να ζητήσουν και να δεχθούν οικονομική βοήθεια από τον από μητέρα παππού τους και από άλλους φίλους της οικογένειας τους, δ) ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος σε βάρος των δύο ανηλίκων τέκνων του. κατηγορουμένου, 2) Αιτιολογείται επαρκώς η από το νόμο υποχρέωση του κατηγορουμένου προς διατροφή των δύο ανηλίκων τέκνων του, η αναγνώριση της υποχρεώσεως και η καταδίκη του κατηγορουμένου να καταβάλλει ως διατροφή τα αναφερόμενα στην απόφαση κατά μήνα χρηματικά ποσά, για το χρονικό διάστημα, από 5-7-2004 έως 5-3-2005, με βάση την 9/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και είχε επιδοθεί αντίγραφο πρώτου απογράφου εκτελεστού αυτής στον κατηγορούμενο (στις 22-1-2004) και με βάση την 296/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που μετά εξαφάνιση της άνω πρωτόδικης αποφάσεως, υποχρέωσε τον εναγόμενο - κατηγορούμενο να καταβάλλει για το άνω αγωγικό διάστημα μικρότερα κατά μήνα ποσά, από 720 ευρώ σε 680 ευρώ ( 350+ 330 αντίστοιχα για κάθε τέκνο), ποσά για τα οποία και καταδικάστηκε, χωρίς να σημαίνει ότι, λόγω δημοσιεύσεως της άνω αποφάσεως του Εφετείου Πατρών στις 31-3-2005, δε θεμελιώνεται το ανωτέρω αδίκημα για τον άνω προγενέστερο χρόνο, αφού η παραπάνω πρωτόδικη απόφαση, πριν εξαφανισθεί, παρήγαγε ενέργεια και υποχρέωση του κατηγορουμένου σε καταβολή, ως κηρυχθείσα προσωρινά εκτελεστή και μη ανασταλείσα. Με τις παραδοχές δε στο αιτιολογικό περί οφειλής και μη καταβολής των ανωτέρω επιδικασθέντων ποσών διατροφής στα ανήλικα τέκνα, εμμέσως αιτιολογείται εκ του πράγματος και απορρίφθηκε ο προβληθείς, με την απολογία του, αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί υπερκαλύψεως και εξοφλήσεως δια πλειστηριασμού ακινήτου του των οφειλομένων ποσών διατροφής, κατατεθέντος του πλειστηριάσματος με γραμμάτια που παρέλαβε η μητέρα των ανηλίκων. 3) Κατά τις άνω παραδοχές, ο κατηγορούμενος, από κακοβουλία δεν κατάβαλε την επίδικη διατροφή έχων την οικονομική δυνατότητα, ούτε έχει εξοφλήσει με οποιοδήποτε τρόπο (με πλειστηριασμό ακινήτου του) το επιδικασθέν ποσό, καίτοι αυτός (εναγόμενος - κατηγορούμενος), έλαβε γνώση και της 296/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και δεν απαιτείτο και τυπική επίδοση σε αυτόν της αποφάσεως με δικαστικό επιμελητή, για να ανακύψει η υποχρέωση του διατροφής και να πραγματωθεί το αδίκημα αυτό, αφού του είχε επιδοθεί πρώτο απόγραφο εκτελεστό της πρωτόδικης προσωρινά εκτελεστής αποφάσεως, ενώ το ποινικό Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να ερευνήσει την ορθότητα ή μη των άνω αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων. 4) Με ειδική και επαρκή αιτιολογία απαντήθηκε και απορρίφθηκε (βλ. φύλλο 97 β πρακτικών), το εκ μέρους του κατηγορουμένου υποβληθέν αίτημα (βλ. φύλλο 3 και 4 πρακτικών), να ζητήσει το Δικαστήριο και να λάβει, κατ'άρθρο 681 Γ παρ.3 του Κώδ. Πολιτ. Δικονομίας, "την άποψη των δύο ανηλίκων τέκνων του", ορθά εκτιμηθέν ως αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις, αφού η κατά το άνω άρθρο 681 Γ παρ.3 του Κώδ. Πολιτ. Δικονομίας διαδικασία λήψεως υπόψη της γνώμης των ανηλίκων τέκνων, προβλέπεται μόνο στην πολιτική δίκη αναθέσεως της γονικής μέριμνας- επιμέλειας των τέκνων και από καμία διάταξη δεν προβλέπεται στην ποινική δίκη παραβιάσεως της υποχρεώσεως προς διατροφή των ανηλίκων τέκνων. 5) Ορθά καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος κατά συρροή, (άρθρο 94 ΠΚ), για δύο αξιόποινες πράξεις παραβίασης υποχρεώσεως διατροφής, μία για κάθε ανήλικο τέκνο του και εξειδικεύονται στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικός σαφήνεια κατά χρόνο (από 5-7-2004 έως 5-3-2005) και κατά ποσά οφειλόμενης μηνιαίας διατροφής (350 ευρώ για την ανήλικη κόρη τους ... και 330 ευρώ για τον ανήλικο υιό τους ...), οι δύο αυτές αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε και τιμωρήθηκε με ποινές φυλακίσεως 3 μηνών για καθεμία. 6) Το Δικαστήριο απάντησε και δη πλήρως αιτιολογημένα (βλ. φύλλο 93 β πρακτικών) και ορθά απέρριψε ως μη νόμιμο το παρά του κατηγορουμένου υποβληθέν στο ακροατήριο αίτημα - ισχυρισμό, να δημοσιευθεί κατά το άρθρο 68 παρ.2 του ΠΚ η απόφαση 1636/2008 του Αρείου Πάγου, με την οποία ακυρώθηκε η προηγούμενη 1029/2007 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου και να διαταχθεί η διαγραφή των επιβληθεισών σε αυτόν ποινών από το Ποινικό του Μητρώο, καθόσον , σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 68 παρ.2 του ΠΚ, η εν λόγω προβλεπόμενη δημοσίευση αποφάσεως, μπορεί να διαταχθεί μόνο επί καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως, ενώ η 1636/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου απλώς αναίρεσε την καταδικαστική απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση. Άλλωστε η δημοσίευση της αναιρετικής αποφάσεως στον ημερήσιο τύπο μπορεί να διαταχθεί, κατ'άρθρο 524 μόνο από τον Άρειο Πάγο, μετά από αίτημα του αναιρεσείοντος και με δαπάνη αυτού. Όσον αφορά την αιτηθείσα διαγραφή των ποινών της αναιρεθείσας αποφάσεως από το συνταγέν Δελτίο Ποινικού Μητρώου του αναιρεσείοντος, αρμοδιότητα, κατά τα άρθρα 578 παρ. 2 και 580 του ΚΠοινΔ, δεν είχε το Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα και την προσβαλλόμενη μετ'αναίρεση απόφαση, αλλά οι Υπηρεσίες που τηρούν το ποινικό μητρώο και σε περίπτωση αρνήσεως ή οιασδήποτε αμφισβητήσεως σχετικά με τη διαγραφή, αρμόδιος ήταν ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών του τόπου γεννήσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και όχι το δικάζον Δικαστήριο. 7) Η εν λόγω αξιόποινη πράξη του άρθρου 358 ΠΚ, διώκεται αυτεπάγγελτα και επομένως το Δικαστήριο, δεν υπερέβη την εξουσία του που καταδίκασε τον κατηγορούμενο για την πράξη λόγω μη υποβολής εγκλήσεως από τα ανήλικα τέκνα του, ενόψει του ότι η πράξη είχε καταμηνυθεί αρμοδίως με την από 24-3-2005 μήνυση της μητέρας των ανηλίκων, ως ασκούσας την επιμέλεια αυτών.
Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β', Δ', Ε' και Η' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, ( 5 ος, 8 ος, 9 ος, 10 ος και 11 ος του κύριου δικογράφου) και ( 1 ος, 3 ος και 4 ος του δικογράφου των προσθέτων λόγων), για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, για σχετική ακυρότητα μη καλυφθείσα, για έλλειψη ακροάσεως, για υπέρβαση εξουσίας από την καταδίκη για αξιόποινες πράξεις που δεν στοιχειοθετούνται και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Όσον αφορά τους λοιπούς ειδικότερους λόγους αναιρέσεως: 1). Είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου, εκ του ότι η προεδρεύουσα του Δικαστηρίου Πρόεδρος Πρωτοδικών, ήταν τρίτη κατά αρχαιότητα Πρόεδρος που υπηρετούσε στο Πρωτοδικείο Αγρινίου, ενώ προβλέπονται σε αυτό δύο οργανικές θέσεις Προέδρων Πρωτοδικών, καθόσον η με τη συμμετοχή της άνω Προέδρου Πρωτοδικών σύνθεση του Δικαστηρίου, ήταν νόμιμη σύμφωνα με το άρθρο 5 του ΚΠοινΔ και 4 του ΚΟΔΚΔΛ και ουδεμία παράβαση επέρχεται αν σε ένα δικαστήριο υπηρετεί και συμμετέχει δικαστής καθ' υπέρβαση του προβλεπόμενου σε αυτό οργανικού αριθμού δικαστών. 2). Είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι δεν είχε εκτελεστεί η προηγούμενη αναιρετική 1289/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου και δεν είχαν επιστραφεί στον κατηγορούμενο τα επιβληθέντα με την αναιρεθείσα, από την ετέρα 1636/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, 1029/2007 (όχι 1030/2007) απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου δικαστικά έξοδα, καθόσον οι ανωτέρω αιτιάσεις δεν συνάπτονται με συγκεκριμένες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δε συνιστούν ουδένα από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 λόγους αναιρέσεως αποφάσεως. 3). Είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας, εκ του ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου, στις 25-2-2009 ανέβαλλε την υπόθεση λόγω πέρατος του ωραρίου για την 29-4-2009 και μετά από αλλεπάλληλες διακοπές συνεδριάσεων για 11-5-2009 και 12-5-2009, έγινε τελικά μόνη η δίκη του αναιρεσείοντος τελευταία, χωρίς ακροατές, χωρίς αντίρρηση του Γραμματέα για το ωράριο, καθόσον ο αιτών δεν επικαλείται ότι η δίκη αυτή έγινε κεκλεισμένων των θυρών, από δε τα επισκοπούμενα πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει άλλωστε ότι η συνεδρίαση και η δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έγινε κατ'άρθρο 329 ΚΠοινΔ δημόσια και όχι κεκλεισμένων των θυρών, είναι δε αδιάφορο το γεγονός αν έγινε η υπόθεση τελευταία και χωρίς την παρουσία ακροατών, αν δεν προκύπτει ότι η δίκη έγινε κεκλεισμένων των θυρών και ότι παρεμποδίζετο η προσέλευση οιουδήποτε στην αίθουσα συνεδριάσεως. 4). Είναι απορριπτέος ως αόριστος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, έλλειψη ακροάσεως και υπέρβαση εξουσίας, για το λόγο ότι ο αναιρεσείων διώχθηκε και καταδικάστηκε δύο φορές για την ίδια πράξη, με δύο κλητήρια θεσπίσματα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αγρινίου και με τις αποφάσεις 1171/2009(προσβαλλόμενη) και 1172/2009 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου του Αγρινίου αντίστοιχα, επικαλεσθείς "δεδικασμένο λόγω εκκρεμοδικίας", καθόσον δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει κατά τρόπο, χρόνο και τόπο ορισμένο η καταδίκη αυτού δύο φορές για την ίδια πράξη και η ύπαρξη δεδικασμένου ή εκκρεμοδικίας, προκειμένου να κριθεί αν υπήρξε παραβίαση, ενώ εξάλλου αορίστως κατά τον ίδιο τρόπο είχε υποβληθεί και στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ( φύλλο 29 και 38- 39 πρακτικών), με επί πλέον αιτίαση ότι δεν συμμετείχε νόμιμα στη δίκη η σύζυγος του Ψ, στην οποία δεν οφείλει χρήματα, ότι δεν υπάρχει έγκυρη δικαστική απόφαση και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 358 Π Κ και επομένως δεν είχε το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο υποχρέωση να απαντήσει σε τέτοιο αόριστο ισχυρισμό εκκρεμοδικίας. 5). Είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο έκτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για σχετική ακυρότητα της διαδικασίας μη καλυφθείσα, για το λόγο ότι το Δικαστήριο απέρριψε υποβληθείσα σε αυτό ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, που είχε υποβάλλει ο κατηγορούμενος και στο πρωτόδικο Δικαστήριο, επειδή από τη μήνυση δεν προέκυπτε, ούτε και αποδείχθηκε, η προϋπόθεση της ποινικής του διώξεως για παραβίαση της διατροφής ότι τα δύο ανήλικα τέκνα του υπέστησαν στερήσεις, διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση της με αριθμ. 352/18-11-2005 εκθέσεως εφέσεως του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι δεν εμπεριέχεται σε αυτή σχετικά ως ειδικός λόγος εφέσεως του κατηγορουμένου, η προταθείσα και απορριφθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, πράγμα που ήταν κατά νόμο αναγκαίο ώστε να κριθεί από το Εφετείο, στα πλαίσια εφαρμογής του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, της διατάξεως του αρθ. 502 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και επομένως η τυχόν ακυρότητα καλύφθηκε και δε μπορούσε να προταθεί το πρώτον στο εφετείο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα, δημιουργείται και όταν δεν νομιμοποιείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠοινΔ, ενεργητικώς ή παθητικώς, ο παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων. Επί πλέον, από το ίδιο άρθρο 63 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί μόνο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, κατά τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, δηλαδή από εκείνα που ζημιώθηκαν αμέσως από το αδίκημα. Έτσι, στο έγκλημα της παραβιάσεως της υποχρεώσεως για διατροφή δικαιούμενος σε παράσταση πολιτικής αγωγής, είναι εκείνος που στερήθηκε την διατροφή, αποκλειομένου, εκτός άλλων, και του τρίτου που ζημιώθηκε, επειδή αναγκάσθηκε να καταβάλει εκείνος την διατροφή. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της πρωτόδικης 3680/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου προκύπτει ότι η ως άνω μητέρα των ανηλίκων τέκνων Ψ, "δήλωσε, ως ασκούσα την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα και ζήτησε να της επιδικαστεί το ποσό των 44 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπραξία του κατηγορουμένου", και της επιδικάστηκε, με αιτιολογικό ότι η πολιτικώς ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη από την αδικοπραξία του κατηγορουμένου για την οποία καταδικάστηκε αυτός, το ίδιο ποσό των 44 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης αυτής. Στο διατακτικό δε της άνω πρωτόδικης αποφάσεως ορίζεται ότι το Δικαστήριο " υποχρεώνει τον κατηγορούμενο να πληρώσει στην πολιτικώς ενάγουσα το ποσό των 44 ευρώ". Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 1171/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, με την οποία ο εκκαλών κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, κακόβουλης παραβιάσεως της υποχρεώσεως του για διατροφή των δύο ανηλίκων τέκνων του, που του είχε επιβάλει η 296/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, προκύπτει ότι προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, "παρουσιάσθηκε η Ψ η οποία δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα στην δίκη αυτή κατά του παραπάνω κατηγορουμένου, όπως και πρωτοδίκως και ζήτησε να της επιδικαστεί το ποσό των 44 ευρώ με επιφύλαξη κάθε άλλου δικαιώματος της, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη από την αδικοπραξία του κατηγορουμένου για την οποία κατηγορείται αυτός ". Το ανωτέρω ίδιο ποσό επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου στην εν λόγω Ψ, μητέρα των δύο ανηλίκων τέκνων αυτής και του κατηγορουμένου, ... και ..., τα οποία ανήλικα τέκνα και μόνον ήταν, βάσει της ανωτέρω δικαστικής αποφάσεως, όπως από αυτή προκύπτει, δικαιούχοι της επιδικασθείσας και μη καταβληθείσας διατροφής από τον αναιρεσείοντα πατέρα τους και αμέσως παθόντες από την παραβίαση της άνω προς διατροφή υποχρεώσεως τούτου (αναιρεσείοντος). Επίσης στο επί της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ειδικό αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 1171/2009 αποφάσεως(100ο φύλλο), σημειώνεται ".....από τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει......και πρέπει να επιδικασθεί στην πολιτικώς ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 44 ευρώ", ποσό το οποίο και επιδικάστηκε σε αυτήν. Στο προεκτεθέν ειδικό αιτιολογικό του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτει προβληθείσα ένσταση του κατηγορουμένου περί αποβολής της πολιτικής αγωγής της Ψ, ως παριστάμενης παρανόμως ατομικά, δεχθέν ότι η δήλωση πολιτικής αγωγής έγινε από την μητέρα, όπως και πρωτοδίκως, ως ασκούσας την επιμέλεια και για λογαριασμό των άνω παθόντων δύο ανηλίκων τέκνων της και όχι ατομικά. Από όλα τα παραπάνω προκύπτουν τα εξής: Η εκ μέρους της Ψ παράσταση πολιτικής αγωγής έγινε, στο μεν πρώτο βαθμό, όχι ατομικά, αλλά για λογαριασμό των δύο μόνων ενεργητικά νομιμοποιουμένων ανηλίκων τέκνων της, ως ασκούσα την επιμέλεια αυτών, όπως ρητά δηλώθηκε υπ'αυτής και όταν το Δικαστήριο στο αιτιολογικό του, αλλά και στο διατακτικό του κρίνει την παράσταση και επιδικάζει στην πολιτικώς ενάγουσα χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 ευρώ, λόγω ηθικής βλάβης, νοείται ότι επιδικάζει σε αυτήν, ενεργούσα όχι ατομικά, αλλά ως εκπρόσωπο και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της. Στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δηλώθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής από την μητέρα των ανηλίκων τέκνων, "όπως και πρωτοδίκως", για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης αυτής. Ενόψει δε και του ότι σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως από τον κατηγορούμενο, στο δεύτερο βαθμός κρίνεται η πολιτική αγωγή στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό, συνάγεται σαφώς, ότι η Ψ παρέστη στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως πολιτικώς ενάγουσα παραδεκτά και νόμιμα, ενεργούσα όχι ατομικά, αλλά για λογαριασμό και ως νόμιμος εκπρόσωπος των δύο ανηλίκων τέκνων της, για παραβίαση της διατροφής των οποίων και μόνον κατηγορείτο και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων πατέρας τους, όπως δέχθηκε άλλωστε ορθά και το δίκασαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με ίδιο αιτιολογικό απέρριψε προβληθείσα εκ μέρους του κατηγορουμένου σχετική ένσταση αποβολής της δηλωθείσας πολιτικής αγωγής. Επομένως και οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, 7ος του κυρίου δικογράφου και 2ος των προσθέτων, εκ του άρθρου 510 παρ 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω κακής παρά το νόμο παραστάσεως της πολιτικής αγωγής και μη αποβολή αυτής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, με την επίκληση κατ' επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση αυτών, είναι απαράδεκτες και ως τέτοιες, πρέπει να απορριφθούν.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, ούτε άλλος βάσιμος λόγος από τους ερευνούμενους αυτεπαγγέλτως, κατ'άρθρο 511 ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά των προσθέτων λόγων αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση - δήλωση αναιρέσεως του Χ μετά των από 26 Απριλίου 2010 προσθέτων λόγων αυτής, περί αναιρέσεως της 1171/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου. Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


 

Παραβίαση υποχρέωσης διατροφής (Άρειος Πάγος - Αριθμός απόφασης: 2474/2009)

Περίληψη: Παραβίαση υποχρέωσης διατροφής. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Μη καταβολή από τον αναιρεσείοντα στο τέκνο του της οφειλόμενης διατροφής για χρονικό διάστημα δύο ετών. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.
[...] Κατά το άρθρο 358 ΠΚ «όποιος κακόβουλα, παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής, που του την έχει επιβάλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά, το δικαστήριο, με τρόπο τέτοιο, ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχθεί βοήθεια άλλων τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος απαιτείται δεδηλωμένη παράλειψη του φερόμενου ως υπόχρεου προς διατροφή, προβλεπόμενη από το νόμο και αναγνωρισμένη με δικαστική απόφαση, έστω και προσωπικώς και οφειλόμενη σε κακοβουλία, δηλαδή στην ευδιάθετη βούληση μη συμμορφώσεως του προς την υποχρέωση, παρότι είχε την οικονομική δυνατότητα να καταΒάλει για το προσδιορισμένο χρονικό διάστημα το χρηματικό ποσό που επιδικάσθηκε για την κάλυψη των αναγκών επιβιώσεως του δικαιουμένου προσώπου. Εξάλλου έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σαφώς και πλήρως τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, επί των οποίων θεμελιώθηκε η κρίση του δικαστηρίου, οι αποδείξεις και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού μετο διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 53816/2008 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την υπόθεση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: «Με την 856/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υποχρεώθηκε ο κατηγορούμενος να καταβάλει στην τότε ενάγουσα Ψ, για λογαριασμό του ενηλίκου κοινού τέκνου τους..., ως δικαστική συμπαραστάτρια, δυνάμει της 1803/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, του τελευταίου (πάσχοντος από βαρεία νοητική στέρηση), ποσό διατροφής ύψους 330 ευρώ προκαταβολικά και επί μια διετία από την κοινοποίηση της αγωγής, ήτοι από 13.7.2001 (βλ. την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών...). Η ως άνω απόφαση, με επιταγή προς πληρωμή, επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 1.9.2005 (βλ. την ... έκθεση επίδοσης του ίδιου παραπάνω δικαστικού επιμελητή) και επομένως από τότε ήταν αυτός υποχρεωμένος να καταβάλει την κατά τα άνω επιδικασθείσα διατροφή για το από 13.7.2001 και μετέπειτα χρονικό διάστημα των δύο ετών. Ομως ο κατηγορούμενος από 1.9.2005 (οπότε που επιδόθηκε η άνω απόφαση) μέχρι την ημερομηνία σύνταξης της μήνυσης, 24.10.2005, όπως παραδεκτά διορθώνεται ο αναφερόμενος στο κατηγορητήριο χρόνος τέλεσης της πράξης (ΑΠ 507/2000 ΠοινΧρ Ν`, 977, ΑΠ 1117/1998 ΠοινΧρ Μθ`, 548), δεν κατέβαλε στον ανωτέρω γιο του την οφειλόμενη για το παραπάνω χρονικό διάστημα των δύο ετών (από 13.7.2001 μέχρι 12.7.2003) διατροφή συνολικού ποσού 7.920 ευρώ (24 μήνες Χ 330 ευρώ) υποχρεώνοντας αυτόν να υποστεί στερήσεις και να δεχθεί, μέσω της μητέρας του, τη βοήθεια άλλων και δη μιας κουμπάρας της τελευταίας και της γιαγιάς του. Επιπλέον ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε την πιο πάνω διατροφή αν και είχε την οικονομική δραστηριότητα [ενν. δυνατότητα] προς τούτο από την επαγγελματική του δραστηριότητα και την περιουσιακή του κατάσταση (βλ. πιστοποιητικά της ΔΟΥ... σχετικά με τα δηλωθέντα απ` αυτόν εισοδήματα των οικονομικών ετών 2001 έως 2004, καθώς και φωτοαντίγραφο του από 13.10.2006 εκκαθαριστικού σημειώματος της ίδιας ΔΟΥ για τη χρήση 2005 με συνολικό δηλωθέν εισόδημα 22.528,07 ευρώ), ενώ, σημειωτέον, αυτός κατόπιν δικής του επιθυμίας διέκοψε, την 1.1.2005, τη συνεργασία του με την εταιρία «... ΑΕ», από την οποία εισέπραττε 704 ευρώ μηνιαίως (Βλ. τις από 8.7.2003 και 15.2.2005 Βεβαιώσεις της ως άνω εταιρίας). Τα παραπάνω προέκυψαν κυρίως από την κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας (μητέρας του δικαιούχου της διατροφής) και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, δεν αναιρούνται δε από κανένα άλλο στοιχείο. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το... έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, από το οποίο ο κατηγορούμενος λαμβάνει σύνταξη στρατιωτικού, από 1.12.2005 θα κρατείτο το 1/2 από τη μηνιαία του σύνταξη σε εκτέλεση της ως άνω, 856/2005, απόφασης δυνάμει της οποίας η προαναφερόμενη δικαστική συμπαραστάτρια του τέκνου του προέβη, για λογαριασμό του τελευταίου, σε κατάσχεση στα χέρια τρίτου. Επομένως από 1.9.2005 που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο η άνω απόφαση μέχρι την ημερομηνία σύνταξης της μήνυσης (24.10.2005) αλλά και μέχρι την κατάθεση αυτής στην Εισαγγελία (27.10.2005), κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε από τον κατηγορούμενο για την κατά τα ανωτέρω επιδικασθείσα διατροφή στο παραπάνω τέκνο του, ενήργησε δε έτσι αυτός από κακή θέληση ώστε να στερηθεί ο δικαιούχος τα αναγκαία για να ζήσει με τα παραπάνω αποτελέσματα. Ενόψει όλων των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της παραβίασης διατροφής που του αποδίδεται τελεσθείσας, κατά τα προεκτεθέντα, κατά το χρονικό διάστημα από 1.9.2005 μέχρι 24.10.2005)». Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη και του επέβαλε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ κάθε ημέρα φυλάκισης, λόγω της μη συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος περίπτωσης αναστολής της εκτέλεσης της ποινής αυτής και` άρθρο 99 παρ. 1 ΠΚ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. Β`, 26 παρ. Ια`, 27 παρ. 1 και 358 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει οτι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρας κατηγορίας Ψ (πρώην συζύγου του αναιρεσείοντος). Ειδικότερα η αιτίαση του αναιρεσείοντος περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 358 ΠΚ, καθόσον με την υπ` αριθμ. 856/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου υποχρεώθηκε να καταβάλει διατροφή για το τέκνο τον... για το χρονικό διάστημα από 13.7.2001 έως 12.7.2003, ενώ η ως άνω απόφαση του επιδόθηκε την 1.9.2005, ήτοι μετά την παρέλευση της διετίας που υποχρεώθηκε να καταβάλει την εν λόγω διατροφή, όταν πλέον είχε εκλείψει η υποχρέωση του αυτή. Η τοιαύτη όμως αιτίαση του είναι απορριπτέα ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση η ποινική παράβαση του αναιρεσείοντος προσδιορίζεται κατά το χρονικό διάστημα από την 1.9.2005 (ημέρα επίδοσης της ως άνω απόφασης του πολιτικού δικαστηρίου) μέχρι και την 24.10.2005 (ημερομηνία υποβολής της μηνύσεως με την οποία άρχισε η ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος για την πράξη που καταδικάσθηκε, ήτοι για χρονικό διάστημα, κατά το οποίο είχε περιέλθει σε υπερημερία και εκ κακοβουλίας, κατά την παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας, δεν κατέβαλε όλο ή μέρος της οφειλόμενης με βάση την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προς το τέκνο της διατροφής για τη διετία από 13.7.2001 έως 12.7.2003, ως προς την οποία είχε περιέλθει σε υπερημερία με την επίδοση την 12.7.2001 της σχετικής καταψηφιστικής αγωγής (άρθρο 1498 ΑΚ), που έγινε δεκτή με την προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε` του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναίρεσης, πλήττεται απαράδεκτος η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). [...]
πηγή: NOMOS

Δεν υπάρχουν σχόλια: