
Ως νόθευση εγγράφου νοείται η αλλοίωση της εννοίας του με μεταβολή του ... Έτσι, όταν η πλαστογραφία ή η απάτη στρέφεται κατά του Δημοσίου ή κατά νομικών ... την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνεται συνολικά υπόψη, .
Απόφαση 729 / 2017 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 729/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους..
Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου
Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 1/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου
Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο
Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Κ. του Ν., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Αλικαρνασσού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του .........., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1579/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ’ αριθμ...22-10-2015 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 22 Απριλίου 2016 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της δημόσιας πίστης περί τα υπομνήματα και της ασφάλειας των εγγράφων συναλλαγών (και όχι της περιουσίας ή άλλων αγαθών), προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται είτε η εξαρχής κατάρτιση από τον δράστη εγγράφου που εμφανίζεται ότι καταρτίστηκε από άλλον με απομίμηση της γραφής ή υπογραφής του είτε η νόθευση από τον δράστη γνήσιου εγγράφου. Ως νόθευση εγγράφου νοείται η αλλοίωση της εννοίας του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, την εξάλειψη ή την αντικατάσταση λέξεων, αριθμών, σημείων και άλλων στοιχείων του γνήσιου εγγράφου, αλλά και με περιορισμό του αρχικού περιεχομένου του, ώστε να μεταβάλλεται η αποδεικτική δύναμή του. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης της πλαστογραφίας απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: α) τη γνώση και θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και β) τον σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του (εξαρχής) πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον ως προς γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή ως προς γεγονός που είναι σημαντικό για τη θεμελίωση, διατήρηση, μεταβολή ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα. Οι έννομες συνέπειες μπορεί να αφορούν αυτόν που παραπλανάται ή τρίτο πρόσωπο, ενώ δεν απαιτείται να επήλθε πράγματι η επιδιωκόμενη παραπλάνηση (Ολ.ΑΠ 179/90). Επίσης για τη στοιχειοθέτηση της πλαστογραφίας είναι αδιάφορο και δεν ερευνάται η αλήθεια του αρχικού ή του νέου περιεχομένου του εγγράφου. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 2 Π.Κ., χρήση πλαστού εγγράφου συνιστά κάθε ενέργεια, η οποία, εντασσόμενη στον σκοπό σύνταξης ή τον προορισμό του εγγράφου και κατευθυνόμενη σε παραπλάνηση άλλου, καθιστά προσιτό το έγγραφο και παρέχει τη δυνατότητα στον άλλον (εκείνον που επιδιώκεται να παραπλανηθεί) να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται ο τελευταίος να έλαβε πράγματι γνώση του εγγράφου ή να παραπλανήθηκε. Για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση της χρήσης πλαστού εγγράφου, απαιτείται η συνδρομή στο πρόσωπο του δράστη κατά τον χρόνο της χρήσης των εξής στοιχείων : α) γνώση ότι το έγγραφο είναι πλαστό, β) συνείδηση (επίγνωση) ότι η ενέργειά του συνιστά χρήση του εγγράφου με την παραπάνω έννοια και γ) σκοπός του δράστη να προκαλέσει ή να ενισχύσει σε άλλον πλάνη ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου και μέσω αυτής να πετύχει συμπεριφορά του τελευταίου που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται το έγκλημα της απάτης, το οποίο στρέφεται κατά της περιουσίας και για τη στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις : α) Σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται και η πραγμάτωσή του. β) Εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία να έχει παραπλανηθεί κάποιος και να έχει προβεί σε επιζήμια γι1 αυτόν ή για άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Και γ) Βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Ως παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή να συνάγεται σιωπηρά από τη συμπεριφορά του δράστη, νοείται οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση, διαβεβαίωση ή ισχυρισμός αυτού, που εμπεριέχει ανακριβή παρουσίαση ή απεικόνιση της πραγματικότητας και αποσκοπεί στην απόκτηση από τον ίδιο ή από άλλον παράνομου περιουσιακού οφέλους. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, ενώ ως βλάβη νοείται η μείωση ή χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης προσώπου, την οποία δεν αναιρεί η τυχόν ύπαρξη ενεργού αξίωσης του παθόντος για αποκατάσταση της ζημίας κατά αυτού που την προκάλεσε, έστω και αν ο τελευταίος είναι απόλυτα αξιόχρεος, αφού για την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης απαιτείται δικαστικός αγώνας, ο οποίος συνιστά πάντοτε περιουσιακή βλάβη. Η απειλή περιουσιακής ζημίας θεωρείται και συνιστά βλάβη, όταν προκαλεί χειροτέρευση της κατάστασης που υπάρχει κατά την τέλεση της πράξης. Ενώ αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η βλάβη επέρχεται ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη, χωρίς να απαιτείται αυτός που παραπλανήθηκε και εκείνος που ζημιώθηκε να είναι το ίδιο πρόσωπο.
Τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της απάτης προσλαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τα άρθρα 216 παρ. 3 περ. β’ και 386 παρ. 3 περ. β’ ΠΚ, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 25 του ν. 4055/2012, όταν το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει ο δράστης για τον εαυτό του ή άλλον βλάπτοντας τρίτον ή η ζημία που σκόπευε να προκαλέσει σε άλλον με την πράξη της πλαστογραφίας και το περιουσιακό όφελος που επιδιώχτηκε ή η ζημία που προξενήθηκε με την πράξη της απάτης υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ. Για τη θεμελίωση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν απαιτείται το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει ο δράστης και η βλάβη του τρίτου να επέρχεται αμέσως και ευθέως από μόνη την πράξη της πλαστογράφησης εγγράφου, αλλά αρκεί ότι με την πλαστογράφηση διαμορφώνεται ο αναγκαίος όρος, που, κατά το σχέδιο του δράστη, παρέχει τη δυνατότητα, με την παρεμβολή και άλλων μεταγενέστερων ενεργειών του, να επέλθει το σκοπούμενο όφελος ή/και η βλάβη. Εξάλλου, ο ν. 1608/1950 δεν καθιερώνει αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε μεταβάλλει τους όρους και τα στοιχεία που ορίζονται από τις οικείες διατάξεις του ΠΚ για τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ 1 ν. 1608/1950, αλλά απλώς επαυξάνει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την ποινή και καθιστά την πράξη κακουργηματική. Πιο συγκεκριμένα, εφόσον το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο Δημόσιο ή σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δίκαιου ή σε άλλο νομικό πρόσωπο από όσα αναφέρονται στο άρθρο 263α ΠΚ υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο του εγκλήματος είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Έτσι, όταν η πλαστογραφία ή η απάτη στρέφεται κατά του Δημοσίου ή κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των λοιπών νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 263α ΠΚ και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε σ’ αυτά υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, τότε, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1608/1950 (όπως τροπ. με το άρθρο 36 παρ. 1 ν. 2172/1993, 24 παρ. 3 ν. 2298/1995 και 4 παρ. 3 περ. α’ ν. 2408/1996) και ανεξάρτητα από τη συνδρομή των περιπτώσεων της παρ. 3 των άρθρων 216 και 386 ΠΚ, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Σε αυτή την περίπτωση δεν είναι αναγκαία η επέλευση της ζημίας (αρκεί η απειλή ζημίας) και, όταν πρόκειται για έγκλημα κατ’ εξακολούθηση, για τον προσδιορισμό του οφέλους που επιδιώχθηκε ή της ζημίας που απειλήθηκε καθώς και για τον προσδιορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 ν.δ. 2576/1953, η οποία αφορά μόνο τα εγκλήματα του άρθρου 1 ν. 1608/1950, δεν έχει καταργηθεί ρητά ή σιωπηρά από καμία διάταξη νόμου και, ως ειδική, κατισχύει της νεότερης και γενικής διάταξης του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2721/1999 (κατά την οποία, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνεται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του, στο αποτέλεσμα αυτό). Επομένως, όταν πρόκειται για έγκλημα κατ’ εξακολούθηση και έχει εφαρμογή το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1608/1950, δεν ανακύπτει ζήτημα επιεικέστερου νόμου, αφού, σ’ αυτή την περίπτωση, ισχύει και μετά τη θέσπιση του ν. 2721/1999 η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953, και όχι εκείνη του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ (ΟλΑΠ 5/2002). Η δε κρίση αν η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη αφορά ζήτημα ουσίας και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται στην απόφαση το μέγεθος της ζημίας. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στήριξαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των σχετικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ή το γεγονός ότι εξαίρεται κάποιο ή κάποια αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του. Σχετικά με τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικά και ως προς το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεση και η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του. Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εκτιμήσει ή δεν είναι βέβαιο ότι εκτίμησε στο σύνολο του (και όχι αποσπασματικά) κάποιο ουσιώδες και κρίσιμο έγγραφο που αναγνώστηκε ή μία ιδιαίτερα κρίσιμη μαρτυρική κατάθεση. Αντίθετα, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η εκτίμηση εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη χωριστής αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους κλπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.
Ακόμη, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 1579/2015 απόφασή ίου, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ’ αυτή, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, που περιέχονται στα πρακτικά, από τα πρακτικά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που αναγνώσθηκαν, τα έγγραφα που νόμιμα αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά καθώς και από όλη τη διαδικασία, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Το μήνα Ιανουάριο του έτους 2005 ο προϊστάμενος της ΔΟΥ ... Κρήτης Χ. Γ. διαπίστωσε ότι, ο φορολογούμενος Ε. Κ. του Ν. με Α.Φ.Μ. ..., κατηγορούμενος, προέβη στη μεταβίβαση ακινήτων του, για την οποία είναι απαραίτητη η προσκόμιση αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας, παρά το γεγονός ότι είχε δοθεί εντολή, μέσω TAXIS, μη έκδοσης Αποδεικτικού Φορολογικής Ενημερότητας (ΑΦΕ), για τον συγκεκριμένο φορολογούμενο, λόγω ύπαρξης χρεών ληξιπρόθεσμων προς το Ελληνικό Δημόσιο, που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 655.353,08 ευρώ και για τη διασφάλιση της είσπραξης αυτού. Ο κατηγορούμενος είχε ενημερωθεί από τον άνω προϊστάμενο ότι σε περίπτωση που προβεί σε οποιαδήποτε πώληση ακινήτου, το τίμημα θα κρατηθεί από το συμβολαιογράφο για να αποδοθεί στο Δημόσιο. Ενώ λοιπόν γνώριζε ότι δεν υπάρχει νόμιμος τρόπος να μεταβιβάσει κάποια από τα ακίνητα του και να εισπράξει ο ίδιος το τίμημα της πώλησης λόγω των προαναφερόμενων χρεών του κατάρτισε τα παρακάτω πλαστά ΑΦΕ στα οποία βεβαιωνόταν ότι δεν είχε χρέη προς το Δημόσιο και ακολούθως προσεκόμισε αντίστοιχα στους Συμβολαιογράφους Αθηνών Ε. Δ. και Ηρακλείου Κρήτης Ι. Μ. με σκοπό να τους παραπλανήσει ως προς την ύπαρξη οφειλών του προς το Δημόσιο με αποτέλεσμα να εξαπατηθούν οι τελευταίοι και να μην παρακρατήσουν υπέρ του Δημοσίου το τίμημα των αγοραπωλησιών και να το εισπράξει ο κατηγορούμενος, ζημιώνοντας το Δημόσιο κατά το σύνολο των παραπάνω τιμημάτων. Συγκεκριμένα μετά από σχετική έρευνα που διενεργήθηκε από την Επιθεωρήτρια του Υπουργείου Οικονομικών Α. Δ. - Τ., διαπιστώθηκε ότι, ο κατηγορούμενος είχε συνάψει συνολικώς τέσσερα (4) πωλητήρια συμβόλαια εκ των οποίων δύο σε συμβολαιογράφο στην Αθήνα και δύο σε συμβολαιογράφο στο Ηράκλειο Κρήτης. Διαπιστώθηκε επίσης, ότι στους παραπάνω συμβολαιογράφους είχε προσκομίσει δύο αποδεικτικά φορολογικής ενημερότητας, τα οποία όμως ήταν πλαστογραφημένα. Πλέον, συγκεκριμένα, από την υπ’ αριθμό πρωτοκόλλου ...1.11.2004 έρευνα της άνω Επιθεωρήτριας, με βεβαιότητα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος Ε. Κ. του Ν. την 24 Ιανουαρίου 2003 κατάρτισε στη συμβολαιογράφο Αθηνών Ε. Δ. τα με αριθμούς .../24.1.2003 πωλητήρια συμβόλαια με τα οποία πώλησε δύο κάθετες ιδιοκτησίες του προς τους Ν. Κ. του Ε., Μ. Τ. του Α. και Ι. Ν. του Α.. Κατά την κατάρτιση των συμβολαίων αυτών ο τότε πωλητής και ήδη κατηγορούμενος προσκόμισε στην παραπάνω συμβολαιογράφο το με προτυπωμένο αριθμό ... αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο (Α.Φ.Ε.), το οποίο όμως ήταν πλαστογραφημένο, όπως με πλήρη βεβαιότητα προκύπτει από το με αριθμό .../14-7-2006 πόρισμα του Υπουργείου Οικονομικών. Πλέον, συγκεκριμένα, το με προτυπωμένο αριθμό ... αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας είχε συμπληρωθεί με μηχανικό μέσο, με όλα τα απαραίτητα από το νόμο στοιχεία, ώστε να φαίνεται από αυτό ότι, ο πωλητής, δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν είχε οφειλές προς το Δημόσιο. Ειδικότερα είχε συμπληρωθεί ως εκδούσα αρχή "Δ.Ο.Υ. Α’ ...", ως αύξων αριθμός ... ", ως ημερομηνία έκδοσης "07/01/2003", ως λήξη ισχύος "07/07/2002", και ολογράφως ΕΠΤΑ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2003, ως ονοματεπώνυμο και στοιχεία διεύθυνσης φορολογουμένου "Κ. Ε. Ν. ... ..." με Α.Φ.Μ. ... και Α.Δ.Τ. ...", καθώς και ότι "βεβαιώνεται ότι είναι ενήμερος για τα χρέη του προς το Δημόσιο ". Έφερε επίσης το παραπάνω ΑΦΕ την υπογραφή της υπαλλήλου Δ.Ο.Υ. ... Δ. Π., καθώς και την ατομική σφραγίδα αυτής, κατά τέτοιο τρόπο κου να φαίνεται ότι, αυτά είχαν τεθεί νομοτύπως από την ίδια. Επίσης στο παραπάνω έγγραφο είχε τεθεί και απομίμηση της στρογγυλής υπηρεσιακής σφραγίδας της Δ.Ο.Υ. Α’ ..., κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται ότι, η αυτή είναι γνήσια και ότι δήθεν είχε τεθεί νομίμως από αυτή την υπηρεσία. Σύμφωνα με το πόρισμα της άνω οικονομικής επιθεωρήτριας το ΑΦΕ αυτό δεν έχει εκδοθεί από καμία Δ. Ο. Υ. ενταγμένη στο TAXIS καθώς και από τα αποτυπωμένα στο σώμα του ανακριβή στοιχεία, ημερομηνία έκδοσης, ημερομηνία λήξης αριθμητικώς, υπηρεσία έκδοσης, υπηρεσιακή στρογγυλή σφραγίδα ΔΟΥ, υπογραφή και σφραγίδα υπαλλήλου Δ. Κ. - Π. η οποία ουδέποτε υπηρέτησε στη ΔΟΥ ... αλλά υπηρετούσε από το 1998 έως και Νοέμβριο του 2004 στη ..., τεκμηριώνουν την πλαστότητά του. Με την προσκόμιση από τον κατηγορούμενο του παραπάνω πλαστογραφημένου ΑΦΕ, το οποίο σημειωτέον επισυνάφθηκε και στα δύο συμβόλαια, η συμβολαιογράφος Αθηνών Ε. Δ. πείστηκε ότι, αυτός δεν έχει οφειλές προς το Δημόσιο και έτσι προέβη στην κατάρτιση των με αριθμούς .../24.1.2003 πωλητηρίων συμβολαίων. Διευκρινίζεται δε ότι, η προσκόμιση του εγγράφου αυτού (Α.Φ.Ε.) είναι κατά νόμο απαραίτητη για την κατάρτιση πωλητηρίου συμβολαίου. Με την κατάρτιση των παραπάνω δύο συμβολαίων προξενήθηκε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ζημιά, που ανέρχεται σε εκατόν εξήντα χιλιάδες ογδόντα ένα ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτά (160.081,68), όσο είναι δηλαδή το συνολικό ποσό του τιμήματος των παραπάνω δύο συμβολαίων. Και αυτό γιατί, χωρίς την ύπαρξη της παραπάνω πλαστής φορολογικής ενημερότητας, θα παρακρατούσε η συμβολαιογράφος το τίμημα προκειμένου να καταβληθεί αυτό στο Δημόσιο, δεδομένου ότι, ο πρώτος κατηγορούμενος είχε οφειλές συνολικού ποσού 655.353,08 ευρώ προς το Δημόσιο. Είναι δε ευνόητο otl, με την παραπάνω ενέργειά του ο κατηγορούμενος ωφελήθηκε το παραπάνω ποσό των εκατόν εξήντα χιλιάδων ογδόντα ένα ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (160.081,68), το οποίο εισέπραξε ως συνολικό τίμημα από τα παραπάνω δύο πωλητήρια συμβόλαια. Από την έρευνα επίσης της εν λόγω Επιθεωρήτριας Α. Δ. διαπιστώθηκε ότι, ο κατηγορούμενος είχε καταρτίσει στο συμβολαιογράφο Ηρακλείου Κρήτης Ι. Μ. τα με αριθμούς ...10.12.2002 και ...11.12.2002 πωλητήρια συμβόλαια με τα οποία πώλησε ένα αγροτεμάχιο προς την εταιρία με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ", καθώς και ένα αγροτεμάχιο προς τους Ε. Κ. και Κ.. Κατά την κατάρτιση των συμβολαίων αυτών προσκόμισε στον παραπάνω συμβολαιογράφο Ηρακλείου Κρήτης Ι. Μ. το με προτυπωμένο αριθμό ... αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο (Α.Φ.Ε.), το οποίο επίσης ήταν πλαστογραφημένο. Πλέον συγκεκριμένα, το παραπάνω με προτυπωμένο αριθμό ... αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο (Α.Φ.Ε.) είχε συμπληρωθεί με μηχανικό μέσο, με όλα τα απαραίτητα από το νόμο στοιχεία, ώστε να φαίνεται από αυτό ότι, ο πωλητής, δηλαδή ο πρώτος κατηγορούμενος Ε. Κ. δεν είχε οφειλές προς το Δημόσιο. Ειδικότερα στο ως άνω Α.Φ.Ε. είχε συμπληρωθεί ως εκδούσα αρχή "Δ.Ο.Υ. Α’ ...", ως αύξοντα αριθμό "Α/Α ...", ως ημερομηνία έκδοσης "11/11/2002", ως λήξη ισχύος "11/12/2002", ως ονοματεπώνυμο και στοιχεία διεύθυνσης φορολογουμένου "Κ.Ε. Ν. ... ..." με Α.Φ.Μ. ... Α.Δ.Τ. ...", καθώς και ότι "βεβαιώνεται ότι είναι ενήμερος για χρέη του προς το Δημόσιο". Έφερε επίσης το παραπάνω με αριθμό ... ΑΦΕ την υπογραφή της υπαλλήλου Δ.Ο.Υ. ... Δ. Π., η οποία όπως προαναφέρθηκε δεν είχε υπηρετήσει από το 1998 έως και το Νοέμβριο του 2004 παρά μόνο στην I Δ.Ο.Υ. Αθηνών καθώς και την ατομική σφραγίδα αυτής, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται ότι, η υπογραφή αυτή είναι γνήσια και ότι δήθεν είχε τεθεί νομίμως από αυτήν. Επίσης στο παραπάνω έγγραφο είχε τεθεί κατ’ απομίμηση της στρογγυλής υπηρεσιακής σφραγίδας της Δ.ΟΥ. Α’ ..., κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται ότι, αυτή είναι γνήσια και ότι δήθεν είχε τεθεί νομίμως από αυτήν. Με την προσκόμιση από τον πρώτο κατηγορούμενο του παραπάνω πλαστογραφημένου ΑΦΕ, το οποίο σημειωτέον επισυνάφθηκε και στα δύο συμβόλαια, ο συμβολαιογράφος Ηρακλείου Κρήτης Ι. Μ., πείστηκε ότι, αυτός (δηλαδή ο πρώην αντισυμβαλλόμενος πωλητής και τώρα κατηγορούμενος) δεν έχει οφειλές προς το Δημόσιο και έτσι προέβη στην κατάρτιση των παραπάνω με αριθμούς ...10.12.2002 και ...11.12.2002 πωλητηρίων συμβολαίων. Διευκρινίζεται δε ότι, η προσκόμιση του εγγράφου αυτού (Α.Φ.Ε.) είναι κατά νόμο απαραίτητη για την κατάρτιση πωλητηρίου συμβολαίου. Με την κατάρτιση των παραπάνω δύο συμβολαίων προξενήθηκε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ζημιά, που ανέρχεται σε τετρακόσιες δύο χιλιάδες τριακόσια είκοσι ένα ευρώ και δώδεκα λεπτά (402.321,12λ) όσο είναι και το συνολικό ποσό του τιμήματος των παραπάνω δύο με αριθμούς ...10.12.2002 και ...11.12.2002 συμβολαίων. Και αυτό γιατί, χωρίς την ύπαρξη της παραπάνω πλαστής φορολογικής ενημερότητας, θα παρακρατούσε ο συμβολαιογράφος το τίμημα προκειμένου να καταβληθεί αυτό στο Δημόσιο, αφού ο κατηγορούμενος είχε οφειλές συνολικού ποσού 655.353,08 ευρώ προς το Δημόσιο. Είναι δε ευνόητο ότι, με την παραπάνω ενέργειά του ο κατηγορούμενος ωφελήθηκε από την επιμέρους αυτή ενέργειά του το παραπάνω ποσό των τετρακοσίων δύο χιλιάδων τριακόσια είκοσι ένα ευρώ και δώδεκα λεπτά (402.321,12), το οποίο εισέπραξε ως συνολικό τίμημα από τα παραπάνω δύο επιμέρους πωλητήρια συμβόλαια. Δηλαδή από τη σύναψη των τεσσάρων παραπάνω αναφερομένων συμβολαίων ο πρώτος κατηγορούμενος ωφελήθηκε συνολικώς το ποσό των 562.402,80 ευρώ (160.081,68 και 402.321.12), σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Για την τέλεση των παραπάνω αναφερομένων πραγματικών περιστατικών ουδεμία αμφιβολία υπάρχει, αφού αυτή προκύπτει εκτός από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, η πρώτη των οποίων Α. Δ. με κατηγορηματικότητα επιβεβαιώνει το περιεχόμενο των αναφορών που έχει συντάξει και αναφέρει μεταξύ άλλων ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του κατηγορουμένου το 2002 και το 2003 προς τη ΔΟΥ ... ανέρχονταν σε 640.000 ευρώ περίπου (βλ. σχ. και το από 5/10/2004 με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών άπου αναφέρεται ότι μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε ότι όλα τα χρέη του Κ. Ε. είναι ληξιπρόθεσμα ανέρχονταν σε 12.154,06 ευρώ προς τη ... και σε 643.199,02 ευρώ προς τη Δ.Ο.Υ. ...), καθώς και ότι το τίμημα των αγοραπωλησιών που εισέπραξε ο κατηγορούμενος και από τα αναγνωσθέντα νομίμως έγγραφα τα οποία όλα ανεξαιρέτως λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αναιρούνται δε από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, Ν. Κ., υιού του κατηγορουμένου, που δεν κρίνεται πειστική, καθόσον ακόμη και αν γίνει δεκτό όπως αυτός καταθέτει ότι τα ένδικα πλαστά ΑΦΕ τα προμήθευσε στον πατέρα του κάποιος δανειστής ονομαζόμενος Σ. και ότι συντάχθηκαν από τρίτο πρόσωπο, αυτά συντάχθηκαν από τον τρίτο και κατ’ εντολή του κατηγορουμένου ,ε σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση αυτών και να εξαπατήσει τους παραπάνω συμβολαιογράφους, ώστε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου, αφού αν και γνώριζε ότι οφείλει στο Δημόσιο το παραπάνω συνολικό ποσό, και ότι δεν μπορούσε να βγάλει φορολογική ενημερότητα, όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ο υιός του, τα ΑΦΕ που προσκόμισε ανέφεραν ακριβώς το αντίθετο. Από τον πίνακα χρεών που περιλαμβάνεται στο από 24-2-2014 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων ... με θέμα ανακοπή κατά της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του κατηγορουμένου σε δίκη που διεξήχθη στο Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο στις 12-3-2014 δεν αναιρούνται τα ανωτέρω, αφού πρόκειται για οφειλές του κατηγορουμένου που προκύπτουν μετά από διαγραφή χρεών με βάση δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο του χρόνου τελέσεως των άνω αξιόποινων πράξεων ήτοι 30-10-2002 και 13-1-2003 έως 14-1-2003 και 24-1-2003 (βλ. υπ’ αριθμ. 233/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανιών με βάση την οποία διεγράφη το ποσόν των 104.323,95 ευρώ). Επίσης στο υπ’ αριθμ. πρωτ. .../11.2.2013 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών και Οικονομίας της ... βεβαιώνονται χρέη προς τη Δ.Ο.Υ. κατά την 7η/1/2013 ήτοι 10 έτη περίπου μετά την τέλεση των άνω πράξεων. Επομένως, στοιχειοθετούνται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς οι αξιόποινες πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση κατ’ εξακολούθηση από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία σε βάρος του Δημοσίου υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 150.000 ευρώ, καθώς και της κακουργηματικής απάτης κατ’ εξακολούθηση από τη οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία σε βάρος του Δημοσίου υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 150.000 ευρώ". Στη συνέχεια το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή κάθειρξης δεκατεσσάρων (14) ετών νια τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού κατ’ εξακολούθηση και της απάτης κατ’ εξακολούθηση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με σκοπούμενο, και για τις δύο αξιόποινες πράξεις, περιουσιακό όφελος του δράστη και με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, όπως αυτές περιγράφονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της απόφασης, που έχουν το ίδιο περιεχόμενο κατά το μέγιστο μέρος τους. Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την, επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή με τρόπο ελλιπή και ασαφή τα πραγματικά περιστατικά και οι αντίστοιχες ουσιαστικές παραδοχές που αυτό συνήγαγε από την αποδεικτική διαδικασία και στήριξαν την κρίση του, ότι συντρέχουν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των κακουργηματικών πράξεων, της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού κατ’ εξακολούθηση και της απάτης κατ’ εξακολούθηση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με σκοπούμενο περιουσιακό όφελος του δράστη και με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, για τις οποίες ο αναιρεσείων καταδικάστηκε. Ούτε διαλαμβάνονται στην απόφαση υπαγωγικές νομικές σκέψεις και συλλογισμοί που να αιτιολογούν σαφώς και επαρκώς την κρίση ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις σχετικές πράξεις. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της απόφασης, γίνεται δεκτό ότι αποδείχτηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής περιστατικά : Ότι ο αναιρεσείων, στην Αθήνα στις 30-10-2002 και κατά τον χρόνο από 13-1-2003 έως 14-1-2003, αντίστοιχα, κατάρτισε με δόλο δύο εξαρχής πλαστά αποδεικτικά φορολογικής ενημερότητας (στο εξής ΑΦΕ), ώστε να φαίνεται από αυτά ότι δεν έχει χρέη προς το Δημόσιο και με σκοπό να τα χρησιμοποιήσει σε πωλήσεις ακινήτων της ιδιοκτησίας του, για να αποφύγει την παρακράτηση του τιμήματος υπέρ του Δημοσίου. Και συγκεκριμένα συμπλήρωσε και έθεσε με μηχανικό μέσο όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση στα προτυπωμένα με αρ. ... και ... ΑΦΕ, τα οποία έχουν υπεξαχθεί από τη ..., αναφέρουν σαν εκδότρια αρχή τη Δ.Ο.Υ. ... Αττικής, φέρουν πλαστογραφημένη υπογραφή της Δ. Π., υπαλλήλου της ... και απομιμήσεις της ατομικής σφραγίδας της και της σφραγίδας της Δ.Ο.Υ ..., εμφανίζοντας έτσι τον αναιρεσείοντα να μην έχει χρέη προς το Δημόσιο. Ότι το πρώτο από τα εν λόγω ΑΦΕ προσκομίστηκε και προσαρτήθηκε σε δύο πωλητήρια συμβόλαια ακινήτων του αναιρεσείοντος (...10-12-2002 και ...11-12-2002), που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Ηρακλείου Κρήτης Ι. Μ., ενώ το δεύτερο προσκομίστηκε και προσαρτήθηκε σε δύο άλλα πωλητήρια συμβόλαια ακινήτων του αναιρεσείοντος (...24-1-2003 και .../24-1-2003), που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αθηνών Ε. Δ.. Και ότι ο αναιρεσείων, γνωρίζοντας την πλαστότητα των δύο ΑΦΕ και ότι δεν ήταν φορολογικά ενήμερος, με την προσκόμιση και χρήση αυτών, παραπλάνησε τους συμβολαιογράφους που συνέταξαν τα πωλητήρια συμβόλαια, οι οποίοι, θεωρώντας ότι αυτός ήταν φορολογικά ενήμερος, δεν παρακράτησαν το τίμημα υπέρ του Δημοσίου, στο οποίο, με βάση σχετικό έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών έτους 2004, υπήρχαν βεβαιωμένα χρέη του αναιρεσείοντος ποσού 655.353 ευρώ, με συνέπεια να ωφεληθεί ο ίδιος εισπράττοντας το σύνολο του τιμήματος ποσού 562.321 ευρώ και να πάθει ισόποση, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ζημία το Δημόσιο. Σχετικά, όμως, με το ουσιώδες και κρίσιμο ζήτημα, της ύπαρξης και του ύψους των χρεών του αναιρεσείοντος προς το Δημόσιο, δεν περιέχονται στην απόφαση σαφείς παραδοχές που να θεμελιώνουν τη σχετική κρίση. Ειδικότερα, ως προς αυτό το ζήτημα, υπάρχουν στο σκεπτικό της απόφασης (σελ. 34) οι συναφείς περικοπές: α) ".. από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, η πρώτη των οποίων Α. Δ. με κατηγορηματικότητα επιβεβαιώνει το περιεχόμενο των αναφορών που έχει συντάξει και αναφέρει μεταξύ άλλων ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του κατηγορουμένου το 2002 και το 2003 προς τη Δ.Ο.Υ. ... ανέρχονταν σε 640.000 ευρώ περίπου (βλ. σχ. και το από 5-10-2004 με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών όπου αναφέρεται ότι μετά τον έλεγχο που διενεργήθηκε ότι όλα τα χρέη του Κ. Ε. είναι ληξιπρόθεσμα ανέρχονταν σε 12.154,06 ευρώ προς τη Δ.Ο.Υ. ... και σε 643.199,02 ευρώ προς τη Δ.Ο.Υ. ...)...". Και β) "...Από τον πίνακα χρεών που περιλαμβάνεται στο από 22-2-2014 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων ... με θέμα ανακοπή κατά της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του κατηγορουμένου σε δίκη που διεξήχθη στο Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο στις 12-3-2014 δεν αναιρούνται τα ανωτέρω, αφού πρόκειται για οφειλές του κατηγορουμένου που προκύπτουν μετά από διαγραφή χρεών με βάση δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο του χρόνου τελέσεως των άνω αξιοποίνων πράξεων ήτοι από 30-10-2002 και 13-1-2003 έως 14-1-2003 (βλ. υπ’ αριθμ. 233/2009 απόφαση Διοικητικού Εφετείου Χανίων με βάση την οποία διεγράφη το ποσό των 104.323,95 ευρώ). Επίσης στο υπ’ αριθμ. πρωτ. .../11-2-2013 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών και Οικονομίας της Δ.Ο.Υ. ... βεβαιώνονται χρέη προς τη Δ.Ο.Υ. κατά την 7/1/2013 ήτοι δέκα έτη περίπου μετά την τέλεση των άνω πράξεων.". Η παραδοχή, όμως, που διατυπώνεται στις παραπάνω περικοπές, ότι το αρχικό έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών .../5-10-2004, που, κατά την απόφαση, αναφέρεται εντελώς γενικά σε χρέη (12.154,06+643.199,02) 655.353,08 ευρώ, δεν αναιρείται από το νεότερο από 24-2-2014 (.../2014) έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών ... (στην οποία ενσωματώθηκε η Δ.Ο.Υ. ...) και από το .../2013 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών ... (στην οποία συγχωνεύτηκε η Δ.Ο.Υ. ...), που είχε προσκομίσει με επίκληση ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση σχετικού ισχυρισμού μεταβολής της κατηγορίας σε πλημμεληματική στο Πενταμελές Εφετείο (βλ. οικεία πρακτικά σελ. 5 έως 9, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου), κατά τα οποία (έγγραφα) τα χρέη του αναιρεσείοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο (απαρχής μέχρι 25-8-2003), επικαιροποιημένα μετά τη διαγραφή μέρους αυτών λόγω δικαστικών αποφάσεων, ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των (25.842,08+7.157,51) 32.999,59 ευρώ, είναι ασαφής και ελλιπής. Και αυτό, επειδή δεν προσδιορίζεται στην απόφαση : α) ποιες είναι και σε ποιο ποσό ανέρχονται οι οφειλές που αναφέρονται στα παραπάνω νεότερα έγγραφα, β) αν αφορούν ή όχι την κρίσιμη χρονική περίοδο και γ) γιατί η διαγραφή χρεών του αρχικού εγγράφου με δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν μετά τον χρόνο τέλεσης των ενδίκων αξιοποίνων πράξεων δεν ασκεί έννομη επιρροή στο επίμαχο χρέος του αναιρεσείοντος και στον χαρακτηρισμό των σχετικών πράξεων (ως κακουργηματικών ή πλημμεληματικών) και στις ποινές που αυτές επισύρουν.
Συνεπώς, δεν είναι ειδικά αιτιολογημένη η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη και το ύψος της ζημίας ως στοιχείου θεμελιωτικού ενοχής για την κακουργηματική πράξη της πλαστογραφίας με χρήση πλαστού κατ’ εξακολούθηση (άρθρο 216 παρ. 1-3 εδ. α’ ΠΚ) και της απάτης κατ’ εξακολούθηση με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία σε βάρος του Δημοσίου ανώτερη των 150.000 ευρώ και με εφαρμογή της σχετικής ιδιαζόντως επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 1 του ν. 1608/1950. Επομένως, είναι βάσιμες οι σχετικές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και τον συναφή πρώτο λόγο του από 22-4-2016 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, που συνεκδικάζονται με την αίτηση αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αναίρεσης. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο είναι δυνατό να συγκροτηθεί από δικαστές που δεν μετείχαν στη σύνθεση που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 1579/2015 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές που δεν μετείχαν στην έκδοση της αναιρούμενης απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Κ. του Ν., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Αλικαρνασσού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του .........., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1579/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ’ αριθμ...22-10-2015 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 22 Απριλίου 2016 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της δημόσιας πίστης περί τα υπομνήματα και της ασφάλειας των εγγράφων συναλλαγών (και όχι της περιουσίας ή άλλων αγαθών), προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται είτε η εξαρχής κατάρτιση από τον δράστη εγγράφου που εμφανίζεται ότι καταρτίστηκε από άλλον με απομίμηση της γραφής ή υπογραφής του είτε η νόθευση από τον δράστη γνήσιου εγγράφου. Ως νόθευση εγγράφου νοείται η αλλοίωση της εννοίας του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, την εξάλειψη ή την αντικατάσταση λέξεων, αριθμών, σημείων και άλλων στοιχείων του γνήσιου εγγράφου, αλλά και με περιορισμό του αρχικού περιεχομένου του, ώστε να μεταβάλλεται η αποδεικτική δύναμή του. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης της πλαστογραφίας απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: α) τη γνώση και θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και β) τον σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του (εξαρχής) πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον ως προς γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή ως προς γεγονός που είναι σημαντικό για τη θεμελίωση, διατήρηση, μεταβολή ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα. Οι έννομες συνέπειες μπορεί να αφορούν αυτόν που παραπλανάται ή τρίτο πρόσωπο, ενώ δεν απαιτείται να επήλθε πράγματι η επιδιωκόμενη παραπλάνηση (Ολ.ΑΠ 179/90). Επίσης για τη στοιχειοθέτηση της πλαστογραφίας είναι αδιάφορο και δεν ερευνάται η αλήθεια του αρχικού ή του νέου περιεχομένου του εγγράφου. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 2 Π.Κ., χρήση πλαστού εγγράφου συνιστά κάθε ενέργεια, η οποία, εντασσόμενη στον σκοπό σύνταξης ή τον προορισμό του εγγράφου και κατευθυνόμενη σε παραπλάνηση άλλου, καθιστά προσιτό το έγγραφο και παρέχει τη δυνατότητα στον άλλον (εκείνον που επιδιώκεται να παραπλανηθεί) να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται ο τελευταίος να έλαβε πράγματι γνώση του εγγράφου ή να παραπλανήθηκε. Για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση της χρήσης πλαστού εγγράφου, απαιτείται η συνδρομή στο πρόσωπο του δράστη κατά τον χρόνο της χρήσης των εξής στοιχείων : α) γνώση ότι το έγγραφο είναι πλαστό, β) συνείδηση (επίγνωση) ότι η ενέργειά του συνιστά χρήση του εγγράφου με την παραπάνω έννοια και γ) σκοπός του δράστη να προκαλέσει ή να ενισχύσει σε άλλον πλάνη ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου και μέσω αυτής να πετύχει συμπεριφορά του τελευταίου που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται το έγκλημα της απάτης, το οποίο στρέφεται κατά της περιουσίας και για τη στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις : α) Σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται και η πραγμάτωσή του. β) Εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία να έχει παραπλανηθεί κάποιος και να έχει προβεί σε επιζήμια γι1 αυτόν ή για άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Και γ) Βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Ως παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή να συνάγεται σιωπηρά από τη συμπεριφορά του δράστη, νοείται οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση, διαβεβαίωση ή ισχυρισμός αυτού, που εμπεριέχει ανακριβή παρουσίαση ή απεικόνιση της πραγματικότητας και αποσκοπεί στην απόκτηση από τον ίδιο ή από άλλον παράνομου περιουσιακού οφέλους. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, ενώ ως βλάβη νοείται η μείωση ή χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης προσώπου, την οποία δεν αναιρεί η τυχόν ύπαρξη ενεργού αξίωσης του παθόντος για αποκατάσταση της ζημίας κατά αυτού που την προκάλεσε, έστω και αν ο τελευταίος είναι απόλυτα αξιόχρεος, αφού για την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης απαιτείται δικαστικός αγώνας, ο οποίος συνιστά πάντοτε περιουσιακή βλάβη. Η απειλή περιουσιακής ζημίας θεωρείται και συνιστά βλάβη, όταν προκαλεί χειροτέρευση της κατάστασης που υπάρχει κατά την τέλεση της πράξης. Ενώ αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η βλάβη επέρχεται ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη, χωρίς να απαιτείται αυτός που παραπλανήθηκε και εκείνος που ζημιώθηκε να είναι το ίδιο πρόσωπο.
Τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της απάτης προσλαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τα άρθρα 216 παρ. 3 περ. β’ και 386 παρ. 3 περ. β’ ΠΚ, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 25 του ν. 4055/2012, όταν το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει ο δράστης για τον εαυτό του ή άλλον βλάπτοντας τρίτον ή η ζημία που σκόπευε να προκαλέσει σε άλλον με την πράξη της πλαστογραφίας και το περιουσιακό όφελος που επιδιώχτηκε ή η ζημία που προξενήθηκε με την πράξη της απάτης υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ. Για τη θεμελίωση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν απαιτείται το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει ο δράστης και η βλάβη του τρίτου να επέρχεται αμέσως και ευθέως από μόνη την πράξη της πλαστογράφησης εγγράφου, αλλά αρκεί ότι με την πλαστογράφηση διαμορφώνεται ο αναγκαίος όρος, που, κατά το σχέδιο του δράστη, παρέχει τη δυνατότητα, με την παρεμβολή και άλλων μεταγενέστερων ενεργειών του, να επέλθει το σκοπούμενο όφελος ή/και η βλάβη. Εξάλλου, ο ν. 1608/1950 δεν καθιερώνει αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε μεταβάλλει τους όρους και τα στοιχεία που ορίζονται από τις οικείες διατάξεις του ΠΚ για τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ 1 ν. 1608/1950, αλλά απλώς επαυξάνει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την ποινή και καθιστά την πράξη κακουργηματική. Πιο συγκεκριμένα, εφόσον το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο Δημόσιο ή σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δίκαιου ή σε άλλο νομικό πρόσωπο από όσα αναφέρονται στο άρθρο 263α ΠΚ υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο του εγκλήματος είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Έτσι, όταν η πλαστογραφία ή η απάτη στρέφεται κατά του Δημοσίου ή κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των λοιπών νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 263α ΠΚ και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε σ’ αυτά υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, τότε, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1608/1950 (όπως τροπ. με το άρθρο 36 παρ. 1 ν. 2172/1993, 24 παρ. 3 ν. 2298/1995 και 4 παρ. 3 περ. α’ ν. 2408/1996) και ανεξάρτητα από τη συνδρομή των περιπτώσεων της παρ. 3 των άρθρων 216 και 386 ΠΚ, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Σε αυτή την περίπτωση δεν είναι αναγκαία η επέλευση της ζημίας (αρκεί η απειλή ζημίας) και, όταν πρόκειται για έγκλημα κατ’ εξακολούθηση, για τον προσδιορισμό του οφέλους που επιδιώχθηκε ή της ζημίας που απειλήθηκε καθώς και για τον προσδιορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 ν.δ. 2576/1953, η οποία αφορά μόνο τα εγκλήματα του άρθρου 1 ν. 1608/1950, δεν έχει καταργηθεί ρητά ή σιωπηρά από καμία διάταξη νόμου και, ως ειδική, κατισχύει της νεότερης και γενικής διάταξης του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2721/1999 (κατά την οποία, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνεται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του, στο αποτέλεσμα αυτό). Επομένως, όταν πρόκειται για έγκλημα κατ’ εξακολούθηση και έχει εφαρμογή το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1608/1950, δεν ανακύπτει ζήτημα επιεικέστερου νόμου, αφού, σ’ αυτή την περίπτωση, ισχύει και μετά τη θέσπιση του ν. 2721/1999 η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953, και όχι εκείνη του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ (ΟλΑΠ 5/2002). Η δε κρίση αν η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη αφορά ζήτημα ουσίας και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται στην απόφαση το μέγεθος της ζημίας. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στήριξαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των σχετικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ή το γεγονός ότι εξαίρεται κάποιο ή κάποια αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του. Σχετικά με τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικά και ως προς το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεση και η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του. Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εκτιμήσει ή δεν είναι βέβαιο ότι εκτίμησε στο σύνολο του (και όχι αποσπασματικά) κάποιο ουσιώδες και κρίσιμο έγγραφο που αναγνώστηκε ή μία ιδιαίτερα κρίσιμη μαρτυρική κατάθεση. Αντίθετα, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η εκτίμηση εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη χωριστής αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους κλπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.
Ακόμη, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 1579/2015 απόφασή ίου, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ’ αυτή, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, που περιέχονται στα πρακτικά, από τα πρακτικά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που αναγνώσθηκαν, τα έγγραφα που νόμιμα αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά καθώς και από όλη τη διαδικασία, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Το μήνα Ιανουάριο του έτους 2005 ο προϊστάμενος της ΔΟΥ ... Κρήτης Χ. Γ. διαπίστωσε ότι, ο φορολογούμενος Ε. Κ. του Ν. με Α.Φ.Μ. ..., κατηγορούμενος, προέβη στη μεταβίβαση ακινήτων του, για την οποία είναι απαραίτητη η προσκόμιση αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας, παρά το γεγονός ότι είχε δοθεί εντολή, μέσω TAXIS, μη έκδοσης Αποδεικτικού Φορολογικής Ενημερότητας (ΑΦΕ), για τον συγκεκριμένο φορολογούμενο, λόγω ύπαρξης χρεών ληξιπρόθεσμων προς το Ελληνικό Δημόσιο, που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 655.353,08 ευρώ και για τη διασφάλιση της είσπραξης αυτού. Ο κατηγορούμενος είχε ενημερωθεί από τον άνω προϊστάμενο ότι σε περίπτωση που προβεί σε οποιαδήποτε πώληση ακινήτου, το τίμημα θα κρατηθεί από το συμβολαιογράφο για να αποδοθεί στο Δημόσιο. Ενώ λοιπόν γνώριζε ότι δεν υπάρχει νόμιμος τρόπος να μεταβιβάσει κάποια από τα ακίνητα του και να εισπράξει ο ίδιος το τίμημα της πώλησης λόγω των προαναφερόμενων χρεών του κατάρτισε τα παρακάτω πλαστά ΑΦΕ στα οποία βεβαιωνόταν ότι δεν είχε χρέη προς το Δημόσιο και ακολούθως προσεκόμισε αντίστοιχα στους Συμβολαιογράφους Αθηνών Ε. Δ. και Ηρακλείου Κρήτης Ι. Μ. με σκοπό να τους παραπλανήσει ως προς την ύπαρξη οφειλών του προς το Δημόσιο με αποτέλεσμα να εξαπατηθούν οι τελευταίοι και να μην παρακρατήσουν υπέρ του Δημοσίου το τίμημα των αγοραπωλησιών και να το εισπράξει ο κατηγορούμενος, ζημιώνοντας το Δημόσιο κατά το σύνολο των παραπάνω τιμημάτων. Συγκεκριμένα μετά από σχετική έρευνα που διενεργήθηκε από την Επιθεωρήτρια του Υπουργείου Οικονομικών Α. Δ. - Τ., διαπιστώθηκε ότι, ο κατηγορούμενος είχε συνάψει συνολικώς τέσσερα (4) πωλητήρια συμβόλαια εκ των οποίων δύο σε συμβολαιογράφο στην Αθήνα και δύο σε συμβολαιογράφο στο Ηράκλειο Κρήτης. Διαπιστώθηκε επίσης, ότι στους παραπάνω συμβολαιογράφους είχε προσκομίσει δύο αποδεικτικά φορολογικής ενημερότητας, τα οποία όμως ήταν πλαστογραφημένα. Πλέον, συγκεκριμένα, από την υπ’ αριθμό πρωτοκόλλου ...1.11.2004 έρευνα της άνω Επιθεωρήτριας, με βεβαιότητα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος Ε. Κ. του Ν. την 24 Ιανουαρίου 2003 κατάρτισε στη συμβολαιογράφο Αθηνών Ε. Δ. τα με αριθμούς .../24.1.2003 πωλητήρια συμβόλαια με τα οποία πώλησε δύο κάθετες ιδιοκτησίες του προς τους Ν. Κ. του Ε., Μ. Τ. του Α. και Ι. Ν. του Α.. Κατά την κατάρτιση των συμβολαίων αυτών ο τότε πωλητής και ήδη κατηγορούμενος προσκόμισε στην παραπάνω συμβολαιογράφο το με προτυπωμένο αριθμό ... αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο (Α.Φ.Ε.), το οποίο όμως ήταν πλαστογραφημένο, όπως με πλήρη βεβαιότητα προκύπτει από το με αριθμό .../14-7-2006 πόρισμα του Υπουργείου Οικονομικών. Πλέον, συγκεκριμένα, το με προτυπωμένο αριθμό ... αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας είχε συμπληρωθεί με μηχανικό μέσο, με όλα τα απαραίτητα από το νόμο στοιχεία, ώστε να φαίνεται από αυτό ότι, ο πωλητής, δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν είχε οφειλές προς το Δημόσιο. Ειδικότερα είχε συμπληρωθεί ως εκδούσα αρχή "Δ.Ο.Υ. Α’ ...", ως αύξων αριθμός ... ", ως ημερομηνία έκδοσης "07/01/2003", ως λήξη ισχύος "07/07/2002", και ολογράφως ΕΠΤΑ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2003, ως ονοματεπώνυμο και στοιχεία διεύθυνσης φορολογουμένου "Κ. Ε. Ν. ... ..." με Α.Φ.Μ. ... και Α.Δ.Τ. ...", καθώς και ότι "βεβαιώνεται ότι είναι ενήμερος για τα χρέη του προς το Δημόσιο ". Έφερε επίσης το παραπάνω ΑΦΕ την υπογραφή της υπαλλήλου Δ.Ο.Υ. ... Δ. Π., καθώς και την ατομική σφραγίδα αυτής, κατά τέτοιο τρόπο κου να φαίνεται ότι, αυτά είχαν τεθεί νομοτύπως από την ίδια. Επίσης στο παραπάνω έγγραφο είχε τεθεί και απομίμηση της στρογγυλής υπηρεσιακής σφραγίδας της Δ.Ο.Υ. Α’ ..., κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται ότι, η αυτή είναι γνήσια και ότι δήθεν είχε τεθεί νομίμως από αυτή την υπηρεσία. Σύμφωνα με το πόρισμα της άνω οικονομικής επιθεωρήτριας το ΑΦΕ αυτό δεν έχει εκδοθεί από καμία Δ. Ο. Υ. ενταγμένη στο TAXIS καθώς και από τα αποτυπωμένα στο σώμα του ανακριβή στοιχεία, ημερομηνία έκδοσης, ημερομηνία λήξης αριθμητικώς, υπηρεσία έκδοσης, υπηρεσιακή στρογγυλή σφραγίδα ΔΟΥ, υπογραφή και σφραγίδα υπαλλήλου Δ. Κ. - Π. η οποία ουδέποτε υπηρέτησε στη ΔΟΥ ... αλλά υπηρετούσε από το 1998 έως και Νοέμβριο του 2004 στη ..., τεκμηριώνουν την πλαστότητά του. Με την προσκόμιση από τον κατηγορούμενο του παραπάνω πλαστογραφημένου ΑΦΕ, το οποίο σημειωτέον επισυνάφθηκε και στα δύο συμβόλαια, η συμβολαιογράφος Αθηνών Ε. Δ. πείστηκε ότι, αυτός δεν έχει οφειλές προς το Δημόσιο και έτσι προέβη στην κατάρτιση των με αριθμούς .../24.1.2003 πωλητηρίων συμβολαίων. Διευκρινίζεται δε ότι, η προσκόμιση του εγγράφου αυτού (Α.Φ.Ε.) είναι κατά νόμο απαραίτητη για την κατάρτιση πωλητηρίου συμβολαίου. Με την κατάρτιση των παραπάνω δύο συμβολαίων προξενήθηκε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ζημιά, που ανέρχεται σε εκατόν εξήντα χιλιάδες ογδόντα ένα ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτά (160.081,68), όσο είναι δηλαδή το συνολικό ποσό του τιμήματος των παραπάνω δύο συμβολαίων. Και αυτό γιατί, χωρίς την ύπαρξη της παραπάνω πλαστής φορολογικής ενημερότητας, θα παρακρατούσε η συμβολαιογράφος το τίμημα προκειμένου να καταβληθεί αυτό στο Δημόσιο, δεδομένου ότι, ο πρώτος κατηγορούμενος είχε οφειλές συνολικού ποσού 655.353,08 ευρώ προς το Δημόσιο. Είναι δε ευνόητο otl, με την παραπάνω ενέργειά του ο κατηγορούμενος ωφελήθηκε το παραπάνω ποσό των εκατόν εξήντα χιλιάδων ογδόντα ένα ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (160.081,68), το οποίο εισέπραξε ως συνολικό τίμημα από τα παραπάνω δύο πωλητήρια συμβόλαια. Από την έρευνα επίσης της εν λόγω Επιθεωρήτριας Α. Δ. διαπιστώθηκε ότι, ο κατηγορούμενος είχε καταρτίσει στο συμβολαιογράφο Ηρακλείου Κρήτης Ι. Μ. τα με αριθμούς ...10.12.2002 και ...11.12.2002 πωλητήρια συμβόλαια με τα οποία πώλησε ένα αγροτεμάχιο προς την εταιρία με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ", καθώς και ένα αγροτεμάχιο προς τους Ε. Κ. και Κ.. Κατά την κατάρτιση των συμβολαίων αυτών προσκόμισε στον παραπάνω συμβολαιογράφο Ηρακλείου Κρήτης Ι. Μ. το με προτυπωμένο αριθμό ... αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο (Α.Φ.Ε.), το οποίο επίσης ήταν πλαστογραφημένο. Πλέον συγκεκριμένα, το παραπάνω με προτυπωμένο αριθμό ... αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο (Α.Φ.Ε.) είχε συμπληρωθεί με μηχανικό μέσο, με όλα τα απαραίτητα από το νόμο στοιχεία, ώστε να φαίνεται από αυτό ότι, ο πωλητής, δηλαδή ο πρώτος κατηγορούμενος Ε. Κ. δεν είχε οφειλές προς το Δημόσιο. Ειδικότερα στο ως άνω Α.Φ.Ε. είχε συμπληρωθεί ως εκδούσα αρχή "Δ.Ο.Υ. Α’ ...", ως αύξοντα αριθμό "Α/Α ...", ως ημερομηνία έκδοσης "11/11/2002", ως λήξη ισχύος "11/12/2002", ως ονοματεπώνυμο και στοιχεία διεύθυνσης φορολογουμένου "Κ.Ε. Ν. ... ..." με Α.Φ.Μ. ... Α.Δ.Τ. ...", καθώς και ότι "βεβαιώνεται ότι είναι ενήμερος για χρέη του προς το Δημόσιο". Έφερε επίσης το παραπάνω με αριθμό ... ΑΦΕ την υπογραφή της υπαλλήλου Δ.Ο.Υ. ... Δ. Π., η οποία όπως προαναφέρθηκε δεν είχε υπηρετήσει από το 1998 έως και το Νοέμβριο του 2004 παρά μόνο στην I Δ.Ο.Υ. Αθηνών καθώς και την ατομική σφραγίδα αυτής, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται ότι, η υπογραφή αυτή είναι γνήσια και ότι δήθεν είχε τεθεί νομίμως από αυτήν. Επίσης στο παραπάνω έγγραφο είχε τεθεί κατ’ απομίμηση της στρογγυλής υπηρεσιακής σφραγίδας της Δ.ΟΥ. Α’ ..., κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται ότι, αυτή είναι γνήσια και ότι δήθεν είχε τεθεί νομίμως από αυτήν. Με την προσκόμιση από τον πρώτο κατηγορούμενο του παραπάνω πλαστογραφημένου ΑΦΕ, το οποίο σημειωτέον επισυνάφθηκε και στα δύο συμβόλαια, ο συμβολαιογράφος Ηρακλείου Κρήτης Ι. Μ., πείστηκε ότι, αυτός (δηλαδή ο πρώην αντισυμβαλλόμενος πωλητής και τώρα κατηγορούμενος) δεν έχει οφειλές προς το Δημόσιο και έτσι προέβη στην κατάρτιση των παραπάνω με αριθμούς ...10.12.2002 και ...11.12.2002 πωλητηρίων συμβολαίων. Διευκρινίζεται δε ότι, η προσκόμιση του εγγράφου αυτού (Α.Φ.Ε.) είναι κατά νόμο απαραίτητη για την κατάρτιση πωλητηρίου συμβολαίου. Με την κατάρτιση των παραπάνω δύο συμβολαίων προξενήθηκε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ζημιά, που ανέρχεται σε τετρακόσιες δύο χιλιάδες τριακόσια είκοσι ένα ευρώ και δώδεκα λεπτά (402.321,12λ) όσο είναι και το συνολικό ποσό του τιμήματος των παραπάνω δύο με αριθμούς ...10.12.2002 και ...11.12.2002 συμβολαίων. Και αυτό γιατί, χωρίς την ύπαρξη της παραπάνω πλαστής φορολογικής ενημερότητας, θα παρακρατούσε ο συμβολαιογράφος το τίμημα προκειμένου να καταβληθεί αυτό στο Δημόσιο, αφού ο κατηγορούμενος είχε οφειλές συνολικού ποσού 655.353,08 ευρώ προς το Δημόσιο. Είναι δε ευνόητο ότι, με την παραπάνω ενέργειά του ο κατηγορούμενος ωφελήθηκε από την επιμέρους αυτή ενέργειά του το παραπάνω ποσό των τετρακοσίων δύο χιλιάδων τριακόσια είκοσι ένα ευρώ και δώδεκα λεπτά (402.321,12), το οποίο εισέπραξε ως συνολικό τίμημα από τα παραπάνω δύο επιμέρους πωλητήρια συμβόλαια. Δηλαδή από τη σύναψη των τεσσάρων παραπάνω αναφερομένων συμβολαίων ο πρώτος κατηγορούμενος ωφελήθηκε συνολικώς το ποσό των 562.402,80 ευρώ (160.081,68 και 402.321.12), σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Για την τέλεση των παραπάνω αναφερομένων πραγματικών περιστατικών ουδεμία αμφιβολία υπάρχει, αφού αυτή προκύπτει εκτός από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, η πρώτη των οποίων Α. Δ. με κατηγορηματικότητα επιβεβαιώνει το περιεχόμενο των αναφορών που έχει συντάξει και αναφέρει μεταξύ άλλων ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του κατηγορουμένου το 2002 και το 2003 προς τη ΔΟΥ ... ανέρχονταν σε 640.000 ευρώ περίπου (βλ. σχ. και το από 5/10/2004 με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών άπου αναφέρεται ότι μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε ότι όλα τα χρέη του Κ. Ε. είναι ληξιπρόθεσμα ανέρχονταν σε 12.154,06 ευρώ προς τη ... και σε 643.199,02 ευρώ προς τη Δ.Ο.Υ. ...), καθώς και ότι το τίμημα των αγοραπωλησιών που εισέπραξε ο κατηγορούμενος και από τα αναγνωσθέντα νομίμως έγγραφα τα οποία όλα ανεξαιρέτως λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αναιρούνται δε από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, Ν. Κ., υιού του κατηγορουμένου, που δεν κρίνεται πειστική, καθόσον ακόμη και αν γίνει δεκτό όπως αυτός καταθέτει ότι τα ένδικα πλαστά ΑΦΕ τα προμήθευσε στον πατέρα του κάποιος δανειστής ονομαζόμενος Σ. και ότι συντάχθηκαν από τρίτο πρόσωπο, αυτά συντάχθηκαν από τον τρίτο και κατ’ εντολή του κατηγορουμένου ,ε σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση αυτών και να εξαπατήσει τους παραπάνω συμβολαιογράφους, ώστε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου, αφού αν και γνώριζε ότι οφείλει στο Δημόσιο το παραπάνω συνολικό ποσό, και ότι δεν μπορούσε να βγάλει φορολογική ενημερότητα, όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ο υιός του, τα ΑΦΕ που προσκόμισε ανέφεραν ακριβώς το αντίθετο. Από τον πίνακα χρεών που περιλαμβάνεται στο από 24-2-2014 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων ... με θέμα ανακοπή κατά της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του κατηγορουμένου σε δίκη που διεξήχθη στο Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο στις 12-3-2014 δεν αναιρούνται τα ανωτέρω, αφού πρόκειται για οφειλές του κατηγορουμένου που προκύπτουν μετά από διαγραφή χρεών με βάση δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο του χρόνου τελέσεως των άνω αξιόποινων πράξεων ήτοι 30-10-2002 και 13-1-2003 έως 14-1-2003 και 24-1-2003 (βλ. υπ’ αριθμ. 233/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανιών με βάση την οποία διεγράφη το ποσόν των 104.323,95 ευρώ). Επίσης στο υπ’ αριθμ. πρωτ. .../11.2.2013 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών και Οικονομίας της ... βεβαιώνονται χρέη προς τη Δ.Ο.Υ. κατά την 7η/1/2013 ήτοι 10 έτη περίπου μετά την τέλεση των άνω πράξεων. Επομένως, στοιχειοθετούνται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς οι αξιόποινες πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση κατ’ εξακολούθηση από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία σε βάρος του Δημοσίου υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 150.000 ευρώ, καθώς και της κακουργηματικής απάτης κατ’ εξακολούθηση από τη οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία σε βάρος του Δημοσίου υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 150.000 ευρώ". Στη συνέχεια το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή κάθειρξης δεκατεσσάρων (14) ετών νια τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού κατ’ εξακολούθηση και της απάτης κατ’ εξακολούθηση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με σκοπούμενο, και για τις δύο αξιόποινες πράξεις, περιουσιακό όφελος του δράστη και με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, όπως αυτές περιγράφονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της απόφασης, που έχουν το ίδιο περιεχόμενο κατά το μέγιστο μέρος τους. Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την, επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή με τρόπο ελλιπή και ασαφή τα πραγματικά περιστατικά και οι αντίστοιχες ουσιαστικές παραδοχές που αυτό συνήγαγε από την αποδεικτική διαδικασία και στήριξαν την κρίση του, ότι συντρέχουν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των κακουργηματικών πράξεων, της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού κατ’ εξακολούθηση και της απάτης κατ’ εξακολούθηση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με σκοπούμενο περιουσιακό όφελος του δράστη και με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, για τις οποίες ο αναιρεσείων καταδικάστηκε. Ούτε διαλαμβάνονται στην απόφαση υπαγωγικές νομικές σκέψεις και συλλογισμοί που να αιτιολογούν σαφώς και επαρκώς την κρίση ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις σχετικές πράξεις. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της απόφασης, γίνεται δεκτό ότι αποδείχτηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής περιστατικά : Ότι ο αναιρεσείων, στην Αθήνα στις 30-10-2002 και κατά τον χρόνο από 13-1-2003 έως 14-1-2003, αντίστοιχα, κατάρτισε με δόλο δύο εξαρχής πλαστά αποδεικτικά φορολογικής ενημερότητας (στο εξής ΑΦΕ), ώστε να φαίνεται από αυτά ότι δεν έχει χρέη προς το Δημόσιο και με σκοπό να τα χρησιμοποιήσει σε πωλήσεις ακινήτων της ιδιοκτησίας του, για να αποφύγει την παρακράτηση του τιμήματος υπέρ του Δημοσίου. Και συγκεκριμένα συμπλήρωσε και έθεσε με μηχανικό μέσο όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση στα προτυπωμένα με αρ. ... και ... ΑΦΕ, τα οποία έχουν υπεξαχθεί από τη ..., αναφέρουν σαν εκδότρια αρχή τη Δ.Ο.Υ. ... Αττικής, φέρουν πλαστογραφημένη υπογραφή της Δ. Π., υπαλλήλου της ... και απομιμήσεις της ατομικής σφραγίδας της και της σφραγίδας της Δ.Ο.Υ ..., εμφανίζοντας έτσι τον αναιρεσείοντα να μην έχει χρέη προς το Δημόσιο. Ότι το πρώτο από τα εν λόγω ΑΦΕ προσκομίστηκε και προσαρτήθηκε σε δύο πωλητήρια συμβόλαια ακινήτων του αναιρεσείοντος (...10-12-2002 και ...11-12-2002), που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Ηρακλείου Κρήτης Ι. Μ., ενώ το δεύτερο προσκομίστηκε και προσαρτήθηκε σε δύο άλλα πωλητήρια συμβόλαια ακινήτων του αναιρεσείοντος (...24-1-2003 και .../24-1-2003), που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αθηνών Ε. Δ.. Και ότι ο αναιρεσείων, γνωρίζοντας την πλαστότητα των δύο ΑΦΕ και ότι δεν ήταν φορολογικά ενήμερος, με την προσκόμιση και χρήση αυτών, παραπλάνησε τους συμβολαιογράφους που συνέταξαν τα πωλητήρια συμβόλαια, οι οποίοι, θεωρώντας ότι αυτός ήταν φορολογικά ενήμερος, δεν παρακράτησαν το τίμημα υπέρ του Δημοσίου, στο οποίο, με βάση σχετικό έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών έτους 2004, υπήρχαν βεβαιωμένα χρέη του αναιρεσείοντος ποσού 655.353 ευρώ, με συνέπεια να ωφεληθεί ο ίδιος εισπράττοντας το σύνολο του τιμήματος ποσού 562.321 ευρώ και να πάθει ισόποση, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ζημία το Δημόσιο. Σχετικά, όμως, με το ουσιώδες και κρίσιμο ζήτημα, της ύπαρξης και του ύψους των χρεών του αναιρεσείοντος προς το Δημόσιο, δεν περιέχονται στην απόφαση σαφείς παραδοχές που να θεμελιώνουν τη σχετική κρίση. Ειδικότερα, ως προς αυτό το ζήτημα, υπάρχουν στο σκεπτικό της απόφασης (σελ. 34) οι συναφείς περικοπές: α) ".. από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, η πρώτη των οποίων Α. Δ. με κατηγορηματικότητα επιβεβαιώνει το περιεχόμενο των αναφορών που έχει συντάξει και αναφέρει μεταξύ άλλων ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του κατηγορουμένου το 2002 και το 2003 προς τη Δ.Ο.Υ. ... ανέρχονταν σε 640.000 ευρώ περίπου (βλ. σχ. και το από 5-10-2004 με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών όπου αναφέρεται ότι μετά τον έλεγχο που διενεργήθηκε ότι όλα τα χρέη του Κ. Ε. είναι ληξιπρόθεσμα ανέρχονταν σε 12.154,06 ευρώ προς τη Δ.Ο.Υ. ... και σε 643.199,02 ευρώ προς τη Δ.Ο.Υ. ...)...". Και β) "...Από τον πίνακα χρεών που περιλαμβάνεται στο από 22-2-2014 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων ... με θέμα ανακοπή κατά της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του κατηγορουμένου σε δίκη που διεξήχθη στο Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο στις 12-3-2014 δεν αναιρούνται τα ανωτέρω, αφού πρόκειται για οφειλές του κατηγορουμένου που προκύπτουν μετά από διαγραφή χρεών με βάση δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο του χρόνου τελέσεως των άνω αξιοποίνων πράξεων ήτοι από 30-10-2002 και 13-1-2003 έως 14-1-2003 (βλ. υπ’ αριθμ. 233/2009 απόφαση Διοικητικού Εφετείου Χανίων με βάση την οποία διεγράφη το ποσό των 104.323,95 ευρώ). Επίσης στο υπ’ αριθμ. πρωτ. .../11-2-2013 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών και Οικονομίας της Δ.Ο.Υ. ... βεβαιώνονται χρέη προς τη Δ.Ο.Υ. κατά την 7/1/2013 ήτοι δέκα έτη περίπου μετά την τέλεση των άνω πράξεων.". Η παραδοχή, όμως, που διατυπώνεται στις παραπάνω περικοπές, ότι το αρχικό έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών .../5-10-2004, που, κατά την απόφαση, αναφέρεται εντελώς γενικά σε χρέη (12.154,06+643.199,02) 655.353,08 ευρώ, δεν αναιρείται από το νεότερο από 24-2-2014 (.../2014) έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών ... (στην οποία ενσωματώθηκε η Δ.Ο.Υ. ...) και από το .../2013 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών ... (στην οποία συγχωνεύτηκε η Δ.Ο.Υ. ...), που είχε προσκομίσει με επίκληση ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση σχετικού ισχυρισμού μεταβολής της κατηγορίας σε πλημμεληματική στο Πενταμελές Εφετείο (βλ. οικεία πρακτικά σελ. 5 έως 9, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου), κατά τα οποία (έγγραφα) τα χρέη του αναιρεσείοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο (απαρχής μέχρι 25-8-2003), επικαιροποιημένα μετά τη διαγραφή μέρους αυτών λόγω δικαστικών αποφάσεων, ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των (25.842,08+7.157,51) 32.999,59 ευρώ, είναι ασαφής και ελλιπής. Και αυτό, επειδή δεν προσδιορίζεται στην απόφαση : α) ποιες είναι και σε ποιο ποσό ανέρχονται οι οφειλές που αναφέρονται στα παραπάνω νεότερα έγγραφα, β) αν αφορούν ή όχι την κρίσιμη χρονική περίοδο και γ) γιατί η διαγραφή χρεών του αρχικού εγγράφου με δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν μετά τον χρόνο τέλεσης των ενδίκων αξιοποίνων πράξεων δεν ασκεί έννομη επιρροή στο επίμαχο χρέος του αναιρεσείοντος και στον χαρακτηρισμό των σχετικών πράξεων (ως κακουργηματικών ή πλημμεληματικών) και στις ποινές που αυτές επισύρουν.
Συνεπώς, δεν είναι ειδικά αιτιολογημένη η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη και το ύψος της ζημίας ως στοιχείου θεμελιωτικού ενοχής για την κακουργηματική πράξη της πλαστογραφίας με χρήση πλαστού κατ’ εξακολούθηση (άρθρο 216 παρ. 1-3 εδ. α’ ΠΚ) και της απάτης κατ’ εξακολούθηση με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία σε βάρος του Δημοσίου ανώτερη των 150.000 ευρώ και με εφαρμογή της σχετικής ιδιαζόντως επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 1 του ν. 1608/1950. Επομένως, είναι βάσιμες οι σχετικές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και τον συναφή πρώτο λόγο του από 22-4-2016 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, που συνεκδικάζονται με την αίτηση αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αναίρεσης. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο είναι δυνατό να συγκροτηθεί από δικαστές που δεν μετείχαν στη σύνθεση που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 1579/2015 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές που δεν μετείχαν στην έκδοση της αναιρούμενης απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου