
ΕιρΘεσ 2639/18
: Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα. Αίτηση για υπαγωγή στο Ν. 3869/2010. Το
αίτημα να επικυρωθεί το σχέδιο διευθετήσεως είναι μη νόμιμο, αφού η
επικύρωση του σχεδίου αυτού από τους διαδίκους δεν αποτελεί αντικείμενο
της αιτήσεως του ..
άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3869/10 . Το αίτημα δε της
αιτούσας να αναγνωρισθεί ότι, με την τήρηση και την προσήκουσα εκτέλεση
της δικαστικής ρυθμίσεως των χρεών της, αυτή απαλλάσσεται από το
υπόλοιπο αυτών, ασκείται πρόωρα και χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις,
για το λόγο, δε, αυτό θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Προκύπτει
σαφής μείωση των εισοδημάτων της αιτούσας σε σχέση με το παρελθόν, που
ανέρχονται πλέον στο μισό, μετά τη συνταξιοδότησή της. Περίπτωση μόνιμης
αδυναμίας και έλλειψης δόλου. Ρύθμιση των οφειλών της αιτούσας με
μηνιαίες καταβολής επί τριετία. Αίτημα εξαίρεσης κύριας κατοικίας -
Σημασία πλέον για το τι θα καταβάλλει ο οφειλέτης για τη διάσωση της
κύριας κατοικίας του, έχει η εμπορική αξία αυτής μειωμένη κατά τα έξοδα
της εκτέλεσης. Εν προκειμένω, εξαίρεση της κύριας κατοικίας της
αιτούσας με ορισμό μηνιαίων καταβολών που θα ξεκινήσουν μετά την περίοδο
χάριτος, ώστε να μην συμπέσουν οι δύο ρυθμίσεις.
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 2639/2018
Πρόεδρος: Ν. Μάνος,
Ειρηνοδίκης
Δικηγόροι: Χ.
Αποστολίδης
Από τις υπ’ αριθ.
.../27.7.2016, .../27.7. 2016 και .../27.7.2016 εκθέσεις επίδοσης του
δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ..., που προσκομίζει και
επικαλείται η αιτούσα, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό
κρίση αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά
ορισθείσα δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις μετέχουσες στη δίκη
πιστώτριες. Οι τελευταίες, ωστόσο, δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της
υπόθεσης, όταν η τελευταία εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου ούτε
εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Πρέπει, επομένως, εφόσον η αναγραφή
στο πινάκιο, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων, να δικασθούν ερήμην, η
διαδικασία όμως θα προχωρήσει σα να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (αρθρ. 754
ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρ. 271 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναλογικά εφαρμοζομένου, όπως οι
τελευταίες τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του Ν 4335/2015).
Στην υπό κρίση
αίτηση, όπως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της παραδεκτά συμπληρώθηκε
στη συζήτηση, η αιτούσα εξιστορεί ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία
πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τις μετέχουσες στη δίκη
πιστώτριες, που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση
και ζητεί τη διευθέτησή τους από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει μερική απαλλαγή
της από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών της έναντι των προαναφερόμενων
πιστωτών, σύμφωνα με το σχέδιο, διευθέτησης που υποβάλλει, αφού ληφθούν υπόψη η
περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση, όπως την εκθέτει στην αίτησή της,
καθώς και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η αναφερόμενη στην αίτηση κύρια
κατοικία της.
Μ’ αυτό το
περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αίτηση, παραδεκτά και αρμόδια εισάγεται
ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας
(άρθρ. 3 Ν 3869/2010). Για το παραδεκτό της έχει προσκομισθεί νομίμως και
εμπροθέσμως η υπεύθυνη δήλωση της απούσας για την ορθότητα και πληρότητα των
καταστάσεων α) της περιουσίας της και των εισοδημάτων της, β) των πιστωτών και
των απαιτήσεων τους κατά κεφαλαίο, τόκους και έξοδα καθώς και της μη υπάρξεως
μεταβιβάσεων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακίνητων της κατά την τελευταία
τριετία. Μετά δε από την παραλαβή και πρωτοκόλληση της αίτησης από τη
Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και αφού διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχουν
τυπικές ελλείψεις, ανοίχτηκε φάκελος για την τήρηση των εγγράφων και ορίσθηκε
δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας καθώς και δικάσιμος για τη
συζήτηση της επικύρωσης του προδικαστικού συμβιβασμού, ο οποίος απέτυχε καθώς
χορηγήθηκε προσωρινή διαταγή, (βλ. σχετικά έγγραφα).
Περαιτέρω, από την
αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία προέκυψε ότι δεν
εκκρεμεί άλλη σχετική αίτηση, ούτε έχει εκδοθεί προγενεστέρως απόφαση για τη
διευθέτηση των οφειλών της απούσας με απαλλαγή της από υπόλοιπα χρεών στο παρόν
Δικαστήριο ή σε άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας (βλ. σχετικό έγγραφο της
Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου). Η αίτηση, στην οποία περιλαμβάνονται όλα
τα στοιχεία του άρθρου 4 παρ. 1 Ν 3869/2010, είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις
διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 8, 9 και 11 του Ν 3869/2010 όπως τροποποιήθηκαν
με τα άρθρα της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ A' 94/ 14.8.2015),
που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου
2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ A' 94/14.8.2015) τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την
έναρξη ισχύος του, αλλά και τις διατάξεις του Ν 4346/2015 εφόσον η αίτηση
κατατέθηκε μετά την 1.1.2016. Το αίτημα, όμως, αυτής να επικυρωθεί το σχέδιο
διευθετήσεως κατ’ άρθρο 7 του Ν 3869/2010, είναι μη νόμιμο, αφού η επικύρωση
του σχεδίου αυτού από τους διαδίκους, κατά το ίδιο ως άνω άρθρο (7 του Ν
3869/2010), δεν αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν
3869 /2010, αλλά νόμιμη συνέπεια της ελεύθερης συμφωνίας αυτών, στην περίπτωση
που κανένας πιστωτής δεν προβάλλει αντιρρήσεις για το αρχικό ή το τροποποιημένο
σχέδιο διευθετήσεως οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, οπότε ο
Ειρηνοδίκης, αφού διαπιστώσει την, κατά τα ανωτέρω, επίτευξη συμβιβασμού, με
απόφασή του, επικυρώνει το σχέδιο ή το τροποποιημένο σχέδιο, το οποίο, από την
επικύρωσή του, αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Το Δικαστήριο, στο
δικονομικό στάδιο από την κατάθεση της αιτήσεως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου
μέχρι την συζήτηση, δεν έχει την εξουσία να υποχρεώσει σε συμβιβασμό τους
διαδίκους ή τους πιστωτές τους και, συνεπώς, το εν λόγω αίτημα δεν έχει νόμιμη
βάση και πρέπει να απορριφθεί.
Επιπλέον, το αίτημα
αυτής να αναγνωρισθεί ότι, με την τήρηση και την προσήκουσα εκτέλεση της
δικαστικής ρυθμίσεως των χρεών της, η αιτούσα απαλλάσσεται από το υπόλοιπο
αυτών, ασκείται πρόωρα και χωρίς να πληρούνται οι προς τούτο προϋποθέσεις, για
το λόγο, δε, αυτό θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Ειδικότερα, κατά το
άρθρο 11 παρ. 1 του Ν 3869/2010, το αίτημα απαλλαγής από κάθε υπόλοιπο οφειλής
αποτελεί αντικείμενο μεταγενέστερης αιτήσεως του οφειλέτη, η οποία υποβάλλεται
στο Δικαστήριο μετά την κανονική εκτέλεση από αυτόν όλων των υποχρεώσεων που
επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως του άρθρ. 4 παρ. 1
του Ν 3869/2010. Η αίτηση για απαλλαγή από τα υπόλοιπα χρεών κοινοποιείται
στους πιστωτές (αρθρ. 11 παρ. 1 του Ν 3869/2010) και επ’ αυτής το Δικαστήριο
εκδίδει απόφαση, με την οποία πιστοποιεί την απαλλαγή του οφειλέτη από το
υπόλοιπο των οφειλών. Άλλωστε, στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν οι
προϋποθέσεις του άρθ. 69 ΚΠολΔ, ώστε να θεωρηθεί, ότι η πρόωρη δικαστική
προστασία ζητείται επιτρεπτά (ΕιρΘεσ 3394/2016, αδημ. Ειρ Κορ 258/2016, ΕιρΡόδ
19/ 2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά τα λοιπά πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την
ουσιαστική της βασιμότητα μετά και την καταβολή των νομίμων τελών της
συζήτησης.
Παρατηρείται ότι στο
φάκελο της δικογραφίας βρίσκονται κατατεθειμένες προτάσεις του δεύτερου και της
τρίτης εκ των μετεχόντων στη δίκη πιστωτών, τις οποίες υπογράφουν οι
πληρεξούσιοι δικηγόροι ... (AM ...) και ... (AM ...), οι οποίες έχουν κατατεθεί
μετά τη συζήτηση (βλ. βεβαίωση του Προέδρου και της Γραμματέως της έδρας στο
σχετικό φάκελο), χωρίς τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα να παρασταθούν κατά την
εκφώνηση της υπόθεσης και να μετέχουν κανονικά στη δίκη. Κατά συνέπεια οι
ισχυρισμοί τους, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Στα πλαίσια εν
τούτοις του ανακριτικού συστήματος, που διέπει τις δίκες της εκούσιας
δικαιοδοσίας και του Ν 3869/2010, όσοι εκ των ισχυρισμών αυτών μπορούν να
ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα, εκ των πραγμάτων θα εξετασθούν
κατά την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας στο οικείο μέρος.
Από την εκτίμηση του
συνόλου των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων η ανωμοτί κατάθεση της
αιτούσας, που εξετάσθηκε νόμιμα και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα
απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και όλα τα
έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται
υπόψη για τη συναγωγή αποδείξεων και δικαστικών τεκμηρίων, από τα οποία κανένα
δεν παραλείπεται για την ουσιαστική διάγνωση της υπό κρίση υπόθεσης,
αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η αιτούσα διάγει το
59ο έτος της ηλικίας της και τελεί σε διάσταση με το σύζυγό της, ..., από το
έτος 2006, χωρίς ωστόσο να έχει εκδοθεί μέχρι και σήμερα απόφαση διαζυγίου, ενώ
δεν διατηρούν επαφές (βλ. ανωμοτί κατάθεσή της). Έχει δε αποκτήσει από το γάμο
της αυτό η αιτούσα δύο τέκνα, εκ των οποίων το ένα μόνο βρίσκεται στη ζωή και
διάγει τo 39ο έτος της ηλικίας της (βλ. πιστοποιητικό οικογενειακής
κατάστασης). Η αιτούσα είναι συνταξιούχος του δημοσίου, εργαζόμενη κατά το
παρελθόν, ως νοσηλεύτρια και λαμβάνει μηνιαίες αποδοχές ύψους 815,16 ευρώ η
κύρια σύνταξη και 86,27 ευρώ η επικουρική, ήτοι συνολικά 901,43 ευρώ (βλ.
σχετικά έγγραφα). Παράλληλα κατά το χρόνο συνταξιοδότησής της έλαβε εφάπαξ (προ
διμήνου) ύψους 23.650,00 ευρώ, το οποίο όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα
και τις ομολογίες της έχει διατεθεί για την κάλυψη των δανειακών της
υποχρεώσεων αλλά και λοιπές τρέχουσες ανάγκες της, ενώ απομένει σήμερα το ποσό
των 11.500,00 ευρώ. Πλην όμως η αιτούσα έχει ήδη ληξιπρόθεσμη οφειλή προς τον
ΕΦΚΑ ύψους 12.549,51 ευρώ, προερχόμενη από κληρονομική διαδοχή του πατέρα της,
συνεπώς το εν λόγω ποσό, που συνυπολογίζεται στη δυνατότητα μηνιαίας καταβολής
της, δεν μπορεί να διατεθεί αποκλειστικά στους πιστωτές της, αλλά πρέπει να
ληφθούν υπόψη και οι λοιπές οφειλές της αιτούσας, που δεν φέρονται προς ρύθμιση
με την παρούσα αίτηση. Η απούσα έχει ήδη προσφύγει στα αρμόδια Διοικητικά
Δικαστήρια για τον καταλογισμό εις βάρος της του εν λόγω ποσού (βλ. σχετικά
έγγραφα).
Περαιτέρω, η αιτούσα,
το έτος 2005 είχε εισόδημα ύψους 20.603,15 ευρώ, το 2006 21.438,06 ευρώ, το
2007 22.922,29 ευρώ, το 2008 23.341,24 ευρώ, το 2009 25.223,08 ευρώ, το 2010
22.794,46 ευρώ, το 2011 20.995,01 ευρώ, το 2012 21.174,03 ευρώ, το 2013
22.944,36 ευρώ, το 2014 21.842,96 ευρώ, το 2015 18.595,42 ευρώ, το 2016
10.999,99 ευρώ ενώ το 2017 11.613,43 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικά σημειώματα
αντίστοιχων ετών). Παρατηρείται, επομένως, σαφής μείωση των εισοδημάτων της
αιτούσας σε σχέση με το παρελθόν, που ανέρχονται πλέον στο μισό, μετά τη
συνταξιοδότησή της. Κατά συνέπεια, δεδομένης και της υπέρμετρης αύξησης των
δαπανών διαβίωσης, διαμέσου της οικονομικής κρίσης, η συνολική εισοδηματική
εικόνα της εμφανίζεται σημαντικά πτωτική σε σχέση με τα έτη πριν την επέλευση
της οικονομικής κρίσης. Τα δε παρελθοντικά εισοδήματά της, έδιναν στην αιτούσα
τη δυνατότητα να καλύπτει τις μηνιαίες δαπάνες διαβίωσής της και παράλληλα να
εξυπηρετεί τις μηνιαίες δόσεις των δανείων της, όπως σαφώς προκύπτει από το
ύψος τους.
Έτι περαιτέρω, όσο
αφορά στην ακίνητη περιουσία της η αιτούσα έχει στην κυριότητά της ένα
αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα του 3ου ορόφου οικοδομής, κείμενης στην οδό
..., στην ... Θεσσαλονίκης, εμβαδού 75,74 τ.μ. Το διαμέρισμα αυτό αποτελεί την
κύρια κατοικία της αιτούσας και αποκτήθηκε με τα υπ’ αριθ. .../2006 και
.../1999 συμβόλαια των συμβολαιογράφων Θεσσαλονίκης ... και ..., που μεταγράφηκαν
νόμιμα. Το εν λόγω ακίνητο έχει αντικειμενική αξία ύψους 46.655,84 ευρώ (βλ.
φύλλο υπολογισμού αντικειμενικής αξίας ακινήτου) και τρέχουσα εμπορική αξία
ύψους 40.000,00 ευρώ (βλ. έκθεση εκτίμησης της κτηματομεσίτριας ...). Η αιτούσα
δεν διαθέτει λοιπά ακίνητα περιουσιακά στοιχεία (βλ. σχετικά έγγραφα), έχει δε
στην κυριότητά της ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ..., τύπου ...,
1242 cc, έτους κυκλοφορίας 2008. Πλην της κύριας κατοικίας της αιτούσας, το
ανωτέρω κινητό περιουσιακό στοιχείο της, δεν μπορεί κατά την κρίση του
Δικαστηρίου να θεωρηθεί ρευστοποιήσιμη περιουσία στα πλαίσια του αρθρ. 9 παρ.
1, καθώς λόγω της χαμηλής κατά την κρίση του Δικαστηρίου εμπορικής αξίας του
και της παλαιότητάς του, ούτε αγοραστικό ενδιαφέρον θα προκαλέσει ούτε αξιόλογο
τίμημα, ώστε να εκποιηθεί με δόκιμο τρόπο και πρέπει για το λόγο αυτό να
εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση. Με βάση τα ανωτέρω και ενόψει του γεγονότος ότι
η αιτούσα δε βαρύνεται και με τις δαπάνες διαβίωσης άλλων προσώπων πέραν των
προσωπικών της, το ποσό που είναι απαραίτητο για τη διαβίωσή της ανέρχεται κατά
την κρίση του Δικαστηρίου σε 751,43 ευρώ, καθώς έχει να αντιμετωπίσει και
λοιπές υποχρεώσεις πέραν των αναγκών διαβίωσής της, ήτο, προσφυγή στη
δικαιοσύνη για τον καταλογισμό των προαναφερόμενων ποσών από τον ΕΦΚΑ κ.λπ. Για
τον υπολογισμό πάντως του ανωτέρω ποσού, συνεκτιμάται ιδιαίτερα το γεγονός ότι
οι οφειλέτες οι οποίοι ζητούν να υπαχθούν στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου,
πρέπει από την πλευρά τους να μειώσουν στο ελάχιστο τις δαπάνες τους μόνο στις
απολύτως απαραίτητες και αναγκαίες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό
διάστημα της ρύθμισης.
Εξάλλου, σε χρόνο
προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, η αιτούσα έχει αναλάβει
τις παρακάτω δανειακές υποχρεώσεις: α) Από την πρώτη εκ των καθ' ων την υπ’
αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 6.575,09 ευρώ, β) Από το δεύτερο εκ
των καθ’ ων την υπ’ αριθ. …/... σύμβαση δανείου μικροεπισκευών ύψους 10.311,05
ευρώ και γ) Από την τρίτη εκ των καθ’ ων την υπ’ αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής
κάρτας ποσού 2.711,92 ευρώ, την υπ’ αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού
5.467,40 ευρώ, την υπ’ αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 1.108,68 ευρώ
και την υπ’ αριθ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 123.845,23 ευρώ,
εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια. Το σύνολο, επομένως, των οφειλών της
ανέρχεται στο ποσό των 150.019,37 ευρώ.
Σημειώνεται ότι με
βάση την παρ. 3 του αρθρ. 6 του Ν 3869/2010 (όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις
των Ν 4336/2015 και 4346/2015): «οι απαιτήσεις των πιστωτών που είναι
εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα συνεχίζουν να
εκτοπίζονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως με επιτόκιο
ενήμερης οφειλής. Οι λοιπές απαιτήσεις παύουν με την κοινοποίηση της αίτησης να
παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους. Οι οφειλές αυτές θεωρούνται
ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται με την τρέχουσα κατά το χρόνο κοινοποίησης της
αίτησης αξία τους». Εν προκειμένω το στεγαστικό δάνειο της αιτούσας,
υπολογίζεται με βάση τις πιο πρόσφατες καταστάσεις οφειλών, που βρίσκονται στο
φάκελο της δικογραφίας, ελλείψει προσκόμισης πιο πρόσφατης βεβαίωσης οφειλών
από την ίδια ή την πιστώτρια. Είναι δε ήδη ληξιπρόθεσμα τα δάνεια αυτά στο
σύνολό τους, αφού με βάση τη βεβαίωση οφειλών της τρίτης εκ των καθ’ ων, οι
τελευταίες καταβολές της αιτούσας έλαβαν χώρα τα έτη 2015 και 2016 (βλ. σχετικό
έγγραφο).
Με βάση τα
προαναφερόμενα συνάγεται ότι τα ανωτέρω δάνεια λόγω του ύψους τους και της
πραγματικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται σήμερα η αιτούσα, που άνωθεν
περιγράφεται, την οδήγησαν σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσει τα
ληξιπρόθεσμα χρέη της προς τους πιστωτές. Κατά την ανάληψη, εξάλλου, των
ανωτέρω υποχρεώσεων τα εισοδήματά της ήταν υψηλότερα (βλ. ανωτέρω αποδειχθέντα)
και περαιτέρω, εξ’ αιτίας της οικονομικής κρίσης με τις δυσμενείς συνέπειες που
είχε στην ελληνική οικονομία, κατέστη ανέφικτη η αποπληρωμή της ανωτέρω
οφειλής, δεδομένου, ότι εκτός από τη μείωση των εισοδημάτων, τα τρέχοντα έξοδα
και οι δαπάνες διαβίωσης της μέσης ελληνικής οικογένειας έχουν αυξηθεί σημαντικά.
Σημειώνεται ότι το σύνολο του χρέους της αιτούσας κρίνεται μεν υψηλό, αλλά
ταυτόχρονα σύνηθες για τα δεδομένα της ελληνικής κοινωνίας πριν την οικονομική
κρίση και αναλήφθηκε το μεγαλύτερο μέρος του προς κάλυψη των στεγαστικών
αναγκών της. Λόγω δε της ύπαρξης υψηλότερων εισοδημάτων κατά το παρελθόν, που
ανέρχονταν στο διπλάσιο σε σχέση με σήμερα αλλά και της τότε καλής οικονομικής
κατάστασης της χώρας, η αιτούσα πίστευε ότι μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτές της
τις υποχρεώσεις, ενώ δεν ήταν σε θέση να προβλέψει την οικονομική κρίση που θα
ακολουθούσε που την οδήγησε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των οφειλών
της. Βρίσκεται δε, πράγματι σήμερα σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Η κρίση αυτή
συνάγεται από την σχέση ρευστότητας της αιτούσας προς τις ληξιπρόθεσμες
υποχρεώσεις της. Δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά
από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της (όπως
ανωτέρω προσδιορίστηκαν), η υπολειπόμενη ρευστότητα δεν της επιτρέπει να
ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος της,
χωρίς προς τούτο να φέρει ευθύνη (βλ. και ΕιρΚουφ 1/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αφού οι
μηνιαίες δόσεις, δεν μπορούν να καλυφθούν χωρίς περιορισμό των αναγκαίων
δαπανών διαβίωσής της. Η αδυναμία πληρωμής της εξάλλου είναι επιγενόμενη και
δεν προϋπήρχε κατά τη σύναψη των δανειακών υποχρεώσεών της με τους πιστωτές. Η
δε δανειοδότηση της αιτούσας, κινείται σε υψηλά πλαίσια, ανάλογα όμως σε σχέση
με τα παρελθοντικά εισοδήματά της και βρισκόταν πλήρως εντός των οικονομικών
δυνατοτήτων αποπληρωμής της κατά το χρόνο ανάληψης. Για το λόγο αυτό η
συμπεριφορά της δεν κρίνεται στο σύνολό της δόλια.
Περαιτέρω και ως
πρόσθετο στοιχείο, καίτοι δεν απαιτείται για την κατάφαση της δολιότητας του
οφειλέτη (βλ. ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 64/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ),
αναφέρεται ότι δεν αποδείχτηκε από την ακροαματική διαδικασία πως η αιτούσα
εξαπάτησε τους υπαλλήλους των πιστωτικών ιδρυμάτων, προσκομίζοντας πλαστά
στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις της, που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις
δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών
τους, δεδομένης της δυνατότητας τους μέσω του συστήματος μηχανοργάνωσης που
διαθέτουν (βλ. Α. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων,
έκδ. 3η, 2014, υπό το άρθρο 1, αρ. 31, 32, 36, 37, 38, σελ. 46-51, ΜΠρΘεσ
26/2016, ΕιρΒαμου 11/2015, ΕιρΚαλαμ 28/2014, ΕιρΙλίου 405/2014 δημοσιευμένες σε
ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΧαν 233/2014 αδημ., ΕιρΙλίου 408/2013, αδημ., ΕιρΑθ 1338/2012
αδημ., ΕιρΑθ 274/2012 ΕφΑΔΠολΔ 2012, 1124, ΕιρΦλωρ 1/2012 ΝοΒ 2012, 1191, ΕιρΑΘ
257/2012 ΕΠολΔ 2012, 631, ΕιρΑθ 209/2012 ΧρηΔικ 2012, 293). Άλλωστε οι
πιστωτές, δεν εμφανίστηκαν ούτε συμμετείχαν νόμιμα στη συζήτηση ώστε να
προβάλλουν τον εν λόγω ισχυρισμό, με την απόδειξη του οποίου βαρύνονται.
Πληροί, επομένως, η αιτούσα όλες τις εκ του νόμου απαιτούμενες προϋποθέσεις για
την υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.
Εφόσον επομένως η
αιτούσα ανταποκρίθηκε επαρκώς στην υποχρέωσή της να αποδείξει τη συνδρομή στο
πρόσωπό της των προϋποθέσεων του Ν 3869/2010 και ειδικότερα αυτές των αρθρ. 8
παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν 3869/2010 όπως οι τελευταίες συμπληρώθηκαν και
τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις των Ν 4336/2015 και 4346/2015 (αρθρ. 338
ΚΠολΔ), το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση των οφειλών της. Έτσι η ρύθμιση των
οφειλών αυτών θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας στους πιστωτές από τα
εισοδήματά της επί τριετία (36 μήνες) που θα αρχίσουν αμέσως μετά τη δημοσίευση
της απόφασης (αρθρ. 8 παρ 3 Ν 3869/2010). Όσο αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο
της ρύθμισης, το προς διάθεση ποσό, λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών αναγκών
της αιτούσας, ανέρχεται στο ποσό των 150.00 ευρώ μηνιαίως το οποίο μπορεί να
διαθέσει από τα τρέχοντα και αποταμιευμένα εισοδήματά της και το οποίο θα
καταβάλλεται το πρώτο πενθήμερο έκαστου μηνός, σύμμετρα στους πιστωτές της, για
χρονικό διάστημα δέκα εφτά (17) μηνών (αφού αφαιρεθεί ο χρόνος ισχύος της
προσωρινής διαταγής - η αιτούσα κατέβαλε μαζί με την παρακράτηση του ΤΠΔ το
συνολικό ποσό των 5.295,95 ευρώ), ως εξής: α) Στην πρώτη εκ των καθ' ων για την
υπ’ αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 6,57 ευρώ μηνιαίως και για
17 μήνες, β) Στο δεύτερο εκ των καθ' ων για την υπ' αριθ. …/... σύμβαση δανείου
μικροεπισκευών το ποσό των 10,30 ευρώ μηνιαίως και για 17 μήνες και γ) Στην
τρίτη εκ των καθ' ων για την υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό
των 2,71 ευρώ μηνιαίως και για 17 μήνες, για την υπ’ αριθ. ... σύμβαση
πιστωτικής κάρτας το ποσό των 5,46 ευρώ μηνιαίως και για 17 μήνες, για την υπ'
αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό 1,10 ευρώ μηνιαίως και για 17 μήνες
και για την υπ' αριθ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 123,82 ευρώ
μηνιαίως και για 17 μήνες. Αναπροσαρμογή του ποσού αυτού δεν προκύπτει ότι
μπορεί να οριστεί με βάση τα τρέχοντα οικονομικά δεδομένα της αιτούσας, ωστόσο
σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης περιέλθουν σ’ αυτήν
περιουσιακά στοιχεία αιτία θανάτου, υποχρεούται να διαθέσει για την ικανοποίηση
των πιστωτών το ήμισυ της αξίας αυτών και μέχρι τη συμπλήρωση των απαιτήσεών
τους. Οφείλει, επίσης, να γνωστοποιεί μέσα σε ένα μήνα στη γραμματεία του
Δικαστηρίου κάθε μεταβολή κατοικίας ή συνταξιοδοτικού φορέα καθώς και κάθε
αξιόλογη βελτίωση των εισοδημάτων της ή των περιουσιακών της στοιχείων, ώστε να
ενημερώνεται ο φάκελος που τηρείται σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 4
(βλ. αρθρ. 8 παρ. 2 και 3 του Ν 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει).
Η παραπάνω πρώτη
ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρ. 9 παρ. 2 Ν
3869/2010, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Ν 4336/2015 και το Ν
4346/2015 εφόσον με τις καταβολές επί 36 μήνες (συμπεριλαμβανομένης της
προσωρινής διαταγής) δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών
και υποβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της οικίας της αιτούσας (κύριας κατοικίας) από
την εκποίηση, μετά το οποίο η εξαίρεση αυτή είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο
(βλ. Αθ. Κρητικό, ό.π. σελ. 148, αρ. 16), με τη συνδρομή και των λοιπών
προϋποθέσεων (η αξία της δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για την
απόκτηση πρώτης κατοικίας, προσαυξημένη κατά 50%) και εφόσον α) Υπάρχει ακίνητο
που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της για το οποίο υποβάλλεται αίτημα εξαίρεσης
από την εκποίηση, β) η αιτούσα έχει εισόδημα που δεν υπερβαίνει το 170% των
ευλόγων δαπανών διαβίωσης (537,00 ευρώ οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης x 70% =
912,90 ευρώ) εφόσον αυτό ανέρχεται σε 901,43 ευρώ (βλ. αρθρ. 9 παρ. 2 που
παραπέμπει στο αρθρ. 5 παρ. 3 ως προς τον καθορισμό των δαπανών διαβίωσης σε
συνδυασμό με απόφαση ΤτΕ 54/15.12.2015 ΦΕΚ 2740), γ) Η αντικειμενική αξία της
κύριας κατοικίας της δεν υπερβαίνει το ποσό των 180.000 ευρώ (βλ. φύλλο
υπολογισμού αντικειμενικής αξίας ακινήτου) και δ) οι πιστωτές στα πλαίσια του
αρθρ. 338 ΚΠολΔ δεν επικαλέστηκαν ούτε απέδειξαν ως όφειλαν ότι η αιτούσα δεν
ήταν συνεργάσιμη δανειολήπτης βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας των τραπεζών.
Επίσης, βάσει του
αρθρ. 9 παρ. 2 εδ. β' η αιτούσα έχει διαμορφώσει το σχέδιο διευθέτησης οφειλών
της με τέτοιο τρόπο ώστε για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της προβλέπει ότι
αποπληρώνει αφενός μεν το μέγιστο της ικανότητας αποπληρωμής, αφετέρου δε ότι
θα καταβάλλει τέτοιο ποσό ώστε οι πιστωτές της να βρίσκονται στην ίδια
οικονομική θέση σε σύγκριση με την ικανοποίησή τους από τυχόν εκποίηση της κατοικίας
από αναγκαστική εκτέλεση. Συνεπώς, σημασία πλέον για το τι θα καταβάλλει ο
οφειλέτης για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, έχει η εμπορική αξία αυτής
μειωμένη κατά τα έξοδα της εκτέλεσης, ενώ για την εκτίμηση της αξίας του
ακινήτου, που κατάσχεται, λαμβάνεται υπόψη η εμπορική του αξία, όπως αυτή
προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης. Η αξία αυτή ορίζεται και ως τιμή
πρώτης προσφοράς με βάση τη διάταξη του αρθρ. 993 παρ. 2 και 995 ΚΠολΔ, όπως
τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του Ν 4335/2015. Πριν επέλθει η τροποποίηση αυτή
ίσχυε η κατ’ εκτίμηση αξία από το δικαστικό επιμελητή ή τον προσληφθέντα
πραγματογνώμονα, η οποία δεν μπορούσε να υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας
και ο προσδιορισμός της τιμής πρώτης προσφοράς γινόταν στα 2/3 της εκτιμηθείσας
αξίας ή στην αντικειμενική αξία αντίστοιχα, κάτι που δεν ισχύει σήμερα και δεν
καταλαμβάνει στο ρυθμιστικό πεδίο της την υπό κρίση αίτηση. Κατ’ αποτέλεσμα το
αντίστοιχο αίτημα της αιτούσας, κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο.
Περαιτέρω, η Τράπεζα
της Ελλάδος εξέδωσε την υπ’ αριθ. 54/2015 Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής,
αλλά δεν έχει εισέτι δημιουργηθεί βάση δεδομένων που προβλέπεται στο κεφάλαιο Β
άρθρο 6 της ανωτέρω Πράξης και το Δικαστήριο με βάση τα αποδεικτικά μέσα που
προσκομίστηκαν και την επιτρεπτή αυτεπάγγελτη έρευνα της πραγματικής εμπορικής
αξίας ισάξιων ακινήτων στην ίδια περιοχή, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την
παλαιότητα και τον όροφο, την έκθεση εκτίμησης που προσκομίζει η αιτούσα, που
αποτιμά την εμπορική αξία της κατοικίας στο ποσό των 40.000,00 ευρώ (εμπορική
αξία ακινήτου, η οποία αντιστοιχεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου και στην αξία
άμεσης διάθεσης) προσδιορίζει την εμπορική αξία της ανωτέρω κύριας κατοικίας
της αιτούσας, πράγματι στο ανωτέρω ποσό των 40.000,00. Αφαιρώντας δε τα έξοδα της
αναγκαστικής εκτέλεσης (ήτοι αμοιβές δικαστικών επιμελητών, αμοιβή
συμβολαιογράφου, κόστος δημοσίευσης, αποζημιώσεις Υποθηκοφυλακείου) που από το
Δικαστήριο υπολογίζονται σε 2.500,00 ευρώ, το ελάχιστο ποσό που θα λάμβαναν οι
πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης και πλειστηριασμού της κύριας
κατοικίας της αιτούσας ανέρχεται σε 37.500,00 ευρώ (βλ. σχετ. για τα ανωτέρω
και ΕιρΘεσ 3534/2017 αδημ).
Το ανωτέρω ποσό
υποχρεούται να καταβάλλει η αιτούσα για χρονικό διάστημα 20 ετών (240 μηνών),
ήτοι ποσό 156,25 ευρώ μηνιαίως επί 240 μήνες, λαμβανομένων υπόψη το σύνολο των
χρεών της αιτούσας, της οικονομικής της δυνατότητας και της ηλικίας της. Οι δε
μηνιαίες δόσεις θα καταβάλλονται ως εξής: Το 90% του εκπλειστηριάσματος, ήτοι
33.750,00 ευρώ, θα διατεθεί στους εμπραγμάτως εξασφαλισμένους πιστωτές, ήτοι
στη σύμβαση στεγαστικού δανείου της τρίτης εκ των καθ’ ων, ενώ το υπόλοιπο
ποσό, 10%, ήτοι 3.750,00 ευρώ στις ανέγγυες οφειλές της αιτούσας, ήτοι: α) Στην
πρώτη εκ των καθ’ ων την υπ’ αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των
3,92 ευρώ μηνιαίως και για 240 μήνες, β) Στο δεύτερο εκ των καθ’ ων για την υπ’
αριθ. …/... σύμβαση δανείου μικροεπισκευών το ποσό των 6,15 ευρώ μηνιαίως και
για 240 μήνες, και γ) Στην τρίτη εκ των καθ’ ων για την υπ’ αριθ. ... σύμβαση
πιστωτικής κάρτας το ποσό των 1,61 ευρώ μηνιαίως και για 240 μήνες, για την υπ’
αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 3,26 ευρώ μηνιαίως και για 240
μήνες, για την υπ’ αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 0,69 ευρώ
μηνιαίως και για 240 μήνες και για την υπ’ αριθ. ... σύμβαση στεγαστικού
δανείου το ποσό των 140,62 ευρώ μηνιαίως και για 240 μήνες.
Οι καταβολές αυτές θα
αρχίσουν 17 μήνες μετά τη δημοσίευση της παρούσας, αμέσως μετά το τέλος της
προηγούμενης ρύθμισης, περίοδος χάριτος που πρέπει να δοθεί στην αιτούσα καίτοι
τέτοια δυνατότητα δεν παρέχεται στο Ν 4336/2015, αφού τούτο κρίνεται και
δικαιοπολιτικά ορθότερο και έχει ως αποτέλεσμα την ορθή και αποτελεσματική
τήρηση της ρύθμισης εκ μέρους της. Ειδικότερα, όσον αφορά το ζήτημα της
περιόδου χάριτος, στη νέα διάταξη του αρθρ. 9 παρ 2 μετά το Ν 4336/2015, αλλά
και το Ν 4346/2015 έχει παραληφθεί η πρόβλεψη της δυνατότητας για χορήγηση
περιόδου χάριτος. Αυτό, προφανώς, οφείλεται σε παραδρομή αφού έρχεται σε πλήρη
αντίθεση με το όλο πνεύμα και το σκοπό των ρυθμίσεων του νόμου και ειδικά αυτής
της διάταξης του αρθρ. 8 παρ. 2, που προβλέπει τον ορισμό μηνιαίων καταβολών με
βάση τα εισοδήματα και τις ανάγκες του οφειλέτη, με σκοπό την ελάφρυνσή του,
ώστε να εξυπηρετήσει μέρος των χρεών τους και να απαλλαγεί του υπολοίπου,
διαφυλάσσοντας ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσής του. Και αυτό γιατί, εφόσον
συμπέσουν οι δύο ρυθμίσεις για μηνιαίες καταβολές, αυτές δηλαδή των αρθρ. 8
παρ. 2 και 9 παρ. 2, ο οφειλέτης θα κληθεί να καταβάλει κατά την πρώτη τριετία,
που θα λειτουργήσουν παράλληλα, ποσά σημαντικά μεγαλύτερα αυτών που δύναται με
βάση τα εισοδήματα και τις ανάγκες του, που αποτελούν και τα κριτήρια για τον
ορισμό του ποσού των καταβολών της ρύθμισης της 8 παρ. 2, γεγονός που οδηγεί με
μαθηματική ακρίβεια στην έκπτωσή του, αντί της επιδιωκόμενης απαλλαγής του. Γι’
αυτό, η παράλειψη θα πρέπει να καλυφθεί ερμηνευτικά με βάση το πνεύμα των
ρυθμίσεων του νόμου για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου μέσω αυτών πιο πάνω
σκοπού του. Εφόσον η εκπλήρωση της ρύθμισης του αρθρ. 8 παρ. 2 εξαρτάται κατά
το νόμο από τα εισοδηματικά κριτήρια που θεσπίζει η διάταξη αυτή, η δε
πραγμάτωσή της είναι αδύνατη εφόσον λειτουργήσει παράλληλα με τη ρύθμιση του
αρθρ. 9 παρ. 2, αφού ανατρέπεται πλήρως η βάση της για τον ορισμό των δόσεων,
δηλαδή η τρέχουσα ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη, όπως αυτή κρίθηκε με βάση
τα εισοδηματικά κριτήρια της διάταξης, θα πρέπει κατά λογική ακολουθία η
δεύτερη ρύθμιση να έπεται της πρώτης, πράγμα που μπορεί να συμβεί με τη
χορήγηση ισόχρονης της πρώτης ρύθμισης περιόδου χάριτος ώστε να μη συμπέσουν οι
δύο ρυθμίσεις, όπως ρητά προβλεπόταν από το προγενέστερο δίκαιο και έγινε δεκτό
υπό την ισχύ του από τη νομολογία. Εξάλλου η χορήγηση περιόδου χάριτος δεν
προβλέπεται μεν από τη διάταξη του αρθρ. 9 παρ. 2, όμως ταυτόχρονα δεν
απαγορεύεται, αφού δεν προβλέπει χρόνο έναρξης των καταβολών, ούτε άμεσα π.χ.
με την έκδοση της απόφασης, ούτε έμμεσα με την απαγόρευση της δικαστικής
αναστολής της όπως γίνεται μέσω της διάταξης του αρθρ. 8 παρ. 6 στη ρύθμιση του
άρθρου αυτού (βλ. και ΕιρΠατρ 350/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Τέλος, η αποπληρωμή
του ποσού αυτού θα πρέπει να γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο
επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το
χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος
που θα αναπροσαρμόζεται με επιτόκιο αναφοράς των Πράξεων Κύριας
Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ή, σε περίπτωση καθορισμού
σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της
ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας
της Ελλάδος. Μετά και τη ρύθμιση αυτή, δεν προκύπτει δυνατότητα κάλυψης του
λοιπού μέρους των οφειλών της αιτούσας που δεν εξυπηρετούνται καθώς δεν
διαθέτει λοιπά εισοδήματα ούτε περιουσιακά στοιχεία προς εκποίηση.
Κατ’ ακολουθία των
ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και κατά
την ουσιαστική της πλευρά και να ρυθμιστούν οι αναφερόμενες στην αίτηση αυτή
οφειλές της αιτούσας, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Η ρύθμιση αυτή
ισχύει με την προϋπόθεση της κανονικής εκτέλεσης των υποχρεώσεων που
επιβάλλονται στην αιτούσα με την απόφαση αυτή (άρθρ. 11 παρ. 1 Ν 3869 /2010)
και με την επιφύλαξη της τυχόν τροποποίησής της. Δικαστική δαπάνη δεν
επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρ. 8 παρ. 6 του Ν 3869/2010, όπως ισχύει. Τέλος,
παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους των πιστωτών
που δικάσθηκαν ερήμην δεν ορίζεται καθώς δυνατότητα άσκησης τέτοιας ανακοπής
δεν παρέχεται από το νόμο (άρθρο 14 του Ν 3869/2010).
http://www.nomotelia.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου