
Απόφαση 1347 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1347/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο,
Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και
Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ...
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Π. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σιακούλη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ι. χήρας Μ. Ζ., το γένος Γ. Χ., κατοίκου ..., και 2. Δ. συζ. Δ. Τ., το γένος Γ. Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ..., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, 335/2008 και 2709/2009 μετ' ανακοπή ερημοδικίας του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά o αναιρεσείων με την από 25-2-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 6-10-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 553 παρ.1 εδάφιο α' ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση". Κατά δε το επόμενο άρθρο 554, "αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή ερημοδικίας, η ερήμην εφετειακή απόφαση, υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί η απόφαση του Εφετείου, που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Όσο η δίκη επί της ως άνω ανακοπής εκκρεμεί, δεν μπορεί να γίνει λόγος για έναρξη ή αναστολή της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην εφετειακής απόφασης, αφού αυτή δεν είναι τότε ακόμη δεκτική αναίρεσης (Ολομ.ΑΠ 11/1998, ΑΠ 654/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την υπ' αριθμ. 335/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε, ερήμην του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, ως ανυποστήρικτη, έφεση αυτού κατά της υπ' αριθμ. 7/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Κατά της ανωτέρω ερήμην απόφασης του Εφετείου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε εμπροθέσμως ανακοπή ερημοδικίας, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2790/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Συνεπώς, νομίμως η ασκηθείσα αναίρεση πλήττει τόσο την υπ' αριθ. 2790/2009 απόφαση όσο και την συμπροσβαλλόμενη ερήμην του αναιρεσείοντος εκδοθείσα 335/2008 απόφαση, αφού δεν πέρασε η προθεσμία για άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής (δεδομένου ότι όπως συνομολογείται εκατέρωθεν η απορριπτική της ανακοπής απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 29-1-2010), στην οποία, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος στην κατ' έφεση δίκη, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε η πρωτόδικη, τα επικαλούμενα σφάλματα της οποίας παραδεκτά προβάλλονται ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται και αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του διαδίκου που ερημοδικάστηκε ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης. Αποτελεί δηλαδή η δικονομική ανώτερη βία, έννοια ταυτιζόμενη κατά τον πυρήνα της προς την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, διαφοροποιούμενη έναντι της τελευταίας μόνο κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη τη δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, με ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση του δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη, εμφανιζόμενη ως στενότερη έννοια έναντι του τυχηρού, όπου τούτο δημιουργεί ευθύνη του οφειλέτη. Κατά το περιεχόμενο της, επομένως, η δικονομική ανώτερη βία, είναι η κατάσταση της, παρά την καταβολή εξειδιασμένης προσοχής και επιμέλειας εκ μέρους του διαδίκου και του πληρεξουσίου του, αδυναμίας αυτού να ανταποκριθεί σε δικονομικό βάρος του, συνεπεία της οποίας η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο. Τέτοιο γεγονός δικονομικής ανώτερης βίας αποτελεί για τον διάδικο που ερημοδικάσθηκε και η αιφνίδια ασθένεια, πριν τη διεξαγωγή της δίκης, του πληρεξουσίου του δικηγόρου, υπό την προϋπόθεση ότι ο διάδικος, αν και επέδειξε την ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή για τις υποθέσεις του, δεν πληροφορήθηκε εγκαίρως την ασθένεια αυτή, ώστε να αναθέσει την υπόθεση του σε άλλον. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον λόγο αυτό προσβάλλεται και η απόφαση, η οποία, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε ανακοπή ερημοδικίας, αν προσάπτεται σ'αυτή, ότι παρά τον νόμο δε δέχτηκε ότι ήταν άκυρη η ερημοδικία, διότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του διαδίκου, που ερημοδικάσθηκε, λόγος ανώτερης βίας (ΑΠ 1260/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την από 29-4-2008 ανακοπή ερημοδικίας, ζήτησε να εξαφανισθεί η 335/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε ερήμην του και απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του κατά της υπ' αριθμ. 7/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, προβάλλοντας ακυρότητα της ερημοδικίας, διότι συνέτρεχε λόγος ανώτερης βίας. Ειδικότερα ο ανακόπτων προέβαλε με την ανακοπή του, ότι η ερημοδικία του, μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, το οποίο υπέβαλε ο εμφανισθείς δικηγόρος ...., χωρίς να καταθέσει προτάσεις, οφειλόταν σε ανώτερη βία, διότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Νικόλαος Καραμανλής, ο οποίος και επρόκειτο να τον εκπροσωπήσει στην κατ' έφεση δίκη, ασθένησε αιφνίδια την παραμονή της συζητήσεως της εφέσεως (22-11-2007). Το Εφετείο απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την ανακοπή, δεχόμενο ότι η επικληθείσα ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος (οσφυοϊσχυαλγία με επίμονα ριζίτικα ενοχλήματα, για την οποία του συνεστήθη αναρρωτική άδεια για τέσσερες ημέρες ήτοι από 22-11-2007 έως 25-11-2007), προς απόδειξη της οποίας προσκόμισε ο τελευταίος την από 22-11-2007 ιατρική βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Χαλκιδικής Πολυγύρου-Κέντρο Υγείας Ν. Μουδανιών Α. Κ., δεν συνιστά ανώτερη βία, "διότι στην ως άνω ιατρική βεβαίωση, η οποία αποτελεί το μοναδικό προσκομιζόμενο αποδεικτικόν μέσον, αναφέρεται ως πάθηση η οσφυοϊσχυαλγία με επίμονα ριζίτικα ενοχλήματα και όχι ευρήματα ενώ συνεστήθη αναρρωτική άδεια τεσσάρων ημερών, χωρίς συγχρόνως τη σύσταση να παραμείνει κλινήρης και να λάβει ανάλογη φαρμακευτική αγωγή με τη λήψη αναλγητικών φαρμάκων ή να εισαχθεί στο νοσοκομείο για την αντιμετώπιση της ασθένειας του και την υποβολή σε παρακλινικό εργαστηριακό έλεγχο". Δέχθηκε επίσης το Εφετείο, ότι "ενόψει του γεγονότος ότι ήδη ο άνω δικηγόρος ...... ειδοποίησε (όπως άλλωστε είχε την ευχέρεια και έγκαιρα) τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Θεόδωρο Δελερή, για να εκπροσωπήσει τον ανακόπτοντα στη συζήτηση της έφεσης με αίτημα τη σύντομη αναβολή της δίκης, δεν πιθανολογήθηκε ότι η κατάσταση της υγείας του ανωτέρω πληρεξουσίου καθιστούσε αδύνατη από την πλευρά του τη σύνταξη προτάσεων, οι οποίες μάλιστα για τον ανακόπτοντα μπορούσαν χωρίς βλάβη του να είναι έστω και τυπικές, ώστε σε περίπτωση που απέρριπτε το Δικαστήριο το αίτημα αναβολής, όπως και έγινε, να τις καταθέσει ο δεύτερος στο Γραμματέα της έδρας ..., ο οποίος υπέβαλε απλώς αίτημα αναβολής της δίκης, χωρίς συγχρόνως να επικαλεσθεί ασθένεια του δικηγόρου ..... για την υποστήριξη του αιτήματος αναβολής και επιπλέον δεν ήταν εφοδιασμένος με την ως άνω ιατρική βεβαίωση, μολονότι αυτή συνετάγη την προηγούμενη ημέρα της συζήτησης της έφεσης ...". Και τέλος δέχθηκε το Εφετείο, ότι, ενόψει της μικρής απόστασης μεταξύ ....-Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων δεν ανέφερε στην ανακοπή του ότι για οποιοδήποτε λόγο κωλυόταν ο ίδιος ή κάποιο άτομο από το περιβάλλον του να παραδώσουν στον δικηγόρο ... τις προτάσεις και το σχετικό αποδεικτικό υλικό της υπόθεσης. Έτσι που έκρινε, το δικαστήριο της ουσίας και απέρριψε την ανακοπή, κατ' εκτίμηση ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κήρυξης ακυρότητας, όπως με τον πρώτο λόγο, κατ' ορθή υπαγωγή και χαρακτηρισμό των αιτιάσεων του, προβάλλει ο αναιρεσείων, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι 1) και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Εξάλλου, διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την μη συνδρομή εν προκειμένω των περιστατικών που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως σχετικά με την έννοια της ανώτερης βίας, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση και άλλης ειδικότερης αιτιολογίας. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ο από το αρθρ. 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, με αποτέλεσμα εξ αιτίας του σφάλματος αυτού να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο. Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενο του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων, προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου, η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. .../1991 συμβολαίου, δυνάμει του οποίου η δωρήτρια μητέρα του αναιρεσείοντος προέβη σε ανάκληση της γενόμενης προς αυτόν δωρεάς, με το να δεχθεί ότι "το γεγονός ότι στο υπ' αριθμ. .../24-9-1991 συμβόλαιο αναγράφηκε ως λόγος ανάκλησης η αχάριστη διαγωγή του δωρεοδόχου, παρότι η δωρεά αιτία θανάτου ανακαλείται ελεύθερα, δεν αναιρεί το χαρακτήρα της δωρεάς ως αιτία θανάτου", ενώ, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, στο ανωτέρω συμβόλαιο περιέχεται ρητή δήλωση της δωρήτριας μητέρας του περί ανακλήσεως της δωρεάς για συγκεκριμένους λόγους αχαριστίας, γεγονός που υποδηλώνει ότι πρόκειται για δωρεά εν ζωή, ανακαλούμενη για συγκεκριμένους λόγους και όχι για δωρεά αιτία θανάτου, η οποία ανακαλείται ελεύθερα, όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και οδηγήθηκε σε συμπέρασμα εντελώς διαφορετικό από εκείνο που έπρεπε να καταλήξει. Ο λόγος αυτός είναι διττώς απαράδεκτος, αφενός μεν διότι αναφέρεται στην εκτίμηση από το δικαστήριο του περιεχομένου του εγγράφου και όχι σε διαγνωστικό λάθος και αφετέρου, διότι το ανωτέρω έγγραφο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, συνεκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως έγγραφα και μάρτυρες, χωρίς να εξαίρεται η ιδιαίτερη αποδεικτική του σημασία για το ουσιώδες αποδεικτέο θέμα της σύγχρονης με την κατάρτιση του συμβολαίου παράδοσης της νομής και κατοχής των δωρηθέντων στον αναιρεσείοντα δωρεοδόχο, η οποία και μόνο, σε περίπτωση που λάβει χώρα, αναιρεί το χαρακτήρα της δωρεάς ως αιτία θανάτου, τοιαύτης.
Όπως προκύπτει από την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το δίκασαν δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του ότι πρόκειται περί δωρεάς αιτία θανάτου και όχι δωρεάς εν ζωή, διότι την απόλαυση των δωρηθέντων στον αναιρεσείοντα ακινήτων, βάσει των αποδειχθέντων περιστατικών, είχε η δωρήτρια μητέρα του, αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην απόφαση (καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα) και όχι χωρίς απόδειξη. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 2032 ΑΚ, "αν δωρεά συμφωνηθεί με την αναβλητική αίρεση αν προαποβιώσει ο δωρητής ή αν πεθάνουν συγχρόνως και οι δυο συμβαλλόμενοι, χωρίς να έχει στο μεταξύ ο δωρεοδόχος την απόλαυση των αντικειμένων που δωρίζονται (δωρεά αιτία θανάτου), εφαρμόζονται οι διατάξεις για τις δωρεές, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά". Στην έννοια της απόλαυσης των αντικειμένων που δωρίζονται, περιλαμβάνεται η νομή και τα εξ αυτής σαφώς απορρέοντα ωφελήματα και η κάρπωση των δωρουμένων αντικειμένων. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να αποδείξει, κατά παραδοχή των αποτελούντων την ιστορική βάση της αγωγής του πραγματικών περιστατικών, ότι έλαβε την νομή των δωρηθέντων σ' αυτόν από την μητέρα του ακινήτων, αμέσως μετά την κατάρτιση του υπ' αριθμ. .../1979 συμβολαίου σύστασης δωρεάς αιτία θανάτου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη και ο περί του αντιθέτου τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι ως απόλαυση των δωρηθέντων "πρέπει να νοηθεί η παροχή των ωφελημάτων αυτών, δηλαδή των καρπών αυτών", περιστατικό για το οποίο δεν διατάχθηκε απόδειξη, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση του Π. Χ., για αναίρεση των υπ' αριθμ. 2790/2009 και 335/2008 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου