(Απόσπασμα) ... Κατά το άρθρο 982 § 1 ΚΠολΔ μπορούν
να κατασχεθούν χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η
εκτέλεση κατά τρίτων μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή, β) κινητά πράγματα που βρίσκονται
στα χέρια τρίτου. Γίνεται δεκτό από τη θεωρία και την νομολογία ότι
αντικείμενο της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι και απαίτηση
μέλλουσα ή υπό αίρεση ή προθεσμία. Απαιτείται,
όμως στο χρόνο επιβολής της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου, να υπάρχει η έννομη
σχέση (π.χ. εντολή, εταιρεία, μίσθωση, χρησιδάνειο, παρακαταθήκη), από την
οποία ως αιτία δικαιογόνο, θα προκύψει η μελλοντική χρηματική απαίτηση, η
οποία, ωστόσο, μπορεί κατά τον παραπάνω χρόνο να προσδιορισθεί κατά το είδος
της και κατά το πρόσωπο του οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά το ποσό της
(ΕφΑθ 3416/1990 ΕλΔ 32.1026, ΕφΑθ 2883/1979 ΝοΒ 27.1134, ΕφΑθ 6431/1975 Αρμ
35.518, ΕφΑθ 557/1970 Αρμ 24.717, Π. Γέσιου - Φάλτση, Αναγκ. Εκτελ. Ειδ.
μέρος έκδ. 2001 σελ. 329, Μπρίνιας, Αναγκ. Εκτελ. τομ. Β΄ 1987 παρ. 183 σελ.
498 επ., ο ίδιος, Αναγκ. Εκτελ. τομ. Γ΄ εκδ. 1980 άρθ. 982 σελ. 1240). Εξάλλου, η
αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας, η οποία διατάσσεται, ύστερα από αίτηση
του ανακόπτοντος, είτε με δικαστική απόφαση είτε με προσωρινή διαταγή
(σημείωμα), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 938 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, έχει ως
συνέπεια την απαγόρευση ενέργειας οποιασδήποτε πράξης της αναγκαστικής
εκτέλεσης (άρθρο 939 § 2 ΚΠολΔ). Οι πράξεις εκτελέσεως που επιχειρήθηκαν πριν
από την έναρξη ισχύος της αναστολής δεν θίγονται, ούτε επηρεάζονται από την
αναστολή οι έννομες συνέπειες που αυτές ήδη προκάλεσαν, όπως π.χ. εξακολουθεί
να ισχύει η απαγόρευση διαθέσεως, οι απαγορεύσεις διαθέσεως των άρθρων 958
και 997 ΚΠολΔ (βλ. Π. Γέσιου - Φάλτση, Αναγκ. εκτελ. γεν. μέρος εκδ. 1998
σελ. 372, Μπρίνια, Αναγκ. εκτελ. τομ. Α΄ εκδ. Β΄ σελ. 541).
Στην προκείμενη περίπτωση, η ανακόπτουσα
ισχυρίζεται, με την ένδικη ανακοπή της, ότι στις 19.6.2002 της κοινοποιήθηκε, με την επίσπευση της καθής η
ανακοπή, αντίγραφο απογράφου της με
αριθμό καταθέσεως 4279/2001 δήλωσης της ως τρίτης στο Ειρηνοδικείο Αθηνών
περί υπάρξεως στα χέρια της των απαιτήσεων της εταιρείας με την επωνυμία
«MANOS TRAVEL SYSTEM A.E. ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ» (οφειλέτριας της καθής η ανακοπή) από μελλοντικά μισθώματα των μηνών
Ιανουαρίου έως Μαΐου 2002 τα οποία όφειλε (η ανακόπτουσα) στην ως άνω
εταιρεία από μισθωτική σχέση που τις συνέδεε, με επιταγή κάτω από αντίγραφο
του, ως άνω, απογράφου. Ότι με την επιταγή αυτή επιτάχθηκε να της
καταβάλει το ποσό των 34.336,01 ευρώ που αντιστοιχεί προς τα παραπάνω
μισθώματα και τα μέχρι τότε έξοδα εκτελέσεως και ότι τα μισθώματα είχαν
κατασχεθεί στα χέρια της στις 18.12.2001 από την καθής η ανακοπή με βάση την
υπ' αριθ. 6317/2001 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί εις βάρος της παραπάνω εκμισθώτριας. Ζήτησε δε να ακυρωθεί η αναγκαστική
εκτέλεση που άρχισε με την ως άνω, επιταγή, εκτός άλλων, και για τους λόγους
ότι τα ...
προαναφερόμενα μισθώματα κατέστησαν απαιτητά και ληξιπρόθεσμα το
χρονικό διάστημα από 20.12.2001 έως 21.5.2001, κατά το οποίο είχε ανασταλεί η
εκτέλεση του εκτελεστού τίτλου της καθής η ανακοπή (υπ' αριθ. 6317/2001
διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) με προσωρινή
διαταγή (σημείωμα) αναστολής εκτελέσεως και ότι πριν την έναρξη της αναστολής
δεν είχε επιδοθεί το κατασχετήριο έγγραφο στην καθής η εκτέλεση, ως άνω,
εταιρεία. Όμως η κατάσχεση των
απαιτήσεων από τα παραπάνω μισθώματα είναι νόμιμη, εφόσον πρόκειται για
μελλοντικές απαιτήσεις, οι οποίες, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα
σκέψη, μπορούν να κατασχεθούν, αφού είχε γεννηθεί η έννομη σχέση της
μίσθωσης, από την οποία, ως αιτία δικαιογόνο, απορρέουν, ενώ είναι ορισμένος
και ο οφειλέτης των απαιτήσεων αυτών. Η καταβολή κάθε μισθώματος σε συμφωνημένη μελλοντική ημερομηνία
δεν ασκεί επιρροή στην κατάσχεση τέτοιων (μελλοντικών) απαιτήσεων, αφού,
άλλωστε, κατάσχονται στα χέρια τρίτου και απαιτήσεις υπό αίρεση ή προθεσμία.
Περαιτέρω, η κατάσχεση των παραπάνω
απαιτήσεων έγινε πριν από την έναρξη της επικαλούμενης από την ανακόπτουσα
αναστολής και δεν θίγονται, ούτε επηρεάζονται από την αναστολή οι έννομες
συνέπειές της, όπως οι κατ' άρθρο 984 ΚΠολΔ απαγορεύσεις διαθέσεως. Έτσι, η εξόφληση από την ανακόπτουσα
των κατασχεμένων απαιτήσεων από τότε που της επιδόθηκε το κατασχετήριο
έγγραφο, δηλαδή από τις 18.12.2001, δεν παράγει έννομες συνέπειες για την
καθής η ανακοπή, έστω και αν το, ως άνω, έγγραφο δεν επιδόθηκε ακόμη σε
εκείνον κατά του οποίου γίνεται η κατάσχεση, δηλαδή στην, ως άνω, εταιρεία
(άρθρο 984 § 2 ΚΠολΔ). Επισημαίνεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 984
ΚΠολΔ ρυθμίζουν τις συνέπειες της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου και συνδέουν
το χρόνο ενάρξεως των απαγορεύσεων με το χρόνο της επιδόσεως του
κατασχετηρίου έτσι ώστε η προϋπόθεση της επιδόσεως, κατά περίπτωση, να έχει
επιρροή στην απαγόρευση της διαθέσεως και μόνο και όχι στη νομιμότητα της
ίδιας της κατασχέσεως. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι είναι άλλο το ζήτημα
της αυτοδίκαιης από το νόμο εκχώρησης στον κατασχόντα της απαιτήσεως που
κατασχέθηκε ύστερα από την εμπρόθεσμη υποβολή της προβλεπόμενης από το άρθρο
988 § 1 δηλώσεως και την πάροδο της τασσόμενης από αυτό προθεσμίας (βλ. ΟλΑΠ
3/1993 ΕλΔ 34.1459), που αποτελεί το αποτέλεσμα της αναγκαστικής κατάσχεσης
στα χέρια τρίτου, και άλλο το ζήτημα της νομιμότητας κατασχέσεως μέλλουσας
απαίτησης, με την οποία επέρχεται νομική δέσμευση του κατασχεθέντος
αντικείμενου. Με όλα τα παραπάνω δεδομένα, οι σχετικοί με την νομιμότητα της
επίδικης εκτελέσεως λόγοι της ένδικης ανακοπής και των πρόσθετων λόγων της
κρίνονται απορριπτέοι ως νόμω αβάσιμοι. Επομένως η εκκαλουμένη απόφαση, που
με την ίδια κρίση απέρριψε τους ως άνω λόγους, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και
εφαρμογή του νόμου (των διατάξεων που ήδη αναφέρθηκαν) και όσα περί του
αντιθέτου υποστηρίζει η εκκαλούσα με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της
έφεσης της είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
III. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281
του ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ και 25 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η
πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαιτήσεως του δανειστή κατά του
οφειλέτη αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου και,
συνεπώς, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η
προφανής αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως
στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή
οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ
889/2003 ΕλΔ 45. 126). Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης για να
θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής
υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο
οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την
προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που
δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα
οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση
του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και
ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995, ΟλΑΠ 62/1990,
ΑΠ 889/2003 ό.π.) Στην προκείμενη περίπτωση, αποδεικνύονται τα ακόλουθα
πραγματικά γεγονότα: Στις 19.6.2002 κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα με εντολή
της καθής η ανακοπή αντίγραφο απογράφου της με αριθμό καταθέσεως 4279/27.12.
2001 δήλωσης της πρώτης ως τρίτης στο Ειρηνοδικείο Αθηνών περί υπάρξεως στα
χέρια της των απαιτήσεων της εταιρείας με την επωνυμία «MANOS TRAVEL SYSTEM
A.E. ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ» (οφειλέτριας της καθής η ανακοπή) από μελλοντικά μισθώματα
των μηνών Ιανουαρίου έως και Μαΐου 2002, τα οποία όφειλε η ανακόπτουσα στην
ως άνω εταιρεία από μισθωτική σχέση που τις συνέδεε, με επιταγή κάτω από
αντίγραφο του απογράφου, με την οποία επιτάχθηκε να της καταβάλει το
αντίστοιχο προς τα παραπάνω μισθώματα ποσό των 34.277,32 ευρώ πλέον ποσό
58,69 ευρώ για έξοδα αντιγράφου του απογράφου, σύνταξη επιταγής, παραγγελία
προς επίδοση και επίδοση αυτής. Τα παραπάνω μισθώματα είχαν κατασχεθεί στα
χέρια της ανακόπτουσας ως τρίτης στις 18.12.2001 από την καθής η ανακοπή με
βάση την υπ' αριθ. 6317/2001 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί εις βάρος της εκμισθώτριας
εταιρείας. Μετά την ως άνω κατάσχεση, με την υπ' αριθ. 672/2001 προσωρινή
διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακολούθως, με την
υπ' αριθ. 47/2002 προσωρινή διαταγή του ίδιου Δικαστή, η αναγκαστική εκτέλεση
της παραπάνω διαταγής πληρωμής ανεστάλη από τις 20.12.2001 μέχρι τις
21.5.2002, οπότε, με εντολή της καθής η ανακοπή κοινοποιήθηκε στην
ανακόπτουσα απόσπασμα της υπ' αριθ. 3759/2002 απόφασης του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία απορρίφθηκε η
ασκηθείσα από την οφειλέτρια πιο πάνω εταιρεία αίτηση περί αναστολής της
εκτέλεσης της υπ' αριθ. 6317/2001 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του
Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση την οποία και σε συνδυασμό με την υπ'
αριθ. 4279/27.12.2001 δήλωση της ανακόπτουσας επισπεύσθηκε η επίδικη
αναγκαστική εκτέλεση. Κατά το χρονικό διάστημα αναστολής της εκτελεστικής
διαδικασίας η ανακόπτουσα κατέβαλε στην δανείστρια αυτής εταιρεία με την
επωνυμία «MANOS TRAVEL SYSTEM A.E. ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ» τα κατασχεθέντα μισθώματα των
μηνών Ιανουαρίου μέχρι και Μαΐου του 2002, ποσού 34.277,32 ευρώ, ενέργεια
όμως που δεν παράγει έννομες συνέπειες για τον κατασχόντα, δηλαδή για την
καθής η ανακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 984 § 2 του ΚΠολΔ. Λαμβανομένου
περαιτέρω υπόψη ότι το κατασχετήριο έγγραφο επιδόθηκε και στην οφειλέτρια της
καθής η ανακοπή εταιρεία με την επωνυμία «MAΝOS TRAVEL SYSTEM Α.Ε.ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ»
στις 21.5.2002, η απαίτηση της τελευταίας κατά της ανακόπτουσας για τα
μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου μέχρι και Μαΐου του 2002, μετά την παρέλευση
οκτώ ημερών από την ανωτέρω ημερομηνία, εκχωρήθηκε κατά νόμο, σύμφωνα με την
διάταξη του άρθρου 988 § 1 του ΚΠολΔ, στην καθής η ανακοπή (ΟλΑΠ 3/1993), η
οποία ύστερα από αυτό στις 19.6.2002, νομίμως κοινοποίησε στην ανακόπτουσα
αντίγραφο απογράφου της υπ' αριθ. 4279/27.12.2001 δήλωσης της τελευταίας,
κατ' άρθρον 985 του ΚΠολΔ, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με επιταγή προς
πληρωμή. Περαιτέρω, με μόνη τη γνώση από την καθής η ανακοπή του γεγονότος
ότι η ανακόπτουσα κατέβαλε τα επίμαχα μισθώματα στην οφειλέτρια εταιρεία,
χωρίς την απόδειξη ενεργειών αυτής, όπως η επικαλούμενη από την ανακόπτουσα συναίνεση
της καθής η ανακοπή στην πιο πάνω καταβολή, από τις οποίες να δημιουργήθηκε
στην ανακόπτουσα εύλογη πεποίθηση ότι η καθής η ανακοπή δεν θα επέσπευδε την
επίδικη αναγκαστική εκτέλεση μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναστολής
εκτελέσεως, δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος αυτού μη ανεκτή κατά της
περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου