ΕΡΓΑΤΙΚΑ - Περιπτώσεις άκυρης απόλυσηςΑποτελέσματα άκυρης καταγγελίας και δικαιώματα εργαζομένουΠροθεσμία προσβολής της απόλυσης ως άκυρηςΗ μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίαςΗ έλλειψη συγκατάθεσης του εργαζομένου στη μεταβολή των όρων εργασίας τουΗ ζημία του εργαζομένου από τη μεταβολή των όρων εργασίας τουΗ μονιμότητα της μεταβολής των όρων εργασίαςΗ μεταβολή στους όρους εργασίας λόγω αναδιάρθρωσης της επιχείρησηςΗ αποδοχή της μεταβολής όρων εργασίας από τον εργαζόμενοΗ εμμονή από τον εργαζόμενο στους προϋφιστάμενους όρους εργασίαςΗ μεταβολή στους όρους εργασίας ως καταγγελία της εργασιακής σύμβασηςΠεριπτωσεις καταχρηστικοτητας της καταγγελιας της συμβασης εξαρτημενης εργασιας αοριστου χρονουΚαταγγελία που γίνεται από ταπεινά αίτιαΝόμιμη διεκδίκηση αξιώσεων από τον εργαζόμενοΝόμιμη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένουΑπόλυση λόγω απόκρουσης από τον εργαζόμενο επιβληθείσας μονομερούς βλαπτικής μεταβολής ή άρνησης εκτέλεσης μη συμβατικών καθηκόντωνΜΟΝ. ΕΦ. ΑΘΗΝΩΝ 1587/2016 ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΑΠΟΛΥΣΗ – ΑΠΟΛΥΣΗ ΓΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΤΕΧΝΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ – ΔΥΣΜΕΝΗΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗ – ΗΘΙΚΗ ΒΛΑΒΗ ΜΠρΑθ 3404/2014 Καταχρηστική μετάθεση και απόλυση εργαζομένου Αριθμός απόφασης 3404/2014 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ


Περιπτώσεις άκυρης απόλυσης και νομική προστασία εργαζομένου
Υπό τις επικρατούσες συνθήκες οικονομικής κρίσης και δυσπραγίας, πολλοί εντολείς του γραφείου μας ζητούν να μάθουν πώς μπορούν να προστατευθούν από την απόλυσή τους από την εργασία τους και αν έχουν οποιαδήποτε δικαιώματα απέναντι στον εργοδότη τους...

Καταρχήν, θα πρέπει να λεχθεί ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι αναιτιολόγητη μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί τόσο δικαίωμα του μισθωτού όσο και του εργοδότη. Η καταγγελία που γίνεται από την πλευρά του εργοδότη, χαρακτηρίζεται ως απόλυση του εργαζομένου και υπόκειται σε συγκεκριμένες προϋποθέσεις νομιμότητας. Η έλλειψη των προϋποθέσεων αυτών δημιουργεί ακυρότητα της καταγγελίας και ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να την προσβάλλει και να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος.
Ι. Περιπτώσεις άκυρης απόλυσης
 Η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την πλευρά του εργοδότη είναι άκυρη όταν:
α) Πρόκειται για σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις, ήτοι:
i. ο έγγραφος τύπος της καταγγελίας,
ii. η τήρηση ορισμένης προθεσμίας,
iii. η καταβολή αποζημίωσης απόλυσης.
β) Πρόκειται για καταχρηστική καταγγελία (π.χ. καταγγελία για λόγους εκδίκησης προς τον εργαζόμενο)
γ) Αιτία της αποτελούν λόγοι για τους οποίους υπάρχουν ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που απαγορεύουν την καταγγελία (π.χ. καταγγελία λόγω νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης, λόγω κύησης, λόγω υποχρέωσης στράτευσης κ.ά.)
δ) Προϋπόθεση του κύρους της καταγγελίας είναι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου, όπως συμβαίνει κατά βάση στην σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, και η καταγγελία λαμβάνει χώρα χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου.
ΙΙ. Αποτελέσματα άκυρης καταγγελίας και δικαιώματα εργαζομένου
Σε περίπτωση που η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι για οποιονδήποτε λόγο άκυρη, η σύμβαση εργασίας δεν λύνεται και συνεπώς οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των μερών (εργοδότη και εργαζομένου) που απορρέουν από την σύμβαση εργασίας εξακολουθούν να υφίστανται.
Έτσι, ο εργαζόμενος που απολύεται από την εργασία του με άκυρη καταγγελία, έχει την αξίωση, για όσο καιρό ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, να του καταβάλλονται οι συμφωνημένες ή νόμιμες αποδοχές (μισθοί υπερημερίας). Ο εργοδότης από την ημέρα της απόλυσης περιέρχεται αυτόματα σε υπερημερία δανειστή ως προς την αποδοχή της εργασίας, χωρίς να απαιτείται πραγματική προσφορά των εργασιών από την πλευρά του εργαζομένου (άρθρο 656 ΑΚ).
        Ο εργαζόμενος επίσης, εφόσον η καταγγελία είναι άκυρη έχει αξίωση για πραγματική απασχόληση, καθώς τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας εξακολουθούν λόγω της ακυρότητας να υφίστανται. Επομένως, ο εργοδότης, υποχρεούται να επαναπασχολήσει τον εργαζόμενο.
        Παράλληλα, εάν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ασκήθηκε το δικαίωμα της καταγγελίας συνιστούν παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου (π.χ. προσβολή της επαγγελματικής αξίας του εργαζομένου ή της τιμής και υπόληψης του), ο εργαζόμενος έχει αξίωση να απαιτήσει από τον εργοδότη την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (άρθρα 59 και 932 ΑΚ), το ποσό της οποίας καθορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου.
        Αξίζει να σημειωθεί επίσης σχετικά με την παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα άσκησής των αξιώσεών του ότι σύμφωνα με την άποψη μέρους της νομολογίας η αποδοχή της νόμιμης αποζημίωσης από τον εργαζόμενο, έστω και ανεπιφύλακτα, δεν συνιστά απαραίτητα παραίτηση από την διεκδίκηση των αξιώσεών του.
ΙΙΙ. Προθεσμία προσβολής της απόλυσης ως άκυρης
         Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι στο άρθρο 6 του Ν. 3198/1955, ορίζεται ότι οι αξιώσεις από την άκυρη απόλυση πρέπει να ασκηθούν μέσα σε διάστημα τριών (3) μηνών από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας και την κοινοποίηση του σχετικού εγγράφου στον εργαζόμενο. Η προθεσμία αυτή ξεκινά από την επομένη της καταγγελίας. Εάν παρέλθει άπρακτη η εν λόγω προθεσμία, η καταγγελία καθίσταται ισχυρή και οποιαδήποτε αξίωση του εργαζομένου αποσβέννυται.
http://www.siopi-law.gr/post/193-periptoseis-akyris-apolysis-kai-nomiki-prostasia-ergazomenoy
**********************************************
Η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας

Δικαιώματα του μισθωτού, του οποίου οι όροι εργασίας μεταβάλλονται μονομερώς από τον εργοδότη του προς το χειρότερο
Κάθε εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα, το οποίο του δίνει τη δυνατότητα να προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια, προκειμένου να καθορίζει τις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησής του, ιδίως ως προς τον τόπο, τον τρόπο και τον χρόνο απασχόλησης των μισθωτών. Το δικαίωμα αυτό περιορίζεται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα. Παρατηρείται δε συχνά οι ενέργειες του εργοδότη να προσβάλλουν τα δικαιώματα του εργαζομένου με αποτέλεσμα να περιέρχεται σε δυσμενέστερη θέση, είτε υλικά είτε ηθικά. Τότε υφίσταται η λεγόμενη μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του. Η μεταβολή αυτή πρέπει να είναι παράλληλα μονομερής, βλαπτική, οριστική και να καταργεί συμβατικά δικαιώματα του εργαζομένου.
Η έλλειψη συγκατάθεσης του εργαζομένου στη μεταβολή των όρων εργασίας του
Μονομερής μεταβολή είναι αυτή, που επιβάλλεται από τον εργοδότη χωρίς τη συγκατάθεση του εργαζομένου. Εντούτοις, όταν στη σύμβαση εργασίας υπάρχουν κενά, η ρύθμιση των οποίων υπόκειται στην κρίση του εργοδότη, ή, όταν συμφωνείται εξ’ αρχής ότι ο εργοδότης έχει την εξουσία μονομερούς μεταβολής ορισμένων όρων, τότε δεν υφίσταται πλέον μονομερής αλλά συμφωνημένη μεταβολή των όρων εργασίας, αφού τα μέρη έχουν ήδη συμφωνήσει κατά τη σύναψη της σύμβασης. Ως εκ τούτου, ο εργοδότης δικαιούται κατ’ αρχήν να μεταβάλλει μονομερώς οτιδήποτε δεν εξειδικεύεται στη σύμβαση εργασίας ή μπορεί ακόμα να προβλέπει στην ίδια τη σύμβαση τη δυνατότητα μονομερούς μεταβολής των όρων. Τότε κάθε μεταβολή είναι συνομολογημένη και ως εκ τούτου νόμιμη (ΑΠ 1370/2010, 315/2015).
    Mονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας, ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του (ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος - άρθρο 281 ΑΚ).
    Άρειος Πάγος, Β2 Πολιτικό Τμήμα, Απόφαση 216/2017
Αγανακτισμένος υπάλληλος
Οι μονομερείς βλαπτικές μεταβολές στους όρους εργασίας έχουν, μεταξύ άλλων, επιπτώσεις και στην ψυχολογική κατάσταση του εργαζομένου.
Η ζημία του εργαζομένου από τη μεταβολή των όρων εργασίας του
Η μεταβολή πρέπει να είναι βλαπτική, δηλαδή να προκαλεί άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία στον εργαζόμενο. Έχει κριθεί από τα πολιτικά δικαστήρια ότι η στέρηση των διευθυντικών καθηκόντων από εργαζόμενο με δεκαπενταετή εμπειρία και εξειδικευμένες γνώσεις αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, καθώς επιφέρει τόσο υλική ζημία, κυρίως ως προς τις αποδοχές του, όσο και ηθική, καθώς υποβαθμίζονται τα καθήκοντα εργασίας του (ΑΠ 24/2014). Άλλο παράδειγμα αμιγώς ηθικής ζημίας αποτελεί η περίπτωση, κατά την οποία ο εργοδότης προέβαινε σε κατ’ εξακολούθηση εξύβριση του εργαζομένου, ενώ έφθασε και στο σημείο πρόκλησης σωματικής βλάβης. Η εν λόγω συμπεριφορά δημιούργησε ένα ανυπόφορο περιβάλλον εργασίας, εντός του οποίου λάμβανε χώρα συστηματική καταπάτηση της ηθικής υπόστασης και ανεπανόρθωτη προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου. Και αυτή η περίπτωση θεωρήθηκε από τον Άρειο Πάγο ως μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας (ΑΠ 700/2015). Άλλα χαρακτηριστικά παραδείγματα υλικής ή ηθικής ζημίας συνιστούν ο υποβιβασμός του εργαζομένου σε κατώτερη θέση, η ανάθεση δυσμενέστερης εργασίας, η μείωση των ωρών εργασίας με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών, η αλλαγή της μεθόδου υπολογισμού των αποδοχών κ.α. Ωστόσο, μεγάλη εντύπωση προκάλεσε η υπ’ αριθμόν 677/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία μόνο η μη καταβολή των δεδουλευμένων δεν στοιχειοθετεί μονομερή βλαπτική μεταβολή, αν ο εργοδότης δεν αποσκοπεί στον εξαναγκασμό του εργαζομένου σε παραίτηση.
Η μονιμότητα της μεταβολής των όρων εργασίας
Η μεταβολή των όρων εργασίας πρέπει να έχει χαρακτήρα μόνιμο και όχι προσωρινό. Πρόθεση δηλαδή του εργοδότη πρέπει να είναι η διακοπή της υφισταμένης σύμβασης εργασίας και η σύναψη νέας με διαφορετικούς όρους (ΑΠ 315/2014, 48/2010). Επομένως, δε γίνεται λόγος για μονομερή βλαπτική μεταβολή, όταν ο εργοδότης επιβάλλει πρόσθετη εργασία, πέραν του νομίμου ωραρίου, ή εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, εφόσον βέβαια αυτό έχει χαρακτήρα προσωρινό, για την κάλυψη έκτακτων αναγκών της επιχείρησης και γίνεται με βάση τις διατυπώσεις του νόμου.
Η μεταβολή στους όρους εργασίας λόγω αναδιάρθρωσης της επιχείρησης

Σημαντική εξαίρεση από τα όρια της βλαπτικής μεταβολής είναι η περίπτωση αναδιάρθρωσης της επιχείρησης για οικονομικούς λόγους και ειδικότερα όταν ο εργοδότης αναγκάζεται να μεταβάλλει τα καθήκοντα των εργαζομένων προς όφελος της επιχείρησης. Έχει γίνει δεκτό ότι, όταν συντρέχει λόγος αναδιάρθρωσης εξαιτίας οικονομικής ανάγκης, η μεταβολή των καθηκόντων του εργαζομένου, η οποία επιβάλλεται μονομερώς, είναι απόλυτα νόμιμη, εφόσον όμως τα νέα καθήκοντα δεν είναι υποδεέστερα και δεν συνεπάγονται μείωση των αποδοχών (Μ. ΠΡΩΤ. ΚΟΖΑΝΗΣ 544/2003). Έχει κριθεί ότι η μείωση των αποδοχών του εργαζομένου είναι νόμιμη και δεν αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή, εφόσον συνάδει με τη γενικότερη οικονομική κατάσταση της επιχείρησης (Μ. ΠΡΩΤ. ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ 8561/2012). Σημειώνεται ότι η τελική κρίση περί ύπαρξης ή μη μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας ανήκει στο Δικαστήριο και, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να συνεκτιμώνται οι ειδικές εκείνες περιστάσεις, που καθιστούν μία μονομερή μεταβολή βλαπτική ή μη.
Διαμαρτυρόμενος εργαζόμενος o μισθωτός έχει το δικαίωμα να μην αποδεχθεί τη μεταβολή των όρων εργασίας του.
Η αποδοχή της μεταβολής όρων εργασίας από τον εργαζόμενο
Όταν ο εργαζόμενος υφίσταται μία μονομερή βλαπτική μεταβολή, έχει διαζευκτικά ορισμένες επιλογές. Μία από αυτές είναι η αποδοχή της μεταβολής, η οποία μπορεί να συναχθεί και από την έλλειψη αντίδρασης του εργαζομένου. Τότε, θεωρείται ότι συνάπτεται νέα σύμβαση εργασίας, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι καθόλα νόμιμη, εφόσον βέβαια δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στις γενικές αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών.
Η εμμονή από τον εργαζόμενο στους προϋφιστάμενους όρους εργασίας
Αν ο εργαζόμενος δεν επιθυμεί να αποδεχτεί τη μεταβολή των όρων εργασίας του, μπορεί να εμμείνει στην τήρηση της αρχικής σύμβασης, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προϊσχύοντες όρους. Αν ο εργοδότης δεν αποδεχτεί τις υπηρεσίες του εργαζομένου υπό αυτούς του όρους, τότε καθίσταται υπερήμερος. Αυτό σημαίνει ότι ο εργαζόμενος απαλλάσσεται από την υποχρέωση παροχής εργασίας, καθώς ο εργοδότης δεν την αποδέχεται, ενώ ο τελευταίος οφείλει τις αποδοχές υπερημερίας, τις αποδοχές δηλαδή, που θα όφειλε στον εργαζόμενο, αν αυτός εργαζόταν κανονικά. Σημειώνεται ότι η ενδεχόμενη απόλυση του εργαζομένου λόγω μη συμμόρφωσής του στους νέους, μετά τη μονομερή μεταβολή, όρους, είναι απολύτως άκυρη.
Η μεταβολή στους όρους εργασίας ως καταγγελία της εργασιακής σύμβασης
Η τελευταία δυνατότητα του εργαζομένου σε περίπτωση βλαπτικής μονομερούς μεταβολής των όρων εργασίας του είναι να θεωρήσει τη μεταβολή ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη. Τότε μπορεί να αποχωρήσει από την εργασία του έχοντας αξίωση καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, την οποία θα διεκδικήσει με αγωγή. O εργαζόμενος που επιθυμεί να αντιδράσει, οφείλει να ενεργήσει εντός εύλογης προθεσμίας. Ο νόμος δηλαδή δεν τάσσει συγκεκριμένη προθεσμία, αλλά χρησιμοποιεί την έννοια του εύλογου χρόνου, η οποία θα ερμηνευθεί από το Δικαστήριο.
    Στην περίπτωση σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας, ο τελευταίος έχει διαζευκτικά τις εξής δυνατότητες (α) να αποδεχθεί την μεταβολή, με αποτέλεσμα την κατ’ άρθ.361 ΑΚ σύναψη (σιωπηρά) νέας σύμβασης, τροποποιητικής της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και (γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, στην περίπτωση δε αυτήν, εάν ο εργοδότης δεν τις αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας (ο μισθωτός) την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους.
    Άρειος Πάγος, Β2 Πολιτικό Τμήμα, Απόφαση 216/2017
Συμπερασματικά, κάθε μεταβολή που προκαλεί ζημία στον εργαζόμενο δύναται να αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, την οποία δεν υποχρεούται να δεχτεί. Το Δικαστήριο θα κρίνει την ύπαρξη ή μη της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν και τα πλαίσια στα οποία συνέβη. Αμφότερα τα μέρη οφείλουν να καταβάλλουν τη δέουσα προσοχή ως προς τα όρια του διευθυντικού δικαιώματος και τις δυνατότητες που παρέχει η σύμβαση εργασίας, ώστε να είναι σαφής ο διαχωρισμός μίας μονομερούς και παράνομης ενέργειας από μία συμφωνημένη δυνατότητα μεταβολής. https://www.nomikosodigos.info

**********************************************
Περιπτωσεις καταχρηστικοτητας της καταγγελιας της συμβασης εξαρτημενης εργασιας αοριστου χρονου
Τα τελευταία χρόνια, στο πλαίσιο ιδίως της καθιέρωσης ελαστικότερων μορφών εργασίας, έχει συντελεστεί μια εκ βαράθρων αλλαγή στις εργασιακές σχέσεις. Η ουσία όμως, αλλά και οι γενικοί κανόνες προστασίας που διέπουν το εργατικό δίκαιο δεν έχει καταλυθεί, παρά την αντίθετη πεποίθηση πολλών ανθρώπων. Ένα ζήτημα, το οποίο υπήρχε πάντοτε στις εργασιακές σχέσεις, αλλά πλέον, πολλές φορές με πρόσχημα την οικονομική κρίση, είναι οι περιπτώσεις της καταχρηστικής απόλυσης σε περίπτωση σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Χαρακτηριστικά αναφέρονται περιπτώσεις καταχρηστικών απολύσεων, με σκοπό την καλύτερη ενημέρωση των αναγνωστών.
1. Καταγγελία που γίνεται από ταπεινά αίτια
H καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη και καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα, ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου κατά τη διεκδίκηση από αυτόν νομίμως, δικαστικώς ή εξωδίκως, των δικαιωμάτων του, χωρίς να ασκεί επιρροή το τυχόν αβάσιμο των αξιώσεων που προβάλλει ο εργαζόμενος, εκτός εάν πρόκειται για περιπτώσεις προπετούς προβολής προφανώς αβάσιμων αξιώσεων. Το δικαίωμα καταγγελίας ασκείται στις περιπτώσεις αυτές χωρίς να εξυπηρετείται κανένα άξιο προστασίας συμφέρον του εργοδότη, με κύριο ή αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον εργαζόμενο.  Ενδεικτικά αναφέρονται οι κάτω περιπτώσεις:
α. Νόμιμη διεκδίκηση αξιώσεων από τον εργαζόμενο
Μία από τις συνήθεις περιπτώσεις απόλυσης για λόγους εκδίκησης από την πλευρά του εργοδότη είναι όταν ο εργαζόμενος προσφεύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας ή και στα πολιτικά δικαστήρια προκειμένου να καταγγείλει τον εργοδότη για μη ικανοποίηση νόμιμων δικαιωμάτων του. Η καταχρηστικότητα της καταγγελίας δεν αίρεται από την τυχόν επερχόμενη λόγω της δίκης οξύτητα και την συνακόλουθη έλλειψη πνεύματος συνεργασίας εφόσον αυτή οφείλεται στον ίδιο τον εργοδότη και δε σχετίζεται με κάποια υπαιτιότητα του μισθωτού διότι στην αντίθετη περίπτωση ο μισθωτός με μόνη τη δικαστική άσκηση των δικαιωμάτων του θα κινδύνευε να αντιμετωπίσει νέα καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, η οποία θα θεωρείτο έγκυρη, αφού θα κρινόταν ότι αυτομάτως προκλήθηκε όξυνση των σχέσεων εργοδότη και εργαζομένου. Στην ίδια κατηγορία υπάγονται και οι περιπτώσεις, στις οποίες ο εργαζόμενος διεκδικεί αποζημίωση από εργατικό ατύχημα, το οποίο υπέστη κατά τη διάρκεια της εργασίας του. Η επιδίωξη, ακόμα και δικαστικά της νόμιμης αποζημίωση για εργατικό ατύχημα, δεν σημαίνει ούτε τη λύση της εργασιακής σχέσης, ούτε δίνει αυτό το δικαίωμα στον εργοδότη.
β. Νόμιμη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου
Άλλη συνήθης στην πράξη περίπτωση καταχρηστικότητας της απόλυσης που οφείλεται σε ταπεινά κίνητρα είναι όταν ο εργοδότης καταγγέλλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του εργαζόμενου από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπό του λόγω προηγηθείσης νόμιμης συνδικαλιστικής του δράσης, όπως η συμμετοχή του σε απεργία του σωματείου στο οποίο ανήκει ο εργαζόμενος. Η ενέργεια αυτή είναι νόμιμη αλλά πολλές φορές μη αρεστή στον εργοδότη. Η απόλυση για νόμιμη συνδικαλιστική δράση είναι καταχρηστική εφόσον βεβαίως από αυτήν δεν επηρεάζεται η προσήκουσα παροχή της εργασίας ή η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης. Εν προκειμένω η απόλυση του νομίμως συνδικαλιζόμενου εργαζομένου γίνεται είτε για να απαλλαγεί ο εργοδότης από τον εργαζόμενο είτε για να εκφοβίσει τους άλλους εργαζόμενους, ώστε αυτοί να απόσχουν από τη συνδικαλιστική οργάνωση ή δράση. Ο εργοδότης πρέπει όμως να τελεί σε γνώση της συνδικαλιστικής ιδιότητας του εργαζομένου, ο οποίος θα πρέπει να τον έχει ενημερώσει εγγράφως για να καλύπτεται νομικά.

γ. Απόλυση λόγω απόκρουσης από τον εργαζόμενο επιβληθείσας μονομερούς βλαπτικής μεταβολής ή άρνησης εκτέλεσης μη συμβατικών καθηκόντων
Καταχρηστική ως αντίθετη στα αντικειμενικά όρια του 281 ΑΚ είναι και η καταγγελία που γίνεται από εχθρότητα προς το πρόσωπο του εργαζομένου και για το λόγο ότι αυτός απέκρουσε την από τον εργοδότη επιχειρηθείσα μονομερή και βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Η ίδια ακριβώς αντιμετώπιση προσήκει και στην περίπτωση που ο εργαζόμενος αρνείται να εκτελέσει εργασία που δεν εμπίπτει στα συμβατικά καθήκοντα  και ο εργοδότης από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του τον απολύει. Τα παραπάνω ισχύουν όταν ο εργοδότης υπερβαίνει τα όρια του «διευθυντικού του δικαιώματος», κατά μια έννοια το δικαίωμα που του παρέχει ο Νόμος για τη λήψη αποφάσεων προς τη βελτιστοποίηση της λειτουργίας της επιχείρησης, το οποίο όμως περιορίζεται κατά τους όρους του 281 ΑΚ.

2. Καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας που γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους
Στην περίπτωση απόλυσης που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους όπως είναι μεταξύ άλλων η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια. Ελέγχεται όμως αφενός μεν ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας συγκεκριμένου εργαζομένου ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία επιλογή πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου από άποψη ικανότητας, προσόντων  και υπηρεσιακής απόδοσης να λάβει υπ’ όψιν του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, η οποία ως αντικειμενικό κριτήριο εκτιμάται υπό την έννοια της διάρκειας της απασχόλησης του εργαζομένου στη συγκεκριμένη επιχείρηση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία σε άλλους εργοδότες, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητας και τη δυνατότητα εξεύρεσης απ’ αυτόν άλλης εργασίας ή έστω να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί την απασχόλησή του σε άλλη θέση εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση είναι κατάλληλος να εργαστεί σ’ αυτήν.

3. Καταχρηστική απόλυση συνεπεία παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας
Αν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές, τότε κατ’ αρχήν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει, αντί της καταγγελίας, την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους. Και αυτό γιατί με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί συνεχιστεί ως επαχθής για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης. Η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο το οποίο ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού. Ειδικότερα το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα, εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη. Ο εργοδότης οφείλει να ασκεί το δικαίωμα καταγγελίας με κάθε δυνατή φειδώ. Έτσι η κατάργηση της θέσης εργασίας ως συνέπεια της απόφασης του εργοδότη να προβεί σε αναδιάρθρωση της επιχείρησης δε δικαιολογεί την απόλυση του εργαζομένου που κατέχει τη συγκεκριμένη θέση, όταν κατά τον χρόνο της απόλυσης υπάρχουν κενές θέσεις στο ίδιο ή σε άλλα τμήματα της επιχείρησης στις οποίες μπορεί να απασχοληθεί ο εργαζόμενος. Η μετάθεση πρέπει σε κάθε περίπτωση να προηγείται της απολύσεως.
4. Καταχρηστική απόλυση όταν οφείλεται σε απαγορευμένη διάκριση βάσει των Ν. 3304/2005 και 3896/2010
Η καταγγελία είναι καταχρηστική και στις περιπτώσεις όπου η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας έχει ως αιτία ένα προσωπικό στοιχείο το οποίο δεν επιτρέπεται να αποτελέσει κριτήριο για τη λήψη αποφάσεως του εργοδότη για απόλυση. Πρόκειται για τα στοιχεία για τα οποία τόσο ο κοινοτικός νομοθέτης (Οδηγίες 2002/73, 2000/43, 2000/78) όσο και ο εθνικός νομοθέτης (Ν. 3304/2005, 3896/2010) θεσπίζουν απαγορεύσεις διακρίσεων λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού του εργαζομένου. Στις περιπτώσεις αυτές δεν απαιτείται η προσφυγή στο άρθρο 281 ΑΚ και στα ειδικότερα κριτήρια τα οποία αυτό ορίζει αλλά αρκεί να συνδέεται αιτιωδώς η απόλυση με ένα από τα παραπάνω γνωρίσματα.
Καθότι οι επικρατούσες συνθήκες στην εγχώρια αγορά εργασίας, αντίθετα με το γράμμα του Νόμου, αποτελούν σε κάποιες περιπτώσεις μια αφορμή ώστε ο εργοδότης να προβαίνει σε παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας, συστήνεται η καλύτερη ενημέρωση των εργαζομένων για τα εργασιακά τους δικαιώματα, ώστε να αποφεύγονται τυχόν εις βάρος του αυθαιρεσίες.
ΠΗΓΗ:https://deltanews.eu/periptosis-katachristikotitas-tis-k/

ΜΟΝ. ΕΦ. ΑΘΗΝΩΝ 1587/2016 ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΑΠΟΛΥΣΗ – ΑΠΟΛΥΣΗ ΓΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΤΕΧΝΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ – ΔΥΣΜΕΝΗΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗ – ΗΘΙΚΗ ΒΛΑΒΗ (ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗ)
ΜΟΝ. ΕΦ. ΑΘΗΝΩΝ 1587/2016  ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΑΠΟΛΥΣΗ – ΑΠΟΛΥΣΗ ΓΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΤΕΧΝΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ – ΔΥΣΜΕΝΗΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗ – ΑΟΡΙΣΤΙΑ ΑΓΩΓΗΣ – ΗΘΙΚΗ ΒΛΑΒΗ (ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗ)

Με την από ………. και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …………… αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη οριστική απόφαση οι ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες, ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 16-10-1988 η πρώτη, στις 17-03-1988 η δεύτερη και στις 23-02-1988 η τρίτη από αυτές, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με την ειδικότητα των υπαλλήλων γραφείου η πρώτη και η τρίτη και με την ειδικότητα της ερευνήτριας η δεύτερη. Ότι σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων εργασίας τους προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη μέχρι τις 11-01- 2013, οπότε η τελευταία προέβη σε καταγγελία με προειδοποίηση των συμβάσεών τους αυτών, υπό τις ειδικότερα εκτιθέμενες σε αυτή (αγωγή) συνθήκες και περιστάσεις. Ότι η καταγγελία αυτή των συμβάσεών τους είναι άκυρη: 1) ως καταχρηστική για τους λόγους ότι η εναγομένη α) προέβη στην καταγγελία από λόγους εκδικητικότητας και τιμωρίας στο πρόσωπό τους, αλλά και με σκοπό παραδειγματισμού των λοιπών εργαζομένων και όχι για τους επικαλούμενους από αυτή οικονομοτεχνικούς λόγους, β) δεν αναζήτησε ηπιότερο μέσο από την καταγγελία, για τη διάσωση των θέσεων εργασίας τους, αλλά επέλεξε το επαχθέστερο αυτό μέσο της καταγγελίας και γ) δεν προέβη σε ορθή επιλογή αυτών ως απολυτέων, με βάση αντικειμενικά, υπηρεσιακά και κοινωνικά κριτήρια, και 2) λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής των κατά νόμο δόσεων της αποζημιώσεως απολύσεώς τους. Ότι από την άκυρη και καταχρηστική αυτή καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, υπέστησαν ηθική βλάβη, καθόσον η πλήρως απαξιωτική και δυσφημιστική απόλυσή τους μετά από χρόνια ευδόκιμης υπηρεσίας, δημιουργεί αρνητικά σχόλια στην οικεία επαγγελματική αγορά και στους συναδέλφους τους ως προς την επαγγελματική τους επάρκεια και την ικανότητα απόδοσης, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η εξεύρεση νέας εργασίας. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγουσες ζήτησαν: α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 11-01-2013 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται την εργασία τους, υπό τους προ της καταγγελίας όρους, καταδικαζομένη σε περίπτωση αρνήσεώς της να συμμορφωθεί, σε χρηματική ποινή τριακοσίων ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης της εν λόγω υποχρέωσής της, για κάθε μία από αυτές, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 11-01-2013 έως 11-01-2014, το ποσό των 19.502 ευρώ στην πρώτη, των 45.570 ευρώ στη δεύτερη και των 31.528 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα, με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό μέχρι την εξόφληση και δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε καθεμία από τις ενάγουσες το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.   Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη με αριθμό 2219/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και ειδικότερα αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 11-01-2013, καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών και υποχρεώθηκε η εναγομένη να απασχολεί τις ενάγουσες, κατά τους όρους των εργασιακών τους συμβάσεων και να τους καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 11-01-2013 έως 09-12-2013 (και μετά από συμψηφισμό των σχετικών ποσών που δικαιούνταν για την αιτία αυτή, με το ποσό της αποζημιώσεως απολύσεως που έλαβαν), καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 2.134,17 ευρώ στην πρώτη, των 4.585,96 ευρώ στη δεύτερη και των 3.265,61 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.   Κατά της πρωτόδικης αυτής οριστικής αποφάσεως παραπονείται η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της, για τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να γίνει δεκτή η έφεσή της και να εξαφανιστεί, άλλως μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ώστε να απορριφθεί η αγωγή των εναγουσών – εφεσίβλητων στο σύνολό της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 669 του ΑΚ, 1 και 3 του ν.2112/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του ν. 3198/1955, σαφώς συνάγεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί δικαίωμα του καταγγέλλοντος εργοδότη ή εργαζομένου, η οποία ασκείται με δικαιοπραξία μονομερή, απευθυντέα και είναι αναιτιώδης, με την έννοια ότι δεν απαιτείται να αιτιολογείται από τον καταγγέλλovτα και συνεπώς το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε. Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος της καταγγελίας δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή δεν πρέπει να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, γιατί διαφορετικά είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ (βλ. ΑΠ 247/2012, ΑΠ 84/2011, ΑΠ 1267/2011, ΑΠ 581/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Θεωρείται δε ότι υφίσταται κατάχρηση δικαιώματος επί απολύσεως υπαλλήλου, όταν αποδειχθεί ότι αυτή έγινε για λόγους άσχετους με την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας και από τους οποίους δυσαρεστήθηκε ο εργοδότης. Όταν δηλαδή γενικά η γενόμενη απόλυση δεν δικαιολογείται από το καλώς εννοούμενο επαγγελματικό συμφέρον του εργοδότη ή από άλλες αντισυμβατικές ενέργειες του εργαζόμενου, από τις οποίες τυχόν επηρεάζεται ο κανονικός ρυθμός της εργασίας ( βλ. ΑΠ 677/2014, ΑΠ 1601/2011, ΑΠ 1601/2011, ΑΠ 1102/2001 ΑΠ 1318/2000, ΑΠ 380/2000, ΑΠ 1107/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αντίθετα, δεν θεωρείται καταχρηστική η απόλυση όταν γίνεται πράγματι για οικονομοτεχνικούς λόγους, δηλαδή λόγους που εξυπηρετούν ανάγκες περιορισμού του προσωπικού, καθώς επίσης και ανάγκες οργανωτικών ή διαρθρωτικών αλλαγών της επιχείρησης, στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη ή για λόγους πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του μισθωτού, καθώς και λόγω μη εκπληρώσεως των συμβατικών του υποχρεώσεων (βλ ΑΠ 1601/2011, ΑΠ 326/2001, ΑΠ 1318/2000, ΑΠ 688/1999 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος, εχθρότητα ή σε λόγους εκδίκησης συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου, η οποία δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του. Τέτοιος λόγος υπάρχει και όταν ο μισθωτός διεκδίκησε δικαστικώς ή εξωδίκως νόμιμα δικαιώματά του, όπως τις νόμιμες ή συμβατικές αποδοχές του, ή την τήρηση των όρων εργασίας του, ή προσέφυγε στην επιθεώρηση εργασίας ή στο δικαστήριο για να διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματά του, έστω και αν η ασκηθείσα προσφυγή ή αγωγή ελέγχθηκε τελικώς αβάσιμη (βλ. ΑΠ 460/2013, ΑΠ 987/2013, ΑΠ 581/2011, ΑΠ 1267/2011, ΑΠ 924/2010 ΑΠ 1539/2001, ΑΠ 1318/2000, ΑΠ 1107/2000, ΑΠ 380/2000, ΕφΑΘ 7187/2001, ΕφΑθ 8219/2000, ΕφΘεσ 1341/2000 ΤΝΠ Νόμος). Τέτοιος λόγος επίσης υπάρχει και όταν η καταγγελία φαίνεται να γίνεται για οικονομοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχείρησης του εργοδότη, που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία, ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά), οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ, ο μισθωτός, ο οποίος προβάλλει αξιώσεις από άκυρη για το λόγο αυτό καταγγελία, οφείλει με ποινή απαραδέκτου, λόγω αοριστίας της αγωγής του, να εκθέσει σαφώς, είτε καθ’ υποφοράν στην αγωγή του, είτε αντενιστάμενος με τις προτάσεις του, εκτός από τις δικές του ανάγκες, την αρχαιότητα, την ηλικία και την οικονομική και οικογενειακή του κατάσταση και εκείνες συγκεκριμένων συναδέλφων του που έπρεπε να απολυθούν αντί αυτού (βλ ΑΠ 31/2013, ΑΠ 355/2009, ΑΠ 63/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει για αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε για αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς, ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλει το άρθρο 281 ΑΚ (βλ ΑΠ 2093/2014, ΑΠ 460/2013, ΑΠ 581/2011, ΑΠ 84/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, ο εργαζόμενος έχει εύλογο ηθικό και υλικό συμφέρον αφενός να μη χάσει το επί της θέσης εργασίας δικαίωμά του και αφετέρου να μη μεταβληθεί αυθαίρετα από τον εργοδότη το δικαίωμά του αυτό, όπως έχει διαμορφωθεί από το νόμο και τη σύμβαση εργασίας του, για τους λόγους δε τούτους μια τέτοια μονομερής βλαπτική και κυρίως αυθαίρετη εκ μέρους του εργοδότη μεταβολή των όρων εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, κατ’ αρχάς απαγορεύεται (βλ Στ. Βλαστού, «Η Σύμβαση Εξαρτημένης Εργασίας», τόμ. Ι, σελ 647, Κουκιάδη, «Η μετάθεση του μισθωτού εν τη εργασιακή συμβάσει», Αρμ. 1972,208). Αφετέρου όμως, ο εργοδότης ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. Δηλαδή, ο εργοδότης ως διευθυντής της εκμεταλλεύσεως, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ’ αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι’ αυτή κριτήρια. Στα πλαίσια του διευθυντικού του αυτού δικαιώματος ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να προβεί σε απολύσεις εργαζομένων, οι οποίες είναι έγκυρες, εφόσον οφείλονται σε λόγους σχετιζόμενους με την οικονομοτεχνική κατάσταση της επιχείρησής του, όπως η μείωση των εργασιών της, ή η αναδιοργάνωση των θέσεων του προσωπικού της, η οποία έχει ως συνέπεια να καθίστανται οικονομικά ασύμφορες και συνεπώς περιττές θέσεις εργασίας, που ως τώρα καλύπτονταν με προσωπικό. Το εν λόγω όμως διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ’ αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι’ αυτή κριτήρια, δεν επιτρέπεται να ασκείται κατά τρόπο με τον οποίο να προκαλείται υλική και ηθική ζημία στο μισθωτό, κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας, ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα, είτε να εμμείνει στη σύμβαση και να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία, υπό τους, πριν από τη μεταβολή, όρους, καθιστώντας αυτόν, διαφορετικά, υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του, είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση (βλ ΑΠ 195/2015, ΑΠ 24/2014, ΑΠ 77/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχειρήσεως και η αναδιάρθρωση των υπηρεσιών της με τη μείωση του προσωπικού για καλύτερη απόδοσή της, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στον παραπάνω σκοπό δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια από πλευράς σκοπιμότητας ή αναγκαιότητας, γιατί αυτή ανήκει στη σφαίρα του επιχειρηματικού κινδύνου, που ο εργοδότης αναλαμβάνει, και του ως άνω, κατ’ άρθρο 652 ΑΚ, διευθυντικού του δικαιώματος επί της επιχείρησής του. Η στάθμιση δηλαδή αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη του όλα τα στοιχεία της επιχειρήσεώς του και της αγοράς. Η καταγγελία όμως αυτή της εργασιακής σχέσεως, που αποτελεί το έσχατο μέσο αντιμετωπίσεως της οργάνωσης και των προβλημάτων της επιχειρήσεως, ελέγχεται από τα δικαστήρια ως προς την αλήθεια και τον αιτιώδη σύνδεσμο της επιλογής αυτής, με το άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή από την άποψη της καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη, δηλαδή αφενός αν η καταγγελία ήταν αναπόφευκτη ή θα ήταν δυνατή για τον εργοδότη η επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού της αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών της επιχειρήσεώς του με τη λήψη άλλων ηπιότερων μέσων, όπως απασχόληση του μισθωτού σε άλλη θέση ή μερική απασχόληση, ακόμη και με τη χρήση της λεγόμενης τροποποιητικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και αφετέρου ο τρόπος επιλογής προς απόλυση του εν λόγω εργαζομένου, η οποία πρέπει να πραγματοποιείται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 του ΑΚ (βλ. ΑΠ 638/2008, ΑΠ 1837/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου ο εργοδότης, ο οποίος αντιμετωπίζει οικονομοτεχνικά προβλήματα, ασκώντας νομίμως το διευθυντικό δικαίωμά του (ΑΚ 652), μπορεί, για να αποδεσμευθεί από τους δυσμενείς γι’ αυτόν όρους της εργασιακής συμβάσεως, να συνδέσει την καταγγελία της, με τη μη αποδοχή εκ μέρους του μισθωτού των προτάσεών του για μεταβολή των όρων αυτών (τροποποιητική καταγγελία). Έτσι στην περίπτωση οικονομοτεχνικών προβλημάτων, η τροποποιητική καταγγελία θεωρείται ότι καλύπτεται από το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, όταν ασκείται ακριβώς προς αποφυγή της απόλυσης του εργαζόμενου και ως ηπιότερη εναλλακτική λύση (σε σχέση με την απόλυση), για τον εργαζόμενο αυτό. Ειδικότερα “τροποποιητική καταγγελία” ονομάζεται η καταγγελία που συνδυάζεται με πρόταση για τροποποίηση των όρων της συμβάσεως εργασίας, η οποία – κατ’ εξαίρεση – γίνεται δεκτή ως έγκυρη, γιατί πρόκειται για εξουσιαστική αίρεση, της οποίας η πλήρωση εξαρτάται από τη θέληση του αποδέκτη της, ελέγχεται δε η καταγγελία αυτή ως καταχρηστική μόνον αν δεν δικαιολογείται από τη συμπεριφορά, ή το πρόσωπο του εργαζομένου, ή από τις ανάγκες της εκμεταλλεύσεως, ή αν οι λόγοι που επικαλείται ο εργοδότης είναι προσχηματικοί (Βλ. Ζερδελή, Η απόλυση ως ultima ratio, 1991, σελ. 252, W. Blomeyer, Μεταβολές των όρων εργασίας από τον εργοδότη για οικονομικούς λόγους, ΔΕΝ 49,412 επ., Δ. Ζερδελή, Ο δικαστικός έλεγχος των απολύσεων για οικονομικοτεχνικούς λόγους, ΔΕΝ 49.161 επ., Γ. Λεβέντη, Η μεταβολή των όρων της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας, σελ. 93 επ., ΑΠ 1199/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 858/1989 ΔΕΝ 46.541 ). Η καταγγελία δηλαδή αυτή, που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί μεταβολή, δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της είναι η άρνηση του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε κρίση ως προς τους όρους της με βάση το άρθρο 281 ΑΚ, δηλαδή ελέγχεται με αντικειμενικά κριτήρια αν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, επειδή ο μισθωτός δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της, αντίκειται στους όρους της άνω διατάξεως (ΑΚ 281) και δη αν η αξίωσή του για μεταβολή των όρων δικαιολογείται ή μη από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχειρήσεως και εκμεταλλεύσεως ή από λόγους που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού. Έτσι δεν αρκεί η επίκληση οποιουδήποτε οικονομικού συμφέροντος του εργοδότη για να ισχυροποιήσει την τροποιητική καταγγελία, αλλά θα πρέπει το συμφέρον αυτό να είναι όχι μόνο αληθινό, αλλά νόμιμο και εύλογο (βλ. ΑΠ 944/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, σε κάθε περίπτωση που η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι άκυρη, είτε ως καταχρηστική, είτε γιατί έγινε χωρίς την τήρηση του έγγραφου τύπου ή την καταβολή της πλήρους αποζημιώσεως, θεωρείται σαν να μην έγινε ( άρθρα 174, 180 του Α.Κ. ) και ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος έναντι του εργαζομένου, του οποίου δεν αποδέχεται την εργασία, υποχρεούμενος να του καταβάλει κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, και 656 του Α.Κ. τις αποδοχές του για το διάστημα της υπερημερίας του (βλ. ΑΠ 922/2010, ΑΠ 101/2009, ΑΠ 1747/2008, ΑΠ 14812005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως αποδοχές νοούνται ο μηνιαίος μισθός του, καθώς και οι πάσης φύσεως πρόσθετες αποδοχές, εφόσον οι εν λόγω πρόσθετες αποδοχές έχουν μισθολογικό χαρακτήρα, τις οποίες κατέβαλε στο μισθωτό ο εργοδότης σταθερά και μόνιμα, κατά μήνα κατά το χρόνο της πραγματικής εργασίας του και -τις- οποίες ο τελευταίος με πιθανότητα θα ελάμβανε αν ο εργοδότης αποδεχόταν τις υπηρεσίες του (βλ. ΑΠ 389/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 656 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 του v. 4139/2013 (ΦΕΚ Α’ 74/20-3-2013), που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις ( σύμφωνα με το άρθρο 98 του νόμου αυτού), σαφώς προκύπτει ότι, σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργαζομένου, το δικαστήριο, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, διατάσσει την πραγματική απασχόληση του εργαζομένου αυτού, στη θέση την οποία κατείχε πριν την άκυρη καταγγελία, χωρίς να έχει την ευχέρεια να απορρίψει το σχετικό αίτημα ή να αξιώσει περισσότερα στοιχεία, για τη θεμελίωσή του ( βλ. ΑΠ 2011/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, προς εναρμόνιση της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας με την οδηγία 91/553 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδόθηκε το π.δ. 156/1994, με το οποίο επιβάλλεται σε κάθε εργοδότη η υποχρέωση να ενημερώνει τον εργαζόμενο σχετικά με τους όρους της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ως άνω π.δ., η ενημέρωση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα: α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση κατοικίας του εργοδότη, γ) τη θέση ή την ειδικότητα του εργαζομένου, τον βαθμό του, την κατηγορία της απασχόλησής του, καθώς και το αντικείμενο της εργασίας του, δ) την ημερομηνία της έναρξης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας και τη διάρκεια αυτής, αν καταρτίζεται για ορισμένο χρόνο, ε) τη διάρκεια της αδείας με αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος, καθώς και τον τρόπο και χρόνο χορήγησης της, στ) το ύφος της αποζημίωσης που οφείλεται και τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούν εργοδότης και εργαζόμενος, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, σε περίπτωση λύσεως της σύμβασης εργασίας με καταγγελία, ζ) τις πάσης φύσεως αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος και την περιοδικότητα καταβολής τους, η) τη διάρκεια της κανονικής ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του εργαζομένου, θ) αναφορά της συλλογικής ρύθμισης που έχει εφαρμογή και καθορίζει τους ελάχιστους όρους αμοιβής του εργαζομένου. Η πληροφόρηση για τα στοιχεία των περιπτώσεων ε’, στ’, ζ’ και η’ μπορεί να γίνεται και με παραπομπή στις ισχύουσες διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας. Το παραπάνω π.δ. δεν έχει ως σκοπό να επιβάλλει στον εργοδότη οποιουδήποτε νέους όρους και συνθήκες εργασίας ή οποιαδήποτε μεταβολή των υφισταμένων, αλλά καθιερώνει απλά υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τον εργαζόμενο για τους ισχύοντες όρους και συνθήκες εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται είτε από το νόμο, είτε από την ατομική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου. Η υποχρέωση ενημέρωσης αφορά την ήδη υπάρχουσα νομική κατάσταση της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης και δεν δημιουργεί νέα κατάσταση ή νέα συμφωνία. Ενόψει αυτού, χωρίς την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του π.δ. 156/1994, για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης συλλογικές ρυθμίσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ΣΣΕ που ενσωματώνει τον Οργανισμό Προσωπικού του εργοδότη, δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους της συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού, αφού η ενημέρωση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόταση του εργοδότη για κατάρτιση συμβάσεως και συνεπώς δεν νοείται η κατάρτιση οιασδήποτε συμβάσεως με την από τους εργαζομένους αποδοχή της παραπάνω ενημέρωσης. Με την εκτέλεση, δηλαδή, εκ μέρους του εργοδότη των όσων επιβάλλουν οι διατάξεις του π.δ. 156/1994, γίνεται απλώς ενημέρωση του εργαζομένου για τους ισχύοντες όρους, που διέπουν τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται ήδη από το νόμο και την ατομική σύμβαση, και δεν επέρχεται κάποια μεταβολή στη συγκεκριμένη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας από μόνη την ενέργεια αυτή (βλ. ΑΠ 251/2012, ΑΠ 1494/2010, ΑΠ 86012010, ΑΠ 1587/2010, ΑΠ 1100/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), χωρίς πάντως να αποκλείεται με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις βούληση των μερών για ενσωμάτωση των όρων της ενημέρωσης στην ατομική σύμβαση του εργαζομένου (βλ. και ΑΠ 1587/2010, ΑΠ 110012009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). ………………..
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, προκύπτει ότι η μη πλήρης αναφορά των περιστατικών αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη και οδηγεί στην απόρριψή της ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, η οποία αποτελεί και προϋπόθεση του παραδεκτού της (βλ. ΑΠ 1611/2008, ΑΠ 187/2006, ΕΠ 90/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 299 και 932 του ΑΚ συνάγεται ότι
προϋπόθεση για την υποχρέωση καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω προσβολής της προσωπικότητας, είναι πράξη παράνομη και υπαίτια, η οποία συνεπάγεται την προσβολή αυτή. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57 ΑΚ), το Δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι: α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ’ ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ. ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται να υφίσταται και πταίσμα του προσβολέα (βλ ΟΛ ΑΠ 8/2008, ΑΠ 1987/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από το συνδυασμό όλων των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, εφόσον αυτή συντελέστηκε υπό συνθήκες που συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου, ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που προκάλεσε στον εργαζόμενο η προσβολή της προσωπικότητάς του (βλ. ΑΠ 254/2012, ΑΠ 340/2011, ΑΠ 282/2009, ΑΠ 958/2007, ΑΠ 1730/2002, ΑΠ 542/1999 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του εργαζομένου που γίνεται κατά παράβαση του άρθρου 281 του ΑΚ και είναι καταχρηστική, συνιστά παράνομη πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 57 του ΑΚ, οπότε αν συντρέχει το στοιχείο της προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου, καθώς και το επιπλέον απαιτούμενο στοιχείο της υπαιτιότητας του εργοδότη, το οποίο πρέπει ο ενάγων – εργαζόμενος να επικαλεστεί στην αγωγή του και να αποδείξει, μπορεί το Δικαστήριο κατ’ εύλογη κρίση να επιδικάσει υπέρ του τελευταίου χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που προκλήθηκε σε αυτόν από την προσβολή εκ μέρους του εργοδότη της προσωπικότητάς του (βλ ΑΠ 191/1990, ΑΠ 2511983, ΑΠ 1678/1981, ΕΔ 26312003, ΕΠ 272/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, όταν εξαφανίζεται ολικώς
ή μερικώς η εκκαλουμένη απόφαση, εξαφανίζεται και το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, επί ολικής εξαφανίσεως, ως αναγκαίο επακόλουθο της εξαφανίσεως της αποφάσεως, επί μερικής δε εξαφανίσεως, ενόψει της αναγκαιότητας ενιαίου καθορισμού των δικαστικών εξόδων ως προς όλα τα κεφάλαια της αποφάσεως (βλ. ΑΠ 192/1998 Ελλ. Δικ. 39.825, ΕΠ 114/2011, ΕΠ 464/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)

ΜΠρΑθ 3404/2014
Καταχρηστική μετάθεση και απόλυση εργαζομένου -.
Μετάθεση εργαζομένου χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν τα συμφέροντά του: συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη και επομένως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Δικαιώματα εργαζομένου επί καταχρηστικής μετάθεσης. Καταχρηστική η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, όταν έγινε από τον εργοδότη εξαιτίας της άρνησης του εργαζομένου να αποδεχθεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Η τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία για κάθε αξίωση του εργαζομένου από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας άρχεται, εφόσον πρόκειται για καταγγελία με προμήνυση, από τη λήξη της προθεσμίας προμήνυσης. Μόνη η άκυρη απόλυση του μισθωτού δεν συνιστά καθεαυτή προσβολή της προσωπικότητάς του. Σε περίπτωση καθυστέρησης ή μη καταβολής οφειλόμενων νόμιμων αποδοχών, δεν παρέχεται στον εργαζόμενο αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία. Έναρξη τόκων υπερημερίας επί δεδουλευμένων αποδοχών, μισθών υπερημερίας, επιδομάτων εορτών και αδείας. Καταχρηστική η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, που έγινε λόγω της άρνησης του εργαζομένου να συμμορφωθεί με απόφαση μετάθεσης, συνιστώσα μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Διένεξη της εργαζόμενης με την υπεύθυνη καταστήματος πώλησης ενδυμάτων, εξαιτίας των έντονων πιέσεων της τελευταίας προς την εργαζόμενη να απασχολείται πέραν του μειωμένου λόγω μητρότητας ωραρίου. Μετάθεση της εργαζόμενης με πραγματικό απώτερο σκοπό την εξουθένωσή της και την εξώθησή της σε παραίτηση, χωρίς να εξυπηρετούνται οι ανάγκες της επιχείρησης και χωρίς να ληφθούν υπόψιν οι ατομικές και οικογενειακές ανάγκες και υποχρεώσεις της εργαζόμενης (μητέρας τριών ανήλικων τέκνων). Ηθική και επαγγελματική μείωση της εργαζομένης, λόγω καταχρηστικής μετάθεσης. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Καταχρηστική η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, εφόσον έγινε από ταπεινά ελατήρια και λόγους εκδίκησης, διότι η εργαζόμενη διαμαρτυρήθηκε και διαφώνησε στην καταχρηστική μετάθεσή της.

Αριθμός απόφασης 3404/2014
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών)
        ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Μαρία Σκολαρίκη, Πρωτοδίκη, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Αικατερίνη Σπυροπούλου.
        ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2014, προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:



        ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ..., κατοίκου Πειραιά (οδός ...), η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο μετά του πληρεξούσιου της δικηγόρου, …, ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
        ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης Εταιρίας με τη επωνυμία «ZIC ZAC (ΖΙΚ ΖΑΚ ) - ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στο Ίλιον Αττικής (οδός Φαιστού αρ. 5), νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της .., ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
        Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 23.10.2013 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 141749/5015/2013, προσδιορίστηκε αρχικά να συζητηθεί για τη δικάσιμο της 05.03.2014 και μετ' αναβολή για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, όπου και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο υπό τον αριθμό ΧΚΒ-...
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφερόνται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
        Κατά το άρθρο 652 ΑΚ ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα να ρυθμίζει κάθε θέμα που ανάγεται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησης του προκειμένου να επιτύχει τους εν γένει σκοπούς της, περιοριζόμενος μόνο από το νόμο και τους όρους της σύμβασης, όπως αυτή ερμηνεύεται κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Κατά, δε, το άρθρο 7 εδ. α' του Ν. 2112/1920, κάθε μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, που βλάπτει τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία αυτής, για την οποία ισχύουν οι διατάξεις του νόμου αυτού. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής και βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της σύμβασης του δεν επιφέρει την λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει τον μισθωτό ν' αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα είτε ν΄ αποδεχθεί ρητά ή σιωπηρά την μεταβολή και να παραμείνει στην εργασία του, καταρτίζοντας έτσι με τον εργοδότη του νέα σύμβαση (άρ. 361 ΑΚ) είτε να θεωρήσει την μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδότη και αποχωρώντας από την εργασία του ν' αξιώσει την οφειλομένη αποζημίωση, είτε ν' αποκρούσει την μεταβολή και να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους αξιώνοντας την τήρηση τους, οπότε, εάν ο εργοδότης αποκρούσει την παροχή εργασίας με τους όρους αυτούς, καθίσταται υπερήμερος και ο μισθωτός δικαιούται ν απαιτήσει μισθούς υπερημερίας, είτε εκφράζοντας την αντίθεση του προς την επελθούσα εις βάρος του μεταβολή, να παράσχει την νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητών να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. Μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση από τον εργοδότη των όρων εργασίας χωρίς τη συναίνεση του μισθωτού και χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα ο ίδιος από τη σύμβαση, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως. Για την εφαρμογή δε της εν λόγω διατάξεως απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημία. Μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων αυτών μπορεί να αποτελέσει και η μετάθεση του μισθωτού σε άλλο τόπο από εκείνο που παρέχει την εργασία του, εφόσον έχει συμφωνηθεί το αμετάθετο ή έχει ανατεθεί στον υπάλληλο εργασία κατώτερη από εκείνη που πρόσφερε κατά τους όρους της συμβάσεως εργασίας, η οποία συνδέει το μισθωτό με τον εργοδότη του. Σε περίπτωση όμως που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη στο νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, τότε ο εργαζόμενος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος. Τέτοια καταχρηστική άσκηση υπάρχει όταν ο εργοδότης, ο οποίος διατηρεί περισσότερα καταστήματα για τις ανάγκες της επιχείρησης του σε διάφορους τόπους και έχει το δικαίωμα από τον κανονισμό εργασίας να μεταθέσει το μισθωτό σε κατάστημα που βρίσκεται σε άλλον τόπο από εκείνον στο οποίον υπηρετεί αυτός, δεν λαμβάνει υπόψη του τα συμφέροντα του μισθωτού, και ειδικότερα την κατάσταση της υγείας του, τις ατομικές και οικογενειακές του ανάγκες και υποχρεώσεις, και την μακροχρόνια παραμονή του σε ορισμένο τόπο και τη συνεπεία αυτής δημιουργία ορισμένων συνθηκών διαβίωσης, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα μετακίνησης άλλου υπαλλήλου που μπορεί να ασκήσει το ίδιο αντικείμενο εργασίας και δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, ο οποίος και πρέπει να προτιμάται για τη μετάθεση, αν εξυπηρετούνται έτσι οι λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης, ώστε να μην επιλέγονται εργαζόμενοι, για τους οποίους η εφαρμογή του συγκεκριμένου μέτρου έχει προφανώς επαχθέστερες συνέπειες, διότι αλλιώς πρόκειται για ενέργεια που αντίκειται εκδήλως στην καλή πίστη και συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος και επομένως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 7 του ν. 2112/1920 και 288, 361, 648, 652 ΑΚ, προκύπτει ότι η μονομερώς επιχειρούμενη από τον εργοδότη βλαπτική μετάθεση ή μετακίνηση του μισθωτού από μία θέση σε άλλη, παρέχει στον τελευταίο το δικαίωμα να αξιώσει την επαναφορά του στην προηγούμενη θέση, ενώ στην περίπτωση της καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος η σχετική απόφαση περί μετάθεσης του μισθωτού είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174, 180 Α.Κ. άκυρη και εντεύθεν έχει προσβληθεί η προσωπικότητα του μισθωτού, δικαιούται δε αυτός, εκτός από το να αξιώσει την άρση της παρανομίας με την επαναφορά του στην προηγούμενη κατάσταση, και την κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59 ΑΚ επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη λόγω της ηθικής ή επαγγελματικής μείωσης του, αφού έχει λάβει χώρα παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του (βλ. ΑΠ 181/2001 ΕλλΔνη 2001. 1593, ΑΠ 1158/2001 ΕλλΔνη 44.453, ΕφΑΘ 3210/2003 ΕλλΔνη 45.226, ΕφΑΘ 1333/ 2002 ΕλλΔνη 44.452, ΕφΑΘ 3195/2003 ΕλλΔνη 45.546, ΕφΑΘ. 2364/1998 ΕλλΔνη 40.398, Στυλιανό Γ. Βλαστό, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2012, σελ. 535 επ). Εξάλλου, η κατά το άρθρο 669 ΑΚ καταγγελία συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοττ γι' αυτό, δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από εκείνον που προβαίνε (καταγγελία). Αποτελεί όμως άσκηση δικαιώματος και, κατά συνέπεια, στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή δεν πρέπει να υπέχει όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, διότι διαφορετικά είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ), οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος τις υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην καταβολή προς αυτόν του μισθού του, κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 του ΑΚ. Θεωρείται δε ως καταχρηστική η καταγγελία και όταν αυτή έγινε από τον εργοδότη ένεκα της αρνήσεως του εργαζομένου να αποδεχθεί μονομερή σε βάρος του βλαπτική μεταβολή των συμβατικών όρων (ΑΠ 1407/2009, ΔΕΝ 66.994, Στυλιανό Γ. Βλαστό, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2012, σελ. 706 επ.). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων», κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσης εργασίας. Η ως άνω διάταξη αναφέρεται, κατά το σαφές γράμμα της, τόσον στην τακτική με προμήνυση καταγγελία όσον και στην άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας. Στην τακτική όμως καταγγελία η σχέση λύεται αφότου περάσει το διάστημα της προμηνύσεως (προειδοποιήσεως) στη χρονολογία που ορίζεται, αφού στο διάστημα αυτό η σχέση λειτουργεί και οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των μερών παραμένουν ακέραια. Επομένως, αφετηρία της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας για τις αξιώσεις του μισθωτού, που ως γενεσιουργό αιτία έχουν την ακυρότητα της γενόμενης καταγγελίας της έγκυρης σύμβασης εργασίας, είναι η επόμενη ημέρα της κοινοποιήσεως του εγγράφου της καταγγελίας και εφόσον πρόκειται για άμεση, τακτική, καταγγελία με προειδοποίηση, η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία έχει ως αφετηρία τη λήξη της προθεσμίας οπότε και ολοκληρώνεται η καταγγελία (ΑΠ 1171/2006, ΝΟΜΟΣ).
       Με την υπό κρίση αγωγή της η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή, καθώς εκτιμάται το περιεχόμενο του δικογράφου αυτής, ότι την 23.05.2006 προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου από την εναγομένη, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο της κατασκευής και εμπορίας ρούχων, προκειμένου να εργαστεί ως πωλήτρια στο κατάστημα της στον Πειραιά. Ότι μετά από διαδοχικές ανανεώσεις η σύμβαση της ετράπη σε αορίστου χρόνου. Ότι, παρότι παρείχε προσηκόντως και ανελλιπώς την εργασία της στο κατάστημα αυτό, της ανακοινώθηκε από την εναγομένη, μονομερώς, η μετάθεση της στο κατάστημα της τελευταίας στο Χαλάνδρι. Ότι η μετάθεση αυτή ήταν καταχρηστική και συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της διότι έγινε από ταπεινά αίτια, και δη διότι αρνούνταν να παραμείνει στο κατάστημα πέραν του νομίμου ωραρίου παρά τις συνεχείς παραινέσεις της υπευθύνου του καταστήματος, και όχι για την κάλυψη πραγματικών αναγκών της επιχείρησης, ενώ δεν λήφθηκαν υπόψη η οικονομικές και οικογενειακές της υποχρεώσεις, η απόσταση από την οικία της και η πολυετής απασχόληση στην επιχείρηση της εναγομένης, σε σχέση και με άλλους συναδέλφους της. Ότι μολονότι αρχικά διαμαρτυρήθηκε έντονα στην ως άνω μετάθεση εμφανίστηκε κανονικά στο κατάστημα της εναγομένης και παρέσχε κανονικά τις υπηρεσίες της. Ότι στις 03.07.2013, σε απάντηση της πιο πάνω διαμαρτυρίας της, η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως με προειδοποίηση τριών μηνών την εργασιακή της σύμβαση και ταυτόχρονα της απεύθυνε εξώδικη δήλωση, με την οποία την ενημέρωνε για τη μετάθεση της στο κατάστημα της στο Χαλάνδρι. Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστική, διότι έγινε επειδή η ίδια δεν αποδέχθηκε εξαρχής την πιο πάνω βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας της και δεν δικαιολογείται (η καταγγελία) από το καλώς εννοούμενο συμφέρον της εναγομένης, αφού δεν σχετίζεται με την κάλυψη πραγματικών αναγκών της επιχείρησης ούτε δικαιολογείται από τη συμπεριφορά της ίδιας (της ενάγουσας), η οποία παρείχε προσηκόντως και ανελλιπώς τις υπηρεσίες της επί επτά συναπτά έτη και διατηρούσε άριστες σχέσεις με όλους τους συναδέλφους της. Ότι η απόλυση της είναι άκυρη και για τον πρόσθετο λόγο ότι η αποζημίωση που της καταβλήθηκε υπολειπόταν της νόμιμης. Ότι, για το λόγο αυτό, η εναγομένη κατέστη υπερήμερη περί την αποδοχή των υπηρεσιών της και της οφείλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 03.10.2013 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας που είχε οριστεί στην προμήνυση) έως την 03.03.2014, ήτοι για χρονικό διάστημα 5 μηνών. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητεί κατ' εκτίμηση του αγωγικού αιτήματος και μετά το νομότυπο με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και με τις προτάσεις της σύμφωνα με τα άρθρα 223, 224, 298 ΚΠολΔ, περιορισμό του αιτήματος της αναφορικά με το κονδύλι του επιδόματος Χριστουγέννων: Α) Να αναγνωριστεί η, για τους ανωτέρω λόγους, ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης. Β) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει α) το ποσό των 5.400,25 ευρώ, άλλως το ποσό των 3.809,55 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους μηνιαία παροχή καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση β) το ποσό των 606,94 ευρώ, άλλως το ποσό των 275,55 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων, με το νόμιμο τόκο από την 21.12.2013, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, και γίνεται το ποσό των 2.958,14 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών κατά χρονικό διάστημα από Μάιο του έτους 2012 έως Σεπτέμβριο του έτους 2013, νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η επίδικη έννομη σχέση δε συνιστά έγκυρη σύμβαση εργασίας, ζητεί (το αίτημα περιέχεται στο ιστορικό της αγωγής) τα ανωτέρω ποσά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επικαλούμενη ότι η εναγομένη κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της δεδομένου ότι τα άνω ποσά θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, με τα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα και την εμπειρία τη δική της κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Γ) Να αναγνωριστεί η ακυρότητα της μετάθεσης της στο κατάστημα του Χαλανδρίου χαρακτηριζόμενης ως μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας της, Ε) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να την απασχολεί με τις αυτές εργασιακές συνθήκες ως και προ της άνω καταγγελίας και μετάθεσης, επ' απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της ποσού 3000 ευρώ σε περίπτωσης παραβίασης της ως άνω υποχρέωσης της, και ΣΤ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητας της συνεπεία της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των συνθηκών εργασίας της (μετάθεση), καθώς και της άκυρης απόλυσης της. Επικουρικά, για την περίπτωση που κριθεί έγκυρη η επίδικη καταγγελία ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ως διαφορά αποζημίωσης απόλυσης το ποσό των 742,10 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της απολύσεως της, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η αντίδικος στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή, που ασκήθηκε μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία, δεδομένου ότι η επικαλούμενη προειδοποίηση για την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας έλαβε χώρα στις 03.07.2013, η δε προθεσμία της προειδοποίησης έληγε την 02.10.2013 και η κρινόμενη αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 24.10.2013 και επιδόθηκε στην εναγομένη την 01.11.2013, βλ. την υπ' αριθ. 7179 Β/01.11.2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ...), αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 2, 16 αριθμ. 2, 25 του ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών των άρθρων 663 επ. του ίδιου Κώδικα), και είναι εν μέρει νόμιμη,  στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 174, 180, 281, 288, 299, 341, 345, 216, 349, 350, 361, 648, 653, 655, 656, 669, 914, 932 του ΑΚ, 1, 7 Ν. 2112/1920, 5, 6 Ν. 3198/1955, 74 παρ. 2 Ν. 3863/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 του Ν. 3899/2010, 1 Ν. 1082/1980, 3, 4 παρ. 1, 5 του ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966, 70, 176, 907, 908, 910, 946 ΚΠολΔ, καθώς και σ' εκείνες που αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσας. Μη νόμιμα και ως εκ τούτου απορριπτέα είναι: α) το αγωγικό αίτημα που ερείδεται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της νόμιμης αιτίας (ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 16/2008, ΑΠ 923/2007 ΝΟΜΟΣ), εν προκειμένω δε η ενάγουσα δεν επικαλείται τυχόν ακυρότητα της εργασιακής της σύμβασης, β) το αίτημα για την καταβολή στην ενάγουσα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης λόγω προσβολής της προσωπικότητας της αναφορικά με το σκέλος που ερείδεται στην άκυρη απόλυση, καθόσον: α) αφενός, μόνη η άκυρη απόλυση του μισθωτού είτε για τυπικούς λόγους είτε λόγω παραβάσεως του άρθρου 281 ΑΚ δεν συνιστά καθαυτή προσβολή της προσωπικότητας αυτού, ώστε να μπορεί να θεμελιώσει κατά τα άρθρα 59 και 932 του ΑΚ αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εκτός αν συντρέχουν και άλλα περιστατικά που συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου (ΑΠ 1540/2006, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 5592/1999 ΕλλΔνη 2000.1402), τα οποία ουδόλως επικαλείται εν προκειμένω η ενάγουσα, β) αφετέρου, η παράλειψη του υπόχρεου προς πληρωμή μισθών δεν οδηγεί στην απώλεια τους και συνεπώς δεν συνιστά αδικοπραξία, η οποία να αποκαθίσταται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297-298 και 914 επ. ΑΚ, εξαιτίας ελλείψεως ζημίας, ούτε βρίσκει, νόμιμο έρεισμα η σχετική αξίωση στις διατάξεις για την αδικοπραξία από το λόγο, ότι κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του α.ν. 690/1945 ανάγεται σε ποινικό αδίκημα η παράλειψη του εργοδότη να εκπληρώσει την υποχρέωση του από τη σχέση εργασίας προς πληρωμή του μισθού, συνεπώς, σε περίπτωση καθυστερήσεως ή μη καταβολής οφειλομένων νόμιμων αποδοχών, δεν παρέχεται στον υπάλληλο αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία, αλλά ευθεία αγωγή από το νόμο για την πληρωμή των αποδοχών αυτών (βλ. ΑΠ 259/1981 ΝοΒ 29.1486, ΕΦΑΘ 7982/2000 ΕλλΔνη 2002.806, ΕφΘεσ 3200/1998 ΔΕΕ 1999.429). Κατά τα άλλα, νόμιμο είναι το παραπάνω αίτημα καθ'ο μέρος στηρίζεται στην προσβολή της προσωπικότητας λόγω της επικαλούμενης μονομερούς βλαπτικής μεταβολής. Περαιτέρω, όσον αφορά την τοκοδοσία των επίδικων επιμέρους αξιώσεων της ενάγουσας πρέπει να λεχθούν τα εξής: οι δεδουλευμένες αποδοχές και μισθοί υπερημερίας τοκοφορούν από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορούν (άρθρα 341, 345, 655 ΑΚ), για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και το επίδομα αδείας, που τάσσεται από τον νόμο (άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, του Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30ή Απριλίου, και η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους αντιστοίχως), νόμιμος τόκος οφείλεται από την παρέλευση της αντίστοιχης δήλης ημέρας καταβολής (ΟλΑΠ 39-40/2002, ΑΠ 945/2001, ΕΕργΔ 2002.168). Θα πρέπει, λοιπόν, η κρινόμενη αγωγή να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ενός από κάθε διάδικο μέρος), που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης αυτού, απ' όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 339 και 395 ΚΠολΔ), για μερικά των οποίων θα γίνει αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, την υπ' αριθμ. 408/04.03.2014 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της ενάγουσας, ..., η οποία λήφθηκε, κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία (04.03.2014) και ώρα 09.15, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πειραιά ..., κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης, ήτοι προ είκοσι τεσσάρων (24) τουλάχιστον ωρών (άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ) κλήτευσης της εναγομένης, (βλ. την υπ' αριθ. 7179 Β /01.11.2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ...), την υπ' αριθμ. 4.450/04.03.2014 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος της εναγομένης, ..., η οποία λήφθηκε, κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία (04.03.2014) και ώρα 15.00, ενώπιον του Πειραιώς ..., κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης, ήτοι προ είκοσι τεσσάρων (24) τουλάχιστον ωρών (άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ) κλήτευσης της ενάγουσας, (βλ. την υπ'αριθ. 997/26.02.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:



Η ενάγουσα προσλήφθηκε, όπως συνομολογείται από την εναγομένη (άρθρο 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, την 23.05.2006, από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, που έχει ως αντικείμενο δραστηριοτήτων την παραγωγή και εμπορία ειδών ένδυσης, με το διακριτικό τίτλο ZIC ZAC. Η εν λόγω σύμβαση εργασίας μετά από διαδοχικές ανανεώσεις ετράπη τελικά σε αορίστου χρόνου. Η ενάγουσα τοποθετήθηκε ως πωλήτρια σε ένα από τα καταστήματα που διατηρεί η εναγομένη για τις ανάγκες της επιχείρησης της και συγκεκριμένα στο κατάστημα του Πειραιά, ενώ κατά το επίδικο χρονικό διάστημα απασχολούνταν με μειωμένο ωράριο λόγω μητρότητας κατά τα προβλεπόμενα στο νόμο. Σημειώνεται, ότι δυνάμει όρου της ατομικής σύμβασης εργασίας της ως τόπος παροχής της εργασίας συμφωνήθηκε ότι μπορεί να είναι όλα τα καταστήματα ή και υποκαταστήματα της εταιρίας όπου έχει θέση απασχόλησης ή έννομο συμφέρον η εταιρία. Τα ανωτέρω δεν αμφισβητήθηκαν ειδικά από την εναγομένη (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, στο κατάστημα που απασχολούνταν η ενάγουσα στον Πειραιά, εργάζονταν μαζί με την τελευταία κατά την επίδικη περίοδο άλλα δύο άτομα, η ... ως υπεύθυνη του καταστήματος και η ..., πωλήτρια, ήτοι, μαζί με την ενάγουσα, συνολικά τρία άτομα. Τον Ιούνιο του έτους 2013 η εναγομένη τοποθέτησε στο ως άνω κατάστημα του Πειραιά την ..., σε αντικατάσταση της έως τότε υπεύθυνης. Οι σχέσεις της ενάγουσας με την νέα υπεύθυνη του καταστήματος δεν εξελίχθηκαν ομαλά λόγω των συνεχών πιέσεων εκ μέρους της τελευταίας να απασχολείται και πέραν του μειωμένου λόγω μητρότητας ωραρίου (βλ. μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο υπ' αριθ. πρωτ. 27020/09.11.2012 πίνακα προσωπικού). Αποκορύφωμα των διαταραγμένων σχέσεων υπήρξε μία έντονη διένεξη μεταξύ της υπεύθυνης και της ενάγουσας περί τα τέλη Ιουνίου του ίδιου ως άνω έτους με αφορμή το πρόγραμμα των καλοκαιρινών αδειών του καταστήματος, μετά την οποία η υπεύθυνη του καταστήματος ενημέρωσε τη διεύθυνση της εναγομένης. Ακολούθως, την ίδια ημέρα που έλαβε χώρα η εν λόγω διένεξη η εναγομένη δια των εκπροσώπων της ανακοίνωσε προφορικά στην ενάγουσα τη μετάθεση της στο κατάστημα του Χαλανδρίου. Η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε έντονα για την ως άνω απόφαση της εναγομένης, ενώ την 02.07.2013, μία ημέρα μετά την ως άνω ανακοίνωση, μετέβην κανονικά στο κατάστημα του Πειραιά, επιμένοντας να προσφέρει τις υπηρεσίες της εκεί. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 03.07.2013 η ενάγουσα εμφανίστηκε στο κατάστημα του Χαλανδρίου επιλέγοντας τελικά να παράσχει τις υπηρεσίες της στο νέο τόπο εργασίας της και να προσφύγει μελλοντικά στην Επιθεώρησης Εργασίας, αλλά και δικαστικώς για την επελθούσα μεταβολή των συνθηκών εργασίας της. Ωστόσο, η εναγομένη δια των εκπροσώπων της, την ίδια ημέρα (03.07.2013), προέβη σε καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας με προειδοποίηση τριών μηνών και συγχρόνως της απεύθυνε εξώδικη - δήλωση με την οποία της γνωστοποιούσε και εγγράφως, πλέον, την μετάθεση της στο κατάστημα του Χαλανδρίου. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και ιδίως από την χρονική ακολουθία με την οποία αυτά εκτυλίχθηκαν καθίσταται σαφές ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έγινε καταχρηστικά λόγω της άρνησης της να συμμορφωθεί με την απόφαση της εναγομένης να την μεταθέσει στο υποκατάστημα της στο Χαλάνδρι, απόφαση, συνιστάμενη, ταυτόχρονα, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι η εν λόγω απόφαση της εναγομένης να μεταθέσει την ενάγουσα από τον Πειραιά στο Χαλάνδρι δεν έγινε για την εξυπηρέτηση των αναγκών της επιχείρησης, καθόσον στη θέση της μετά την απομάκρυνση της από το κατάστημα του Πειραιά τοποθετήθηκε άλλο άτομο, στο δε κατάστημα Χαλανδρίου εργάζονταν ήδη την περίοδο εκείνη δύο πωλήτριες. Άλλωστε, η εναγομένη στην εξώδικη δήλωση - γνωστοποίηση που απεύθυνε στην ενάγουσα αναφερόταν αόριστα σε μετάθεση «.... για κάλυψη των αναγκών της εταιρίας .... και μέχρι γνωστοποίηση νεωτέρας», χωρίς να προσδιορίζει τι είδους έκτακτες ανάγκες καλούνταν η ενάγουσα να καλύψει στο νέο τόπο εργασίας. Στη, δε, εξωδικαστική συζήτηση της ένδικης διαφοράς ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας, επί της οποίας συντάχθηκε το υπ' αριθμ. 365/05.08.2013 δελτίο εργατικής διαφοράς του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης Πειραιά, η εμφανισθείσα, ενταύθα, εκπρόσωπος της εναγομένης παραδέχτηκε ότι η μετάθεση της ενάγουσας έγινε λόγω του προαναφερόμενου έντονου επεισοδίου που εκτυλίχθηκε με την υπεύθυνη του καταστήματος και της εντεύθεν ανάγκης να απομακρυνθεί η μία εκ των δύο από το κατάστημα για λόγους εκτόνωσης της ατμόσφαιρας. Εξάλλου, η μετάθεση της ενάγουσας συνιστά μονομερή βλαπτική ενέργεια της εναγομένης και για το λόγο ότι η μετάβαση της πλέον στη νέα της θέση (Χαλάνδρι) και η επιστροφή στην οικία της (Πειραιά) θα απαιτούσε πολύ χρόνο ημερησίως (δύο ώρες κατά μέσο όρο με μέσα συγκοινωνίας) και επί πλέον σημαντική οικονομική επιβάρυνση αυτής, με δεδομένο μάλιστα ότι το ωράριο απασχόλησης κάποιες ημέρες της εβδομάδας ήταν διακεκομμένο. Η δε εναγομένη ουδόλως έλαβε υπόψη τις ατομικές και οικογενειακές ανάγκες και υποχρεώσεις της ενάγουσας (μητέρα τριών ανήλικων τέκνων), ενώ με την πρακτική της αυτή δεν απέδειξε ότι προσπάθησε να εξυπηρετήσει τις λειτουργικές ανάγκες τις επιχείρησης, αφού σε διαφορετική περίπτωση θα επέλεγε την μετακίνηση ενός άλλου υπαλλήλου της για τον οποίο η εφαρμογή του συγκεκριμένου μέτρου δεν θα είχε τόσο επαχθείς συνέπειες. Τουναντίον, η αποδείχθηκε ότι η μετάθεση της ενάγουσας συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, αφού η μονομερής αυτή μεταβολή έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων που τάσσονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος με πραγματικό απώτερο σκοπό να εξουθενώσει την ενάγουσα ψυχικά και σωματικά και να την εξωθήσει σε παραίτηση λόγω της διένεξης της με την υπεύθυνη του καταστήματος στον Πειραιά, ήτοι χαρακτηρίζεται από ταπεινά ελατήρια. Περαιτέρω, η ενάγουσα από την ως άνω χρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της πρώτης εναγομένης υπέστη εμφανώς ηθική και επαγγελματική μείωση και πρέπει να της επιδικασθεί το ποσό 1000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης υπέστη από την εν λόγω προσβολή της προσωπικότητας στις ως άνω εκφάνσεις της. Ακολούθως, και η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας έγινε κινούμενη από ταπεινά ελατήρια και από λόγους εκδίκησης, διότι η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε έντονα και αρχικά διαφώνησε στην μετακίνηση της σε άλλο κατάστημα, γεγονός που κατά τα προαναφερόμενα θα είχε για την τελευταία επαχθείς συνέπειες και ως εκ τούτου, είναι καταχρηστική, καθόσον υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό αλλά και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της εναγομένης προς καταγγελία της σύμβασης και επομένως είναι άκυρη. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία οφείλεται σε συνεχή απουσία της ενάγουσας από το νέο τόπο εργασίας και επιμονή της να εργαστεί στο κατάστημα του Πειραιά και μετά την ανακοίνωση της μετάθεσης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, καθόσον, με εξαίρεση την 02.07.2013, οπότε η ενάγουσα εμφανίστηκε στο κατάστημα του Πειραιά διαμαρτυρόμενη για τη μετακίνηση της, το υπόλοιπο χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη της προθεσμίας της προειδοποίησης εργάστηκε ανελλιπώς στο Χαλάνδρι, χωρίς να προκαλέσει οποιοδήποτε πρόβλημα ή διένεξη με τους συναδέλφους της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 01.04.2012, μετά από πρόσκληση της εναγομένης, η οποία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα (βλ. τον μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο από 31.12.2012 ισολογισμό της εναγομένης), υπογράφτηκε μεταξύ της τελευταίας και της ενάγουσας νέα εργασιακή σύμβαση, η οποία κατά ρητή πρόβλεψη όρου αποτελούσε συνέχεια της από 23.05.2006 αρχικής σύμβασης εργασίας με μόνη διαφοροποίηση το ύψος των αποδοχών της ενάγουσας το οποίο διαμορφώθηκε στο ποσό των 644.69 ευρώ (μικτές) σύμφωνα με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας 2012 (ν. 4046/2012). Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι με προφορική συμφωνία μεταξύ αυτής και της εναγόμενης, ο μηνιαίος μισθός της είχε οριστεί στο ποσό των 850,44 ευρώ (καθαρές αποδοχές), τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία του, δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν πείθεται σχετικά, από μόνη την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια της ενάγουσας, ο οποίος σε κάθε περίπτωση δεν κατέθεσε με σαφήνεια και πειστικότητα ότι ο μισθός συμφωνήθηκε προφορικά στο ποσό των 1.080,50 ευρώ (μικτές αποδοχές) αλλά αναφέρθηκε σε πολλά διαφορετικά ποσά («ήταν 914,720,750, 820...»). Επιπλέον, δεν προσκομίστηκαν άλλα κρίσιμα αποδεικτικά μέσα από τα οποία να προκύπτει έμμεσα η ανωτέρω συμφωνία, όπως παραστατικά τραπέζης ή ακόμα και υπεύθυνη δήλωση της ενάγουσας προς το Σ.ΕΠ.Ε. (Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας), στην οποία δήλωση, στην περίπτωση που η ενάγουσα αμείβονταν με μεγαλύτερο μισθό, ήταν ελεύθερη να την καταγράψει, χωρίς να δεσμεύεται να αναφερθεί μόνο στο βασικό μισθό που όριζε η συλλογική της σύμβαση εργασίας. Ως εκ τούτου το αιτούμενο κονδύλιο, αναφορικά με την καταβολή διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών είναι απορριπτέο ως αβάσιμο. Κατόπιν τούτων, η εναγομένη, που παρά την ακυρότητα της καταγγελίας δεν δέχεται την προσφορά της εργασίας της ενάγουσας έχει καταστεί υπερήμερη, υποχρεούται δε να καταβάλει στην ενάγουσα τους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 03.10.2013 έως 03.03.2014, ήτοι το ποσό των 3.809,55 ευρώ (761,91 Χ 5 μήνες) και για μέρος επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2013 το ποσό των 275,55 ευρώ, ήτοι συνολικά ποσό 4.085,10 δεκτού γενομένου του επικουρικού αιτήματος μετά την κατά τα ανωτέρω απόρριψη των ισχυρισμών περί ύπαρξης προφορικής συμφωνίας για αποδοχές ύψους 1.080,50 ευρώ. Τέλος, για τον σχηματισμό ασφαλούς δικανικής πεποίθησης του παρόντος δικαστηρίου περί των παραπάνω ζητημάτων, κρίνονται επαρκή τα προσκομιζόμενα από τους ενάγοντα και εναγόμενη αποδεικτικά μέσα, συνεπώς το υποβληθέν δια δηλώσεως καταχωρισθείσας στα πρακτικά του παρόντος Δικαστηρίου, από την ενάγουσα αίτημα προσκομιδής εγγράφων εκ μέρους της εναγόμενης, ήτοι της γνωστοποίησης όρων ατομικής σύμβασης εργασίας της εργαζόμενης στο κατάστημα του Πειραιά, ..., και της αναγγελίας πρόσληψης της στον ΟΑΕΔ πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές και αβάσιμο. Πρέπει, συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία και α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 02.10.2013 καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας, η οποία έγινε λόγω άρνησης της ενάγουσας να συμμορφωθεί σε μονομερή βλαπτική μεταβολή β) να αναγνωρισθεί ότι η απόφαση της εναγομένης να μεταθέσει την ενάγουσα από το κατάστημα του Πειραιά στο κατάστημα του Χαλανδρίου έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι άκυρη και συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας με τους όρους, που παρείχε τις υπηρεσίες της μέχρι και την 03.07.2013 (δηλαδή πριν μετατεθεί στο κατάστημα Χαλανδρίου), επ' απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της ποσού 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης της να την απασχολεί κατά τα ανωτέρω, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 1.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητας της συνεπεία της καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής, δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των τριών χιλιάδων οκτακοσίων εννέα και πενήντα πέντε (3.809,55) ευρώ για μισθούς υπερημερίας κατά το χρονικό διάστημα από 03.10.2013 έως 03.03.2014, καθώς και το ποσό των επτακοσίων ενενήντα τριών και εξήντα πέντε (275,55) ευρώ για μέρος επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2013, ήτοι συνολικά το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων ογδόντα πέντε και δέκα (4.085,10) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Όσον αφορά το αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτό και το σχετικό αίτημα της, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας οριζόμενα. Επιπλέον, μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, πρέπει να επιβληθεί στην εναγομένη λόγω της μερικής ήττας της (176, 178 παρ.1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό, τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η από 03.10.2013 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας εκ μέρους της εναγομένης είναι άκυρη.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η απόφαση της εναγομένης να μεταθέσει την ενάγουσα από το κατάστημα του Πειραιά στο κατάστημα του Χαλανδρίου έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι άκυρη και συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας με τους ίδιους όρους και συνθήκες εργασίας ως και προ της άνω άκυρης καταγγελίας και μετάθεσης και επ' απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της ποσού 100 ευρώ για κάθε εργάσιμη ημέρα άρνησης της να την απασχολεί κατά τα ανωτέρω.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων ογδόντα πέντε και δέκα (4.085,10) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, όπως ειδικότερα ορίζεται στο σκεπτικό της παρούσας.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των χιλίων (1000) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς τις παραπάνω καταψηφιστικές της διατάξεις.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους, στις 11 Νοεμβρίου 2014.
              Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ         Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια