Η Προσεπίκληση του Δικονομικού Εγγυητή (άρθρο 88 ΚΠολΔ)



ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
  Θέμα: «Η Προσεπίκληση του Δικονομικού Εγγυητή (άρθρο 88 ΚΠολΔ)»..

ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΜΑΘΗΜΑ: ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

 
 ΕΠΙΒΛΕΠΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ:
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΣΑΝΤΙΝΗΣ
 ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ:
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΡΟΝΤΑΚΗΣ
   Κομοτηνή, Σεπτέμβριος 2015

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


Ι. Έννοια - Αντιπαραβολή με λοιπές μορφές προσεπίκλησης........................ 5
ΙΙ. Ιστορική αναδρομή και νομοθετικές μεταβολές στο θεσμό...................... 6
ΙΙΙ. Νομική φύση............................................................................................................................ 8
2.  Ως διαδικαστική διαμορφωτική πράξη με την οποία διευρύνονται τα όρια της δίκης…..................................................................................................................................... 9
5. Ως γνωστοποίηση της δίκης στον τρίτο και πρόσκλησης αυτού προς συμμετοχή 11
ΙV.  Σύνθεση και συμπεράσματα της ενότητας.................................................... 12
Ι. Δικονομική εγγύηση: Έννομη σχέση μεταξύ προσεπικαλέσαντος και προσεπικαλούμενου......................................................................................................................................................................... 15
ΙΙ.     Συνάφεια      μεταξύ      των      υποθέσεων      (εκκρεμούς  δίκης     και προσεπίκλησης)              17
IΙΙ. Σύνθεση και συμπέρασμα της ενότητας….......................................................... 17
Ι. Αρμοδιότητα.............................................................................................................................. 18
ΙI. Νομιμοποίηση…..................................................................................................................... 19
ΙΙΙ. Ορισμένο…................................................................................................................................ 20
III.  Προσεπίκληση και Κεφάλαια οριστικής απόφασης..................................... 23
IV.  Προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή και Διαιτησία.................................. 24
ΣΤ. Η δικονομική θέση του προσεπικαλούμενου έναντι των αρχικών διαδίκων            25
Ι. Οι διατυπωθείσες απόψεις............................................................................................... 25
ΙΙ. Η πρακτική διάσταση των δύο απόψεων............................................................. 26
I.  Αδράνεια του δικονομικού εγγυητή.......................................................................... 28
1.  Ερημοδικία προσεπικαλούμενου. Εμφάνιση αρχικών διαδίκων…..28
II.           Προσέλευση δικονομικού εγγυητή και αμφισβήτηση της προσεπίκλησης       30
I.  Εμφάνιση αρχικών διαδίκων και προσεπικαλούμενου................................. 32
1.  Εμφάνιση του προσθέτως παρεμβάντος δικονομικού εγγυητή……35
2.  Ερημοδικία του προσθέτως παρεμβάντος δικονομικού εγγυητή…36 ΙΙΙ.............. Υποκατάσταση       δικονομικού       εγγυητή       στην      θέση      του προσεπικαλέσαντος.......................................................................................................................... 37
ΙV. Άσκηση παρεμπίπτουσας αγωγής από τον προσεπικαλέσαντα………39 Ι. Τελικές Παρατηρήσεις...................................................................................................................................... 40

Α. Εισαγωγή: Δομή και Σκοπός της εργασίας

Η παρούσα εργασία πραγματεύεται μία από τις εκφάνσεις των σύνθετων δικών, την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή, τις προϋποθέσεις και το εύρος εφαρμογής της, παραθέτοντας ταυτόχρονα θεωρητικές θέσεις και απόψεις, αλλά και νομολογιακά παραδείγματα. Παράλληλα, επιχειρείται να καταδειχθεί η σχέση της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή με τους υπόλοιπους τρόπους συμμετοχής τρίτων στη δίκη,  προσεγγίζοντας  τελικά τις βασικές και ουσιώδεις αρχές, όχι μόνο της Πολιτικής Δικονομίας, αλλά και του σύγχρονου κράτους δικαίου, αποδεικνύοντας με τον πλέον εμφανή τρόπο την έντονη αλληλεπίδραση και συσχέτιση τους. Απώτερος σκοπός να αποτυπωθεί το εύρος της περιπτωσιολογίας, το οποίο έχει απασχολήσει  κατά καιρούς τα ελληνικά δικαστήρια και το Ακυρωτικό, επιπλέον δε η παρούσα να αποτελέσει την βάση ενός έντονου νομικού προβληματισμού και σύνθεσης.

Β. Περιεχόμενο και Λειτουργία

I.  Έννοια – Αντιπαραβολή με λοιπές έννοιες
Οι σύνθετες δίκες αποτελούν δικονομική επιλογή και χαρακτηρίζονται από πλειονότητα είτε υποκειμένων είτε αντικειμένων, με σκοπό την δικαστική αποτελεσματικότητα (judicial efficiency) και την εξυπηρέτηση αναγκών των συναλλαγών1 , άρα της πραγμάτωσης της ουσίας του δικαίου2. Έκφανση της κατηγορίας των υποκειμενικά σύνθετων δικών αποτελεί η προσεπίκληση, η οποία δεν έχει μόνο το χαρακτήρα της γνωστοποίησης της δίκης στον τρίτο αλλά και της πρόσκλησης αυτού προς συμμετοχή, έχοντας τα χαρακτηριστικά αίτησης για την παροχή δικαστικής προστασίας3. Η κύρια διαφορά της προσεπίκλησης από την ανακοίνωση της δίκης συνίσταται ότι η δεύτερη αποτελεί επίσημη γνωστοποίηση της εκκρεμούς δίκης προς τον τρίτο και σιωπηρή πρόσκληση του να συμμετάσχει σ’ αυτήν (αμυντική πράξη), ενώ με την πρώτη, η πρόσκληση για συμμετοχή λαμβάνει ρητό χαρακτήρα (επιθετική πράξη), η οποία πραγματώνεται είτε με την άσκηση   πρόσθετης   παρέμβασης   του   προσεπικαλούμενου,   είτε   με   την
υποκατάσταση του προσεπικαλέσαντος από τον προσεπικαλούμενο.
Η προσεπίκληση επιτρέπεται αποκλειστικώς σε τρείς αναγραφόμενες ρητώς στον ΚΠολΔ περιπτώσεις και συγκεκριμένα: α) των αναγκαίων ομοδίκων (άρθρ.86), του αληθινού (εμπραγμάτου) δικαιούχου (άρθρ.87) και του δικονομικού εγγυητή (άρθρ.88)4, απαγορεύοντας τη διεύρυνση της με αναλογική εφαρμογή του νόμου ή με συμφωνία των μερών5. Πέραν αυτών, υποχρέωση προσεπίκλησης όσων έχουν δικαίωμα υποθήκης ή ενεχύρου ή επικαρπίας ή έχουν επιβάλλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στη μερίδα κάποιου από τους κοινωνούς υφίσταται επιπλέον στη δίκη διανομής σ’ εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση (αρθρ. 491 ΚΠολΔ). Η σχετική διάταξη του άρθρ.88 ΚΠολΔ ορίζει ότι «ο ενάγων, ο εναγόμενος και όποιος άσκησε κύρια παρέμβαση έχουν δικαίωμα να προσεπικαλέσουν στη δίκη εκείνους από τους οποίους έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας». Η διάταξη διατηρήθηκε στην άνω μορφή και μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν.4335/2015 στον ΚΠολΔ.
Οι βασικές  διατάξεις  που ρυθμίζουν  τον υπό  κρίση θεσμό (άρθρ. 88 και
89 ΚΠολΔ) παραπέμπουν ευθέως στη νομοτυπική μορφή της αγωγής. Δηλαδή, η προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις    που    ισχύουν    για    τη    αγωγή    (άρθρ.    89εδ.α’ΚΠολΔ),    πολύ



1  Κεραμεύς, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, σελ.258
2  Νίκας, Ζητήματα Σύνθετων Δικών, Αρμ 2001. 749
3  Μανιώτης, Αρχή τηρήσεως προδικασίας, 36
4 ΕφΑθ 2302/2011 ΕλλΔνη 2012, 251, ΑΠ 245/2006 ΕλλΔνη 49.198, ΕφΑθ 7770/2000 ΕλλΔνη
43. 1083
5 ΕφΑθ.7262/1997 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΕλλΔνη 39.928, ΜονΠρωτΦλωρ.94/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

περισσότερο όμως, η άσκηση της, σε συνδυασμό με σώρευση παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης, έχει τα αποτελέσματα που έχει η αγωγή (άρθρ.89 εδ.β’ΚΠολΔ). Συνεπώς, με την άσκηση της προσεπίκλησης δημιουργείται μία νέα έννομη σχέση δίκης ανάμεσα στον προσεπικαλέσαντα
– ενάγοντα και τον προσεπικαλούμενο –εναγόμενο, διαφορετική  από  την ήδη υφιστάμενη αρχική δίκη. Σημειώνεται, ότι το αρθρ. 89 τροποποιήθηκε στο α’ εδάφιο, βάσει του Ν.4335/2015, με την κατάργηση της πρόβλεψης για άσκηση της προσεπίκλησης «το αργότερο έως τη συζήτηση στο ακροατήριο», με σκοπό την εναρμόνιση των διατάξεων της τακτικής διαδικασίας και των ειδικών διατάξεων που εφαρμόζονται για την άσκηση της6.
Πιο συγκεκριμένα, δικονομικός εγγυητής είναι το πρόσωπο, το οποίο κατά τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου έχει υποχρέωση να αποζημιώσει το διάδικο, σε περίπτωση που δίχως δική του υπαιτιότητα, ηττηθεί στο διεξαγόμενο δικαστικό αγώνα7. Υφίστανται, λοιπόν, δύο ουσιαστικού δικαίου σχέσεις, διαφορετικές μεταξύ τους τόσο στα υποκείμενα, όσο και  στα αντικείμενα, οι οποίες μέσω των αιτήσεων δικαστικής προστασίας ανάγονται σε έννομες σχέσεις δικών, εξαρτώμενες άμεσα, αφού η ήττα του προσεπικαλέσαντος στην αρχική δίκη, ενεργοποιεί την εγγυητική  ευθύνη του προσεπικαλούμενου, άρα και την υποχρέωση του προς αποζημίωση. Σκοπός του Νόμου είναι η διευκόλυνση της υποκατάστασης του προσεπικαλούμενου στη δικονομική θέση του προσεπικαλέσαντος, οδηγώντας σε ορθή κρίση και ταχεία επίλυση τις προκύψασες διαφορές. Άλλως, με την προσεπίκληση που ασκεί ο προσεπικαλέσας ζητείται η αναγνώριση ή η καταψήφιση από τον προσεπικαλούμενο τρίτο –δικονομικό εγγυητή: α) όλου (ή μέρους) εκείνου, το οποίο σε περίπτωση  ευδοκίμησης της κατ’ αυτού (εναγομένου -προσεπικαλέσαντος) κυρίας αγωγής, θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλλει στον κυρίως ενάγοντα, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον εναγόμενο, ή β) αποζημίωσης για την περίπτωση ήττας στην κύρια δίκη όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον ενάγοντα8.


II. Ιστορική αναδρομή και νομοθετικές μεταβολές στο θεσμό.

Στο ρωμαϊκό δίκαιο οριζόταν ο συνδυασμός ανακοίνωσης της δίκης και αγωγής αποζημίωσης του ηττηθέντος διαδίκου κατά του δικαιοπαρόχου του ή του καταβάλλοντος την οφειλή εγγυητή του πρωτοφειλέτη. Η ανακοίνωση



6 Αιτιολογική Έκθεση Ν.4335/2015, σελ. 10
7 ΑΠ960/2001 ΕλλΔνη 2001.1635, ΕφΑθ 3742/2004 ΕλλΔνη 2005.585, ΕφΘεσ203/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
8  ΕιρΑθ1650/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

στο δίκαιο αυτό ήταν υποχρεωτική, ενώ αυτός στον οποίο απευθυνόταν η ανακοίνωση μπορούσε να παρέμβει πρόσθετα ή να αναλάβει τη δίκη, ο δε αποχωρήσας διάδικος δεσμευόταν από το δεδικασμένο της απόφασης9.
Η ΠολΔ 1834 περιελάμβανε τέσσερις υποθέσεις αναγκαστικής συμμετοχής τρίτου στη δίκη με προσεπίκληση: α) των ομοδίκων (άρθρ. 71- 71, 232 αρ.1), β) του δικαιοπαρόχου του διαδίκου προς διευκόλυνση της απόδειξης της νομιμοποίησης του (άρθρ. 69), γ) του αληθούς διακατόχου (άρθρ. 69) και δ) των τρίτων που έχουν δικαίωμα ανακοπής της εκδοθησομένης απόφασης (άρθρ. 232 αρ.2), δηλαδή αυτών που έχουν δικαίωμα παρέμβασης. Περίπτωση ανάλογη με τον υπό εξέταση θεσμό, υφίστατο στην ανακοίνωση της δίκης, στην οποία οριζόταν για τον υπόχρεο, προς εγγύηση ή αποζημίωση «ένεκα του διαφιλονικούμενου πράγματος» (άρθρ. 73, 232 αρ.1) και συνδυάστηκε με την παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης. Τα σχετικά δικονομικά ζητήματα που αναγκαστικά προέκυπταν, επιλύονταν στα άρθρα 604-606, δηλαδή σχετικά με τη συμμετοχή ή όχι του υπόχρεου προς αποζημίωση και τις τυχόν συνέπειες αυτού. Η επιλογή αυτή του Maurer δεν ήταν αυθαίρετη, αλλά επηρεαζόταν άμεσα από τη βαυαρική πολιτική δικονομία και τη σχέση αυτής με την  αγωγή αποζημίωσης του δικονομικού εγγυητή, παράλληλα όμως ήταν συχνή η αναφορά των όρων «να ανακοινώση τη δίκη» ή «αναγγελέως της δίκης». Χαρακτηριστική  είναι  η παρατήρηση του  Ράμμου10,  σύμφωνα με την οποία
«η παράλληλος εισαγωγή και των δύο θεσμών προήλθεν εκ πεπλανημένου συνδυασμού των διατάξεων της κοινής Γερμανικής και Γαλλικής Πολιτικής Δικονομίας. Από νομοθετικής απόψεως, εφόσον αναγνωρίζεται και υφίσταται ο θεσμός της προσεπικλήσεως, δεν έχει δικαιολογίαν η δια τα αυτά θέματα ή δια τινά εξ αυτών παράλληλος ύπαρξις του θεσμού της ανακοινώσεως».
Στη συνέχεια, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες στην Συντακτική Επιτροπή ορίστηκε ως Εισηγητής των σχετικών διατάξεων ο Σακέττας11 , ο οποίος σχετικά με την ανακοίνωση της δίκης στον δικονομικό εγγυητή υποστήριξε ότι «η ανάμιξις αυτή των κανόνων της ανακοινώσεως, σκοπούσης της πληροφορίας του προς ον απευθύνεται περί υπάρξεως δίκης …… προς την εκ της εγγυήσεως αγωγήν αποζημιώσεως, δύναται μεν να έχη το πλεονέκτημα της ταυτοχρόνου περατώσεως πλειοτέρων δικών, δεν στερείται όμως μειονεκτημάτων, εξ ων το ουχί ολιγότερον σπουδαίον, οία είναι (λ.χ ότι ο προς ον η ανακοίνωσις παρίσταται εν τη αυτή δίκη ως επιτιθέμενος και ως αμυνόμενος)   ο   πολλαπλασιασμός   των   δικών   και   η   δια   της   αναμίξεως

9 Πανταζόπουλος, Η προσεπίκληση κατά τον ΚΠολΔ, σημ. 216, σελ. 65
10  Ράμμος, Στοιχεία Α Ι σ.216 σημ.α
11 Πρακτικά Συντακτικής Επιτροπής Α σελ.91-92, Μητσόπουλος, Η θέσις του δικονομικού εγγυητή κατ’ άρθρα 274 και 277 ΚΠολΔ, Δ.5, σελ.638

διαφόρων αξιώσεων διαιώνισις τούτων, δεδομένου ότι πρέπει επιμελώς να απομακρυνθή παν μέσο δίδον αφορμήν εις παρέλκυσιν των δικών». Τελικά, λαμβάνοντας υπόψη την άποψη του Ευκλείδη12 ότι η προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή είναι «η κυριωτέρα των περιπτώσεων της προσεπικλήσεως» εισηγήθηκε την αυτοτελή ρύθμιση της στον ΚΠολΔ με την οποία συμφώνησε η Επιτροπή, οριζόμενη πλέον στο άρθρ.73 ΚΠολΔ, η δε Αναθεωρητική Επιτροπή διατήρησε το βασικό πλαίσιο των ρυθμίσεων της.


III. Η νομική φύση

Η διερεύνηση της νομικής φύσης της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή αποτελεί ουσιώδες προαπαιτούμενο και προϋπόθεση για την περαιτέρω εξέταση του θεσμού και των πρακτικών επιπτώσεων που αυτοί έχουν στο σύνολο της δικονομικής διαδικασίας.
Είναι γεγονός ότι τόσο στη θεωρία13 , όσο και στη νομολογία14 υπάρχει ομοφωνία ότι η προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή συνιστά διαδικαστική πράξη, ρυθμιζόμενη από το ίδιο το αστικό δικονομικό δίκαιο, ως προς τις προϋποθέσεις στα άρθρα 88, 89 εδ.α’ ΚΠολΔ και ως προς τις έννομες συνέπειες, άρθρο 89 εδ.β’ ΚΠολΔ, ωστόσο πολυφωνία θεωριών υφίσταται αναφορικά με το είδος αυτής.


1.  Ως σύνθετη διαδικαστική πράξη

Υποστηρίζεται η άποψη15 ότι η προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή είναι μία σύνθετη διαδικαστική πράξη, δηλαδή περιέχει όχι μόνο πρόσκληση για     συμμετοχή     του     δικονομικού      εγγυητή     στη     δίκη,      αλλά     και
«συγκεκαλυμμένη16» αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας. Η αίτηση αυτή παροχής δικαστικής προστασίας, σκοπό έχει την αναγνώριση της εγγυητικής ευθύνης που υπέχει ο προσεπικαλούμενος έναντι του προσεπικαλέσαντος. Συνέπεια  της  παραπάνω  αναφοράς  αποτελεί  η  δημιουργία  μίας  νέας  και



12  Πρακτικά Συντακτικής Επιτροπής Α σελ.92-93
13 Μητσόπουλος, Μελέται, 437-439, Ράμμος, Εγχειρίδιον Ι, 307, Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, τόμος Α’, 1994, σελ.599
14 Βλ. ενδεικτικά ΑΠ1911/84 ΝοΒ 1985.1145, Π.Πρ.Πειρ 1196/88 ΝοΒ36.1476, Μ.Πρ.Θηβ.
189/97 Ελ.Δ 21.655
15 Αρχικά υποστηρίχθηκε από τον Καργάδο, Σχέσεις, 89-90, 97,99,118,144-145,152-154 και αργότερα από τον Μητσόπουλο, Μελέται, 437-439. Δηλαδή ο Μητσόπουλος υποστήριξε την άνω άποψη δεχόμενος ότι λόγω του σιωπηρά περιεχόμενου αναγνωριστικού αιτήματος στην προσεπίκληση επέρχεται διακοπή της παραγραφής. Αντίθετα, σύμφωνα και με την ΑΠ1911/1984
(ΝοΒ 1985.1145) η διακοπή της παραγραφής είναι συνέπεια της εξομοίωσης της προσεπίκλησης με αγωγή, όπως ρητώς αναφέρει το αρ.89 εδ.βΚΠολΔ και όχι το δήθεν σιωπηρά αναγνωριστικό αίτημα της.
16  Μητσόπουλος, Μελέται, 438

αυτοτελούς δίκης, η οποία έχει το χαρακτήρα της παρεμπίπτουσας με την έννοια της εξάρτησης σε σχέση με την κύρια δίκη. Περαιτέρω, έννομες δικονομικές συνέπειες από την άσκηση της προσεπίκλησης συνιστούν η ύπαρξη πλέον εκκρεμοδικίας και τελικά η υποχρέωση του δικαστηρίου να αποφανθεί περί της εγγυητικής ευθύνης, ενώ ουσιαστικού δικαίου συνέπειες σχετίζονται με τη διακοπή της παραγραφής. Όμως, ακόμα και οι υποστηρίζοντες την άνω άποψη, δέχονται ότι αν στην προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή δεν σωρευθεί και παρεμπίπτουσα αγωγή  αποζημίωσης, το δικαστήριο της κύριας αγωγής μετά την αποδοχή της αγωγής δεν θα ασχοληθεί με την προσεπίκληση , ούτε θα περιλάβει σχετική διάταξη περί αποδοχής ή απόρριψης, αφού εν προκειμένω δεν περιλαμβάνεται ιδιαίτερο αίτημα περί αποζημίωσης17.


2.         Ως διαδικαστική διαμορφωτική πράξη με την οποία διευρύνονται τα υποκειμενικά όρια της δίκης.

Υποστηρίζεται η άποψη18 ότι η προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή οδηγεί σε διεύρυνση των υποκειμενικών ορίων της δίκης που εκκρεμεί ήδη μεταξύ του προσεπικαλέσαντος και του αντιδίκου του. Ωστόσο, ο προσεπικαλούμενος δικονομικός εγγυητής για να αποκτήσει την  ιδιότητα του διαδίκου εξαρτάται από το είδος της προσεπίκλησης και από την άσκηση ή μη πρόσθετης παρέμβασης.
Συγκεκριμένα, στην προσεπίκληση των αναγκαίων ομοδίκων (άρθρ. 86 ΚΠολΔ) και στην προσεπίκληση του εμπραγμάτου δικαιούχου (άρθρ. 87 ΚΠολΔ) γίνεται δεκτό ότι ο προσεπικαλούμενος αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου στην αρχική κύρια δίκη, με μόνη την άσκηση της προσεπίκλησης. Αντίθετα, στην προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή, ο προσεπικαλούμενος καθίσταται διάδικος μόνο έναντι του προσεπικαλέσαντος και υπό την προϋπόθεση εμφάνισης, μέσω της άσκησης πρόσθετης παρέμβασης.



Το γεγονός αυτό, καταρχήν οδηγεί στη δημιουργία εκκρεμοδικίας μεταξύ προσεπικαλέσαντος και προσεπικαλούμενου, αφού η έννομη σχέση δίκης συνδέει τα δύο άνω πρόσωπα και μόνο, με αποτέλεσμα τη δέσμευση του δικονομικού εγγυητή από την εκδοθείσα απόφαση της νέας δίκης. Αν όμως ο προσεπικαλούμενος δικονομικός εγγυητής δεν αρνηθεί μόνο την εγγυητική του ευθύνη, επιπρόσθετα όμως, προχωρήσει σε άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υπέρ του προσεπικαλέσαντος  και κατά του αντιδίκου του, τότε
17 ΕφΑθ6524/1996, ΕλλΔνη1997.929
18 Κεραμεύς, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, σελ. 276-277, Μπέης, Ερμηνεία, αρθρ. 88, παρατηρ.ΙΙΙ, σελ.461, Μανιώτης, Αρμ. 1985,724

θα δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απόφασης που θα εκδοθεί, η οποία αφορά την αρχική δίκη.
Ειδικότερα, σε περίπτωση που ο προσεπικαλούμενος δικονομικός εγγυητής δεν άσκησε παρέμβαση υπέρ του προσεπικαλέσαντος, τότε δεν είναι δυνατή η εναντίον του άσκηση ένδικων μέσων, δηλαδή δεν νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά. Όμως, δικαιούται να ασκήσει ένδικα μέσα σε σχέση με τον προσεπικαλέσαντα και μοναδικό του αντίπαλο, σε περίπτωση που περιορίστηκε στο να αμφισβητήσει την εγγυητική του ευθύνη, στο πλαίσιο της μεταξύ τους αντιδικίας. Αντίθετα, σε περίπτωση που δεν περιορίστηκε στην άρνηση της προσεπίκλησης, αλλά άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του προσεπικαλέσαντος, ο προσεπικαλούμενος καθίσταται διάδικος στην κύρια – αρχική δίκη, με αποτέλεσμα να νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά στην άσκηση των ένδικων μέσων.
Η κριτική που ασκείται στην παρούσα άποψη βασίζεται στην εσωτερική αντίφαση που παρατηρείται, σύμφωνα με την οποία, αν και η προσεπίκληση αποτελεί μία διαδικαστική πράξη με την οποία διευρύνονται αυτοδίκαια τα υποκειμενικά όρια της δίκης, ειδικά για τις κατηγορίες αναγκαίου ομοδίκου και εμπραγμάτου δικαιούχου, ωστόσο στην υπό κρίση ειδική περίπτωση προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή εξαρτά την λήψη ή όχι της ιδιότητας του διαδίκου από τον προσεπικαλούμενο, ανάλογα από το αν θα ασκήσει ή όχι πρόσθετη παρέμβαση, ομοιάζοντας στην πραγματικότητα με σύνθετη διαδικαστική πράξη.


3.  Ως «δισυπόστατη» διαδικαστική πράξη

Η άποψη αυτή υποστηρίχθηκε αρχικά στην Ιταλία19 και δέχεται ότι η προσεπίκληση είναι μία διαδικασία, η οποία λαμβάνει χώρα σε δύο ξεχωριστά επίπεδα. Το πρώτο οδηγεί στην διεύρυνση των υποκειμενικών ορίων της κυρίας δίκης, ήτοι της δίκης που διεξάγεται μεταξύ του προσεπικαλέσαντος και του αντιδίκου του, με αποτέλεσμα ο προσεπικαλούμενος να αποκτά την ιδιότητα του κυρίου διαδίκου. Παράλληλα, το δεύτερο επίπεδο σχετίζεται με τις σχέσεις μεταξύ προσεπικαλέσαντος και προσεπικαλούμενου, ο δεύτερος των οποίων αποκτά την ιδιότητα του εναγομένου στην δίκη που αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης. Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι η παρούσα άποψη να συνιστά μία σύνθεση δύο απόψεων περί νομικής φύσης: Αφενός της διαμορφωτικής διαδικαστικής πράξης στο πλαίσιο της αρχικής κύριας   δίκης,   η   οποία   οδηγεί   σε  διεύρυνση   των   υποκειμενικών ορίων,



19 Κουτσούκος, Η προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή, σελ.65

καθιστώντας κοινά τα αποτελέσματα της έναντι και του προσεπικαλούμενου, γεγονός που οδηγεί στην δέσμευση του από την απόφαση της κυρίας δίκης. Αφετέρου ως σύνθετης διαδικαστικής πράξης στο πλαίσιο της δίκης προσεπικαλέσαντος - προσεπικαλούμενου, στην οποία ο προσεπικαλούμενος θα λάβει θέση εναγομένου – διαδίκου, όχι λόγω της άσκησης της προσεπίκλησης, αλλά λόγω της παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης που ασκείται εναντίον του. Η νέα λοιπόν ανοιγόμενη δίκη είναι αποτέλεσμα της παρεμπίπτουσας αγωγής και όχι της προσεπίκλησης. Αυτή ωστόσο είναι και η διαφορά από την άποψη περί σύνθετης διαδικαστικής πράξης, η οποία θεωρεί το άνοιγμα νέας δίκης έστω και από το σιωπηρό
«συγκεκαλυμμένο» αίτημα αποζημίωσης που εμπεριέχεται στην προσεπίκληση, αντίθετα με την παρούσα άποψη οφείλει να υποβληθεί και αγωγή αποζημίωσης.
Αντίθετα, η κριτική που ασκείται στην παρούσα άποψη, η οποία  στη βάση της συνιστά μία νομική κατασκευή, σχετίζεται με την διπλή θέση που λαμβάνει ο προσεπικαλούμενος σε κάθε δίκη. Δηλαδή, στην κύρια αρχική δίκη με μόνη την άσκηση της προσεπίκλησης, ο προσεπικαλούμενος λαμβάνει θέση διαδίκου, αντίθετα στη δίκη προσεπικαλέσαντος – προσεπικαλούμενου, αναγκαία προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη παρεμπίπτουσας αγωγής, η οποία θα τον καταστήσει διάδικο και θα δημιουργήσει κατ’ επέκταση εκκρεμοδικία.


4.   Ως γνωστοποίηση της δίκης στον τρίτο και πρόσκληση αυτού προς συμμετοχή.

Πρόκειται για την κλασσική άποψη20 περί προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή και συνιστά την αφετηρία όλων των θεωριών που έχουν αναπτυχθεί κατά καιρούς αναφορικά με τη νομική φύση αυτής. Σύμφωνα με αυτή, η προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή είναι η διαδικαστική πράξη, που περιέχει πέρα από τη γνωστοποίηση της ήδη εκκρεμούς δίκης στον τρίτο και αίτημα πρόσκλησης του προσεπικαλούμενου στην εκκρεμή δίκη, άλλως αίτημα παροχής ένδικης προστασίας για την αναγνώριση της εγγυητικής του ευθύνης, η οποία ταυτόχρονα συνιστά αναγκαία προϋπόθεση της άσκησης της21.



Ειδικότερα, αυτού του είδους η πρόσκληση για συμμετοχή συνιστά την ουσιώδη διαφορά μεταξύ των δύο θεσμών, προσεπίκλησης και ανακοίνωσης, αφού η δεύτερη περιορίζεται αυστηρά στη γνωστοποίηση αυτής.
20 Μητσόπουλος, Δ 22.426, και Η θέσις του δικονομικού εγγυητή κατ’ άρθρα 274 και 277 ΚΠολΔ, Δ5, σελ. 641,  Γέσιου-Φαλτσή, Η πολιτική δίκη σε κίνηση, σελ. 130
21  Νίκας, Πολιτική Δικονομία, σελ.397

Η άποψη αυτή βασίζεται στο άρθρο 89 εδ.β ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο η προσεπίκληση εξομοιώνεται με την άσκηση της αγωγής και έχει της συνέπειες της, μόνο όταν περιέχεται σ’ αυτήν και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης22. Δηλαδή για να προκύψουν τα αποτελέσματα της αγωγής, άρα η ιδιότητα του διαδίκου και οι δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες της, απαιτείται επιπλέον η σώρευση της παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης, λαμβάνοντας κατά τον Ράμμο23  σε αντίθετη περίπτωση,  μία
«ιδιότυπη προπαρασκευαστική μορφή διαδίκου».
Η ενεργοποίηση του προσεπικαλέσαντος αναφορικά με τις δικονομικές δυνατότητες που του παρέχει ο Νόμος έχουν ως συνέπεια τη δυνατότητα άσκησης από την πλευρά του προσεπικαλούμενου πρόσθετης παρέμβασης υπέρ του προσεπικαλέσαντος, σκοπός της οποίας θα είναι ο μετριασμός ή ο εκμηδενισμός των ενδεχόμενων δυσμενών συνεπειών εις βάρος του. Κατόπιν αυτής της δικονομικής ανταπόκρισης του προσεπικαλούμενου, δηλαδή της άσκησης πρόσθετης παρέμβασης, γίνεται δεκτό ότι δεν αποκτά την ιδιότητα του κυρίως διαδίκου, σε σχέση όμως με τον διάδικο υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, δηλαδή του προσεπικαλέσαντος, η ρύθμιση των μεταξύ τους σχέσεων λαμβάνει χώρα βάσει του 84ΚΠολΔ.
Στο αντίστροφο ενδεχόμενο, ήτοι της ύπαρξης προσεπίκλησης, αλλά μη άσκησης πρόσθετης παρέμβασης από τον προσεπικαλούμενο, τότε ο δικονομικός εγγυητής δεν δικαιούται να ασκήσει ένδικα μέσα κατά της απόφασης που αφορά την κύρια δίκη, ούτε όμως ο αντίδικος του προσεπικαλέσαντος δικαιούται να κινηθεί εναντίον του προσεπικαλούμενου, δηλαδή δεν νομιμοποιείται ενεργητικά ή παθητικά. Τέλος, όπως έχει ήδη επισημανθεί, στην περίπτωση που δεν σωρεύθηκε με την προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, ο προσεπικαλούμενος δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση ένδικων μέσων που στρέφονται κατά του προσεπικαλέσαντος, με κύρια αιτία το γεγονός ότι η άσκηση της προσεπίκλησης, ως αυτόνομο γεγονός, δεν δημιουργεί νέα έννομη σχέση δίκης.


IV.  Σύνθεση και Συμπεράσματα της ενότητας

Τόσο η αγωγή, όσο και η προσεπίκληση συνιστούν εκφάνσεις του αρθρ.20 παρ.1 Σ, δηλαδή του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, με αποτέλεσμα ειδικά για την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή να περιέχονται σ’ αυτήν, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που



22  Ράμμος, Εγχειρίδιον Ι, 311-312
23  Ράμμος, Εγχειρίδιον Ι, σελ.312

συνιστούν την ιστορική της βάση από τα οποία προκύπτει ότι ο προσεπικαλούμενος τρίτος είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον προσεπικαλέσαντα, όταν αυτός χάσει τη δίκη (ύπαρξη εγγυητικής ευθύνης). Επιπλέον, δεν μπορεί να παραβλεφθεί η σημασία του άρθρ. 89ΚΠολΔ, στο οποίο ορίζονται οι προϋποθέσεις άσκησης και κοινοποίηση της, αλλά και τα αποτελέσματα της, τα οποία είναι ανάλογα με αυτά της άσκησης της αγωγής24.
Ως εκ τούτου, η πλειονότητα των διάφορων θεωριών περί νομικής φύσης που έχουν αναπτυχθεί προσπαθούν να εντάξουν στο όποιο θεωρητικό σχήμα τη σημασία και τη βαρύτητα που η αγωγή διαθέτει στο δικονομικό μας σύστημα, αναζητώντας αναλογίες αυτόνομης και ανεξάρτητης  παρουσίας της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή. Συγκεκριμένα, η α’  θεωρία περί νομικής φύσης ως σύνθετη διαδικαστική πράξη δέχεται ότι η προσεπίκληση συνιστά όχι μόνο πρόσκληση για συμμετοχή του δικονομικού εγγυητή στη δίκη, αλλά και «συγκεκαλυμμένη» αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας. Η β’ θεωρία ως διαμορφωτική πράξη δέχεται ότι μόνο με την άσκηση της προσεπίκλησης διευρύνονται αυτοδίκαια τα υποκειμενικά όρια της έννομης σχέσης της δίκης, με αποτέλεσμα ο δικονομικός εγγυητής να καθίσταται διάδικος, δηλαδή της δίκης που υφίσταται ήδη μεταξύ του προσεπικαλέσαντος και του αντιδίκου του, υπό τον όρο άσκησης ή μη πρόσθετης παρέμβασης. Η γ’ θεωρία ως «δισυπόστατη» διαμορφωτική πράξη δέχεται ότι η προσεπίκληση είναι η διαδικασία, η οποία αφενός οδηγεί στην διεύρυνση των υποκειμενικών ορίων της κυρίας δίκης, ήτοι της δίκης που διεξάγεται μεταξύ του προσεπικαλέσαντος και του αντιδίκου του, αφετέρου προϋποθέτει άσκηση παρεμπίπτουσας αγωγής  αποζημίωσης, μέσω της οποίας ο προσεπικαλούμενος αποκτά την ιδιότητα του εναγομένου στη δίκη αυτή. Η δ’ θεωρία περί νομικής φύσης αναφέρει  ότι  η προσεπίκληση είναι η διαδικαστική πράξη, που περιέχει πέρα από τη γνωστοποίηση της ήδη εκκρεμούς δίκης στον τρίτο και αίτημα πρόσκλησης του προσεπικαλούμενου στην εκκρεμή δίκη, άλλως αίτημα παροχής ένδικης προστασίας για την αναγνώριση της εγγυητικής του ευθύνης, προϋπόθεση όμως για να επιφέρει τα αντίστοιχα αποτελέσματα με αυτά της αγωγής είναι η άσκηση παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης.
Από την παραπάνω αναφορά προκύπτει η προσπάθεια των θεωρητικών να ερμηνεύσουν και αναλύσουν τις σχετικές διατάξεις περί προσεπίκλησης  σε σχέση με αυτές της αγωγής, καταδεικνύοντας και την άμεση συσχέτιση τους. Είναι όμως διαφορετικό ζήτημα η συσχέτιση μεταξύ τους και άλλο η απόλυτη αναλογική ταύτιση. Δηλαδή, η προσπάθεια πολλών θεωρητικών  να



24  Πανταζόπουλος, Προσεπίκληση, σελ.90επ.

αναδείξουν την αυτόνομη πορεία της προσεπίκλησης, αναφορικά με τις προϋποθέσεις και τις συνέπειες άσκησης της, κατά τη γνώμη του γράφοντος δεν είναι ορθή, μιας και παραβλέπει το πραγματικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται δικαιοπολιτικά η προσεπίκληση. Δηλαδή, ο νομοθέτης στο ενδέκατο κεφάλαιο του ΚΠολΔ παραθέτει τις διαφορετικές μορφές συμμετοχής τρίτων στη δίκη, ειδικά δε την προσεπίκληση, η οποία συνιστά γνωστοποίηση δίκης και πρόσκλησης σε συμμετοχή σε τρίτο να παρέμβει σε εκκρεμή δίκη υπό τη απειλή δυσμενών συνεπειών σε βάρος του. Συνεπώς, η προσεπίκληση έχει καθαρά επιθετικό χαρακτήρα, σε αντίθεση με την ανακοίνωση δίκης που συνιστά μόνο γνωστοποίηση δίκης, επιπλέον δε η προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή, παρέχει την ευχέρεια στον προσεπικαλέσαντα άσκησης παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης. Και αυτό ουσιαστικά συνιστά την ειδοποιό διαφορά σε σχέση με τα λοιπά είδη προσεπίκλησης, στα οποία η άσκηση τους και μόνο διευρύνει τα υποκειμενικά όρια της αρχικής δίκης, αντίθετα η υπό εξέταση μορφή ορθά προϋποθέτει και την άσκηση παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης.
Επιπλέον, η πρόσφατη ΑΠ 1783/200925 προέβη με σαφήνεια στον προσδιορισμό της νομικής φύσης δεχθείσα επί λέξει ότι: «αν ασκηθεί η προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή, κατά τη διάταξη του αρθρ. 88 ΚΠολΔ, χωρίς να σωρευθεί σ’ αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, τότε, μετά την παραδοχή της κύριας αγωγής, η απόφαση δεν θα ασχοληθεί καθόλου με την προσεπίκληση. Και τούτου, διότι η προσεπίκληση δεν είναι επιτευκτική αλλά διαμορφωτική διαδικαστική πράξη, δηλαδή διευρύνει τα υποκειμενικά όρια της εννόμου σχέσεως της δίκης. Το δικονομικό δε αυτό αποτέλεσμα επέρχεται αμέσως, μετά την άσκηση της προσεπίκλησης, ενώ αυτή δεν  περιέχει ίδιο αίτημα το οποίο πρέπει να δεχθεί ή να απορρίψει ούτε καν σιγή  το δικαστήριο. Επί τη βάσει τούτων, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως , με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 9 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο «άφησε αδίκαστη» την ασκηθείσα από  τον αναιρεσίβλητο προσεπίκληση της δευτέρας αναιρεσιβλήτου, ως δικονομικής εγγυήτριας, συνεπεία του περιεχομένου εις αυτή βάρους του πωληθέντος στο ίδιο ακίνητο, με την οποία (προσεπίκληση) απλώς έκρινε νόμιμη κατ’ άρθρο 88 του ΚΠολΔ και τη συνεκδίκασε με την αίτηση της  πρώτης αναιρεσιβλήτου, άλλως από τον αριθμό 8, άλλως από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου του ΚΠολΔ, πρέπει αν απορριφθεί ως απαράδεκτος».
Συνάγεται λοιπόν, ότι αναφορικά με το παραδεκτό άσκησης της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή παρέχεται ευχέρεια και όχι υποχρέωση   σώρευσης   παρεμπίπτουσας   αγωγής   αποζημίωσης,   άρα   το

δικαστήριο στο ενδεχόμενο της μη σώρευσης τους δεν θα ασχοληθεί με την προσεπίκληση μετά την αποδοχή της αγωγής λόγω της μη ύπαρξης αιτήματος σ’ αυτήν. Περαιτέρω συνέπειες από την άσκηση της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή συνίστανται στη διεύρυνση των υποκειμενικών ορίων της εννόμου σχέσεως της δίκης με παροχή δυνατότητας στον προσεπικαλούμενο είτε να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του προσεπικαλέσαντος, είτε να τον υποκαταστήσει στην κύρια δίκη και να τεθεί εκτός δίκης ο προσεπικαλέσας, επιβεβαιώνοντας κατά αυτόν  τον τρόπο την απολύτως κρατούσα άποψη περί διαμορφωτικής και όχι επιτευκτικής διαδικαστικής πράξης.
Τέλος, σκοπός όλων των θεωριών , αλλά και του νομοθέτη είναι η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, μέσω της οικονομίας χρόνου και δαπάνης, η οποία επιτυγχάνεται μέσω της ταυτόχρονης επίλυσης των δύο διαφορών και της αποτροπής έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, γεγονός που διαφυλάσσει το κύρος της δικαιοσύνης.


Γ. Προϋποθέσεις Εφαρμογής

I.                Δικονομική        εγγύηση:        Έννομη        σχέση        μεταξύ προσεπικαλέσαντος και προσεπικαλούμενου.
Η έννομη σχέση, βάσει νόμου ή αδικοπραξίας ή σύμβασης26 μεταξύ προσεπικαλέσαντος και προσεπικαλούμενου πρέπει να προϋπάρχει της εκκρεμοδικίας της αρχικής αγωγής ανάμεσα στον προσεπικαλέσαντα και τον αντίδικο του, συνιστώντας στην πραγματικότητα προδικαστικό ζήτημα του αιτήματος περί αποζημίωσης και ταυτόχρονα προϋπόθεση του παραδεκτού της27. Πιο συγκεκριμένα, η προσεπίκληση αφορά είτε μεταβίβαση δικαιώματος, εξαιτίας της οποίας πρέπει να εξασφαλιστεί η ικανοποίηση του συμφέροντος του αποκτώντος, είτε ύπαρξη ενοχικού δεσμού μεταξύ περισσότερων οφειλετών, βάσει του οποίου παρέχεται στον ικανοποιήσαντα τον κοινό δανειστή συνοφειλέτη δικαίωμα αναγωγής εναντίον τους.
Για παράδειγμα, όπως δέχεται ορθά θεωρία28 και νομολογία29 χωρεί περίπτωση δικονομικού εγγυητή, όταν ο αγοραστής καλεί ως δικονομικό εγγυητή του τον πωλητή και υπόχρεο αυτού σε αποζημίωση, στο πλαίσιο κύριας δίκης που διεξάγεται ανάμεσα στον αγοραστή και τον τρίτο, ο οποίος



26  ΕιρΑθ 1650/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
27 Κεραμεύς, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, σελ. 275, Νίκας, Πολιτική Δικονομίας, σελ. 396, ΜΠρΧαν 347/2008 ΕφΑΔ 1/2010 σελ. 84 με παρατηρήσεις Μπαλογιάννη, ΕφΘες 203/2011 2012, σελ. 162
28 Δεληκωστόπουλος/Σινανιώτης, Ερμηνεία Ι αρθρ.89, παρατηρ.Ι 1, σελ. 246, Ράμμος, Εγχειρίδιον
Ι, 309-310

διεκδικεί το πράγμα(αρθρ.515-516, 382 ΑΚ). Συγκεκριμένα, από την κύρια δίκη είναι δυνατό να υπάρξει κατάφαση της ευθύνης του αγοραστή με το αναγνωρισθεί ότι εκείνος δεν έχει αποκτήσει δικαίωμα από την πώληση, με αποτέλεσμα την απόδοση του πράγματος στον τρίτο, γεγονός που οδηγεί τον αγοραστή να αιτηθεί αποζημίωσης από τον πωλητή. Προκύπτει λοιπόν ότι για να γεννηθεί το δικαίωμα του προσεπικαλέσαντος-αγοραστή για αποζημίωση του σε περίπτωση ήττας του30 είναι η μη εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του προσεπικαλούμενου – πωλητή για την μεταβίβαση της κυριότητας του πράγματος, απαλλαγμένου από νομικά ελαττώματα.
Δεύτερο χαρακτηριστικό παράδειγμα που έχει απασχολήσει την νομολογία31 αποτελεί η ειδικότερη μορφή της παθητικής ενοχής εις ολόκληρον, σύμφωνα με την οποία ευθύνονται περισσότεροι για ορισμένη ζημία (αρθρ.926ΑΚ), ταυτοχρόνως όμως ο ζημιωθείς ασκεί αγωγή μόνο κατά ενός από αυτούς. Στην περίπτωση αυτή, ο εναγόμενος δύναται να προσεπικαλέσει ως δικονομικούς εγγυητές τους υπόλοιπους συνυπόχρεους, ασκώντας το δικαίωμα αναγωγής που έχει κατ’ αυτών (αρθ.927 εδ.α’ΑΚ). Δηλαδή, η προσεπίκληση βασίζεται στην εσωτερική σχέση που συνδέει τον εναγόμενο-συνυπόχρεο με τους λοιπούς μη εναχθέντες –συνυποχρέους, κατά την οποία και εφόσον ηττηθεί ο εναγόμενος-συνυπόχρεος, κατ’ επέκταση θα υποχρεωθούν να καταβάλλουν κατά το λόγο της συμμετοχής τους και οι λοιποί συνυπόχρεοι-προσεπικαλούμενοι.
Κατά συνέπεια και εξ’ αντιδιαστολής, δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, δηλαδή της προϋφιστάμενης έννομης σχέσης μεταξύ προσεπικαλέσαντος και προσεπικαλούμενου, όταν γεννάται δικαίωμα του προσεπικαλέσαντος προς αποζημίωση από γεγονότα μη σχετιζόμενα προς την κύρια δίκη, από τα  οποία είναι δυνατόν να θεμελιωθεί απευθείας και αρχική εναγωγή του προσεπικαλούμενου. Επιπλέον, έχει κριθεί ότι ο ισχυρισμός του προσεπικαλέσαντος ότι κυρίως υπόχρεος για την καταβολή του οφειλόμενου ποσού είναι ο προσεπικαλούμενος τρίτος, καθιστά την προσεπίκληση απαράδεκτη (από άποψη δικονομική), ενόψει της φύσης του ισχυρισμού αυτού ως άρνησης της δικής του υποχρέωσης, καθόσον η άρνηση αυτή υποδηλώνει συγχρόνως και ανυπαρξία προυφιστάμενης έννομης σχέσης δικονομικής εγγύησης32.








30  Νίκας, Πολιτική Δικονομία, σελ.396
31 ΑΠ690/1985 Δ.18.505, ΕφΑθ3774/1982 Αρμ.1983.44-45, ΕφΑθ 6273/1986 Δ.17.741

II.      Συνάφεια μεταξύ των υποθέσεων (εκκρεμούς δίκης και προσεπίκλησης)

Μεταξύ των διαδίκων της αγωγής της ουσιαστικής έννομης σχέσης και αυτής των διαδίκων της προσεπίκλησης απαιτείται αντικειμενική συνάφεια33. Η προϋπόθεση αυτή δεν ορίζεται ρητά στο άρθρ. 88  ΚΠολΔ, αλλά προκύπτει εμμέσως από τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της ήττας του προσεπικαλέσαντος στη δίκη επί της αγωγής και της έννομης σχέσης της εγγυητικής ευθύνης προς αποζημίωση του προσεπικαλούμενου, όσο και από το περιεχόμενο της ήττας του34. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση επί της απώλειας της αρχικής δίκης από τον εναγόμενο – προσεπικαλέσαντα, πρέπει να προκύπτει άμεση και ειδική συνάφεια, αναφορικά με την νέα εναγωγή – προσεπίκληση προς τον προσεπικαλούμενο δικονομικό εγγυητή. Άρα, η αξίωση αποζημίωσης του προσεπικαλέσαντος πρέπει αναγκαίως να βασίζεται στη συγκεκριμένη θεώρηση της ήττας του. Σε πρακτικό επίπεδο, η συνάφεια διαπιστώνεται σε κάθε περίπτωση, εάν ο προσεπικαλούμενος θα μπορούσε να εναχθεί από τον αντίδικο του προσεπικαλέσαντος, βάσει των ρυθμίσεων του ουσιαστικού δικαίου, έτσι όπως ενήχθη ο τελευταίος. Αντίθετα, δυσκολότερη κρίνεται η περίπτωση απόδειξης της συνάφειας, αν ο προσεπικαλούμενος δεν έχει σχέση με τον αντίδικο του προσεπικαλέσαντος, αλλά και με την κυρία, ουσιαστικού δικαίου έννομη σχέση.


IΙΙ. Σύνθεση και Συμπεράσματα της Ενότητας

Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή αφορούν στην ύπαρξη έννομης σχέσης μεταξύ προσεπικαλέσαντα και προσεπικαλούμενου, στην συνάφεια των υποθέσεων κύριας δίκης και νέας ανοιγόμενης με την προσεπίκληση δίκη, σε συνδυασμό με την ήττα στην κύρια δίκη του προσεπικαλέσαντος. Εκτός των άνω ειδικότερων προϋποθέσεων, επόμενο είναι ότι για την άσκηση της θα πρέπει να συντρέχουν όλες οι γενικές διαδικαστικές προϋποθέσεις που αφορούν στο πρόσωπο του τρίτου, στο αντικείμενο της δίκης ή στο δικαστήριο που εισάγεται35.








33 ΕφΑθ 4803/1996 ΕλλΔνη 1997. 1875
34 Μακρίδου Κ., Πρόσθετοι λόγοι εφέσεως κατά τον ΚΠολΔ, 59-64

Δ. Λοιπά ζητήματα

I.  Αρμοδιότητα
Σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ.1 ΚΠολΔ «δίκες που έχουν μεταξύ τους σχέση κύριου και παρεπομένου, ιδίως οι παρεμπίπτουσες αγωγές, οι αγωγές για εγγύηση, οι παρεμβάσεις και άλλες όμοιες υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου της κυρίας δίκης». Καθιερώνεται λοιπόν αποκλειστική ειδική δωσιδικία του δικαστηρίου της αγωγής για την προσεπίκληση κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις γενικής ή ειδικής δωσιδικίας, αναπτύσσοντας σε κάθε περίπτωση την σχέση κύριου- παρεπομένου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η οικονομία της δίκης μέσω της υποχρεωτικής συνεκδίκασης και της αποφυγής έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων. Σχετικά με τον καθορισμό της τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου της αγωγής δεν υπάρχει καμία αλλαγή. Επιπρόσθετα, δεν δημιουργεί πρόβλημα η ύπαρξη του άρθρου 31 παρ.2 ΚΠολΔ, σχετικά με την καθ’ ύλη αρμοδιότητα, δηλαδή «στην αρμοδιότητα  του πολυμελούς πρωτοδικείου που δικάζει την κύρια δίκη υπάγονται οι παρεπόμενες υποθέσεις της αρμοδιότητας του μονομελούς πρωτοδικείου και του ειρηνοδικείου και στην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου που δικάζει την κύρια δίκη υπάγονται οι παρεπόμενες υποθέσεις της αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου», διότι στις περιπτώσεις αναγωγής το αιτούμενο ποσό θα είναι ίσο ή μικρότερο απ’ αυτό που ζητείται με την αγωγή του αντιδίκου του προσεπικαλούντος, με αποτέλεσμα το δικαστήριο να είναι καθ’ ύλην αρμόδιο για την προσεπίκληση είτε σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, είτε κατά το άρθρο 31 παρ.2 ΚΠολΔ36. Οι άνω διατάξεις έχουν τεθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο με σκοπό να εξασφαλιστεί ότι οι υπό κρίση διαφορές υπάγονται στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου που διαθέτει τα περισσότερα εχέγγυα ορθής κρίσης.
Ιδιαίτερος προβληματισμός37 προκαλείται στο ενδεχόμενο οι διαφορές από την επίμαχη έννομη σχέση προσεπικαλέσαντος –προσεπικαλούμενου να υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα ανώτερου δικαστηρίου. Τότε, κατά την κρατούσα γνώμη γίνεται διάκριση αν με την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή σωρεύεται αγωγή αποζημίωσης ή όχι. Έτσι, όταν σωρεύεται αγωγή αποζημίωσης, τότε διατάσσεται ο χωρισμός της και η παραπομπή της στο αρμόδιο καθ’ ύλην δικαστήριο, η δε ασκηθείσα προσεπίκληση συνεκδικάζεται από το δικαστήριο της κύριας δίκης38. Αντίθετα, στην περίπτωση που δεν έχει σωρευθεί αγωγής αποζημίωσης, η



36 Μαργαρίτης, Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, σελ. 187, Κρητικός, Αποζημίωση στα τροχαία αυτοκινητιστικά ατυχήματα, σελ. 2420, 2478
37  Φιλιώτης Ι, ΕΠολΔ, 2014, 595-601

ασκηθείσα προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή θα συνεκδικαστεί με την κύρια αγωγή, η δε απόφαση που θα εκδοθεί και η κρίση περί της ευθύνης  του δικονομικού εγγυητή θα είναι παρεμπίπτουσα και δεν θα αποτελεί δεδικασμένο, αφού το δικαστήριο δεν έχει την αρμοδιότητα να αποφανθεί επ’ αυτής39. Στα ίδια άνω δικονομικά αποτελέσματα οδηγούμαστε και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι διαφορές από την επίμαχη έννομη σχέση υπάγονται στη δικαιοδοσία διοικητικού ή αλλοδαπού δικαστηρίου ή οι διαφορές εκδικάζονται κατά διαφορετική διαδικασία.
Τέλος, έντονη είναι διχογνωμία40, αν απαιτείται ως προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή, η εγγραφή στο βιβλίο διεκδικήσεων, σύμφωνα με το αρθρ. 220 παρ.1 ΚΠολΔ, ειδικά στην περίπτωση εκείνη, στην οποία ο αγοραστής προσεπικαλεί στην κύρια δίκη τον πωλητή-προσεπικαλούμενο. Δηλαδή, αν και το άνω άρθρο , σκοπό έχει την προστασία των τρίτων, παρέχοντας επιπλέον ασφάλεια κατά τις συναλλαγές, στην προκειμένη περίπτωση, η πλέον δόκιμη λύση κινείται προς την κατεύθυνση της μη εγγραφής στο βιβλίο διεκδικήσεων, αφού το αντικείμενο της δίκης στην προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή σχετίζεται με ενοχικές έννομες σχέσεις, περιεχόμενο των οποίων είναι η υποχρέωση του δικονομικού εγγυητή να αποζημιώσει τον  προσεπικαλέσαντα σε περίπτωση δυσμενούς έκβασης της κύριας δίκης και όχι αντιδικία που αφορά ακίνητα ή γενικά εμπράγματα δικαιώματα.


II. Νομιμοποίηση.

1.  Ενεργητική Νομιμοποίηση

Σύμφωνα με το αρθρ.88ΚΠολΔ ενεργητικά νομιμοποιούνται για την άσκηση της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή ο ενάγων, ο εναγόμενος και ο κυρίως παρεμβαίνων. Στο πλαίσιο λοιπόν της κύριας δίκης, τα άνω πρόσωπα υπέχουν θέσης κυρίων διαδίκων41, από τη δυσμενή έκβαση της οποίας θα εξαρτηθεί το δικαίωμα τους να ζητήσουν αποζημίωση από τον τρίτο. Αντίθετα, η διάταξη δεν συμπεριλαμβάνει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα στα προς ενεργητικώς νομιμοποιούμενα πρόσωπα για την άσκηση της προσεπίκλησης, μιας και η θεωρία42 συμφωνεί ότι δεν αποκτά με την άσκηση της παρέμβασης του την ιδιότητα του υποκειμένου της έννομης



39  ΕφΑθ 1506/1990, ΑρχΝ 1991.323
40 Αρνητικά-δεν απαιτείται εγγραφή: Κουτσούκος, Η προσεπίκληση, σελ. 234, Πανταζόπουλος, Η προσεπίκλησης, σελ.168/ Θετικά –Απαιτείται εγγραφή: Μπέης, Ερμηνεία, άρθρ. 220, παρατηρ. ΙΙΙ 9, σελ. 986-987.
41 Καλαβρός/Κλουκίνας/Σταματόπουλος, Εφαρμογές, 72, Γέσιου-Φαλτσή, Πολιτική Δίκη ΙΙα, 135,
Ράμμος, Στοιχεία Ι, 210
42 Πανταζόπουλος, Προσεπίκληση 168, Κουτσούκος, Προσεπίκληση, 166

σχέσης της δίκης. Δηλαδή, ο τρίτος προσθέτως παρεμβάς τάσσεται με την πλευρά ενός μέρους ήδη υφιστάμενης αντιδικίας παρέχοντας διαδικαστική βοήθεια και υποστήριξη, με αποτέλεσμα η δικαστική κρίση να μην είναι δυνατόν να αφορά δικαιώματα ή υποχρεώσεις των οποίων φορέας είναι ο τρίτος.

2.  Παθητική Νομιμοποίηση

Η προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή έχει ήδη επισημανθεί ότι εντάσσεται στο πλαίσιο των σύνθετων δικών, ειδικά δε στην συμμετοχή τρίτων στη δίκη. Κατ’ επέκταση, ο προσεπικαλούμενος ως δικονομικός εγγυητής συνιστά τρίτο πρόσωπο στην ήδη ανοιχθείσα δίκη, διαφορετικός ως προς την έννοια και τη σημασία από τους αρχικούς διαδίκους.
Σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία της τυπικής έννοιας του διαδίκου, διάδικος θεωρείται το πρόσωπο εκείνο στο όνομα του οποίου ή εναντίον του οποίου ζητείται η δικαστική προστασία43. Άρα, εξ αντιδιαστολής, τρίτος δεν είναι το πρόσωπο στο όνομα του οποίου ή εναντίον του οποίου ζητείται δικαστική προστασία. Πρόκειται για την θεωρία εκείνη η οποία κρίνει με κριτήρια αυστηρά δικονομικά την έννοια του διαδίκου,  σχετιζόμενη  άμεσα με την αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, μη ταυτιζόμενης κατ’ αυτόν τον τρόπο με την νομιμοποίηση, η οποία στηρίζεται στο ουσιαστικό δίκαιο για την εκτίμηση της. Περαιτέρω, με την θεωρία αυτή περί του τυπικού κριτηρίου επιτρέπεται η διεξαγωγή δίκης από πρόσωπα, τα οποία δεν ισχυρίζονται μεν ότι είναι φορείς της έννομης σχέσης, η οποία φέρεται προς κρίση, τέτοια δε είναι οι μη δικαιούχοι ή μη υπόχρεοι διάδικοι. Προκύπτει λοιπόν, ότι ο προσεπικαλούμενος τρίτος δεν είναι διάδικος44 της  κύριας  δίκης μιας και δεν έχει ζητηθεί υπέρ ή εναντίον του η δικαστική προστασία.


III. Ορισμένο

Παρατηρείται συχνά στη δικαστηριακή πρακτική, η προσεπίκληση να βασίζεται στον ισχυρισμό του προσεπικαλέσαντος ότι ο προσεπικαλούμενος είναι ο αποκλειστικός υπαίτιος της προξενηθείσας ζημίας στον αντίδικο του και συνεπώς υπεύθυνος αποζημίωσης45. Επίσης, υποβάλλεται αίτημα να καταδικαστεί ο προσεπικαλούμενος σε ότι πρόκειται να καταδικαστεί ο προσεπικαλέσας – εναγόμενος απέναντι στον αντίδικο του. Οι άνω ισχυρισμοί συνιστούν άρνηση της ιστορικής βάσης της κύριας αγωγής του



43 Σταματόπουλος, Δ.15, 816, Γεσιου-Φαλτσή, Ομοδικία, 22-23, Ράμμος, Κύρια Παρέμβασις, 56 44 Κολοτούρος Π., Ερημοδικία κυρίων διαδίκων επί υπάρξεως προσθέτου παρεμβάσεως, 2001, Δίκη, σελ.1177επ.
45  ΕιρΣάμου 100/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

ενάγοντος με αποτέλεσμα πρώτον την απόρριψη της και δεύτερον τη μη δικαιολόγηση της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή, η οποία ορθώς απορρίπτεται46.
Για το ορισμένο της προσεπικλήσεως πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια τα στοιχεία εκείνα που καταδεικνύουν την ευθύνη του προσεπικαλούμενου, ιδιαίτερα όμως τα περιστατικά που στοιχειοθετούν το πταίσμα του και για το νόμω βάσιμο της αγωγής το περιεχόμενο της έννομης σχέσης μεταξύ προσεπικαλέσαντος και προσεπικαλούμενου47, υπόκειται δε τέλος σε δικαστικό ένσημο.


Ε. Ειδική περιπτωσιολογία

I.  Η σχέση με την αίτηση για τη χορήγηση ασφαλιστικών μέτρων

Η θεωρία48 και η νομολογία49 δέχονται ότι είναι δυνατή η προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή στο πλαίσιο δίκης για τη χορήγηση ασφαλιστικών μέτρων. Η ορθότητα αυτής της θέση πρέπει να κριθεί με βάση τον ίδιο τον θεσμό της προσωρινής δικαστικής προστασίας και τη λειτουργία που επιτελεί.
Συγκεκριμένα, βασική αρχή των ασφαλιστικών μέτρων συνιστά η απαγόρευση ικανοποίησης του δικαιώματος, του οποίου ζητείται η εξασφάλιση (αρθρ.691 παρ.4 ΚΠολΔ). Συνεπώς, αυτό που διακυβεύεται σε αυτές τις δίκες είναι η δυνατότητα για την παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας και όχι η συνολική διάγνωση του επίδικου δικαιώματος. Επιπρόσθετα, η κρίση του δικαστηρίου βασίζεται στην πιθανολόγηση αναφορικά με το εξεταστέο δικαίωμα ή τη ρύθμιση της κατάστασης.
Στην προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή, αναφορικά με την σχέση της με την δίκη των ασφαλιστικών μέτρων , ενδεχομένως αυτό που θα ήταν σε θέση να επιδιώξει ο προσεπικαλέσας είναι η εξασφάλιση της απαίτησης του έναντι του προσεπικαλούμενου, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της ήττας του στην εν λόγω δίκη. Το γεγονός αυτό θα λάβει χώρα με τη σώρευση στην προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή αίτησης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, με περιεχόμενο την προσωρινή επιδίκαση της απαίτησης του προσεπικαλέσαντος έναντι του τρίτου(αρθρ.728 ΚΠολΔ). Ωστόσο, ακόμα και αυτή η δυνατότητα , δηλαδή της προσεπίκλησης του δικονομικού   εγγυητή   στα  πλαίσια  μίας   δίκης  ασφαλιστικών  μέτρων  θα



46 ΑΠ 690/1985 Δ.1987.505, ΕφΑθ 7770/2000 ΕλλΔνη 2002. 1083
47  ΑΠ 690/1985, Δ.1987.505
48 Ράμμος, Εγχειρίδιον ΙΙΙ, 1794-1795, Τζίφρας, Ασφαλιστικά Μέτρα, 33
49 ΜονΠρωτΘες 1950/78 Δ.9.803 με ενημερωτικό σημείωμα Παπαχριστοπούλου, ΜονΠρωτΙωανν 419/84 ΕλλΔνη 26(1985).328

πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ειδικές προϋποθέσεις που ισχύουν στο  σχετικό άρθρ. 728ΚΠολΔ αναφορικά με το νόμω βάσιμο της σχετικής προσεπίκλησης, γεγονός που δεν οδηγεί σε ικανοποιητικά αποτελέσματα, ορθότερα όμως θα μπορούσε να προταθεί η δυνατότητα του υπέρ ‘ου η δικονομική εγγύηση να προβεί μετά την ήττα του στην υποβολή αυτοτελούς αίτησης κατά του δικονομικού εγγυητή του ζητώντας την προσωρινή επιδίκαση που έχει κατ’ αυτού. Με τον τρόπο αυτό, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων χαρακτηρίζεται από ταχύτητα στην εκδίκαση και στην έκδοση της απόφασης συνεπάγεται ότι θα μπορούσε να αποφευχθεί η άσκηση προσεπίκλησης κατά το προηγούμενο στάδιο.


ΙΙ. Σύγκρουση οχημάτων – εις ολόκληρον συνοφειλέτες και ασφαλιστές – δικαίωμα προσεπικλήσεως ασφαλιστών

Ως κλασσικό παράδειγμα παθητικής ενοχής εις ολόκληρον, ως αποτέλεσμα αδικοπραξίας, αποτελεί όταν πολλοί ευθύνονται παραλλήλως απέναντι στον παθόντα προς αποκατάσταση της ζημίας του50. Δηλαδή σε σύγκρουση αυτοκινήτων ευθύνονται , βάσει διάφορων διατάξεων νόμου, οι υπαίτιοι οδηγοί, οι κύριοι των αυτοκινήτων και οι ασφαλιστές των υπαιτίων οχημάτων. Η ευθύνη καθενός από τα άνω πρόσωπα είναι αυτοτελής, στηριζόμενη σε διαφορετική διάταξη νόμου και συγκεκριμένα, η ευθύνη των πρώτων στις ΑΚ914,297 και 298, η ευθύνη των δεύτερων στο αρθρ. 4 εδ.β’ ν.ΓπΝ/1911  και  η  ευθύνη  των  τρίτων  στο  αρθρ.  10  παρ.1  π.δ 237/1986
«Κωδικοποίηση των περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως διατάξεων».
Ως αποτέλεσμα των παραπάνω συνάγεται ότι ο παθών δικαιούται να στραφεί καθ’ οιονδήποτε από τους έναντι αυτού υποχρέους και να ζητήσει να τον αποζημιώσει αυτός ολοκληρωτικώς, δημιουργώντας παθητικής εις ολόκληρον ενοχή (ΑΚ481). Περαιτέρω, συνάγεται ότι αν ένα από τους (συν) οφειλέτες ικανοποιήσει τον παθόντα/δανειστή, τότε εκείνος με τη σειρά του αποκτά κατά των υπολοίπων δικαίωμα αγωγής εξ αναγωγής, ανάλογα με το βαθμό πταίσματος του καθενός51. Προκύπτουν λοιπόν ως εκ του νόμου δικονομικοί εγγυητές, όλοι εκείνοι από τους συνοφειλέτες έναντι αυτού που ικανοποίησε τον παθόντα, οι οποίοι πλέον αναλαμβάνουν την υποχρέωση αποζημίωσης του αρχικού συνοφειλέτη τους και νυν δανειστή τους.
Όμως, εκτός της άνω παραδοχής, στο υπό κρίση παράδειγμα, σημασία διαδραματίζει το είδος της ευθύνης, αφού αφενός οι συνυπαίτιοι οδηγοί ευθύνονται  υποκειμενικώς,  με  αποτέλεσμα  η  ζημία  να  επιμερισθεί μεταξύ



50 Γεωργίου Κ., Ιδιωτική Ασφάλιση και Αποζημίωση από τροχαία ατυχήματα, 92-107
51  ΑΠ 299/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

αυτών, ώστε να την αναλάβουν αποκλειστικώς εκείνοι που βαρύνονται με πταίσμα (δόλος/αμέλεια52), αφετέρου οι ασφαλιστές ευθύνονται αντικειμενικώς. Δηλαδή, αν και αρχικά φαίνεται ότι η διάταξη που ισχύει είναι η 487παρ.1 ΑΚ, δηλαδή μεταξύ πολλών συνοφειλετών ευθύνονται κατ’ ίσα μέρη, εκτός εάν κάτι άλλο προκύπτει από τη σχέση, στην προκειμένη περίπτωση υπερισχύουν ειδικές διατάξεις, όπως ο συνδυασμός των 926 και 927 ΑΚ, δηλαδή το μέτρο της ευθύνης προσδιορίζεται από το δικαστήριο στη βάση του πταίσματος του κάθε οφειλέτη. Οι τελευταίες αυτές διατάξεις βασίζονται στη γενικότερη αρχή που διέπει το δίκαιο μας και συγκεκριμένα της αρχής της διαβαθμίσεως της ευθύνης, ανάλογα με το βαθμό της υπαιτιότητας του κάθε συνοφειλέτη.
Συνάγεται λοιπόν και σε συσχετισμό και με το υπό κρίση παράδειγμα ότι ο αντικειμενικώς ευθυνόμενος συνοφειλέτης ( εν προκειμένω ο ασφαλιστής) δεν θα έχει οποιαδήποτε ευθύνη εξ αναγωγής έναντι του καταβάλοντος συνοφειλέτη του, δηλαδή δεν δημιουργείται δικονομική εγγύηση του αντικειμενικώς ευθυνόμενου συνοφειλέτη, με αποτέλεσμα ο καταβάλλων συνοφειλέτης να μπορεί να στραφεί μόνο κατά των συνυπαιτίων της ζημίας53. Άρα και ουδείς ασφαλιστής, λόγω της αντικειμενικής του ευθύνης δικαιούται να στραφεί αναγωγικώς κατά άλλων ασφαλιστών, σε περίπτωση που ικανοποιήσει τον παθόντα, πλην των συνυπαιτίων οδηγών, άρα ούτε και δικαιούται να προσεπικαλέσει στη κύρια ανοιχθείσα δίκη άλλο ασφαλιστή.


III. Προσεπίκληση και Κεφάλαια οριστικής απόφασης

Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η διάγνωση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου της κυρίας αγωγής και της προσεπικλήσεως του δικονομικού εγγυητή ιδρύουν ένα ή περισσότερα κεφάλαια δίκης, ξένα ή αναγκαίως συνεχόμενα.



Ως κεφάλαιο54 θεωρείται η οριστική διάταξη της πρωτοβαθμίου αποφάσεως, η οποία αποφαίνεται επί του παραδεκτού ή (και) του βάσιμου κάθε αυτοτελούς αιτήσεως παροχής έννομης προστασίας. Στις περιπτώσεις προσεπίκλησης του αναγκαίου ομοδίκου (αρθρ. 86ΚΠολΔ) και του αληθούς κυρίου ή νομέως (αρθρ. 87 ΚΠολΔ), το αντικείμενο της αρχικής δίκης δεν διευρύνεται με την άσκηση της προσεπίκλησης, αλλά ο τρίτος προσεπικαλούμενος υποχρεώνεται να μετάσχει στην εκκρεμή δίκη, αποκτώντας θέση αναγκαίου ομοδίκου. Συνεπώς, το σύνολο των παραγόντων της δίκης παραδεκτά δύνανται να ασκήσουν έφεση.
52  ΕφΑθ7960/2006 ΕλλΔνη 2008/820
53 Γεωργιάδης/Σταθόπουλος(-Γεωργιάδης Απ), ΕρμΑΚ, αρθρ. 927, σε. 784-785
54 Μακρίδου Κ, Πρόσθετοι λόγοι έφεσης κατά τον ΚΠολΔ, 42

Αντίθετα, στην προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή (αρθρ.88 ΚΠολΔ) έχει ήδη επισημανθεί ότι η επίμαχη έννομη σχέση είναι διαφορετική και προυφιστάμενη της έννομης σχέσης της κύριας δίκης. Συνεπώς, η απόφαση που κάνει δεκτή την αγωγή και την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή αποτελείται από δύο διαφορετικές οριστικές διατάξεις επί διαφόρων αντικειμένων δίκης, άρα από δύο ιδιαίτερα κεφάλαια δίκης, εκ των οποίων  το πρώτο προβαίνει σε κρίση περί του παραδεκτού και βασίμου της κυρίας αγωγής, το δε δεύτερο περί του παραδεκτού και βασίμου της προσεπικλήσεως55. Παρά το γεγονός της διαφορετικότητας των εννόμων σχέσεων, δεν παύει να υφίσταται ανάμεσα τους μία αναγκαία συνάφεια, άλλως στενός αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην ήττα του προσεπικαλέσαντος και την εγγυητική ευθύνη και υποχρέωση προς αποζημίωση του προσεπικαλούμενου, με αποτέλεσμα η διάγνωση επί της κύριας αγωγής, της προσεπικλήσεως και της παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης να συνιστούν κεφάλαια αναγκαίως συνεχόμενα.


IV.  Προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή και Διαιτησία

Το ζήτημα που τίθεται είναι η τύχη της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή κατά την περίπτωση εκείνη που οι διαφορές από την επίμαχη έννομη σχέση έχουν υπαχθεί με έγκυρη συμφωνία στη διαιτησία. Δηλαδή, υπό την προϋπόθεση αυτή, σε συνδυασμό με την παραδεκτή προβολή του σχετικού ισχυρισμού κατ’ αρθρ. 263ΚΠολΔ, τότε η ασκηθείσα προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή μετά της τυχόν σωρευθείσας σ’ αυτήν αγωγής αποζημίωσης παραπέμπεται κατά την κρατούσα γνώμη στη διαιτησία56. Στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγουμε, ήτοι της παραπομπής κατά την κρατούσα άποψη στη διαιτησία και όταν με την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή δεν έχει σωρευθεί αγωγή αποζημίωσης57.
Να σημειωθεί ότι ανάλογο είναι το αποτέλεσμα και στην περίπτωση που με ρήτρα παρεκτάσεως έχουν υπαχθεί στην αποκλειστική δικαιοδοσία και αρμοδιότητα ορισμένου ημεδαπού ή αλλοδαπού δικαστηρίου, οι διαφορές από την επίμαχη έννομη σχέση προσεπικαλέσαντος –προσεπικαλούμενου. Τότε, η ασκηθείσα προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή ενώπιον του δικαστηρίου της κυρίας δίκης είτε θα παραπεμφθεί στο δικαστήριο της παρεκτάσεως,  αν  είναι  ημεδαπό,  είτε  θα  απορριφθεί  ως  απαράδεκτη,  αν




55 Μακρίδου Κ, Πρόσθετοι λόγοι έφεσης κατά τον ΚΠολΔ, 61
56  ΑΠ1356/1982, ΝοΒ 1984.2007

είναι αλλοδαπό, ανεξαρτήτως αν στην προσεπίκληση σωρεύεται ή όχι αγωγή αποζημιώσεως58.
Αντίθετη άποψη εκφράζει ο Φιλιώτης59, ο οποίος θεωρεί τις άνω συνέπειες μη σύννομες, αδικαιολόγητες και ανεπιεικείς και αντίθετες στην πράξη και τις συνήθεις διεθνείς συναλλαγές. Πιο συγκεκριμένα, στις περιπτώσεις διαφορών που η επίμαχη σχέση υπάγεται στη δικαιοδοσία αλλοδαπού ή διοικητικού δικαστηρίου ή στην καθ’ ύλην ή κατά λειτουργία αρμοδιότητα άλλου δικαστηρίου, η απλή προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή συνεκδικάζεται με την κύρια αγωγή, ανεξαρτήτως αν σωρεύθηκε ή όχι παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης. Η δε κρίση περί της  προσεπίκλησης σε συνάρτηση με την κρίση της κυρίας αγωγής δεν είναι κυρία αλλά παρεμπίπτουσα, δίχως να δεσμεύει με το δεδικασμένο της. Η κρίση αυτή είναι αποτέλεσμα των περαιτέρω ενεργειών που προκαλούνται από την άσκηση της προσεπίκλησης, δηλαδή είτε της  πρόσθετης παρέμβασης είτε της υποκατάστασης του προσεπικαλέσαντος από τον προσεπικαλούμενο, αναφορικά με το παραδεκτό και νόμιμο τους, σε σχέση με την επίμαχη έννομη σχέση. Το ίδιο θα έπρεπε να ισχύει κατά αναλογικό τρόπο και όταν υπάρχει συμφωνία για υπαγωγή διαφοράς στη διαιτησία, δηλαδή το δικαστήριο της κυρίας αγωγής να είναι σε θέση να κρίνει παρεμπιπτόντως την απλή προσεπίκληση και τις συνέπειες της, δηλαδή την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης ή υποκατάστασης από τον προσεπικαλούμενο, αφού συχνά στις συναλλαγές συνομολογούνται όροι σε συμβάσεις δικονομικής εγγυήσεως μεταξύ προσεπικαλέσαντος και προσεπικαλούμενου, με κύρια υποχρέωση του τελευταίου, την ανάληψη του δικαστικού αγώνα.


Ε. Η δικονομική θέση του προσεπικαλούμενου έναντι των αρχικών διαδίκων

I.  Οι διατυπωθείσες απόψεις
Αναφορικά με τη δικονομική θέση του προσεπικαλούμενου έχει διατυπωθεί η άποψη ότι με την προσεπίκληση διευρύνονται τα υποκειμενικά όρια της εκκρεμούς αρχικής δίκης, δηλαδή ο προσεπικαλούμενος γίνεται διάδικος. Αποτέλεσμα της άνω θέσης είναι η μη δημιουργία νέας έννομης σχέσης δίκης μεταξύ προσεπικαλέσαντος και προσεπικαλούμενου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο δικονομικός εγγυητής δεν προσεπικλήθηκε ως απλός ή αναγκαίος ομόδικος, αλλά ως υποκείμενο της εξαρτώμενης έννομης



58 Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νίκας), ΚΠολΔ Ι(2000), 42 αρ.9, Κουτσούκος Ν., ο.π., 216-218

θέσης της εγγυητικής του ευθύνης60, συνεπώς η δημιουργούμενη σχέση ομοδικίας καθίσταται πλασματική. Γίνεται αναλογική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 74 και 76 ΚΠολΔ. Ο προσεπικαλούμενος δεν αποκτά τα χαρακτηριστικά των κυρίων διαδίκων, αλλά ως έχων τις εξουσίες αυτών, κατ’ αναλογική εφαρμογή των διατάξεων περί αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (άρθρα 83, 76-78 ΚΠολΔ).
Αντίθετη άποψη διατυπώνει ο Νίκας61, ο οποίος δεν θεωρεί τον προσεπικαλούμενο δικονομικό εγγυητή αναγκαίο ομόδικο του προσεπικαλέσαντος και διάδικο στης κυρία δίκη, εφόσον δεν προσέρχεται στη δίκη ή προσέρχεται και, χωρίς να παρέμβει, περιορίζεται στην απόκρουση της προσεπικλήσεως και στην άρνηση της υποχρεώσεως για αποζημίωση, αλλά διάδικο στη νέα δίκη που ανοίχθηκε εξαιτίας της προσεπικλήσεως. Αντίθετα, στις άλλες δύο περιπτώσεις της προσεπίκλησης, ο προσεπικαλούμενος καθίσταται με μόνη την προσεπίκληση διάδικος και αναγκαίος ομόδικος, έστω και αν δεν ασκηθεί παρέμβαση. Πιο συγκεκριμένα, βάσει της απόψεως αυτής, η οποία υποστηρίζεται επιπρόσθετα από Καργάδο62, Κουτσούκο63 είναι ότι θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των διαφορετικών έννομων σχέσεων που υπάρχουν, ήτοι του προσεπικαλέσαντος με τον αντίδικο του και του προσεπικαλέσαντος – προσεπικαλούμενου. Ως εκ τούτου, ο προσεπικαλούμενος είναι διαρκώς τρίτο πρόσωπο, ως προς την αρχική δίκη, αντίθετα στη δίκη της προσεπίκλησης υφίσταται έννομη σχέση μεταξύ προσεπικαλέσαντος και προσεπικαλούμενου, ο οποίος θα υπέχει ευθύνης προς αποζημίωση, εάν και εφόσον ο προσεπικαλέσας ηττηθεί στην αρχική δίκη, ενεργοποιώντας κατ’ επέκταση την εγγυητική του ευθύνη.


II. Η πρακτική διάσταση των δύο απόψεων

Αναφορικά με την πρώτη αναφερόμενη περίπτωση, δηλαδή της θεώρησης του προσεπικαλούμενου ως αναγκαίου ομοδίκου του προσεπικαλέσαντος, η δέσμευση του προσεπικαλούμενου δικονομικού εγγυητή από το δεδικασμένο της απόφασης, δεν είναι απόρροια του άρθρου 76 παρ.1β ΚΠολΔ, το οποίο καλύπτει τις υποθέσεις τρίτων με επέκταση του δεδικασμένου βάσει ρητών διατάξεων, αλλά συνέπεια της ιδιότητας του διαδίκου   κατ’   άρθρο   325   αριθ.1  ΚΠολΔ.   Επιπλέον   εξαιτίας   αυτού του



60 Γέσιου-Φαλτσή Π, Η πολιτική δίκη σε κίνηση ΙΙα, σελ.127, Πανταζόπουλος , Προσεπίκληση, σελ. 135επ.
61 Νίκας, ΠολΔ, σελ. 402, ΑΠ 1318/1980, ΝοΒ 1981.665, ΕφΑθ 2416/2010 ΕλλΔνη 2011 850,
ΕφΑθ 6841/2008 ΕφΑΔ 2009. 597
62  Καργάδος, Σχέσεις, σελ.153-154

γεγονότος δεν είναι δυνατή η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων απέναντι σ’ αυτούς, δηλαδή προσεπικαλέσαντα και προσεπικαλούμενο, οι οποίοι λειτουργούν ως μία δικονομική ενότητα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 76 παρ. 1δ’ ΚΠολΔ.
Παράλληλα, λόγω της ύπαρξης της αναγκαίας ομοδικίας μεταξύ προσεπικαλέσαντος και προσεπικαλούμενου, αν δεν εμφανιστεί κάποιος στη δίκη εκπροσωπείται από τον παριστάμενο. Προϋπόθεση η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση με την προσεπίκληση του προσεπικαλούμενου, ενώ οι πράξεις του ενός ωφελούν και βλάπτουν τον άλλο (άρθρο 76 παρ.1 ΚΠολΔ). Ο απών προσεπικαλέσας ή προσεπικαλούμενος πρέπει να καλείται στις μεταγενέστερες διαδικαστικές πράξεις (άρθρο 76 παρ.3 ΚΠολΔ), ειδικότερα δε η άσκηση ένδικου μέσου από κάποιον έχει συνέπειες και για τον άλλο (άρθρο 76 παρ.4 ΚΠολΔ) και πρέπει να καλείται στη συζήτηση ο μη ασκήσας αυτό. Το ένδικο μέσο του αντιδίκου του προσεπικαλέσαντος πρέπει να απευθύνεται και κατά του προσεπικαλούμενου, ενώ η επίσπευση της συζήτησης πρέπει να γίνεται με κλήτευση τόσο του προσεπικαλέσαντος, όσο και του προσεπικαλούμενου.
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 77 ΚΠολΔ, ο προσεπικαλούμενος μπορεί να προτείνει αντιφατικούς ισχυρισμούς σε σχέση με τον προσεπικαλέσαντα, οι οποίοι εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, ωστόσο δύναται να προστατευθεί καλύτερα, μέσω της άσκησης εκούσιας και απλής πρόσθετης παρέμβασης.
Αντίθετα, αναφορικά με την δεύτερη υπό κρίση περίπτωση η οποία εκφράζεται από τον Νίκα64, έγινε κατανοητό ότι υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις δίκης. Στην πρώτη κύρια δίκη, εφόσον δεν ασκήσει παρέμβαση ο προσεπικαλούμενος δεν καθίσταται διάδικος, καθίσταται όμως στην  δεύτερη έννομη σχέση δίκης της προσεπίκλησης, με συνέπεια να δημιουργείται δεδικασμένο για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του δικαιώματος του προσεπικαλέσαντος να αξιώσει αποζημίωση από τον προσεπικαλούμενο δικονομικό εγγυητή στην περίπτωση διερεύνησης της κατ’ ουσία. Περαιτέρω, εάν ο προσεπικαλούμενος παρέμβει στην κύρια, αρχική δίκη καθίσταται διάδικος σ’ αυτήν, δηλαδή με τη ιδιότητα τρίτου που συμμετέχει, ωστόσο δεδικασμένο δεν δημιουργείται και πάλι, εκτός και αν ο προσθέτως παρεμβαίνων προσέλθει και λάβει τη θέση του προσεπικαλέσαντος65. Η παρέμβαση του προσεπικαλούμενου είναι σε κάθε περίπτωση απλή πρόσθετη. Επιπλέον, σε περίπτωση απόρριψης της προσεπίκλησης ή κήρυξης της ως απαράδεκτης, το γεγονός αυτό δεν οδηγεί



64 Νίκας, Πολιτική Δικονομία Ι, σελ.402-403, ΕφΑθ 10188/1986, ΕλλΔνη 1987 σελ. 883
65  Κονδύλης, Το δεδικασμένον, σελ.304-305

σε απόρριψη και της παρέμβασης ως απαράδεκτης, σε κάθε όμως περίπτωση, ο προσεπικαλούμενος και χωρίς να ασκήσει παρέμβαση δεν μπορεί να αμφισβητήσει το δικαστικό αποτέλεσμα της κύριας, αρχικής δίκης.


Η. Διαδικαστικές ρυθμίσεις στην ερημοδικία

I.  Αδράνεια του δικονομικού εγγυητή
1.           Ερημοδικία      προσεπικαλούμενου.      Εμφάνιση     αρχικών διαδίκων
Ρυθμιστικό πεδίο της συγκεκριμένης περίπτωσης αποτελεί το άρθρο 277 αριθμ.2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο «αν οι κύριοι διάδικοι εμφανιστούν και απουσιάζουν αυτοί που έχουν προσεπικληθεί, συζητείται η υπόθεση μεταξύ των πρώτων κατ’ αντιμωλίαν, ενώ αυτοί που έχουν προσεπικληθεί δικάζονται ερήμην66». Η παρούσα διάταξη τροποποιήθηκε δυνάμει του ν. 4335/2015 με έναρξη εφαρμογής την 01-01-2016, προσαρμοζόμενη στη νέα πρωτοβάθμια διαδικασία με την συμπλήρωση της φράσης: «αν οι κύριοι διάδικοι λάβουν μέρος κανονικά στη συζήτηση».
Στο υπό εξέταση άρθρο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι δυσμενείς συνέπειες στο πρόσωπο του προσεπικαλούμενου, αναφορικά με την έκβαση της κύριας δίκης αρχικά και στη συνέχεια, στη νέα δίκη που άνοιξε με την άσκηση της προσεπίκλησης.
Ειδικότερα, αν εμφανιστούν οι διάδικοι της αρχικής αγωγής, τότε οι πρώτοι δικάζονται κατ’ αντιμωλία67, δίχως δυσμενείς δικονομικές συνέπειες για τον προσεπικαλούμενο, ο οποίος, ως προς την κύρια δίκη παρέμεινε τρίτος και όχι διάδικος αυτής. Συνεπάγεται δε ότι ο τρίτος- προσεπικαλούμενος δεν επηρεάζει με την απουσία του την έκβαση της αρχικής δίκης68. Επιπλέον, συνέπεια της ερημοδικίας του προσεπικαλούμενου είναι το γεγονός ότι τεκμαίρεται η ομολογία των περιστατικών που θεμελιώνουν την προσεπίκληση, καθώς και της σωρευόμενης ενδεχομένως παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημιώσεως69.
Τέλος, η μη εμφάνιση του προσεπικαλούμενου έχει ως συνέπεια να μην δικαιούται ο ενάγων της κυρίας δίκης να του απευθύνει την έφεση του, αντίθετα ο εναγόμενος –προσεπικαλέσας δικαιούται να ασκήσει έφεση και κατά του προσεπικαλούμενου και/ή παρεμπιπτόντως εναγόμενου70.





66 ΠολΠρωτΛαρ 151/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
67 Μητσόπουλος, Η θέσις του δικονομικού εγγυητή κατ’ άρθρα 274 και 277 ΚΠολΔ, Δ5, σελ.644
68 ΑΠ1823/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ292/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
69  Κεραμέας/Κονδύλης/Νίκας(-Μακρίδου), ο.π.σελ.567
70  ΕφΑθ1512/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

2.  Ερημοδικία προσεπικαλούμενου και προσεπικαλέσαντος.

Δεύτερη περίπτωση αποτελεί η απουσία τόσο του προσεπικαλούμενου δικονομικού εγγυητή, όσο και του προσεπικαλέσαντος κυρίου διαδίκου. Σύμφωνα με το αρθρ.277 αριθ.1 ΚΠολΔ, «αν δεν εμφανίστηκαν αυτοί που έχουν προσεπικληθεί και εκείνος που έχει προσεπικαλέσει δικάζονται ερήμην». Η παρούσα διάταξη τροποποιήθηκε δυνάμει του ν. 4335/2015 με έναρξη εφαρμογής την 01-01-2016, προσαρμοζόμενη στη νέα πρωτοβάθμια διαδικασία με την συμπλήρωση της φράσης: «αν δεν λάβουν μέρος κανονικά στη συζήτηση».
Στην περίπτωση αυτή ανάλογα με τη θέση του καθενός από τους άνω παράγοντες στη δίκη εφαρμόζονται τα αρθρ. 271 και 272 ΚΠολΔ71. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση ερημοδικίας του ενάγοντος – προσεπικαλέσαντος, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την κύρια αγωγή, ενώ σε περίπτωση ερημοδικίας του εναγόμενου –προσεπικαλέσαντος, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης επίδοσης αγωγής και κλήσης για συζήτηση προς αυτόν, συζητείται η υπόθεση ερήμην του, θεωρώντας το δικαστήριο ομολογημένους τους πραγματικούς ισχυρισμούς. Αναφορικά με την απουσία του δικονομικού εγγυητή, κανονικά θα έπρεπε να οδηγεί σε ματαίωση της συζήτησης της προσεπίκλησης ανάμεσα στον προσεπικαλέσαντα και τον προσεπικαλούμενο. Κατά τον Κουτσούκο72 εισάγεται διαφοροποίηση αναφορικά με της τάση των προσώπων που συνδέονται με τη σχέση δικονομικής εγγύησης και ο προσεπικαλούμενος θα δικάζεται σε περίπτωση απουσίας του ερήμην, κατ’ αρθρ. 277 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από την παράλληλη απουσία και του προσεπικαλέσαντος , με άμεση συνέπεια να ομολογούνται οι πραγματικοί ισχυρισμού που συγκροτούν την ιστορική βάση της προσεπικλήσεως.


3.   Ερημοδικία του συνόλου των διαδίκων (αρχικών διαδίκων και  προσεπικαλούμενου)

Στην περίπτωση ερημοδικίας του συνόλου των παραγόντων των δύο δικών, ήτοι της κύριας αρχικής δίκης μεταξύ προσεπικαλέσαντος και αντιδίκου του και της δίκης της προσεπίκλησης μεταξύ προσεπικαλέσαντος και προσεπικαλούμενου οδηγούνται οι δύο παράλληλες δικαστικές διαδικασίες σε ματαίωση και μη κρίση των υποθέσεων κατ’ αρθρ.  260 ΚΠολΔ.  Στην  ίδια  κατεύθυνση,  αναφορικά  με  τις  έννομες  συνέπειες  της



71  Μητσόπουλος, Δ.1974.643
72  Κουτσούκος, ο.π., σελ. 256επ.

ερημοδικίας του συνόλου των παραγόντων των δικών κινείται και ο ν. 4335/2015 με έναρξη εφαρμογής την 01-01-2016. Ως μη κανονική συμμετοχή με συνέπεια την ματαίωση της υπόθεσης αποτελεί πλέον η μη κατάθεση προτάσεων ή η μη εμπρόθεσμη κατάθεση προτάσεων από όλους τους διαδίκους, αντίθετα η μη κανονική συμμετοχή κάποιου από τους διαδίκους επιφέρει κατά περίπτωση τις συνέπειες της ερημοδικίας κατά τα ειδικότερα στα αρθρ. 271 επ. ΚΠολΔ73.


II.       Προσέλευση δικονομικού εγγυητή και αμφισβήτηση της προσεπίκλησης.

1.      Εμφάνιση προσεπικαλέσαντος – προσεπικαλούμενου και απουσία αντιδίκου του προσεπικαλέσαντος.

Στην υπό κρίση περίπτωση παρουσιάζεται η απουσία του αντιδίκου του προσεπικαλέσαντος της κυρίας δίκης, παρά την εμφάνιση προσεπικαλέσαντος και προσεπικαλούμενου. Η εκδοχή αυτή δεν περιλαμβάνεται στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο αρθρ. 277 ΚΠολΔ.
Συγκεκριμένα, η ανοιγόμενη με την προσεπίκληση δίκη θα διεξαχθεί κατ’ αντιμωλία των παραγόντων της αυτής δίκης, ωστόσο , το αποτέλεσμα της κρίνεται από το αποτέλεσμα της έκβασης της κυρίας δίκης. Δηλαδή, για να υποχρεωθεί ο προσεπικαλούμενος σε αποζημίωση του προσεπικαλέσαντος, πρέπει στην κύρια δίκη να ηττηθεί ολικά ή μερικά ο προσεπικαλέσας. Άρα, επί της κυρίας δίκης, σε περίπτωση απουσίας κάποιου διαδίκου, θα εφαρμοστούν ανάλογα τα αρθρ. 271 και 272 ΚΠολΔ74. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση ερημοδικίας του ενάγοντος, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την κύρια αγωγή, ενώ σε  περίπτωση ερημοδικίας του εναγόμενου, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης επίδοσης αγωγής και κλήσης για συζήτηση προς αυτόν, το δικαστήριο προχωρά στη συζήτηση της υπόθεσης ερήμην του, θεωρώντας ομολογημένους τους πραγματικούς ισχυρισμούς. Αναφορικά με την πορεία της προσεπίκλησης, ο προσεπικαλέσας έχει υποχρέωση να αποδείξει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών, οι οποίοι σε περίπτωση ευδοκίμησης, θα οδηγήσουν στην απόρριψη της προσεπίκλησης, άρα και της μη ύπαρξης εγγυητικής ευθύνης του προσεπικαλούμενου.








73 Αιτιολογική Έκθεση ν.4335/2015, σελ. 13
74  Μητσόπουλος, Δ.1974.643

2.       Ερημοδικία   προσεπικαλέσαντος.   Εμφάνιση   των   λοιπών διαδίκων.

Στην παρούσα εκδοχή, ο προσεπικαλούμενος προσέρχεται στην δίκη, αμφισβητώντας την εγγυητική του ευθύνη, απουσιάζει όμως ο προσεπικαλέσας αυτού, αν και παρίσταται ο αντίδικος του της κυρίας και αρχικής δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, τυγχάνει εφαρμογής το αρθρ. 277 παρ.3 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο «αν εμφανιστούν αυτοί που έχουν προσεπικληθεί και απουσιάζει ο κύριος διάδικος που τους προσεπικάλεσε, οι πρώτοι έχουν το δικαίωμα είτε να λάβουν τη θέση του κυρίου διαδίκου και να συζητήσουν την υπόθεση με τον αντίδικο, είτε απλώς να ασκήσουν παρέμβαση. Στη δεύτερη περίπτωση η διαδικασία προχωρεί σαν να μην είχε ασκηθεί η πρόσθετη παρέμβαση και το δικαστήριο δικάζει ερήμην τον απόντα προσεπικαλέσαντα διάδικο». Η παρούσα διάταξη τροποποιήθηκε δυνάμει του ν. 4335/2015 με έναρξη εφαρμογής την 01-01-2016, προσαρμοζόμενη στη νέα πρωτοβάθμια διαδικασία με την συμπλήρωση της φράσης: «αν λάβουν μέρος κανονικά στη συζήτηση».
Η παρούσα διάταξη ορίζει τις δικονομικές δυνατότητες του προσεπικαλούμενου, στο ενδεχόμενο ερημοδικίας του προσεπικαλέσαντος. Πιο συγκεκριμένα, προβλέπεται η δυνατότητα υποκαταστάσεως του κυρίου διαδίκου, χωρίς να απαιτείται συναίνεση του αντιδίκου75 του και η άσκηση απλής υπέρ του προσεπικαλέσαντος παρεμβάσεως, οπότε ο απολιπόμενος διάδικος δικάζεται ερήμην, τόσο ως προς την κύρια δίκη, όσο και ως προς τη δίκη της προσεπίκλησης76.
Στην περίπτωση αυτή ανάλογα με τη θέση του καθενός από τους άνω παράγοντες στη δίκη εφαρμόζονται τα αρθρ. 271 και 272 ΚΠολΔ77. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση ερημοδικίας του ενάγοντος – προσεπικαλέσαντος, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την κύρια αγωγή, ενώ σε περίπτωση ερημοδικίας  του εναγόμενου –προσεπικαλέσαντος, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης επίδοσης αγωγής και κλήσης για συζήτηση προς αυτόν, συζητείται η υπόθεση ερήμην του, θεωρώντας το δικαστήριο ομολογημένους τους πραγματικούς ισχυρισμούς που αποτελούν την ιστορική βάση της κυρίας αγωγής. Η απουσία, συνεπώς, του προσεπικαλέσαντος οδηγεί σε κατάφαση της ευθύνης του στο πλαίσιο της ανοιχθείσας κύριας δίκης. Συνεπώς, κατά τον Κουτσούκο78 , η ερημοδικία του προσεπικαλέσαντος θα οδηγήσει στην απόρριψη  της  προσεπίκλησης  κατ’  αρθρ.  272ΚΠολΔ,  ανεξάρτητα  από την



75  Μητσόπουλος, Δ 1974.644
76  Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας(Μακρίδου), Ερμηνεία ΚΠολΔ, σελ.567
77  Μητσόπουλος, Δ.1974.643
78  Κουτσούκος, ο.π., σε΄. 275 επ.

αμυντική γραμμή που θα τηρήσει ο προσεπικαλούμενος,  μιας  και τεκμαίρεται η αμφισβήτηση της βασιμότητας της προσεπίκλησης από την πλευρά του προσεπικαλούμενου.


Θ. Ευχέρειες προσεπικαλέσαντος και προσεπικαλούμενου

I.  Εμφάνιση αρχικών διαδίκων και προσεπικαλούμενου.
Η πρώτη δυνατή περίπτωση που παρουσιάζεται είναι εκείνη της συμμετοχής του συνόλου των εμπλεκομένων μερών, δηλαδή των παραγόντων της αρχικής δίκης, προσεπικαλέσαντος και αντιδίκου του, όπως επίσης και του δικονομικού εγγυητή. Τυγχάνει εφαρμογής το αρθρ. 277 παρ.4 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο «αν εμφανιστούν οι κύριοι διάδικοι και αυτοί που έχουν προσεπικληθεί, οι τελευταίοι έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν την προσεπίκληση ή να ασκήσουν απλώς παρέμβαση ή να πάρουν τη θέση εκείνου που τους προσεπικάλεσε και να συζητήσουν την υπόθεση με τον αντίδικο». Η παρούσα διάταξη τροποποιήθηκε δυνάμει του ν. 4335/2015 με έναρξη εφαρμογής την 01-01-2016, προσαρμοζόμενη στη νέα πρωτοβάθμια διαδικασία με την συμπλήρωση της φράσης: «αν λάβουν μέρος κανονικά στη συζήτηση».
Έχει επισημανθεί ότι με την άσκηση της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή δημιουργείται μία νέα έννομη σχέση δίκης που συνδέει τον προσεπικαλέσαντα και τον προσεπικαλούμενο, παράλληλα με την αρχική δίκη. Το στοιχείο που κρίνεται στη δεύτερη δίκη είναι το δικαίωμα του προσεπικαλέσαντος να απαιτήσει αποζημίωση από τον προσεπικαλούμενο σε περίπτωση ήττας του στην αρχική δίκη. Συνεπώς, στην δεύτερη δίκη της προσεπίκλησης μεταξύ των δύο προσώπων δημιουργείται αντιδικία αναφορικά με την υποχρέωση ή όχι του δικονομικού εγγυητή να αποζημιώσει τον προσεπικαλέσαντα, με συνέπεια ο δικονομικός εγγυητή μεταξύ των επιλογών που διαθέτει με τη συμμετοχή του στη δίκη είναι να αρνηθεί την προσεπίκληση μέσω των προτάσεων του.  Συνάγεται λοιπόν ότι ο προσεπικαλούμενος79 αν δεν ασκήσει παρέμβαση, αλλά περιοριστεί απλώς να αποκρούσει την προσεπίκληση και να αρνηθεί την υποχρέωση του για αποζημίωση, δεν καθίσταται διάδικος στην κύρια δίκη, αλλά τρίτος. Στην περίπτωση αυτή, δεν απαιτείται , για το παραδεκτό της έφεσης που ασκεί ο ενάγων κατά των απορριπτικών διατάξεων της πρωτόδικης απόφασης επί της αγωγής του, να απευθύνεται και κατά του προσεπικληθέντος από τον





79 ΑΠ1430/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1961/1986, ΕλλΔνη 1988,282, ΕφΑθ2416/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρωτΑθ 3286/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

εναγόμενο δικονομικό εγγυητή.80 Επομένως η έφεση που ασκεί ο αντίδικος του προσεπικαλούντος στρέφεται απαράδεκτα κατά του προσεπικληθέντος δικονομικού εγγυητή81.
Αρχικά, η αμυντική γραμμή του προσεπικαλούμενου μπορεί να βασιστεί όχι μόνο στην ανυπαρξία των νομικών ή ουσιαστικών προϋποθέσεων για  την ύπαρξη η όχι της εγγυητικής του ευθύνης, αλλά στην μη ύπαρξη των προϋποθέσεων παραδεκτού για την άσκηση της. Σ’ αυτήν την περίπτωση,  και στο ενδεχόμενο ευδοκίμησης κάποιου λόγου απαραδέκτου της προσεπίκλησης, θα δημιουργηθεί, ως προς το δικονομικό ζήτημα, δεδικασμένο εμποδίζοντας την νέα άσκηση αίτησης δικαστικής προστασίας με το ίδιο δικονομικό ελάττωμα (322 παρ.1 εδ.β’ ΚΠολΔ). Συνεπώς, ο προσεπικαλέσας μπορεί να επαναφέρει την αξίωση του για παροχή δικαστικής προστασίας μέσω της άσκησης αυτοτελούς αγωγής (αρθρ.69ΚΠολΔ).
Δηλαδή, με τον όρο «άρνηση της προσεπίκλησης82» θα πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν περιορίζει την αμυντική του γραμμή σε μία άρνηση, ανάλογη της άρνησης της αγωγής, αλλά να προχωρήσει έτι περαιτέρω στην προβολή ενστάσεων κατά του δικαιώματος του προσεπικαλέσαντος83. Κατά συνέπεια, η άμυνα του προσεπικαλούμενου κινείται σε δύο -2- επίπεδα με διαφορετικές δικονομικές συνέπειες κάθε φόρα. Συγκεκριμένα, ο προσεπικαλούμενος έχει τη δυνατότητα να αμυνθεί μέσω της αμφισβήτησης της ίδιας της βασιμότητας της προσεπίκλησης, αναφέροντας ότι δεν δημιουργείται οποιαδήποτε υποχρέωση του για αποζημίωση του προσεπικαλέσαντος84. Η άμυνα του λοιπόν βασίζεται είτε σωρευτικά, είτε διαζευκτικά στην αμφισβήτηση της νομικής ή ουσιαστικής βασιμότητας της προσεπίκλησης, με δυνατότητα πέρα από την προβολή της άρνησης, επιπροσθέτως, προβολής ενστάσεων, δηλαδή νέων πραγματικών περιστατικών, τα οποία καταλύουν, περιορίζουν ή αναστέλλουν το δικαίωμα του προσεπικαλέσαντος να απαιτήσει αποζημίωση. Συνεπώς, ο σχηματισμός δικανικής πεποίθησης και η έκδοση απόφασης για τη συγκεκριμένη περίπτωση θα δημιουργήσει δεδικασμένο σύμφωνα με το αρθρ. 321ΚΠολΔ ανάμεσα στον προσεπικαλέσαντα και τον προσεπικαλούμενο αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης ή όχι εγγυητικής ευθύνης του δεύτερου, εμποδίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την επανάκριση του σχετικού  ζητήματος.



80 ΑΠ485/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ= ΝοΒ 2010,2055
81 Κολοτούρος Π.(-Μήτσου), Ένδικα μέσα και βοηθήματα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2013
82  ΠολΠρωτΛαρ151/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
83  Κουτσούκος, Προσεπίκληση, σελ.265
84 Ράμμος, Εγχειρίδιον Ι, 313, ΕφΘεσς 1658/1988 Αρμ.1988.1127

ΙΙ. Άσκηση παρέμβασης από τον προσεπικαλούμενο

Πέρα από τις άνω αναφερόμενες επιλογές του προσεπικαλούμενου, δηλαδή της αδράνειας και της άρνησης της προσεπίκλησης, ο προσεπικαλούμενος δικονομικός εγγυητής έχει τη δυνατότητα να παρέμβει πρόσθετα υπέρ του προσεπικαλέσαντος. Η νομική βασιμότητα της επιλογής αυτής ερείδεται στο αρθρ.277 αριθμ. 3 και 4 ΚΠολΔ85. Η πρόσθετη αυτή παρέμβαση, σε αντίθεση με τις γενικές διατάξεις περί παρεμβάσεων, των οποίων κύριο χαρακτηριστικό αποτελεί ο εκούσιος χαρακτήρας, στην προκειμένη   περίπτωση   η   παρέμβαση   έχει   αναγκαστικό   χαρακτήρα.   Ο
«εξαναγκασμός» προς παρέμβαση έγκειται στο γεγονός ότι ο προσεπικαλούμενος μέσω της συμμετοχής του έχει τη δυνατότητα να μειώσει ή εξαλείψει ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες, οι οποίες θα προκύψουν από την εκδοθείσα απόφαση.
Περαιτέρω, ως αποτέλεσμα αυτής της μείωσης ή εξάλειψης αρνητικών συνεπειών από την έκβαση της κυρίας δίκης, οι οποίες αντανακλαστικά επιδρούν και στην δίκη της προσεπίκλησης, δύναται να αναζητηθεί και η βάση του έννομου συμφέροντος του προσεπικαλούμενου δικονομικού εγγυητή να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του προσεπικαλέσαντος (αρθρ.80ΚΠολΔ). Συγκεκριμένα, ο προσεπικαλούμενος υποχρεούται να αποζημιώσει τον προσεπικαλέσαντα σε περίπτωση ήττας του από την κύρια δίκη, ως αποτέλεσμα της ύπαρξης αιτιώδους σχέσης ανάμεσα στην απώλεια της κύριας δίκης και της εγγυητικής ευθύνης του τρίτου. Συνεπώς, άμεσο κρίνεται το συμφέρον του προσεπικαλούμενου να επικρατήσει στην κύρια δίκη ο προσεπικαλέσας για να αποφύγει δυσμενείς συνέπειες στα συμφέροντα του86.
Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι η πρόσθετη παρέμβαση του προσεπικαλούμενου υπέρ του προσεπικαλέσαντος στην ανοιχθείσα κύρια δίκη συνιστά σε περίπτωση ήττας, ένα είδος σιωπηρής ομολογίας εκ μέρους του τρίτου δικονομικού εγγυητή αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τη βάση της εγγυητικής ευθύνης του. Δηλαδή, η σιωπηρή αυτή ομολογία δεν συνέχεται με τα στοιχεία της ήττας του προσεπικαλέσαντος στην κύρια δίκη, αλλά περιορίζεται αποκλειστικά στην σχέση προσεπικαλέσαντος - προσεπικαλούμενου, η οποία και πρόκειται να κριθεί. Γι’ αυτό το λόγο, γίνεται δεκτό87 ότι ο προσεπικαλούμενος μπορεί να




85 Ράμμος, Εγχειρίδιον Ι, 313, Μητσόπουλος, Μελέται, 439, Γέσιου-Φαλτσή, πολιτική Δίκη ΙΙα, 140.
86 Κουτσούκος, Προσεπίκληση, 279, ΠολΠρωτΑθ16481/1979 Δ.10.331
87 Μητσόπουλος, Μελέται, 439-440, 442-443, Καργάδος, Σχέσεις, 9, Γέσιου-Φαλτσή, Πολιτική Δίκη ΙΙα,140, Αντίθετη η ΕφΠατρ869/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ σύμφωνα με την οποία καθίσταται διάδικος , βρισκόμενος σε αναγκαστική ομοδικία ο προσεπικαλέσας με τον προσεπικαλούμενο

αρνηθεί την προσεπίκληση και επικουρικά να προβεί στην άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υπέρ του προσεπικαλέσαντος.
Συνεπώς, παρέχεται στον προσεπικαλούμενο, η δικονομική δυνατότητα καταρχήν να αντικρούσει ολικά την αξίωση του προσεπικαλέσαντος για ύπαρξη εγγυητικής ευθύνης και υποχρέωσης αποζημίωσης του και επικουρικά στο πλαίσιο της κυρίας δίκης μέσω της πρόσθετης παρέμβασης, να βοηθήσει τον προσεπικαλέσαντα να κερδίσει, ώστε να αποφευχθεί η ήττα του και οι συνεπαγόμενες συνέπειες της.
Περαιτέρω, η άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης δεν μεταβάλλει τις ουσιαστικές σχέσεις των μερών, ούτε και τα υποκείμενα των δικών που εκκρεμούν. Ο προσθέτως παρεμβάς προσεπικαλούμενος δεν καθίσταται διάδικος88, αλλά βοηθός διαδίκου ή παρεπόμενος διάδικος89, αφού η δικονομική του κίνηση μόνο σκοπό έχει την παροχή βοήθειας στον προσεπικαλέσαντα, δίχως την ύπαρξη αιτήματος για την παροχή δικαστικής προστασίας90. Δυνατότητα να καταστεί ο προσεπικαλούμενος διάδικος, ειδικά δε μη δικαιούχος ή μη υπόχρεος διάδικος αντίστοιχα υφίσταται μόνο αν υπεισέλθει στη θέση του προσεπικαλέσαντος κατ’ αρθρ. 277 παρ.3 και 4 ΚΠολΔ.
Τέλος, η πρόσθετη παρέμβαση που ασκεί ο προσεπικαλούμενος δεν είναι αυτοτελής , αλλά απλή, είτε ασκηθεί μετά από προσεπίκληση είτε χωρίς να έχει προηγηθεί προσεπίκληση91. Δικαιολογητικός λόγος αποτελεί η μη επέκταση ευθέως της ισχύος της απόφασης που εκδίδεται στην κύρια δίκη και στις έννομες σχέσεις μεταξύ του τρίτου δικονομικού εγγυητή και του αντιδίκου του υπέρ ου η παρέμβαση. Δηλαδή, ο προσθέτως παρεμβάς δικονομικός εγγυητής προσέρχεται για να συμβάλει στην προσπάθεια του προσεπικαλέσαντος και υπέρ ου η παρέμβαση να επικρατήσει στη δίκη αποτελώντας ένα δευτερεύοντα διάδικο, τον παρεμβάντα, δίχως να συνδέεται με τον αντίδικο του προσεπικαλέσαντος ούτε με κάποια ουσιαστική έννομη  σχέση, ούτε με διαδικαστική.

1.        Εμφάνιση    του     προσθέτως    παρεμβάντος    δικονομικού εγγυητή.

Η πρώτη δυνατή περίπτωση που μπορεί να εμφανιστεί είναι η παράσταση του συνόλου των εμπλεκομένων μερών, δηλαδή υπέρ ου η παρέμβαση-προσεπικαλέσαντα  ,  αντιδίκου  του  και  προσεπικαλούμενου 



88  ΑΠ741/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
89 Κολοτούρος Π., Ερημοδικία κυρίων διαδίκων επί υπάρξεως προσθέτου παρεμβάσεως, 2001, Δίκη, σελ.1177επ.
90  Ράμμος, Εγχειρίδιον Ι, 291-292,301
91 Μητσόπουλος, Μελέται, 447-449 σημ.30, Α.Π 499/198 ΝοΒ 30.55

προσθέτως παρεμβάντα. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, ο προσθέτως  παρεμβάς δικονομικός εγγυητής μετέχει στην αρχική δίκη, έχοντας τις εξουσίες του απλού προσθέτως παρεμβάντος του αρθρ. 82 ΚΠολΔ, δηλαδή δεν καθίσταται υποκείμενο της κυρίας δίκης και αναγκαίος ομόδικος του προσεπικαλέσαντος.
Επιπλέον, σε περίπτωση απουσίας του υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση- προσεπικαλέσαντος, τυγχάνει αναλογικής εφαρμογής το αρθρ. 277 παρ.3 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο δικάζεται ερήμην ο απών προσεπικαλέσας διάδικος, λαμβάνοντας χώρα οι έννομες συνέπειες που έχουν ήδη επισημανθεί. Τα αποτελέσματα της ερημοδικίας του προσεπικαλέσαντος ακολουθεί και ο ν. 4335/2015, αναφορικά με την τροποποίηση του ΚΠολΔ.

2.       Ερημοδικία    του    προσθέτως    παρεμβάντος    δικονομικού εγγυητή.

Η δεύτερη υπό κρίση περίπτωση είναι εκείνη, κατά την οποία ο προσεπικαλούμενος δικονομικός εγγυητής ανταποκρίθηκε, με την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης, στην πρόσκληση που του απηύθυνε ο προσεπικαλέσας. Ωστόσο, παρά την πρόσκληση και την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης μπορεί ο προσθέτως παρεμβάς-προσεπικαλούμενος είτε να μην παρασταθεί είτε να μην παρασταθεί νομίμως. Η άνω περίπτωση δεν προβλέπεται νομοτυπικά στο αρθρ. 277 ΚΠολΔ, το οποίο ρυθμίζει γενικά την εξέλιξη της διαδικασίας μετά την άσκηση προσεπίκλησης.
Κατά αναλογικό τρόπο92, θα εφαρμοστεί η διάταξη 274 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία φορά την εκούσια παρέμβαση και όχι την παρέμβαση που ασκείται μετά από προσεπίκληση, γίνεται όμως δεκτό93 ότι είναι δυνατή η επίκληση του προκειμένου να αντιμετωπισθούν περίπτωση, σαν και την υπό κρίση. Η διάταξη ορίζει ότι: «Αν εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν κανονικά, η διαδικασία προχωρεί σαν να μην είχε ασκηθεί πρόσθετη παρέμβαση. Όποιος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να παρίσταται στις επόμενες στάσεις της δίκης και στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις, πρέπει δε να καλείται νόμιμα».



Η έννοια94 της διάταξης αυτής είναι ότι η υπόθεση θα συζητηθεί μεταξύ των αρχικών διαδίκων, προσεπικαλέσαντος και αντιδίκου του στην κύρια δίκη, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η πρόσθετη παρέμβαση του προσεπικαλούμενου, θεωρούμενος ότι ουδέποτε απέκτησε την ιδιότητα του δευτερεύοντος διαδίκου της κύριας δίκης και στερούμενος των δυνατοτήτων
92  Κουτσούκος, ο.π., σελ313επ.
93  Μητσόπουλος, Μελέται, σελ441
94 Κεραμέας, Κονδύλης, Νίκας (-Μακρίδου), ο.π.,σελ.565, ΑΠ 226/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

που του παρέχει το αρθρ.82ΚΠολΔ, εφόσον η παρέμβαση του λαμβάνεται ως μη ασκηθείσα.


ΙΙΙ. Υποκατάσταση δικονομικού εγγυητή στην θέση του προσεπικαλέσαντος.

Ειδικότερη περίπτωση της άσκησης πρόσθετης παρέμβασης από τον προσεπικαλούμενο προς βοήθεια του προσεπικαλέσαντος, αποτελεί η δυνατότητα ανάληψης από τον ίδιο της διεξαγωγής της δίκης, μέσω της υποκατάστασης του προσεπικαλέσαντος και υπέρ ου η σχέση της δικονομικής εγγύησης (αρθρ.277 αριθμ.3,4 και 278 ΚΠολΔ). Ο δικαιολογητικός λόγος της παρούσας πρόβλεψης είναι η δυνατότητα ανάληψης του δικαστικού αγώνα από τον προσεπικαλούμενο, μιας και ενδέχεται να βρίσκεται σε καλύτερη θέση, όχι μόνο όσον αφορά τα οικονομικά μέσα, αλλά και τα μέσα οργάνωσης και διεξαγωγής μιας δίκης, σε συνδυασμό με τον απώτερο σκοπό του, ο οποίος είναι η αποσόβηση μίας ήττας του προσεπικαλέσαντος, η οποία θα οδηγήσει σε ενεργοποίηση της εγγυητικής του ευθύνης για αποζημίωση.
Επιπρόσθετα, αναφορικά με τις δικονομικές συνέπειες της υποκατάστασης του προσεπικαλέσαντος από τον προσεπικαλούμενο δικονομικό εγγυητή επισημαίνεται ότι η θέση που λαμβάνει ο προσεπικαλούμενος στην αρχική δίκη είναι η θέση του μη δικαιούχου διαδίκου (όταν υποκαθιστά τον ενάγοντα) ή του μη υπόχρεου διαδίκου  (όταν υποκαθιστά τον εναγόμενο)95. Είναι σημαντικό να ειπωθεί ότι ο νόμος παρέχει στον προσεπικαλούμενο δικονομικό εγγυητή τη δυνατότητα διεξαγωγής της δίκης με την ιδιότητα του διαδίκου, ωστόσο η δικονομική αυτή υποκατάσταση δεν σημαίνει και ταυτόχρονη μεταβίβαση της επίδικης σχέσης σε επίπεδο ουσιαστικού δίκαιου (εκχώρηση απαίτησης, αναδοχή χρέους, μεταβίβαση πράγματος), στην οποία συνεχίζει να παρουσιάζεται ως τρίτος.
Επιπλέον, η υποκατάσταση του προσεπικαλούμενου στη θέση του προσεπικαλέσαντος λαμβάνει χώρα μέσω ρητής δήλωσης του δικονομικού εγγυητή, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε συναίνεση των αρχικών διαδίκων. Δηλαδή, αντίθετα με ότι συμβαίνει στην περίπτωση της εκούσιας πρόσθετης παρέμβασης (αρθρ.85ΚΠολΔ), στην παρούσα ο αντίδικος του προσεπικαλέσαντος έχει συμφέρον από την υποκατάσταση, με  εφαρμογή της διάταξης 278ΚΠλοΔ, αφού η εκδοθείσα απόφαση θα δεσμεύει με ισχύ



95 Μπέης, Ερμηνεία, άρθρ.277, παρατηρ. V 3 (σελ.1205), Πανταζόπουλος, Προσεπίκληση, σελ. 155,162,165, Κουτσούκος, Προσεπίκληση, σελ.320.

δεδικασμένου και θα εκτελείται και κατά του υποκατασταθέντος προσεπικαλέσαντος. Αντίθετα, ο προσεπικαλέσας, επίσης, δεν φαίνεται να μην επιθυμεί την αντικατάσταση του από τον προσεπικαλούμενο, αφού ο δικονομικός εγγυητής θα διεξάγει τη δίκη με την μέγιστη επιμέλεια για να αποτρέψει δυσμενείς συνέπειες σε περίπτωση ήττας του. Άλλωστε, το αρθρ. 278ΚΠολΔ παρέχει τη δυνατότητα να συμμετάσχει πλέον στην δίκη ο προσεπικαλέσας, ως αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάς, στο πλευρό του προσεπικαλούμενου με τις εξουσίες που έχει ένας αναγκαίος ομόδικος96, δεσμευόμενος από το δεδικασμένο και την εκτελεστότητα  της  απόφασης που θα εκδοθεί97.
Παράλληλα, βασική συνέπεια της υποκατάστασης του προσεπικαλέσαντος από τον προσεπικαλούμενο δικονομικό εγγυητή αποτελεί η ύπαρξη εγγυητικής ευθύνης (αρθρ. 278εδ.α’ σε συνδυασμό με 352 ΚΠολΔ) του, με συνέπεια την στέρηση από το δικαίωμα αμφισβήτησης της υποχρέωσης προς αποζημίωση. Πρόκειται στην ουσία για πλάσμα ομολογίας, μιας και αυτό που στην πραγματικότητα αμφισβητεί ο προσεπικαλούμενος και υποκαταστάσας δικονομικός εγγυητής μέσω της ανάληψης της κυρίας δίκης είναι το στοιχείο της ήττας του προσεπικαλέσαντος. Συνεπώς, αν και καταρχήν είναι τρίτος ως προς την ουσιαστική διαφορά, η οποία κρίνεται στην αρχική δίκη, συμφέρον για τον προσεπικαλούμενο αποτελεί η μη ήττα του προσεπικαλέσαντος, ακριβώς διότι η ήττα θα ενεργοποιήσει την εγγυητική του ευθύνη, άρα και την υποχρέωση για αποζημίωση.
Τέλος, όσον αφορά την δέσμευση ή όχι του προσεπικαλούμενου δικονομικού εγγυητή από την απόφαση της αρχικής δίκης, πρέπει να επισημανθεί ότι δεσμεύεται από το δεδικασμένο αυτής (αρθρ.325 αριθμ.1 ΚΠολΔ), πλην όμως δεν θα μπορεί να εκτελεστεί εναντίον του, ούτε και ο ίδιος θα έχει τη δυνατότητα να προβεί σε εκτέλεση98. Ο δικαιολογητικός λόγος απορρέει από το γεγονός ότι δικονομική υποκατάσταση δεν είχε ως αποτέλεσμα την μεταβίβαση της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης,  αφού στην υπό κρίση περίπτωση δεν υπάρχει μεταβολή των μερών αυτής.









96 Κουτσούκος, ο.π., σελ. 325, Κεραμέας, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, σελ. 253
97  Κεραμέας/Κονδύλης/Νίκας(-Μακρίδου), ο.π.,568.
98    Κονδύλης,   Δεδικασμένον,   σελ.305,   αντίθετη   η   ΠολΠρωτΛαρ   151/2000  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,
σύμφωνα με την οποία μεταξύ των επιλογών, ο προσεπικαλούμενος δικονομικός εγγυητής έχει τη δυνατότητα να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση με την πρόσθετη δήλωση, ότι υποκαθίσταται στη θέση του προσεπικαλέσαντος ως κυρίου διαδίκου, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου ή του αντιδίκου του, οπότε θα δεσμεύεται από το δεδικασμένο και την εκτελεστότητα της απόφασης

ΙV. Άσκηση παρεμπίπτουσας αγωγής από τον προσεπικαλέσαντα

Ο προσεπικαλέσας διαθέτει τη δικονομική δυνατότητα να σωρεύσει (συνήθης δυνατότητα, αν και όχι υποχρεωτική99) στην προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή100 κατά του προσεπικαλούμενου δικονομικού εγγυητή για την επιδίκαση αποζημιώσεως σε περίπτωση ήττας του, ως αποτέλεσμα της κύρια δίκης μεταξύ προσεπικαλέσαντος και αντιδίκου του101. Βάση της προσεπικλήσεως και της ενωμένης μ’ αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής του προσεπικαλέσαντος κατά του προσεπικαλούμενου αποτελεί η έννομη σχέση, η οποία τυχόν συνδέει τα δύο άνω πρόσωπα και από την οποία απορρέει η υποχρέωση του προσεπικαλούμενου να καταβάλει στον προσεπικαλέσαντα αποζημίωση, την οποία ζητεί ο αντίδικος του στην κύρια, ήδη ανοιχθείσα δίκη. Τέτοια περίπτωση θεωρείται και η αναγωγή, που στηρίζεται στην επέλευση της ζημίας, η οποία προήλθε από παράβαση συμβατικής υποχρέωσης περισσότερων (487ΑΚ)102. Η έννομη σχέση προσεπικαλέσαντος – προσεπικαλούμενου είναι διαφορετική από εκείνη στην οποία στηρίζεται η κύρια αγωγή από την οποία πηγάζει το δικαίωμα του προσεπικαλέσαντος προς αποζημίωση. Ακριβώς, αυτό το δικαίωμα αποτελεί το αντικείμενο της μεταξύ αυτού και του προσεπικαλούμενου δίκης και συνεπώς δημιουργείται για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του δικαιώματος αυτού ουσιαστικό δεδικασμένο μόνο όταν ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η προσεπίκληση και η τυχόν ενωμένη μ’ αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή103.
Η παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης που ενώνεται με την προσεπίκληση αφορά μέλλουσα και υπό αίρεση αξίωση, ίσης όμως κατ’ αντικείμενο αξίας με εκείνο της αγωγής. Ειδικά, το αίτημα της παρεμπίπτουσας αγωγής αναφέρεται ως η υποχρέωση του προσεπικαλούμενου να καταβάλει στον προσεπικαλέσαντα κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον αντίδικο –ενάγοντα του, με δυνατότητα συμπερίληψης και αιτήματος περί τόκων από την επίδοση της κύριας αγωγής104. Επιπλέον, η αγωγή αποζημιώσεως που ενώνεται με την προσεπίκληση ερευνάται στην ουσία της, μόνο μετά την παραδοχή  της κύριας αγωγής, υπό την αίρεση της ευδοκιμήσεως της οποίας ασκείται. Τέλος, στην περίπτωση που ο προσεπικαλούμενος – εναγόμενος της παρεμπίπτουσας αγωγής δεν προσήλθε και δεν έλαβε μέρος στη δίκη, δεν καθίσταται   διάδικος   στην   κύρια   δίκη   μεταξύ   του   ενάγοντος   και   του



99 ΑΠ88/1984, ΑρχΝ 1984.744, ΕφΑθ10188/1986, ΕλλΔνη 1987.883
100 ΕφΠειρ292/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠολΠρωτΑθ 260/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
101 ΑΠ260/2001 ΕλλΔνη 42.1635, ΕφΑθ3742/2004 ΕλλΔνη 46.585
102  ΕφΑθ 5639/2006 αδημ.
103  ΑΠ 294/2004 ΕλλΔνη 45.1432
104  ΑΠ 1239/1993 ΕλλΔνη 36.195

εναγόμενου, ούτε δημιουργείται ομοδικία μεταξύ αυτού και του προσεπικαλέσαντος αυτόν εναγομένου105 με συνέπεια την μη νομιμοποίηση άσκησης έφεσης από τον προσεπικαλούμενο κατ’ επέκταση106.


Ι. Τελικές Παρατηρήσεις

Η προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή, ως ειδικότερο είδος προσεπίκλησης, αλλά και σύνθετης δίκης προσπαθεί να εξυπηρετήσει τους σκοπούς και τους στόχους που τη θέσπισαν, μέσω της στάθμισης αντίθετων και αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων. Η παρούσα εργασία προσπάθησε να θέσει το γενικό περίγραμμα του θεσμού, οριοθετώντας αρχικά τις διαφορετικές έννοιες που έχουν αποδοθεί στη νομική φύση αυτής. Στη συνέχεια και λαμβάνοντας υπόψη τις άνω θεωρίες, προχώρησε στις προϋποθέσεις εφαρμογής και την ορθά δικονομική διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί. Κατέληξε με την προσπάθεια προσέγγισης των διαφορετικών περιπτώσεων παράστασης ή μη των βασικών παικτών που λαμβάνουν μέρος στο τριαδικό σχήμα, ήτοι του αντιδίκου του προσεπικαλέσαντος, του προσεπικαλέσαντος και του προσεπικαλούμενου, όπως επίσης και των δικονομικών δυνατοτήτων τους, με απώτερο στόχο να καταδειχθούν οι έννομες συνέπειες από οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη.
Καταλήγοντας, είναι άξιο αναφοράς ότι η θέσπιση του θεσμού της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή εντάσσεται στο πλαίσιο της αρχής της οικονομίας της δίκης και της δικαστικής ενέργειας107, μέσω της οποίας επιδιώκεται ο συγχρονισμός δύο κύριων παραμέτρων του Αστικού Δικονομικού Δικαίου, ήτοι της ταχύτερης απονομής της δικαιοσύνης, σε συνδυασμό με την ορθότητα της δικαστικής κρίσης. Η ορθή αναλογία των δύο αυτών παραγόντων - παραμέτρων συνιστά την χρυσή τομή, η οποία πρέπει να διέπει κάθε δικαιικό σύστημα, το οποίο κατ’ επέκταση χαρακτηρίζει ένα κράτος δικαίου.













105 ΑΠ1823/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ1512/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠολΠρωτΑθ260/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
106  ΕφΠειρ292/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
107  Ράμμος, Εγχειρίδιον Ι, σελ.350

Κ. Βιβλιογραφία - Αρθρογραφία


1)  Αιτιολογική Έκθεση ν.2915/2001
2)  Αιτιολογική Έκθεση ν.4335/2015
3)     Βαθρακοκοίλης Β., Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας – Ερμηνευτική Νομολογιακή Ανάλυση, Αθήνα, 1994 και Συμπληρωματικός Τόμος, Αθήνα, 2001
4)  Γέσιου-Φαλτσή Π., Η πολιτική δίκη σε κίνηση ΙΙα, Θεσσαλονίκη 1984
5)  Γεωργιάδης/Σταθόπουλος, Ερμηνεία Αστικού Κώδικα, 1982, Αθηναι
6)     Ε.Ν.Δ.Ι.Α.Α.Ε.Τ.Α, Ιδιωτική ασφάλιση και αποζημίωση από τροχαία ατυχήματα – Επίκαιρα θέματα ασφαλιστικού, αστικού, δικονομικού και ποινικού δικαίου, Νομική Βιβλιοθήκη, 2014
7)  Δεληκωστόπουλος Στ./Σινανιώτης Λ., Ερμηνεία: Ερμηνεία Κατ’ άρθρον Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας, Α’ (Ι)
8)     Καλαβρός Κ., Πολιτική Δικονομία, Γενικό Μέρος ΙΙ, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, 2006
9)        Καλαβρός Κ./ Κλουκίνας Θ./ Σταματόπουλος Θ., Εφαρμογές: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας, Πρακτικά Θέματα, 1989
11)   Καργάδος Π., Αι σχέσεις της ανακοινώσεως προς την προσεπίκλησιν (κατά την νέαν πολιτικήν δικονομίαν), Αθήναι, 1973
12)     Κεραμεύς Κ., Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Αθήναι- Θεσσαλονίκη, 1986
13)   Κολοτούρος Π., - Ένδικα μέσα και βοηθήματα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2013
-    Ερημοδικία    κυρίων    διαδίκων    επί    υπάρξεως προσθέτου παρεμβάσεως, Δίκη, 2001
14)  Κονδύλης Δ., Το δεδικασμένον κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, 1983
15)   Κουτσούκος Ν., Η προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή, εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, 1999
16)   Κρητικός Αθ., Αποζημίωση στα τροχαία αυτοκινητιστικά ατυχήματα, Αθήνα, 1987
17)    Μακρίδου Κ., Πρόσθετοι λόγοι έφεσης κατά τον ΚΠολΔ, Εκ΄δοσεις Σάκκουλα, 2000
18)   Μανιώτης Δ., Η Αρχή τηρήσεως της προδικασίας: Η αρχή τηρήσεως της προδικασίας κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
19)        Μαργαρίτης    Μ.,    Ερμηνεία   Κώδικας    Πολιτικής   Δικονομίας   – Θεωρία/Νομολογία, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας, 2012

20)     Μητσόπουλος Γ., Μελέται: Μελέται γενικής θεωρίας δικαίου και αστικού δικονομικού δικαίου, 1993
- Η θέσις του δικονομικού εγγυητή κατ’ άρθρα 274 και 277 ΚΠολΔ, Δ 5, σελ.633
21)  Μπέης Κ., Πολιτικής Δικονομία, τ.1-19
-  Δ., 5: Παρατηρήσεις από την Π.Πρ.Ιωαννίων.159/73, Δ.5, 233 επ.
-    Ερμηνεία: Πολιτική Δικονομία. Γενικαί Αρχαί και κατ’ άρθρον ερμηνεία, 1973
22)   Μπέης Κ., Καλαβρός Κ., Σταματόπουλος Σ., Δικονομία των Ιδιωτικών Διαφορών, Γενικό Μέρος Ι, εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα, 1999
23)  Νίκας Ν., Ζητήματα Σύνθετων Δικών, Αρμ 2001.749
-  Πολιτική Δικονομία, τόμος Ι, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2003
24)    Πανταζόπουλος Στ., Η προσεπίκληση κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, 1995
25)       Πρακτικά Συντακτικής Επιτροπής Σχεδίου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας Α, 1940
26)     Πρακτικά Αναθεωρητικής Επιτροπής Σχεδίου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και Εισαγωγικού Νόμου, 1967
27)   Ράμμος Γ., Στοιχεία Ελληνικής Πολιτικής Δικονομίας, τ.Α, τεύχος Ι, 5η έκδοση, Αθήναι 1961
-           Εγχειρίδιον: Εγχειρίδιον αστικού δικονομικού δικαίου, τεύχος        Α’, (Ι), 1978
-  Κύρια Παρέμβασις: Περί κύριας παρέμβασις, 1931
28)     Τζίφρας Π, Ασφαλιστικά Μέτρα: Ασφαλιστικά Μέτρα κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
29)    Φιλιώτης Ι, Προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή όταν οι διαφορές περί την ευθύνη υπάγονται στη διαιτησία ή στην δικαιοδοσία αλλοδαπού ή διοικητικού δικαστηρίου ή στην καθ’ ύλην ή κατά λειτουργία αρμοδιότητα άλλου δικαστηρίου, ΕΠολΔ, 2014

Σχόλια