
Ενδοοικογενειακή βία
Έτος: 2017/ Νούμερο: 653
Στην έννοια της οικογένειας περιλαμβάνονται: α) σύζυγοι ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ ..
αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους, β) συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τετάρτου βαθμού και πρόσωπα των οποίων επίτροπος, δικαστικός παραστάτης ή ανάδοχος γονέας έχει ορισθεί μέλος της οικογένειας, καθώς και κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί στην οικογένεια, γ) η μόνιμη σύντροφος του άνδρα ή ο μόνιμος σύντροφος της γυναίκας τα τέκνα, κοινά ή ενός εξ αυτών εφόσον τα πρόσωπα αυτά συνοικούν, ως και οι τέως συζύγους".Έτος: 2017/ Νούμερο: 653
Στην έννοια της οικογένειας περιλαμβάνονται: α) σύζυγοι ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ ..
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Μαρία Γκανιάτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1032, 1033/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με κατηγορούμενο τον Γ. Π. του Ν., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μακρή και πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Π. του Σ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Ζωγράφου.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 23/18.4.2016 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ.α ‘ Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 Κ.Π.Δ. παρ. 2 (αρθρ. 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την καταχώριση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης, αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του Κ.Π.Δ.). Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης (από τις προαναφερόμενες διατάξεις) ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Π.Δ., όταν α) δεν εκτίθενται καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, είτε όταν δεν αιτιολογείται καθόλου ή με σαφήνεια και πληρότητα γιατί το δικαστήριο δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά του και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα, οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις) για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει σε πόρισμα νόμιμης ανατροπής του τεκμηρίου αθωότητας, δηλαδή στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της δικαζόμενης αξιόποινης πράξης. Επίσης, η αθωωτική απόφαση, για να είναι αιτιολογημένη, πρέπει να αναφέρεται σ’ αυτή ρητά ή να συνάγεται με βεβαιότητα από ολόκληρο το περιεχόμενο του σκεπτικού της ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για τη διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσης του, το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στα πρακτικά. Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί, παραθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα που εισφέρθηκαν νόμιμα κατά την ακροαματική διαδικασία (από την κατηγορούσα αρχή και από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο υπεράσπισης του), διαμορφώνοντας αντίστοιχες πορισματικές παραδοχές και διατυπώνοντας σχετικές αιτιολογικές σκέψεις, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμώνται άλλα που εισφέρθηκαν σ’ αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί, με παράθεση σχετικών περιστατικών και πορισματικών παραδοχών, γιατί πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, αφού, όπως σημειώθηκε, αντικείμενο της ποινικής δίκης είναι η ενοχή, και όχι η αθωότητα αυτού (Ολ ΑΠ 3/2012, ΑΠ 1104/2015, 953/2015).
Περαιτέρω, από το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ., το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης (απλής γνωματεύσεως ή γνωμοδοτήσεως) ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου, το πόρισμα της εκτιμάται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Εξάλλου, στο άρθρο 1 του Ν. 3500/2006 ορίζεται ότι για τον παρόντα νόμο θεωρείται: 1. ενδοοικογενειακή βία, η τέλεση αξιόποινης πράξης σε βάρος μέλους της οικογένειας, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος και τα άρθρα 299 και 311 του Π.Κ, 2. α) οικογένεια ή κοινότητα που αποτελείται από συζύγους ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους, β) στην οικογένεια περιλαμβάνονται, εφόσον συνοικούν, συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τετάρτου βαθμού και πρόσωπα των οποίων επίτροπος, δικαστικός παραστάτης ή ανάδοχος γονέας έχει ορισθεί μέλος της οικογένειας, καθώς και κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί στην οικογένεια, γ) οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και στην μόνιμη σύντροφο του άνδρα ή στον μόνιμο σύντροφο της γυναίκας και στα τέκνα, κοινά ή ενός εξ αυτών, εφόσον τα πρόσωπα αυτά συνοικούν, ως και στους τέως συζύγους". Ως "σύνοικοι", κατά την έννοια του ως άνω νόμου, θεωρούνται τα πρόσωπα, τα οποία μένουν στην ίδια οικία, και εάν πρόκειται για πολυκατοικία στο ίδιο διαμέρισμα. Πρόσωπα που δεν εμπίπτουν στην ως άνω έννοια του "συνοίκου", αν βιαιοπραγήσουν, αντιμετωπίζονται με τις κοινές διατάξεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την από 18-4-2016 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και για την οποία συντάχτηκε η ...2016 έκθεση αναιρέσεως, ζητεί την αναίρεση της τελεσίδικης απόφασης 1032-1033/2015 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος, Γ. Π. του Ν., για τις πράξεις : 1) της απλής ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης κατ’ εξακολούθηση, 2) της ενδοοικογενειακής απειλής 3) της παράνομης οπλοφορίας, και 4) της οπλοχρησίας, επικαλούμενος έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και προβάλλοντας συγκεκριμένες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη για τη συναγωγή του σχετικού αποδεικτικού πορίσματος και ως προς την αθωωτική κρίση αυτής, που συνιστούν παραδεκτό και ορισμένο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Π.Δ. Σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 1032-1033/2015 απόφασης του το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε αθώος του ότι: Στην περιοχή "..." Αιγίου Αιγιαλείας και εντός της συζυγικής οικίας τέλεσε με πολλές πράξεις πολλά εγκλήματα στις κάτωθι αναφερόμενες ημερομηνίες:
Α) Με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, εντός της συζυγικής οικίας, όπου διαμένει με την σύζυγο του Ε. Π. και τα τρία από τα τέσσερα τέκνα τους, σης 15-02-2014 και περί ώρα 05:00, στις 12-02-2014 και το έτος 2012 σε ανεξακρίβωτη ακριβή ημερομηνία, με πρόθεση ως μέλος της οικογένειας προξένησε σε άλλο μέλος αυτής (οικογένειας) σωματική βλάβη και ειδικότερα ως σύζυγος της εγκαλούσας Ε. Π. χτύπησε αυτήν σε διάφορα μέρη του σώματος της και ειδικότερα στις 15-02-2014 και ώρα 05:00, κρατώντας στο δεξί του χέρι πιστόλι με το δάχτυλο στην σκανδάλη, χτυπούσε αυτή στο πίσω μέρος του κεφαλιού της με αυτό, στις 12-02-2014, τραβώντας την προαναφερόμενη εγκαλούσα από τα μαλλιά, την έσυρε από τον τρίτο όροφο της οικίας τους στον πρώτο όροφο, που ευρίσκεται το τζάκι και εκεί με μεγάλη τσιμπίδα έπιανε τα αναμμένα κάρβουνα, που είχε επιμελώς τοποθετήσει σε πιατάκι και τα έβαζε ανάμεσα στα δάκτυλα των χεριών αυτής και κατά το έτος 2012 σε ανεξακρίβωτη ακριβή ημερομηνία, κατεβάζοντας διά της βίας την εγκαλούσα στο υπόγειο της ανωτέρω αναφερομένης οικίας τους, όπου έκλεισε τα παράθυρα και τα φώτα, χτυπούσε αυτή (εγκαλούσα) στα τυφλά, σε διάφορα σημεία του σώματος της, προκαλώντας της μία εγκαυματική αλλοίωση, διαμέτρου 0,6 εκ. περίπου κατά την δεξιά οπίσθια καρπική χώρα, δύο εγκαυματικές αλλοιώσεις διαμέτρου 0,4 εκ.-0,6 εκ. περίπου κατά την ράχη της φάλαγγας του δεξιού αντίχειρα, μία εγκαυματική αλλοίωση διαμέτρου 0,7 εκ. περίπου, κατά την ράχη της 1ης φάλαγγας του δεξιού δείκτη , μία εγκαυματική αλλοίωση διαστάσεων 1,5 Χ 2 εκ. περίπου κατά την ράχη της μέσης φάλαγγας του αριστερού δείκτη, οι ανωτέρω δε περιγραφείσες εγκαυματικές αλλοιώσεις αντιστοιχούν σε εγκαύματα πρώτου και κατά τόπους 2ου βαθμού.
Β) Στον προαναφερόμενο τόπο στις 15-02-2014 προκάλεσε σε άλλο μέλος της οικογενείας του τρόμο ή ανησυχία απειλώντας το με βία ή άλλη παράνομη πράξη και συγκεκριμένα απείλησε την πιο πάνω εγκαλούσα σύζυγο του απευθύνοντας της τις απειλητικές φράσεις: "θα σε σκοτώσω κάθαρμα, ξεφτιλισμένη, θα πληρώσεις για όλα ...", κρατώντας συγχρόνως κολλημένο στον αριστερό κρόταφο του κεφαλιού της την κάνη πιστολιού και έχοντας το δάκτυλο του στην σκανδάλη, προκαλώντας έτσι σ* αυτήν τρόμο και ανησυχία.
Γ) Στον ως άνω τόπο στις 15-02-2014 έφερε όπλο χωρίς άδεια της Αστυνομικής Διεύθυνσης του τόπου κατοικίας του και συγκεκριμένα έφερε μαζί του ένα πυροβόλο όπλο και δη πιστόλι χρώματος ασημί, για σκοπό διάφορο της θήρας, χωρίς να είναι εφοδιασμένος με σχετική άδεια της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αχαΐας. Και Δ) Στον ως άνω τόπο στις 15-2-2014 με χρήση όπλου διέπραξε πλημμέλημα από δόλο και συγκεκριμένα τέλεσε την πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής , τοποθετώντας το ασημί πιστόλι που κατείχε και έφερε παρανόμως στον αριστερό κρόταφο του κεφαλιού της προαναφερόμενης εγκαλούσας έχοντας το δάχτυλο του στην σκανδάλη και προκαλώντας της με αυτό τον τρόπο τρόμο και ανησυχία." Για να στηρίξει την απαλλακτική αυτή κρίση του το Τριμελές Εφετείο Πατρών, διέλαβε στην απόφαση του ως σκεπτικό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που κατ’ είδος μνημονεύει, τα ακόλουθα: " Από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης, των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου δεν αποδείχθηκε κατά τρόπο που δεν αφήνει αμφιβολίες ότι κατά το χρόνο και στον τόπο που αναφέρονται στο διατακτικό ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται, δεδομένου ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν βεβαιώθηκε η τέλεση των παραπάνω πράξεων από τον κατηγορούμενο, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί αθώος , ο κατηγορούμενος για τις πράξεις, για τις οποίες κατηγορείται." Η αιτιολογία, όμως, αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, αφού α) δεν αναφέρονται σ’ αυτήν καθόλου πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, και τα αποδεικτικά μέσα στα οποία στηρίχτηκαν οι πορισματικές παραδοχές, ότι δεν αποδείχτηκαν τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των αξιοποίνων πράξεων, που αποδόθηκαν στον κατηγορούμενο και η συνακόλουθη αθωωτική κρίση του Τριμελούς Εφετείου. Αντίθετα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται ρητή αναφορά μόνο στις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, ενώ δεν γίνεται καμία αναφορά ή νύξη στα λοιπά αποδεικτικά μέσα που είχαν εισφερθεί νόμιμα κατά την εφετειακή δίκη (σειρά αναγνωστέων εγγράφων που αναγνώστηκαν, ιατροδικαστική έκθεση, ιατρικές βεβαιώσεις και απολογία του κατηγορουμένου) β) δεν αιτιολογείται επαρκώς γιατί δεν πείσθηκε το Δικαστήριο για την ενοχή του κατηγορουμένου - αναιρεσιβλήτου για την εν λόγω αξιόποινη πράξη από τα αναφερόμενα στην απόφαση και τα πρακτικά αποδεικτικά μέσα και γ) από ολόκληρο το περιεχόμενο του σκεπτικού της απόφασης δεν συνάγεται με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όλα αυτά τα αποδεικτικά μέσα όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. και όχι μόνον μερικά εξ αυτών κατ’ επιλογή (πλην των μαρτυρικών καταθέσεων) κατά τη διαμόρφωση των κρισίμων πορισματικών παραδοχών του, ότι δεν αποδείχτηκε η αξιόποινη συμπεριφορά και ο δόλος που αποδόθηκε με το κατηγορητήριο στον κατηγορούμενο, με βάση τις οποίες (πορισματικές παραδοχές) αυτό κατέληξε στην αθωωτική κρίση του. Δεν αρκεί, δηλαδή, να εκτίθεται στην απόφαση ότι από τις αναφερόμενες σε αυτήν αποδείξεις το δικαστήριο "δεν πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται" ή "προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου", χωρίς να εκτίθενται, επίσης, και πραγματικά περιστατικά της ακροαματικής διαδικασίας. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός αναιρετικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Π.Δ. ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός. Συνακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές που δεν μετείχαν στη σύνθεση, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 1032-1033/2015 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2017. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Α.Π.653/2017
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου