
ΕΝΩΠΙΟΝ
ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ
(ΔΙΑ
ΤΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΣ ΠΡΟΤΟΔΙΚΩΝ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ
ΠΡΟΣΦΥΓΗ
ΠΡΟΣΦΥΓΗ
(ΑΡΘΡΟΥ
285 ΚΠΔ)
Του ..........επαγγέλματος ιδιωτικού υπαλλήλου, αριθ δελτ ταυτ ......, ΑΦΜ
..., ΔΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ,μετά την κράτησή μου στην Αστυνομική
Διεύθυνση Πιερίας , ήδη προσωρινά κρατούμενου στις φυλακές Λάρισας....
ΚΑΤΑ
του με αριθ....../2017 εντάλματος σύλληψης και προσωρινής κράτησης του
αρμόδιου Ανακριτή Κατερίνης, περί της άρσης ή αντικατάστασης της προσωρινής μου
κράτησης με περιοριστικούς όρους.
=======================================================
Ι.-
Εισαγωγικά.
Είμαι 28 ετών. Αν και για
την ηλικία μου δεν θεωρούμαι «πιτσιρικάς», εν τούτοις δεν έχω μπλέξει ποτέ, έχω
πεντακάθαρο ποινικό μητρώο, μάλιστα δεν έχω κατηγορηθεί ποτέ, ούτε για πταίσμα.
Εργάζομαι σε πλυντήριο αυτοκινήτων. Δεν έχω δώσει δικαίωμα από τη συμπεριφορά
μου, ούτε στον κοινωνικό μου περίγυρο,
ούτε στους πελάτες, ούτε και στον εργοδότη μου. Είμαι τίμιος, καθαρός σε
όλες μου τις συναλλαγές. Διαμένω μόνιμα στην Καλλιθέα Πιερίας. Διάγω μία
φυσιολογική ζωή ενός νέου ανθρώπου. Προσπαθώ να εξασφαλίσω τα προς το ζείν,
εργαζόμενος όπου υπάρχει τίμιο μεροκάματο, όπως στην δουλειά μου στο πλυντήριο.
Δέν έχω δώσει δικαίωμα σε κανένα να αμφισβητήσει την ηθική μου.
Εν
προκειμένω εν αγνοία μου και άθελά μου, έχω μπλέξει σε μία
δικαστική περιπέτεια, βρίσκομαι κατηγορούμενος και προσωρινά κρατούμενος, με
σοβαρότατες κατηγορίες ,για αδικήματα που δεν διέπραξα, αλλά τείνουν να
διαλύσουν την ίδια μου τη ζωή, έως ότου αποδειχθεί η αθωότητά μου.
ΙΙ. Επί των κατηγοριών και των
αποδεικτικών μέσων
Κατηγορούμαι ότι στην Κατερίνη, στις 31.3.2017, και περί ώρα 20.00μ.μ.,σε νομότυπο
έλεγχο που διεξήχθη από αστυνομικούς του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών στο με
αριθ. κυκλοφορίας ΥΝΥ-5661 ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας SEAT ALTEA, χρώματος καφέ, ιδιοκτησίας ΚΟΛΟΚΟΥΡΗ Κωνσταντίνου, το οποίο οδηγούσε
ο συγκατηγορούμενός μου ELIDJAN MIRTAJ και στάθμευσε εντός του ΣΕΑ
Κορινού Πιερίας, με την επωνυμία OLYMPUS PLAZA, στο 447ο χιλιόμετρο Νέας Εθνικής οδού Θεσσαλονίκης –
Λαμίας, βρέθηκα να κατέχως από κοινού με τον συγκατηγορούμενό μου ELIDJAN MIRTAJ, ήτοι έχοντας κοινό δόλο και μετά από μεταξύ μας συναπόφαση, συνεννόηση
συγκλίνουσες ενέργειες και με κοινή
δράση υπό την έννοια της κοινής γνώσης κλπ.. ήτοι ότι τέλεσα
έγκλημα που προβλέπεται από το νόμο και τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας
ποινή και χρηματική ποινή ήτοι ενεργώντας με πρόθεση, χωρίς να έχως αποκτήσει
την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών, ώστε να μην μπορώ να την αποβάλω με
δικές μου δυνάμεις, διακίνησες παράνομα ναρκωτική ουσία υπό την μορφή της
κατοχής και της μεταφοράς, ποσότητας ακατέργαστης
κάνναβης, συνολικού μικτού βάρους -210- κιλών και -370- γραμμαρίων. Ότι όλες δε τις εν λόγω πράξεις διακίνησης
ναρκωτικών, τέλεσα στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή ορίζεται στο
άρθρο 187 ΠΚ, κατ’ επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000,00
ευρώ.
Εκτίμηση των στοιχείων της
δικογραφίας.
Α.- Το προσβαλλόμενο ένταλμα
δεν περιέχει όπως επιβάλλεται τις διατάξεις υπέρτατης τυπικής ισχύος του
Συντάγματος ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γενικώς, ιδίως δε ως προς το
ζήτημα της συνδρομής ή μη στο πρόσωπο του προσφεύγοντος α) σοβαρών ενδείξεων
ενοχής και β) των νομίμων προϋποθέσεων επιβολής προσωρινής κράτησης.
1.- Πραγματικά, οι μοναδικές φράσεις της, που φέρεται να συνιστά την, για τα ανωτέρω θέματα, “αιτιολογία” της, ακριβώς είναι οι εξής: «Επειδή για την πράξη του αυτή κρίνεται απολύτως αναγκαία η προσωρινή κράτηση καθόσον α) λαμβανομένης υπόψη της βαρύτητας των πράξεων και των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών της, ήτοι θρασύτητα, ψυχραιμία, μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών 210 κιλά και 370 γραμμάρια, οργανωμένη δράση με επαγγελματικό προσανατολισμό, με σκοπό όχι απλώς τον συστηματικό βιοπορισμό αλλά το ιδιαίτερα μεγάλο επιδιωκόμενο όφελος (αξία ναρκωτικών, εγγίζουσα τις 630000,00 Ευρώ, χρήση πολλαπλών οχημάτων με σκοπό ασφαλούς επίτευξη του εγκληματικού σκοπού), συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος είχε σκοπό μεταπώλησης του και είναι πιθανόν να επαναλάβει τέτοιου είδους πράξη ή παρεμφερείς αξιόποινες πράξεις που να σχετίζονται με τα ναρκωτικά».
2.- Όμως, όπως απεδείχθη από την ανακριτική διαδικασία ουδόλως αποδείχθηκαν τα ανωτέρω και ειδικότερα ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ούτε ένα στοιχείο, που θα επέτρεπε να ληφθεί υπ’ όψιν έστω ως ένδειξη, σύμφωνα με όσα εδέχθη στο αιτιολογικό του, το προσβαλλόμενο δια της παρούσας προσφυγής ένταλμα περί προσωρινής κράτησης.
3.- Δεν περιέχει αναφορά πραγματικών περιστατικών, ούτε μνεία, έστω και κατά κατηγορίες, των χρησιμοποιηθέντων αποδεικτικών μέσων (ενδεικτικώς ΑΠ 526/93 Π.Χρ. ΜΓ/290), (ποιών αποδεικτικών μέσων) ούτε, τέλος, έκθεση οποιωνδήποτε σκέψεων κ αι συλλογισμών, από τους οποίους να προκύπτει ότι, από τα (μη αναφερόμενα) πραγματικά αυτά (ποια;) περιστατικά, που προέκυψαν από τις (μη μνημονευόμενες) αποδείξεις, συνάγεται, ως αναγκαίο συμπέρασμα, η επιβολή στο πρόσωπο του προσωρινής κρατήσεως του προσφεύγοντος σοβαρών ενδείξεων ενοχής είναι απολύτως αναγκαία (και για ποιους λόγους) η επιβολή σ’ αυτόν της προσωρινής κράτησης.
4.- Για την ουσία της υποθέσεως, την απουσία και της ελάχιστης ενδείξεως ενοχής και, γενικώς, για τους προβληθέντες υπερασπιστικούς ισχυρισμούς μου, ο προσφεύγων αναφέρομαι, προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, στο περιεχόμενο α) της εκθέσεως προφορικής του απολογίας ενώπιον της κ. Ανακριτή, όπου σε αυτή το σύνολο αυτών των ισχυρισμών μου, στηρίζονται στην αλήθεια, στην κοινή πείρα και λογική, και οδηγούν [αντιθέτως προς την τυπική και αναιτιολόγητη παραδοχή της προσβαλλόμενης διατάξεως] στο αναγκαστικό συμπέρασμα πως δεν υπάρχουν ενδείξεις ενοχής εμού του προσφεύγοντος,
1.- Πραγματικά, οι μοναδικές φράσεις της, που φέρεται να συνιστά την, για τα ανωτέρω θέματα, “αιτιολογία” της, ακριβώς είναι οι εξής: «Επειδή για την πράξη του αυτή κρίνεται απολύτως αναγκαία η προσωρινή κράτηση καθόσον α) λαμβανομένης υπόψη της βαρύτητας των πράξεων και των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών της, ήτοι θρασύτητα, ψυχραιμία, μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών 210 κιλά και 370 γραμμάρια, οργανωμένη δράση με επαγγελματικό προσανατολισμό, με σκοπό όχι απλώς τον συστηματικό βιοπορισμό αλλά το ιδιαίτερα μεγάλο επιδιωκόμενο όφελος (αξία ναρκωτικών, εγγίζουσα τις 630000,00 Ευρώ, χρήση πολλαπλών οχημάτων με σκοπό ασφαλούς επίτευξη του εγκληματικού σκοπού), συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος είχε σκοπό μεταπώλησης του και είναι πιθανόν να επαναλάβει τέτοιου είδους πράξη ή παρεμφερείς αξιόποινες πράξεις που να σχετίζονται με τα ναρκωτικά».
2.- Όμως, όπως απεδείχθη από την ανακριτική διαδικασία ουδόλως αποδείχθηκαν τα ανωτέρω και ειδικότερα ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ούτε ένα στοιχείο, που θα επέτρεπε να ληφθεί υπ’ όψιν έστω ως ένδειξη, σύμφωνα με όσα εδέχθη στο αιτιολογικό του, το προσβαλλόμενο δια της παρούσας προσφυγής ένταλμα περί προσωρινής κράτησης.
3.- Δεν περιέχει αναφορά πραγματικών περιστατικών, ούτε μνεία, έστω και κατά κατηγορίες, των χρησιμοποιηθέντων αποδεικτικών μέσων (ενδεικτικώς ΑΠ 526/93 Π.Χρ. ΜΓ/290), (ποιών αποδεικτικών μέσων) ούτε, τέλος, έκθεση οποιωνδήποτε σκέψεων κ αι συλλογισμών, από τους οποίους να προκύπτει ότι, από τα (μη αναφερόμενα) πραγματικά αυτά (ποια;) περιστατικά, που προέκυψαν από τις (μη μνημονευόμενες) αποδείξεις, συνάγεται, ως αναγκαίο συμπέρασμα, η επιβολή στο πρόσωπο του προσωρινής κρατήσεως του προσφεύγοντος σοβαρών ενδείξεων ενοχής είναι απολύτως αναγκαία (και για ποιους λόγους) η επιβολή σ’ αυτόν της προσωρινής κράτησης.
4.- Για την ουσία της υποθέσεως, την απουσία και της ελάχιστης ενδείξεως ενοχής και, γενικώς, για τους προβληθέντες υπερασπιστικούς ισχυρισμούς μου, ο προσφεύγων αναφέρομαι, προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, στο περιεχόμενο α) της εκθέσεως προφορικής του απολογίας ενώπιον της κ. Ανακριτή, όπου σε αυτή το σύνολο αυτών των ισχυρισμών μου, στηρίζονται στην αλήθεια, στην κοινή πείρα και λογική, και οδηγούν [αντιθέτως προς την τυπική και αναιτιολόγητη παραδοχή της προσβαλλόμενης διατάξεως] στο αναγκαστικό συμπέρασμα πως δεν υπάρχουν ενδείξεις ενοχής εμού του προσφεύγοντος,
Επομένως απουσιάζει
η πρώτη, αναγκαία προς τούτο, κατά νόμο προϋπόθεση, για την επιβολή του καθού η
παρούσα προσφυγή εντάλματος προσωρινής κρατήσεως.
5.- Ειδικότερα και για την ουσία της υποθέσεως, εντελώς ενδεικτικώς, υπογραμμίζονται τα εξής:
5.- Ειδικότερα και για την ουσία της υποθέσεως, εντελώς ενδεικτικώς, υπογραμμίζονται τα εξής:
Ουδείς άλλος, ούτε ο καταθέσας αστυνομικός, δήλωσε
ότι είχα επαφή με τον συγκατηγορούμενο μου Αλβανό υπήκοο, ούτε στην πρώτη
περίπτωση της παραλαβής των κλειδιών, ούτε
στην δεύτερη της απόδοσης. Ο
ίδιος ο συγκατηγορούμενός μου , δήλωσε σαφώς ότι δεν με γνώριζε πρίν, ούτε με γνωρίζει.
Δέν είχα καμία επαφή με
το περιεχόμενο των ναρκωτικών που ήταν στο αυτοκίνητο, αφού δεν γνώριζα αν είχε
και τι είχε. Απλά εξυπηρέτησα τον γνωστό
μου Απόστολο Ξάφη οδηγώντας το αυτοκίνητο για μία και μοναδική διαδρομή. Ο
οποιοσδήποτε καλοπροαίρετος και μη υποψιασμένος θα μπορούσε «να την πατήσει». Γιατί δεν απαντάται το εύλογο ερώτημά μου
γιατί δεν μας συνέλαβαν όταν παραδώσαμε το αυτοκίνητο; θα μπορούσαν να κάνουν
αυτούς τους αίολους συσχετισμούς εμπλοκής μου στην υπόθεση, άν δεν επέστρεφα «στον τόπο του εγκλήματος» για να πάρω
τσιγάρα; Εξάλλου η κατηγορούσα αρχή
οφείλει να αποδείξει ότι υπάρχουν στοιχεία ενοχής μου όχι εγώ.
6.- Στο προσβαλλόμενο ένταλμα δεν περιελήφθη έστω και μια φράση, για να αντικρουσθούν οι απολογητικοί ισχυρισμοί εμού του προσφεύγοντος, οι οποίοι προβλήθηκαν με υπευθυνότητα, σοβαρότητα και τεκμηρίωση, υποστηρίχθηκαν ενώπιον του Ανακριτή, δηλαδή με τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που προβλέπονται από τον ισχύοντα Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Ειδικότερα όσον αφορά την αποδιδόμενη σε εμένα κατηγορία και της επιβαρυντικής περίπτωσης του άρθρου 187 ΠΚ. Περι εγκληματικής οργανώσεως , αναφερθήκαμε περιληπτικώς στην απολογία μας, και με την παρούσα αναλυτικώς αναφέρω τα εξής:
Για
να πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του άρθρου και άρα να στοιχειοθετείται το
έγκλημα απαιτείται :
α) η
σύμπραξη τουλάχιστον τριών ατόμων
β) η
συγκρότηση ομάδας από τουλάχιστον τρία πρόσωπα ή η ένταξη ως μέλος σε τέτοια
ομάδα
γ) η
ύπαρξη ιεραρχικής δομής στην ομάδα
δ)
διαρκής δράση της ομάδας
ε) η
ομάδα να επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που απαριθμούνται
περιοριστικά στο νόμο.
Ας αναλύσουμε λοιπόν
περαιτέρω τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του άρθρου.
Σχετικά με τη σύμπραξη τριών ή περισσότερων ατόμων στην οποία αναφέρεται ο
νόμος απαιτείται βέβαια μία σταθερή βάση σύμπραξης. Έτσι για να κάνουμε λόγο
για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης θα πρέπει να υπάρχει συμφωνία των
συμμετεχόντων ( έγγραφη ή προφορική) στην οποία θα αποτυπώνεται η σύμπτωση της
βούλησής τους για τη διάπραξη κακουργηματικών πράξεων. Δεν μπορούμε να δεχτούμε λοιπόν ότι αρκεί απλή ή προκαταρκτική
συζήτηση για τη λήψη οριστικής απόφασης διενέργειας του εγχειρήματος. Δεν μπορούμε όμως και να περιοριστούμε
στην απλή συμφωνία των μελών γιατί τότε κάθε μορφή συναυτουργίας θα μπορούσε να
αναχθεί και στο ιδιώνυμο έγκλημα της συγκρότησης ή ένταξης σε δομημένη
εγκληματική ομάδα. Αντίθετα πρέπει
να δεχτούμε ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρου εγκλήματος απαιτείται να
υφίσταται μεταξύ των μελών πειθαρχία και ενεργός δράση χωρίς να είναι ωστόσο
αναγκαία και η επικοινωνία των μελών μεταξύ τους αρκεί τα μέλη να εκτελούν τα
ανατεθειμένα σε αυτά καθήκοντα χωρίς να απαιτείται το κάθε μέλος να συμμετέχει
και στο σχηματισμό της εγκληματικής δράσης.
Είναι πολύ σημαντικό
επίσης να σημειωθεί ότι αξιόποινη συμπεριφορά συνιστά η συγκρότηση εγκληματικής
οργάνωσης ή η ένταξη σε αυτή ,δηλαδή η ενεργή συμμετοχή του μέλους σε ήδη
σχηματισμένη οργάνωση και όχι η ύπαρξη της αυτή καθεαυτή. Επομένως η ποινική ευθύνη δημιουργείται με μόνη τη συγκρότηση ή την
ένταξη σε εγκληματική οργάνωση και είναι ανεξάρτητη από την τέλεση των
σχεδιαζόμενων εγκλημάτων ή την τύχη της οργάνωσης. Έτσι τόσο γι΄ αυτόν που τη
συγκροτεί όσο και για αυτόν που εντάσσεται ως μέλος στην οργάνωση η ευθύνη του
παραμένει ακόμα και αν στη συνέχεια αυτός επιλέξει να αποχωρήσει. Δηλαδή το
έγκλημα της συγκρότησης είναι στιγμιαίο ενώ το έγκλημα της ένταξης είναι διαρκές.
Ακόμα δύο
σημαντικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος είναι η ιεραρχική δομή που απαιτείται να έχει η εγκληματική
οργάνωση αλλά και η διαρκής δράση της. Όπως αποτυπώνεται στην Αιτιολογική
Έκθεση του νόμου σχετικά με την εγκληματική οργάνωση στον αυστριακό ποινικό
κώδικα για να γίνει λόγος για ιεραρχική δομή, απαιτείται να διαπιστώνεται μια
ορισμένη σχέση ανωτέρων προς κατωτέρους μεταξύ των μελών, χωρίς όμως να
θεωρείται αναγκαίο να αποδεικνύεται ότι υπάρχει εξουσία εντολών και υποχρέωση
υποταγής σε εντολές.
Σχετικά με τη διαρκή δράση που χρειάζεται να έχει η
οργάνωση προκειμένου να εμπίπτει στα
πλαίσια του 187 παρ.1 απαιτείται η διάπραξη περισσότερων εγκλημάτων. Δεν αρκεί
δηλαδή η σύσταση της οργάνωσης για την τέλεση ενός μόνο εγκλήματος έστω και αν
αυτό είναι κακουργηματικού βαθμού για να χαρακτηριστεί αυτή ως εγκληματική . Η χρονική διάρκεια της εγκληματικής
οργάνωσης μπορεί να είναι εκ των προτέρων καθορισμένη, μπορεί να είναι
αορίστης διάρκειας ή μπορεί και να μην έχει επακριβώς υπολογιστεί αρκεί να
εκτείνεται σε βάθος χρόνου.
Τέλος δεν αρκεί βέβαια η διάπραξη οποιωνδήποτε κακουργημάτων παρά
μόνο αυτών που απαριθμεί περιοριστικά ο νόμος.
Όσον αφορά την
υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος το
αδίκημα όντας κακούργημα απαιτεί δόλο (άρθρο 26 ΠΚ) τουλάχιστον ενδεχόμενο, που
συνίσταται αφενός στη γνώση ότι με την ενέργεια του ο δράστης συγκροτεί ή
εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή
περισσότερα πρόσωπα ή διευθύνει μια τέτοια ομάδα και αφετέρου στη θέληση
παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την έννοια της
πράξης. Ειδικά όμως ως προς τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων από τα ρητά
αναφερόμενα στο εν λόγω άρθρο, απαιτείται δόλος σκοπού. Πρόκειται για έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης αφού
απαιτείται κάθε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της οργάνωσης να έχει ως σκοπό τη
διάπραξη περισσότερων από ένα από τα κακουργήματα που αναφέρονται στη διάταξη
είτε ομοειδή είτε ετεροειδή. Ο ειδικός αυτός δόλος πρέπει να νοηθεί ως
συνολικός (ενιαίος).
Πιο
συνοπτικά και συγκεκριμένα
στην περίπτωσή μου:
- ουδέποτε
προέβην από κοινού με τους συγκατηγορουμένους μου σε συγκρότηση και εντάχθηκα ως μέλος και συμμετείχα
σε δομημένη και με διαρκή δράση εγκληματική ομάδα, καθόσον από κανένα στοιχείο της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας
δεν προκύπτει η ένταξη μου σε εγκληματική οργάνωση, δεδομένου ότι ελλείπουν τα
εκ του νόμου απαιτούμενα δομικά στοιχεία αυτής
Δεν
προέκυψε από τη διαδικασία και δεν απέδειξε η κατηγορούσα αρχή, κανένα στοιχείο που να τείνει
στην στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συγκρότησης ή ένταξης σε εγκληματική
ομάδα., καθόσον όπως προείπα, απαιτείται να
υφίσταται μεταξύ των μελών πειθαρχία και ενεργός δράση, τα μέλη να εκτελούν τα
ανατιθέμενα σε αυτά καθήκοντα, υποτάσσοντας τις κατ’ ιδίαν βουλήσεις τους στη
βούληση της εγκληματικής οργάνωσης. Η ΑΠΛΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ, ΔΗΛΑΔΗ Η
ΣΥΜΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΒΟΥΛΗΣΕΩΝ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΣΗ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΩΝ ΔΕΝ
ΑΡΚΕΙ, ΓΙΑΤΙ ΤΟΤΕ ΚΑΘΕ ΜΟΡΦΗ ΣΥΝΑΥΤΟΥΡΓΙΑΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΑΝΑΧΘΕΙ ΣΤΟ ΙΔΙΩΝΥΜΟ
ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ Ή ΕΝΤΑΞΗΣ ΣΕ ΔΟΜΗΜΕΝΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ, (28/2010
Συμβ.Εφ.Θεσ, ΠοινΔικ 2011,155].
Περαιτέρω ο σκοπός των δραστών για την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων εκ των αναφερόμενων στην παραπάνω διάταξη, δεν πρέπει να εικάζεται, αλλά να προκύπτει με βεβαιότητα, πως οι δράστες έχουν αποφασίσει να συμμετάσχουν στην τέλεση απροσδιόριστου εκ των προτέρων αριθμού εγκλημάτων.
Περαιτέρω σε επίπεδο υποκειμενικής υπόστασης, απαιτείται συνολικός (ενιαίος) δόλος που να καλύπτει εκ των προτέρων τις σχεδιαζόμενες πράξεις και την επανειλημμένη τέλεσής τους και δεν αρκεί η οργάνωοη να επιδιώκει την διάπραξη ενός συγκεκριμένου εγκλήματος και να αποφασίζει το πρώτον, μετά τη διάπραξή του, τη συνέχιση της εγκληματικής δραστηριότητας είτε για τον προσπορισμό πρόσθετων ωφελημάτων, είτε για την διατήρηση των ήδη κτηθέντων.
Περαιτέρω ο σκοπός των δραστών για την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων εκ των αναφερόμενων στην παραπάνω διάταξη, δεν πρέπει να εικάζεται, αλλά να προκύπτει με βεβαιότητα, πως οι δράστες έχουν αποφασίσει να συμμετάσχουν στην τέλεση απροσδιόριστου εκ των προτέρων αριθμού εγκλημάτων.
Περαιτέρω σε επίπεδο υποκειμενικής υπόστασης, απαιτείται συνολικός (ενιαίος) δόλος που να καλύπτει εκ των προτέρων τις σχεδιαζόμενες πράξεις και την επανειλημμένη τέλεσής τους και δεν αρκεί η οργάνωοη να επιδιώκει την διάπραξη ενός συγκεκριμένου εγκλήματος και να αποφασίζει το πρώτον, μετά τη διάπραξή του, τη συνέχιση της εγκληματικής δραστηριότητας είτε για τον προσπορισμό πρόσθετων ωφελημάτων, είτε για την διατήρηση των ήδη κτηθέντων.
Έτσι
και σύμφωνα με τα ως άνω
εκτεθέντα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ισχύουν οι προϋποθέσεις αυτές στην δική μου περίπτωση, καθόσον ενώ ήμουν υπο παρακολούθηση, δεν προέκυψε από κοινού δράση κατά το παρελθόν, ούτε πρίν τη σύλληψή μου διαπιστώθηκε έστω μία επαφή μου με κάποιους για τέλεση αδικημάτων, αλλά ούτε και στο πιο μακρινό παρελθόν είχα καμιά εμπλοκή σε παράνομη ενέργεια, ούτε σε βαθμό πταίσματος, πώς λοιπόν με χαρακτηρίζουν « ως άτομο με θρασύτητα,ψυχραιμία;
7.- Αλλά και αν ακόμα ήταν δυνατό να ξεπεραστεί το ανωτέρω εμπόδιο, το καθού η παρούσα προσφυγή ένταλμα είναι, επίσης, παντελώς αναιτιολόγητο και όσον αφορά, ειδικότερα την περιγραφή γεγονότων, πραγματικών περιστατικών, με δική μου μη αμφισβητήσιμη συμμετοχή.
εκτεθέντα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ισχύουν οι προϋποθέσεις αυτές στην δική μου περίπτωση, καθόσον ενώ ήμουν υπο παρακολούθηση, δεν προέκυψε από κοινού δράση κατά το παρελθόν, ούτε πρίν τη σύλληψή μου διαπιστώθηκε έστω μία επαφή μου με κάποιους για τέλεση αδικημάτων, αλλά ούτε και στο πιο μακρινό παρελθόν είχα καμιά εμπλοκή σε παράνομη ενέργεια, ούτε σε βαθμό πταίσματος, πώς λοιπόν με χαρακτηρίζουν « ως άτομο με θρασύτητα,ψυχραιμία;
7.- Αλλά και αν ακόμα ήταν δυνατό να ξεπεραστεί το ανωτέρω εμπόδιο, το καθού η παρούσα προσφυγή ένταλμα είναι, επίσης, παντελώς αναιτιολόγητο και όσον αφορά, ειδικότερα την περιγραφή γεγονότων, πραγματικών περιστατικών, με δική μου μη αμφισβητήσιμη συμμετοχή.
8.- Ο προσφεύγων ,είμαι μέλος πολύτεκνης (7 παιδιά) φτωχής οικογένειας οποία χρήζει απόλυτα την βοήθειά μου και την φυσική μου παρουσίας.
9.- Ο ίδιος προσφεύγων, με το παρελθόν μου, με τη μέχρι τώρα διαδικαστική κλπ. συμπεριφορά μου, εμπράκτως απέδειξα το αντίθετο, από εκείνο, που, ως πρόγνωση γενική και αόριστη του τι θα πράξω, προαναφέρθηκε, δοθέντος ότι, και ουδεμία ένδειξη προέκυψε κατά τον διαδραμόντα χρόνο από τη σύλληψη προς απολογία μέχρι και την απόφαση περί προσωρινής μου κρατήσεως, περί τελέσεως όχι μόνο της αυθαίρετης αποδιδόμενης εις βάρος του κατηγορίας, αλλά και οιασδήποτε άλλης τυχόν παράνομης πράξης.
10.- Τα ανωτέρω στοιχεία προέκυψαν από την ανάκριση και τη σχηματισθείσα δικογραφία, πλην αγνοήθηκαν, τόσο κατά την ουσιαστική κρίση του προσβαλλόμενου εντάλματος, όσο και κατά την αιτιολόγησή του, κατά παράβαση του ουσιαστικού και δικονομικού νόμου (βλ. και ΚΠοινΔ 274), αλλά και του Συντάγματος.
11.- Ενόψει των προεκτεθέντων, αποδεικνύεται πλήρως η νομική και ουσιαστική βασιμότητα της παρούσας προσφυγής, αφού, πραγματικά, η προσβαλλόμενη διάταξη α) στερείται νόμιμης, δηλ. ειδικής και εμπεριστατωμένης, αιτιολογίας, αλλά και β) εκτίμησε κατά τρόπο εσφαλμένο το αποδεικτικό υλικό και ιδίως τους απολογητικούς ισχυρισμούς του κατηγορούμενου – προσφεύγοντος αλλά ιδιαίτερα τους κοινώς παραδεδεγμένους κανόνες λογικής και καλής πίστεως, που πρέπει να εφαρμόζονται στην ερμηνεία και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.
Β. Επιπλέον δεν λήφθησαν υπόψιν ότι: , με τους Ν. 2207/94, 2408/96, 3811/09 και κυρίως με τους πρόσφατους Ν. 4055/2012 και Ν. 4205/13 αναμορφώνεται συνεχώς ο θεσμός της προσωρινής κράτησης σε πιο φιλελεύθερη κατεύθυνση. Οι σύγχρονες ρυθμίσεις διαπνέονται από ένα πνεύμα περαιτέρω περιορισμού της εφαρμογής του θεσμού της προσωρινής κράτησης, έτσι ώστε να διασφαλίζεται πραγματικά ο εξαιρετικός χαρακτήρας της. Οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για την επιβολή της προσωρινής κρατήσεως «στένεψαν» αισθητά.
Κεντρικός άξονας για την επιβολή προσωρινής κράτησης στον κατηγορούμενο δεν είναι μόνο το «in abstracto» και η βαρύτητα του εγκλήματος, όσο η προσωπικότητα του συγκεκριμένου δράστη, στο πρόσωπο του οποίου ελέγχεται «in concreto» η συνδρομή των προϋποθέσεων της ιδιαίτερης επικινδυνότητας, της σφόδρα πιθανής φυγής και της πρόληψης της υποτροπής. Πιο συγκεκριμένα, η προσωρινή κράτηση πρέπει να διατάσσεται εξαιρετικά, ν’ αποτελεί δηλαδή το τελευταίο δικονομικό μέτρο, αφού πρώτα εξαντληθεί η εκτίμηση όλων των περιοριστικών όρων, που προβλέπονται. Είναι χαρακτηριστική, άλλωστε, η διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 282 Κ.Π.Δ., ιδιαίτερα δε μετά την πρόσφατη τροποποίηση του, όπου οι δυνατότητες που έχει ο Ανακριτής μετά την απολογία του κατηγορουμένου απαριθμούνται κατά σειρά προτεραιότητας, υπό την έννοια ότι θα εξετάσει πρώτα τη δυνατότητα ν’ αφήσει ελεύθερο τον κατηγορούμενο χωρίς όρους, μετά την αναγκαιότητα επιβολής περιοριστικών όρων και τελευταία, αν είναι απολύτως αναγκαίο και μετά την τελευταία τροποποίηση, εάν κρίνεται με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την επιβολή προσωρινής κράτησης.
Καθοριστικό στοιχείο και απαραίτητη προϋπόθεση είναι η επιμελής διερεύνηση της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, προκειμένου να διακριβωθεί η επικινδυνότητά της. Ασφαλής βέβαια πρόβλεψη είναι από τη φύση των πραγμάτων αδύνατη. Προγνωστική αξία, όμως, έχει η συμπεριφορά του πριν από τη διάπραξη του εγκλήματος, το είδος του εγκλήματος, ο βαθμός ανάπτυξης, η μόρφωσή του και, τέλος, το οικογενειακό και το ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον. Πρέπει, ακόμα, να σημειωθεί ότι κάθε ανακριτική πράξη επιβάλλεται, προκειμένου να επιτευχθεί η διερεύνηση των τελούμενων εγκλημάτων και η αποκάλυψη των δραστών, να είναι σύμφωνη με την «αρχή της αναγκαιότητας», ενώ, παράλληλα, πρέπει να λειτουργούν, όπως για τη λήψη κάθε μέτρου δικονομικού καταναγκασμού, οι αρχές της «απαγόρευσης του υπέρμετρου», της «αναγκαίας αναλογίας» και του «προσήκοντος βαθμού υπονοιών».
Τέλος, η προσωρινή κράτηση, που διατάχθηκε με αποκλειστικό πάντοτε σκοπό να εξασφαλίσει την παρουσία του διωκόμενου προσώπου κατά τα διάφορα στάδια της ποινικής διαδικασίας και τη συμμετοχή του στη δίκη, που, ενδεχομένως, θ` ακολουθήσει, όταν τα υπόλοιπα μέσα δικονομικού καταναγκασμού -δηλαδή οι ως άνω περιοριστικοί όροι- δεν κρίνονται επαρκή για την επίτευξη των παραπάνω σκοπών, τελεί υπό συνεχή έλεγχο, ο οποίος τείνει προς την άρση ή την αντικατάσταση της με περιοριστικούς όρους, μόλις διαπιστωθεί, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση του κατηγορουμένου, ότι δεν συντρέχουν πλέον οι νομικοί και πραγματικοί λόγοι για την επιβολή ή την περαιτέρω διάρκειά της. Εξάλλου, τόσο οι περιοριστικοί όροι, όσο και η προσωρινή κράτηση, είναι μέτρα δυνητικά, δηλαδή είναι δυνατό να μην επιβληθούν, αν και συντρέχουν οι παραπάνω διαγραφόμενες προϋποθέσεις, επαφιόμενα στην έμφρονα κρίση του αρμοδίου δικαστικού οργάνου. Την κρίση του δικαστή περί της επιλεκτέας ενέργειας από τις παραπάνω πρέπει να βαρύνει η προσωπικότητα, ο πρότερος βίος, η τυχόν επαγγελματική δραστηριότητα κ.λ.π..
Ιδιαίτερα μετά τις τελευταίες τροποποιήσεις του άρθρου 282 Κ.Π.Δ. ο προσανατολισμός του Νομοθέτη προς την αιτιολογημένη επιβολή της προσωρινής κράτησης, οριοθετεί και προσδιορίζει αυστηρά τα περιθώρια εντός των οποίων μπορεί να διαταχθεί πλέον η προσωρινή κράτηση και οπωσδήποτε μόνο εφόσον αυτή είναι ειδικά αιτιολογημένη.
Ειδικότερα
σύμφωνα με το τροποποιημένο άρθρο 282 Κ.Π.Δ. στην παράγραφο 4, ορίζεται ότι:
«4. «3. «Προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί αντί: α) για κατ` οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση, όταν το μέτρο αυτό δεν επαρκεί ή δεν μπορεί να επιβληθεί λόγω έλλειψης γνωστής διαμονής του κατηγορουμένου στη χώρα ή λόγω μη υποβολής από τον τελευταίο σχετικού αιτήματος να υποβληθεί σε αυτό και β) για περιοριστικούς όρους – εάν αιτιολογημένα κριθεί ότι τα υπό στοιχεία α` και β` μέτρα δεν επαρκούν – εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, μόνον αν ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα και δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή για παραβίαση περιορισμών διαμονής και από τη συνδρομή των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής του ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανόν, όπως προκύπτει από προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες του για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα». *** Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 2 παρ. Γ Ν.4205/2013,ΦΕΚ Α 242/6.11.2013.
Εάν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη απειλείται στο νόμο με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη ή εάν το έγκλημα τελέστηκε κατ` εξακολούθηση ή στο πλαίσιο εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή υπάρχει μεγάλος αριθμός παθόντων από αυτό, προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί και όταν, με βάση τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, κρίνεται αιτιολογημένα, ότι αν αφεθεί ελεύθερος, είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα.
Μόνο η κατά το νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή προσωρινής κράτησης. Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον αιτιολογημένα κρίνεται ότι δεν επαρκούν οι περιοριστικοί όροι, μπορεί να επιβληθεί προσωρινή κράτηση και για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, αν προκύπτει σκοπός φυγής του κατηγορουμένου, με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Στην περίπτωση αυτή, το ανώτατο όριο της προσωρινής κράτησης είναι διάρκειας έως έξι μηνών.»
Οι όροι επιβολής της αναφέρονται στο α. 282 παρ. 1,4, Κ.Π.Δ., όπως αυτό τροποποιήθηκε και επικεντρώνονται κυρίαρχα στην αναγκαιότητα επιβολής της προσωρινής κράτησης, μόνο όταν συντρέχουν οι κάτωθι προϋποθέσεις:
- Να προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορούμενου για κάποιο κακούργημα.
- Να μην έχει γνωστή διαμονή στη χώρα.
-Να έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του.
- Να μην έχει υπάρξει κατά το παρελθόν φυγόποινος ή φυγόδικος ή να έχει κριθεί ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής ή
- Να κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες του για κακούργημα, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα.
- Να κρίνεται αιτιολογημένα (στην περίπτωση που η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη απειλείται στο νόμο με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη), ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα.
Δηλαδή στην τελευταία περίπτωση που ορίζεται ότι η προσωρινή κράτηση μπορεί να εφαρμοστεί στις περιπτώσεις όπου η αποδιδόμενη πράξη επαπειλείται με ποινή ισοβίου ή πρόσκαιρης καθείρξεως, διασαφηνίζεται ότι η προσωρινή κράτηση θα επιβάλλεται – εφόσον δεν πληρούνται και εν προκειμένω οι προηγούμενες προϋποθέσεις του ίδιου άρθρου – μόνο όταν κρίνεται αιτιολογημένα, ότι η πράξη η οποία αποδίδεται στον κατηγορούμενο έχει τέτοια ειδικά χαρακτηριστικά, ώστε να κρίνεται αιτιολογημένα ότι είναι πιθανό να τελέσει νέες παρόμοιες πράξεις.
Συνεπώς με την πρόσφατη τροποποίηση του α. 282 Κ.Π.Δ., η προσωρινή κράτηση επιτρέπεται μόνο κατ΄ εξαίρεση αντί για τους περιοριστικούς όρους που αποτελούν κατά κανόνα το μέσο δικονομικού καταναγκασμού του κατηγορουμένου. Γι΄ αυτό, γενική προϋπόθεση της επιβολής της είναι να συντρέχουν οι κατ΄ άρθρα 282 παρ. 1 Κ.Π.Δ και 296 Κ.Π.Δ. προϋποθέσεις για την επιβολή περιοριστικών όρων. Συγκεκριμένα:
Προσωρινή κράτηση μπορεί πλέον να επιβληθεί μόνο όταν προκύπτουν κατά την ανάκριση σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα. Σύμφωνα όμως με την παρ. 3 του άρθρου 282 «μόνη η βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την προσωρινή κράτηση».
Δηλαδή ακόμη και στις περιπτώσεις που επαπειλείται ποινή ισοβίου ή πρόσκαιρης κάθειρξης μέχρι τα είκοσι έτη, η προσωρινή κράτηση δεν συνιστά τον κανόνα, αλλά την εξαίρεση, δεδομένου ότι ο εφαρμοστής του Δικαίου καλείται να προχωρήσει στην εφαρμογή της προσωρινής κράτησης αντί των περιοριστικών όρων, μόνο στις περιπτώσεις που κριθεί αιτιολογημένα ότι δεν επαρκούν οι τελευταίοι και μόνο όταν η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο έχει τέτοια χαρακτηριστικά, ώστε να πιθανολογείται αιτιολογημένα και πάλι, ότι ο κατηγορούμενος εάν αφεθεί ελεύθερος θα τελέσει ομοειδείς παράνομες πράξεις.
Ακόμα το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου φωτίζει όλη τη διαδρομή την οποία ακολουθεί η νομική αρχιτεκτονική της ποινικής δίκης, έχει ενσωματούμενα στοιχεία αυτού του τεκμηρίου.
Περαιτέρω, αφού τα στοιχεία ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου δεν είναι εκείνα που απαιτούνται για την συγκεκριμένη περίπτωση, τότε και αν ακόμα τα αντίθετα απαλλακτικά δεν είναι περισσότερα, οι αμφιβολίες θα πρέπει να λειτουργήσουν υπέρ του κατηγορουμένου.
«4. «3. «Προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί αντί: α) για κατ` οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση, όταν το μέτρο αυτό δεν επαρκεί ή δεν μπορεί να επιβληθεί λόγω έλλειψης γνωστής διαμονής του κατηγορουμένου στη χώρα ή λόγω μη υποβολής από τον τελευταίο σχετικού αιτήματος να υποβληθεί σε αυτό και β) για περιοριστικούς όρους – εάν αιτιολογημένα κριθεί ότι τα υπό στοιχεία α` και β` μέτρα δεν επαρκούν – εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, μόνον αν ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα και δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή για παραβίαση περιορισμών διαμονής και από τη συνδρομή των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής του ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανόν, όπως προκύπτει από προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες του για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα». *** Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 2 παρ. Γ Ν.4205/2013,ΦΕΚ Α 242/6.11.2013.
Εάν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη απειλείται στο νόμο με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη ή εάν το έγκλημα τελέστηκε κατ` εξακολούθηση ή στο πλαίσιο εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή υπάρχει μεγάλος αριθμός παθόντων από αυτό, προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί και όταν, με βάση τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, κρίνεται αιτιολογημένα, ότι αν αφεθεί ελεύθερος, είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα.
Μόνο η κατά το νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή προσωρινής κράτησης. Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον αιτιολογημένα κρίνεται ότι δεν επαρκούν οι περιοριστικοί όροι, μπορεί να επιβληθεί προσωρινή κράτηση και για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, αν προκύπτει σκοπός φυγής του κατηγορουμένου, με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Στην περίπτωση αυτή, το ανώτατο όριο της προσωρινής κράτησης είναι διάρκειας έως έξι μηνών.»
Οι όροι επιβολής της αναφέρονται στο α. 282 παρ. 1,4, Κ.Π.Δ., όπως αυτό τροποποιήθηκε και επικεντρώνονται κυρίαρχα στην αναγκαιότητα επιβολής της προσωρινής κράτησης, μόνο όταν συντρέχουν οι κάτωθι προϋποθέσεις:
- Να προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορούμενου για κάποιο κακούργημα.
- Να μην έχει γνωστή διαμονή στη χώρα.
-Να έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του.
- Να μην έχει υπάρξει κατά το παρελθόν φυγόποινος ή φυγόδικος ή να έχει κριθεί ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής ή
- Να κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες του για κακούργημα, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα.
- Να κρίνεται αιτιολογημένα (στην περίπτωση που η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη απειλείται στο νόμο με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη), ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα.
Δηλαδή στην τελευταία περίπτωση που ορίζεται ότι η προσωρινή κράτηση μπορεί να εφαρμοστεί στις περιπτώσεις όπου η αποδιδόμενη πράξη επαπειλείται με ποινή ισοβίου ή πρόσκαιρης καθείρξεως, διασαφηνίζεται ότι η προσωρινή κράτηση θα επιβάλλεται – εφόσον δεν πληρούνται και εν προκειμένω οι προηγούμενες προϋποθέσεις του ίδιου άρθρου – μόνο όταν κρίνεται αιτιολογημένα, ότι η πράξη η οποία αποδίδεται στον κατηγορούμενο έχει τέτοια ειδικά χαρακτηριστικά, ώστε να κρίνεται αιτιολογημένα ότι είναι πιθανό να τελέσει νέες παρόμοιες πράξεις.
Συνεπώς με την πρόσφατη τροποποίηση του α. 282 Κ.Π.Δ., η προσωρινή κράτηση επιτρέπεται μόνο κατ΄ εξαίρεση αντί για τους περιοριστικούς όρους που αποτελούν κατά κανόνα το μέσο δικονομικού καταναγκασμού του κατηγορουμένου. Γι΄ αυτό, γενική προϋπόθεση της επιβολής της είναι να συντρέχουν οι κατ΄ άρθρα 282 παρ. 1 Κ.Π.Δ και 296 Κ.Π.Δ. προϋποθέσεις για την επιβολή περιοριστικών όρων. Συγκεκριμένα:
Προσωρινή κράτηση μπορεί πλέον να επιβληθεί μόνο όταν προκύπτουν κατά την ανάκριση σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα. Σύμφωνα όμως με την παρ. 3 του άρθρου 282 «μόνη η βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την προσωρινή κράτηση».
Δηλαδή ακόμη και στις περιπτώσεις που επαπειλείται ποινή ισοβίου ή πρόσκαιρης κάθειρξης μέχρι τα είκοσι έτη, η προσωρινή κράτηση δεν συνιστά τον κανόνα, αλλά την εξαίρεση, δεδομένου ότι ο εφαρμοστής του Δικαίου καλείται να προχωρήσει στην εφαρμογή της προσωρινής κράτησης αντί των περιοριστικών όρων, μόνο στις περιπτώσεις που κριθεί αιτιολογημένα ότι δεν επαρκούν οι τελευταίοι και μόνο όταν η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο έχει τέτοια χαρακτηριστικά, ώστε να πιθανολογείται αιτιολογημένα και πάλι, ότι ο κατηγορούμενος εάν αφεθεί ελεύθερος θα τελέσει ομοειδείς παράνομες πράξεις.
Ακόμα το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου φωτίζει όλη τη διαδρομή την οποία ακολουθεί η νομική αρχιτεκτονική της ποινικής δίκης, έχει ενσωματούμενα στοιχεία αυτού του τεκμηρίου.
Περαιτέρω, αφού τα στοιχεία ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου δεν είναι εκείνα που απαιτούνται για την συγκεκριμένη περίπτωση, τότε και αν ακόμα τα αντίθετα απαλλακτικά δεν είναι περισσότερα, οι αμφιβολίες θα πρέπει να λειτουργήσουν υπέρ του κατηγορουμένου.
Η
εφαρμογή όμως της ανωτέρω αρχής «IN DUBIO PRO REO» δεν είναι ξένη στην
προδικασία και ειδικότερα στην προσωρινή κράτηση.
Ειδικότερα: Αν υπάρχουν αμφιβολίες, που αναφέρονται στην «σοβαρότητα» των ενδείξεων για την ενοχή του κρατουμένου, εφ΄ όσον ο νόμος δεν αρκείται σε απλές ενδείξεις, θα πρέπει εφαρμόζοντας την αρχή i. d. p. r. μετά το πέρας της απολογίας του, να τον αφήσουν ελεύθερο. Κι αυτό γιατί δεν υπάρχει λόγος να ερευνήσουν αν συντρέχει προϋπόθεση του «απόλυτα αναγκαία» την οποία απαιτεί η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 282 ΚΠΔ προκειμένου να επιβληθούν περιοριστικοί όροι ή να διαταχθεί η προσωρινή κράτηση, αφού η προϋπόθεση αυτή ακολουθεί.
Η προσωρινή κράτηση θα πρέπει να αποτελεί το τελευταίο δικονομικό μέτρο στο οποίο θα πρέπει να καταφεύγει ο ανακριτής. Συνεπώς η επιβολή περιοριστικών όρων αντί της προσωρινής κράτησης πρέπει να θεωρείται επιβεβλημένη σε όλες τις περιπτώσεις που καταφάσκεται η προσφορότητά τους για την υλοποίηση των κοινών με την προσωρινή κράτηση σκοπών τους. Συνακόλουθα η προσωρινή κράτηση μπορεί να διατάσσεται συντρεχουσών βεβαίως και των υπολοίπων προϋποθέσεων επιβολής της -μόνον εφ’ όσον οι περιοριστικοί όροι κρίνονται ανεπαρκείς για την προώθηση των σκοπών της ποινικής προδικασίας.
Η προσωρινή κράτηση πρέπει να είναι ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΑΝΑΓΚΑΙΑ για την επίτευξη των σκοπών του άρθρ. 296 ΚΠΔ ότι, δηλαδή ο κατηγορούμενος θα παρασταθεί οποτεδήποτε στην ανάκριση ή το Δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της απόφασης.
Ενόψει των ανωτέρω προκύπτει ότι το θέμα εφαρμογής της προσωρινής κρατήσεως τίθεται μόνο όταν οι περιοριστικοί όροι δεν επαρκούν. Σκοπός των περιοριστικών όρων σύμφωνα με το άρθρ. 296 ΚΠΔ, είναι να εξασφαλιστεί ότι «εκείνος στον οποίο επιβλήθηκε θα παραστεί οπωσδήποτε στην ανάκριση ή το Δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της απόφασης».
Τόσο τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως όσο και ο χαρακτήρας μου αλλά και οι συνθήκες της ζωής μου πιστοποιούν πέρα από κάθε αμφιβολία ότι και στο Δικαστήριο θα παραστώ και στην εκτέλεση της όποιας απόφασης θα υποβληθώ.
Κανένα απολύτως λόγο δεν έχω να μην εμφανιστώ στο ακροατήριο, δεδομένου ότι μόνο με την παρουσία μου σε αυτό θα πετύχω να αποδείξω την αθωότητά μου. Στόχος μου και πρωταρχικό μου μέλημα σε όλη την εξέλιξη της παρούσας υποθέσεως ήταν και είναι η απόδειξη της αλήθειας και άρα της αθωότητάς μου. Μόνο έτσι θα αποκατασταθεί η υπόληψή μου, η μεγάλη αναστάτωση στη ζωή μου, που τόσο βάναυσα στιγματίσθηκε από την εις βάρος μου ποινική δίωξη. Τα παραπάνω δηλώνουν βεβαίως ότι κανένα απολύτως μέτρο δικονομικού καταναγκασμού εις βάρος μου δεν απαιτείται να ληφθεί προκειμένου να καταστεί βέβαιο ότι θα παραστώ στο ακροατήριο και ότι σε κάθε περίπτωση η επιβολή περιοριστικών όρων αντί της προσωρινής κράτησης επαρκεί πλήρως.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η σε βάρος μου επιβολή της προσωρινής κράτησης δεν εναρμονίζεται με τις εκτεθείσες αναλυτικά αρχές που πρέπει να διέπουν γενικότερα τη διεξαγωγή της κυρίας ανακρίσεως, δεν είναι σύμφωνη δε με το πνεύμα και το γράμμα του άρθρου 282 ΚΠΔ, όπως πρόσφατα τροποποιήθηκε.
ΣΥΝΕΠΩΣ ΥΠΟ ΤΑ ΑΝΩΤΕΡΩ ΚΑΙ ΩΣ προσωρινώς κρατούμενος δικαιούμαι στην κατάθεση προσφυγής, καθόσον το Άρθρο 285 ΠΔΚ προβλέπει ότι:
Ειδικότερα: Αν υπάρχουν αμφιβολίες, που αναφέρονται στην «σοβαρότητα» των ενδείξεων για την ενοχή του κρατουμένου, εφ΄ όσον ο νόμος δεν αρκείται σε απλές ενδείξεις, θα πρέπει εφαρμόζοντας την αρχή i. d. p. r. μετά το πέρας της απολογίας του, να τον αφήσουν ελεύθερο. Κι αυτό γιατί δεν υπάρχει λόγος να ερευνήσουν αν συντρέχει προϋπόθεση του «απόλυτα αναγκαία» την οποία απαιτεί η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 282 ΚΠΔ προκειμένου να επιβληθούν περιοριστικοί όροι ή να διαταχθεί η προσωρινή κράτηση, αφού η προϋπόθεση αυτή ακολουθεί.
Η προσωρινή κράτηση θα πρέπει να αποτελεί το τελευταίο δικονομικό μέτρο στο οποίο θα πρέπει να καταφεύγει ο ανακριτής. Συνεπώς η επιβολή περιοριστικών όρων αντί της προσωρινής κράτησης πρέπει να θεωρείται επιβεβλημένη σε όλες τις περιπτώσεις που καταφάσκεται η προσφορότητά τους για την υλοποίηση των κοινών με την προσωρινή κράτηση σκοπών τους. Συνακόλουθα η προσωρινή κράτηση μπορεί να διατάσσεται συντρεχουσών βεβαίως και των υπολοίπων προϋποθέσεων επιβολής της -μόνον εφ’ όσον οι περιοριστικοί όροι κρίνονται ανεπαρκείς για την προώθηση των σκοπών της ποινικής προδικασίας.
Η προσωρινή κράτηση πρέπει να είναι ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΑΝΑΓΚΑΙΑ για την επίτευξη των σκοπών του άρθρ. 296 ΚΠΔ ότι, δηλαδή ο κατηγορούμενος θα παρασταθεί οποτεδήποτε στην ανάκριση ή το Δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της απόφασης.
Ενόψει των ανωτέρω προκύπτει ότι το θέμα εφαρμογής της προσωρινής κρατήσεως τίθεται μόνο όταν οι περιοριστικοί όροι δεν επαρκούν. Σκοπός των περιοριστικών όρων σύμφωνα με το άρθρ. 296 ΚΠΔ, είναι να εξασφαλιστεί ότι «εκείνος στον οποίο επιβλήθηκε θα παραστεί οπωσδήποτε στην ανάκριση ή το Δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της απόφασης».
Τόσο τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως όσο και ο χαρακτήρας μου αλλά και οι συνθήκες της ζωής μου πιστοποιούν πέρα από κάθε αμφιβολία ότι και στο Δικαστήριο θα παραστώ και στην εκτέλεση της όποιας απόφασης θα υποβληθώ.
Κανένα απολύτως λόγο δεν έχω να μην εμφανιστώ στο ακροατήριο, δεδομένου ότι μόνο με την παρουσία μου σε αυτό θα πετύχω να αποδείξω την αθωότητά μου. Στόχος μου και πρωταρχικό μου μέλημα σε όλη την εξέλιξη της παρούσας υποθέσεως ήταν και είναι η απόδειξη της αλήθειας και άρα της αθωότητάς μου. Μόνο έτσι θα αποκατασταθεί η υπόληψή μου, η μεγάλη αναστάτωση στη ζωή μου, που τόσο βάναυσα στιγματίσθηκε από την εις βάρος μου ποινική δίωξη. Τα παραπάνω δηλώνουν βεβαίως ότι κανένα απολύτως μέτρο δικονομικού καταναγκασμού εις βάρος μου δεν απαιτείται να ληφθεί προκειμένου να καταστεί βέβαιο ότι θα παραστώ στο ακροατήριο και ότι σε κάθε περίπτωση η επιβολή περιοριστικών όρων αντί της προσωρινής κράτησης επαρκεί πλήρως.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η σε βάρος μου επιβολή της προσωρινής κράτησης δεν εναρμονίζεται με τις εκτεθείσες αναλυτικά αρχές που πρέπει να διέπουν γενικότερα τη διεξαγωγή της κυρίας ανακρίσεως, δεν είναι σύμφωνη δε με το πνεύμα και το γράμμα του άρθρου 282 ΚΠΔ, όπως πρόσφατα τροποποιήθηκε.
ΣΥΝΕΠΩΣ ΥΠΟ ΤΑ ΑΝΩΤΕΡΩ ΚΑΙ ΩΣ προσωρινώς κρατούμενος δικαιούμαι στην κατάθεση προσφυγής, καθόσον το Άρθρο 285 ΠΔΚ προβλέπει ότι:
1. Κατά του εντάλματος για την προσωρινή κράτηση και
της διάταξης του ανακριτή που επέβαλε περιοριστικούς όρους επιτρέπεται στον
κατηγορούμενο να προσφύγει στο συμβούλιο των πλημμελειοδικών. Η προσφυγή
γίνεται μέσα σε πέντε ημέρες από την προσωρινή κράτηση, και συντάσσεται έκθεση
από το γραμματέα των πλημμελειοδικών ή από εκείνον που διευθύνει τις φυλακές,
σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο άρθρο 474 παρ. 1· η προσφυγή διαβιβάζεται στον
εισαγγελέα πλημμελειοδικών και εισάγεται από αυτόν χωρίς χρονοτριβή μαζί με την
πρότασή του στο συμβούλιο, το οποίο και αποφασίζει αμετάκλητα.
2. Η προσφυγή δεν έχει ανασταλτική δύναμη.
3. Αν το ένταλμα προσωρινής κράτησης εκδόθηκε ύστερα
από βούλευμα δικαστικού συμβουλίου που έκρινε σε σχετική διαφωνία του ανακριτή
και του εισαγγελέα, δεν επιτρέπεται προσφυγή.
4. Το συμβούλιο των πλημμελειοδικών όταν ασχολείται με
την προσφυγή μπορεί να άρει την προσωρινή κράτηση ή να την αντικαταστήσει με
τους περιοριστικούς όρους που επιβάλλονται κατά την κρίση του ή να
αντικαταστήσει με άλλους τους όρους που έχουν τεθεί.
5. Και μετά την άσκηση της προσφυγής ο ανακριτής
εξακολουθεί την ανάκριση χωρίς διακοπή.
IIΙ. Προσωπική – Οικογενειακή κατάσταση.
Είμαι παιδί οικογένειας με 7
παιδιά. Η οικογένειά μου, όλα μου τα αδέλφια και εγώ, κανείς δεν έχει
απασχολήσει ποτέ τη δικαιοσύνη και για τίποτε. Είμαστε φτωχοί και όλοι μας
εργαζόμαστε τίμια στο μεροκάματο, που σήμερα δύσκολα βρίσκεις. Διαμένουμε δε σε
μισθωμένο σπίτι στην Καλλιθέα Πιερίας.
ΙV.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ επί των προϋποθέσεων της προσωρινής κρατήσεως.
Α.
Σύμφωνα με τη θεωρία και τη πάγια Νομολογία, η προσωρινή κράτηση πρέπει να
αποτελεί το έσχατο μέσο, (ΣυμβΠλημΘες 245/90) αφού σκοπός των περιοριστικών
όρων κατ’ αρ. 296 ΚΠΔ αποτελεί η εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για
να δικασθεί και δεν αποτελεί προκαταβολή της ποινής. Η προσωρινή κράτηση
επιβάλλεται όχι γιατί ο κατηγορούμενος είναι ενδεχομένως ένοχος-αυτό θα το
κρίνει το δικαστήριο- αλλά για να εξασφαλιστεί η παρουσία του στο δικαστήριο
και σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις για αυτόν « που παρουσιάζει έντονη
εγκληματική ροπή και αντικοινωνικό χαρακτήρα» ( ΝαυτΠειρ 58/98 ΠΧρ Ν’/1015).
Όπως ορθά αναφέρεται στο Βούλευμα ΣυμβΕφΑθ 444/96 Υπερ. 96/1303 «Κύριος σκοπός
της προσωρινής κράτησης είναι μόνο η εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορουμένου
κατά την προσεχή του δίκη και η πρόληψη τελέσεως άλλων αξιόποινων πράξεων απ’
αυτόν».
Σύμφωνα με το πρόσφατο βούλευμα του Εφετείου Αθηνών αρ. 1300/02 ΠΧρ ΝΒ’/550 « Η προσωρινή κράτηση επιβάλλεται όχι γιατί ο κατηγορούμενος είναι πιθανόν ένοχος…ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προσωρινής κράτησης ο Ανακριτής δεν υποχρεούται να εκδώσει ένταλμα προσωρινής κράτησης» και εν συνεχεία γίνεται παραπομπή στην πρόταση του Εισαγγελέα του ΑΠ Σ. Αλεξόπουλου στην ΑΠ 500/86 ΠΧρ ΛΣΤ’/669. (Βλ. επίσης Πλημ/κείο Πειραιώς 415/94 ΠΧρ ΜΔ’/1305, Διάταξη Ανακριτή Τριπόλεως 12/91 ΠΧρ ΜΑ’/932, ΕφΑθηνών 1118/89 ΠΧρ ΛΘ’/902 και Πλημ/κείο Θες/νίκης 1429/86 ΠΧρ ΛΣΤ’/772).
Σύμφωνα, δε, με το πρόσφατο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών υπ’ άρ. 3461/01 (ΠοινΔικ 02/26) αλλά και σύμφωνα με σειρά διεθνών κειμένων η προσωρινή κράτηση αντιμετωπίζεται ως «εξαιρετικό μέτρο» και σε συνδυασμό με τις συνθήκες κρατήσεως στις Φυλακές, αποτελούν λόγο για την άρση αυτής ανεξαρτήτως των ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου.
Σύμφωνα με το πρόσφατο βούλευμα του Εφετείου Αθηνών αρ. 1300/02 ΠΧρ ΝΒ’/550 « Η προσωρινή κράτηση επιβάλλεται όχι γιατί ο κατηγορούμενος είναι πιθανόν ένοχος…ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προσωρινής κράτησης ο Ανακριτής δεν υποχρεούται να εκδώσει ένταλμα προσωρινής κράτησης» και εν συνεχεία γίνεται παραπομπή στην πρόταση του Εισαγγελέα του ΑΠ Σ. Αλεξόπουλου στην ΑΠ 500/86 ΠΧρ ΛΣΤ’/669. (Βλ. επίσης Πλημ/κείο Πειραιώς 415/94 ΠΧρ ΜΔ’/1305, Διάταξη Ανακριτή Τριπόλεως 12/91 ΠΧρ ΜΑ’/932, ΕφΑθηνών 1118/89 ΠΧρ ΛΘ’/902 και Πλημ/κείο Θες/νίκης 1429/86 ΠΧρ ΛΣΤ’/772).
Σύμφωνα, δε, με το πρόσφατο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών υπ’ άρ. 3461/01 (ΠοινΔικ 02/26) αλλά και σύμφωνα με σειρά διεθνών κειμένων η προσωρινή κράτηση αντιμετωπίζεται ως «εξαιρετικό μέτρο» και σε συνδυασμό με τις συνθήκες κρατήσεως στις Φυλακές, αποτελούν λόγο για την άρση αυτής ανεξαρτήτως των ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου.
Β.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ για τα κριτήρια για την αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης.
Κατά
την πάγια Νομολογία αλλά και τη θεωρία, διαγνωστικά κριτήρια για την
αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεως αποτελούν: α)
η κατά το παρελθόν προσπάθεια διαφυγής στο εξωτερικό ή μη τήρησης περιοριστικών
όρων σε αντίστοιχη περίπτωση, β) το οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον
(ΣυμβΕφΑθ 2768/94 Υπερ. 95/93). Αν δηλαδή ζει σύμφωνα με τα κοινώς αποδεκτά ήθη
στα πλαίσια της οικογένειας, αν εργάζεται, αν έχει σταθερό τρόπο εργασίας και
διαμονής (βλ. Εφ. Λάρισας 44/87 ΠΧρ ΛΖ΄/83 «Ο
χαρακτηρισμός του δράστη ως ιδιαιτέρως επικινδύνου είναι εσφαλμένος όταν ο
δράστης έχει κανονική επαγγελματική, κοινωνική και οικογενειακή συμπεριφορά,
λευκό ποινικό μητρώο να καταργηθεί το ένταλμα προσωρινής κράτησης» και
Πλημ/κείο Πειραιώς αρ. 415/94 ΠΧρ ΜΔ΄/ 1307 «εάν ο κατηγορούμενος έχει σταθερή
εργασία, οικογένεια, σταθερή κατοικία, ακίνητη περιουσία και γενικότερα
σταθερούς δεσμούς με το κοινωνικό περιβάλλον, πρέπει ν’ αφήνεται ελεύθερος ή να
επιβάλλεται ο ασθενέστερος περιοριστικός όρος», γ) αν υπήρξε ο κατηγορούμενος
στο παρελθόν φυγόποινος ή φυγόδικος, και δ) αν κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν
αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα.
Στην περίπτωση μου, και εάν ακόμη θεωρηθεί ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, η προσωρινή κράτηση μου δεν είναι αναγκαία, καθώς δεν είμαι άτομο ιδιαίτερα επικίνδυνο και ούτε έχω αντικοινωνικό χαρακτήρα, έχω, δε, γνωστή και μόνιμη διαμονή. Συνεπώς, οι προϋποθέσεις αυτές που αναφέρονται στη νομολογία συντρέχουν στο πρόσωπο μου και ευελπιστώ ότι θα ακολουθήσετε τα όσα υποστηρίζουν και εφαρμόζουν τα προαναφερόμενα βουλεύματα.
Στην περίπτωση μου, και εάν ακόμη θεωρηθεί ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, η προσωρινή κράτηση μου δεν είναι αναγκαία, καθώς δεν είμαι άτομο ιδιαίτερα επικίνδυνο και ούτε έχω αντικοινωνικό χαρακτήρα, έχω, δε, γνωστή και μόνιμη διαμονή. Συνεπώς, οι προϋποθέσεις αυτές που αναφέρονται στη νομολογία συντρέχουν στο πρόσωπο μου και ευελπιστώ ότι θα ακολουθήσετε τα όσα υποστηρίζουν και εφαρμόζουν τα προαναφερόμενα βουλεύματα.
Επειδή έχω
λευκό ποινικό μητρώο και εργάζομαι.
Επειδή έχω γνωστή και μόνιμη διαμονή.
Επειδή με χρειάζεται η φτωχή και τίμια οικογένειά μου.
Επειδή ουδέποτε τέλεσα τις αποδιδόμενες πράξεις.
Επειδή έχω γνωστή και μόνιμη διαμονή.
Επειδή με χρειάζεται η φτωχή και τίμια οικογένειά μου.
Επειδή ουδέποτε τέλεσα τις αποδιδόμενες πράξεις.
Επειδή
βασίμως , νομίμως και εμπροθέσμως με την παρούσα προσφεύγω Ενώπιόν Σας.
Για
τους λόγους αυτούς
ΑΙΤΟΥΜΑΙ όπως
ΑΙΤΟΥΜΑΙ όπως
Αντικατασταθεί η προσωρινή
μου κράτηση με τον περιοριστικό όρο της εμφάνισής μου στο κατά τόπο αρμόδιο
αστυνομικό τμήμα, κάθε εβδομάδα., ώστε να διασφαλισθεί ότι θα εμφανισθώ κατά
την εκδίκαση της υποθέσεως μου, αλλά και ότι θα ελέγχομαι από τις αρμόδιες αρχές, ή με οποιοδήποτε άλλο
μέτρο κρίνει το δικαστήριό Σας εις αντικατάσταση της προσωρινής κράτησής μου.
ΚΑΤΕΡΙΝΗ
10-4-2017
Ο Αιτών
Δια του πληρεξουσίου Δικηγόρου
Δια του πληρεξουσίου Δικηγόρου
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου